Τα γραφήματα του GDP και των ρυθμών ανάπτυξης των
αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών ή, έστω, η υψηλού βαθμού συσχέτιση
ανάμεσα στην πορεία που ιστορικά διαγράφει αυτό το GDP και του κύκλους boom & bust της
παραγωγικής οικονομίας, όπου περίοδοι ύφεσης συνοδεύουν πτώσεις της κερδοφορίας
του κεφαλαίου και αντίστροφα, όπως επίσης και η εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού
των κεντρικών τραπεζών της τελευταίας τριακονταετίας ή των χρηματιστηριακών
δεικτών, όπως ο DJIA της τελευταίας
τουλάχιστον εικοσαετίας, συνιστούν ένδειξη, αν όχι και ύστατη απόδειξη, των
πτωτικών τάσεων του ποσοστού κέρδους στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικής
οικονομίες. Και αυτό παρά τη δράση των αντενεργόντων παραγόντων και τους ταχείς
ρυθμούς παγκοσμιοποίησης, που τείνει να ισοσταθμίζει τις γεωγραφικές διαφοροποιήσεις
των μέσων ποσοστών κέρδους. Σε βάθος χρόνου, λοιπόν, πιθανότατα πέρα από τα
όρια της γενιάς μου ή και των γενεών που θα ακολουθήσουν, ο καπιταλισμός
έχοντας λίγο-πολύ υποτάξει κάθε οικονομική δραστηριότητα σε κάθε γωνιά του
πλανήτη, έχοντας πετύχει μερικά ακόμα άλματα στην παραγωγικότητα της ανθρώπινης
εργασίας, θα κληθεί να λειτουργεί και να αναπαράγεται σε μια οικονομική
πραγματικότητα με σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους. Τι σημαίνει αυτό για το
μέλλον του συστήματος και των εθνών και κοινωνιών, του συνόλου της
ανθρωπότητας, που το έχει υιοθετήσει;
Όπως
είπε ο Neils Bohr: “prediction
is notoriously difficult, especially about the future”. Οποιεσδήποτε
εικασίες για κάποια «μετά»-καπιταλιστική εποχή και σχηματοποίηση σοσιαλιστικών
και κομμουνιστικών κοινωνιών επαναστατικής διαδοχής ή μετεξέλιξης είναι μάταιες
και αναξιόπιστες, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πείραμα του «υπαρκτού»
σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα. Αν μη τι άλλο, οι πιθανότητες επιβίωσης
σοσιαλιστικών νησίδων, παράλληλα και περιβαλλομένων από ένα πανίσχυρο, πολιτικά
σχεδόν αδιάσπαστο πλέγμα καπιταλιστικών
σχέσεων παραγωγής, σε έναν κοινό πλανήτη, είναι μηδαμινές και αυτό αποδείχτηκε
ιστορικά με την κατάληξη οποιασδήποτε απόπειρας μετασχηματισμού με πολιτικά
μέσα ή με άσκηση δυνάμεων μόνον από την κορυφή του κοινωνικοοικονομικού
εποικοδομήματος, από πολιτικούς οργανισμούς και τις προσωπικότητες στην ηγεσία τους,
με ειρηνικά ή επαναστατικά μέσα. Όπως, κατά τη γνώμη μου, μηδαμινές είναι και
οι πιθανότητες οποιασδήποτε πρώιμης μετεξέλιξης του υφιστάμενου συστήματος,
ταυτόχρονα και σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν αυτό δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη
των παραγωγικών του δυνάμεων στο ιστορικά αόριστο και πρακτικά αδιευκρίνιστο διάστημα
που αυτή η ολοκλήρωση αυτή θα απαιτήσει.
Όμως, μπορούμε να επισημάνουμε μερικές υποθέσεις και πρακτικές επιπτώσεις, και σενάρια μιας οικονομίας με πολύ χαμηλά ή μηδενικά ποσοστά καπιταλιστικού κέρδους. Κατ’ αρχήν δύο βασικές παρατηρήσεις: πρώτον, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, με τις γεωγραφικές ανομοιομορφίες και τα σκαμπανεβάσματα στο χρόνο, προσεγγίζει ασύμπτωτα το μηδέν και η χρονική διάρκεια που θα απαιτηθεί ώστε να μειωθεί κάτω από κάποιο κατώφλι, που θα αποθάρρυνε πλήρως και ενδεχομένως ακαριαία νέες κεφαλαιακές επενδύσεις, σε επέκταση της υφιστάμενης παραγωγής ή νέους τομείς, δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια× δεύτερον, μειωμένα ποσοστού κέρδους δεν είναι ασυμβίβαστα με αυξημένη μάζα κέρδους, από επαρκώς συγκεντροποιημένα κεφάλαια. Σέ ένα μεσοπρόθεσμο μέλλον, λοιπόν, με ορίζοντα ίσως αρκετών δεκαετιών ή μερικών ακόμα γενεών, ο διεθνής καπιταλισμός, αξιοποιώντας στο έπακρο τους αντενεργόντες παράγοντες και ευκαιρίες, που είτε, κυρίως, η συνέχιση της παγκόσμιας εξάπλωσης του, είτε ο κρατικός παρεμβατισμός, είτε νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις θα του προσέφεραν προς κερδοσκοπική αξιοποίηση, θα καταφέρνει να στέκεται στα πόδια του. Και αυτό παρά τις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και την όξυνση των υφέσεων, ως άμεσο αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δυσκολίας αναπαραγωγής και της αναπλήρωσης των σταθερών κεφαλαίων που η μεγάλη κλίμακας αυτοματοποιημένη παραγωγή απαιτεί. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε ώριμους τομείς παραγωγής, και η παγίωση ολιγοπωλιακών έως μονοπωλιακών καταστάσεων σε αυτούς, παρά τα μικρά περιθώρια κέρδους θα εξασφαλίζει την ίδια, ίσως και διευρυνόμενη μάζα υπεραξίας και κερδών στους κατόχους του.
Όμως, μπορούμε να επισημάνουμε μερικές υποθέσεις και πρακτικές επιπτώσεις, και σενάρια μιας οικονομίας με πολύ χαμηλά ή μηδενικά ποσοστά καπιταλιστικού κέρδους. Κατ’ αρχήν δύο βασικές παρατηρήσεις: πρώτον, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, με τις γεωγραφικές ανομοιομορφίες και τα σκαμπανεβάσματα στο χρόνο, προσεγγίζει ασύμπτωτα το μηδέν και η χρονική διάρκεια που θα απαιτηθεί ώστε να μειωθεί κάτω από κάποιο κατώφλι, που θα αποθάρρυνε πλήρως και ενδεχομένως ακαριαία νέες κεφαλαιακές επενδύσεις, σε επέκταση της υφιστάμενης παραγωγής ή νέους τομείς, δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια× δεύτερον, μειωμένα ποσοστού κέρδους δεν είναι ασυμβίβαστα με αυξημένη μάζα κέρδους, από επαρκώς συγκεντροποιημένα κεφάλαια. Σέ ένα μεσοπρόθεσμο μέλλον, λοιπόν, με ορίζοντα ίσως αρκετών δεκαετιών ή μερικών ακόμα γενεών, ο διεθνής καπιταλισμός, αξιοποιώντας στο έπακρο τους αντενεργόντες παράγοντες και ευκαιρίες, που είτε, κυρίως, η συνέχιση της παγκόσμιας εξάπλωσης του, είτε ο κρατικός παρεμβατισμός, είτε νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις θα του προσέφεραν προς κερδοσκοπική αξιοποίηση, θα καταφέρνει να στέκεται στα πόδια του. Και αυτό παρά τις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και την όξυνση των υφέσεων, ως άμεσο αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δυσκολίας αναπαραγωγής και της αναπλήρωσης των σταθερών κεφαλαίων που η μεγάλη κλίμακας αυτοματοποιημένη παραγωγή απαιτεί. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε ώριμους τομείς παραγωγής, και η παγίωση ολιγοπωλιακών έως μονοπωλιακών καταστάσεων σε αυτούς, παρά τα μικρά περιθώρια κέρδους θα εξασφαλίζει την ίδια, ίσως και διευρυνόμενη μάζα υπεραξίας και κερδών στους κατόχους του.
Από τις μεθόδους διατήρησης και προσωρινής επανάκαμψης
των ποσοστών κερδοφορίας είναι η ανάθεση στο σύνολο της κοινωνίας (ή κατ’ άλλους
«το φόρτωμα στην πλάτη της»), διαμέσου κυρίως του κράτους-διαμεσολαβητή, των
λιγότερο κερδοφόρων δραστηριοτήτων, κυρίως τέτοιων που απαιτούν σημαντικές
επενδύσεις σε σταθερά κεφάλαια (όπως οι υποδομές, οι σιδηρόδρομοι, κτλ.). Από
την άλλη μεριά, η συσσώρευση υπεραξίας από παραγωγικές δραστηριότητες και η
μετενσάρκωσή της σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο συνοδεύεται από τη διόγκωση του χρέους με το ιδιωτικό
κεφάλαιο ως άμεσο ή έμμεσο πιστωτή σε πολίτες και κράτος. Η διόγκωση αυτού του
χρέους σε σημείο αδυναμίας αποπληρωμής, από πολίτες ή έθνη, οδηγεί τελικά σε
διαγραφή ή υποτίμηση κεφαλαίων και προσωρινή ανάκαμψη των ποσοστών κέρδους. Το
αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό της φυσικής καταστροφής και της υποτίμησης
κεφαλαίων, μετά από πολέμους ή οξείες κρίσεις κερδοφορίας και υφέσεις. Το αν
τέτοιες δραματικές υποτιμήσεις κεφαλαίων, και η οικονομική και πολιτική
αστάθεια που αδιαλείπτως τις συνοδεύει, οδηγήσουν στο μέλλον σε οικονομική
σύντηξη είναι μη προβλέψιμο. Και το τι θα μορφωθεί στις «στάχτες» μιας τέτοιας
οικονομικής τήξης (μια κρατική-γραφειοκρατική κοινωνία όπου το κράτος θα
λειτουργεί ως μόνος κάτοχος και διαχειριστής του κοινωνικού κεφαλαίου, μια
αποκεντρωμένη αυτοδιαχειριστική, σοσιαλιστική κοινωνία όπου ένα κράτος ή
κεντρικός οργανισμός θα είναι ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των οικονομικών
σχέσεων και θα επιτηρεί και αποσβένει οποιεσδήποτε υποβόσκουσες ανταγωνιστικές
τάσεις, κτλ.) είναι επίσης αδύνατο να προβλεφθεί.
Τέλος, επισημάνω ότι η πορεία του καπιταλιστικού συστήματος
(και οποιουδήποτε συστήματος παραγωγής επί του θέματος) είναι αδιάρρηκτα
συνδεδεμένη με την Φύση (το κλίμα και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους) και τον
Άνθρωπο (τη συγκέντρωση και την πολιτιστική ανάπτυξη του πληθυσμού των διάφορων
κοινωνιών του πλανήτη, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους) – την Ανθρωπότητα.
Άμεση συνέπεια της δυστοκίας στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα των εν
τέλει μειωμένων ρυθμών αύξησης του κοινωνικού κεφαλαίου (μηδενικά ποσοστά
κέρδους σημαίνει, όπως γράφηκε, μηδενικός ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού
κεφαλαίου), θε είναι οι βαθύτερες υφέσεις με το πέρας κάθε κύκλου μιας ολοένα
μειωμένης κερδοφορίας. Σε συνθήκες όπου ο πληθυσμός θα αυξάνεται με υψηλότερους
ρυθμούς από αυτούς της διεύρυνσης του κοινωνικού προϊόντος, αυτό θα σημαίνει νομοτελειακά
τη διεύρυνση των καμπυλών των εισοδημάτων και της κατανομής του πλούτου (ένα
σταθερό σε μέγεθος προϊόν θα κατανέμεται μη ομοιόμορφα ανάμεσα στους πολίτες
ενός αυξανόμενου πληθυσμού), δηλαδή, έμμεσα, της όξυνσης των κοινωνικών
αντιθέσεων εντός των ορίων μιας κοινωνίας, όπως και εκτός αυτής, μεταξύ εθνών (
το τελευταίο, με σημείο αναφοράς τη διανομή του παγκόσμιου πλούτου). Θα
προσεγγίζουμε το σημείο όπου πλέον το κεφάλαιο, ένα ολοένα περισσότερο
συγκεντροποιημένο κεφάλαιο, έρχεται αντιμέτωπο με το σύνολο της κοινωνίας ή οι
αναπτυγμένες οικονομίες του πλανήτης με τις υπανάπτυκτές και τον τρίτο κόσμο.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη Φύση. Η ανάγκη
αναπαραγωγής του ιδιωτικού-συγκεντροποιημένου κεφαλαίου που ελέγχει το σύνολο
της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και της πραγματοποίησης του
με κάποιο κέρδος, και του κοινωνικού κεφαλαίου, στην ίδια και μεγαλύτερη
κλίμακα, για τις ανάγκες ενός αυξανόμενου πληθυσμού, έρχεται σε αντίθεση με το
πεπερασμένο των φυσικών πόρων (καλλιεργήσιμης γης, ενεργειακών πόρων, απαραίτητων
πρώτων υλών, του νερού και της ατμόσφαιρας). Η ευρηματικότητα του ανθρώπου και
νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις (σε τεχνητά υλικά, νέες μορφές ενέργειας, στην
αύξηση της αποδοτικότητας μηχανών, κτλ.) υποβοηθούν το σύστημα και την
ανθρωπότητα με την οποία είναι συνυφασμένο να ξεπερνάει προσωρινά, έστω και
οριακά, τέτοιου είδους εμπόδια κατά μήκος του δρόμου, αλλά χωρίς μηδενικό
αντίτιμο για τον πλανήτη. Οι κλιματικές αλλαγές, στο βαθμό που η ανθρώπινη
δραστηριότητα συμβάλλει σε αυτές και τις προκαλεί, η Φύση στο ασύλληπτο μέγεθος
και μεγαλείο της φαντάζει και υψώνεται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η σύγκρουση του
καπιταλισμού με τη Φύση, όπως φαίνεται να γιγαντώνεται στις ερχόμενες εποχές
της ιστορίας του πλανήτη, ξεπερνάει κατά πολλές τάξεις μεγέθους την πάλη των
τάξεων και τις αντιθέσεις μεταξύ κρατών και εθνοτήτων για τη μοιρασιά του
πλούτου. Κάτι θα πρέπει να δώσει.
No comments:
Post a Comment