Monday, December 25, 2017

Υπαρξιακοί Προσυλλογισμοί - 2 Το νόημα στο τίποτα

Αλλά η ζωή του ενός ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, αξίζει και δικαιούται πολλά περισσότερα από την ενική επίκληση της τύχης ή ακόμα και από σποραδικές σε τούτη την τύχη αναφορές ή την υποταγή στις προδιαγραφές κάποιου πεπρωμένου. Παρά τη σχετική ασημαντότητα και μηδαμινότητα της, αυτή η ζωή είναι μοναδική – η μηδαμινότητα συγκρούεται με τη μοναδικότητα. Με τις ελάχιστες εξαιρέσεις μιας σειράς ιδιοφυών και ιστορικών προσωπικοτήτων ή ανθρώπων που κατάφεραν και συσσώρευσαν πλούτη και δύναμη, και έγιναν θρυλικοί, αυτή η μοναδικότητά δεν θα έχει οικουμενικούς μάρτυρες στο μέλλον. Όμως, αυτό που είναι ο άνθρωπος έγκειται ακριβώς εδώ: στην ατομικότητα και μοναδικότητά του. Η ύπαρξη και η συνείδηση αυτού του ανεπανάληπτου όντος θα εμφανιστεί φευγαλέα πάνω στη γη, για μερικά κλάσματα του ιστορικού χρόνου και του σύμπαντος (μια σταγόνα σε έναν απέραντο ωκεανό ζωντανών και πεθαμένων), θα διαγράψει τροχιές παράλληλες και τεμνόμενες με άλλες συν-υπάρξεις και συνειδήσεις μέσα από ένα ασύλληπτο πλέγμα διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσων. Αυτό, το ένα και μοναδικό ον, που αναλαμβάνει και κουβαλάει στο κορμί και νου του την κληρονομιά των προηγούμενων γενιών, τη γνώση και τα χτίσματα και πράγματα που άφησαν πίσω τους, συλλαμβάνει και νοεί, μέσω της συνείδησής του την ύπαρξή του, την εμπλουτίζει και την πλάθει, ετεροπροσδιορισμένη από τους συνανθρώπους τους, τους χώρους που μόρφωσαν γύρω του, τις ενέργειες και πράξεις τους και τα γεγονότα που αυτές οι πράξεις προκαλούν, στο περιβάλλον και το milieu του. Άρα, η κατανόηση «αυτού που είμαι», η ολοκλήρωση της συναίσθησης του είναι και της ύπαρξης μου, όσο θα βρίσκομαι, όπως λένε, στον κόσμο αυτό, μπορεί να ξεκινήσει από την περιγραφή και ανάλυση των ετέρων και εκατέρων συνειδήσεων που πλαισίωσαν τη ζωή μου, και των χώρων και τόπων, των πολιτειών και κοινωνιών όπου μεγάλωσα, δούλεψα και, εν ολίγοις, έζησα. Μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με την απλή παράθεση κάθε μικρής ή μεγάλης εμπειρίας που βίωσα στη σχέση μου με το περιβάλλον και αυτές τις κοινωνίες των σύγχρονων συνανθρώπων μου· και όλα αυτά τα τετριμμένα, παράλληλα με την περιγραφή και την προσπάθεια στοιχειώδους κατανόησης του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου και της μέχρι τούδε ιστορικής πορείας, που είναι άλλωστε προϋπόθεση για την κατανόησης της ατομικής ύπαρξης και του εαυτού.

Κι έτσι, λοιπόν, με αφετηρία μερικές πρωτόγονες σκέψεις και χιλιοειπωμένα, άλλες φορές δανεισμένα λόγια και κλισέ, άρχισα να ανασύρω από τα βάραθρα της μνήμης, από κουβέντες με δικούς ανθρώπους και φίλους, από παράπλευρες και παράλληλες κι εφαπτόμενες ιστορίες, τα νήματα που με έφεραν στο εδώ και τώρα και που θα με οδηγήσουν στη στιγμή του θανάτου. Το κουβάρι της ζωής είναι αδύνατο να το ξετυλίξω όσο μακριά σε τόπους και πίσω στον χρόνο να ψάξω για τις άκρες αυτών των νημάτων που το έπλεξαν. Άλλωστε, αυτές χάνονται στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της γης. Και το τελικό αποτέλεσμα; Τίποτε! Το απόλυτο μηδέν! Μια μέρα θα φύγω, θα εξαφανιστώ από προσώπου γης μαζί με σκέψεις και συναισθήματά. O Dickens υπενθυμίζει, σ’ εμένα και την ανθρωπότητα, πως ο άνθρωπος δεν φέρνει τίποτε σε αυτόν τον κόσμο και δεν παίρνει τίποτε όταν εξέρχεται από αυτόν. Αλλά η δίψα για εξήγηση και αρμονία, κάποια έστω ψευδαίσθηση ενότητας σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και φαινομενικά άτακτο έως και άναρχο που κανείς δεν ξέρει προς τα που βαίνει, ένα απειροελάχιστο βήμα στην κατανόηση της ύπαρξης, ένα τρεμουλιασμένο φως στην άβυσσο που είναι η ψυχή και η αυτογνωσία, στο γιατί, το πως είμαι, αυτό που είμαι, ενόσω θα είμαι, μου είναι άσβηστη, παρά την πλήρη επίγνωση του θανάτου, του βήματος στο κενό της ύπαρξης. Θα τολμούσα να πω ότι ενισχύεται όσο γερνάω και το τέλος με προσεγγίζει μονοτονικά και αμείλικτα, αξεπέραστο και ακατανίκητο. Σε τελική ανάλυση, οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον αυτοί που κέρδισαν τον σεβασμό των μελετητών τους έχοντας κηρύξει με βάση το παράδειγμα της ζωής τους, συμφωνούν σε ένα πράγμα: η ζωή παρουσιάζεται στον κάθε θνητό ως μοναδική πρόκληση και ευκαιρία να ζήσει και να δημιουργήσει.

Η μεγαλύτερη αντινομία της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτού του τραγικά ενσυνείδητου όντος, η Μεγάλη Αντίφαση που καιροφυλαχτεί σε κάθε γωνιά της συνείδησής, είναι η επίγνωση του πεπερασμένου αυτής της ύπαρξης, η αναγνώριση ότι η ζωή έχει αρχή και τέλος, η βεβαιότητα του θανάτου. Σε δεύτερη μοίρα στην πάλη με τη συνείδησή προσθέτω την αναγνώριση της σχετικής ασημαντότητάς της ατομικής ύπαρξης ως προς τα απόλυτα μεγέθη του χώρου και το χρόνου, αν και το υποκείμενο βρίσκεται στο κέντρο των διαδραματιζομένων γύρω του. Το υποκείμενο, από μιαν άποψη, στη διάρκεια της ύπαρξής του και μόνον τότε, βρίσκεται στο «κέντρο του κόσμου». Με δεδομένες αυτές τις βεβαιότητες, τις ασυμβίβαστες αντιφάσεις (και κρίμα σε εκείνους που δεν τις έχουν διαπιστώσει ή έστω φευγαλέα αντιμετωπίσει), αυτό που απομένει είναι το σφιχταγκάλιασμα με αυτή τη μοναδική ζωή μέσα στον κύκλο των συνανθρώπων, η συνάθροιση σκέψεων, συναισθημάτων, εμπειριών και αναμνήσεων, η ολοκλήρωση και το «κλείσιμο» αυτής της ύπαρξης και της γνώσης που αποκτήθηκε στους δρόμους που πήρε η ζωή πριν το οριστικό τέλος. Δεν θα μείνει τίποτε για τους επόμενους, αλλά ένα φως, μια λάμψη, η αγαλλίαση, μια φευγαλέα αίσθηση ικανοποίησης λίγες στιγμές πριν το τέλος, σαν ένα τελευταίο κοίταγμα στον καθρέφτη: εκείνες τις στιγμές που κάθε δευτερόλεπτο μας φέρνει κοντά τους και όπου λαμβάνει χώρα η διαλεκτική σύνθεση της ζωής και του θανάτου, τη στιγμή που η ύπαρξη απαντά την ανυπαρξία. Αυτές οι λάμψεις της τελευταίας στιγμής είναι υπερ-αρκετοί λόγοι για αυτό το εγχείρημα της σύνοψης, το ολοκλήρωμα της ύπαρξης. Όπως έγραψε ο Σαρτρ -και τα λόγια του ασπάζομαι ως την τελευταία λέξη: «Από εδώ και μπρος, η ελευθερία μου είναι πιο καθαρή: η πράξη που κάνω σήμερα δεν θα έχει για αιώνιους μάρτυρες ούτε το θεό, ούτε τον άνθρωπο. Θα πρέπει να είμαι, σήμερα και στον αιώνα τον άπαντα, μόνος μάρτυρας του εαυτού μου.»  Και, όπως πρόσθεσε ο πατέρας: «να μην ντρεπόμαστε που γεράσαμε».
  
Σκάλισα πολλές ιστορίες και γεγονότα του παρελθόντος, εικόνες και παραστάσεις που σωρεύτηκαν με την κάθε μέρα που περνούσε στο μυαλό, όπως μια ζωή – ο «μαστροχαλαστής» της οικογένειας κατά τη γιαγιά- έβρισκα ανεξάντλητο ενδιαφέρον στο να αποσυναρμολογώ ραδιόφωνα και κάθε λογής άχρηστη συσκευή, να σκαλίζω συρτάρια και ντουλάπια χωρίς απαραίτητα κάποιο σκοπό και αντικείμενο σε τέτοιες εξερευνήσεις, να διαβάζω βιβλία μέχρι την τελευταία συλλαβή και σύμβολο, να υπογραμμίζω και να αντιγράφω σκέψεις, να συμπληρώνω τα περιθώρια με τις δικές μου, και τελικά να προσπαθώ να τα βάλω όλα αυτά πίσω σε μια τάξη με τα χέρια μου, αν επρόκειτο για αντικείμενα, ή με το νου αν επρόκειτο για γνώση και συναισθήματα, σε μια ανώτερη τάξη (κατά δύναμιν!) με το συνθετικό δυναμικό και τη λιγοστή δημιουργικότητα που με διέκρινε. Να συναρμολογήσω, συνδυάσω, συσχετίσω, οργανώσω, συνθέσω, τακτοποιήσω, με καθόλου, λίγο ή λίγο περισσότερο δημιουργικό αποτέλεσμα. Να σκέφτομαι, να αναλύω αδιάκοπα, και αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν αρκετό, ακόμα και χωρίς κάποιο τελικό χειροπιαστό κατόρθωμα ή «ποίημα». Αυτή η απλή παράθεση και απαρίθμηση σκέψεων, εμπειριών και συναισθημάτων, χωρίς ιεράρχηση και ειδικά βάρη ή εμφάσεις ή συναισθηματικές παλινδρομήσεις, όπως στον «Ξένο» του Καμύ, είναι η ζωή μου. Τη σύνοψή αυτής της ζωής, κατά γενική ομολογία άχρωμης και άδοξης, την αφήνω να πέσει στο κενό του χρόνου.

Saturday, December 23, 2017

Υπαρξιακοί Προσυλλογισμοί - 1 Μοίρα και τύχη

Εκεί, κάπου στις γειτονιές της παλιάς Θεσσαλονίκης, σπάρθηκαν οι σπόροι της ζωής του πατέρα και κατ’ επέκταση της δικής μου. Στη μοναδικότητά και το απειροστό τους, στην ασημαντότητά τους μέσα στο άπειρο και την ασύλληπτη μεγαλειότητα αυτού του κόσμου και των διαστάσεών του: του χώρου και χρόνου. Ο νους, η αυτοσυνείδηση και η αίσθηση και συναίσθηση της ύπαρξης του-ενόσω αυτή η ύπαρξη διαρκεί, που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα όντα, κατακλύζεται και κλονίζεται μπροστά στο απειράριθμο αιτιών, δυνάμεων και γεγονότων, είτε άφαντων και τετριμμένων, είτε ευδιάκριτων και ιστορικών, που συνέτρεξαν και συνέκλιναν στη στιγμή μιας ατομικής ύπαρξης.

Στη μοίρα και το πεπρωμένο του ανθρώπου, που σημαίνει κάτι προδιαγραμμένο (από ποιον, άραγε;), που σημαίνει έναν άνωθεν ή έξωθεν, μεταφυσικά επιβεβλημένο ντετερμινισμό, ποτέ δεν πίστεψα. Λίγοι θρησκόληπτοι, δεισιδαίμονες και ανόητοι καταφεύγουν πλέον στο χιλιοειπωμένο «η μοίρα το είχε γραφτό», ανήμποροι να εξηγήσουν πως και γιατί κάποιος γεννήθηκε τέτοιος που γεννήθηκε, παντρεύτηκε, αρρώστησε, σκοτώθηκε, και έκαμε στη ζωή του αυτό που τελικά έκαμε. Οι περισσότεροι, ακόμα και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη μοίρα εξαιτίας κάποιας αδυναμίας της στιγμής, είτε κάποιου ανολοκλήρωτου συνειρμού, είτε κάποιας ελλιπούς σκέψης, κατά βάθος δεν πιστεύουν σε αυτήν. Στις στιγμές κάποιας εσωτερικής αντανάκλασης στα γεγονότα και τα συμβάντα, αναζητούν και αγωνιούν για το γιατί και το πως και ενίοτε για το τι μέλλει γενέσθαι, με αφετηρία το παρόν. Πολλές φορές συντρίβονται από την αδυναμία μιας λογικής εξήγησης ή της αβεβαιότητας να προδιαγράψουν το μέλλον. Άλλωστε, ο άνθρωπος έχει σε έναν βαθμό, μικρό ή μεγάλο, την ελεύθερη βούληση να επηρεάσει την πορεία της ζωής του, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις, μικρές ή μεγάλες εκτροπές, μέσα στα όρια που επιβάλλει η εποχή και ο περίγυρός του, ματεριαλιστικός κι ανθρώπινος. Το αν η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών και των οικονομιών τους ακολουθεί μια ντετερμινιστική πορεία, που διαγράφεται, και ίσως δύναται να προδιαγραφεί, από ισχυρές, ευδιάκριτες, μακροχρόνια ασκούμενες τάσεις το παρακάμπτω καθώς οι φάσεις και τα στάδιά της, όπως διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλές φορές με παλινδρομήσεις, καλύπτουν περίοδο πολλών ανθρώπινων γενεών, και ξεπερνούν σε χρονικές τάξεις μεγέθους τα όρια μιας ζωής. Μόνο με το απόμακρο μάτι του ιστορικού του μέλλοντος μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Για τον εαυτό μου, και την ύπαρξή μου διάλεξα την παραίνεση του Σαρτρ: «Να ζούμε χωρίς πέπλα και φκιασίδια αυτή τη σπαραχτική, την αφόρητη κατάσταση που λέγεται ‘ανθρώπινη μοίρα’… Το μυστικό ενός ανθρώπου είναι το σύνορο της ελευθερίας του.»

Ούτε και στην τύχη έμαθα να πιστεύω. Γιατί ούτε κι η τύχη, η φαινομενική τυχαιότητα των συμβάντων, ξεδιψάει τη δίψα για γνώση κι εξήγηση και φέρνει ισορροπία και αρμονία στο νου και την ψυχή. Πολλοί από εκείνους που αναρωτιούνται ‘γιατί τα πράγματα συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς’ απαντούν χωρίς πολύ περίσκεψη: κατά τύχη ή από την τύχη. Αλλά τι σημαίνει τύχη; Η τύχη σε έναν συναφή και αιτιολογικό κόσμο που κυριαρχείται από ένα σωρό αίτια για κάθε αιτιατό και αποτέλεσμα (που με τη σειρά του γίνεται αίτιο σε μια ατέρμονη αλληλουχία γεγονότων και φαινομένων), η τύχη σε κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία, προσωπική ή κοινωνική, όπως αυτές οι ιστορίες διαγράφονται και περιγράφονται από φανερά, παρατηρήσιμα και περιγράψιμα, καμιά φορά μετρήσιμα, αποτελέσματα δυνάμεων, είτε προφανών και εμφανών, είτε αφανών και υπογείων, αυτή η τύχη, λοιπόν, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Είναι μια λέξη δίχως περιεχόμενο, συγκεκριμένο, είτε και αφηρημένο. Στην καλύτερη περίπτωση γίνεται συνώνυμη της υπεκφυγής και της αδυναμίας. Και απλά χρησιμεύει στις περισσότερες φορές για να υποδηλώνει τον ασήμαντο βαθμό κατανόησης των φαινομένων. Είναι η σιωπή και αμηχανία στο ερώτημα για το νόημα και το λόγο αυτής της στοιχειώδους και σύντομης παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, των προγόνων και απογόνων μας, και της ζωής που έζησαν, ζουν ή θα ζήσουν.

Και στην αδυναμία μας, έτσι, να εξηγήσουμε όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας, πάνω στα θεμέλια του ό,τι μεγαλειώδους και άπειρου προηγήθηκε στην ιστορία του κόσμου, της συσσωρευμένης γνώσης, στο βάρος των προηγούμενων γενεών που σηκώνουν οι πλάτες μας, καταφεύγουμε στην τύχη. Η ζωή μπορεί να εμφανίζεται ενώπιον μας σαν μια σειρά ασύνδετων και τυχαίων συμβάντων, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ψευδοτυχαία ακολουθία× με την έννοια ότι κάθε συμβάν, κάθε στροφή της στη μιαν κατεύθυνση ή την άλλη, είναι δυνητικά εξηγήσιμη από ένα σωρό αιτιών που απλώνονται σε ένα τεράστιο εύρος και βάθος χρόνου, ώστε η συλλογή και ταξινόμηση τους και η εκτίμησή τους ως παράγοντες στην τελική έκβαση να είναι πρακτικά αδύνατη.

Sunday, October 1, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 5 Το μέλλον

Τα γραφήματα του GDP και των ρυθμών ανάπτυξης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών ή, έστω, η υψηλού βαθμού συσχέτιση ανάμεσα στην πορεία που ιστορικά διαγράφει αυτό το GDP και του κύκλους boom & bust της παραγωγικής οικονομίας, όπου περίοδοι ύφεσης συνοδεύουν πτώσεις της κερδοφορίας του κεφαλαίου και αντίστροφα, όπως επίσης και η εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού των κεντρικών τραπεζών της τελευταίας τριακονταετίας ή των χρηματιστηριακών δεικτών, όπως ο DJIA της τελευταίας τουλάχιστον εικοσαετίας, συνιστούν ένδειξη, αν όχι και ύστατη απόδειξη, των πτωτικών τάσεων του ποσοστού κέρδους στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικής οικονομίες. Και αυτό παρά τη δράση των αντενεργόντων παραγόντων και τους ταχείς ρυθμούς παγκοσμιοποίησης, που τείνει να ισοσταθμίζει τις γεωγραφικές διαφοροποιήσεις των μέσων ποσοστών κέρδους. Σε βάθος χρόνου, λοιπόν, πιθανότατα πέρα από τα όρια της γενιάς μου ή και των γενεών που θα ακολουθήσουν, ο καπιταλισμός έχοντας λίγο-πολύ υποτάξει κάθε οικονομική δραστηριότητα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, έχοντας πετύχει μερικά ακόμα άλματα στην παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας, θα κληθεί να λειτουργεί και να αναπαράγεται σε μια οικονομική πραγματικότητα με σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους. Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον του συστήματος και των εθνών και κοινωνιών, του συνόλου της ανθρωπότητας, που το έχει υιοθετήσει; 

Όπως είπε ο Neils Bohr: “prediction is notoriously difficult, especially about the future”. Οποιεσδήποτε εικασίες για κάποια «μετά»-καπιταλιστική εποχή και σχηματοποίηση σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κοινωνιών επαναστατικής διαδοχής ή μετεξέλιξης είναι μάταιες και αναξιόπιστες, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πείραμα του «υπαρκτού» σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα. Αν μη τι άλλο, οι πιθανότητες επιβίωσης σοσιαλιστικών νησίδων, παράλληλα και περιβαλλομένων από ένα πανίσχυρο, πολιτικά σχεδόν αδιάσπαστο πλέγμα  καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, σε έναν κοινό πλανήτη, είναι μηδαμινές και αυτό αποδείχτηκε ιστορικά με την κατάληξη οποιασδήποτε απόπειρας μετασχηματισμού με πολιτικά μέσα ή με άσκηση δυνάμεων μόνον από την κορυφή του κοινωνικοοικονομικού εποικοδομήματος, από πολιτικούς οργανισμούς και τις προσωπικότητες στην ηγεσία τους, με ειρηνικά ή επαναστατικά μέσα. Όπως, κατά τη γνώμη μου, μηδαμινές είναι και οι πιθανότητες οποιασδήποτε πρώιμης μετεξέλιξης του υφιστάμενου συστήματος, ταυτόχρονα και σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν αυτό δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη των παραγωγικών του δυνάμεων στο ιστορικά αόριστο και πρακτικά αδιευκρίνιστο διάστημα που αυτή η ολοκλήρωση αυτή θα απαιτήσει.

Όμως, μπορούμε να επισημάνουμε μερικές υποθέσεις και πρακτικές επιπτώσεις, και σενάρια μιας οικονομίας με πολύ χαμηλά ή μηδενικά ποσοστά καπιταλιστικού κέρδους. Κατ’ αρχήν δύο βασικές παρατηρήσεις: πρώτον, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, με τις γεωγραφικές ανομοιομορφίες και τα σκαμπανεβάσματα στο χρόνο, προσεγγίζει ασύμπτωτα το μηδέν και η χρονική διάρκεια που θα απαιτηθεί ώστε να μειωθεί κάτω από κάποιο κατώφλι, που θα αποθάρρυνε πλήρως και ενδεχομένως ακαριαία νέες κεφαλαιακές επενδύσεις, σε επέκταση της υφιστάμενης παραγωγής ή νέους τομείς, δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια× δεύτερον, μειωμένα ποσοστού κέρδους δεν είναι ασυμβίβαστα με αυξημένη μάζα κέρδους, από επαρκώς  συγκεντροποιημένα κεφάλαια. Σέ ένα μεσοπρόθεσμο μέλλον, λοιπόν, με ορίζοντα ίσως αρκετών δεκαετιών ή μερικών ακόμα γενεών, ο διεθνής καπιταλισμός, αξιοποιώντας στο έπακρο τους αντενεργόντες παράγοντες και ευκαιρίες, που είτε, κυρίως, η συνέχιση της παγκόσμιας εξάπλωσης του, είτε ο κρατικός παρεμβατισμός, είτε νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις θα του προσέφεραν προς κερδοσκοπική αξιοποίηση, θα καταφέρνει να στέκεται στα πόδια του. Και αυτό παρά τις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και την όξυνση των υφέσεων, ως άμεσο αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δυσκολίας αναπαραγωγής και της αναπλήρωσης των σταθερών κεφαλαίων που η μεγάλη κλίμακας αυτοματοποιημένη παραγωγή απαιτεί. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε ώριμους τομείς παραγωγής, και η παγίωση ολιγοπωλιακών έως μονοπωλιακών καταστάσεων σε αυτούς, παρά τα μικρά περιθώρια κέρδους θα εξασφαλίζει την ίδια, ίσως και διευρυνόμενη μάζα υπεραξίας και κερδών στους κατόχους του. 

Από τις μεθόδους διατήρησης και προσωρινής επανάκαμψης των ποσοστών κερδοφορίας είναι η ανάθεση στο σύνολο της κοινωνίας (ή κατ’ άλλους «το φόρτωμα στην πλάτη της»), διαμέσου κυρίως του κράτους-διαμεσολαβητή, των λιγότερο κερδοφόρων δραστηριοτήτων, κυρίως τέτοιων που απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε σταθερά κεφάλαια (όπως οι υποδομές, οι σιδηρόδρομοι, κτλ.). Από την άλλη μεριά, η συσσώρευση υπεραξίας από παραγωγικές δραστηριότητες και η μετενσάρκωσή της σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο συνοδεύεται  από τη διόγκωση του χρέους με το ιδιωτικό κεφάλαιο ως άμεσο ή έμμεσο πιστωτή σε πολίτες και κράτος. Η διόγκωση αυτού του χρέους σε σημείο αδυναμίας αποπληρωμής, από πολίτες ή έθνη, οδηγεί τελικά σε διαγραφή ή υποτίμηση κεφαλαίων και προσωρινή ανάκαμψη των ποσοστών κέρδους. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό της φυσικής καταστροφής και της υποτίμησης κεφαλαίων, μετά από πολέμους ή οξείες κρίσεις κερδοφορίας και υφέσεις. Το αν τέτοιες δραματικές υποτιμήσεις κεφαλαίων, και η οικονομική και πολιτική αστάθεια που αδιαλείπτως τις συνοδεύει, οδηγήσουν στο μέλλον σε οικονομική σύντηξη είναι μη προβλέψιμο. Και το τι θα μορφωθεί στις «στάχτες» μιας τέτοιας οικονομικής τήξης (μια κρατική-γραφειοκρατική κοινωνία όπου το κράτος θα λειτουργεί ως μόνος κάτοχος και διαχειριστής του κοινωνικού κεφαλαίου, μια αποκεντρωμένη αυτοδιαχειριστική, σοσιαλιστική κοινωνία όπου ένα κράτος ή κεντρικός οργανισμός θα είναι ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των οικονομικών σχέσεων και θα επιτηρεί και αποσβένει οποιεσδήποτε υποβόσκουσες ανταγωνιστικές τάσεις, κτλ.) είναι επίσης αδύνατο να προβλεφθεί. 

Τέλος, επισημάνω ότι η πορεία του καπιταλιστικού συστήματος (και οποιουδήποτε συστήματος παραγωγής επί του θέματος) είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την Φύση (το κλίμα και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους) και τον Άνθρωπο (τη συγκέντρωση και την πολιτιστική ανάπτυξη του πληθυσμού των διάφορων κοινωνιών του πλανήτη, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους) – την Ανθρωπότητα. Άμεση συνέπεια της δυστοκίας στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα των εν τέλει μειωμένων ρυθμών αύξησης του κοινωνικού κεφαλαίου (μηδενικά ποσοστά κέρδους σημαίνει, όπως γράφηκε, μηδενικός ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου), θε είναι οι βαθύτερες υφέσεις με το πέρας κάθε κύκλου μιας ολοένα μειωμένης κερδοφορίας. Σε συνθήκες όπου ο πληθυσμός θα αυξάνεται με υψηλότερους ρυθμούς από αυτούς της διεύρυνσης του κοινωνικού προϊόντος, αυτό θα σημαίνει νομοτελειακά τη διεύρυνση των καμπυλών των εισοδημάτων και της κατανομής του πλούτου (ένα σταθερό σε μέγεθος προϊόν θα κατανέμεται μη ομοιόμορφα ανάμεσα στους πολίτες ενός αυξανόμενου πληθυσμού), δηλαδή, έμμεσα, της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων εντός των ορίων μιας κοινωνίας, όπως και εκτός αυτής, μεταξύ εθνών ( το τελευταίο, με σημείο αναφοράς τη διανομή του παγκόσμιου πλούτου). Θα προσεγγίζουμε το σημείο όπου πλέον το κεφάλαιο, ένα ολοένα περισσότερο συγκεντροποιημένο κεφάλαιο, έρχεται αντιμέτωπο με το σύνολο της κοινωνίας ή οι αναπτυγμένες οικονομίες του πλανήτης με τις υπανάπτυκτές και τον τρίτο κόσμο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη Φύση. Η ανάγκη αναπαραγωγής του ιδιωτικού-συγκεντροποιημένου κεφαλαίου που ελέγχει το σύνολο της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και της πραγματοποίησης του με κάποιο κέρδος, και του κοινωνικού κεφαλαίου, στην ίδια και μεγαλύτερη κλίμακα, για τις ανάγκες ενός αυξανόμενου πληθυσμού, έρχεται σε αντίθεση με το πεπερασμένο των φυσικών πόρων (καλλιεργήσιμης γης, ενεργειακών πόρων, απαραίτητων πρώτων υλών, του νερού και της ατμόσφαιρας). Η ευρηματικότητα του ανθρώπου και νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις (σε τεχνητά υλικά, νέες μορφές ενέργειας, στην αύξηση της αποδοτικότητας μηχανών, κτλ.) υποβοηθούν το σύστημα και την ανθρωπότητα με την οποία είναι συνυφασμένο να ξεπερνάει προσωρινά, έστω και οριακά, τέτοιου είδους εμπόδια κατά μήκος του δρόμου, αλλά χωρίς μηδενικό αντίτιμο για τον πλανήτη. Οι κλιματικές αλλαγές, στο βαθμό που η ανθρώπινη δραστηριότητα συμβάλλει σε αυτές και τις προκαλεί, η Φύση στο ασύλληπτο μέγεθος και μεγαλείο της φαντάζει και υψώνεται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η σύγκρουση του καπιταλισμού με τη Φύση, όπως φαίνεται να γιγαντώνεται στις ερχόμενες εποχές της ιστορίας του πλανήτη, ξεπερνάει κατά πολλές τάξεις μεγέθους την πάλη των τάξεων και τις αντιθέσεις μεταξύ κρατών και εθνοτήτων για τη μοιρασιά του πλούτου. Κάτι θα πρέπει να δώσει.

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Δ)

ΡυθμOI συσσώρευσης κοινωνικοY κεφαλαίου και MEσο ποσοστό KEρδουΣ

Συνεπώς, ο ρυθμός αύξησης του GPD είναι ανάλογος του ποσοστού υπεραξίας που παράχθηκε προς το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, όπως ορίσθηκε και συντίθεται παραπάνω, και εκφράζει τους ρυθμούς συσσώρευσης αυτού του κοινωνικού κεφαλαίου. Ο λόγος αυτός της κοινωνικής υπεραξίας προς το κοινωνικό κεφάλαιο αναλογεί αναγκαστικά στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών επιχειρήσεων, αυτών δηλαδή που παράγουν αξία και υπεραξία·οι τελευταίες αποτελούν τον υποκείμενο συντελεστή, την κινητήρια δύναμη παραγωγής αξία και συσσώρευσης ατομικού και κοινωνικού πλούτου, στη βάση πάντα της εργασιακής θεώρησης της αξίας.

Το παρακάτω γράφημα δείχνει τους ρυθμούς αύξησης αυτού του κεφαλαίου και εμφανίζει πτωτικές τάσεις, σε αντιστοιχία προφανώς με τις πτωτικές τάσεις του μέσου ποσοστού κέρδους των παραγωγικών κεφαλαίων την τελευταία πενηντοκανταετία, μια περίοδο σχετικά ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Συμπληρωματικά με το GPD, η ιστορική πορεία άλλων παραμέτρων είναι επίσης ενδεικτική της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Επιγραμματικά αναφέρω: (α) Τα επιτόκια, όπως καθορίζονται από τις κεντρικές τράπεζες σε κάθε χώρα: “Profit is so fluctuating, that even in a particular trade, even more in trades in general, it would be difficult to state the average rate of it… The market rate of interest will lead us to form some notion of the rate of profits, and the history of the progress of interest afford us that of the progress of profits.” (Smith 2014), αλλά με τις σημαντικές επιφυλάξεις όπως διατυπώθηκαν από τον Ricardo και, λαμβάνοντας υπόψιν τις παραμορφώσεις που η πολιτική κυβερνήσεων μπορεί να δημιουργήσει: “If the market rate of interest could be accurately known for any considerable period, we should have a tolerably incorrect criterion, by which to estimate the progress of profits. But in all countries, from mistaken notions of policy, the State has interfered to prevent a fair and free market of interest… The rate of interest, though ultimately and permanently governed by the rate of the profit, is however subject to temporary variations from other causes.” (Ricardo 1821). (β) Θα πρόσθετα το κατά τη γνώμη μου λιγότερο αξιόπιστο μέτρο που παρέχουν οι εκτιμήσεις της αγοράς των ρυθμών συσσώρευσης των net asset value των επιχειρήσεων, δηλαδή της χρηματιστηριακής αξίας των επιχειρήσεων, και εκφράζεται προσεγγιστικά πάντα από τους κάθε λογής χρηματιστηριακούς δείκτες. 

Άρα, από τις ενδείξεις που ιστορική πορεία μακροοικονομικών μεγεθών, επιτοκίων κεντρικών τραπεζών και της χρηματιστηριακής αξίας των κεφαλαίων διαγράφεται ιστορικά μια πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, του λόγου της υπεραξίας που η κοινωνία παράγει, προς το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, το άθροισμα του σταθερού και μεταβλητού μέρους. Το αν αυτή η ιστορική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους οφείλεται είτε στην αλλοίωση της οργανικής σύνθεση του κεφαλαίου υπέρ του σταθερού μέρους του σε σχέση με το μεταβλητό (κόστος εργασίας) λόγω κύρια της μηχανοποίησης και αυτοματοποίησης της παραγωγής (κατά τη μαρξιστική αξίωση), είτε στην αύξηση της ανταλλακτικής αξίας της παραγωγικής εργασιακής ισχύος, είτε στη διοχέτευση μέρους της υπεραξίας (μέσω της κρατικής φορολογίας κ.ά.) στην κατανάλωση και μη παραγωγικές δραστηριότητες, είτε συνδυασμό αυτών των συντελεστών, αν και δεν επαληθεύει την εμπειρική μαρξιστική πρόταση, ωστόσο δεν διαψεύδει τη διαπίστωση αυτής της ιστορικής τάσης. Το ερώτημα που τίθεται: τι σημαίνει για το μέλλον του παγκοσμιοποιημένου πλέον καπιταλισμό αυτή η πτωτική τάση; 

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 To κοινωνικό κεφάλαιο (Γ)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ GDP 

Κατά τη διάρκεια μιας αυθαίρετης χρονικής περιόδου, η κοινωνία διαμέσου της εργασίας της δημιουργεί αξία ή, καλύτερα, προσθέτει αξία στο υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο ή πλούτο, με κόστος την ανάλωση μέσων παραγωγής (ενέργειας, πρώτων υλών, και της φθοράς και απόσβεσης των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων) και την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών, που κατά κύριο λόγο συντελούν στη συντήρηση και η αναπαραγωγή αυτής της εργασιακής ισχύος (ή γενικότερα, του πληθυσμού από τον οποίο η παραγωγή αντλεί αυτήν την ισχύ) και που η υποστήριξη της κεφαλαιακής και κοινωνικής παραγωγικότητας προϋποθέτει και επιβάλλει. Το «κοινωνικό προϊόν» είναι η αξία των αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών, προς κατανάλωση -με διαφορετικές χρονικές διάρκειες ζωής (το σκέλος της «κατανάλωσης» στην έκφραση του GDP) συν την αναπλήρωση ή επέκταση του σταθερού μέρους κεφαλαίων στην παραγωγή (το σκέλος των «επενδύσεων» στον ορισμό του GDP) συν την διαφορά της αξίας των εξαγόμενων προς εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Στο προσδιορισμό του GPD προστίθενται τα έξοδα του κράτους, ενώ τα έσοδα του προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τη φορολόγηση της υπεραξίας (που παρουσιάζεται ως ακαθάριστο κέρδος διάφορων μορφών κεφαλαίου) και των εισοδημάτων από μερίσματα (υπεραξία) και μισθούς (αξία της εργασιακής ισχύος).

Ενώ το GDP, λοιπόν, είναι δυνατό να αντιπροσωπεύει, βάσει ορισμού, μιαν εκτίμηση της αξίας του συνολικού κοινωνικού προϊόντος και της εξέλιξής του με το χρόνο, όπως και της μεγέθυνσης ή της συρρίκνωσης του πλούτου μιας κοινωνίας στο ίδιο χρονικό διάστημα, μπορεί επίσης, αν και με προσοχή και επιφυλάξεις, να χρησιμοποιείται ως μέτρο προσέγγισης της υπεραξίας, της αξίας υπεράνω της υφιστάμενης, που η εργασία δημιουργεί και δεν καταναλώνεται είτε από τους πολίτες, είτε εντός των πλαισίων της παραγωγής. Αυτή η υπεραξία, που ως μέρος της ανταλλακτικής αξίας των αγαθών παράγεται στην παραγωγική σφαίρα της οικονομίας, δηλαδή αυτής που κυριαρχείται από τη δράση των παραγωγικών κεφαλαίων διαφορετικών μεγεθών και φύσης ιδιοκτησίας, και βρίσκει τη μονεταριστική της έκφραση στο ακαθάριστο κέρδος επιχειρήσεων, διαχέεται σε άλλες σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας, ως κέρδος εμπορικών και χρηματικών κεφαλαίων, ένα μέρος εμφανίζεται ως εισόδημα των μετόχων αυτών των επιχειρήσεων, ένα μέρος παρακρατείται από το κράτος για να καλύψει τα λειτουργικά έξοδά του ή να την αναδιανομή του μέσω του κράτους προνοίας ή να το επενδύσει σε τομείς που τα ιδιωτικά κεφάλαια δεν έχουν προσχωρήσει, λόγω του μεγέθους της επένδυσης που απαιτείται ή της ιστορικά χαμηλής κερδοφορίας, ένα άλλο μέρος επανεπενδύεται άμεσα στην επέκταση της παραγωγής, ενώ ένα άλλο αποταμιεύεται, ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, σε χρηματική μορφή με απώτερο σκοπό την επανεπένδυση μελλοντικά (σε σταθερά κεφάλαια και εργασιακή ενέργεια) εντός ή εκτός μιας συγκεκριμένης επιχείρησης. Συνεπώς, ένα μέρος της υπεραξίας στοιχειοθετεί το καταναλωτικό σκέλος του GDP (κυρίως της κατανάλωσης από εισοδήματα κατόχων κεφαλαίου, στελεχών με σημαντικό μερίδιο στα κέρδη μιας επιχείρησης, μετόχων, στελεχών και εργαζομένων σε μη παραγωγικές σφαίρες της οικονομίας, όπως πρόκειται με τους τόκους του πιστωτικού κεφαλαίου), ένα άλλο παρακρατείται ως φόρος από το κράτος:
(GDP) = (Consumption of non-durable goods and services) +
(Spending on New Housing) +
(Business Investment excl. buying financial products) +
(Government Spending) + (Exports-Imports)

Αλλά ας σταθούμε στον παραπάνω ορισμό του GDP και ας το δούμε από την πλευρά εισόδου (κόστους εργασίας και σταθερού κεφαλαίου) και εξόδου (αξία παραγόμενων αγαθών) σε μια οικονομία και κοινωνική παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα διευρύνουμε και συναθροίζουμε το σύνολο των κοινωνιών που συναλλάσσονται μεταξύ τους και το μέγεθος του GPD συμπεριλαμβάνει, ούτως ώστε ο όρος που αφορά το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ χωρών να εξαλείφεται. Στην αρχή μιας περιόδου μέτρησης, οι δύο πρώτοι όροι στην έκφραση του GDP προσεγγίζουν το εισόδημα των πολιτών της κοινωνίας και το συνολικό κόστος εργασίας για το κοινωνικό κεφάλαιο, ενώ το ίδιο ισχύει και για το κύριο μέρος καθώς αποτελούν κόστος προς τη συντήρηση ή αναπλήρωση του σταθερού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου που ανήκει στο κράτος (εξοπλισμοί, κρατικές προμήθειες και παρόμοιες δραστηριότητες), είτε για τους μισθούς υπαλλήλων του που προστίθεται στο σύνολο. Ο τρίτος όρος αφορά επένδυση σε σταθερά κεφάλαια επιχειρήσεων και αναλογεί στο κόστος της απόσβεσης σταθερών κεφαλαίων που εισέρχεται στην αξία των παραγόμενων αγαθών. Στο τέλος της περιόδου μέτρησης του GDP, θεωρούμε ότι αυτό εκπροσωπεί την αξία των αγαθών που η οικονομία παράγει, υπό την υπόθεση ότι οι δαπάνες του κράτους ισοδυναμούν με τα έσοδα από τη φορολόγηση της συνολικής παραγόμενης αξίας. Με την παραπάνω έννοια, το ποσοστό αύξησης του GDP με το χρόνο μιας χώρας ή ενός συνόλου χωρών με αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές οικονομίες, προσεγγίζει την κερδοφορία του κοινωνικού κεφαλαίου και, συγκεκριμένα, των παραγωγικών κεφαλαίων (ιδιωτικών, μικτών και κρατικών) που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της και δημιουργούν αξία και υπεραξία.
 

Saturday, September 16, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Β)

Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ 

Καθημερινά στη ζωή μας σημαντικό μέρος του σταθερού και μεταβλητού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου, που συντίθεται από προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλακτικής αξίας Α(t) όπως περιεγράφηκε παραπάνω, τίθεται σε κίνηση,  εμπλέκοντας διαρκείς και πολλαπλούς μετασχηματισμούς της ανταλλακτικής αξίας εμπορευμάτων σε χρήμα, του χρήματος από κέρδη και εισοδήματα σε προϊόντα και υπηρεσίες, [Α(t)Μ(t)A(tt)Μ´(tt) …], και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η παραγωγική κίνηση της κοινωνίας είναι συνεχής και ακατάπαυστη, με σκαμπανεβάσματα, όπως αναλύθηκε αλλού, που αντιστοιχούν σε περιόδους ύφεσης, ανάκαμψης, ανάπτυξης, επιβράδυνσης, κτλ. Η καπιταλιστική παραγωγή «αυθόρμητα» εισέρχεται και εξέρχεται αυτές τις φάσεις, υπό την επίδραση κυρίως ενδογενών δυνάμεων, δυνάμεων που αναπτύσσονται εντός της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας. Ανά πάσα στιγμή, το κοινωνικό προϊόν που παράγεται αναλώνεται είτε διαμέσου των εισοδημάτων των μελών της κοινωνίας [μέρους του χρήματος Μ(t), δηλαδή της έκφρασης του κοινωνικού προϊόντος σε χρήμα] σε αγαθά διάφορης διάρκειας ζωής (από υπηρεσίες και αναλώσιμα, μέχρι αυτοκίνητα, σπίτια, κτλ.), είτε αναλώνεται εντός της παραγωγικής διαδικασίας (αναπλήρωση μέσων παραγωγής και πρώτων υλών, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε αποταμιεύεται για ετεροχρονισμένες δαπάνες. Ασφαλώς, ένα μέρος του Α(t) (όπως και του Μ(t)) ανταλλάσσεται με αγαθά ή και χρήμα ισοδύναμης αξίας, μέσω του εξωτερικού εμπορίου αγαθών και άλλων διεθνικών συναλλαγών.

Σε ιδεατές συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, μη επέκτασης ή συρρίκνωσης της παραγωγικής χωρητικότητας και του όγκου παραγωγής, και σταθερών δημογραφικών παραμέτρων, η αξία Α(t) θα διατηρείται σταθερή με το χρόνο, ο όγκος και σύνθεση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται θα ισοδυναμεί με αυτό που καταναλώνεται ή φθείρεται και συντηρείται ή αποσβένεται και σταδιακά αναπληρώνεται. (Οι τελευταίες δύο κατηγορίες αντιστοιχούν σε υποδομές ή μέσα παραγωγής ή αγαθά μεγάλης διαρκείας ζωής). Το ίδιο δεν ισχύει και για το χρήμα που προκύπτει από την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς ένα σημαντικό μέρος του συνίσταται από μικτό καπιταλιστικό κέρδος ή υπεραξία μείον το σταθερό μέρος του κεφαλαίου που αναλώνεται στην παραγωγή και το κόστος εργασίας (ή, με άλλα λόγια, η πραγματοποιημένη αξία μείον το κόστος παραγωγής). Ένα μέρος αυτού του μικτού καπιταλιστικού κέρδους αναδιανέμεται: (α) σε μερίσματα στους μετόχους της εκάστης επιχείρησης· (β) σε φόρους προς το κράτος -που από τη μεριά τους αναλώνονται σε ένα τμήμα του κοινωνικού προϊόντος, είτε άμεσα (κρατικές προμήθειες, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε έμμεσα δια μέσου της μισθοδοσίας μη παραγωγικών εργαζομένων, υπαλλήλων της κρατικής, δικονομικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικών, αστυνομικών, κτλ. είτε, επίσης έμμεσα, δια μιας εισοδηματικής αναδιανομής εις «είδος» με τη μορφή υπηρεσιών και κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες του κράτους, π.χ. υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλειας, επιδόματα ανεργίας, κοινωνική πρόνοια, κτλ.)· (γ) σε ενοίκια και τόκους – που μεταφράζονται σε κέρδη και εισοδήματα των κατόχων κεφαλαίων και των εργαζομένων υπό αυτά στο χώρο του estate και τον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας· (δ) σε κέρδη και μισθούς του εμπορικού τομέα, στο βαθμό που αυτός δεν προσθέτει αξία στο τελικό προϊόν, αλλά υπηρετεί το παραγωγικό κεφάλαιο και ενεργεί ως διαμεσολαβητής στη «πραγματοποίηση» της αξίας· (ε) σε βοηθητικές-μη παραγωγικές, αν και αναγκαίες για το κεφάλαιο, δραστηριότητες (management, marketing, consultancy, απευθείας πωλήσεις, ασφάλεια, κτλ.), από το ίδιο το κεφάλαιο για λογαριασμό του· (ζ) ακόμα και στους ίδιους τους εργαζομένους (με αυξήσεις μισθών, μπόνους, κτλ.), συνήθως σε αναλογία με τη θέση τους στην ιεραρχία της παραγωγικής διαδικασίας. 

Το καθαρό κέρδος των επιχειρήσεων μείον την απόσβεση σταθερών στοιχείων του κεφαλαίου, η εναπομένουσα υπεραξία, συσσωρεύεται σε χρηματική μορφή με την προοπτική της επέκτασης της παραγωγής, επενδύσεων εντός και εκτός της επιχείρησης, ή και της διανομής της στο μέλλον ως ρευστό στους ιδιοκτήτες και μετόχους της επιχείρησης. Επίσης, είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι το μέρος της πραγματοποιημένης αξίας Μ(t) που μεταφράζεται σε εισοδήματα κάθε λογής (μισθοί εργαζομένων υπαγομένων στις διάφορες μορφές παραγωγικών ή μη κεφαλαίων, μερίσματα, μισθοί κρατικών υπαλλήλων, κτλ.) είτε αναλώνεται άμεσα, είτε αποταμιεύεται με την προοπτική μελλοντικής κατανάλωσης. Είναι φανερό ότι οι αυξομειούμενοι ρυθμοί των σχετικών ποσοστών αποταμίευσης ως προς το εισόδημα, από την προδιάθεση της κοινωνίας να καταναλώσει άμεσα ή να αποταμιεύσει (μια κοινωνική ψυχολογία επηρεαζόμενη από την ανάδραση που εξασκούν οικονομικά και πολιτικά γεγονότα) θα επιδρούν στην εκτροπή από την ισορροπία του παραγωγικού συστήματος. Δυνάμεις εκτροπής από μια κατάσταση ισορροπίας εξασκούν επίσης: πληθυσμιακές ανακατατάξεις, στο βαθμό που αυξομειώσεις του πληθυσμού και εισοδημάτων δεν συμβαδίζει με αυξομειώσεις στον όγκο της παραγωγής· απότομες μεταβολές στην ποσότητα και προσφορά του χρήματος και τις ισοδυναμίες νομισμάτων που επηρεάζουν το εξωτερικό εμπόριο· στο κόστος παραγωγής και, για διάφορους λόγους, της ανταλλακτικής αξίας καίριων στοιχείων διαβίωσης και καθημερινότητας (διατροφή, ενέργεια, κτλ.) 

Συμπερασματικά, κάτω από συνθήκες οικονομικής και πληθυσμιακής ισορροπίας, προκύπτει από την παραπάνω διάσπαση της πραγματοποιημένης αξίας και υπεραξίας ότι ο ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου συμβαδίζει με το μέσο ποσοστό του καθαρού καπιταλιστικού κέρδους, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού, χρηματοπιστωτικού και κρατικού κεφαλαίου. Το καθαρό κέρδος και το εισόδημα πολιτών που δεν καταναλώνεται άμεσα, αλλά αποταμιεύεται με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, είτε ανακυκλώνεται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε δανεισμό για επενδύσεις (συντήρηση και επέκταση της παραγωγής) και κατανάλωση, είτε συσσωρεύεται κυρίως ως αποθέματα χρήματος και καθαρά κεφάλαια τραπεζών.

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Α)

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ως κοινωνικό κεφάλαιο (Κ) μιας κοινωνίας ορίζω τη συνολική αξία που προκύπτει από το άθροισμα: (1) Ενός σταθερού ή «ανόργανου» μέρους, έστω C, και που αποτελεί ιδιοκτησία ατομικών ή συμμετοχικών κεφαλαίων, του κράτους και των πολιτών του, και περιλαμβάνει καλλιεργημένες εκτάσεις ή αξιοποιημένους υπεδάφιους, γήινους και θαλάσσιους και υποθαλάσσιους πόρους, και την ιστορικά αποκρυσταλλωμένη εργασία σε κάθε λογής υποδομές, εγκαταστάσεις, μηχανήματα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πρώτες ύλες, αποθέματα finished goods επιχειρήσεων, ενεργειακά αποθέματα, αγαθά που δεν καταναλώνονται άμεσα, όπως οι κατοικίες κι ο εξοπλισμός τους, αυτοκίνητα και άλλα μεταφορικά μέσα, κτλ που βρίσκονται υπό καθεστώς ατομικής ιδιοκτησίας. (2) Ενός μεταβλητού (ή «οργανικού» ή ζωντανού) μέρους, έστω Ε, που η εργασιακή ισχύς του παραγωγικά ενεργού μέρους του πληθυσμού της αντιπροσωπεύει, δηλαδή το «ανθρώπινο» κεφάλαιο της, τη φυσική της δύναμή, τις επιδεξιότητες, ταλέντα, γνώσεις, που αυτή συμπεριλαμβάνει, και δυνητικά ενσωματώνεται στην παραγωγή αγαθών. (3) Η διαφορά σε χρήμα οποιασδήποτε μορφής των αποταμιεύσεων μείον του χρέους πολιτών, επιχειρήσεων και κράτους, που μπορεί να ανταλλαχθεί με αγαθά ή πολύτιμα μέταλλα ή άλλα «σκληρά» νομίσματα εντός ή εκτός της κοινωνίας, έστω Δ1. Καθώς, στον καπιταλισμό, θεματοφύλακες της διακίνησης του χρήματος είναι οι τράπεζες, οι οποίες δανείζουν σε επιχειρήσεις, πολίτες και το κράτος για επενδύσεις και κατανάλωση, από τις καταθέσεις, τά δάνεια σε αυτές, των επιχειρήσεων, των πολιτών και του κράτους η διαφορά Δ1 θα αντιστοιχεί, στο μέγιστο μέρος της, στα χρηματικά αποθέματα και χρηματικά αντικείμενα που βρίσκονται στην τράπεζες εκτός κυκλοφορίας ή στα ρευστά net asset value των τραπεζών. (4) Τη διαφορά πίστης και χρέους με άλλα κράτη, των πολιτών, επιχειρήσεων και κράτους, έστω Δ2. Συμβολικά, λοιπόν: Κ=C+E+(Δ12).

Στο κοινωνικό κεφάλαιο θα πρόσθετα την εμπορεύσιμη ή ανταλλάξιμη ή άμεσα ενσωματώσιμη γνώση και τεχνολογία από επιχειρήσεις, οργανισμούς, και τους πολίτες της, που συσσωρεύθηκε εντός των ορίων της και αποτελεί intellectual property της, αν και, σε γενικές γραμμές, αυτή η γνώση, μαζί με το know how, την εμπειρία σε διάφορες ειδικότητες εργασίες, τα εμπορεύσιμα ταλέντα, κτλ. αντικατοπτρίζονται στην ανταλλακτική αξία αυτού που ορίζουμε ως εργασιακή ισχύ

Η ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΙΣΧΥΣ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 

Το κομμάτι C είναι γενικά μετρήσιμο, σε όγκο και ανταλλακτική αξία. Ανά πάσα χρονική στιγμή, σε κάθε μονάδα όγκου, βάρους ή χρόνου, προϊόντος ή υπηρεσίας, προσάπτεται μια τιμή που καθορίζεται από την εσωτερική και εξωτερική αγορά× το μονεταριστικό άθροισμα των στοιχείων του αντιστοιχίζεται στον υλικό πλούτο μιας κοινωνίας. Μερικά, όμως, παραπάνω λόγια για το κομμάτι (2) του κοινωνικού κεφαλαίου, την εργασιακή ισχύ που ο πληθυσμός μιας κοινωνία παρέχει και εξασκεί προς τη δημιουργία αυτού του πλούτου και αξίας, και εν τέλει τη μεγέθυνση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η ανταλλακτική αξία (ή natural price, κατά τους Ricardo και Smith) της εργασιακής ισχύος συγκεκριμενοποιείται και βρίσκει την ποσοτική έκφραση στην τιμή της, δηλαδή το μισθό της, που καθορίζεται από την αγορά. Όπως σε βασικές και γενικές γραμμές ορίζεται από τους κλασσικούς της πολιτικής οικονομίας: “the natural price of labour is that price which is necessary to enable the labourers, one with another, to subsist and to perpetuate their race, without either increase or diminution” [Ricardo, 1817]. Στο σύγχρονο καπιταλισμό αυτή η «αναπαραγωγή» εξειδικευμένης και σε μεγάλο βαθμό πνευματικής εργασιακής ισχύος, προϋποθέτει εκπαίδευση και ψυχική, πνευματική και σωματική υγεία, ενώ η αξία μιας ατομικής εργασιακής ισχύος θα είναι ανάλογη των γνώσεων, των επιδιεξιοτήτων και ταλέντων, της υγείας του εργαζόμενου, και συνδυασμού των παραπάνω στοιχείων, ανάλογα με την εξειδικευμένη απασχόληση του στον καταμερισμό εργασίας. Στην καθημερινότητα, βέβαια, η τιμή της εργασιακής ισχύος υπόκειται στις ταλαντώσεις, που οι αυξομειώσεις στην προσφορά και τη ζήτηση εργατικής ισχύος διαφόρων ειδικοτήτων επιβάλλει, καθώς και δημογραφικές μεταβολές: τη φυσική αύξηση ή μείωση του πληθυσμού, με ρυθμούς που συσχετίζονται με τους ρυθμούς και της οικονομικής ανάπτυξης, τη στάθμης αυτής της οικονομικής και της σχετικής πολιτιστικής ανάπτυξης της συγκεκριμένης κοινωνίας, τη μετανάστευση, και άλλους δευτερεύοντες παράγοντες.

Μπήκα πολλές φορές στον πειρασμό να διαχωρίσω, διαζευκτικά και απόλυτα, τις διαφορές κατηγορίες εργασίας και απασχόλησης, είτε σε παραγωγικές, είτε σε μη παραγωγικές, με τα ίδια κριτήρια και με την ίδια γραμμή που κάποιος θα χρησιμοποιούσε για να διαχωρίζει το παραγωγικό κομμάτι μιας κοινωνίας, την «πραγματική» οικονομία της, που δημιουργεί αξία και υπεραξία (εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες με αντίκρισμα στην αγορά αγαθών, δηλαδή ανταλλάξιμα με άλλα ετερογενή), από έναν μη παραγωγικό τομέα της, που απλά καταναλώνει μέρος του κοινωνικού πλούτου χωρίς να προσθέτει σε αυτόν. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή εικόνα της εργασίας, και να απαξιώσει και αποχαρακτηρίσει ειδικότητες που φαινομενικά δεν συνδέονται με το παραγωγικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Το ερώτημα περί ποια εργασία, στον πολυδαίδαλο καταμερισμό εργασίας των σύγχρονων κοινωνιών, συνιστά παραγωγική δραστηριότητα θα πρέπει να επανατεθεί με διαφορετικό τρόπο. 

Κατ’ αρχήν, κάθε εργασία και ειδικότητα στον καπιταλισμό, ανεξαρτήτως των δεξιοτήτων, προσόντων και ταλέντων που προϋποθέτει και συμπεριλαμβάνει, εφόσον υπάγεται σε ένα κεφάλαιο οποιασδήποτε μορφής, συμμετέχει στη δημιουργία αξίας, είτε άμεσα, είτε βοηθητικά και έμμεσα, και με διάφορους βαθμούς εμπλοκής και συμμετοχής στο τελικό κοινωνικό προϊόν. Ο διαχωρισμός, λοιπόν, των εργαζόμενων μιας κοινωνίας ως προς το χαρακτήρα της εργασίας τους και του έργου που προσφέρουν θα πρέπει να γίνεται στη βάση της συμμετοχής τους (ανεξαρτήτως της αμεσότητας στην παραγωγή προϊόντων και παροχής υπηρεσιών με αντίτιμο) στη δημιουργία υλικής (προϊόντων), μη απτής και άυλης (υπηρεσιών) και πνευματικής (γνώσης) ανταλλακτικής αξίας ή, ολοκληρωτικά, της μη συμμετοχής σε αυτήν. Στη βάση αυτή, ενώ η πρώτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων που υπάγονται σε κάποια μορφή κεφαλαίου, ιδιωτικού ή μικτού ή δημόσιου χαρακτήρα, που είτε παράγει κάποιο προϊόν και υπηρεσία, είτε προσφέρει στα παραγωγικά κεφάλαια και του εργαζόμενους γι αυτά συμπληρωματικές ή βοηθητικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, περίθαλψη, ασφάλεια, τραπεζικές υπηρεσίες, εμπόριο), ενώ στη δεύτερη εντάσσω κατηγορίες εισοδηματιών (από ενοίκια, μερίσματα και κέρδη επιχειρήσεων, κτλ.), υπαλλήλων της κρατικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικούς και αστυνομικούς, ανέργους, συνταξιούχους, το κοινωνικό περιθώριο, κτλ. 

Φυσικά, στην πρώτη κατηγορία η αμοιβή του εργαζόμενου ούτε αναλογεί με, ούτε αντιστοιχεί απαραίτητα στη συμμετοχή του στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος, στην εργασιακή ενέργεια που αναλώνεται και μεταφέρεται-αποτυπώνεται στην αξία αυτού του προϊόντος: μπορεί να είναι δυσανάλογα μικρή ή μεγάλη ως προς αυτήν τη συμμετοχή, η οποία, σε τελική ανάλυση, ακόμα και εντός των πλαισίων μιας επιχείρησης και του προϊόντος που αυτή παράγει, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξατομικευθεί και ποσοτικοποιηθεί. Οι εργαζόμενοι της δεύτερης κατηγορίας ή και καθόλα μη εργαζόμενοι δεν συνεισφέρουν στη δημιουργία αξία και υπεραξίας, απλώς διανέμονται ένα μέρος της υπεραξίας που η παραγωγική εργασία δημιουργεί. 

Αλλά ό,τι και να γραφεί πάνω στο χαρακτήρα κάθε εργασίας, ένα χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής παραμένει εμφανές και ευδιάκριτο: η ανισοκατανομή του κοινωνικού προϊόντας, σε αναντιστοιχία και δυσαναλογία με τη συμμετοχή των πολιτών, διαμέσου της εργασίας τους, στην παραγωγή αυτού του προϊόντος. Πρωταρχική και, ίσως, μοναδική αιτία αυτής της ανισοκατανομής είναι ο προσεταιρισμός της υπεραξίας, του καπιταλιστικού κέρδους, από τους κατόχους ή κύριους μετόχους αυτών των κεφαλαίων. Και είναι αυτή η ανισοκατανομή, που καθρεφτίζεται στη ανισότητες στην κατοχή ιδιοκτησίας, ατομικού πλούτου και εισοδημάτων, ο πρωταρχικός λόγος του αισθήματος κοινωνικής αδικίας που κυριαρχεί στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίας και τις προστριβές και συγκρούσεις στρωμάτων και τάξεων, που αυτή συνεπάγεται.
 

Sunday, August 27, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 3 Οργανική σύνθεση του παραγωγικού κεφαλαίου και ποσοστό κέρδους

Επιστρέφω στην αρχική έκφραση του ποσοστού κέρδους με αναφορά σε όρους αξίας και υπεραξίας, που όπως τονίστηκε είναι αδιόρατες για το κεφάλαιο, όπως και για το γενικότερο αστικό πολιτικοοικονομικό οικοσύστημα, αν και βρίσκονται στον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής -αντί για όρους τιμών, μισθών και κερδών της καθημερινής πραγματικότητας. Η αξία, όπως και η υπεραξία, είναι συνάρτηση της εργασίας και αποκλειστικά αυτής, δηλαδή του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου, αυτού που το κεφάλαιο καταβάλλει ως αντάλλαγμα για την χρήση της εργασιακής ισχύος και αυτού που θέτει σε κίνηση και «αξιοποιεί» το σταθερό μέρος του, και που δίχως αυτήν την ισχύ καμιά παραγωγή αξίας δεν θα ήταν δυνατή. 

Η εργασιακή ενέργεια που ενσωματώνεται σε ένα αγαθό είναι γραμμική συνάρτηση του χρόνου, προκύπτει από το γινόμενο της μέσης (κοινωνικά) αναγκαίας εργασιακής ισχύος (ή, καλύτερα, του συνδυασμού επιμέρους ειδικοτήτων και επιδεξιοτήτων με διαφορετικές κοινωνικά προσδιορισμένες μέσες ανταλλακτικές αξίες και ειδικά βάρη στο σύνολο του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου) και του χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή εφαρμόζεται στην παραγωγή του αγαθού. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ του μισθού και της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος των εργαζομένων, με την έννοια ότι οι εργαζόμενοι πληρώνονται με βάση το χρόνο της απασχόλησης τους δηλαδή του χρόνου εφαρμογής των πνευματικών και σωματικών τους δυνάμεων στην παραγωγή ενός εμπορεύματος, είτε με την απόδοση (output) που είναι επίσης γραμμική συνάρτησή του χρόνου. Άρα, όπως υφίσταται μια γραμμική σχέση μεταξύ της αξίας που η εργασία δημιουργεί, δηλαδή της εργασιακής ενέργειας που ενσωματώνεται στο αγαθό κατά τη διαδικασία της παραγωγής, και της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος, με το χρόνο και τη διάρκεια της παραγωγής (το λόγο αυτών των μεγεθών), μια επίσης γραμμική σχέση αναλογίας θα υφίσταται μεταξύ της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου (του ποσοστού της αξίας που η εργασία παράγει και επιστρέφεται ως αμοιβή ή μισθός στους εργαζόμενους) και της υπεραξίας. Όπως παραπάνω, α=s/v, όπου ο συμβολικός παράγοντας α, ουσιαστικά εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ενώ s είναι η υπεραξία και v το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, αυτού που επενδύεται σε ζωντανή εργασία. Στην πράξη, αυτή η σχέση αναλογίας δυνητικά μεταφράζεται στον ποσοτικά συγκεκριμένο λόγο των πωλήσεων μιας επιχείρησης προς το κόστος εργασίας ή το turnover ανά εργαζόμενο, και υπόκειται βέβαια στις βραχυ- και μακρο-πρόθεσμες αυξομειώσεις και ταλαντώσεις με το χρόνο  τιμών και μισθών, που χαρακτηρίζουν το σύστημα και επηρεάζονται από τον ανταγωνισμό και, συνήθως, από παράγοντες εξωγενείς ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Το ποσοστό κέρδους ξαναγράφεται ως εξής: 
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού εκ φύσεως χέρι με χέρι με αυτήν της τεχνολογίας, δείχνει, και αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ώριμων τομέων παραγωγής όπως η κατοικία, η διατροφή, η ένδυση, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και συγκοινωνίες, κτλ., ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, ο παράγοντας β της παραπάνω σχέσης, αυξάνει: “It has been shown to be a law of the capitalist mode of production that its development does in fact involve a relative decline in the relation of the variable capital to constant... This is just another expression for the progressive development of the social productivity of labour, which is shown by the way that the growing use of machinery and fixed capital generally enables more raw and ancillary materials to be transformed into products in the same time by the same number of workers.[Karl Marx, Capital, Vol. III, 1990]. Ο καπιταλισμός, οδηγούμενος από τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό και την εσωτερική (intrinsic) τάση για μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους και των αποδόσεων του κεφαλαίου που κάθε φορά επενδύεται, θα ενθαρρύνει και επιδιώκει την αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία κατά κύριο λόγο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή. Φυσικά, διαφοροποιήσεις στον συντελεστή β και της μεταβολής του με το χρόνο μεταξύ τομέων παραγωγής και γεωγραφικών περιοχών με διαφορετικά επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης πάντα θα υφίστανται. Ο ανταγωνισμός, οι κινήσεις κεφαλαίων και οι διακυμάνσεις τιμών θα τείνουν να ισοσταθμίζουν τέτοιες διαφοροποιήσεις. Επομένως, υπό την προϋπόθεση ότι ο συντελεστής a, το ποσοστό υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας που υποτάσσεται στο κεφάλαιο παραμένει σταθερός, η ιστορική τάση κατά την εξελικτική πορεία του καπιταλισμού και των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρωπότητας, σε ό,τι αφορά στο ποσοστό κέρδους, θα είναι πτωτική.  

Υπάρχουν βέβαια οι προφανείς παράγοντες που συνοψίστηκαν παραπάνω και οι οποίοι αντενεργούν στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να ελαττώνεται μονοτονικά με το χρόνο και, τουλάχιστον, ως προς το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια σφαίρα παραγωγής. Η ανάκαμψη της κερδοφορίας συνήθως αποτελεί την αφετηρία για ένα νέο κύκλο ανάπτυξης, ο οποίος και πάλι, σχεδόν αναπόφευκτα, εξαιτίας των λόγων που αναπτύχθηκαν παραπάνω, θα θέσει φραγμούς στην αύξηση αυτής της κερδοφορίας, πτωτικές δυνάμεις θα εμφανιστούν εκ νέου που θα οδηγήσουν σε ύφεση ή και οικονομική κρίση, και ούτω καθ’ εξής. Τίθεται το εξής ερώτημα: τι έχει συμβεί με το ποσοστό κέρδος στη μακρόχρονη πορεία του καπιταλισμού, δηλαδή πέρα από τις περιοδικές αυξομειώσεις του και του κύκλους boom & bust που το χαρακτηρίζουν, και που πολλές φορές είναι γεωγραφικά εντοπισμένες; Η υπόθεση του Μαρξ και άλλων ότι η αυτή η τάση, αποτέλεσμα της ανόδου της παραγωγικότητας και της μηχανοποίησης της παραγωγής που ο καπιταλισμός ασυνείδητα ενθαρρύνει, της μεταβολής της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εις βάρος του μεταβλητού του μέρους και της ζωντανής εργασίας που προσθέτει αξία, που δημιουργεί αξία και υπεραξία, θα καταλήξει σε σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους, δηλαδή αδυναμία αναπαραγωγής του κεφαλαίου που επενδύεται, και το τέλος του οικονομικού συστήματος όπως το γνωρίζουμε; Aυτή η υπόθεση είναι επαληθεύσιμη με τα υπάρχοντα δεδομένα κα τη μέχρι τούδε ιστορική εμπειρία;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτής της ιστορικής τάσης ενός μέσου παγκόσμιου ποσοστού κέρδους ενέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες: 

1.    Η υποταγή της παγκόσμιας παραγωγής και οικονομίας στο κεφάλαιο δεν έχει ολοκληρωθεί. Η εκμετάλλευση νησίδων στο παγκόσμιο στερέωμα όπου το κόστος εργασίας παραμένει χαμηλό και η μετατόπιση κεφαλαίων σε αυτές που θα τείνει να ισοσταθμίσει και εξισορροπήσει διεθνικές διαφορές στα ποσοστά κέρδους παραμένει σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια παραγωγή συμπεριλαμβάνει σφαίρες και γεωγραφίες με σημαντικές διαφορές σε συγκεκριμένα ή τοπικά μέσα ποσοστά κέρδους, ενώ το αποτέλεσμα της κίνησης κεφαλαίων ανάμεσα σε σφαίρες παραγωγής και έθνη, που οδηγεί στην εξομάλυνση τέτοιων ασυμμετριών, απαιτούν χρόνο ώστε να γίνει στατιστικά αισθητό και μετρήσιμο.

2.    Ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου μιας κοινωνίας, ίσως το σημαντικότερο σε μέγεθος, όπως αυτό προκύπτει από τα φορολογικά έσοδα επί της αξίας που η οικονομία παράγει, διαχειρίζεται από το κράτος, το οποίο επενδύει σε έργα υποδομής ή κοινής ωφελείας (συγκοινωνίες, υγεία και παιδεία, κτλ.) πολλές φορές ασήμαντο, μηδενικό ή και αρνητικό (εις βάρος των κρατικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους). Ο συνυπολογισμός αυτού του χαμηλού ποσοστού κέρδους κρατικών κεφαλαίων μετατοπίζει αισθητά προς τα κάτω το μέσο κεφαλαιακό κέρδος μιας κοινωνίας. Επίσης προσθέτω ότι ο κρατικός παρεμβατισμός (με φοροαπαλλαγές, εξαγορές, επενδυτικά κίνητρα, κτλ.) ενεργεί προς την κατεύθυνση αναστολής της πτωτικής τάσης κέρδους ιδιωτικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης και κρίσης, με σχεδόν αδιάλειπτα την επιβάρυνση του κρατικού ελλείμματος και δημόσιου χρέους, που διογκώνονται ιδιαίτερα μετά από τέτοιες περιόδους συνακόλουθες πτωτικής κερδοφορίας κεφαλαίων. 

3.    Η δράση μονοπωλίων στην αγορά (ιδιωτικών ή κρατικών), που έχουν τη δυνατότητα να θέτουν τιμές προϊόντων υψηλότερες από τη μέση ανταλλακτική αξία (τη ρικαρντιανή natural price) ή να εμποδίζουν την είσοδο νέων κεφαλαίων στην αγορά τους με αποτέλεσμα την εξασθένιση του ανταγωνισμού εντός αυτής και των τάσεων ισοστάθμισης που επιφέρει. 

4.    Η δράση των εξω-οικονομικών παραγόντων επίσης δυνάμει αντενεργεί στην πτωτική τάση του κέρδους, όπως είναι οι συνέπειες της μετανάστευσης, του υπερπληθυσμού και της ανεργίας, της διαθεσιμότητας των ενεργειακών πόρων, κτλ. Το αποτέλεσμα είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, ενώ οι ίδιοι παράγοντες μπορεί να έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο.

5.    Η δυσκολία με τον ακριβή προσδιορισμό του ποσοστού κέρδους ως προς το συνολικό κεφάλαιο (σταθερό και μεταβλητό) που επενδύεται κάθε φορά στην παραγωγή, ιδιαίτερα της απόσβεσης (της αξίας και του χρόνου) μεγάλης διάρκειας κεφαλαιακών αγαθών που η αξία τους και η απόσβεσή της μεταφέρεται στο τελικό προϊόν. Ένας τέτοιος ακριβής υπολογισμός προσκρούει σε διάφορα λογιστικά standards και τεχνικές που καπιταλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν και ενίοτε, για διάφορους λόγους, παραμορφώνουν. 

6.    Τα διάφορα λογιστικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των κερδών και σχετικών ποσοστών κέρδους (ΕΒΙΤDA, EBIT, net income, ROIC, etc.) μπορεί να δίνουν σημαντικά αποκλίνουσες εκτιμήσεις του ποσοστού κέρδους από αυτές της θεωρητικής του έκφρασης στη βάση της της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής αξίας του προϊόντος και της υπεραξίας. Η δυσκολία «μετάφρασης» λογιστικών κερδών σε μέσο, κοινωνικό κεφαλαιακό ποσοστό κέρδους συνδέεται με το πρόβλημα του μετασχηματισμού – της ενοποίησης του αφηρημένου μοντέλου της αξίας και της μονεταριστικής, λογιστικής πραγματικότητας. 

7.    Ο λογιστικός προσδιορισμός του σταθερού μέρους του κεφαλαίου των επιχειρήσεων και της απόσβεσής του, δηλαδή της μεταφοράς αξίας από το σταθερό κεφάλαιο στο τελικό αγαθό που παράγεται, και ο οποίος προσδιορισμός παρέχει μία μόνον μονεταριστική προσέγγιση της πραγματικής αξίας του σταθερού μέρους και της οργανικής σύνθεσης του συνολικού κεφαλαίου που επενδύεται. Επίσης προσεγγιστικά είναι και τα διάφορα μοντέλα απόσβεσης του σταθερού κεφαλαίου, ιδιαίτερα για στοιχεία νέας τεχνολογίας και μεγάλης διάρκειας ζωής, ενώ κατά κανόνα βασίζονται σε ιστορικές αξίας αυτών των στοιχείων που η εξέλιξη της τεχνολογίας διαρκώς μεταβάλλει. 
     
Συμπερασματικά, η εμπειρική επαλήθευση μιας πτωτικής τάσης ή έστω κάποια διαγραμματική περιγραφή τέτοιων ιστορικών τάσεων που θα υπερέκτειναν και προέβλεπαν τη θνησιμότητα ενός συστήματος, με τη σύγκλιση στο μηδέν του ποσοστού που αποτελεί το σύμβολο και λόγο ύπαρξης αυτού του συστήματος, είναι τουλάχιστον προβληματική. Οποιαδήποτε εγχειρήματα συλλογής και επεξεργασίας των αναλυτικών διαθέσιμων στοιχείων, της «μέτρησης των δοντιών του αλόγου» και στατιστικής περιγραφής του μέσου ποσοστού κέρδους και της εξέλιξης αυτού με το χρόνο εγείρουν, και δικαιολογημένα, αμφισβητήσεις, με γραμμές αμύνης πάντα τους «αντενεργόντες παράγοντες» που αναφέρθηκαν παραπάνω. Παραδείγματος χάριν, η γενικά αποδεκτή πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους στην περίοδο 1947-1974 αποδόθηκε κυρίως ή εν μέρει στην αύξηση της τιμής της εργασιακής ισχύος μεταπολεμικά και όχι σε άνοδο του συντελεστή της οργανικής σύνθεσης των κεφαλαίων. Παράλληλα, η δυσκολία προσδιορισμού ενός μέσου ποσοστού κέρδους, έστω και εντός των πλαισίων του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, έδωσε εύλογο έδαφος σε θεωρίες περί απροσδιοριστίας του. Συνεπώς, τη μακροχρόνια εξέλιξη του μέσου ποσοστού κέρδους στον καπιταλισμό θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε άλλους δείκτες.