Monday, September 29, 2025

9 - Τhe Bridge

Ακολούθησα τη συμβουλή του Γιώργου και την πηγαία επιθυμία και αφού άφησα να περάσουν, με πολλήν προσμονή είναι αλήθεια, δυο 24ωρα (ώστε να μη δοθεί η εντύπωση κάποιου στερημένου και απελπισμένου για γυναικεία συντροφιά) πήρα το τηλέφωνο που μου είχε δώσει η Claire. Μια ξαφνιασμένη και διστακτική φωνή, που αργότερα μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να της ίδιας την Claire, μου απάντησε: “Oh, Claire is not hereshe might be back later. Can I ask who is calling?” Έδωσα το όνομα μου και απάντησα, στην ιδιάζουσα προφορά που δεν είχε ακόμα στιλβωθεί, ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα» και θα προσπαθούσα να ξανατηλεφωνήσω μια άλλη ώρα ή μέρα. Όταν φανέρωσα το όνομά μου άκουσα κάτι σαν γελάκια στο βάθος, και στο μυαλό μου σχηματίστηκε η εικόνα ενός χεριού (της Claire;) να σκεπάζει το ακουστικό, ώστε γέλια και ψίθυροι να μην ακούγονται στην άλλη άκρη της γραμμής. Μπορεί και να έκανα λάθος, αλλά, από την υπερβολική ευθιξία και ευαισθησία και καθωσπρεπισμό που πάντα με διέκρινε, ένιωσα κάτι προσβλητικό από τους ήχους και κινήσεις που αντιλήφθηκα είτε φαντάστηκα στο περιβάλλον της άλλης άκρης της γραμμής, στις στιγμές από τη σύστασή μου. Δεν θα ξανάπαιρνα τηλέφωνο, δεν ήταν στον χαρακτήρα μου.

Επαναπαύθηκα στην δευτεροκλασάτη επιλογή από κείνο το βράδυ στο Athens: πήρα την ίδια μέρα τηλέφωνο την J. H χροιά της φωνής της συμπαθητική και γλυκιά, αλλά ο λόγος της αμήχανος και ψυχρός. Δεν είπαμε πολλά, ούτε χρειάστηκε. Δέχτηκε να βρεθούμε την ερχόμενη Τετάρτη, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, κοντά στη γειτονιά της στο Rubery, την απομακρυσμένη νότια συνοικία του Birmingham, για την οποία δεν είχα ακούσει μέχρι τότε. Θα συναντιόμαστε σε ένα από τα local pubs, The Bridge. Θα το έβρισκα εύκολα, μου είπε· ήταν πάνω στον κύριο δρόμο, στη γραμμή ενός λεωφορείου που ξεκινούσε από το κέντρο, διέσχιζε την συνοικία του πανεπιστημίου, το Edgbaston, και έπαιρνε τον μακρύ South Bristol Road για το Longbridge, το Rednal, πριν καταλήξει στο Rubery. H διαδρομή προς έναν ακόμα άγνωστο προορισμό και, όπως υπέθετα, διαφορετικό από τον μικρόκοσμο γύρω από το πανεπιστήμιο και το σχετικά εύπορο Edgbaston, με συνάρπαζε, όσο και η συνάντηση με κείνη την αινιγματική J, σε περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό του Athens Greek Restaurant.

Πήρα από νωρίς το βράδυ, πάνω από δυο ώρες πριν το προκαθορισμένο ραντεβού, από τη στάση στο δεντροφυτεμένο με βαλανιδιές κομμάτι του South Bristol Road στις παρυφές του campus. Tο σκοτάδι είχε πέσει από νωρίς στα West Midlands μαζί με τη θερμοκρασία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ο αέρας καταχνιασμένος από την υγρασία. Έτρεμα κάτω από το βαρύ πανωφόρι που πριν λίγο καιρό είχα αγοράσει, περισσότερο από την προσδοκία μιας βραδινής περιπέτειας, με μπύρα και γυναικεία παρέα σε ένα άγνωστο και μακρινό μέρος, παρά το κρύο. Στο μισοάδειο λεωφορείο έκατσα στο μπροστινό κάθισμα του πάνω ορόφου και ατένιζα τον ατέλειωτο δρόμο μπροστά μου. Στο roundabout του Longbridge, πριν τη δεξιά στροφή του λεωφορείου προς την κατεύθυνση του Rednal, πίσω από μια καλά φυλαγμένη πύλη απλωνόταν το τεράστιο σύμπλεγμα εργοστασίων αυτοκινήτων του Longbridge, το Rover Plant όπως τότε ονομαζόταν, η καρδιά της αυτοκινητοβιομηχανίας της Αγγλίας, κραταιά ακόμη, αν και όχι για πολύ καιρό. Η σχετικά αραιή κίνηση αυτοκινήτων μπροστά από την είσοδο σήμαινε ότι η αλλαγή της βάρδιας είχε συμβεί. Δούλευε νύχτα-μέρα, έμαθα, και μαζί με περιφερειακά εργοστάσια εξαρτημάτων έδινε δουλειά στην πλειοψηφία των ανθρώπων των προαστίων γύρω από αυτό. Βυθιζόμουν, λοιπόν, στην καρδιά μιας εργατικής, προλεταριακής κοινωνίας, και αυτό με έδωσε μιαν μικρή ικανοποίηση· σαν κάπως να δικαιωνόμουν για τα διαβάσματα και το επαναστατικό παρελθόν των φοιτητικών χρόνων, σαν οι θεωρίες που είχα σχηματίσει περί ταξικών κοινωνιών και πάλης από κείνα τα διαβάσματα και εκείνη τη δράση συναντούσαν και εφάπτονταν με μια μέχρι τότε φανταστική πραγματικότητα. 

Οι δυο ψηλοί βικτωριανοί καπνοδόχοι του The Bridge φάνηκαν από μακριά, στο βάθος της δυτικής πορείας που πήρε το λεωφορείο μετά το εργοστάσιο.  Ήταν ένα επιβλητικά απλό παλιό κτίριο από κόκκινα τούβλα, καπνισμένα από τον καιρό, μπροστά από ένα μεγάλο προαύλιο. Το όνομά του ήταν γραμμένο με ξεθωριασμένα επίχρυσα γράμματα στην πρόσοψη πάνω από την πόρτα της εισόδου, και σε μια ταμπέλα αιωρούμενη από μιαν οριζόντια ράβδο στην κορυφή ενός στύλου στη γωνιά που με άφησε το λεωφορείο: της μεγάλης λεωφόρου και ενός παράδρομου που θα ανηφορίζαμε με την J αργότερα. Έφτασα νωρίς για το ραντεβού, ως συνήθως, αλλά παρά τους δισταγμούς που νιώθει ένας ξένος σε ξένο τόπο, έσπευσα μέσα στο χώρο και ζεστασιά του pub· το κρύο ήταν τσουχτερό και οι δρόμοι έρημοι, αλλά όπως απαιτούσε ο συνεσταλμένος χαρακτήρας έπρεπε να πιώ μια και δυο μπύρες, ώστε να ξυπνήσει μέσα από τα συμπλέγματα των αναστολών μου κάποια σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Το πρόβλημα που είχα να μπω σε έναν κόμβο της τοπικής καθαρόαιμης κοινωνίας, όπως ένα εγγλέζικο pub, ως ξένος, άγνωστος και ανώνυμος, ανάμεσα σε τακτικούς θαμώνες και γείτονες, το είχα ξεπεράσει από τις πρώτες μέρες μου στην Αγγλία. Ήξερα, ότι ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που βλέμματα ντόπιων θαμώνων ή του publican με περιεργάζονταν περίεργα (το πατροπαράδοτο φλέγμα αντί της περιέργειας, είχα αντιληφθεί, ήταν κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς των Εγγλέζων), η οποιαδήποτε αμηχανία θα καταπνιγόταν εύκολα με λίγες γουλιές μπύρας. ‘Hello, cn Iave a pint oKroonenberg, please?’ είπα με μια προσπάθεια εγγλέζικης προσφοράς. Ο publican κατάλαβε την παραγγελία μου με την πρώτη φορά, παρά την ξενική προφορά που προσπαθούσα να συγκαλύψω και με ένα καταφατικό νεύμα και ένα τυπικό χαμόγελο με σέρβιρε το ποτό που ζήτησα· χωρίς κάποιο ‘Say it again!’, καλό σημάδι όταν κάποιος κατά τα φαινόμενα ξένος παραγγέλνει ποτό στο τοπικό pub μιας εργατικής συνοικίας.  

Ο κεντρικός χώρος, πίσω από την είσοδο, μπροστά από το bar με τα μηχανήματα της μπύρας, ήταν σχεδόν άδειο από πελάτες. Είχα πλέον συνηθίσει ήδη την οικεία, μπαγιάτικη μυρωδιά των pubs εκείνης της εποχής από τον καπνό του τσιγάρου και τη χυμένη μπύρα στα πατώματα με την λιγδιασμένη μοκέτα ήταν πολύ ιδιάζουσα και χαρακτηριστική των εγγλέζικων pub της περιόδου, πριν την απαγόρευση του τσιγάρου και την επιβολή αυστηρών κανόνων υγιεινής. Άρχισε μάλιστα  να με ευχαριστεί με την οικειότητα και ζεστασιά της, όπως πολλούς από τους τακτικούς θαμώνες των pubs και, μετά από χρόνια απαγορεύσεων, θα γινόταν μιαν νοσταλγική ανάμνηση.  Ήταν νωρίς και καθημερινή. Δυο τύποι έπιναν αμίλητοι την μπύρα γερμένοι στον πάγκο και με την πλάτη γυρισμένοι στον κυρίως χώρο, στη χαρακτηριστική πόζα των μπαρόβιων, με ένα πόδι στην μπρούτζινη μπάρα και το άλλο χέρι στο pint με την μπύρα. Ένας άλλος, με ένα τσιγάρο στο στόμα, έπαιζε αφοσιωμένος φρουτάκια. Με pint στο χέρι έκατσα στον διπλανό χώρο, μια ευρύχωρη αίθουσα με ανοιχτοπράσινα βελούδινα καθίσματα κατά μήκος τoυ περιφέρειας της αίθουσας, σκόρπια στρογγυλά mahogany τραπεζάκια μπροστά τους, σκουρόχρωμες κουρτίνες που έκρυβαν τα παράθυρα και το προαύλιο, και ένα σβησμένο τζάκι στο βάθος. Οι τοίχοι ήταν γυμνοί από πίνακες και άλλα διακοσμητικά, καλυμμένοι από μονόχρωμη ταπετσαρία σε μια απόχρωση του πράσινου και αυτή. Το κέντρο της αίθουσας ήταν άδειο από τραπέζια και καρέκλες. Η μοκέτα φθαρμένη και βρώμικη. Μια χαμηλή μουσική υπόκρουση ακουγόταν από τα ηχεία στις γωνίες του ταβανιού. Ήταν από τραγούδια που τότε και μέχρις ότου γνωρίσω καλύτερα και μπω στην ζωή της J, δεν μου έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση: UB40, Human League, Aaron Neville, λίγη reggae. Τα άκουγα αδιάφορα, μόνος σε μια γωνία της αίθουσας, αθέατος από την είσοδο και το bar, με την πλάτη γερμένη στη πλάτη των βελούδινων πάγκων, πίνοντας βιαστικά και με άδειο στομάχι την μπύρα, συλλογιζόμενος τις ώρες που θα έρχονταν και τι στο καλό θα έφερναν· με φυσιολογική νευρικότητα στην αρχή, που περίμενα με την ώρα να ξεπεράσω, χάρη στο αλκοόλ.

Η J άργησε να έρθει. Είχα τελειώσει το δεύτερο pint και άρχιζα το τρίτο, όταν την είδα να ξεπροβάλλει, ξανθιά και αδύνατη με τα λεπτά μακριά της πόδια, μπροστά από το bar ψάχνοντας την παρουσία μου. Φορούσε μια μίνι μαύρη βελούδινη φούστα και ένα άλικο σακάκι με επίχρυσα κουμπιά και άλλα κεντήματα. Κακόγουστο και επιτηδευμένα επίσημο σκέφτηκα, αλλά ταίριαζε στη λαϊκή σύνθεση της συνοικίας και του τοπικού pub. Τα χρώματα, του μαύρου και του άλικου, τόνιζαν το λαμπερό, γεμάτο ανταύγειες ξανθά μαλλιά της που, αν και τους έλειπε ο όγκος, αυτή την φορά μου φάνηκε πιο ζωηρό από το βράδι της γνωριμίας μας. Δεν ήταν βαμμένη, πέρα από κάποια σκιά γύρω από τα μάτια της. Δεν χρειαζόταν βάψιμο· η επιδερμίδα της ήταν αλαβάστρινη, τα μικρά της χείλη είχαν ένα ταιριαστό χλωμό ροζ χρώμα.  Έκατσε δίπλα μου στον βελούδινο καναπέ και της πρόσφερα ποτό. Στη σχεδόν εφηβική της απλοϊκότητα και αφέλεια η συζήτηση δεν μπορούσε παρά να περιστρεφόταν γύρω από προσωπικά θέματα. Και καθώς συνοδευόταν από σημαντικές ποσότητες αλκοόλ, κυλούσε σαν ένα ρυάκι στο νου, με σκέψεις σκόρπιες και φευγαλέες που δεν αποτυπώνονται στη μνήμη. Άλλωστε το μυαλό γύριζε αλλού ή κάλπαζε στο τι θα ακολουθούσε.

Το pub άρχιζε να μαζεύει κόσμο και μερικά από τα τραπέζια της περιφέρειας της αίθουσα γέμιζαν από τους καθημερινούς μπυροπότες της περιοχής. Η αρχικά έντονη συναίσθηση ότι βρισκόμαστε σε έναν κοινωνικό χώρο της γειτονιάς της, ότι άνθρωποι που συναντούσε στο δρόμο ή κάποια μέλη της τεράστιας οικογένειάς της, όπως μου την περιέγραψε, από τρείς αδερφούς και δύο αδερφές, θα την έβλεπαν με έναν άγνωστο, μελαχρινό, για μερικούς «εξωτικό» και παράξενο άντρα δίπλα της, είχε εξασθενίσει από το αλκοόλ, ενώ οι αρχικές μπύρες, άρχισαν διαδέχονταν πλέον από διπλά μπράντι. Η J, παρά την αδύνατη και εύθραυστη της κορμοστασιά, με ισοφάριζε στην κατανάλωση.

Δεν θυμάμαι να την φίλησα σε κείνο το pub, έχοντας αντίληψη του περιβάλλοντος που βρισκόμουν. Ίσως λόγω κάποιου χάσματος που διαχώριζε τις κουλτούρες μας, ίσως γιατί κανείς από τους δυο μας δεν ήταν δεξιοτέχνης στο φιλί. Υπήρχαν η πανταχού-παρούσες βρετανική εγκράτεια και επιφυλάξεις, και το γαλλικό φιλί δεν ήταν ανάμεσα στα αγαπημένα μου ερωτικά σπορ, ειδικά σε δημόσιους χώρους. Η πολιτιστική απόσταση, οι διαφορές στη γλώσσα, στον τρόπο λόγου και σκέψης, συμπεριφοράς και χιούμορ, ούτε οι ιστορικές και εθνοτικές διαφορές, ούτε και το εμφανές ταξικό και μορφωτικό χάσμα ανάμεσά μας, δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο σε δυο ανθρώπους να ερωτευθούν. Από μια άποψη, στη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία, τέτοιες ισχυρές αντιθέσεις ανάμεσα σε μένα και την J, ενέτειναν τη δύναμη της έλξης. Μετά από στιγμές που το λάγνο, γαλανό βλέμμα από τα μεγάλα και βαθιά μάτια της, που άρχιζαν να υγραίνουν και κοκκινίζουν από τη δράση του αλκοόλ, με διαπέρασε προκλητικά, μετακινήθηκα μερικά εκατοστά πιο κοντά της, ώστε τα σώματά να αγγίζουν και ακούμπησα το χέρι μου στο αδύνατο πόδι της. Δεν αντέδρασε· το περίμενε και ίσως το επιζητούσε. Τις λαϊκές τάξεις και τους νέους ανθρώπους ανάμεσά τους, που βιάζονται να ξεκλειδώνουν τις πόρτες της ζωής μπροστά τους, δεν τους αρέσουν τα πολλά φληναφήματα. Η κουβέντα μας αραίωσε σε λέξεις, σχεδόν σταμάτησε. Λίγο παραπάνω και το χέρι μου έφτασε στην άκρη της κάλτσα της και άγγιξε τη γυμνή και απαλή επιδερμίδα του μηρού της, που συνεχιζόταν ατέλειωτος σε βάθη που το χέρι μου δεν έφτανε. Τις κάλτσες τις συγκρατούσαν ζαρτιέρες, μόλις λίγο πάνω από τα γόνατα, χαμηλά για το μήκος των μακριών ποδιών της. Προσαϊκές σκέψεις περνούσαν ξανά και ξανά από το μυαλό, όπως ήταν λογικό: γνωρίζαμε καλά και οι δυο τι θέλαμε, τι περιμέναμε από το ραντεβού και που δυνητικά θα κατέληγε αν το επέτρεπαν οι περιστάσεις.  

Στο μεταξύ η ένταση της μουσικής μεγάλωνε, το ροκ γινόταν βαρύτερο και σκληρότερο, συμβαδίζοντας με την κατανάλωση του αλκοόλ από τους θαμώνες. Ένα τύπος καθόταν λίγο πιο πέρα, μοναχικός μπροστά στο τραπεζάκι του με ένα μισογεμάτο pint και μισόκλειστα τα μάτια. Φαινόταν μποέμης και περιθωριακός, ιδιόρρυθμος σε μερικούς σαν και μένα. Είχε εντυπωσιακά μακρύ και ίσιο καλοχτενισμένο καστανόξανθο μαλλί, που θα το ζήλευαν πολλές γυναίκες. Αφού με μια κίνηση άδειασε το pint του, και με τη σιγουριά που δίνει η εξοικείωση με τον χώρο και τους ανθρώπους του ή, απλά, με στροφή προς τα εσώτερα της ψυχής και την αυτοαπομόνωση από το περιβάλλον, άρχισε να χορεύει με τα πόδια καρφωμένα στο ίδιο σημείο στο κέντρο της αίθουσας, και με ανορθόδοξες κινήσεις των χεριών πάνω από το κεφάλι και κινήσεις του κεφαλιού που τίναζαν ρυθμικά το πλούσιο μαλλί πέρα-δώθε. H J μου ψιθύρισε χαμογελώντας με το γλυκό, στραβό και διστακτικό χαμόγελο, που περίμενε την αντίδραση του άλλου για να το διατηρήσει, ότι ήταν γνωστός και τακτικός, σχεδόν καθημερινός θαμώνας του pub, καθόταν πάντα μόνος στο ίδιο τραπεζάκι, και αφού τελειώσει το pint του μια προκαθορισμένη ώρα, σηκώνεται, και χορεύει στους ήχους ενός επαναλαμβανόμενου ρεπερτορίου «βαριάς» ροκ μουσικής. Τον ξαναείδα σε κάθε σχεδόν επίσκεψη μου στο Bridge να εκτελεί την ίδια χορευτική ρουτίνα μόλις τέλειωνε το pint του, στο κέντρο της παραδίπλα  αίθουσας, απορροφημένος από τη μουσική και τον εαυτό του, χωρίς να τον νοιάζουν ματιές και σχόλια από τους θαμώνες γύρω του. Τον γνώριζαν από έξω και ανακατωτά, τον συνήθισαν και καταλάβαιναν περισσότερο από μένα, ίσως και να τον αγαπούσαν. «Είναι μέρος της επίπλωσης του μαγαζιού,» είπε η J.

Sunday, September 21, 2025

8 - Athens Greek Restaurant

 Στο κέντρο του Birmingham λειτουργούσαν τότε τρία εστιατόρια, όλα τους ήδη γερασμένα, που πρόσφεραν ελληνοκυπριακή κουζίνα και φορές ζωντανή μουσική, για την ψυχαγωγία τόσο της εθνικής κοινότητας, των φοιτητών και μεταναστών, όσο και Βρετανών που νοσταλγούσαν το ελληνικά καλοκαίρια των διακοπών τους στην Ελλάδα του ήλιου και της θάλασσας. Το Salamis, κατά τον Δρ. Κ είχε την καλύτερη κουζίνα, αλλά ήταν το μικρότερο και λιγότερο δημοφιλές, ιδιαίτερα ανάμεσα στην φοιτητική νεολαία, από το ευρύχωρο Ulysses, λίγα βήματα παραπέρα στην κεντρική Bristol Street, που εκτός του φαγητού (σε αλμυρές τιμές) προσέφερε οργανωμένο ζωντανό ρεπερτόριο ελληνικής και ξένης μουσικής τα σαββατοκύριακα, belly dancing, και μια πίστα μπροστά από το πάλκο για χορό, όχι όμως και για το πρωτοπαράδοτο σπάσιμο πιάτων που είχε απαγορευτεί ρητά από την διεύθυνση του κέντρου. Σε μια στροφή του κυρίως δρόμου προς το κέντρο του Birmingham απέναντι από το κλασσικό κτίριο του Town Hall το περιτριγυρισμένο από θεόρατους κορινθιακούς κίονες, υπήρχε επίσης για τους λάτρεις της νεοελληνικής κουλτούρας, εστίασης και διασκέδασης ‘Athens Greek Restaurant’. Μπορεί να μην διέθετε αρκετό χώρο για πλήρη ορχήστρα, αλλά είχε την μουσική του, πρόσφερε και αυτό περιστασιακά show με belly dancing, και μερικώς επέτρεπε σπάσιμο πιάτων και χορούς στον πεζοδρόμιο της πρόσοψης μέχρι αργά. Οι τιμές ήταν πιο προσιτές για φοιτητές και τη νεολαία από αυτές του Ulysses.

Εκείνο το μακρόστενο ‘Athens Greek Restaurant’, με το κλισέ όνομα και τον κακόγουστο διάκοσμο σε αποχρώσεις (τι άλλο;) του μπλε, το τιμήσαμε δυο-τρεις φορές τους πρώτες μήνες μου στο Birmingham με πρωτοβουλία του Θεοδόση και την παρέα του Γιώργου και του Κώστα Μ. Ο Θεοδόσης γνώριζε τον Έλληνα ιδιοκτήτη -καθόλου απίθανο να είχα αναπτύξει μια φιλία μέσω του καζίνο ή κάποιας χαρτοπαικτικής λέσχης. Θεωρούσε ότι είχε καλύτερη κουζίνα σε χαμηλότερες τιμές από τα άλλα δυο ελληνικά εστιατόρια του κέντρου. Και αυτά είχαν πραγματική βάση. Μόνον μια και μοναδική φορά επισκεφτήκαμε το Athens με τον Γιώργο και τον Δρ. Κ στην παρέα μας, καθώς οι προτιμήσεις του τελευταίου σταθερά συνέκλιναν στο ευρύχωρο, κοσμικό και μεγαλοπρεπές Ulysses, που ήταν ιδιοκτησία συμπατριωτών Κυπρίων, παρόλο που κατά τη γνώμη πολλών υστερούσε στις γεύσεις των σχεδόν πανομοιότυπων μενού από «τουριστικά» πιάτα, ενώ διακρινόταν για την αδιαφορία στο service κυρίως προς φοιτητές και, γενικά, παρακατιανούς της ελληνικής κοινότητας -όπως του λόγου μου. Λόγω των ακριβότερων τιμών, ανάγκαζε πολλούς από τις εν λόγω κατηγορίες να εμφανίζονται λίγο πριν τα μεσάνυχτα τις μέρες που είχε ζωντανή μουσική για «ένα ποτάκι» σε μια άδεια γωνιά ή γύρω από το μπαρ, υπό την εύθραυστη ανοχή του μάνατζερ και των σερβιτόρων. Περισσότερα όμως θα γραφτούν για το Ulysses στην πορεία της ιστορίας μου στο Birmingham.

Ήταν μια σημαδιακή Παρασκευή του 1992, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, με την καθιερωμένη παρέα του Γιώργου, του Θεοδόση και του Κώστα Μ, βρεθήκαμε, είναι αλήθεια χωρίς πολλές απαιτήσεις και προσδοκίες και απαιτήσεις, είναι αλήθεια, αλλά απλά για λίγες καλές, γνώριμες γεύσεις από την πατρίδα και κρασί ή μπύρα. Θα είχε ζωντανή ελληνική λαϊκή και «τουριστική», πλαισιωμένη από pop και club σουξέ από τον DJ του μαγαζιού μέχρι τις πρωινές ώρες, καθώς ο πυρήνας της πελατείας του ήταν τουρίστες, πρώην και μέλλοντες, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Όπως γινόταν, βραδιές με γλέντι, κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Ο μάνατζερ και ιδιοκτήτης πάντα υποδεχόταν τον Θεοδόση και την παρέα  του με πολλή θέρμη: θεωρούσε και φανερά και με προστακτικό τόνο εξηγούσε ότι η παρουσία Ελλήνων στο restaurant του λειτουργούσε στα μάτια των ντόπιων βρετανών ως επιδοκιμασία της γνησιότητας της κουζίνας και της ψυχαγωγίας, σε σύγκριση με κείνες της πατρίδας, ή τουλάχιστον σε σχέση με τις εμπειρίες που τουρίστες από το Birmingham είχαν απολαύσει ή σκοπεύουν να απολαύσουν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ο εποχιακός τζίρος αποκτούσε μεγάλη σημασία για την μελλοντική βιωσιμότητα της επιχείρησης. Το συγκεκριμένο βράδι μας έβαλε, παρά την προσωπική μου αντίρρηση, να κάτσουμε σε ένα τραπέζι μπροστά στην υποτυπώδη πίστα, σε ένα μικρό κενό από τραπέζια μπροστά από το μπαρ και την κουζίνα πίσω του, εκεί που θα στρίμωχνε τον DJ με ένα keyboard και synthesizer και τα δυσανάλογα σε μέγεθος ηχεία του, ικανά αξεσουάρ για να «γίνει πρόγραμμα» και κέφι. Ο λόγος, βέβαια, που μας τοποθέτησε «πρώτο τραπέζι πίστα» ήταν ότι ήθελε, με το αζημίωτο, να συνεισφέρουμε φιλότιμα στη «δημιουργία ατμόσφαιρας», με παλαμάκια, χορό. Ίσως να ενώναμε τα χέρια μας και στον καθιερωμένο δημοτικό χορό, που παραδοσιακά σε κάποιο σημείο της βραδιάς ένας σερβιτόρος ξεκινούσε και έσυρε, ανάμεσα σε καρέκλες και τραπέζια, για λίγα λεπτά έξω από το μαγαζί στο πεζοδρόμιο, ως ένα ακόμα marketing τέχνασμα για περαστικούς. Ώστε να γίνεται, με μια λέξη, νταβαντούρι.

Ήταν νωρίς όταν μπήκαμε στο μαγαζί, για την ώρα ήταν μισοάδειο, και καθίσαμε στο τραπέζι κοντά στην πίστα, συμμορφωμένοι προς τις υποδείξεις, για να απολαύσουμε εδέσματα και το ποτό, που ξεκινούσε από ούζα κατ’ απαίτηση του λαϊκού Γιώργου, θα περνούσε μέσα από φτηνό άσπρο κρασί, και θα κατέληγε, για μένα τουλάχιστον, σε καμιά μπύρα. Μετά από λίγους μήνες σε κείνη την χώρα είχα αρχίσει να εγκλιματίζομαι και να αναπτύσσω σημαντικές αντοχές στο αλκοόλ, να υιοθετώ την αγγλοσαξονική συνήθεια της υπερβολικής κατανάλωσης, του binge drinking, χωρίς όμως, προς το παρόν τουλάχιστον, να εκδηλώνομαι βίαια στο τέλος της διαδικασίας. Η μόνη παρενέργεια ήταν πέταμα της επόμενης μέρας στον σκουπιδοτενεκέ της ζωής από hangover.  

Πίσω μας και κατά μήκος του στενού μαγαζιού μέχρι την μπροστινή τζαμαρία που έβλεπε στον πολυσύχναστο δρόμο έξω και τους πελώριους κίονες του Town Hall, βρισκόταν μια σειρά από τραπέζια κολλημένα -ρεζερβέ από ένα hen party (όπως πληροφορηθήκαμε από τον μαγαζάτορα)  ενόψει των Χριστουγέννων. Δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία. Είμασταν ήδη ζαλισμένοι από τα πρώτα ποτά και είχαμε ξεκινήσει το φαγοπότι με ορεκτικά όταν εμφανίστηκε ένα μεγάλο γκρουπ νεαρών κοριτσιών, μάλλον ετερόκλητο ως προς την εμφάνιση, την ομορφιά και τις προσδοκίες τους από την «ελληνική» βράδια που υποσχόταν το Athens Greek Restaurant. (Στα πρόσωπα μερικών διέκρινα ένα μικρό σοκ από το ήδη θορυβώδες από μουσική περιβάλλον μέχρι και μια δυσθυμία για το πως βρέθηκαν σε ένα κλειστοφοβικό μέρος όπως αυτό). Η παρέα των κοριτσιών απλώθηκε στα τραπέζια πίσω μας. Δεν ήξερα, ούτε τελικά έμαθα τι τους συνέδεε, ούτε το συζητήσαμε.  Και πάλι η προσοχή μας δεν αποσπάστηκε και παραμείναμε αφοσιωμένοι στον μικρό μας κύκλο, το φαγητό, το πιοτό και την μουσική. Ο Γιώργος, παρόλο που μάλλον σκεφτόταν τη Βιβή του, παράμενε πρόσχαρος και ομιλητικός, άρθρωσε μερικά επιφωνήματα σε δυνατή ελληνική φωνή με την είσοδο του γκρουπ των κοριτσιών· ο Κώστας ο Μ ήταν όπως πάντα ο αμίλητος τύπος, ο βυθισμένος σε ομιχλώδεις σκέψεις κάτω από το ασήκωτο βάρος της προσωπικότητάς του· τον Θεοδόση υπέθεσα ότι τον έτρωγε η ανυπομονησία για μιαν επίσκεψη στο καζίνο μετά το γεύμα μας στο Athens, ώστε να ραφινάρει τις μεθόδους κέρδους στην ρουλέτα και το Black Jack, τις οποίες είχε συνοψίσει στην αρχή της εξόδου μας. Όσο για τον υποφαινόμενο, η είσοδος των κοριτσιών λογικά θα έπρεπε να κέντριζε την προσοχή και το ενδιαφέρον περισσότερο από κάθε άλλον της παρέας. Είχα ήδη αρχίσει να επηρεάζομαι από το αλκοόλ, την κατανάλωση του οποίου, με την είσοδο τους στο μαγαζί, υποσυνείδητα επιτάχυνα. ‘Ποιος ξέρει τι ήθελε προκύψει;’ ρωτούσε το ζαλισμένο μυαλό, με κλεφτές ματιές προς τη μεριά τους. Το βράδι της Παρασκευής υποσχόταν περισσότερα από όσα περίμενα στο ξεκίνημά του.

Σε λίγη ώρα, ο βόμβος από τις γυναικείες φωνές, τα τσιριχτά και μεθυσμένα γέλια, καλύφθηκε από τη μουσική της μπάντας. Στα τετριμμένα λαϊκά που γενικά με απωθούσαν, με το «Ζορμπά» αναπόφευκτα κομμάτι του ρεπερτορίου, δεν σηκωθήκαμε να χορέψουμε παρά τις παροτρύνσεις του μάνατζερ και των σερβιτόρων. Εγώ που ποτέ μου δεν χόρεψα λαϊκή μουσική, ακόμα και υπό την επήρεια αλκοόλ στην Ελλάδα, επ’ ουδενί λόγω δεν θα έβρισκα το κουράγιο να το επιχειρήσω σε μαγαζί της κλάσης του Athens ως θέαμα σε ξαναμμένες Αγγλιδούλες. Το ελληνικό μέρος του προγράμματος ολοκληρώθηκε με το καθιερωμένο χασάπικο από μιαν ανθρώπινη αλυσίδα, που όπως κάθε φορά τέτοια ώρα ξεκινούσε από το βάθος του μαγαζιού, διέτρεχε το μήκος του, έβγαινε έξω στο πεζοδρόμιο προς θέαση των περαστικών, και μετά από έναν σύντομο κύκλο, επέστρεφε στη βάση του.

Κόντευε έντεκα η ώρα, και μετά από ένα σύντομο διάλειμμα ηρεμίας, η ελληνική μουσική αντικαταστάθηκε από δημοφιλή, pop τραγούδια από την δισκοθήκη του DJ. Μπροστά στο τραπέζι μας μερικές Αγγλιδούλες σηκώθηκαν και χόρευαν. Το αλκοόλ είχε πλέον καταργήσει κάθε είδους αναστολή και άρκεσε μια μικρή παρακίνηση από τον Γιώργο ώστε να αυτοσχεδιάσουμε στον χορό με τουπέ αυτοπεποίθησης και γούστο. Άρχισα να χορεύω απέναντι από μια ξανθιά, με σπαστά, που έπεφταν στους ώμους της, χωρίς πολύ όγκο και ζωή. Φορούσε ένα φθαρμένο μπλουτζίν παντελόνι κι ένα κοντό ασορτί σακάκι, πάνω από ένα κόκκινο μπλουζάκι με σχετικά χαμηλό ντεκολτέ. Είχε πλούσιο στήθος, θελκτικό, πάνω από ένα επίπεδο στομάχι και λεπτή μέση. Κρατούσε ένα ποτό στο αριστερό της χέρι στον ανασηκωμένο αγκώνα και τον καρπό γερμένο μπροστά και χόρευε με τα πόδια της καρφωμένα στο πάτωμα, τα μάτια κλειστά, κυματίζοντας ψυχεδελικά το πάνω μέρος του κορμιού της. Όταν τα άνοιξε, είδα δύο μεγάλα γαλανά μάτια, βαθιά μέσα σε κουρασμένες κόγχες. Μου χαμογέλασε με το μικρό της στόμα, χωρίς κραγιόν, λεπτά και γραμμικά χείλη· ήταν ένα στραβό χαμόγελο, κάτι ανάμεσα σε προκλητικό και σαρκαστικό. Φάνηκε ότι μου έδειχνε ενδιαφέρον, αλλά δεν ήθελε να πει κάτι ή δεν ήξερε τι να πει. Ήμουν ο αλλοδαπός, εξωτικός και μεσογειακός, με σκούρα μαλλιά, ενώ αυτή μια καθαρόαιμη ξανθιά Αγγλίδα με γαλανά μάτια. Τα κάθε λογής αντίθετα στην φύση, ως γνωστόν, έλκονται.  Στο τέλος του disco χορευτικού κομματιού επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Γύρισα, όπως συνηθίζω, να δω το κορμί της και από πίσω. Ήταν ξερακιανή και αδύνατη -σαν στέκα του μπιλιάρδου. Παρά το μέτριο ανάστημά της, είχε μακριά λεπτά πόδια, «πόδια σπουργιτιού», που κατέληγαν σε γλουτούς και λεκάνη που δεν είχαν σχηματίσει τις καμπύλες μιας ώριμης γυναίκας. Τα μπλουτζίν έπεφταν μονό χαλαρά πάνω της. Το θέαμα του ευθύγραμμου κορμιού της από πίσω, αν και με αρμονικές αναλογίες, δεν με προσέλκυσε. Θα μπορούσε κάποιος να το απέδιδε στην ανορεξία ή στο νεαρό της ηλικίας και μια καθυστερημένη σωματική διάπλαση ή, το πιθανότερο, σε γενετικά χαρακτηριστικά. 

Ένιωσα τον εαυτό μου να βυθίζεται στα στάδια επήρειας από το αλκοόλ, όπου λεπτομέρειες και η χρονική αλληλουχία των γεγονότων στο Athens άρχισαν να θολώνουν στο μυαλό, αφήνοντας ολοένα και μεγαλύτερα κενά ανάμεσα στις στιγμές που τελικά αποτυπώνονται στη μνήμη. Οι φίλοι της παρέας, το τι έβλεπαν, έλεγαν και έκαμαν, όλα αυτά πέρασαν σε ένα φόντο λήθης. Είχα πιει αρκετά αλλά έχοντας πάντα συναίσθηση των ορίων μου ρίχτηκα στην καρέκλα μου πριν επέλθει κάποια εξευτελιστική κατάρρευση. Η αδρεναλίνη από την παρουσία του γκρουπ των κοριτσιών δίπλα μας διατηρούσε σε ψηλά επίπεδα εξακολουθούσε να επενεργεί -ευτυχώς! Το μουσικό πρόγραμμα κόντευε στο τέλος του με χαλαρότερη και «ρομαντικότερη» μουσική. Μετά από τόσο ποτό, ξαναμμένος από τον χορό και σε φάση υπερδιέγερσης και χωρίς αναστολές, έχοντας το μάτι μου πέσει στο κορίτσι από το γκρουπ που καθόταν στο κοντινότερα σε μας τραπέζι (η ξανθιά είχε αποσυρθεί στην άκρη της τραπεζοστοιχίας) της ζήτησα να χορέψουμε αυτό που στην Ελλάδα των εφηβικών μου χρόνων αποκαλούσαμε «μπλουζ»: τον εύκολο, για μη κινητικούς και αρχάριους στον χορό τύπους, όπως εγώ, όπου ο «καβαλιέρος» βάζει τα χέρια του στη μέση της συνοδού του, ενώ η τελευταία τα δικά της στους ώμους, πριν αρχίσουν να λικνίζονται πέρα-δώθε σαν εκκρεμές, με ανεπαίσθητες μεταφορικές κινήσεις της μέσης και ποδιών χωρίς απαιτήσεις τεχνικής. Η συγκεκριμένη χορογραφία, στην απλότητα και φυσική προσέγγιση που επιτρέπει, δίνει την ευκαιρία όχι μόνο για σαγηνευτικούς ψίθυρους στα αυτιά της κοπέλας και κουβέντα εν γένει, αλλά, εφόσον μια αμοιβαία ψυχική διάθεση αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα κάποιας αόρατης ηλεκτροχημικής διεργασίας και το επιτρέψει, μπορεί να εξελίσσεται σε στενότερους εναγκαλισμούς -με πρωτοβουλία συνήθως του άντρα: σε επαφή και αίσθηση των ερωτογενών ζωνών των δυο σωμάτων, στη στύση του άντρα από το γοφό της γυναίκας και του όγκου και της πλαστικότητας του στήθους της γυναίκας από το στήθος του άντρα, πριν συχνά καταλήξει σε εμφανείς ερωτοτροπίες, σε χάδια που μπορεί να επεκτείνονται από τους γλουτούς μέχρι το στήθος, και σε ακραίες καταστάσεις κάτω από τα ρούχα, και φιλιά στα αυτιά, στο λαιμό, στα χείλη – συνήθως αδιαφορώντας για αδιάκριτα βλέμματα, χάριν της επίδρασης των ερωτικών ορμών και καθώς το ζευγάρια έχουν βυθιστεί στα πελάγη τους στιγμιαίου έρωτα τους.

Ήταν μια μικροκαμωμένη κοπέλα με χαμογελαστό χαριτωμένο πρόσωπο και λεπτά χαρακτηριστικά, κάτω από ένα καστανό, «αυστηρό καρέ» μαλλί. Το στυλ της ήταν σοφιστικέ και το ντύσιμο της επισημότερο για τα δεδομένα του πάρτι από την «ξανθιά» της προηγούμενης ώρας· φορούσε μια μίνι φούστα κάτω από μια σκούρα μάλλινη μπλούζα. Όταν της ζήτησα να χορεύαμε το «μπλουζ» της στιγμής κοιτούσε προς την κατεύθυνσή μας στο εσωτερικό του μαγαζιού. Δέχτηκε με χαρά και ένα χαμόγελο. Ο χορός δεν ξεπέρασε τα όρια της εξοικείωσης και δεν προσπαθήσαμε να υπερβούμε τους εαυτούς μας και τις συνθήκες της στιγμής. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, ανταλλάξαμε μερικές φιλικές κουβέντες, φλερτάραμε. Μου είπε ότι εργαζόταν ως κομμώτρια στο Halesowen, μια από τις απόμακρες δυτικές συνοικίες του Birmingham. Της έκανα ένα κομπλιμέντα για το μαλλί της, θα πρόσθεσα σίγουρα μερικές εξυπνάδες για την κομμωτική, χωρίς -πιστεύω- να αποκαλύψω τη στάθμη της μέθης μου. Γέλασε με την προσπάθεια μου να προφέρω Halesowen. Would you like to see each other again?την ρώτησα στο τέλος του χορού. Yeah, OK,’ απάντησε, με το ίδιο χαμόγελο που δέχτηκε την πρόταση χορού κι έγραψε σε ένα χαρτάκι το τηλέφωνο της. Την λέγανε Claire.

Η μουσική σταμάτησε. Το μαγαζί άρχισε να αδειάζει και το γκρουπ των κοριτσιών να διαλύεται. Η Claire έφυγε από τις πρώτες, αφού με χαιρέτησε με ένα κυματισμό της παλάμης. H αντρική παρέα μου προετοιμαζόταν να θεραπεύσει τη μέθη της, να καθαρίσει τη θολούρα στο κεφάλι και να ξεκουράσει τα αυτιά της. Θα φεύγαμε σε λίγο και εμείς, παραπατώντας προς το μεταμεσονύκτιο καζίνο -όπως ήθελε ο Θεοδόσης. Έξω από το μαγαζί, με τους ώμους ζαρωμένους από το διαπεραστικό κρύο της νύχτας, στεκόταν η «ξανθιά» κοιτάζοντας προς τη μεριά του φωταγωγημένου Town Hall και καπνίζοντας, με τον πήχη του ενός χεριού κάτω από το στήθος και τον αγκώνα του άλλου στηριγμένο στη μέση της. Φορούσε το ίδιο μπλουτζίν σακάκι στο οποίο χόρευε πριν λίγο. Με το μυαλό θολό και τη θέληση άγαρμπη, σκέφτηκα να της ζητούσα κι εκείνης να βρισκόμαστε και αν ήθελε να μου έδινε το τηλέφωνό της. Είπε κάτι ακατανόητο σε έντονο ύφος, κάτι από αντιζηλία, ίσως αναφερόμενη στο μπλουζ που χόρεψα με την Claire μετά τον σύντομο χορό μαζί της, και προφανώς παρατηρούσε.  Μου χαμογέλασε με κείνο το περίεργο και στραβό χαμόγελο που επιστράτευε τη μια μόνο άκρη των χειλιών, και το βαθύ, σαγηνευτικό, μπλε βλέμμα από τα μεγάλα στρογγυλά μάτια της, που το αλκοόλ είχαν προσδέσει ακόμα περισσότερο βάθος. Τελικά, χωρίς πολύ αντίσταση στην παράκληση μου έδωσε το τηλέφωνο της. Την έλεγαν J. ‘Plain J, no nonsense’, όπως είπε για μιαν J του Δουβλίνου ο Leopold Bloom του Joyce. Θυμήθηκα ότι είχε παιδιά, αλλά ήταν σε διάσταση με τον άντρα της. Το είχε αναφέρει σε κάποιο σημείο του χορού, αλλά όλα αυτά τα λόγια είχαν παραχωθεί στα περιθώρια της μνήμης από την ένταση της μουσικής και την επήρεια του αλκοόλ, μέχρι που επανήλθαν στην επιφάνεια στην σύντομη κουβέντα μας έξω από το μαγαζί.  

Έλεγα αργότερα στο Γιώργο, «Ρε, συ πιστεύεις ότι αυτή η ξανθιά είναι μητέρα δυο παιδιών;»  Μου απάντησε, με κατηγορηματικό ύφος αυτή τη φορά: «Ας την ξανθιά, ρε! Εσύ για τη μικρή, την καστανή θα πας!». Εκείνη τη στιγμή και δεδομένου του ad hoc και ευκαιριακού στόχου μου, μιας έστω προσωρινής αισθηματικής και αισθησιακής ολοκλήρωσης, συμφώνησα. Η μικρή καστανή με το καρέ μαλλί είχε προτεραιότητα. Τελικά, όμως, για καλό ή για κακό, τα παιχνίδια της ζωής τα έφεραν ούτως ώστε η «ξανθιά» να γινόταν η μητέρα και των δικών μου δυο παιδιών.

Monday, September 15, 2025

7 - Cherchez la Femme

 Μερικά κομμάτια στο παζλ της ζωής που ξεκίνησα στην Αγγλία άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους: υπήρχε κάποια στέγη πάνω από το κεφάλι μου, μια δουλειά για τα προς το ζην, έστω για το προβλέψιμο μέλλον, και μια απλή, επικούρεια ζωή από μικροχαρές με τους λίγους Έλληνες φίλους, την μπύρα και το ποδόσφαιρο, τα σινεμά. Για πολλούς ανθρώπους αυτά είναι υπεραρκετά για να γεμίσουν την ζωή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Από την άλλην, ο καιρός, οι γκρίζοι, συχνά μολυβένιοι ουρανοί, η βροχή, ταίριαζε αρμονικά με μιαν μελαγχολική και εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία. Ένα συναίσθημα ευφορίας που αυτόματα, αλλά ανεξήγητα, με κυρίευε ως παιδί και έφηβο τις βροχερές ή ομιχλώδεις μέρες της Θεσσαλονίκης φούντωνε μέσα μου με μεγαλύτερη συχνότητα. Με ταίριαζε απόλυτα ο καιρός της Αγγλίας που οι ντόπιοι τον καταριόταν. Αλλά έλειπε ένα μεγάλο κομμάτι: ο έρωτας μιας γυναίκας. Το ζήτημα της γυναικείας συντροφιάς ήταν κεντρικό , παρέμενε ανοικτό και γινόταν επιτακτικό -επιτακτικότατο!, δεδομένης της ηλικίας μου και μιας πολύμηνης στέρησης.  

Το άμεσο περιβάλλον του πανεπιστημίου εκείνον τον πρώτο καιρό (και, πράγματι, το κάθε περιβάλλον δουλειάς στο μέλλον) αποδεικνυόταν μη προσοδοφόρο. Κάτι αναμενόμενο άλλωστε στον τομέα που εντρυφούσα, παραδοσιακά επάλξεις που την κρατούσαν επί το πλείστον άντρες. Ο καλοσυνάτος και φιλικός ηλικιωμένος ασπρομάλλης τεχνίτης, στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης τεχνίτης, μου συστήθηκε το πρώτο πρωί που με είδε στο εργαστήριο, με το απαράμιλλο βρετανικό χιούμορ που τον διέκρινε: ο μορφασμός του πόνου στο πρόσωπο του, αφού του έσφιξα το χέρι στις συστάσεις με τη δύναμη που, χάριν στις παραινέσεις του πατέρα είχα από μικρός υιοθετήσει, με έκανε να γελάσω, και δημιούργησε ένα κλίμα οικειότητας, όπως με έκανε να καταλάβω τη σημασία που έχει το περίφημο βρετανικό χιούμορ σε όλες τις εκδοχές του στην καθημερινότητα. Σε κάθε ευκαιρία έκτοτε ο γέρο-τεχνίτης με διάφορα αθώα υπονοούμενα προσπάθησε να με συνδέσει ρομαντικά με τη μικρή, χαριτωμένη κοπέλα από την Κίνα, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ίδιο εργαστήριο, που ήταν και αυτή συχνά αντικείμενο των πειραγμάτων του. ‘You two, youd make a beautiful couple, I think!’ μας είπε με σοβαροφάνεια μετά από μια καλημέρα, ενώ είμασταν σκυμμένοι μπροστά στους υπολογιστές μας. Και γυρνώντας προς εμένα: ‘L, why wait and dont you ask A. out?’ Φυσικά χαμογελάσαμε ντροπαλά μεταξύ μας. Δεν είχα αντιμετωπίσει τέτοιου είδους χιούμορ από ανθρώπους που δεν με γνώριζαν καλά και σε ένα παρόμοιο περιβάλλον στην Αμερική και την Ελλάδα ίσως να είχε παρεξηγηθεί. Καθώς δεν είχα εξασκηθεί στην βρετανική ψιλοκουβέντα, ούτε διέθετα, ούτε μου είχε καλλιεργηθεί η ετοιμολογία, δεν βρήκα κάποιο ευφυολόγημα να απαντήσω αυτοστιγμεί. Αρκέστηκα στο αυτόματό μου χαμόγελο. Είναι αλήθεια όμως ότι η πρόταση του γερό-τεχνίτη είχε περάσει από το νου.  Με την Α., παρά τη χάρη, το γλυκό χαμόγελο και το λείο χλωμό δέρμα της, παρά την υποψία που έκρυβα ότι με έβρισκε ελκυστικό και δεν θα αρνιόταν μια πρόταση (βγαλμένη από τα σιωπηλά και λίγο αμήχανα χαμόγελα που συχνά ανταλλάσσαμε κάθε φορά που διασταυρώνονταν οι ματιές μας), είχε ένα απωθητικό στοιχείο: η οδοντοστοιχία της είχε την γκρίζα απόχρωση που συχνά διέκρινα στο χαμόγελο ανθρώπων από την Κίνα. Αυτό σε συνδυασμό με το πολιτιστικό χάσμα και την συχνά ανυπέρβλητη διστακτικότητά μου, σήκωσαν, προς το παρόν, ένα ακόμα φράγμα για μια φιλική και ρομαντική προσέγγιση.

Από την άλλη μεριά, οι επισκέψεις στο Tea Room της σχολής των «ανθρωπιστικών επιστημών» του φίλου πλέον Κώστα Μ, όπως και οι προσκλήσεις στα διάφορα φοιτητικά πάρτι στα οποία βρισκόμουν χάριν των διασυνδέσεων του Γιώργου και άλλων της ελληνικής παρέας, δεν απέδωσαν, εξαιτίας εν μέρει της χωρίς ιδιαίτερο κύρος και λούστρο επαγγελματικής θέσης που αιωρείτο ανάμεσα στο επίπεδο του φοιτητή και του ακαδημαϊκού στελέχους. Στο καθιερωμένο ετήσιο πάρτι για τον εορτασμό της μέρας του Guy Fawkes του Phil, του δεύτερου, νεότερου αλλά λιγότερου προσιτού τεχνίτη του εργαστηρίου, δραστήριου μέλους του Εργατικού Κόμματος, στον οποίο, παρά τις προοδευτικές αντιλήψεις που η κομματική του προσάρτηση υποδήλωνε, διέκρινα την ξενοφοβία, παραβρέθηκα χωρίς κάποιο «στήριγμα» και ένιωσα μιαν πολιτιστική απόσταση και αποξένωση· το γνώριμο από τα χρόνια στην Αμερική αίσθημα που κάποιος νιώθει μακριά από τον τόπο του. Και σε κείνη την συγκυρία, δεν κατάφερα να την γεφυρώσω την απόσταση από την εγγλέζικη παρέα παρά τα ποτάμια μπύρας από τα βαρέλια που ο Phil προμηθεύτηκε. Ξανακλείστηκα στο καβούκι μου, πριν επιτρέψω στο άδειο διαμέρισμα.

Είχα να πλαγιάσω δίπλα σε γυναίκα από εκείνη την μακρινή μαγιάτικη νύχτα με τη Χριστίνα στο Ναύπλιο. Η περίοδος ξηρασίας (ή αγαμίας, με την κυριολεκτική σημασία του όρου) είχε ξεπεράσει τον έναν χρόνο, πλησίαζε ανησυχητικά τον δεύτερο. Είχαν μεσολαβήσει μερικοί ατελέσφοροι, ερωτικοί ακροβολισμοί στο μεσοδιάστημα, αλλά αυτοί δεν πρόσθεταν σημαντικά στον πλούτο (ή τη φτώχια) των ερωτικών εμπειριών, που τόσο σε πληθώρα όσο και ποιότητα απαιτεί η ακμή της ζωής ενός άντρα. Στην περίπτωσή μου, και με κάθε βασικό κριτήριο κρινόμενη, πλην αυτών της κοινωνικότητας και της ικανότητας στη σαγήνη και του «ξελογιάσματος» μιας γυναίκας με λόγια και εξυπνάδες, η ένταση της ερωτικής ζωής βρισκόταν σε κάποια δυσαναλογία τόσο ως προς την εμφάνιση, όσο και ως προς τις διανοητικές ικανότητες. Προφανώς, είχα τραγικά υποτιμήσει τον ρόλο του λέγειν και της κοινωνικότητας. Είτε, ίσως, το ειδικό βάρος της εμφάνισης και του πνεύματα σε δυνητικές σχέσεις με το άλλο φύλο να μην είναι τόσο σημαντικό, ίσως, τα τραύματα από το φανταριλίκι, η αγωνία για το μέλλον, η δεύτερη μετανάστευση σε ξένη χώρα και κουλτούρα και ο αγώνας για το χτίσιμο του μέλλοντος μέσα από μιαν στείρα καθημερινότητα που κυλούσε αδιάκοπα και αναξιοποίητα και ασυνείδητα, να συντελούσαν τότε σε σημαντικότερο βαθμό.

Είναι αλήθεια ότι τότε δεν ένιωθα μιαν απογοήτευση και το αίσθημα ματαίωσης και την απελπισία που συχνά με κυρίευα στα τελευταία στάδια της εφηβείας στην απέλπιδα αναζήτηση του πρώτου έρωτα, της πρώτης φοράς. Εκείνη η «παρατεταμένη αγαμία» δεν με πτοούσε. Δεν κουβαλούσα το στίγμα του παρθένου και είχα αγαπήσει και μια και δυο φορές στο παρελθόν. Η ζωή άλλων γύρω μου ως σημείο αναφοράς με παρηγορούσε, καθώς, έβλεπα, ότι υπαρξιακές καταστάσεις ανάλογες και χειρότερες σε άλλους και μάλιστα σε γονιμότερες από τη δική μου φάσεις ζωής. Το ότι δεν με είχε κυριεύσει απελπισία τότε δεν σήμαινε, πάντως, παραίτηση και έλλειμμα βούλησης στην κατεύθυνση ενός τόσο σημαντικού στόχου στη ζωή, όπως είναι η σύναψη ερωτικών σχέσεων. Ωστόσο, η συμμετοχή στις κοινωνικές εκδηλώσεις της ελληνικής παρέας, με συναδέρφους και φίλους σε πάρτι, στο μεσημεριανό φαγητό, στην μπύρα των Σαββατοκύριακων σε pubs, αποδεικνύονταν μη αποτελεσματικές τεχνικές, αφενός εξαιτίας του αριθμού και της ποιότητας των προσιτών γυναικών, αφετέρου εξαιτίας των εγγενών δυσκολιών που ένας εσωστρεφής χαρακτήρας αντιμετωπίζει σε εκδηλώσεις που εμπλέκουν πλήθος ανθρώπων γύρω του σε δημόσιους χώρους. Εσωστρεφείς και συνεσταλμένες προσωπικότητες με κάποιο πνεύμα, κουλτούρα και ανατροφή, μια στοιχειώδη αυτοεκτίμηση, νιώθουν περισσότερο απλόχωρα και αντεπεξέρχονται, είτε σε τετ-α-τετ συναντήσεις με το άλλο φύλο, είτε σε κοινωνικά περιβάλλοντα με μικρό αριθμό συνδαιτημόνων, εκ των οποίων τουλάχιστον με έναν ή με περισσότερους, υπάρχει οικειότητα. Η μπύρα μπορεί να βοηθούσε σε μερικές περιστάσεις, αλλά προκειμένου να καταφέρω να ξεπεράσω και τα τελευταία φράγματα αναστολών στην επικοινωνία, με οδηγούσε σε τέτοια περιβάλλοντα στη μέθη  σε αρνητική ανάδραση και ανάκρουσα, και καμιά φορά σε ταπείνωση μπροστά στα μάτια άλλων που η μέθη τείνει να αγνοεί ότι σε παρατηρούν.  

Όφειλα στον εαυτό μου, προκειμένου να συμπληρώσω το λεγόμενο παζλ για το εγγύς μέλλον, να διερευνήσω εναλλακτικές λεωφόρους επαφών με το άλλο φύλο. Το μάτι μου πήρε τις στήλες με μικρές αγγελίες στις τοπικές και εθνικές εφημερίδες, από άντρες και γυναίκες, που επιθυμούσαν ραντεβού (με το άλλο ή το ίδιο φύλο). Ήταν μια ευκαιρία που άξιζε υπό τις περιστάσεις να αξιοποιηθεί. Η αρχική επαφή θα γινόταν με αλληλογραφία, καθώς σε κείνη την εποχή που το ίντερνετ βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Και ο γραπτός λόγος βέβαια προσφέρεται ως μέσο επικοινωνίας για κοινωνικά αδέξιους ανθρώπους. Επιθυμητή βέβαια ήταν πάντα η φωτογραφία -εκατέρωθεν. Η διαδικασία, ανώνυμη και στεγανή από τον κύκλο των φίλων και συναδέρφων σε μια μεγάλη πόλη, ταίριαξε στη συνεσταλμένη ιδιοσυγκρασία μου και αποφάσισα να την υιοθετήσω.

Εκείνους τους πρώτους μου φθινοπωρινούς μήνες στην Αγγλία «αλληλογράφησα» με αρκετές κοπέλες. Το ποσοστό αυτών που μου απάντησαν στις προσκλήσεις μου ήταν υψηλό, καθώς ο γραπτός μου λόγος ήταν προσεκτικός, αλλά κυρίως γιατί εσώκλεια μια καλή φωτογραφία μου από τις τελευταίες μέρες της θητείας. Η πρώτη περίπτωση, μια ελληνικής καταγωγής κοπέλα από το Λονδίνο, λόγω κυρίως απόστασης και των περιορισμένων οικονομικών μου δυνατοτήτων, δεν προχώρησε πέρα από μιαν ανταλλαγή επιστολών. Με τη δεύτερη, μια Gina, κλείσαμε ένα ραντεβού γνωριμίας, μια καθημερινή μετά τη δουλειά σε ένα pub του κέντρου της πόλης. Η Gina φορούσε ένα ελκυστικότατο ντεκολτέ  κάτω από ένα ξεκούμπωτο στενό, αλλά και ένα δυσανάλογα μακρύ πηγούνι· κατά τη συνάντηση μεταξύ μας, η διακριτικότητα μου έχοντας χαλαρώσει μετά τη δεύτερη μπύρα, δεν κατάφερα να αποφύγω να κινώ τη ματιά μου από το ελκυστικό σημείο της ανατομίας της στο άλλο το λιγότερο ελκυστικό, μέχρι που με ρώτησε, για να νιώσω προσωρινή αμηχανία: ‘Why do you keep looking at my face like this?’ Η απόσταση αυτόματα μεγεθύνθηκε. Πριν το τέλος της βραδιάς ο λόγος και η ψυχραιμία μου ανάκαμψαν και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε, αλλά στο τηλεφώνημα που επακολούθησε μετά από λίγες μέρες, αν και δεν απέρριψε κάθετα το κάλεσμα για ανανέωση της γνωριμίας μας, διέκρινα στην φωνή της αρνητική διάθεση, και μετά από έναν σύντομο και κρύο χαιρετισμό εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια. Εκ των υστέρων σκεφτόμουν ότι όφειλα σε αυτό το εγχείρημα να διατηρούσα την αξιοπρέπεια μου και μίνιμουμ standards.

Ένα δεύτερο ραντεβού ακολούθησε μετά από λίγες μέρες: με την Denisse, μια Ιρλανδέζα σιδηροδρομική υπάλληλο. Η σχέση μας προχώρησε λίγο παραπέρα από το πρώτο ποτό γνωριμίας σε pub. Τη δεύτερη φορά βρεθήκαμε σε πιτσαρία. Έφερε μαζί, όπως με είχε προειδοποιήσει, μια φίλη της. Υπέθεσα ήθελε κάποια δεύτερη, αντικειμενική γνώμη για μένα. Τους κέρασα την πίτσα παρά την οικονομική στενότητα. Έδειχνε ενθουσιασμένη από τη γνωριμία μας, αν και από τους τρόπους της έλειπε η διαχυτικότητα. Αυτοί είχαν κάποιο δισταγμό και ψυχρότητα. Ο λόγος της ήταν απλός, αμυντικός, με κενά σιωπής, όπου περίμενε από μένα να πάρω την πρωτοβουλία για να συνεχιστεί η ροή της κουβέντας. Τρόποι, εν ολίγοις, ανθρώπου που του λείπει η αυτοπεποίθηση. Εμφανισιακά δεν διέθετε κάποιο αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό. Γεμάτο πρόσωπο και σώμα, καστανόξανθα ίσια μαλλιά που έπεφταν άκομψα στους ώμους, ανάστημα μεγαλύτερο από το επιθυμητό για τον χαμηλού-μέτριου δικού μου, δηλαδή μόλις ελαφρά κοντύτερο από το δικό μου. Στην τρίτη μας συνάντηση δέχτηκε την πρόταση να έρθει στο διαμέρισμά μου, μετά από μερικά ποτά στο Old Orleans λίγο παραπέρα. Κάναμε έρωτα. Καθισμένη πάνω μου, μετά από μερικές κινήσεις τέλειωσε, ενώ εγώ απολάμβανα τις κινήσεις του τέλειου, λευκού της στήθους. Πρόσφερα το σχετικό κομπλιμέντο. Στο τέλος, πλαγιασμένη δίπλα μου εκμυστηρεύτηκε το ιατρικό πρόβλημα στην ερωτική της περιοχή, που την έτρωγε και την ανησυχούσε. Στον αποχαιρετισμό μας, που θα ήταν και ο τελευταίος, κρατώντας τα χέρια μου είπε: ‘Please, stick with me, L!’ Δεν της ξανατηλεφώνησα, και ένιωσα άσχημα για αυτό. Την είχα απορρίψει κατά βάθος απορρίψει εξαιτίας του προβλήματος υγείας που την βασάνιζε, και πάλεψα με τον οίκτο που ένιωσα, πάλεψα με τη σιωπή μου απέναντι σε έναν άνθρωπο ειλικρινή, και που κατά τα φαινόμενα θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει και ερωτευτεί. Ο εγωϊσμός και ένας λανθάνων κυνισμός που λίγο-πολύ όλοι κουβαλάμε είχαν κερδίσει την πάλη των αισθημάτων μέσα μου. Αν παράτεινα τη σχέση, ο χωρισμός για τον αδύνατο χαρακτήρα σαν του λόγου μου θα γινόταν δυσκολότερος στο μέλλον.

Η τακτική γνωριμιών διαμέσου «μικρών αγγελιών» που είχα υιοθετήσει θα αναβαλλόταν για ένα διάστημα καθώς πριν τα Χριστούγεννα του 1992 τα πράγματα στο θέμα αυτό θα έπαιρναν μιαν αναπάντεχη τροπή, που θα αποδεικνυόταν καθοριστική για το υπόλοιπο της ζωής.

Monday, September 8, 2025

6 - Πασατέμπο

Το άχαρο επαγγελματικό κομμάτι της ζωής μου προχωρούσε χωρίς πολλούς κλυδωνισμούς. Είχα αρχίσει να κερδίσω κάποια επιστημονική εκτίμηση ανάμεσα στους λίγος εγγύς συνεργάτες παρά το περιθωριακό πεδίο έρευνας που σχεδόν αποκλειστικά μου ανατέθηκε. Δεν ήταν κάτι που θα ενθουσίαζε κάποιον ακόμα φιλόδοξο επιστήμονα. Και βρισκόμουν νωρίς στην πορεία του συμβολαίου για οποιεσδήποτε ανησυχίες για το μέλλον.

Μια στοιχειώδης κοινωνική βάση, η παρέα φίλων γύρω από τον Γιώργο, είχε δημιουργηθεί. Παρά τη διαφορετική εντύπωση που δημιουργούσε η φυσιογνωμία, η ατημέλητη εμφάνισή, και καμιά φορά οι τρόποι και συμπεριφορά του, ο Γιώργος είχε πολιτιστικά ενδιαφέροντα, και μάλιστα φαίνονταν νεωτεριστικά σε κάποιον σαν και μένα που το πρόσφατο παρελθόν είχε καταχωνιαστεί στην υποκουλτούρα και πολιτιστική αποχαύνωση της φανταρίστικης ζωής. Όπως στα παιδικά χρόνια ο Billy, έτσι και τώρα ο Γιώργος με συνέστησε σε πρωτόγνωρα ακούσματα και νέες μουσικές διαστάσεις. «Άκουγε» και του άρεσαν οι Bruce Springsteen, Nick Cave, και άλλοι, από το πλούσιο και ανεξερεύνητο αγγλοσαξονικό μουσικό κόσμο, καλλιτέχνες παγκόσμιου βεληνεκούς αλλά άγνωστοι σε μένα -τον γενικά μουσικά απαίδευτο. Θα με έπαιρνε χρόνια για να τους εντάξω και στη δική μου μουσική βιβλιοθήκη, να εκτιμήσω και αγκαλιάσω ρεύματα και τεχνοτροπίες, μαζί με την κλασική μουσική που άρχισε το μουδιασμένο αυτί ενός ερασιτέχνης φιλόμουσου να ξανακούει μετά από χρόνια. Αλλά και στον κινηματογράφο, ο Γιώργος με έσερνε, πάντα με πρωτοβουλία του, ώστε να δούμε πρωτοποριακές ταινίες ανεξάρτητης παραγωγής, σε μικρές και μη εμπορικές αίθουσες του Ascot ή του πανεπιστημίου, που προσέλκυαν κουλτουριάρηδες φίλους του σινεμά.

Από την άλλη μεριά, αυτή τη φορά χωρίς την παρακίνηση του Γιώργου, ανέσυρα από το παρελθόν το άλλο πάθος μου που διαχείμαζε τα τελευταία χρόνια: το πάθος για το ποδόσφαιρο. Από τις πρώτες μέρες έπαιξα την μπάλα που ήξερα, με βροχή και κρύο, στα γήπεδα του Πανεπιστημίου. Με συναδέρφους και φοιτητές, Εγγλέζους, Ουαλούς, Βραζιλιάνους, Γερμανούς. Ακόμα βαστούσαν το πόδια μου.  Διαισθανόμουν ότι τέτοια δραστηριότητα θα περνούσε σιγά-σιγά στο περιθώριο και η αγάπη για το ποδόσφαιρο, από την ενεργή συμμετοχή σε παιχνίδια, την τόσο απαιτητική για το κορμί, θα μετασχηματιζόταν σταδιακά σε παθητική θέαση και θα περιστρεφόταν τελικά γύρω από μιαν καθημερινή ατέρμονη ποδοσφαιρική φιλολογία που γοητεύει και απορροφά οπαδούς.

Ένα φθινοπωρινό Σαββατιάτικο απόγευμα, γκρίζο και μουντό όπως αρμόζει στην Αγγλία των ονείρων μου, ανάμεσα στη βροχή που προηγήθηκε και το σούρουπο που κόντευε, διάβηκα την είσοδο του Old Varsity Tavern, του ιστορικού και μεγαλοπρεπούς pub του Edgbaston -ανάμεσα στους δύο επιβλητικούς τετράγωνης διατομής στύλους που στήριζαν το μικρό ημικύκλιο μπαλκόνι με κίονες. Περισσότερο για μια μοναχική μπύρα και περισυλλογή που το βάρος των γκρίζων ουρανών απ’ έξω απαιτούσε, λιγότερο για το θέαμα που εκτυλισσόταν στην τεράστια λευκή πάνινη οθόνη σε ένα από τους τοίχους του pub, μπροστά από τα υαλογραφήματα των μεγάλων παραθύρων. Ο απέραντος χώρος του pub τέτοια ώρα ήταν σχετικά ήσυχος και με λίγο κόσμο. Μουσική δεν έπαιζε. Μόνον η φωνή του εκφωνητή ακουγόταν που μόλις ξεχώριζε πάνω από τις ιαχές, τα συνθήματα και τα τραγούδια των φιλάθλων. Το παιχνίδι: Liverpool-Manchester United. Σύγκρουση δυο γιγάντων του αγγλικού ποδοσφαίρου, κεντρικό παιχνίδι κάθε χρόνο στο ημερολόγιο του πρωταθλήματος.

Τα μυαλό μου επέστρεψε επτά χρόνια πίσω, στο Heysel, στο τελευταίο παιχνίδι της Liverpool με την Juventus που έτυχε να παρακολουθήσω στην ελληνική τηλεόραση: στην τραγωδία πριν την έναρξη του αγώνα, στην φωνή του καταβεβλημένου από το συμβάν που προηγήθηκε Διακογιάννη να εκφράζει στο τέλος την αγανάκτησή του για την μεροληψία του διαιτητή σε έναν αγώνα που δεν έπρεπε καν να παιχτεί. Ήμουν ένθερμος οπαδός των Αγγλικών ομάδων στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ειδικά της Liverpool πριν από όλες, που μέχρι τουλάχιστον το Heysel κυριαρχούσε στο αγγλικό και ευρωπαϊκό στερέωμα. Οι λόγοι της προσωπικής μου συναισθηματικής συνάφειας με το club ήταν συγκεχυμένοι· ή, τουλάχιστον, όχι τόσο ξεκάθαροι όσο η φανατική υποστήριξη ως παιδί της ομάδας της πόλης που γεννήθηκα. Ίσως, να ήταν τα ολοκόκκινα χρώματα και η σύνδεση με το εφήμερο επαναστατικό μου παρελθόν, ίσως να ήταν οι εργατικές ρίζες του club και οι παρεμφερείς συνειρμοί με πολιτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις, ίσως να είχα επηρεαστεί από τις εκφωνήσεις και αφήγηση του Διακογιάννη στα ματς των ευρωπαϊκών κυπέλλων, που, αν και γενικά κοσμοπολίτης και μάλλον ελιτιστής, μιλούσε σε κάθε ευκαιρία με θαυμασμό για την Liverpool, για την «μεγάλη ποδοσφαιρική της οικογένεια», για τις ρίζες και την ιστορία της, για τον «σοσιαλιστικό» τρόπο παιχνιδιού της -ο καθένας για όλους, όλοι για τον ένα.

Στο μουντό απόγευμα του Σαββάτου, λοιπόν, στη γκρίζα ατμόσφαιρα του Birmingham, στο μισοσκότεινο pub, τα συναισθήματα, στο ευρύ τους φάσμα από την χαρά μέχρι την απογοήτευση, παλλόταν με τη ροή του παιχνιδιού –τις ευκαιρίες και τα γκολ, τις ιαχές και τα τραγούδια από τους οπαδούς, τη διαμόρφωση της φωνής του εκφωνητή· συναισθήματα που μεγεθύνονταν από την επίδραση του αλκοόλ. Από κείνες τις στιγμές, τα μουντά ή, ακόμα καλύτερα, βροχερά απογέματα του εγγλέζικου ποδοσφαίρου στη ζεστασιά ενός pub, ασκούσαν μιαν ακατανίκητη έλξη: για την εμπειρία και μόνο της έντασης, του εύρους και συχνά της διάρκειας των συναισθημάτων που μου ασκούσαν. Προϋπόθεταν τέτοιες συναισθηματικές εκστάσεις, την πιστή, ατομική και εσωτερική, και χρωματισμένη από τη σχετική φιλολογία που τη συνοδεύει, ένθερμη υποστήριξη μιας ομάδας, της Liverpool εν προκειμένω, όπως ήταν ο Άρης των παιδικών μου χρόνων. Ένας ένθερμος οπαδός ξαναγεννιόταν, όσο ετεροπροσδιορισμένη και ασαφών αιτιών να είναι η προσήλωση στο club που διάλεξα να υποστηρίζω εφεξής.