Αλλά η ζωή του ενός ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, αξίζει
και δικαιούται πολλά περισσότερα από την ενική επίκληση της τύχης ή ακόμα και
από σποραδικές σε τούτη την τύχη αναφορές ή την υποταγή στις προδιαγραφές
κάποιου πεπρωμένου. Παρά τη σχετική ασημαντότητα και μηδαμινότητα της, αυτή η
ζωή είναι μοναδική – η μηδαμινότητα συγκρούεται με τη μοναδικότητα.
Με τις ελάχιστες εξαιρέσεις μιας σειράς ιδιοφυών και ιστορικών προσωπικοτήτων ή
ανθρώπων που κατάφεραν και συσσώρευσαν πλούτη και δύναμη, και έγιναν θρυλικοί, αυτή
η μοναδικότητά δεν θα έχει οικουμενικούς μάρτυρες στο μέλλον. Όμως, αυτό που είναι ο άνθρωπος έγκειται ακριβώς εδώ: στην
ατομικότητα και μοναδικότητά του. Η ύπαρξη και η συνείδηση αυτού του
ανεπανάληπτου όντος θα εμφανιστεί φευγαλέα πάνω στη γη, για μερικά κλάσματα του
ιστορικού χρόνου και του σύμπαντος (μια σταγόνα σε έναν απέραντο ωκεανό
ζωντανών και πεθαμένων), θα διαγράψει τροχιές παράλληλες και τεμνόμενες με
άλλες συν-υπάρξεις και συνειδήσεις μέσα από ένα ασύλληπτο πλέγμα διαπροσωπικών
και κοινωνικών σχέσων. Αυτό, το ένα και μοναδικό ον, που αναλαμβάνει και
κουβαλάει στο κορμί και νου του την κληρονομιά των προηγούμενων γενιών, τη
γνώση και τα χτίσματα και πράγματα που άφησαν πίσω τους, συλλαμβάνει και νοεί, μέσω της συνείδησής του την ύπαρξή
του, την εμπλουτίζει και την πλάθει, ετεροπροσδιορισμένη από τους συνανθρώπους
τους, τους χώρους που μόρφωσαν γύρω του, τις ενέργειες και πράξεις τους και τα
γεγονότα που αυτές οι πράξεις προκαλούν, στο περιβάλλον και το milieu του. Άρα, η
κατανόηση «αυτού που είμαι», η ολοκλήρωση της συναίσθησης του είναι και της ύπαρξης μου, όσο θα βρίσκομαι,
όπως λένε, στον κόσμο αυτό, μπορεί να ξεκινήσει από την περιγραφή και ανάλυση
των ετέρων και εκατέρων συνειδήσεων που πλαισίωσαν τη ζωή μου, και των χώρων
και τόπων, των πολιτειών και κοινωνιών όπου μεγάλωσα, δούλεψα και, εν ολίγοις,
έζησα. Μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με την απλή παράθεση κάθε μικρής ή
μεγάλης εμπειρίας που βίωσα στη σχέση μου με το περιβάλλον και αυτές τις
κοινωνίες των σύγχρονων συνανθρώπων μου·
και όλα αυτά τα τετριμμένα, παράλληλα με την περιγραφή και την προσπάθεια στοιχειώδους
κατανόησης του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου και της μέχρι τούδε ιστορικής
πορείας, που είναι άλλωστε προϋπόθεση για την κατανόησης της ατομικής ύπαρξης
και του εαυτού.
Κι έτσι, λοιπόν, με αφετηρία μερικές πρωτόγονες
σκέψεις και χιλιοειπωμένα, άλλες φορές δανεισμένα λόγια και κλισέ, άρχισα να
ανασύρω από τα βάραθρα της μνήμης, από κουβέντες με δικούς ανθρώπους και
φίλους, από παράπλευρες και παράλληλες κι εφαπτόμενες ιστορίες, τα νήματα που
με έφεραν στο εδώ και τώρα και που θα με οδηγήσουν στη στιγμή του θανάτου. Το
κουβάρι της ζωής είναι αδύνατο να το ξετυλίξω όσο μακριά σε τόπους και πίσω
στον χρόνο να ψάξω για τις άκρες αυτών των νημάτων που το έπλεξαν. Άλλωστε,
αυτές χάνονται στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της γης. Και το τελικό
αποτέλεσμα; Τίποτε! Το απόλυτο μηδέν! Μια μέρα θα φύγω, θα εξαφανιστώ από
προσώπου γης μαζί με σκέψεις και συναισθήματά. O Dickens υπενθυμίζει, σ’ εμένα και την
ανθρωπότητα, πως ο άνθρωπος δεν φέρνει τίποτε σε αυτόν τον κόσμο και δεν
παίρνει τίποτε όταν εξέρχεται από αυτόν. Αλλά η δίψα για εξήγηση και αρμονία,
κάποια έστω ψευδαίσθηση ενότητας σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και φαινομενικά
άτακτο έως και άναρχο που κανείς δεν ξέρει προς τα που βαίνει, ένα
απειροελάχιστο βήμα στην κατανόηση της ύπαρξης, ένα τρεμουλιασμένο φως στην
άβυσσο που είναι η ψυχή και η αυτογνωσία, στο γιατί, το πως είμαι, αυτό που
είμαι, ενόσω θα είμαι, μου είναι άσβηστη, παρά την πλήρη επίγνωση του θανάτου,
του βήματος στο κενό της ύπαρξης. Θα τολμούσα να πω ότι ενισχύεται όσο γερνάω
και το τέλος με προσεγγίζει μονοτονικά και αμείλικτα, αξεπέραστο και
ακατανίκητο. Σε τελική ανάλυση, οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον αυτοί που κέρδισαν
τον σεβασμό των μελετητών τους έχοντας κηρύξει με βάση το παράδειγμα της ζωής
τους, συμφωνούν σε ένα πράγμα: η ζωή παρουσιάζεται στον κάθε θνητό ως μοναδική
πρόκληση και ευκαιρία να ζήσει και να δημιουργήσει.
Η μεγαλύτερη αντινομία της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτού
του τραγικά ενσυνείδητου όντος, η Μεγάλη Αντίφαση που καιροφυλαχτεί σε κάθε γωνιά
της συνείδησής, είναι η επίγνωση του πεπερασμένου αυτής της ύπαρξης, η
αναγνώριση ότι η ζωή έχει αρχή και τέλος, η βεβαιότητα του θανάτου. Σε δεύτερη
μοίρα στην πάλη με τη συνείδησή προσθέτω την αναγνώριση της σχετικής
ασημαντότητάς της ατομικής ύπαρξης ως προς τα απόλυτα μεγέθη του χώρου και το
χρόνου, αν και το υποκείμενο βρίσκεται στο κέντρο των διαδραματιζομένων γύρω
του. Το υποκείμενο, από μιαν άποψη, στη διάρκεια της ύπαρξής του και μόνον
τότε, βρίσκεται στο «κέντρο του κόσμου». Με δεδομένες αυτές τις βεβαιότητες,
τις ασυμβίβαστες αντιφάσεις (και κρίμα σε εκείνους που δεν τις έχουν διαπιστώσει
ή έστω φευγαλέα αντιμετωπίσει), αυτό που απομένει είναι το σφιχταγκάλιασμα με
αυτή τη μοναδική ζωή μέσα στον κύκλο των συνανθρώπων, η συνάθροιση σκέψεων, συναισθημάτων,
εμπειριών και αναμνήσεων, η ολοκλήρωση και το «κλείσιμο» αυτής της ύπαρξης και
της γνώσης που αποκτήθηκε στους δρόμους που πήρε η ζωή πριν το οριστικό τέλος. Δεν
θα μείνει τίποτε για τους επόμενους, αλλά ένα φως, μια λάμψη, η αγαλλίαση, μια
φευγαλέα αίσθηση ικανοποίησης λίγες στιγμές πριν το τέλος, σαν ένα τελευταίο
κοίταγμα στον καθρέφτη: εκείνες τις στιγμές που κάθε δευτερόλεπτο μας φέρνει
κοντά τους και όπου λαμβάνει χώρα η διαλεκτική σύνθεση της ζωής και του
θανάτου, τη στιγμή που η ύπαρξη απαντά την ανυπαρξία. Αυτές οι λάμψεις της
τελευταίας στιγμής είναι υπερ-αρκετοί λόγοι για αυτό το εγχείρημα της σύνοψης, το
ολοκλήρωμα της ύπαρξης. Όπως έγραψε ο Σαρτρ -και τα λόγια του ασπάζομαι ως την
τελευταία λέξη: «Από εδώ και μπρος, η ελευθερία μου είναι πιο καθαρή: η πράξη
που κάνω σήμερα δεν θα έχει για αιώνιους μάρτυρες ούτε το θεό, ούτε τον
άνθρωπο. Θα πρέπει να είμαι, σήμερα και στον αιώνα τον άπαντα, μόνος μάρτυρας
του εαυτού μου.» Και, όπως πρόσθεσε ο
πατέρας: «να μην ντρεπόμαστε που γεράσαμε».
Σκάλισα πολλές ιστορίες και γεγονότα του
παρελθόντος, εικόνες και παραστάσεις που σωρεύτηκαν με την κάθε μέρα που
περνούσε στο μυαλό, όπως μια ζωή – ο «μαστροχαλαστής» της οικογένειας κατά τη
γιαγιά- έβρισκα ανεξάντλητο ενδιαφέρον στο να αποσυναρμολογώ ραδιόφωνα και κάθε
λογής άχρηστη συσκευή, να σκαλίζω συρτάρια και ντουλάπια χωρίς απαραίτητα κάποιο
σκοπό και αντικείμενο σε τέτοιες εξερευνήσεις, να διαβάζω βιβλία μέχρι την
τελευταία συλλαβή και σύμβολο, να υπογραμμίζω και να αντιγράφω σκέψεις, να
συμπληρώνω τα περιθώρια με τις δικές μου, και τελικά να προσπαθώ να τα βάλω όλα
αυτά πίσω σε μια τάξη με τα χέρια μου, αν επρόκειτο για αντικείμενα, ή με το
νου αν επρόκειτο για γνώση και συναισθήματα, σε μια ανώτερη τάξη (κατά δύναμιν!)
με το συνθετικό δυναμικό και τη λιγοστή δημιουργικότητα που με διέκρινε. Να συναρμολογήσω,
συνδυάσω, συσχετίσω, οργανώσω, συνθέσω, τακτοποιήσω, με καθόλου, λίγο ή λίγο περισσότερο
δημιουργικό αποτέλεσμα. Να σκέφτομαι, να αναλύω αδιάκοπα, και αυτό στις περισσότερες
περιπτώσεις ήταν αρκετό, ακόμα και χωρίς κάποιο τελικό χειροπιαστό κατόρθωμα ή
«ποίημα». Αυτή η απλή παράθεση και απαρίθμηση σκέψεων, εμπειριών και
συναισθημάτων, χωρίς ιεράρχηση και ειδικά βάρη ή εμφάσεις ή συναισθηματικές
παλινδρομήσεις, όπως στον «Ξένο» του Καμύ, είναι η ζωή μου. Τη σύνοψή αυτής της
ζωής, κατά γενική ομολογία άχρωμης και άδοξης, την αφήνω να πέσει στο κενό του
χρόνου.
