Monday, December 23, 2024

53 - Αμέρικα: Στείρος Γάμος

Ο επερχόμενος «πολιτικός γάμος» με την Ε γίνηκε για εθιμοτυπικούς λόγους: για μια βίζα κι ένα είδος νομιμοποίησης στο πλευρό μου στα χρόνια της Αμερικής. Δεν τρέφαμε ψευδαισθήσεις ότι ένας γάμος σαν και κείνον θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για μια μεταμόρφωση της ζωής προς το καλύτερο και ευτυχέστερο. Πιθανότερα ενδεχόμενα ήταν: είτε να δρούσε αρνητικά στην ψυχοσύνθεση της σχέσης μας, κυρίως υποσυνείδητα, είτε να ξεχνιόταν ως μη-γεγονός χωρίς επιπτώσεις στην μελλοντική πορεία. Συνέβη σε μια φάση που ένιωθα ότι παραπατούσαμε στην όχθη ενός ορμητικού ποταμιού και διάφοροι ισχυροί εξωγενείς παράγοντες (το οικονομικό, η συγκατοίκηση με τον Φ στο θλιβερό διαμέρισμα, οι έγνοιες των σπουδών, οι προοπτικές της Ε κοντά μου στην Αμερική, και άλλα) θα μπορούσαν να μας ρίξουν και παρασυρθούμε από το ρεύμα, χωρίς εύκολη επιστροφή στη ασφάλεια της όχθης του.

Το πρωϊνό του γάμου ήταν κρύο, γκρίζο και μουντό, o χιονιάς του Φλεβάρη βαρύς. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σκεφτόμουν. Όλα γίνονταν με μισή καρδιά, ίσως και με καθόλου καρδιά εκ μέρους μου. Κανένας δεν θα άκουγε και μάθαινε τίποτε, ούτε οι γονείς, ούτε ο συγκάτοικος μας. Ντυθήκαμε με ό,τι πιο αξιοπρεπές βρισκόταν στις ακόμα ανοιχτές βαλίτσες: για μένα ένα ανοιχτόχρωμο μπλε πουκάμισο πάνω από ένα γκρίζο παντελόνι, κάτω από ένα παλιομοδίτικο σκούρο μπλε μάλλινο πουλόβερ με πλεξούδες, όπως όντας δασκαλοπαίδι σε εθνική επέτειο στο σχολείο για να απαγγείλω ένα ποίημα ή να συμμετέχω στην παρέλαση. Η Ε φόρεσε μια μπλε φούστα με ένα άσπρο πουκάμισο. Πήραμε, οι δυο μας, το λεωφορείο για το ληξιαρχείο στο downtown Columbus. Φίλους δεν είχαμε, μάρτυρες δεν χρειάζονταν. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν η E κατά τη διαδρομή μας στο λεωφορείο, ούτε ενδιαφέρθηκα να ρωτήσω. Ήμουν μουδιασμένος με ένα πρόσωπο σκοτεινιασμένο, η Ε παρέμενε σιωπηλή.

Δώσαμε τα ονόματά μας στην υπάλληλο πίσω από γκισέ της εισόδου του County Court και περιμέναμε καθιστοί και ανέκφραστοι σε μιαν αίθουσα αναμονής, με τα νεύρα τεντωμένα. Ήταν πρωϊνό καθημερινής και δεν υπήρχαν άλλα ζευγάρια για παντρειά στην αίθουσα. Δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη μεταξύ μας, μέχρι που μια πρόσχαρη υπάλληλος με ένα ζεστό χαμόγελο μας κάλεσε για την τελετή: “Is that L and E?... Οh, what a lovely couple! Please, follow me…” Από ευγένεια ανταποδώσαμε δειλά το χαμόγελο. Σε μια μικρή αίθουσα, γυμνή από έπιπλα, πέρα από ένα τραπέζι με ένα ανοιχτό βιβλίο υπογραφών και την Βίβλο, σταθήκαμε δίπλα μπροστά σε ένα είδος πάστορα με κουστούμι και γραβάτα, του οποίου η σοβαρότητα και αίσθηση επισημότητας ως προς την τελετή ήταν αντιστρόφως ανάλογης της δικής μας. Έφερα και έσφιξα άγαρμπα το χέρι της Ε μέσα στο δικό μου. Το ένιωσα παγωμένο. Ο κύριος που θα μας πάντρευε διάβασε ένα προκατασκευασμένο, προφέροντας λάθος, όπως αναμενόταν, το επώνυμο μου και το όνομα της Ε. Το βιασμένο  χαμόγελο του διαμήνυε ότι έκανε ό,τι μπορούσε με τα πολυσύλλαβα ελληνικά ονόματά μας. Στο τέλος επαναλάβαμε μετά από αυτόν με την ακόμα ακαλλιέργητη προφορά μας μερικές φράσεις εν είδει όρκου ή υπόσχεσης του ενός προς τον άλλον, που κατέληξαν στο γνωστό “…until death do us apart”. Φορέσαμε ο ένας στο δάκτυλο του άλλο τις φτηνές βέρες που είχα αγοράσει στην Ελλάδα τις μέρες του αρραβώνα. Φιληθήκαμε στα πεταχτά και χωρίς αίσθημα, γιατί πιστεύαμε ότι έτσι απαιτούσε το πρωτόκολλο. Δεχτήκαμε τα συγχαρητήριά του πάστορα με μια χειραψία, υπογράψαμε τυφλά το ανοιχτό βιβλίο πάνω στην τράπεζα πίσω του, και κατόπιν, παρουσία του ίδιου και της ευγενικής υπαλλήλου που μας είχε υποδεχτεί, υπογράψαμε ένα ή δυο έγγραφα ακόμα, και αποχωρήσαμε το ίδιο αμίλητοι και σκυθρωποί, όπως όταν είχαμε έρθει.

Στο downtown Columbus άρχισε να ψιλοχιονίζει. Θα μπορούσε να είναι φόντο στιγμών ρομαντικής αγάπης, ίσως και γαμήλιας ευτυχίας και έκστασης σαν αυτήν που βλέπαμε σε ταινίες, αλλά το χιόνι και την παγωνιά του χειμώνα τα είχαμε συνηθίσει και μας είχαν κουράσει, ενώ η τελετή ήταν στεγνή και άχαρη, χωρίς συγκινήσεις. Λαχταρούσαμε τα ζεστά καλοκαιρινά απογέματα της πατρίδας. Εν πάση περιπτώσει, το «γιορτάσαμε» με καφέ και brownie στο απρόσωπα café ενός εμπορικού κέντρου downtown. To 1988 μπροστά μας θα το βαδίζαμε στην ίδια ρουτίνα: με αφοσίωση στη μελέτη, η Ε με τα μαθήματα Αγγλικών και την άχαρη δουλειά στο café, χωρίς πολλά να συναρπάζουν τις ζωές μας.

Στον έρωτα άρχισα να γίνομαι ωμός και ασύδοτος, ίσως και ακόλαστος: εγωιστής χωρίς συναισθήματα, αφοσιωμένος σχεδόν αποκλειστικά στις δικές μου αισθησιακές απολαύσεις. Ήταν φορές που καταλάβαινα ότι η Ε απλώς με ανεχόταν και υπέκυπτε στις εκάστοτε διαθέσεις μου, σα να ήταν μέρος ενός άγραφου συμβολαίου με το οποίο όφειλε, στα πλαίσια της συμβίωσης (ή και της συζυγικής ζωής πλέον) να συμμορφώνεται. Ένα βράδι που απρεπώς ξεπέρασα ορισμένα όρια, απαίτησε -με θυμό στην φωνή της και χτυπώντας το χέρι της στο στρώμα: «Τελείωνε!» Οι οποιεσδήποτε ανασφάλειες ενός έρωτα που πριν δυο χρόνια με συνεπήρε ως κάτι μοναδικό και αξεπέραστο ενώ τώρα φαινόταν ότι άρχιζε να φθείρεται, ανασφάλειες που ένιωθα παρουσία άλλων δίπλα στην όμορφη σύντροφό μου, άρχισαν να υποχωρούν στο περιθώριο της συνείδησης. Με το γάμο κατά κάποιο τρόπο είχαμε και οι δυο «δέσει το γάιδαρό μας», ενώ η βεβαιότητα της παρουσίας του άλλου δίπλα, φαινομενικά ακράδαντη ως επακόλουθο υποσχέσεων και υπογραφών σε ένα συμβόλαιο, φέρνει, λένε, συνήθεια και κορεσμό, φθορά και κούραση. Λόγοι ανησυχίας και ανασφάλειας ως προς την αισθηματική και ερωτική μας ζωή στο εγγύς μέλλον δεν υπήρχαν.

Tuesday, December 10, 2024

52- Αμέρικα: Το Πάρτι

Οι στιγμές χαράς στο θλιβερό διαμέρισμα ήταν λιγοστές. Ήταν τα βράδια του έρωτα, καμιά φορά μετά από μπύρες σε κάποιο μπαρ στη γειτονιά του campus, όσο μπορούσαμε με τα λίγα λεφτά που περίσσευαν. Βράδια τις περισσότερες φορές με έγνοιες: από την παρουσία του συγκάτοικου Φ στο διπλανό δωμάτιο και στο σαλόνι πίσω από την κλειστή πόρτα, ή την βρώμικη μοκέτα που η Ε αρνιόταν να αγγίξει με γυμνά πόδια ή χέρια ή γόνατα, πόσο μάλλον να ξαπλώσει πάνω της δίχως να έχουμε απλώσει προηγουμένως κάποιο σεντόνι που μετά έπρεπε κατόπιν να πλυθεί. Και το στρώμα ήταν στενό και άβολο για έναν ρομαντικό επίλογο ή για να κλείναμε τα μάτια δίπλα. Και οι ώρες διασκέδασης και ψυχαγωγίας έξω από το σπίτι ανύπαρκτες: εξαιτίας οικονομικών λόγων και απουσίας ενός ευρύ φιλικού κύκλου. Μοναδική αξιομνημόνευτη από εκείνη την περίοδο κοινωνική περίσταση, όπου η Ε κι εγώ, ως ζευγάρι, θα βρισκόμαστε ανάμεσα σε κόσμο, για πρώτη φορά μετά την άφιξή της στην Αμερική, κατέληξε σε μιαν άνευ προηγουμένου μέθη, σε απογοήτευση κι ενοχές, που ακόμα παραμένουν ζωντανές και στενόχωρες στην μνήμη.

Ο AP μας κάλεσε μαζί με τον Φ, περισσότερο ως συγκατοίκους του ενός από τους καλύτερους του φίλους, στο πάρτι που έδωσε ένα Σάββατο πριν τα Χριστούγεννα του 1987. Φυσικά και δεχτήκαμε με χαρά και ενθουσιασμό την πρόσκληση: μια στοιχειώδης κοινωνική ζωή γινόταν απεγνωσμένη ανάγκη, ιδιαίτερα για την Ε, λιγότερο για μένα· λίγες μπύρες με δύο συμπατριώτες που περιστασιακά συναναστρεφόμουν ως θεατές ή συμπαίκτες σε σπορ, ενόψει των πρώτων μοναχικών Χριστουγέννων μακριά από την πατρίδα, δεν ακουγόταν άσχημη ιδέα. Η ελκυστική προοπτική μερικών ωρών στην παρέα της συντρόφου του AP, της γλυκιάς C, έπαιζε επίσης στο μυαλό μου. Όπως πάντα με τέτοιους κοινωνικούς «Γολγοθάδες» έπρεπε να ξεπεράσω το μεγάλο, εσωτερικό ψυχικό εμπόδια μιας αντικοινωνικότητας που με ταλάνιζε από μικρό παιδί. Και ο πιο εύκολος τρόπος ήταν να κατεβάσω λίγα ποτήρια από το Metaxa που διατηρούσαμε στο σπίτι πριν ξεκινήσουμε για  το πάρτι.

Με το Φ στο τιμόνι καταφτάσαμε, εγώ σε πρωταρχική φάση χαλάρωσης και ευθυμίας, ενώ η Ε και ο Φ νηφάλιοι και με καθαρό μυαλό. Στο πάρτι συνέχισα με λίγες μπύρες, μέχρι που το γύρισα και πάλι στο κονιάκ από το στοκ των οικοδεσποτών. Δεν μετρούσα τι έπινα. Με τους προσκεκλημένους του AP και της C, άγνωστους και «ξένους» στο σύνολό τους, δεν υπήρχαν κοινά συνδετικά σημεία, από αυτά που αυθόρμητα ξεκινούσαν και ζωντάνευαν κουβέντες με φίλους στη Θεσσαλονίκη. Η πολυλογού και χοντρή Lee, με τα υπερβολικά πάχη της οποίας ο Φ και ο AP αστειεύονταν στο παρελθόν, και ο λιγνός και φαλακρός σύντροφός της (σκεφτόμουν, μια χοντρή γυναίκα με έναν λιγνό άντρα ως αντίθετα καμιά φορά έλκονται, παρά τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα) κάθισαν σε μια γωνιά του δωματίου με μένα, την Ε και το Φ στην απέναντι. Για λίγη ώρα παρακολουθούσα αφηρημένος την Lee να μονολογεί, ενώ έριχνα λοξές ματιές κρυφού θαυμασμού στην πάντα χαμογελαστή C, που άκουγε σιωπηλή δίπλα της. Περνούσε έτσι η ώρα γρήγορα στη γωνιά του καναπέ, πίνοντας το ένα ποτό μετά το άλλο χωρίς να τα μετρώ, μη έχοντας ιδιαίτερη συναίσθηση της μέθης που αργά και σταθερά με καταλάμβανε.

Η Lee, ο boyfriend της Lee, και άλλοι με τους οποίους αν και είχα αρχικά συστηθεί είχα ξεχάσει τα ονόματά τους σιγά-σιγά αποχωρούσαν, για να μείνουμε τελικά εγώ, ο Φ, η Ε, με τους δυο ωραίους και αξιοπρεπείς και νηφάλιους οικοδεσπότες μας. Το αν θα γινόμουν βάρος μετά από τόσα ποτά ή την παρελκόμενη συμπεριφορά και τις άσχημες εντυπώσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει δεν περνούσαν από το μυαλό μου, απολυμένος καθώς ήμουν από τα δεσμά έμφυτων συστολών. Σκίρτησα όταν η C θέλησε να δείξει σε μένα και την Ε παλιές φωτογραφίες από τη γνωριμία της με τον AP από τα χρόνια του κολλεγίου που σπούδαζαν μαζί.  Ήταν μια μικρή ευκαιρία διαλόγου με μια δροσερή ύπαρξη στην έρημο της ξενιτιάς. Ίσως και να την γοήτευα με κάποια εξυπνάδα καθώς η γλώσσα μου είχε λυθεί, ενώ πίστευα ότι τουλάχιστον με συμπαθούσε (και, ίσως, αυταπατώμουν ότι με «γούσταρε») -κρίνοντας από χαμόγελα και χειρονομίες και την γλυκύτητα της αμερικάνικης προφοράς της στις συναντήσεις μας σε γήπεδα και σπορ-μπαρ, όπου συνόδευε τον AP. Γεγονός είναι ότι το κατώφλι των ηθικών φραγμών, ιδιαίτερα σε συναναστροφές με ελκυστικές γυναίκες που τα χαμόγελα και την οικεία συμπεριφορά συχνά παρεξηγώ μετά από ποτά, χαμηλώνουν δραματικά. Υπήρξαν και προηγούμενα: για παράδειγμα, το περιστατικό με την Ντ όταν ήμουν ακόμα σε «δεσμό» με την Α. Θα υπήρχαν και επόμενα, σε μετέπειτα στάδια της ζωής μου. Το αποδίδω σε έναν συνδυασμό ανατροφής και σεξουαλικής καταπίεσης στην εφηβεία, του χαρακτήρα που αναδείχθηκε μέσα από την παιδική και εφηβική ηλικία, μιας εγγενούς υπαρξιακής ανασφάλειας, και, φυσικά, στην επίδραση του αλκοόλ στο οποίο στρέφομαι σε τέτοιες περιστάσεις στην προσπάθεια να καταπολεμήσω ενδοιασμούς και συστολές.  

Ένα καθαρότερο μυαλό θα προέβλεπε τι στενάχωρες καταστάσεις θα μπορούσαν να προκύψουν υπό τις συνθήκες. Η ομιλία μου στην φάση μέθης όπου βρισκόμουν έβγαινε μπερδεμένη και τα Αγγλικά μου συχνά ακατανόητα. Δεν με απασχολούσε· η C εξακολουθούσε να μου χαμογελάει και απαντάει με την γλυκιά φωνή της. Το χειρότερο: κομμάτια από ένα καρότο που μασούσα, όποτε άνοιγα το στόμα να πω κάτι φτύνονταν στο κομψό και πολύτιμο οικογενειακό album φωτογραφιών της C. Με την άκρη του δείκτη προσπαθούσα να τα μαζέψω, αλλά μόλις άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είχα, σε βάρος της αξιοπρέπειας, ξεπεράσει κάθε όριο νηφαλιότητας στη συμπεριφορά μου. Η άσχημη λέξη «ντροπή!» περνούσε φευγαλέα από το μυαλό, αλλά ήμουν αρκετά μεθυσμένος ώστε να αντιληφθώ το μέγεθός της και να την νιώσω πατόκορφα. Θα με απασχολούσε, όμως, αργότερα: Τι να σκεφτόταν η C που κατά τα φαινόμενα με συμπαθούσε; Αποστροφή με τα καμώματά μου; Λύπη, ίσως, για μια κατάντια; Έλπιζα κατά βάθος κι εκ των υστέρων να τα παράκαμψε ως ασημαντότητα· ήταν η μόνη παρηγοριά, μπροστά σε ένα χάσμα ντροπής που εκείνο το βράδυ άνοιξε να με καταπιεί. Όταν η C έκλεισε το άλμπουμ με το ίδιο χαμόγελο με το οποίο το είχε ανοίξει και μας διηγήθηκε την ιστορία της γνωριμίας και αγάπης της με τον AP, που την παρουσία του και ύφος στην περίσταση μου πέρασε απαρατήρητο, έπεσε και η αυλαία του πάρτι. Ένα έντονο αίσθημα απογοήτευσης μάτωσε την καρδιά αφού μπήκαμε στο αυτοκίνητο και για πολύ καιρό μετά με κάθε ανάμνηση του περιστατικού. Στην επιφάνεια του νου ερχόταν το αίσθημα ντροπής που δεν ένιωσα εκείνες τις στιγμές, μετά από συνειρμούς που με οδηγούσαν στο πάρτι και το συμβάν των κομματιών καρότου στις σελίδες του album της C που μάζευα με την άκρη του δακτύλου, μολονότι η ίδια πιθανότατα το ξέχασε, όπως έχει ξεχάσει και μένα.   

Την ίδια νύχτα ξέσπασα μέσα από την τύφλα της μέθης και ένα μίγμα ντροπής και απογοήτευσης και ματαίωσης στην Ε· με έναν βίαιο έρωτα στο στρώμα, τον Φ πιθανότατα να ακούει κουβέντες, αναστεναγμούς, το τρίξιμο των σανιδιών. Σε ένα «με πονάς!» της Ε, απάντησα κυνικά στην μέθη μου: «Αυτό θέλω, να σε πονάω», και συνέχισα απτόητος μέχρι που τέλειωσα. Είχα ολοκληρωτικά στραφεί στα σκοτεινά βάθη του εαυτού μου, στον πυρήνα του εγώ, και αφήσει ένστικτα να επιπλέουν και καθοδηγούν. Η ερχόμενη Κυριακή ήταν μουντή, χωρίς λέξεις, μέρα πεθαμένη από το hangover. Όπως και η Πρωτοχρονιά του 1988 που ακολούθησε και πέρασε λησμονημένη.

Wednesday, December 4, 2024

51 - Αμέρικα: 29 East Norwich Avenue, Apt D

Έφτασε με μια βαλίτσα ρούχα και την ομορφιά της άσπιλη το Φθινόπωρο του 1987, πάνω από ένα χρόνο μετά τους σπαραξικάρδιους αποχαιρετισμούς με την ίδια, τους φίλους και συντρόφους μου, και την φοιτητική ζωή, ώστε να χτίσουμε σιγά-σιγά, κουτσά-στραβά, μια ζωή, πάνω στην κινούμενη άμμο της ξενιτιάς, των σπουδών και των άγουρων ακόμα χρόνων μας. Στην αρχή χρειαζόμαστε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας, κάπου έξω από το Jones Tower και το campus. To B_e Village ο πανεπιστημιακός οικισμός για παντρεμένα ζευγάρια και οικογένειες από διαμερίσματα με προσιτά ενοίκια σε μακρόστενα διώροφα κτίρια, που απλωνόταν περιτριγυρισμένο από εκτάσεις πράσινου πίσω από το στάδιο του πανεπιστημίου, ήταν πλήρως κατειλημμένο, ενώ η λίστα προτεραιότητας όπου εγγράφηκα αμέσως μετά την άφιξη της Ε, έδειχνε μερικούς μήνες αναμονής πριν υπάρξει διαθεσιμότητα. Λύση μοναδική ο ιδιωτικός τομέας σε μια πόλη που φιλοξενούσε δεκάδες χιλιάδες φοιτητές. Ο  Φ παρακινούμενος, είμαι βέβαιος, από τα χρήματα που θα εξοικονομούσε σε νοίκι και διαβίωση, δέχτηκε πρόθυμα να συγκατοικήσουμε. Ένας Ελληνοαμερικανός μεσίτης, γνωστός του Φ από την κοινότητα και την εκκλησία που επισκεπτόταν συχνά, του οποίου τα πολλά χρόνια στην Αμερική δεν επηρέασαν στο ελάχιστο το πατροπαράδοτο μίγμα μπαγαποντιάς, καπατσοσύνης και κουτοπονηριάς της φυλής, ανέλαβε πρόθυμα να μας «εξυπηρετήσει». Μας τακτοποίησε σε ένα ελαφρώς καταθλιπτικό, κρύο, κακοεπιπλωμένο διαμέρισμα με μια φθαρμένη λιγδιασμένη μοκέτα, στον πάνω όροφο ενός μικρού συγκροτήματος έξω από το campus, τουλάχιστον, σε απόσταση περπατήματος από σημεία του campus που μας ενδιέφεραν και ήταν το κύριο ζητούμενο: τις σχολές μας, τη βιβλιοθήκη, τα γήπεδα, το ‘Εργαστήριο’. Με το αζημίωτο για το κτηματομεσιτικό γραφείο και τον ίδιο, φυσικά, και με τον αέρα ότι έκανε χάρη σε συμπατριώτες και, γενικά και αόριστα, στην πατρίδα του. Κατάλαβα ότι η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τιμής μαζί του θα ήταν μάταιη. Μετακομίσαμε οι τρείς μας, λίγες μέρες μετά την άφιξη της Ε και με τα λιγοστά υπάρχοντα μας.

Το διαμέρισμα D, στο 29 της East Norwich Avenue θα ήταν η πρώτη φωλιά συμβίωσης με την Ε. Η εγκατάσταση εκεί έγινε χωρίς ενθουσιασμό, με λιγότερο από μισή καρδιά, εξαιτίας περισσότερο του άχαρου ανθρώπου με τον οποίο θα μοιραζόμαστε την καθημερινότητά μας. Αφενός, η συγκατοίκηση με έναν τρίτο, ξένο και παράξενο συμπατριώτη, που δεν μπορούσαμε να αγνοούμε στο βρώμικο και γερασμένο διαμέρισμα, δεν πρόσφερε κανένα πλεονέκτημα στην συμβίωση και σχέση με την Ε πέρα από τα μικρά οικονομικά οφέλη. Αφετέρου, δεδομένου ότι κατά τα φαινόμενα δεν υπήρχε ορατή προοπτική για τον Φ, ούτε γινόταν προσπάθεια εκ μέρους του να συνάψει κάποια σχέση -με το άλλο ή ίδιο φύλο, και καθώς ήμουν πεπεισμένος ότι ήταν παρθένος, η παρουσία του στο σπίτι δημιουργούσε ένα κλίμα αμηχανίας, πολλές φορές συγκρατημένης δυσανασχέτησης, δυσφορίας κι εκνευρισμού, ιδιαίτερα τις επόμενες των νυχτερινών περιπετειών του διψασμένου για έρωτα νεαρού ζευγαριού, των οποίων γινόταν αναπόφευκτα ακροατής.  

Το δωμάτιο μας είχε δύο μονά φθαρμένα από την χρήση στρώματα, τοποθετημένα στις δυο απέναντι γωνίες του δωματίου, εκατέρωθεν μια παλιάς συρταριέρας -μοναδικού επίπλου στο δωμάτιο. Το χώριζε από το δωμάτιο του Φ ένας ψεύτικος, λεπτός τοίχος με ανύπαρκτη ηχομόνωση. Οι έρωτές μας μετά από μήνες στέρησης ήταν αναπόφευκτα ζωηροί, θορυβώδεις, παθιασμένοι, καμιά φορά βίαιοι -σε κάθε στάση που ένα στρώμα στο πάτωμα επέτρεπε, κατά και παρά φύσιν. Το πόθος και οι ορμές μας τόσο έντονες που τόσο εγώ, όσο και η Ε, με αναστεναγμούς που έκανα ό,τι μπορούσα να προκαλέσω και αφουγκραστώ (ως είδους ηχητικού αφροδισιακού), στους παροξυσμούς μας αγνοούσαμε την παρουσία του Φ στο διπλανό δωμάτιο και ολοκληρώναμε απερίσπαστοι. Σίγουρα θα μας άκουγε τις περισσότερες φορές, σκεφτόμασταν μετά, αλλά τέτοιες έγνοιες γρήγορα παραμερίζονταν. Θα επέφεραν, άλλωστε, καταπίεση του πάθους, κατευνασμό του έρωτα μας: η φιλαυτία ενός ερωτευμένου ζευγαριού δύσκολα χαλινώνεται. Ούτε η Ε, ούτε εγώ, όμως, είμασταν διεφθαρμένοι, αν και ίσως είμασταν «ανήθικοι» για το ηθικό σύστημα του θρήσκου χριστιανού συγκατοίκου μας. Είχαμε συνείδηση των επιπτώσεων, έστω και προσωρινών, που θα μπορούσαν να έχει οι έρωτας που απολαμβάναμε ανενδοίαστα στο μικρό δωμάτιο, στη διάθεση και ψυχολογία ενός ανθρώπου που καθ’ όλες τις ενδείξεις ήταν στερημένος σεξουαλικά. Τα πρωϊνά καταβάλαμε προσπάθεια να τον αποφύγουμε στην κουζίνα ή την τραπεζαρία του κοινού δωματίου. Στις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, το συννεφιασμένο πρόσωπο ενός αμίλητου Φ, απλώς επιβεβαίωνε την ψυχολογική επίπτωση των ερωτικών ήχων που διαπερνούσαν την μεσοτοιχία, και η αμηχανία όλων μας μεγεθυνόταν. Αλλά τι θα μπορούσε να πει και κάνει κάποιος για αυτό, όταν στα μάτια νέων ανθρώπων ο έρωτας θεωρείται κάτι φυσικό και φυσιολογικό; Η σιωπή όλων και η κακή διάθεση του Φ ξεπερνιόταν, μέχρι το επόμενο στενόχωρο πρωϊνό συναπάντημα. Η κατάσταση όμως δεν μπορούσε να είναι βιώσιμη για πολύ καιρό ακόμα.

Οι μοναδικές άλλου είδους επαφές με το συγκάτοικό μας ήταν οι εξορμήσεις για ψώνια, που στην Αμερική χωρίς αυτοκίνητο είναι προβληματικές. Η αδερφή του Φ, ο μόνος άνθρωπος εκτός από τον ΑP με τον οποίο επικοινωνούσε καθημερινά κα συχνά επισκεπτόταν, αφού τελείωσε τις σπουδές της, του άφησε το αυτοκίνητο της: μια τεράστια σε μήκος, παμπάλαια, σκουριασμένη «λιμουζίνα» από αυτές που πουλιούνταν σε μάντρες για λίγα κατοστάρικα. Μπορεί να μην ήταν αξιόπιστος τρόπος μετακίνησης για μακρινά ταξίδια, αλλά τα πλεονεκτήματα από εξοικονόμηση χρημάτων στα βδομαδιάτικα ψώνια από χαμηλού κόστους «αποθήκες» μακρινών εμπορικών κέντρων, στις οποίες ο Φ μας οδηγούσε για λίγα σεντς εξοικονόμησης που θα έξυνε, και την αποφυγή της ταλαιπωρίας του λεωφορείου και περπατήματος με σακούλες ψώνια, υπερτερούσαν του ρίσκου από πιθανές βλάβες. Το σαραβαλάκι του Φ ήταν, λοιπόν, μια ακόμα μικρή αχτίδα ευκολίας στους πρώτους δύσκολους μήνες της ζωής μας στην 29 E Norwich Avenue.

Είχαμε όνειρα και φτιάχναμε σχέδια με την Ε. Εκ των υστέρων, φαίνεται ότι περπατούσαμε στα σύννεφα, αλλά πόσοι νέοι στην ηλικία μας μπορούν και βλέπουν δυο και τρία χρόνια μπροστά στην ζωή τους; Πρώτα θα βελτίωνε τα Αγγλικά της, μετά θα ξεκινούσε σπουδές. Τότε, όμως, για ο,τιδήποτε απτό και πρακτικό χρειαζόμασταν λεφτά και, έτσι, αναγκάστηκε να ψάξει και βρει δουλειά ενόψει των μαθημάτων που θα άρχιζαν το εαρινό τρίμηνο και των διδάκτρων που θα καλούμαστε να πληρώσουμε. Τη δουλειά δεν την φοβόταν η Ε, ακόμα και στον ξένο τόπο που βρεθήκαμε. Είναι από τις δυνάμεις με τις οποίες οπλίζει τον άνθρωπο μια φτωχική καταγωγή. Ένας ακόμα Ελληνοαμερικανός, ιδιοκτήτης café, που πρόσφερε καφέ & donuts παραγωγής του, και που πολλές φορές σταματούσαμε τα πρωϊνά ακριβώς για αυτά, την συμπάθησε, ως την ελκυστική χαριτωμένη συμπατριώτισσα που ήταν, και της πρόσφερε δουλειά στο μαγαζί του: να σερβίρει καφέ & donuts σε πελάτες, που από νωρίς τα πρωϊνά στριμώχνονταν στον πάγκο γύρω από τις καφετιέρες και τα ράφια με ταψιά donuts που ετοιμάζονταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

O χειμώνας του 1987 πλησίαζε στο Midwest, βαρύς και παγωμένος, και με γρήγορους ρυθμούς για να τον συνηθίσουμε και προσαρμοστούμε. Η βάρδια της Ε στο café συνήθως ξεκινούσε νωρίς: πριν από τα χαράματα, στα βαθιά σκοτάδια των μικρών ημερών, όταν οι εργαζόμενοι στην περιοχή ξεκινούσαν για τις δουλειές τους και μερικοί από αυτούς σταματούσαν για τον πρώτο καφέ της μέρας, που πάντα ταίριαζε με φρέσκα donuts. Για μια νέα και όμορφη γυναίκα, οι σκοτεινοί, έρημοι από ανθρώπους κι αυτοκίνητα δρόμοι και δρομάκια στις γειτονιές πάνω από το campus φαινόταν και ήταν επικίνδυνοι. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει την δουλειά στο café, κάποια ώρα κοντά στα μεσάνυχτα όταν στημένος πίσω από την κουρτίνα παρακολούθησα μια σκιά με ένα περίστροφο στο χέρι να τρέχει αλαφιασμένη στο δρόμο κάτω από το παράθυρό μας. Όφειλα, ως σύντροφος και άντρας, να την συνοδεύω μέχρι την πόρτα του μαγαζιού όπου δούλευε, την μοναδική όαση φωτός και ζεστασιάς κανονικών ανθρώπων του μόχθου στον κεντρικό δρόμο στα όρια του campus τις μικρές σκοτεινές ώρες του χειμώνα. Ξυπνούσαμε στις τέσσερις το πρωί, όταν το κρύο στο ηπειρωτικό Ohio κορυφωνόταν. Με ένα πανωφόρι πάνω από τη πιτζάμα και το πουλόβερ που φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου, περπατούσαμε τα παγωμένα πεζοδρόμια χέρι-χέρι, παραπατώντας σε μείον δέκα ως και μείον είκοσι βαθμούς Κελσίου. Μέχρι να διακρίνουμε λίγα μέτρα από την πόρτα του café έναν ή δυο από τους πρώτους θαμώνες, την άφηνα με ένα γρήγορο φιλί στα παγωμένα χείλη. Πίσω στο σπίτι, πατόκορφα παγωμένος, με το κεφάλι και το μυαλό σφιγμένο, τους παλμούς της καρδιάς δυνατούς και γρήγορους, ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Συχνά έπεφτα σε κατάσταση νάρκης, μισο-κοιμισμένος, μισο-ξύπνιος, χωρίς όνειρα, με ένα βουητό στο βαρύ κεφάλι, που σταματούσε μόνο όταν σηκωνόμουν και έπινα τον καφέ της μέρας.

Είναι μάταιο να προσπαθεί να ξανακοιμηθεί κανείς μετά από μισή ώρα έκθεσης σε πολικό ψύχος. Ίσως στην πρωινή υπερέντασή μου να συντελούσαν και οι ενοχές που ελλόχευαν βλέποντας την φιλότιμη αγάπη μου να ξεκινάει τη μέρα κάτω από δύσκολες συνθήκες για ένα μεροκάματο σε παρακατιανή δουλειά, ώστε κάποτε να καταφέρουμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς μαζί -στην Αμερική. Θα μας αντάμειβε το μέλλον για τους κόπους και το κρύο και τις αντιξοότητες εκείνου του χειμώνα στο άχαρο διαμέρισμα; Κανείς δεν το ήξερε. Το ελπίζαμε κρυφά. Για την ώρα είχαμε ο ένας τον άλλον και αγαπιόμασταν, και πιστεύαμε ότι δυσκολίες και κακουχίες ήταν προσωρινό τίμημα για ένα ευτυχισμένο μέλλον.

Monday, December 2, 2024

50 - Αμέρικα: Φιλία από Ανάγκη

Με τον Φ γνωριστήκαμε ως ένοικοι του Jones Tower, στο lobby του, αφού αντιληφθήκαμε την κοινή μας καταγωγή με μια ανταλλαγή ματιάς, και χάριν στο ένστικτο των ομοεθνών. Στην ξενιτιά του Columbus οι επιλογές φιλιών και συντροφιάς μέσα από διεξοδικές κρίσεις ήθους και προσωπικότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ο Φ, υπό άλλες συνθήκες, στο χώρο του ελληνικού πανεπιστημίου παραδείγματος χάριν, θα εκπροσωπούσε τον τύπο ανθρώπου, τον οποίο αν τύχαινε να γνωρίσω, θα απέφευγα οποιαδήποτε συναναστροφή, πέρα από τυχόν αναγκαίες και τυπικές: ίσως, ένα «γεια, τι γίνεται;» (και αν!) σε τυχαία συναπαντήματα σε έναν διάδρομο. Είχε μια υψηλών τόνων, συριστική, και ελαφρώς βραχνή φωνή, μίζερη και όχι ευχάριστη στο άκουσμά της. Η άχαρη φωνή ταίριαζε σε ένα εξίσου άχαρο και αγέλαστο πρόσωπο, κάτω από ένα ημισφαιρικό μέτωπο και σγουρά μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν και να εκθέτουν περισσότερο το ήδη μεγάλο κούτελο. Αν σε αυτά τα χαρακτηριστικά κάποιος πρόσθετε το σχετικά χαμηλό του ανάστημα, ένα επίπεδο, αγύμναστο στήθος, και, τέλος, την κακοσμία της αναπνοής, που η μπόχα που γινόταν αισθητή από απόσταση συνομιλίας, δύσκολα θα του απέδιδε κανείς sex appeal. Πράγματι, στα χρόνια που συνδεθήκαμε, περισσότερο από τη συγκυρία και μικροαναγκαιότητες της περιόδου στον ελληνικό μικρόκοσμο του Columbus, δεν τον είδα σε κάποια οικεία σχέση με γυναίκα, αν και οι ευκαιρίες γνωριμίας στο περιβάλλον όπου φοιτούσε και απασχολείτο, ως βοηθός διδασκαλίας σε προπτυχιακούς φοιτητές του οικονομικού τμήματος, και με τις καλές σχέσεις που είχε με την εκκλησία και την ελληνοαμερικάνικη κοινότητα της πόλης ήταν φαινομενικά άφθονες.

Συν τοις άλλοις, και παραβλέποντας την εξωτερική εμφάνιση, η έλλειψη ενδιαφερόντων, η άχρωμη και ελαφριά προσωπικότητα, ο στεγνός χαρακτήρας και συμπεριφορά, έθεταν επιπλέον εμπόδια στη σύναψη έστω βασικών φιλικών σχέσεων μαζί του. Απεναντίας, ο καλύτερος του φίλος, ο Εϊ-Πι (AP) για τους Αμερικανούς, συνάδερφος στο ίδιο τμήμα με τον Φ, ήταν η αντίθεση του -από κάθε άποψη. Ο AP είχε καλοφτιαγμένα και αρμονικά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, ενώ το αραιωμένο και αυτού μαλλί με το μουστάκι που «του πήγαινε», πρόδιδαν υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Επιπλέον, διέθετε μια γνήσια αίσθηση του χιούμορ και μιαν ευχάριστη προσωπικότητα, όσο αυτή απουσίαζε από τον Φ, όσο κι αν και οι δυο τους απέφευγαν πολιτικές συζητήσεις – ο μεν Φ σιωπούσε σε αυτές, ο δε AP έστρεφε τη συζήτηση σε περισσότερο ουδέτερα θέματα. Ήταν εξαιρετικά αθλητικός τύπος ο AP και συμμετείχε ερασιτεχνικά και διακρινόταν σε κάθε λογής ομαδικό και αρκετά ατομικά σπορ και αγώνες που διοργανώνονταν στα πλαίσια της πανεπιστημιακής ζωής. Όσο ήταν και φίλαθλος: οπαδός των ομάδων του πανεπιστημίου παρακολουθούσε με ενδιαφέρον κάθε κολεγιακό άθλημα, από το αμερικάνικο ποδόσφαιρο, μέχρι το χόκεϋ επί πάγου. Αν και με τον Φ ανήκαμε σε πολύ χαμηλότερη λίγκα φυσικής κατάστασης από τον AP, χάριν στο τελευταίο ξανάρχισα να παίζω το ποδόσφαιρο που αγάπησα και διασκέδαζα ως παιδί, αυτή τη φορά στις απέραντες εκτάσεις χλοοτάπητα και γηπέδων του πανεπιστημίου, ως παίκτης ομάδων σε φιλικά παιχνίδια, που με εξαιρετική σοβαρότητα ο AP συχνά διοργάνωνε και μας καλούσε να συμπληρώσουμε τις εντεκάδες. Αλλά και σε μίνι-τουρνουά του Πανεπιστημίου, όπου με το Φ αγωνιζόμαστε σε χαμηλότερες κατηγορίες από αυτές του AP. Παρόλα αυτά, με αντιπάλους ομάδες απαρτιζόμενες κυρίως από Αμερικάνους, τα πηγαίναμε σχετικά καλά. Σε εκείνα τα τουρνουά ποδοσφαίρου, κατά κάποιο τρόπο, ικανοποίησα ένα μικρό κομμάτι του παιδικού ονείρου: να παίξω ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο σε κανονικά γήπεδο με χλοοτάπητα και goal-posts με δίκτυα αν και χωρίς κερκίδες και θεατές: να αποδώσω, να σκοράρω, να εκνευριστώ και να βρίσω στον παροξυσμό των μαχών από τα άγαρμπα tackling των Αμερικανών αντιπάλων.

Αν η γυναικεία παρέα ήταν απρόσιτη για τον Φ με εκείνα τα δεδομένα, ο AP απολάμβανε τη συντροφιά και συγκατοικούσε με μια όμορφη Αμερικανίδα, την K, που σε κάθε ευκαιρία μιλούσε με θαυμασμό για τον αθλητή-ήρωά της. Ο ΑP αγαπούσε την Κ και ήταν απόλυτα πιστός της, παρά τους συνεχείς πειρασμούς που η υποθέτω χαρισματική διδασκαλία και μια αθλητική και μεσογειακή γοητεία του ασκούσε σε ξαναμμένες Αμερικανίδες φοιτητριούλες. Ενώ η αξιολόγηση του διδακτικού έργου του Φ, όπως ο ίδιος διηγούνταν στην παρέα μας σε κάποιο μπαρ που θα έδειχνε ποδόσφαιρο ή μπάσκετ, ήταν λίγο πάνω από το μέσο όρο, ήταν ικανοποιητική για την ανανέωση της υποτροφίας στο επόμενο τρίμηνο, αυτή του ΑP, πέρα από τα τυπικά κολακευτικά σχόλια για το στυλ της διδασκαλίας και τη μεταδοτικότητα του, συχνά συνοδευόταν από ραβασάκια, συχνά με ρητό σεξουαλικό περιεχόμενο. Αυτά ΑP τα αγνοούσε, ενώ πολλοί στη θέση του φαντάζομαι θα υπέκυπταν στους πειρασμούς. Εγώ, απλώς, τον θαύμαζα για την φυσική κατάσταση και το αθλητικό του σώμα, το πηγαίο χιούμορ του, και απολάμβανα την γλυκύτητα της συντρόφου του.