Επιστρέφω στην αρχική έκφραση του ποσοστού κέρδους με
αναφορά σε όρους αξίας και υπεραξίας, που όπως τονίστηκε είναι αδιόρατες για το
κεφάλαιο, όπως και για το γενικότερο αστικό πολιτικοοικονομικό οικοσύστημα, αν
και βρίσκονται στον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής -αντί για όρους τιμών, μισθών
και κερδών της καθημερινής πραγματικότητας. Η αξία, όπως και η υπεραξία, είναι
συνάρτηση της εργασίας και αποκλειστικά αυτής, δηλαδή του μεταβλητού μέρους του
κεφαλαίου, αυτού που το κεφάλαιο καταβάλλει ως αντάλλαγμα για την χρήση της
εργασιακής ισχύος και αυτού που θέτει σε κίνηση και «αξιοποιεί» το σταθερό
μέρος του, και που δίχως αυτήν την ισχύ καμιά παραγωγή αξίας δεν θα ήταν
δυνατή.
Η εργασιακή ενέργεια που ενσωματώνεται σε ένα αγαθό είναι
γραμμική συνάρτηση του χρόνου, προκύπτει από το γινόμενο της μέσης (κοινωνικά)
αναγκαίας εργασιακής ισχύος (ή, καλύτερα, του συνδυασμού επιμέρους ειδικοτήτων
και επιδεξιοτήτων με διαφορετικές κοινωνικά προσδιορισμένες μέσες ανταλλακτικές
αξίες και ειδικά βάρη στο σύνολο του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου) και του
χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή εφαρμόζεται στην παραγωγή του αγαθού.
Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ του μισθού και της ανταλλακτικής αξίας
της εργασιακής ισχύος των εργαζομένων, με την έννοια ότι οι εργαζόμενοι
πληρώνονται με βάση το χρόνο της απασχόλησης τους δηλαδή του χρόνου εφαρμογής
των πνευματικών και σωματικών τους δυνάμεων στην παραγωγή ενός εμπορεύματος,
είτε με την απόδοση (output) που είναι
επίσης γραμμική συνάρτησή του χρόνου. Άρα, όπως υφίσταται μια γραμμική σχέση μεταξύ
της αξίας που η εργασία δημιουργεί, δηλαδή της εργασιακής ενέργειας που
ενσωματώνεται στο αγαθό κατά τη διαδικασία της παραγωγής, και της ανταλλακτικής
αξίας της εργασιακής ισχύος, με το χρόνο και τη διάρκεια της παραγωγής (το λόγο
αυτών των μεγεθών), μια επίσης γραμμική σχέση αναλογίας θα υφίσταται μεταξύ της
αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου (του ποσοστού της αξίας που η εργασία
παράγει και επιστρέφεται ως αμοιβή ή μισθός στους εργαζόμενους) και της
υπεραξίας. Όπως παραπάνω, α=s/v, όπου ο
συμβολικός παράγοντας α, ουσιαστικά
εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ενώ s είναι η
υπεραξία και v το μεταβλητό
μέρος του κεφαλαίου, αυτού που επενδύεται σε ζωντανή εργασία. Στην πράξη, αυτή
η σχέση αναλογίας δυνητικά μεταφράζεται
στον ποσοτικά συγκεκριμένο λόγο των πωλήσεων μιας επιχείρησης προς το κόστος
εργασίας ή το turnover ανά εργαζόμενο, και υπόκειται
βέβαια στις βραχυ- και μακρο-πρόθεσμες αυξομειώσεις και ταλαντώσεις με το χρόνο
τιμών και μισθών, που χαρακτηρίζουν το
σύστημα και επηρεάζονται από τον ανταγωνισμό και, συνήθως, από παράγοντες
εξωγενείς ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Το ποσοστό κέρδους ξαναγράφεται ως
εξής:
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού εκ φύσεως χέρι με χέρι με αυτήν της τεχνολογίας, δείχνει, και αυτό είναι
ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ώριμων τομέων παραγωγής όπως η κατοικία, η διατροφή, η
ένδυση, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και συγκοινωνίες, κτλ., ότι η οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου, ο παράγοντας β
της παραπάνω σχέσης, αυξάνει: “It has been shown to be a law of the capitalist mode of production that its development does in fact involve a relative decline in the relation of the variable capital to constant... This is just another expression
for the progressive development of the social productivity of labour, which is shown
by the way that the growing use of machinery and fixed capital generally enables
more raw and ancillary materials to be transformed into products in the same time
by the same number of workers.” [Karl Marx, Capital, Vol. III, 1990]. Ο
καπιταλισμός, οδηγούμενος από τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό και την εσωτερική (intrinsic) τάση για
μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους και των αποδόσεων του κεφαλαίου που κάθε
φορά επενδύεται, θα ενθαρρύνει και επιδιώκει την αύξηση της παραγωγικότητας, η
οποία κατά κύριο λόγο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην
παραγωγή. Φυσικά, διαφοροποιήσεις στον συντελεστή β και της μεταβολής του με το χρόνο μεταξύ τομέων παραγωγής και
γεωγραφικών περιοχών με διαφορετικά επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης πάντα θα
υφίστανται. Ο ανταγωνισμός, οι κινήσεις κεφαλαίων και οι διακυμάνσεις τιμών θα
τείνουν να ισοσταθμίζουν τέτοιες διαφοροποιήσεις. Επομένως, υπό την προϋπόθεση
ότι ο συντελεστής a, το ποσοστό υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης της
εργασίας που υποτάσσεται στο κεφάλαιο παραμένει σταθερός, η ιστορική τάση κατά
την εξελικτική πορεία του καπιταλισμού και των παραγωγικών δυνάμεων της
ανθρωπότητας, σε ό,τι αφορά στο ποσοστό κέρδους, θα είναι πτωτική.
Υπάρχουν βέβαια οι προφανείς παράγοντες που συνοψίστηκαν
παραπάνω και οι οποίοι αντενεργούν στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να
ελαττώνεται μονοτονικά με το χρόνο και, τουλάχιστον, ως προς το σύνολο των
επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια σφαίρα παραγωγής. Η ανάκαμψη της
κερδοφορίας συνήθως αποτελεί την αφετηρία για ένα νέο κύκλο ανάπτυξης, ο οποίος
και πάλι, σχεδόν αναπόφευκτα, εξαιτίας των λόγων που αναπτύχθηκαν παραπάνω, θα
θέσει φραγμούς στην αύξηση αυτής της κερδοφορίας, πτωτικές δυνάμεις θα
εμφανιστούν εκ νέου που θα οδηγήσουν σε ύφεση ή και οικονομική κρίση, και ούτω
καθ’ εξής. Τίθεται το εξής ερώτημα: τι έχει συμβεί με το ποσοστό κέρδος στη
μακρόχρονη πορεία του καπιταλισμού, δηλαδή πέρα από τις περιοδικές αυξομειώσεις
του και του κύκλους boom & bust που το
χαρακτηρίζουν, και που πολλές φορές είναι γεωγραφικά εντοπισμένες; Η υπόθεση
του Μαρξ και άλλων ότι η αυτή η τάση, αποτέλεσμα της ανόδου της παραγωγικότητας
και της μηχανοποίησης της παραγωγής που ο καπιταλισμός ασυνείδητα ενθαρρύνει,
της μεταβολής της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εις βάρος του μεταβλητού του
μέρους και της ζωντανής εργασίας που προσθέτει αξία, που δημιουργεί αξία και
υπεραξία, θα καταλήξει σε σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους, δηλαδή αδυναμία
αναπαραγωγής του κεφαλαίου που επενδύεται, και το τέλος του οικονομικού
συστήματος όπως το γνωρίζουμε; Aυτή η υπόθεση είναι επαληθεύσιμη με τα
υπάρχοντα δεδομένα κα τη μέχρι τούδε ιστορική εμπειρία;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτής της ιστορικής τάσης ενός
μέσου παγκόσμιου ποσοστού κέρδους ενέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες:
1.
Η υποταγή της παγκόσμιας παραγωγής και οικονομίας στο κεφάλαιο
δεν έχει ολοκληρωθεί. Η εκμετάλλευση νησίδων στο παγκόσμιο στερέωμα όπου το
κόστος εργασίας παραμένει χαμηλό και η μετατόπιση κεφαλαίων σε αυτές που θα τείνει
να ισοσταθμίσει και εξισορροπήσει διεθνικές διαφορές στα ποσοστά κέρδους
παραμένει σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια παραγωγή συμπεριλαμβάνει
σφαίρες και γεωγραφίες με σημαντικές διαφορές σε συγκεκριμένα ή τοπικά μέσα
ποσοστά κέρδους, ενώ το αποτέλεσμα της κίνησης κεφαλαίων ανάμεσα σε σφαίρες
παραγωγής και έθνη, που οδηγεί στην εξομάλυνση τέτοιων ασυμμετριών, απαιτούν
χρόνο ώστε να γίνει στατιστικά αισθητό και μετρήσιμο.
2.
Ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου μιας κοινωνίας, ίσως το
σημαντικότερο σε μέγεθος, όπως αυτό προκύπτει από τα φορολογικά έσοδα επί της
αξίας που η οικονομία παράγει, διαχειρίζεται από το κράτος, το οποίο επενδύει
σε έργα υποδομής ή κοινής ωφελείας (συγκοινωνίες, υγεία και παιδεία, κτλ.)
πολλές φορές ασήμαντο, μηδενικό ή και αρνητικό (εις βάρος των κρατικών ελλειμμάτων
και του δημόσιου χρέους). Ο συνυπολογισμός αυτού του χαμηλού ποσοστού κέρδους
κρατικών κεφαλαίων μετατοπίζει αισθητά προς τα κάτω το μέσο κεφαλαιακό κέρδος
μιας κοινωνίας. Επίσης προσθέτω ότι ο κρατικός παρεμβατισμός (με φοροαπαλλαγές,
εξαγορές, επενδυτικά κίνητρα, κτλ.) ενεργεί προς την κατεύθυνση αναστολής της πτωτικής
τάσης κέρδους ιδιωτικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης και κρίσης, με
σχεδόν αδιάλειπτα την επιβάρυνση του κρατικού ελλείμματος και δημόσιου χρέους, που
διογκώνονται ιδιαίτερα μετά από τέτοιες περιόδους συνακόλουθες πτωτικής
κερδοφορίας κεφαλαίων.
3.
Η δράση μονοπωλίων στην αγορά (ιδιωτικών ή κρατικών), που
έχουν τη δυνατότητα να θέτουν τιμές προϊόντων υψηλότερες από τη μέση ανταλλακτική
αξία (τη ρικαρντιανή natural price) ή να εμποδίζουν
την είσοδο νέων κεφαλαίων στην αγορά τους με αποτέλεσμα την εξασθένιση του
ανταγωνισμού εντός αυτής και των τάσεων ισοστάθμισης που επιφέρει.
4.
Η δράση των εξω-οικονομικών παραγόντων επίσης δυνάμει αντενεργεί
στην πτωτική τάση του κέρδους, όπως είναι οι συνέπειες της μετανάστευσης, του
υπερπληθυσμού και της ανεργίας, της διαθεσιμότητας των ενεργειακών πόρων, κτλ. Το
αποτέλεσμα είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, ενώ οι ίδιοι παράγοντες μπορεί να έχουν
μακροχρόνιο αντίκτυπο.
5.
Η δυσκολία με τον ακριβή προσδιορισμό του ποσοστού κέρδους
ως προς το συνολικό κεφάλαιο (σταθερό και μεταβλητό) που επενδύεται κάθε φορά
στην παραγωγή, ιδιαίτερα της απόσβεσης (της αξίας και του χρόνου) μεγάλης
διάρκειας κεφαλαιακών αγαθών που η αξία τους και η απόσβεσή της μεταφέρεται στο
τελικό προϊόν. Ένας τέτοιος ακριβής υπολογισμός προσκρούει σε διάφορα λογιστικά
standards και τεχνικές
που καπιταλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν και ενίοτε, για διάφορους λόγους,
παραμορφώνουν.
6.
Τα διάφορα λογιστικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των
κερδών και σχετικών ποσοστών κέρδους (ΕΒΙΤDA, EBIT, net income, ROIC, etc.) μπορεί να
δίνουν σημαντικά αποκλίνουσες εκτιμήσεις του ποσοστού κέρδους από αυτές της θεωρητικής
του έκφρασης στη βάση της της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής
αξίας του προϊόντος και της υπεραξίας. Η δυσκολία «μετάφρασης» λογιστικών
κερδών σε μέσο, κοινωνικό κεφαλαιακό ποσοστό κέρδους συνδέεται με το πρόβλημα
του μετασχηματισμού – της ενοποίησης του αφηρημένου μοντέλου της αξίας και της μονεταριστικής,
λογιστικής πραγματικότητας.
7.
Ο λογιστικός προσδιορισμός του σταθερού μέρους του
κεφαλαίου των επιχειρήσεων και της απόσβεσής του, δηλαδή της μεταφοράς αξίας
από το σταθερό κεφάλαιο στο τελικό αγαθό που παράγεται, και ο οποίος προσδιορισμός
παρέχει μία μόνον μονεταριστική προσέγγιση της πραγματικής αξίας του σταθερού
μέρους και της οργανικής σύνθεσης του συνολικού κεφαλαίου που επενδύεται.
Επίσης προσεγγιστικά είναι και τα διάφορα μοντέλα απόσβεσης του σταθερού
κεφαλαίου, ιδιαίτερα για στοιχεία νέας τεχνολογίας και μεγάλης διάρκειας ζωής,
ενώ κατά κανόνα βασίζονται σε ιστορικές αξίας αυτών των στοιχείων που η εξέλιξη
της τεχνολογίας διαρκώς μεταβάλλει.
Συμπερασματικά, η εμπειρική επαλήθευση μιας πτωτικής
τάσης ή έστω κάποια διαγραμματική περιγραφή τέτοιων ιστορικών τάσεων που θα υπερέκτειναν
και προέβλεπαν τη θνησιμότητα ενός συστήματος, με τη σύγκλιση στο μηδέν του ποσοστού
που αποτελεί το σύμβολο και λόγο ύπαρξης αυτού του συστήματος, είναι τουλάχιστον
προβληματική. Οποιαδήποτε εγχειρήματα συλλογής και επεξεργασίας των αναλυτικών
διαθέσιμων στοιχείων, της «μέτρησης των δοντιών του αλόγου» και στατιστικής περιγραφής
του μέσου ποσοστού κέρδους και της εξέλιξης αυτού με το χρόνο εγείρουν, και δικαιολογημένα,
αμφισβητήσεις, με γραμμές αμύνης πάντα τους «αντενεργόντες παράγοντες» που αναφέρθηκαν
παραπάνω. Παραδείγματος χάριν, η γενικά αποδεκτή πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους
στην περίοδο 1947-1974 αποδόθηκε κυρίως ή εν μέρει στην αύξηση της τιμής της
εργασιακής ισχύος μεταπολεμικά και όχι σε άνοδο του συντελεστή της οργανικής
σύνθεσης των κεφαλαίων. Παράλληλα, η δυσκολία προσδιορισμού ενός μέσου ποσοστού
κέρδους, έστω και εντός των πλαισίων του παραγωγικού τομέα της οικονομίας,
έδωσε εύλογο έδαφος σε θεωρίες περί απροσδιοριστίας του. Συνεπώς, τη
μακροχρόνια εξέλιξη του μέσου ποσοστού κέρδους στον καπιταλισμό θα πρέπει να
την αναζητήσουμε σε άλλους δείκτες.
No comments:
Post a Comment