Saturday, August 26, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 2 Παρένθεση: διάφορες μορφές αυτόνομων κεφαλαίων

Το κεφάλαιο και κατ’ επέκταση η συσσώρευση κεφαλαίων και υλικού πλούτου γενικά λαμβάνει διάφορες μορφές. Από τη μια μεριά έχουμε παραγωγικά κεφάλαια (ατομικά, ιδιωτικά, ανώνυμες εταιρίες, κρατικά, μικτά, κτλ.) που επενδύουν στην παραγωγή αγαθών (προϊόντων και υπηρεσιών) και εμπορευμάτων, δηλαδή ανταλλακτικών αξιών & υπεραξίας για λογαριασμό του εκάστοτε κεφαλαίου, και επομένως κινούνται στη σφαίρα αυτού που αποκαλούμε «πραγματική» ή παραγωγική οικονομία. Αυτά τα παραγωγικά κεφάλαια, με τη σειρά τους, είναι επενδυμένα είτε σε πρωτογενείς τομείς (την αγροτική οικονομία, την παραγωγή πρώτων υλών, ενέργειας και αξιοποίησης φυσικών πόρων, όπως το νερό, γενικά τον έλεγχο και τη χρήση των φυσικών πόρων του πλανήτη), είτε στη σφαίρα παραγωγής (υλικών) καταναλωτικών αγαθών και αξιών χρήσης για τον άνθρωπο με διάφορες διάρκειες ζωής (από στιγμιαίες όπως η διατροφή, η ενέργεια για θέρμανση, φωτισμό, κτλ., κτλ., ενδιάμεσες όπως η ένδυση, οικιακές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα, κτλ.  ή μακροχρόνιες όπως το αυτοκίνητο, η κατοικία, κτλ.), είτε μέσων παραγωγής, δηλαδή των βασικών στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου στη βιομηχανία (μηχανήματα, υπολογιστές, οχήματα, αεροπλάνα, κτλ.), είτε υποδομών (εγκαταστάσεις, σιδηρόδρομοι, αεροδρόμια, κτλ.), είτε υπηρεσίες (υγεία, παιδεία, μεταφορές, επικοινωνίες, διασκέδαση, ψυχαγωγία, κτλ.) προς άτομα-πολίτες και επιχειρήσεις. Παραπλεύρως των παραγωγικών κεφαλαίων, δρουν άλλα κεφάλαια, κατά κύριο λόγο το εμπορικό & μεταπρατικό και το χρηματικό κεφάλαιο (χρηματο-πιστωτικό & -οικονομικό), που μόνον έμμεσα συμμετέχουν στη δημιουργία αξίας, με την έννοια ότι υποστηρίζουν την «πραγματική» οικονομία ή παρέχουν βοηθητικές υπηρεσίες προς το παραγωγικό κεφάλαιο της οικονομίας.

 Ο κύριος ρόλος του εμπορικού κεφαλαίου, όντας η διεπαφή (interface) του παραγωγικού κεφαλαίου με την αγορά,  είναι μετατροπή της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος σε χρήμα, δηλαδή του valorisation του παραγωγικού κεφαλαίου, αν και αυτό μπορεί και μόνον μερικώς να συνεισφέρει στη δημιουργία αξίας (παραδείγματος χάριν, με τη μεταφορά, συσκευασία, οργάνωση και ταξινόμηση, κτλ. αγαθών) με τα όρια πολλές φορές ασαφή. Ως αποτέλεσμα της κύριας δραστηριότητας του αποσπά ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται στην πραγματική οικονομία, το οποίο εμφανίζεται και ως κύριο μέρος του κέρδος του. 

Από την άλλη μεριά, το χρηματικό κεφάλαιο παρουσιάζεται σε διαφορετικές εκδοχές: (α) επενδυτικό, το οποίο άμεσα ή έμμεσα επενδύει στην παραγωγική οικονομία και, διαμέσου μερισμάτων, κερδών και τόκων, εισπράττει ένα μέρος της υπεραξίας που δημιουργείται σε αυτήν ή με πραγματικούς όρους των ακαθάριστων κερδών μιας παραγωγικής επιχείρησης· (β) εμπορικό & λογιστικό, το οποίο απλά διαχειρίζεται τους χρηματικούς λογαριασμούς (χρέη και αποταμιεύσεις) ατόμων και επιχειρήσεων, αγοροπωλησίες στη σφαίρα της κατανάλωσης ή της κίνησης από κυκλοφορόν μέρος του κεφαλαίου, μισθούς εργαζομένων, κτλ., ενώ τα κέρδη του προκύπτουν από τη διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια δανεισμού και αποταμίευσης· (γ) χρηματιστηριακό, που εμπορεύεται κεφάλαια, μετοχές σε ανώνυμα κεφάλαια, χρηματιστηριακά παράγωγα, κεφαλαιακές αξίες ή τίτλους ιδιοκτησίας. Εν ολίγοις, ο ρόλος του χρηματικού κεφαλαίου είναι η διαχείριση εισοδημάτων που προκύπτουν από την πραγματοποίηση της αξίας εμπορευμάτων και της υπεραξίας που παράγεται από το παραγωγικό κεφάλαιο. Ενόσω το χρηματικό κεφάλαιο διαχειρίζεται την αξία και υπεραξία, τις εκπεφρασμένες σε χρήμα ή της διατιμημένης αξίας που έχει δημιουργηθεί στην πραγματική οικονομία, αυτό καθαυτό το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγει αξία και με αυτή την έννοια η δραστηριότητα του δεν είναι παραγωγική. Τα κέρδη του χρηματικού κεφαλαίου είναι και αυτά μέρισμα της συνολικής πραγματοποιημένης υπεραξίας (των ακαθάριστων κερδών),  χρηματική έκφραση της υπεραξίας (του πλεονάσματος του κοινωνικού προϊόντος που έχει διατιμηθεί, αλλά δεν έχει άμεσα καταναλωθεί ή επανεπενδυθεί) και που η παραγωγική δραστηριότητα μιας κοινωνίας έχει δημιουργήσει. 

Όλα αυτά τα κεφάλαια, που στην καπιταλιστική παραγωγή είναι κατά κύριο λόγο ιδιωτικά, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή του κράτους ή ομάδων και στρωμάτων του πληθυσμού (όπως, για παράδειγμα, με τα pension funds ή εταιρίες που το μετοχικό κεφάλαιο είναι διανεμημένο στους εργαζόμενους ή είναι ιδιοκτησία ασφαλιστικών ταμείων ή κάθε λογής συλλογικής οντότητας, όπως η εκκλησία, φιλανθρωπικά ιδρύματα, κτλ.) σε αυτά, έχουν ατομικό και αυτόνομο χαρακτήρα, δηλαδή συναλλάσσονται και ανταγωνίζονται, εντός των πλαισίων μια πεπερασμένης, με την έννοια των παραγωγικών και καταναλωτικών δυνατοτήτων, αγοράς μεταξύ τους, με τους πολίτες μια κοινωνίας και το κράτος, ως ανεξάρτητες (και στην εποχή της παραγωγής μεγάλης κλίμακας ως απρόσωπες οντότητες) ιδιωτικές οντότητες. Υπάρχουν και δρουν για το κέρδος και μόνον, αυτό, που θα επιτρέπει τη συσσώρευσή τους και τη συσσώρευση πλούτου με το χρόνο. Εξαίρεση μπορεί να αποτελούν κρατικά κεφάλαια, που συγκροτούνται κύρια από τη φορολόγηση εισοδημάτων και κερδών και επενδύονται σε τομείς με χαμηλή κερδοφορία ή μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες.

No comments:

Post a Comment