Thursday, August 28, 2025

5 - To Σώμα των Ομοεθνών

Με την αρωγή του Γιώργου και της μπύρας εντάχθηκα ομαλά στον κύκλο των γνωριμιών και φίλων του που αποτελείτο κυρίως από Έλληνες μεταπτυχιακούς φοιτητές, επί το πλείστον από οικογένειες κάποιας σεβαστής οικονομικής επιφάνεια. Ανάμεσα τους ήταν ένας Γρηγόρης από την Αθήνα, πλουσιόπαιδο κατά τα φαινόμενα, ο οποίος βρισκόταν στα τελευταία στάδια του μεταπτυχιακού του. Αεράτος, ακριβά ντυμένος, «δεσμευμένος» με κάποια Ελληνίδα μετά από σειρά σχέσεων εδώ και εκεί, μας ανέλυσε σε μια από τις εξόδους μας με το αυτοκίνητό του σε ένα παραδοσιακό pub της Black County, τι ξεχώριζε τις Αγγλίδες από τα θηλυκά της πατρίδας μας και εν μέρει του υπόλοιπου κόσμου: τα μακριά ωραία πόδια κάτω από μεστά στήθη, σε ένα λεπτό και γενικά μικροκαμωμένο κορμί. Αποτελούσε ένα αυθαίρετο και ανεξακρίβωτο στατιστικά το συμπέρασμα εκείνο, αλλά συμφώνησα τότε μαζί του στο τραπέζι -με τις μπύρες και το pub grub, ότι καλοσχηματισμένοι γλουτοί και πισινός, είναι από τα πρώτο σημεία στο σώμα μιας γυναίκας όπου οφείλαμε, ως αρσενικά στην σεξουαλική ακμή τους, να εστιάζουμε την προσοχή, απλώς για να απολαμβάνουμε και καταγράφουμε στο νου τη θέα τους, ενδεχομένως να διεγειρόμαστε, και ως κίνητρα γνωριμίας και σχέσης. Από την παρέκταση αυτών των καμπυλών συχνά προκύπτουν και άλλα χαρίσματα του γυναικείου κορμιού.

Λίγο καιρό πριν από τα πρώτα Χριστούγεννα μου στην Αγγλία, ενόψει της αναχώρησης του για την Ελλάδα και της κατάταξής του στον στρατό, ήπιαμε με εκείνον τον Γρηγόρη μερικές τελευταίες μπύρες στο Hibernian όπου, παρά την παρουσία της συντρόφου (ή κάποιας από τις συντρόφους του), προσπαθήσαμε να επαληθεύσουμε τις θεωρίες περί του σώματος των Αγγλίδων (ή ρατσιστικά συγγενών Ιρλανδέζων από τις οποίες θα έβριθε ο χώρος) μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς αρκετών Guinness. Στο διπλανό χώρο του pub έπαιζε φολκλόρ Ιρλανδέζικη μουσική, διακεκριμένη για τη μονοτονία της. (Η Guinness, διαπίστωσα εκείνο το βράδι, μπορεί να μην δημιουργούσε το βόμβο και το φούσκωμα των μεστών αεριούχων μπυρών, όπως όταν πίνονται παγωμένες το ελληνικό καλοκαιράκι, αλλά η πόση της προσέδιδε φιλοσοφία και εμβάθυνση στο λόγο και τις συζητήσεις που συνόδευε, όπως και ενδοσκόπηση και αυτοεξέταση όταν πίνεται μοναχικά. «Καθάριζε» τον νου, όπως λέγεται.) Η θεωρία περί σωματικών χαρισμάτων των Αγγλίδων και άλλων Βρετανικών φυλών παρέμεινε αναπόδεικτο.

Στο ίδιο κοινωνικό συμβάν γνώρισα και τον Θεοδόση με μια προσωπικότητα στον αντίποδα αυτής του Γρηγόρη. Μόνιμα αξύριστος με τα μαλλιά του ακατάστατα από τον ύπνο της προηγουμένης, με μια λέξη ατημέλητος, ήταν ένας λούμπεν μποέμης Φυσικός, που δυστυχώς είχε εθιστεί στον τζόγο. Εκείνο τον χειμώνα κατάφερε μερικές φορές και μας έπεισε να τον συνοδεύσουμε στο κεντρικό καζίνο της πόλης ως καλεσμένους τους, για να δοκιμάσει κάθε φορά μιαν καινούργια συνταγή επιτυχίας στο blackjack ή την ρουλέτα -βασισμένη σε κάποιον αναπόδειχτο «μαθηματικό» αλγόριθμο του. Εκεί αφού ποντάραμε και εξαντλούσαμε τα μικρά ποσά -και μόνον αυτά που προνοητικά κρατούσαμε μαζί μας, τον περιμέναμε με τις ώρες να χάσει πολλαπλάσια. Φαίνεται ότι την ψυχή του συνέπαιρνε ένα νιχιλιστικό Ντοστογιεφσκικό πάθος και μια έκσταση, που έκρυβαν βαθιά μέσα την λανθάνουσα την επίγνωση μιας τραγικής κατάληξης. Τελικά παίρναμε, με ψυχές άδειες από συναισθήματα, πέρα από αυτό της απογοήτευσης για τον Θεοδόση, την αποτυχία του «κερδοφόρου» αλγορίθμου και μιας αίσθησης αηδίας ανάμεσα στους υπόλοιπος, για το άτοπο και φρούδο του εγχειρήματος ενός άκοπου πλουτισμού, το δρόμο για το μίζερο διαμέρισμα του Moseley που μοιραζόταν με τον Γιώργο, όπου θα παρηγορούσαμε τους καημούς από τη χασούρα με κάποια μποτίλια αλκοόλ. Για την καθημερινή του έρευνα με τα ραδιενεργά ισότοπα του βηρυλλίου, και μας μιλούσε για την τοξικότητα και την καρκινογένεση που προκαλούν, με το θάρρος του ανθρώπου που αψηφούσε τις αρρώστιες και το θάνατο.  Ήταν ένας μηδενιστής.

Τακτικός της παρέας ήταν και ο Κώστας ο Μ, ένας λιγομίλητος, εξαιρετικά βαρύς και εκνευριστικά χαλαρός, αλλά γενικά ευδιάθετος και συμπαθής Βυζαντινολόγος. Σε κάθε ερώτημα που του απευθυνόταν, σε κάθε προσπάθεια εκμαίευσης κάποιας σκέψης ή άποψης, μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα, όπου ο Κώστας κοιτούσε κατάματα τον συνομιλητή του χωρίς κάποιο νεύμα ή να αρθρώσει λέξη, ώστε εκείνος να αναρωτιέται αν τον είχε ακούσει. Στην αρχή έτεινα να συμπεράνω ότι πιθανόν εξαιτίας ενός εγγενούς αργόστροφου μυαλού να χρειαζόταν χρόνο να αφομοιώσει το νόημα του ερωτήματος. Σε τετ-α-τετ κουβέντες μαζί μου, ήταν ουκ ολίγες οι φορές, όπου στα παρατεταμένα διαλείμματα σιωπής και του ατενούς βλέμματος που τα συνόδευε, αναγκαζόμουν να επαναλάβω το ερώτημα ή τη γνώμη με την προσδοκία μια απόκρισης, στην επίπονη προσπάθεια διαλόγου μαζί του. Στο τέλος ο Κώστας εκφραζόταν! Μετά από παύσεις που μόνο σε αυτόν ή όσων τον γνώριζαν καλά δεν φαινόταν να προκαλούν αμηχανία. Ο Κώστας είχε λαλιά και μιλούσε! Και τις περισσότερες φορές, είναι αλήθεια, με μεστό και κατηγορηματικό λόγο που δεν επιδεχόταν περαιτέρω αντίρρησης ή κάποιου εύκολου αντιλόγου, μερικές φορές με το ιδιότυπο χιούμορ που διακρίνει βαριούς και λιγομίλητους ανθρώπους, με πνεύμα και βάθος σκέψης σε αντίστροφη αναλογία με την ετοιμότητα του λόγου και την ευστροφία.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κώστας Μ, ως υποψήφιος διδάκτορας μιας σχολής στους κόλπους της οποίας φοιτούσαν και κυκλοφορούσαν πολλές γυναίκες, προσέλκυε ένα ευρύ κύκλο αδέσμευτων Ελλήνων στο Tea Room της σχολής του, με την κρυφή ελπίδα σχετικών γνωριμιών. Ο καλός και καλοπροαίρετος φίλος Γιώργος, ως ενταγμένος από καιρό σε εκείνο τον κύκλο, συχνά με συνόδευε με επίγνωση της συναισθηματικής μου κατάστασης, του, ας πούμε, ρομαντικού κενού στη ζωή μου. Το έκανε για μένα, ενώ δεν παρέλειπε παρεμπιπτόντως και σε κάθε ευκαιρία να αναφέρει το όνομα της πιστής του Βιβής, του μόνιμου και σοβαρού δεσμού που είχε στην Ελλάδα, με την οποία ήταν στο τηλέφωνο καθημερινά· που τον περίμενε και την περίμενε.

Ο Δρ. Κ δεν εμφανιζόταν στο Tea Room της σχολής των λεγόμενων ανθρωπιστικών επιστημών, καθώς αφιέρωνε τα μεσημεριανά διαλείμματα να συντρώει με παρέα ομολόγων του -ανθρώπων του επαγγελματικού επιπέδου του ή υψηλότερου. Ένας άλλος όμως λέκτορας, ο Δρ. Β, μηχανολόγος από την Αθήνα, εμφανιζόταν περιστασιακά τα μεσημέρια σε κείνο τον χώρο. Ήταν ψηλός, αθλητικός, κομψός, γραββατωμένος, σε ένα ακριβό κουστούμι, και ευπροσήγορος. Είχε πρόσωπο με έντονα αρρενωπά χαρακτηριστικά, δασύ φρύδια και ένα πλατύ στόμα που υγραινόταν στις γωνίες των χειλιών ενώ μιλούσε, αλλά αυτά σε συνδυασμό με την εμφανή αυτοπεποίθηση και την προεδρία που είχε αναλάβει για ένα διάστημα του παραπαίοντος συλλόγου των Ελλήνων του πανεπιστημίου, δεν τον εμπόδιζαν (αντίθετα τον βοηθούσαν) στο να καταγράφει επιτυχίες ανάμεσα στον γυναικείο πληθυσμό της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό αντίθεση με τον στερημένο σε αυτόν τον τομέα συνάδερφό (και λόγω αυτών των επιτυχιών με το άλλο φύλο, αντίζηλο) Κώστα Κ. Ο Δρ. Β πίστευα ότι επιζητούσε την παρακατιανή παρέα μας για μια μικρή γεύση από την πατρίδα που φαινόταν να του λείπει, μάλλον για συναισθηματικούς και οικογενειακούς λόγους, και ίσως λόγω κάποιας αποξένωσης από το επαγγελματικό περιβάλλον της σχολής του. Καταγόταν από  πλούσια οικογένεια επιχειρηματία-λεωφορειατζή πατέρα των βόρειων αθηναϊκών προαστίων, ήταν σπουδαγμένος «καλά» σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων, και ένα MBA το κερασάκι στην τούρτα των σπουδών του, έχοντας αποφύγει κατά κάποιο τρόπο τη δεκαοκτάμηνη αγγαρεία των στρατιωτικών υποχρεώσεων από την οποία είχα πρόσφατα απολυθεί, και δεν δίσταζε να επιδεικνύει τόσο την εύπορη καταγωγή του, όσο και τις ανάλογες συντηρητικές πολιτικές πεποιθήσεις του. Είχα μάλλον κερδίσει την συμπάθειά του, καθώς σε κάθε ευκαιρία μου παρείχε διακριτικές επαγγελματικές συμβουλές, και με σεβασμό στο παρελθόν και τις απόψεις μου: να κάνω ένα MBA που «θα μου άνοιγε τα μάτια», να κοιτάξω για μια καριέρα έξω από το πανεπιστήμιο διότι «αυτό ξεζουμίζει νέους επιστήμονες με ψίχουλα αποδοχών πριν τους αποβάλει». Πιστεύω καλοπροαίρετα, αν και όπως με τον Κώστα Κ, διέκρινα μιαν αφ’ υψηλού στάση. Ίσως να επιδρούσε, στην περίπτωση και εκείνης της συναναστροφής μου με τον Δρ. Β το λανθάνον αίσθημα κατωτερότητας που άρχισε να μου καλλιεργείται απέναντι σε συνομήλικους που είχαν κάνει άλματα προόδου στις καριέρες τους.

Τελικά, ο Δρ. Β παραιτήθηκε από την ακαδημαϊκή του θέση για να επιστρέψει σε μιαν υψηλότερης βαθμίδας στην Ελλάδα, που όπως μας έλεγε την μαγείρευε και τον περίμενε από καιρό, έχοντας παρακάμψει κάπως την τυπική προϋπόθεση της εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας. Τον είδαμε για τελευταία φορά στο γεύμα στο Ulysses, το ελληνικό εστιατόριο με την ζωντανή μουσικά και το τουριστικό μενού, που είχε γίνει πόλος συγκέντρωσης Ελλήνων φοιτητών τα σαββατόβραδα. Είχε σε ανύποπτο χρόνο δημιουργήσει έναν σοβαρό δεσμό με μιαν νεόφερτη όμορφη φοιτήτρια, που εξαρχής αποτελούσε επίκεντρο της προσοχής και κρυφών πόθων τoυ συνόλου της αντρικής κοινότητας που σύχναζε στο Ulysses, για ελληνικό κέφι και σχέσεις. Στο τέλος της βραδιάς συνοδέψαμε το ζεύγος έξω από το εστιατόριο όπου μας επέδειξε το καινούργιο του αυτοκίνητο, ένα Mercedes C Class, που θα οδηγούσε στην Ελλάδα. Πολλοί συνομήλικοί, ο Δρ. Κ κι εγώ ανάμεσα τους, ζηλέψαμε. Ήταν ο high flyer, o alpha male Έλληνας, με έναν καλοσχεδιασμένο και καλοστρωμένο δρόμο στη ζωή. 

Tuesday, August 12, 2025

4 - Πολλές Μπύρες

Σύντομα o Γιώργος με εισήγαγε, με τον ίδιο αργό και βαρύ όσο και αβίαστο ρυθμό που διέκρινε τις κινήσεις και περπάτημά και την γενικότερη προσέγγιση του στην καθημερινότητα, στην κοινωνική ζωή και κουλτούρα της Αγγλίας, όπως χρονικά και τοπικά αυτές επικεντρώνονταν στα pubs και το πόσιμο της μπύρας στο Edgbaston: το ιρλανδικό Hibernian, το Old Varsity Tavern στο Selly Oak, και αλλού, ανέκαθεν σε κάθε γωνιά της Βρετανίας. Ήταν η πρώτη φορά που στην παρέα του Γιώργου, στο Student Union του Πανεπιστημίου ένα Σαββατιάτικο απόγευμα, αφού είχα πληρωθεί, ένιωσα έναν αναζωογονητικό βόμβο και μιαν υπερβατική μακαριότητα που η επίδραση αρκετών pints κρύας, φτηνής μπύρας, φέρνει σε έναν αφυδατωμένο και νηστικό οργανισμό -όπως την φανταζόμουν στις μεθυσμένες περιηγήσεις του Jack Kerouac,. Ήταν η πρώτη ευκαιρία αυτού που λέμε «μπυροκατάνυξη» στην νέα μου πατρίδα. Αν και πάντα διακαής φίλος της μπύρας, όταν πίναμε σε φοιτητικές παρέες, από τότε που το αλκοόλ με την ενηλικίωση έγινε αναπόσπαστο συστατικό της κοινωνικής μου ζωής (και πολλές φορές αντίβαρο για την αντιστάθμιση της αντικοινωνικότητας μου), η κατανάλωση της στο φοιτητικό ή φανταρίστικο παρελθόν ήταν βραδινή και συνοδευόταν από γεύματα. Δεν ήταν το «ξεροσφύρι», όπως λένε, όπως φανερώθηκε εκείνο το μεσημέρι ως παράγον ψυχικής ανάτασης, ως πρωτόγνωρη διάσταση στην επήρεια του αλκοόλ, της μπύρας ειδικότερα, ως μέσο αντιμετώπισης της ύπαρξης για τις λίγες στιγμές της ευθυμίας που προσφέρει μέσα από διαφορετικό πρίσμα.

Την ακολούθησε μια δεύτερη τέτοιου είδους υπερ-κατανάλωση μπύρας όταν βρέθηκα ανάμεσα σε ένα ευρύ γκρουπ μεταπτυχιακών και άλλων στο ιστορικό Old Varsity Tavern, νωρίς το βράδυ μιας Παρασκευής. Ήταν τέτοιες αυθόρμητες και απρογραμμάτιστες έξοδοι, έμαθα αργότερα, μια συνήθεια στενά συνυφασμένη με την βρετανική κοινωνική κουλτούρα: όπου ένα ή δυο pints το μεσημέρι της Παρασκευής ακολουθούνταν το βράδι της ίδιας μέρας, μετά από ένα ήσυχο και, λογικά, αντιπαραγωγικό απόγευμα στη δουλειά, σε ένα ποιο ζωντανό και θορυβώδες και απελευθερωμένο, έως έκλυτο, περιβάλλον από δύο και τρία ή και περισσότερα pints.

Το ίδιο βράδυ έμαθα ότι σε μια παρέα, ανεξαρτήτως μεγέθους, σε κάποια στιγμή, αφού σου έχει ήδη προσφερθεί ένα ποτό από του συνδαιτημόνες, η κοινωνική ετικέτα απαιτεί να προσφέρεις τουλάχιστον έναν «γύρο» ποτών, pints μπύρας στην παρέα. Αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση αλκοόλ σε τέτοιες παρέες της Παρασκευής, που συνήθως αυτοσχέδια σχηματίζονται από συναδέρφους κι άλλους εταίρους του εργασιακού περιβάλλοντος, αλλά και μερικές τυχαία προσαρτημένες φυσιογνωμίες που επισυνάπτονται της παρέας από τους τακτικούς θαμώνες, είναι ευθέως ανάλογη του μεγέθους της. Ήπια πολλή μπύρα με πολλούς ανθρώπους εκείνο το βράδι, και έκανα ένα ακόμα μικρό βήμα στην πολιτιστική μου αφομοίωση. Και έχοντας πληρωθεί, ανταποκρίθηκα στην άγραφη απαίτηση να προσφέρω «γύρους» από ποτά. 

3 - George

Με τον Γιώργο, τον συμπατριώτη μεταπτυχιακό φοιτητή της σχολής, ένιωσα από τις πρώτες στιγμές της γνωριμίας κοντύτερα και η αμοιβαία συμπάθεια έθεσε τα θεμέλια μιας γνήσιας και περισσότερο ισότιμης από κείνη με τον Δρ. Κ φιλίας, -αν και τελικά εξίσου πρόσκαιρης, καθώς οι δρόμοι της ζωής που ο καθένας αποφάσισε στα λίγα χρόνια πριν την ωριμότητα και αυτό που λένε καταστάλαγμα ή μεροδούλι, τελικά απέκλιναν.

Τον συνάντησα στο διάδρομο, έξω από το χώρο όπου μαζεύονταν για το καθιερωμένο πρωινό και απογευματινό τσάι, το προσωπικό της σχολής. Καθόμουν σε ένα τραπέζι μόνος, σε ένα από τα λίγα διαλείμματα που αποφάσιζα να διακόψω τις ασχολίες μου στο εργαστήριο για τσάι, ενώ για τους υπόλοιπους εργαζόμενους ήταν συνήθεια απαράβατη. Καθώς διέθετα αρκετά αποθέματα επιστημονικής αυτοπεποίθησης -λόγω σπουδών στην επιστημονική υπερδύναμη, η προσαρμογή στη καινούργια δουλειά δεν με απασχολούσε τόσο, όσο η ένταξη στο νέο κοινωνικό περιβάλλον και την αγγλική κουλτούρα. Ενώ μετρούσα τις αργόσυρτες μέρες πριν την ημερομηνία πληρωμής στο τέλος του μήνα, το σημαντικότερο που βασάνιζε το νου και συλλογιζόμουν τις ώρες των διαλειμμάτων και τις μοναχικές στο σπίτι, ήταν ένα επιτακτικότατο οικονομικό πρόβλημα: πως θα έβγαζα τη μέρα, και γενικά ένα ζοφερό εγγύς μέλλον, καθώς, κατά τους υπολογισμούς μου, το νοίκι που πλήρωνα αντιστοιχούσα στα δύο τρίτα ενός πενιχρού εισοδήματός.

Μια ανταλλαγή βλεμμάτων και ένα χαμόγελο ήταν αρκετά για το ρητορικό ερώτημα εκ μέρους του: «Έλληνας;» Δεν υπήρχε αμφιβολία! Ο Γιώργος είχε μεγάλο ποντιακό κεφάλι, τεράστια καστανοπράσινα μάτια και σαρκώδη χείλια, μαύρο κοντό μαλλί -κακοκουρεμένο και ατημέλητο, ένα μέτριο ανάστημα του ύψους μου, και γεμάτο και στιβαρό, αν όχι κοντόχοντρο κορμί. Καθώς στάθηκε όρθιος πάνω από εκεί που καθόμουν διέκρινα δυο φαρδιά και δυνατά πόδια πίσω από φθαρμένα μαύρα κολλητά τζιν, που εκ των υστέρων δεν θυμόμουν να τα είχε αντικαταστήσει στους μήνες πριν την επιστροφή του στην Ελλάδα. Συστηθήκαμε με δυνατή και ζεστή χειραψία και είπαμε τα λίγα εισαγωγικά από την ιστορία και καταγωγή μας, και τους αγέρηδες που μας έφεραν εκεί.

 Οι πρώτες εντυπώσεις για τον Γιώργο ήταν ότι επρόκειτο για σεμνό και προσγειωμένο παιδί· η φυσιογνωμία του το πρόσωπο αντανακλούσε αδιάψευστα μια ζεστή και συγκαταβατική προσωπικότητα. Σε αντιδιαστολή με τον Δρ. Κ, ο Γιώργος είχε το χάρισμα να ακούει περισσότερο παρά να μιλάει και να επιχειρεί να υπερκερνάει τους συνομιλητές του με γνώσεις και σοφιστείες. Τις γνώμες του τις εξέφραζε χωρίς έπαρση. Κάτω από τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια, πάντα υπήρχε ένα μειδίαμα πραότητας και συγκατάβασης, περισσότερο εν αναμονή και προσδοκία του λόγου του άλλου που θα συμπλήρωνε και επαύξανε τον δικό του, ώστε το χαμόγελο εκείνου του πάντα χαρούμενου ανθρώπου που φαινόταν ότι βρισκόταν σε αρμονία με τη ζωή και τον εαυτό του, να γίνεται πλατύτερο. Έτσι, με συγκρατημένο χαμόγελο και τα μάτια, ο Γιώργος αναγνώριζε στο διάλογο μαζί μου, όχι τόσο την ανωτερότητα των απόψεων μου, τουλάχιστον την ισοτιμία τους, ενώ παραδεχόταν μιαν ανάγκη να εμπλουτίζει ή και να διορθώνει τις δικές του. Όταν η ορθότητα της άποψής του δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση και προσέφερε στην κουβέντα άγνωστες πληροφορίες, τότε οι προτάσεις του μετά από μια παύση μερικών δευτερολέπτων κατέληγαν στην εμφατική και κλητική ονομασία του συνομιλητή του: «Ο Bruce Springsteen ανήκε στην εργατική τάξη των ΗΠΑ. Ο μόνος κομμουνιστής Αμερικάνος καλλιτέχνης… Λ!» Εν ολίγοις, ο Γιώργος είχε τα χαρίσματα του διαλλακτικού, ήρεμου, μετριοπαθή και μετριόφρονα τύπου, στοιχεία και προτερήματα που μαζί με τη ζεστασιά της ματιάς του, την οικειότητα των τρόπων του, το απλό παρουσιαστικό και την σχετικά φτωχική καταγωγή από τις γειτονιές της Ολύμπου και της Αγίου Δημητρίου και τα  στενά της Πάνω Πόλης, τον έφερε πιο κοντά μέσα μου: στο μικρό χώρο που ο καθένας διαθέτει στην ψυχή του για ανθρώπους που συμπαθείς και μπορούν να προσφέρουν μια γνήσια και απλόχωρη φιλία.

Και χάριν σε εκείνη η αμεσότητα και οικειότητα που αποκτήθηκε από τις πρώτες μας κουβέντες στο διάδρομο του Tea Room, βρήκα, το πρωτοφανές για μένα θάρρος προς έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει πριν μόλις λίγες μέρες, να ζητήσω 20 λίρες δανεικά! Κάτι που δεν θα είχα διανοηθεί να ζητήσω από τον Κ. Με ευχαρίστηση μου τα έδωσε και κατάφερα να βάλω κάτι στο στόμα μου μέχρι να πληρωθώ στο τέλος του μήνα. Τέτοιες χειρονομίες δύσκολα ξεχνιούνται στην ζωή.

Monday, August 4, 2025

2 - Δρ ΚΚ

Ανθρώπινα στηρίγματα στην Αγγλία εκείνον τον πρώτο Αύγουστο δεν είχα, αλλά τα χρειαζόμουν και επεδίωξα, ξεπερνώντας τα φράγματα της αντικοινωνικότητάς, να τα βρω· ήταν θέμα επιβίωσης. Ξεκίνησα από το άμεσο περιβάλλον της δουλειάς. Η πρώτη γνωριμία, με προοπτικές φιλίας, μιας σχέσης που δυνητικά θα ξεπερνούσε τα όρια μιας καθημερινής, επαγγελματικής και συναδερφικής συναναστροφής, ήταν ο Κ· ο ελληνοκύπριος λέκτορας, μέλος της ίδιας ερευνητικής «κυψέλης» υπό την διεύθυνση του Σκωτσέζου καθηγητή Tom. Ήταν της ίδιας ηλικίας και του ίδιου μέτριου αναστήματος, αλλά με το λεπτό αθλητικό σώμα που παιχνίδια squash και badminton συντηρούν. Είχε τα κυπριακά χαρακτηριστικά που είχα από παλιά σχηματίσει στο νου -μέσω της συναναστροφή μου με τον Ευαγόρα στην Αμερική κι επαφές στην επίσκεψη για δουλειά στην Λευκωσία: μαύρα, κοντά μαλλιά, που στην περίπτωση του Κ είχαν αρχίσει να αραιώνουν αισθητά και πυκνά φρύδια πάνω από μικρά «δασκαλίστικα» γυαλιά. Η σχετικά πυκνή τριχοφυΐα στο πρόσωπο προσέδιδε έναν επιπλέον σκουρόχρωμο τόνο στην ήδη μελαχρινή, λόγω καταγωγής, χροιά της επιδερμίδας. Είχε σχετικά σαρκώδη χείλη σε ένα στόμα που καμπύλωνε κουρασμένα προς τα κάτω, κατακόρυφες ρυτίδες εκατέρωθεν στα μάγουλα που βάθαιναν σε κάθε χαμόγελο. Η φυσιογνωμία του, ως αποτέλεσμα των ρυτίδων, αποκτούσε μια μελαγχολική και θλιμμένη μορφή στα διαλείμματα που δεν αγόρευε ευφυολογώντας ή δεν χαμογελούσε το χαμόγελο αυταρέσκειας με το οποίο συνήθως συνόδευε τις εκάστοτε σοφιστείες. Πάντως, η ευφυία, ευστροφία και πολυμάθεια του Κ δύσκολα τίθεντο υπό αμφισβήτηση: ήταν χαρίσματα που σε κάθε ευκαιρία, μπροστά σε οποιοδήποτε ακροατήριο, επιδείκνυε με ευφράδεια είτε σε χαρακτηριστική κυπριακή διάλεκτο, είτε σε άπταιστα αγγλικά με προφορά που ωστόσο πρόδιδε την κυπριακή καταγωγή του. Ο λόγος του έβριθε από κατηγορηματικές δηλώσεις· ήταν παρέλαση από γνώσεις, γνωμικά και ευφυολογήματα επί παντός επιστητού, τραβηγμένα από το αστείρευτο θησαυροφυλάκιο του μυαλού του.

Μιλούσε πολύ, πάρα πολύ, ο Κ. Από τετ-α-τετ συνομιλίες σε διαδρόμους, σε meetings, σε παρέες. Αρκετά λεπτά της ώρας χωρίς διακοπή, συχνά με ένα πατερναλιστικό, ένα υποτίθεται συμβουλευτικό ύφος του «τα ξέρω όλα». Τέτοιοι τρόποι, όμως, συχνά εκλαμβάνονταν ως επιτακτικοί και καταναγκαστικοί, καθώς εκφραζόταν με τον υπεροπτικό αέρα αυτού που a priori κατείχε περισσότερα από τον συνομιλητή του (κάτι που σε πολλά θέματα κοινού ενδιαφέροντος ίσχυε) και που είχε το αγνώστου ψυχολογικής υφής και πηγής άγχος να αντικρούσει (αν διαφωνούσε) ή να συμπληρώσει και υπερκεράσει τη γνώμη του συνομιλητή του (αν συμφωνούσε). Το επίθετο φλύαρος συνήθως χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει πολύλογους ανθρώπους μέτριας ευφυίας και ημιμαθείς, με λίγο ουσιαστικό περιεχόμενο στο λόγο τους· ανθρώπους που γενικά διακρίνονται από την αδυναμία να εστιάσουν σκέψη και λόγο σε συγκεκριμένο ζήτημα, και να προσελκύσουν την προσοχή των συνομιλητών τους. Με αυτή την έννοια ο Κ δεν θα χαρακτηριζόταν φλύαρος. Ο λόγος του ενώ διέθετε αντικείμενο και ουσία και είχε δομή, παρ’ όλα αυτά, αυτή καθαυτή η παρατεταμένη του διάρκεια, καθώς και η μονοτονία στην εκφορά του, περιόριζε και τελικά απέκλειε διάλογο και αντίλογο, εκφυλίζοντας σε μονόλογο κάθε προσπάθεια συζήτησης επί ίσοις όροις. Ο Κ ήθελε να έχει πάντα τον τελευταίο, συμπερασματικό και καταληκτικό λόγο, αν όχι και τον πρώτο σε κάθε κουβέντα. Εξαιτίας εκείνης της, ας την πούμε, υπεροπτικής πολυλογίας, ως χαρακτηριστικό της δημόσιας συμπεριφοράς του, έδινε στις συναναστροφές του, ανάλογα με τη διάθεση, υπομονή και αποδεκτικότητά τους, αφορμές για ακραίες εκδοχές αυτών που καλούμε συμπάθεια ή αντιπάθεια, πολλές φορά ταυτόχρονα. Εν ολίγοις, η παρέα του γινόταν σε πολλούς κουραστική.

Ο Κ ήταν ο καλοαναθρεμμένος μοναχογιός μιας οικογένειας μικροαστών υπαλλήλων, όπως καληώρα και η δική μου. Καταγόταν από την Αμμόχωστο και μιλούσε με πάθος και αγανάκτηση για την προσφυγιά που ακολούθησε την τουρκική εισβολή, για το σπίτι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Η ανοχή σε αμφισβήτηση και αντίλογο στο θέμα ήταν μηδενική. Απέναντι στις τότε απόψεις μου για το Κυπριακό, ομολογουμένως ελλιπώς τεκμηριωμένες, πολλές φορές τραβηγμένες από τα μαλλιά κατά το προσωπικό μου ελάττωμα ενός πνεύματος αντιλογίας, περί ευθύνης των Ελληνοκυπρίων και των πατημάτων που έδωσαν στον Τούρκο για επέμβαση, τις αλόγιστες εθνικιστικές πολιτικές, την κακομεταχείριση των Τουρκοκυπρίων ως δεύτερης διαλογής πολίτες, τον μετέπειτα πλουτισμό πολλών Κυπρίων από την υλική συμπαράσταση της φτωχής Ελλάδας και άλλων χωρών, απέναντι σε  τέτοιες απόψεις ήταν οι σπάνιες φορές που εκφραζόταν με συγκίνηση και οργή. «Στο σπίτι μας έχουμε ακόμα τα κλειδιά του διαμερίσματος μας στην Αμμόχωστο… Το κλειδώσαμε με έπιπλά και άλλα υπάρχοντά ένα πρωί του 1974 και δεν το ξαναείδαμε έκτοτε», έλεγε με αγανάκτηση και το πρόσωπό αποκτούσε ένα φαιοκόκκινο χρώμα από τον θυμό.

Πέρα από την πολυλογία, ο Κ είχε και άλλα ελαττώματα. Παντρεύτηκε νέος, φοιτητής ακόμα στο Birmingham, μια κοπέλα του έθνους και της τάξης του, συμφοιτήτρια στο πανεπιστήμιο. Αν παντρεύτηκαν, είτε συμβολικά και τυπικά, όπως είχα κάνει κι εγώ με την Ε, είτε από έρωτα, είτε μετά από προξενιό, δεν γνωρίζω. Ο γάμος και η συμβίωση τους κάτω από την ιδιόκτητη στέγη, που κυρίως οι οικονομίες των γονιών εξασφάλισαν, δεν επέζησε παραπάνω από λίγους μήνες. Η κυρά του τον εγκατάλειψε ένα πρωινό για να συμβιώσει με έναν καλό Εγγλέζο φίλο του! Από την πίκρα που διέκρινε τις σύντομες αναφορές του σε κείνη την σχέση φάνηκε ότι την είχε αγαπήσει και ο χωρισμός του στοίχισε, επιπλέον της πίκρας από την προδοσία του φίλου του. Φήμες και κουτσομπολιά, που κυκλοφορούσαν ανάμεσα σε συμπατριώτες της σχολής απέδωσαν το χωρισμό στην παθολογική μανία και ψυχικό καταναγκασμό για καθαριότητα και τάξη -πλέον της πολυλογίας και των ατέρμονων κουραστικών μονολόγων. Λεγόταν ότι στη διάρκεια της σύντομης συζυγικής συμβίωσης ξυπνούσε τη νύχτα για να ξαναπλύνει τα πιάτα με καυτό νερό, που είχε πλύνει μετά το γεύμα και, κατά τον Κ γινόταν πρόχειρα.

Τέτοιες ενδείξεις καταναγκασμού είχα παρατηρήσει κι εγώ στις πρώτες συναντήσεις μας. Στο γραφείο του δεν περνούσε απαρατήρητη η ακραίας μορφής ευταξία στα πάντα: από την ταξινόμηση των βιβλίων στα ράφια, των εγγράφων σε ραφάκια εισερχομένων-εξερχομένων, των ειδών γραφικής ύλης στα συρτάρια του. Θεωρούσα τον εαυτό μου οργανωμένο, επιμελή και ταχτικό, ως δασκαλοπαίδι και του λόγου μου, αλλά και σε αυτόν τον τομέα ο Κ ανήκε σε άλλη κατηγορία. Στο πρώτο γεύμα σπίτι του, στο οποίο με προσκάλεσε μαζί με τον αργότερα κοινό μας φίλο, τον Γιώργο, με την ευκαιρία της επίσκεψης των γονιών του, το γεύμα πάραυτα ακολούθησε μια επιμελέστατη και χρονοβόρα καθαριότητα της κουζίνας -εις βάρος της φιλικής κουβέντας και της κοινωνικότητας.

Παρά τα ελαττώματα, που ενδεχόμενα και μάλλον δικαιολογημένα απομάκρυναν την συμβία του και, ίσως, απώθησαν πολλούς γύρω του, ο Κ, πέρα από την επιστημονική του αξιοσύνη, ήταν ένας θεμελιακά καλοπροαίρετος χαρακτήρας με καλές προθέσεις, και πρόσφερε γνήσια και φιλότιμη, αν και όχι πάντα αποτελεσματική στήριξη σε νεόφερτους σαν και μένα, από την ίδια (ονομαστικά) ράτσα και με κοινή μητρική γλώσσα. Και ως τέτοιος, παρακινούμενος εν μέρει από τη μοναξιά που ένιωθε ως επακόλουθο ενός υποβαθμιστικό έως και τραυματικό για τον εγωισμό του χωρισμού, που ράγισε τον κρυστάλλινο κόσμο που έχτισε ο ίδιος γύρω από τον εαυτό του, με βοήθησε στα πρώτα βήματά μου και με εισήγαγε σε ένα και εν πολλοίς άγνωστο περιβάλλον. Τον πρώτο καιρό, με έπαιρνε μαζί του για το sine qua non αγγλοσαξονικό lunch, όπου με σύστηνε στον ευρύ κύκλο των ακαδημαϊκών που συναναστρεφόταν ως ίσο προς ίσους. Εκεί, στο Staff House, καθισμένος σε στρογγυλό τραπέζι, αμίλητος και συνεσταλμένος, άκουγα τον Κ να αγορεύει ανάμεσα στις σύντομες παρεμβάσεις των άλλων της ομήγυρης. Όπως με προσκαλούσε για γεύμα στο σπίτι του στις τακτικές επισκέψεις των γονιών του, όπου σχημάτισα μια καλύτερη εικόνα για τις καταβολές του και την προσωπικότητά του. Στην πορεία με εισήγαγε και βοήθησε γύρω από κάθε τι που αφορούσε την ζωή στην Αγγλία: τα στέκια της ελληνικής κοινότητας, τα προφίλ συναδέρφων, μπυροκατανύξεις σε τοπικά pubs, μέχρι την αγορά του πρώτου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.

Μια απόσταση μέχρι τέλους μιας όχι και πολύ εγκάρδιας φιλίας διατηρήθηκε. Οι κυριότεροι λόγοι δεν βρίσκονταν στα ελαττώματα, που και οι δύο πληθωρικά διαθέταμε. Ούτε στον εκνευρισμό, τον όχι αποκλειστικά δικό μου, που προκαλούσε η συνήθως προσεκτικά συγκεκαλυμμένη υπεροψία και υψηλοφροσύνη του Κ. Για την τελικά αγεφύρωτη απόσταση και ανεκπλήρωτη φιλία ο κύριος λόγος ήμουν μάλλον εγώ, εξίσου άκαμπτος, εγωιστής και εγωκεντρικός. Η σχετικά κατώτερη θέση, όπου ως αναμενόταν βρέθηκα κατά την ανακίνηση της ακαδημαϊκής και επαγγελματικής καριέρας μετά τα σκοτάδια της στρατιωτικής θητείας, αλλά και άλλες προσωπικές παραμέτρους, ενέτεινε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας (κληροδοτημένο ή επίκτητα είναι άνευ σημασίας), αλλά και την εσωστρέφεια μου -ενώ τέτοιες φάσης στη ζωή και «σταδιοδρομία» απαιτούσαν άνοιγμα στον κόσμο, οικοδόμηση σχέσεων και συναναστροφών, προσωπικών και «δημόσιων», και διπλωματία. Με απλά λόγια, αισθανόμουν στην παρουσία του Κ μειονεκτικά και αισθητά κατώτερος του, ενώ ο ίδιος, εξαιτίας αυτής ακριβώς της θέσης του και της διαφύλαξης ως κόρης οφθαλμού της ακαδημαϊκής του καριέρας και εξέλιξης, ως κατ’ εξοχήν αντικειμενικό σκοπό εκείνη την περίοδο, διατήρησε ανάλογες αποστάσεις· ιδιαίτερα, καθώς με τον καιρό άρχισα να προσεταιρίζομαι παρέες φοιτητών, που η παρουσία του σε αυτές θα υποβίβαζε το κύρος του. Το αισθήματα κυρίως επαγγελματικής και επιστημονικής μειονεξίας εντάθηκαν στη διάρκεια των δύο χρόνων ζωής μου στο Birmingham. Αποκορυφώθηκαν προς το τέλος, όταν η προσπάθεια να ανέβω το επόμενο σκαλί στην ακαδημαϊκή καριέρα στην ίδια σχολή με τον Κ, να εξισωθώ ακαδημαϊκά με τον συνομήλικό μου, απέτυχε.