Saturday, August 26, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 1 Το πρόβλημα του μετασχηματισμού

Η (ανταλλακτική) αξία των εμπορευμάτων και της εργασιακής ισχύος και η υπεραξία, η τελευταία ως το ωφέλιμο αποτέλεσμα της παραγωγής και το raison dtre του του κεφαλαίου, βρίσκονται στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πάνω στις οποίες μορφώνεται και διευρύνεται ένα περίτεχνο εποικοδόμημα και σύνθετο πλέγμα κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους σε σχετικά αυτόνομα επίπεδα (δικονομικό, πολιτικό, κτλ.) και με την οικονομική βάση πάνω στις οποίες στηρίζονται. Ωστόσο, αυτά καθ’ αυτά τα οικονομικά φαινόμενα παρουσιάζονται στον κοινό νου με μιαν εξωτερική όψη που περιγράφεται στη βάση και ως συνάρτηση τιμών, μισθών, κερδών και κεφαλαιακών αξιών, και ενός σωρού μονεταριστικών μικρο- και μακρο-οικονομικών μεγεθών, που λίγο-πολύ αποτελούν παράγωγα αυτών των παραμέτρων. Αυτά τα μεγέθη μεταβάλλονται συνεχώς υπό την επίδραση αυξομειώσεων στην προσφορά και τη ζήτηση, τον ανταγωνισμό και την κίνηση κεφαλαίων και τις τάσεις ισοστάθμισης των ποσοστών κέρδους που αυτή η διαρκής κίνηση επάγει σε διάφορες σφαίρες παραγωγής και, με την παγκοσμιοποίηση, γεωγραφικές περιοχές, όπως επίσης και υπό την ανάπτυξη της τεχνολογίας και άνοδο της παραγωγικότητας, τον κρατικό παρεμβατισμό, διαμέσου της φορολογίας και των δημόσιων δαπανών (σε παραγωγικές και μη δραστηριότητες), και πληθώρα άλλων συστημικών, οικονομικών ή και εξωγενών της οικονομικής σφαίρας κοινωνικοπολιτικών και φυσικών παραγόντων. Η ουσία, λοιπόν, των σχέσεων παραγωγής, η δημιουργία αξίας και υπεραξίας από την ανθρώπινη εργασία, επισκιάζεται από αυτήν την καθημερινότητα, παραβλέπεται ή και παραμορφώνεται. Με άλλα λόγια, το σύστημα των παραγωγικών σχέσεων βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση, ζύμωση και  εξέλιξη, και η κίνηση αυτή είναι δυνατό να περιγραφεί ποσοτικά από δημογραφικά και μονεταριστικά μεγέθη, ενώ αυτά τα κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα δεν είναι τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις και μορφές της ουσίας αυτών των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή αυτής καθαυτής της δημιουργίας αξίας (εμπορευμάτων με ανταλλακτική αξία) και υπεραξίας (κέρδη και συσσώρευση κεφαλαίων και πλούτου). 
Ο μετασχηματισμός και η αντιστοίχιση της αξίας και υπεραξίας και του σημαντικού βαθμού αφαίρεσης που αυτές οι έννοιες εισαγάγουν στις τιμές, τα εισοδήματα κάθε λογής και κέρδη των επιχειρήσεων και των χρηματικών συναλλαγών της καθημερινής πραγματικότητας, και της αποκρυστάλλωσης της εργασίας σε κεφάλαιο και κοινωνικό πλούτο στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού, μέσα από αυτήν την αδιάκοπη μεταβλητότητα και ταλαντώσεις τιμών, κερδών και κεφαλαιακών αξιών, και της εργατικής ισχύος της κοινωνίας, είναι δυνατή μόνο με συναθροιστικούς, κοινωνικούς, και πλέον παγκόσμιους χωροχρονικούς μέσους όρους, και αυτό μόνον κατά προσέγγιση με τις διαθέσιμες πληροφορίες και υπολογιστικά εργαλεία. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος, που στη μαρξιστική  θεωρία (όπως και στη ρικαρντιανή) αναλογεί στη μέση αξία των αγαθών που η κάθε εργασιακή κατηγορία προϋποθέτει για την παραγωγή και αναπαραγωγή της (ένας προσδιορισμός που είναι απαραίτητος για τη συνεκτικότητα και το «κλείσιμο» της μαρξιστικής ανάλυσης) είναι εξίσου προβληματική. Η τεχνολογική ανάπτυξη και συσσώρευση γνώσης από το ανθρώπινο γένος παράλληλα με τη βιολογική του εξέλιξη, διαρκώς αντικαθιστά την απλή, βασική και μετρήσιμη με το χρόνο και τον όγκο [την απόδοσή (output)] κυρίως χειρωνακτικής εργασίας στην μανουφακτούρα από σύνθετες λειτουργίες που εμπλέκουν πνεύμα, γνώσεις, ευφυΐα. Αν και ο μισθός εργασίας, όπως αυτός μπορεί να προσδιορίζεται για τις διάφορες κατηγορίες παραγωγικών ειδικοτήτων από τις ανάγκες της παραγωγής, την αγορά και τον ανταγωνισμό, υπάρχουν και κατηγορίες εργασίας που δεν συνδέονται άμεσα με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή ή την παραγωγή αγαθών εν γένει ή, ακόμα, και με μη παραγωγικές δραστηριότητες, που η κοινωνία και το κράτος της με βάση κάποιες νόρμες αμείβει, κατανέμοντας ανάλογα ένα μέρος της αξίας και υπεραξίας από το παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας (κατά κύριο λόγο διαμέσου της φορολογίας που το κράτος, επί τιμών αγαθών, μισθών και κερδών επιβάλλει). Επιπλέον, το αποτέλεσμα της συνεργασίας, η αξία των αγαθών που η συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων δημιουργεί στους χώρους και της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας δεν είναι απλά αθροιστικό, και μπορεί. ανάλογα με το βαθμό οργάνωσης αυτής της συνεργασίας, να ξεπερνά ή να υπολείπεται της συνολικής αξίας των αγαθών που τα μέλη της ομάδας ατομικά θα παρήγαγαν στον ίδιο χρόνο. 

Εν ολίγοις, η μετάβαση από αυτό το αξιακό μοντέλο, ποιοτικό με μια έννοια, του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή ένα επίπεδο αφαίρεσης που χρησιμοποιεί όρους αξίας, υπεραξίας, εργασιακής ισχύος & ενέργειας (ισχύος επί του χρόνου εφαρμογής της) και των αντίστοιχων αξιών τους, κεφαλαίων και συσσώρευσης ή υποτίμησής του, από μια πραγματικότητα σε διαρκή κίνηση που εμφανίζεται και εκφράζεται με νούμερα, ποσοστά, μεγέθη και ποσότητες (σε μονεταριστικές μονάδες ή όγκο παραγωγής ανά χρονική περίοδο), δηλαδή από τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, εισοδήματα από μισθούς εργασίας, εισοδήματα από κέρδη (επιχειρηματικά, εμπορικά, κτλ.), ενοίκια και τόκους, κεφαλαιακές αξίες επιχειρήσεων και μετοχών, αυτή η μετάβαση και σύνδεση της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας και της οικονομικής πραγματικότητας είναι τουλάχιστον προβληματική. Εξίσου προβληματική με την ενοποίηση και τον συμβιβασμό μικρο-οικονομικών και μακρο-οικονομικών μοντέλων ή την ενοποίηση θεωριών της General Theory of Relativity & Quantum Field Theory της Φυσικής, που αφορούν στο μακρόκοσμο του σύμπαντος από τη μια και το μικρόκοσμο του ατόμου από την άλλη ή την κατανόηση της φυσιολογικής λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος & πνεύματος. Το μόνο που ένας τέτοιος μετασχηματισμός και αντιστοίχιση και συγκερασμός του μοντέλου της αξίας-υπεραξίας με αυτό του τρίδυμου της τιμής, των μισθών και του κέρδους θα μπορούσε να εξυπηρετήσει είναι κάποια εμπειρική ή «μαθηματική» επαλήθευση της μαρξιστικής θεωρίας και, ενδεχόμενα, η προδιαγραφή του μέλλοντος του καπιταλισμού μέσα από τις ιστορικές τάσεις που διαγράφονται στην πολιτική του οικονομία. Ένα πιθανότατα φρούδο εγχείρημα που κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει το ερώτημα: αντί της ανάλυσης και μόρφωσης εικασιών για το μέλλον του καπιταλισμού, γιατί να μην τον αφήσουμε να διαγράψει την ιστορική του πορεία, εκεί που θα τον οδηγήσουν οι αντιθέσεις και δυνάμεις που αναπτύσσονται εντός μιας οικονομίας που ακόμα δεν έχει εξαντλήσει την πορεία της παγκοσμιοποίησής της; 

Η δυσκολία ή και αδυναμία μιας τέτοιας σύνδεσης δεν αναιρεί, βέβαια, στο ελάχιστο την ισχύ και χρησιμότητα της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας. Ούτε μειώνει τη σημασία της στο επίκεντρο κάθε κριτικής και ποιοτικής ανάλυσης κοινωνικοοικονομικών φαινομένων στον καπιταλισμό, αλλά και ως άξονα στην ποιοτική ανάλυση, ακόμα και την προσεγγιστική ποσοτικοποίηση αυτών των φαινομένων και των συσχετίσεων τους, και στην εξακρίβωση τουλάχιστον πρόσκαιρων του τάσεων που αναπτύσσονται, με δεδομένη πάντα τη σχετικά σύντομη ιστορία περίπου δύο αιώνων καπιταλισμού. Για παράδειγμα, όταν η αξία των αγαθών που μια κοινωνία καταναλώνει υπερβαίνει σε βάθος χρόνο την αξία του κοινωνικού προϊόντος που η εργασιακή της ισχύς, που αναλώνεται σε παραγωγικές δραστηριότητες παράγει (έναντι μη παραγωγικής εργασίας που αμείβεται, παραδείγματος χάριν, από το κράτος ή ανεργίας) αυτή η υπέρβαση αντανακλάται σε ελλείμματα ενός εθνικού ισοζυγίου εμπορευμάτων και υπηρεσιών που καλύπτεται από κρατικό δανεισμό. Η υπερχρέωση μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε αναπροσαρμογή της συνολικής κατανάλωσης αυτής της κοινωνίας μέχρις ότου ένα μέρος της παραγόμενης υπεραξίας να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος. 

Τέλος, νιώθω την ανάγκη να υπογραμμίσω ότι η αναγωγή στην ουσία των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων, στην εργασία και την αξία που αυτή, και μόνον αυτή, δημιουργεί είναι το πρίσμα, το απαραίτητο εργαλείο, στην κατανόηση της διάστασης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και των φαινομένων που αυτή η διάσταση και αντίθεση παρουσιάζει στη ζωή μας– των αντιθέσεων και συγκρούσεων (σποραδικά, αναταράξεων κοσμοϊστορικής σημασίας, όπως με το εγχείρημα του υπαρκτού σοσιαλισμού τον 20ο αιώνα), του ανταγωνισμού για μερίδιο και κέρδη εντός μιας πεπερασμένης αγοράς (όπως με τον αποικισμό, το νεοαποικισμό και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις κάθε λογής από οικονομικά ισχυρούς πόλους), της διανομής του πλούτου που παράγεται και των κοινωνικών ανισοτήτων, την αναντιστοιχία ανάμεσα στον όγκο της παραγωγής και την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού και την κατανάλωση, που η διεύρυνσή της οδηγεί σε υφέσεις, τη διαθεσιμότητα και διανομή των εξ ορισμού πεπερασμένων φυσικών πόρων του πλανήτη, τις αλλαγές στο περιβάλλον και το κλίμα, και τα λοιπά.

No comments:

Post a Comment