ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ GDP
Κατά τη διάρκεια μιας αυθαίρετης χρονικής περιόδου, η κοινωνία διαμέσου της εργασίας της δημιουργεί αξία ή, καλύτερα, προσθέτει αξία στο υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο ή πλούτο, με κόστος την ανάλωση μέσων παραγωγής (ενέργειας, πρώτων υλών, και της φθοράς και απόσβεσης των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων) και την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών, που κατά κύριο λόγο συντελούν στη συντήρηση και η αναπαραγωγή αυτής της εργασιακής ισχύος (ή γενικότερα, του πληθυσμού από τον οποίο η παραγωγή αντλεί αυτήν την ισχύ) και που η υποστήριξη της κεφαλαιακής και κοινωνικής παραγωγικότητας προϋποθέτει και επιβάλλει. Το «κοινωνικό προϊόν» είναι η αξία των αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών, προς κατανάλωση -με διαφορετικές χρονικές διάρκειες ζωής (το σκέλος της «κατανάλωσης» στην έκφραση του GDP) συν την αναπλήρωση ή επέκταση του σταθερού μέρους κεφαλαίων στην παραγωγή (το σκέλος των «επενδύσεων» στον ορισμό του GDP) συν την διαφορά της αξίας των εξαγόμενων προς εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Στο προσδιορισμό του GPD προστίθενται τα έξοδα του κράτους, ενώ τα έσοδα του προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τη φορολόγηση της υπεραξίας (που παρουσιάζεται ως ακαθάριστο κέρδος διάφορων μορφών κεφαλαίου) και των εισοδημάτων από μερίσματα (υπεραξία) και μισθούς (αξία της εργασιακής ισχύος).
Κατά τη διάρκεια μιας αυθαίρετης χρονικής περιόδου, η κοινωνία διαμέσου της εργασίας της δημιουργεί αξία ή, καλύτερα, προσθέτει αξία στο υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο ή πλούτο, με κόστος την ανάλωση μέσων παραγωγής (ενέργειας, πρώτων υλών, και της φθοράς και απόσβεσης των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων) και την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών, που κατά κύριο λόγο συντελούν στη συντήρηση και η αναπαραγωγή αυτής της εργασιακής ισχύος (ή γενικότερα, του πληθυσμού από τον οποίο η παραγωγή αντλεί αυτήν την ισχύ) και που η υποστήριξη της κεφαλαιακής και κοινωνικής παραγωγικότητας προϋποθέτει και επιβάλλει. Το «κοινωνικό προϊόν» είναι η αξία των αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών, προς κατανάλωση -με διαφορετικές χρονικές διάρκειες ζωής (το σκέλος της «κατανάλωσης» στην έκφραση του GDP) συν την αναπλήρωση ή επέκταση του σταθερού μέρους κεφαλαίων στην παραγωγή (το σκέλος των «επενδύσεων» στον ορισμό του GDP) συν την διαφορά της αξίας των εξαγόμενων προς εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Στο προσδιορισμό του GPD προστίθενται τα έξοδα του κράτους, ενώ τα έσοδα του προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τη φορολόγηση της υπεραξίας (που παρουσιάζεται ως ακαθάριστο κέρδος διάφορων μορφών κεφαλαίου) και των εισοδημάτων από μερίσματα (υπεραξία) και μισθούς (αξία της εργασιακής ισχύος).
Ενώ το GDP, λοιπόν, είναι δυνατό να αντιπροσωπεύει, βάσει ορισμού, μιαν
εκτίμηση της αξίας του συνολικού κοινωνικού προϊόντος και της εξέλιξής του με
το χρόνο, όπως και της μεγέθυνσης ή της συρρίκνωσης του πλούτου μιας κοινωνίας
στο ίδιο χρονικό διάστημα, μπορεί επίσης, αν και με προσοχή και επιφυλάξεις, να
χρησιμοποιείται ως μέτρο προσέγγισης της υπεραξίας, της αξίας υπεράνω της
υφιστάμενης, που η εργασία δημιουργεί και δεν καταναλώνεται είτε από τους
πολίτες, είτε εντός των πλαισίων της παραγωγής. Αυτή η υπεραξία, που ως μέρος
της ανταλλακτικής αξίας των αγαθών παράγεται στην παραγωγική σφαίρα της
οικονομίας, δηλαδή αυτής που κυριαρχείται από τη δράση των παραγωγικών
κεφαλαίων διαφορετικών μεγεθών και φύσης ιδιοκτησίας, και βρίσκει τη
μονεταριστική της έκφραση στο ακαθάριστο κέρδος επιχειρήσεων, διαχέεται σε
άλλες σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας, ως κέρδος εμπορικών και
χρηματικών κεφαλαίων, ένα μέρος εμφανίζεται ως εισόδημα των μετόχων αυτών των
επιχειρήσεων, ένα μέρος παρακρατείται από το κράτος για να καλύψει τα
λειτουργικά έξοδά του ή να την αναδιανομή του μέσω του κράτους προνοίας ή να το
επενδύσει σε τομείς που τα ιδιωτικά κεφάλαια δεν έχουν προσχωρήσει, λόγω του
μεγέθους της επένδυσης που απαιτείται ή της ιστορικά χαμηλής κερδοφορίας, ένα
άλλο μέρος επανεπενδύεται άμεσα στην επέκταση της παραγωγής, ενώ ένα άλλο αποταμιεύεται,
ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, σε χρηματική μορφή με απώτερο σκοπό την επανεπένδυση μελλοντικά
(σε σταθερά κεφάλαια και εργασιακή ενέργεια) εντός ή εκτός μιας συγκεκριμένης
επιχείρησης. Συνεπώς, ένα μέρος της υπεραξίας στοιχειοθετεί το καταναλωτικό
σκέλος του GDP (κυρίως της κατανάλωσης από εισοδήματα κατόχων
κεφαλαίου, στελεχών με σημαντικό μερίδιο στα κέρδη μιας επιχείρησης, μετόχων,
στελεχών και εργαζομένων σε μη παραγωγικές σφαίρες της οικονομίας, όπως
πρόκειται με τους τόκους του πιστωτικού κεφαλαίου), ένα άλλο παρακρατείται ως
φόρος από το κράτος:
(GDP) = (Consumption of non-durable
goods and services) +
(Spending
on New Housing) +
(Business
Investment excl. buying financial products) +
(Government Spending) + (Exports-Imports)
Αλλά ας σταθούμε στον παραπάνω ορισμό του GDP και ας το
δούμε από την πλευρά εισόδου (κόστους
εργασίας και σταθερού κεφαλαίου) και εξόδου
(αξία παραγόμενων αγαθών) σε μια οικονομία και κοινωνική παραγωγική διαδικασία,
ενώ ταυτόχρονα διευρύνουμε και συναθροίζουμε το σύνολο των κοινωνιών που συναλλάσσονται
μεταξύ τους και το μέγεθος του GPD συμπεριλαμβάνει,
ούτως ώστε ο όρος που αφορά το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ χωρών να εξαλείφεται.
Στην αρχή μιας περιόδου μέτρησης, οι δύο πρώτοι όροι στην έκφραση του GDP προσεγγίζουν
το εισόδημα των πολιτών της κοινωνίας και το συνολικό κόστος εργασίας για το
κοινωνικό κεφάλαιο, ενώ το ίδιο ισχύει και για το κύριο μέρος καθώς αποτελούν
κόστος προς τη συντήρηση ή αναπλήρωση του σταθερού μέρους του κοινωνικού
κεφαλαίου που ανήκει στο κράτος (εξοπλισμοί, κρατικές προμήθειες και παρόμοιες
δραστηριότητες), είτε για τους μισθούς υπαλλήλων του που προστίθεται στο σύνολο.
Ο τρίτος όρος αφορά επένδυση σε σταθερά κεφάλαια επιχειρήσεων και αναλογεί στο
κόστος της απόσβεσης σταθερών κεφαλαίων που εισέρχεται στην αξία των
παραγόμενων αγαθών. Στο τέλος της περιόδου μέτρησης του GDP, θεωρούμε
ότι αυτό εκπροσωπεί την αξία των αγαθών που η οικονομία παράγει, υπό την
υπόθεση ότι οι δαπάνες του κράτους ισοδυναμούν με τα έσοδα από τη φορολόγηση
της συνολικής παραγόμενης αξίας. Με την παραπάνω έννοια, το ποσοστό αύξησης του
GDP με το χρόνο
μιας χώρας ή ενός συνόλου χωρών με αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές οικονομίες,
προσεγγίζει την κερδοφορία του κοινωνικού κεφαλαίου και, συγκεκριμένα, των
παραγωγικών κεφαλαίων (ιδιωτικών, μικτών και κρατικών) που δραστηριοποιούνται
στο εσωτερικό της και δημιουργούν αξία και υπεραξία.
No comments:
Post a Comment