Tuesday, October 29, 2024

44 - Αμέρικα: Ανταγωνισμός Παντού

Το κολεγιακό ποδόσφαιρο ήταν ένας ακόμα τομέας ανάμεσα σε πολλούς άλλους όπου κάποιος διαπίστωνε έναν έντονο και ακατάπαυστο ανταγωνισμό στα μήκη και πλάτη της αμερικανικής κοινωνίας· έναν ανταγωνισμό που είχε την αφετηρία της και παρουσιαζόταν κατ’ εξοχήν αμείλικτος στη διαχυτική και διαβρωτική πραγματικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας της, των μικρών και μεγάλων businesses της. Στον χώρο μου, από τις κατατάξεις και την βαθμολόγηση των πανεπιστημίων, την αξιολόγηση κάθε παραμέτρου του κάθε τομέα σπουδών και έρευνας είχα αποκτήσει μιαν αρχική εικόνα του ανταγωνισμό αυτού από την Ελλάδα ακόμη. Αλλά με τα σπορ, τις επισκέψεις στη βιβλιοθήκη, στη σχολή, σε γωνιές του campus, από το USA Today και την τηλεόραση, διαπίστωσα ότι κατατάξεις και βαθμολογίες και συγκρίσεις με άλλα ιδρύματα και πόλεις και πολιτείες υπήρχαν για κάθε επιστητό ζήτημα και ενημερώνονταν περιοδικά: διαβαθμίσεις των κολεγιακών ομάδων σε εθνική κλίμακα, το φυσικό περιβάλλον του campus, τον αριθμό των φοιτητών, την προσέλκυση χορηγιών, την ερευνητική δραστηριότητα, και ούτω καθ’ εξής. Και οι επαγγελματίες άνθρωποι του πανεπιστημίου τις έπαιρναν σοβαρά: το «δημόσιο» πανεπιστήμιο ήταν ένας οργανισμός που καθημερινά πάλευε με άλλους αντίστοιχους για να επιπλεύσει και να διακριθεί σε ένα ευρύτερο επίπεδο, εθνικό και παγκόσμιο. (Η Αμερική αυτοπροβαλλόταν δικαιολογημένα ως υπερδύναμη και πρωτοπορία σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.) Η δική μας σχολή, το δικό μας πανεπιστήμιο, οι δικές μας πόλη και πολιτεία, σε καθημερινή αντιπαραβολή και σύγκριση και εντατικό συναγωνισμό και ανταγωνισμό με άλλες, και η πατρίδα, το κέντρο του κόσμου, υπεράνω όλων.

Για να επιπλεύσουμε και διακριθούμε, άτομα ή ομάδες, σε κάθε επίπεδο οφείλαμε να αγωνιστούμε ανταγωνιζόμενοι άλλους. Περιέργως, τα άτομα και οι πόλοι και συλλογικότητες που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, πολλές φορές ανηλεώς, καμιά φορά αθέμιτα, τους συνέδεε μια πυκνή ομίχλη πατριωτισμού και ένας υπεροπτικός εθνικισμός: οι Αμερικάνοι, με εξαίρεση ίσως μερικές περιθωριακές ή κοινωνικά αποκλεισμένες μειονότητες, αγαπούσαν την πατρίδα και τα σύμβολα του πολυεθνικού έθνους τους, τον Πρόεδρο, τον στρατό τους, και εκδήλωναν περήφανα τον αμερικανισμό τους. Από τη μια μεριά, ο ατομικισμός, ο συναγωνισμός και ανταγωνισμός για την υπερίσχυση και διάκριση του ατόμου στο σύνολο, της ομάδας και της εταιρίας στο σύστημα, για την τελική επικράτηση του ισχυρότερου, ήταν ομοιογενείς στις μεθόδους, εκδηλώσεις και τη μορφή τους· από την άλλη ο επιφανειακός, όσο και υπερφίαλος πατριωτισμός, μια America über alles (στο βαθμό που αναγνωριζόταν η ύπαρξη του υπόλοιπου πλανήτη πέρα από τον κόκκινο εχθρό του Ψυχρού Πολέμου), μια Αμέρικα φαινομενικά ενωμένη και ομογενοποιημένη και συμπαγής πίσω από εθνικές εκφάνσεις και σύμβολα. Τα αντιλήφθηκα από νωρίς ως μια από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της καπιταλιστικής (και ιμπεριαλιστικής) Αμερικής.

Χάριν όμως στο ένστικτο της επιβίωσης ή, ίσως, και σε μιαν έμφυτη, άλλοτε εμφανή, άλλοτε λανθάνουσα θέληση για ισχύ, την will power του Nietzsche που πηγάζει από το άτομο, όφειλα να συμβιβαστώ και να συμμετάσχω: να παίξω το παιχνίδι του συστήματος, να γίνω ανταγωνιστικός. Ως αντίβαρα στον «αμερικάνικο τρόπο ζωής», ο οποίος εξιδανικευόταν και παρουσιαζόταν από τα μέσα ενημέρωσης αλλά και κοινούς ανθρώπους ως μοναδικός και πρότυπος, και στον οποίο οι λαοί του κόσμου κι ο κάθε άνθρωπος κανονικά θα έπρεπε να προσβλέπει και να επιδιώκει, ως αντίσταση απέναντι στην πλήρη αφομοίωση από το σύστημα τουλάχιστον διέθετα μιαν ιδεολογία που είχα μορφώσει στη μέχρι τότε ζωή μου, τη μόρφωση και κουλτούρα και την κληρονομιά από τη δική μου πατρίδα, που η φλόγα της ακόμα έκαιγε μέσα μου.

Η εντατική μελέτη κι εξαιρετική εργατικότητα που επέδειξα εκείνο τον καιρό δεν ήταν απλά μια παθητική στάση που πήγαζε αποκλειστικά από ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι σε αυτούς που χρηματοδοτούσαν τις σπουδές μου ή χάριν σε κάποιο αφηρημένο ελληνικό «φιλότιμο» – τη λέξη με την οποία με ξεπροβόδισε ο Πατέρας και το μάλλον ανυπόστατο σχόλιο ότι υπάρχει μόνο στο ελληνικό λεξιλόγιο διότι χαρακτηρίζει το ελληνικό γένος γενικότερα. Έπρεπε να επιβιώσω και κατά δύναμιν διακριθώ σε ένα αδυσώπητα ανταγωνιστικό σύστημα. Υπαγορευόταν περισσότερο από μιαν αναγκαιότητα, παρά ήταν ελεύθερη επιλογή. Γνώριζα ότι τα περιθώρια σημαντικών διακρίσεων, πέρα από τις οποιεσδήποτε ικανότητες και ταλέντα, περιοριζόταν αναγκαστικά από κραυγαλέες αδυναμίες του χαρακτήρα και της προσωπικότητας. Η έκφραση “nice guys come last” ήταν από τις πρώτες που έμαθα στα χρόνια της Αμερικής και εν μέρει σημαίνει ότι για την κοινωνική διάκριση και την ατομική ισχύ και σχετική υπερίσχυση χαρίσματα όπως η εργατικότητα, η εξυπνάδα, η καλοσύνη, η αλληλοβοήθεια, η αυτοθυσία, όπως θα πρόσθεταν πολλοί Αμερικάνοι, δεν είναι ικανές συνθήκες για την επιτυχία, όπως τουλάχιστον αυτή η επιτυχία μετριέται από την αμερικάνικη κοινωνία -επί το πλείστον μονεταριστικά.

Ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα και τη μελέτη– σε βιβλία, συγγράμματα, άρθρα. Ήταν ο μονόδρομος που τους επόμενους μήνες και χρόνια θα ακολουθούσα. Τον λίγο καιρό με τον εαυτό μου και τις αναμνήσεις από μιαν ωραία και ξέγνοιαστη εποχή, θυμόμουν τους έρωτές που άφησα πίσω, την Ε πριν από όλες, και τις στιγμές χαράς και καημών με την κνίτικη παρέα. Ως αντίδοτο και παρηγοριά στην μελαγχολία της νοσταλγία που με κυρίευε στο γυμνό δωμάτιο που άρχισε να κρυώνει τον βαρύ χειμώνα του Midwest, έγραφα γράμματα – σε γονείς, στην Α, τη Ντ., φίλους, στην Ε. Και μετρούσα τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα για να ξανανιώσω την ζεστή αγκαλιά της.


Friday, October 25, 2024

43 - Αμέρικα: Morrison Tower

Εκεί ξεκίνησε η ζωή στην Αμερική: με σπασμένες τις αλυσίδες της οικογενειακής εξάρτησης, μόνος ανάμεσα σε ξένο κόσμο και μόνο στήριγμα τον εαυτό μου και τα λεφτά μιας υποτροφίας. Και κάπως έτσι ξεκίνησα πραγματικά ως «ακαδημαϊκός πολίτης», όπως άρεσε στους γονείς να λένε. Το έλεγαν, είναι αλήθεια, και με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, αλλά στα χρόνια εκείνα ούτε το βάρος της κηδεμονίας τους ένιωσα να ελαφρύνει, ούτε κατάφερα να υπερβώ το περιβάλλον της οικογένειας και του πατρικού σπιτιού, ούτε να απελευθερωθώ από τους δεσμούς της οικονομικής εξάρτησης. Η άφιξη στο Columbus και στο πανεπιστήμιο του ήταν κάτι περισσότερη από μια καμπή: ήταν η αρχή, με όλη την σημασία της λέξης, μια πόρτα που άνοιγε διάπλατα σε έναν διαφορετικό και ανεξερεύνητο κόσμο εμπειριών. Όπως σήμανε, καθώς θα φανεί αργότερα στη διήγησή μου, και την αρχή του τέλους του πρώτου μεγάλου έρωτα.

Το πρώτο βράδυ στο Columbus ήταν ξάστερο και δροσερό. Βγήκα μια μικρή βόλτα γύρω από τον ξενώνα στις παρυφές του campus, όπου ένα μαγικό χέρι μας έφερε και τακτοποίησε, τον Ιταλό και μένα, μετά την άφιξή μας. Περπατώντας σε έρημα από ανθρώπους μονοπάτια ανάμεσα σε καλλωπιστικούς θάμνους και το χλωμό φωτισμό από φωτιστικά κατά μήκος τους, ένιωσα την ευχάριστη μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο γρασίδι που διέχεε το αυγουστιάτικο βραδινό, που με έφερε πίσω στα καλοκαίρια στο camping της Σκοτίνας. Το μέγεθος της έκτασης του campus με τις απέραντες εκτάσεις πράσινου, διάσπαρτα γέρικα δέντρα, και κτίρια από κόκκινο τούβλο την διαπίστωσα το επόμενο πρωινό, όταν σέρνοντας τα μπαγάζια μου, χρειάστηκε να περπατήσω προς τα νότια όρια του campus για το μέρος της διαμονής μου: το Morrison Tower. Τον «πύργο» τον αποτελούσαν δύο ψηλά, πολυώροφα κτίσματα εκατέρωθεν ενός χαμηλότερου. Στην κατασκευή, όπως και των περισσότερων κτιρίων του campus, κυριαρχούσε το κόκκινο τούβλο, που το πέρασμα του χρόνου είχε σκουραίνει. Σε πολλούς τοίχους από τα παλιότερα κτίρια σκαρφάλωναν αιωνόβιοι κισσοί. Ο χώρος απέπνεε παράδοση και παλαιότητα, κύρος και ακαδημαϊκή βαρύτητα, στον βαθμό που αυτή μπορεί να συσχετιστεί με το φυσικό και υλικό περιβάλλον χωρίς τους ανθρώπους που εργάζονταν, φοιτούσαν και κινούνταν μέσα του. Η αντίθεση με το περιβάλλον της αμφισβήτησης, των αφισών, πανό και συνθημάτων του πανεπιστημίου που άφησα πίσω ήταν εμφανής. Τις πρώτες μεγάλες εντυπώσεις έσπευσα να περιγράψω στα πρώτα γράμματα προς την πατρίδα.

Το δωμάτιο μου, στη γωνιά του όγδοου και τελευταίου ορόφου -ορόφου αποκλειστικά για «άρρενες» μεταπτυχιακούς φοιτητές μου προσφέρθηκε ως premium, προνομιούχο. Κατάλαβα αργότερα ότι η ταξινόμηση δωματίων ήταν συγκριτική· αυτό καθαυτό το Morrison Tower αποδείχτηκε δεύτερης επιλογής κατάλυμα ανάμεσα σε άλλα πιο μοντέρνα και περιζήτητα. Τουαλέτες και μπάνια θα τα μοιραζόμουν με τους άλλους άρρενες ενοίκους του ορόφου, κάτι πρωτόγνωρο στη ζωή που δύσκολα θα συνήθιζα. Το δωμάτιο όμως ήταν ευρύχωρο και ευήλιο, σε «προνομιούχα» γωνιακή θέση με εποπτική, αν όχι και θεαματική άποψη πάνω από τις γειτονιές νότια του campus. Τη μοναξιά μου στην απόμερη γωνιά του ορόφου μου άρχισα να την απολαμβάνω, παρά την έλλειψη της συντροφιάς της Ε: με μελέτη, με μουσική από τις λίγες κασέτες που έφερα, μια μικρή τηλεόραση που αγόρασα τις πρώτες μέρες και είχα μονίμως ανοιχτή. Με βοήθησε όσο πολλά χρόνια φροντιστηρίων στην παλιά γειτονιά να βελτιώσω τα μέτρια αγγλικά μου· η οπτικοακουστική μέθοδος που πρόσφερε αποδείχτηκε η πλέον αποτελεσματική στην εκμάθηση και κατανόηση της γλώσσας, ελλείψει καθημερινών συναναστροφών και δεδομένου του «κλειστού» και μη επικοινωνιακού χαρακτήρα που με διέκρινε.

Οι ώρες περνούσαν εύκολα ανάμεσα στα επιστημονικά βιβλία που είχα ήδη προμηθευτεί ενόψει της έναρξης των μαθημάτων, τις σημειώσεις μέσα από αυτά που επιμελώς (ως και μανιωδώς) κρατούσα, και τις αναρίθμητες ασκήσεις που έλυνα: υπό το βάρος της υποτροφίας όφειλα να αποδείξω πάση θυσία τις ικανότητές και αριστεία μου, να φανώ αντάξιος της· να βρεθώ ένα βήμα μπροστά από τον «ανταγωνισμό» που την ύπαρξη του σε κάθε επίπεδο της ζωής στην Αμερική άρχισα να αντιλαμβάνομαι. Η απόλυτη μοναξιά της απόμακρης γωνιάς του τελευταίου ορόφου με παρακίνησε, στις ατέλειωτες ώρες μέχρι αργά τη νύχτα, να αφήνω ανοιχτή την πόρτα του δωματίου που έβλεπε σε ένα μακρύ μισοσκότεινο, και τα βράδια ήσυχο διάδρομο. Την ασφάλεια μας από παρείσακτους εγγυόταν η πιστοποίηση ενοίκων και επισκεπτών στην κύρια είσοδο του κτιρίου. Μέχρι που κάποια μεσάνυχτα, ένας μισομεθυσμένος νέγρος που τον προσέλκυσε το φως από την ορθάνοικτη πόρτα γλίστρησε αθόρυβα στο δωμάτιο. Ταράχτηκα τρομαγμένος. Γρήγορα καθησυχάστηκα από την αθώα ερώτηση που μου απεύθυνε με το νηφάλιο και νυσταγμένο ύφος του πιωμένου: έψαχνε για μια κοπέλα στο κτίριο. “Only men live on this floor” του είπα, και ότι θα πρέπει να ψάξει σε άλλο όροφο για την κοπέλα. Έφυγε χωρίς να χαιρετίσει. Από κείνο το βράδυ κρατούσα την πόρτα κλειστή και κλειδωμένη.

Το δωμάτιο το άφηνα κάθε πρωί για ένα μοναχικό, μακριά από παρέες φοιτητών, πρωινό στην «καφετέρια», πριν από τις παραδόσεις στη σχολή. Επέστρεφα το απόγευμα μετά από ένα επίσης μοναχικό γεύμα στην ίδια «καφετέρια», που πάντα με υποδεχόταν με την ίδια απροσδιόριστη μυρωδιά, μίγμα από τα φαγητά που μαγειρεύονταν κατ’ επανάληψη, της επίπλωσης και των τεχνητών αποσμητικών και καθαριστικών. Μια μυρωδιά, που κάθε φορά με την είσοδο μου στην καφετέρια μου έκοβε την μέχρι τότε μεγάλη όρεξη για ένα, ούτως ή άλλως, θλιβερό φαγητό.

Κουρασμένος από τις ώρες τις κλεισούρας, ιδιαίτερα τα ανιαρά Σαββατοκύριακα ενόψει του πρώτου βαριού χειμώνα, κατέβαινα στις αίθουσες ψυχαγωγίας στο ισόγειο του κτιρίου. Για να δω λίγο κόσμο, να διαβάσω την USA Today, ή για να παρακολουθήσω κάποιον αγώνα αμερικάνικου ποδόσφαιρου στην μεγάλη οθόνη του ισόγειου εντευκτηρίου. Τα αμερικάνικα σπορ, ιδιαίτερα οι επαγγελματικές τους εκδοχές, με άφηναν αρχικά αδιάφορο – η «υψηλή τεχνολογία», η εντατική στατιστικολογία, η επαναληπτικότητά και η αργή τους εξέλιξη με εκνευριστικά κενά στην δράση, ένα γενικά πλαστικό θέαμα, διακοπτόμενο περιοδικά από βομβαρδισμούς διαφημίσεων που ο θεατής υφίστατο, τα καθιστούσαν, κουραστικά έως και αποχαυνωτικά· συναισθηματική σύνδεση του οπαδού με κάποια ομάδα δεν μπορούσε να υπάρξει υπό τις συνθήκες. Βρήκα, όμως, κάποιο ενδιαφέρον στα κολεγιακά σπορ, ιδιαίτερα στο αμερικανικό ποδόσφαιρο, όπου το πανεπιστήμιο είχε να παρουσιάσει παράδοση σε εθνικό επίπεδο, ένα τεράστιο στάδιο και ανάλογη υποστήριξη από τον κόσμο της πόλης και της Πολιτείας, όπως και μια φημισμένη μπάντα που έπαιζε έναν εύηχο ύμνο-εμβατήριο στην αρχή κάθε αγώνα και μετά από κάθε γκολ. Η αρχική περιέργεια και ενδιαφέρον γρήγορα εξελίχθηκε στο πάθος του οπαδού, όντας μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας που η ομάδα εκπροσωπούσε, οπαδού που δεν χάνει στιγμή παιχνιδιού, που ανασκιρτά σε κάθε πόντο και επιτυχία και το σκαρφάλωμα στις βαθμολογίες. Κι αυτό το πάθος για την πανεπιστημιακή ομάδα ποδοσφαίρου, που επεκτάθηκε αργότερα στο μπάσκετ και, περιέργως, το μπέιζμπολ, ως συνέχεια αντίστοιχων παθών της παιδικής ηλικίας, διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της παραμονής στην Αμερική και για λίγο καιρό μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Θα αναζωπυρωνόταν εντονότερο και αδιάκοπο χρόνια μετά, αλλά στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ο αθλητικός προσηλυτισμός και η προσήλωση σε μια ομάδα σε ασίγαστη ομοψυχία με άλλους οπαδούς, μια μικρή ή μεγάλη συναισθηματική αφοσίωση και φόρτιση στην διάρκεια ενός αγώνα,  παραμένουν εν πολλοίς ανεξήγητες καταστάσεις της συνείδησης.

Tuesday, October 22, 2024

42 - Αμέρικα: Μετέωρος στην Minneapolis

Mε αμήχανα χαμόγελα και την περιστασιακή χλιαρή χειραψία συστηθήκαμε επιφανειακά με τα μέλη του πολυεθνικού γκρουπ, που οι λίγοι Αμερικανοί δάσκαλοι και φροντιστές υπό την αιγίδα μιας μάλλον εκφοβιστικής, ψηλής και ξανθιάς υπευθύνου, θα μας «εισήγαγαν» στην αμερικανική κουλτούρα και προετοίμαζαν για τις επιστημονικές γνώσεις και, ευελπίστως, την ακαδημαϊκή καριέρα που θα ανοιγόταν μπροστά μας και υποσχόταν πολλά. Είμαστε ξένοι ανάμεσα σε ξένους χωρίς οικείες γέφυρες για εγκάρδια σμιξίματα. Με τον Κώστα και έναν Ιταλό, με τον οποίο μας συνέδεε γεωγραφικά και πολιτιστικά μια κάπως στενότερη σχέση και περισσότερη κατανόηση, μετά από λίγες μέρες παρακολούθησης του course αρχίσαμε να αδιαφορούμε για τα μαθήματα του: της γλώσσας, της οργάνωσης χρόνου και σπουδών, της αντιμετώπισης προβλημάτων της καθημερινότητας. To λεγόμενο πρόγραμμα «επαγωγής», πέρα από τη διδασκαλία στις πολυτελείς αίθουσες της Business σχολής πανεπιστημίου με τα ονόματα των corporate sponsors που τις έκτισαν και επίπλωσαν σε επίχρυσες πλακέτες, περιλάμβανε παιδαριώδεις ασκήσεις τριβής με την καθημερινή ζωή, όπως ψώνια από σούπερ-μάρκετ, ή καλλιέργειας ομαδικού πνεύματος και συνεργασίας με το κυνήγι κάποιου νοητού θησαυρού σε γωνιές του πανεπιστημίου και της πόλης. Εν ολίγοις, ασκήσεις από εγχειρίδια συνταγών συμπεριφοράς που αγνοούν την ποικιλομορφία και τις άπειρες ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες του γενικά αχαλίνωτου νεανικού πνεύματος. Τον Κώστα κι εμένα, παρά τον ζήλο που συνήθως επιδεικνύουν τις πρώτες μέρες τουλάχιστον οι νεόφερτοι, τέτοια «παιχνίδια» μας άφησαν αδιάφορους. Αρχίσαμε τις κοπάνες. Άλλωστε, ο Κώστας στο τέλος των δυο βδομάδων της «επαγωγής» θα έμενε στη Minneapolis, όπου θα συνέχιζε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Minnesota, και είχε κάθε λόγο να θέλει να εξοικειωθεί άμεσα και «πρακτικά» με το πανεπιστήμιό του και την πόλη, παρά και πέρα από αφηρημένες γενικολογίες περί μεταπτυχιακών σπουδών και ζωής. Γυρίζαμε τις γειτονιές γύρω από το campus ψάχνοντας για νοικιαζόμενο σπίτι και στο τέλος των περιπλανήσεων επισκεπτόμασταν κάποιο bars για lunch, , συνήθως με τον Ιταλό παρέα. πληρωμένο από το πενιχρό συνάλλαγμα. Κυρίως, όμως, τους ακολουθούσα, επί το πλείστον απρόθυμα, σε σχεδόν καθημερινές βραδινές εξόδους στο disco club που ο Κώστας ανακάλυψε στις παρυφές του campus. Από την μεριά μου, η χρήσιμη επαφή με την πραγματικότητα ήρθε όταν, έχοντας ξεμείνει από λεφτά, χρειάστηκε να βρω και να επισκεφτώ μόνος κάπου downtown ένα γραφείο της Western Union, ώστε να παραλάβω τα $500, που η ευλογημένη οικογένεια των Dardonis, παλιών γειτόνων του πατρικού της Μάνας στο χωριό και φίλων, οικονομικών μεταναστών από καιρό στην Βοστώνη, μάζεψε από τα μέλη της και μου έστειλε άμεσα, μετά από ένα τηλεφώνημα της θείας Δ και του Πατέρα. Η επιτακτική ανάγκη επιβίωσης γίνεται συχνά ο καλύτερος οδηγός για να γνωριστούμε με τον κόσμο γύρω μας.      

Σε αντίθεση με μένα ο Κώστας δεν είχε αφήσει κάποιαν αγάπη πίσω στη Θεσσαλονίκη. Η εξερεύνηση για ανεύρεση κάποιου έρωτα στο κατώφλι της καινούργιας ζωής αποτελεί μια εξίσου σημαντική ανάγκη με την αυτοσυντήρηση και τις σπουδές. Έτσι φάνηκε σε μένα τότε: από τον ζήλο του για νυχτερινή διασκέδαση, από την επιμελή κοκεταρία, το καλοχτενισμένο, τραβηγμένο πίσω μαλλί. Από τη μεριά μου, ανάλογη όρεξη για ερωτοτροπίες και ερωτικές περιπέτειες δεν είχα. Ο πρόσφατος έρωτας με την Ε κυριαρχούσε σε ψυχή και πνεύμα· η παρουσία μου στη Minneapolis ήταν πρόσκαιρη. Και τα $1200 συναλλάγματος σωνόταν. Σε ό,τι δε αφορούσε τον Ιταλό, από τον τρόπου που με κοίταζε σοβαρά και επίμονα πίσω από τα χοντρά γυαλιά, από την αποστροφή του σε συζητήσεις για το άλλο φύλο, μου δημιουργήθηκαν υποψίες ότι επρόκειτο για gay. Ίσως και να είχα άδικο.

Στις επισκέψεις μας σε εκείνο το disco club στις παρυφές του campus φανερώθηκε και μια από τις αδυναμίες του χαρακτήρα του Κώστα. Οι Αμερικανιδούλες που το σύχναζαν αποκαλύφθηκαν στα μάτια μας περισσότερο απελευθερωμένες και σίγουρες, χαριτωμένα και παιχνιδιάρικα ερωτότροπες, απέναντι σε δύο ντροπαλούς και βλοσυρούς, αλλά ελκυστικούς Έλληνες, που αμίλητοι απολάμβαναν παγωμένες μπύρες καθισμένοι με την πλάτη γυρισμένοι στο μπαρ, χαζεύοντας την πίστα και τα κορίτσια που λικνίζονταν σε αυτήν. Υπήρχαν περιπτώσεις  που δυο-τρία από εκείνα τα κορίτσια μας αναστάτωσαν με κλεφτές και γεμάτο νόημα ματιές προς την μεριά μας και τα χαμόγελα τους -πρόσκλησης και πρόκλησης. Μια φορά ζαλισμένος από την μπύρα, έχοντας παραμερίσει ερωτικές εμμονές και την πίστη μου στην Ε που άφησα πίσω και υποσχέθηκε να με περιμένει, συγχρωτίστηκα και λικνίστηκα σε pop & rocknroll ρυθμούς σε διεγερτικές επαφές με τα σώματά τους. Ο Κώστας, ο άμεσα και ο μόνος, κατά τα φαινόμενα, πραγματικά ενδιαφερόμενος, παρέμενε σε κάθε περίπτωση καθηλωμένος και βλοσυρός στη θέση του. Κατάλαβα ότι, όπως κι εγώ σε ανάλογο βαθμό, ήταν οδυνηρά ντροπαλός με κορίτσια· με φραγμούς που ούτε καν η μέθοδος που με σχετική επιτυχία εφάρμοσα πολλές φορές στο παρελθόν, η κατανάλωση αλκοόλ, βοηθούσε να ξεπεράσει.

Οι δυο βδομάδες του induction course στο πανεπιστήμιο της πόλης πέρασαν γρήγορα. Ατυχώς, όχι τόσο παραγωγικά όσο ενδεχομένως οι διοργανωτές του να στόχευαν. Η επικοινωνία με την πατρίδα, την Ε και τους γονιούς, που η επιδίωξη της στριφογύριζε στο μυαλό μου καθημερινά ήταν τότε ασύγκριτα δυσκολότερη χωρίς την τεχνολογία που θα γινόταν διαθέσιμη στις μάζες μερικές δεκαετίες αργότερα (του ίντερνετ, των ασύρματων και κινητών επικοινωνιών) και αποθαρρυντικά ακριβή και δύσκολη. Δεν πτοήθηκα. Η λαχτάρα να κρατήσω ζεστή την αγάπη μας και ανοιχτές τις γέφυρες με τη ζωή που άφησα πίσω ανοιχτά ήταν ισχυρή. Μάζευα κέρματα, που τα τηλέφωνα με κερματοδέκτες κατάπιναν σε δευτερόλεπτα για να ακούσω τη φωνή της· εκπαίδευσα με δυσκολία τον Πατέρα ώστε με ένα απλό ‘yes’ να απαντά με σαφήνεια στην ακατανόητη ερώτηση της τηλεφωνήτριας αν δεχόταν να αναλάβει το κόστος των collect calls: «Πες, yes! Πες, yes, στην κυρία!» Συνήθως αρκούσε. Και άρχισα να γράφω γράμματα με τις πολλές εντυπώσεις μου, μαγεμένος από το νέο κόσμο που η διαφορετικότητά, το μέγεθος και ο πλούτος του σε κάθε γωνιά γύρω μου με συνάρπαζε. Και μετρούσα τις μέρες που θα ξανάνιωνα το κορμί της Ε δίπλα μου. Το ονειρευόμουν στα πολλά κενά απραξίας και μοναξιάς, μέρα και νύχτα.

Το τέλος εκείνης της περιόδου σημαδεύτηκε από λίγες εφιαλτικές στιγμές που θα αναστάτωναν κάθε εσωστρεφή άνθρωπο σαν κι εμένα, δίχως ίχνη υποκριτικού ταλέντου. Η σκέψη μιας impromptu, αυτοσχέδιας απαγγελίας και πράξης από την σκηνή ενός αμφιθέατρου μπροστά σε ανθρώπους τον τρομοκρατεί, όσο μικρό και να είναι αυτό το ακροατήριο που θα τον ακούσει και προσέξει. Η αυστηρή, ψηλή και ξανθιά Αμερικανίδα υπεύθυνος του course, με ένα μηχανικό και ψυχρό χαμόγελο, πιθανότατα για την προσωπική της τέρψη μας οδήγησε σε ένα από τα θέατρα εκδηλώσεων του πανεπιστημίου, όπου αφού μας χώρισε σε ομάδες και σε κάθε μια διόρισε αρχηγούς-σκηνοθέτες, ζήτησε από αυτές να συλλάβουν μέσα σε λίγα λεπτά και κατόπιν να εκτελέσουν επί σκηνής ένα σύντομο θεατρικό σκετς με θέμα σχετικό με την παραμονή και τις εντυπώσεις, μέσα από τα μάτια των αλλοδαπών φοιτητών που είμαστε, του καιρού μας στη Minneapolis. Το σκετς της ομάδας μας ανέλαβε να σκηνοθετήσει ένας κοντός, στιβαρός Μεξικάνος με φαλακρό κεφάλι, ένας mature student αρκετά άνω των τριάντα χρονών -όπως μου φαινόταν, που όμως η ζωντάνια, ο ζήλος και ενθουσιασμός του ξεπερνούσε νεότερους του στο γκρουπ –και φυσικά κατά πολύ περισσότερο τον δικό μου. Κατασκεύασε μιαν μικρή ιστορία και ανέθεσε δραματικούς ρόλους, που θα απαιτούσαν αυτοσχεδιασμό και λίγη ηθοποιία. Τον πανικό της σκηνής, τη stage fright, που ήμουν βέβαιος ότι θα με κυρίευε έπρεπε με κάθε τρόπο να αποφύγω. Με τα νεύρα τεντωμένα, την ανησυχία και το άγχος κορυφωμένα, αρνήθηκα κατ’ αρχήν ευγενικά και έπειτα, καθώς αυτό απαιτούσε προσαρμογές του σεναρίου και των ρόλων, αποποιήθηκα κατηγορηματικά κάθε ρόλο που θα απαιτούσε την ομιλία έστω και δυο λέξεων μπροστά στο ακροατήριο, ιδιαίτερα την ψηλή και ξανθιά εκπαιδευτικό, η οποία, όπως διαισθανόμουν, θα ήταν έτοιμη να ειρωνευτεί ή να φορέσει το ψυχρό της χαμόγελο σε κάθε κόμπιασμα, υποκριτική, ή εμφανή νευρικότητα. Έκρυβε η γυναίκα εκείνη κάποιο μικρό-σαδισμό όπως μου φαινόταν ή επρόκειτο για παράνοια εκ μέρους μου; Προς τελική ανακούφιση, μου ανατέθηκε ένας ρόλος κομπάρσου, που απλά απαιτούσε στη διάρκεια του «δράματος» να κρατούσα μια ταμπέλα μπροστά από το πρόσωπο μου που έτσι κρυβόταν από το ακροατήριο. Ούτε το τι ήταν γραμμένο στην ταμπέλα στα χέρια του βουβού αγάλματος που θα προσποιούμουν, ούτε κάποιο ίχνος από το περιεχόμενο της πράξης διατηρήθηκε στην μνήμη μου. Το αίσθημα μειονεξίας από τον ρόλο του κομπάρσου ήταν σαφώς προτιμότερο από το tsunami αμηχανίας και ντροπής, τον ενδεχόμενο πανικό που θα μου επιφυλασσόταν διαφορετικά (μπροστά σε άγνωστο κόσμο!).  

Το πρώτο βάπτισμα στη ζωή της Αμερικής έβαινε προς το τέλος του. Στην τελετή απονομής των πιστοποιητικών η «σαδίστρια» υπεύθυνη μάλλον επιβεβαίωσε την αντιπάθεια που υποπτευόμουν ότι μου έτρεφε, πιθανόν λόγω μιας εμφανούς αντικοινωνικότητας και της αδιαφορίας που έδειχνα για τα «παιχνίδια» της. Πρόφερε το όνομα μου λανθασμένα, αναμενόμενο άλλωστε από τον κάθε Αμερικάνο που καλείται να προφέρει ένα δύσκολο ελληνικό επίθετο. Όταν παρέλαβα το πιστοποιητικό μου έκανα το ατυχές σχόλιο –σε μιαν ανόητη προσπάθεια να διασκεδάσω την αμηχανία μου σε τέτοιες περιπτώσεις (η προφορά του επιθέτου από αλλοδαπούς, ειδικά αγγλοσάξονες, γινόταν συχνά αιτία προσωπικής αμηχανίας, αστεϊσμού, χαμόγελων, στραβών ματιών προς το μέρος μου, κτλ., ένα πρόβλημα που θα κουβαλούσα εφ’ όρου ζωής) της είπα (χαμογελώντας): “Ι think you misspelled my name…”. Μου απάντησε χωρίς χαμόγελο και μια δόση ειρωνείας στην φωνή της για την λαθεμένη χρήση του λεξιλογίου, διορθώνοντας τα Αγγλικά μου: ‘I might have mispronounced it, but, surely, I have not misspelled it!’ Ένιωσα έναν ή δυο ακόμα δυνατούς χτύπους της καρδιάς να προστίθενται στους δισταγμούς και δυσκολίες προφοράς του επιθέτου από τρίτους σε κόσμο, αυτή την φορά περισσότερο από το αίσθημα ενόχλησης και προσβολής που ένιωσα αλλά κράτησα μέσα μου. Το ζόρι των δύο τελευταίων ημερών είχε αποκορυφωθεί.

Οι αποχαιρετισμοί με τους υπόλοιπους του γκρουπ ήταν χαλαροί. Στο αποχαιρετιστήριο πάρτι, όπου ο φαλακρός Μεξικάνος έπαιξε πιάνο και έγινε η ψυχή του, παράμεινα στον αντίποδα, στο περιθώριο, με μια μπύρα στο χέρι: a fly in the wall, όπως αποκαλούν χαρακτήρες σαν και μένα σε κοινωνικές εκδηλώσεις οι Αγγλοσάξονες. Ακόμα και μέσα από την σύνδεση μου με τον Κώστα, τον συνοδοιπόρο και στήριγμά μου στα πρώτα βήματα στην Αμερική, δεν είχα πολλές εντυπώσεις να πάρω μαζί μου για το αμερικάνικο μέλλον μου. Η σύνδεση μας έμεινε ευκαιριακή και επιφανειακή, όπως και πολλές από τις γνωριμίες με Έλληνες της διασποράς που θα ακολουθούσαν.

Δεκαετίες μετά, προς το τέλος της πολύχρωμης επαγγελματικής καριέρας που ακολούθησα, είτε από ανάγκη, είτε από κατά καιρούς καλές ή κακές επιλογές, χωρίς την καταξίωση που ονειρευόμουν εγώ, ο πολλά υποσχόμενος, όπως και άλλοι γύρω μου στο ξεκίνημα, στην εποχή του internet, που δεν αφήνει «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον», το μάτι μου έπεσε σε ένα άρθρο της Μακεδονίας και ένα όνομα που με έφερε πίσω σε κείνες τις μέρες στην Minneapolis: ο Κώστας ο Σ. είχε διοριστεί ‘εξωτερικό’ μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του πανεπιστημίου της γενέτειράς μου. Μια φωτογραφία του, με το ίδιο περιποιημένο, πλούσιο μαλλί, και το καλοσχηματισμένο γοητευτικό πρόσωπο, τον έδειχνε σε ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης με παρέα συναδέρφων από κάποια τελευταία επίσκεψη του στην πόλη. Με τον Κώστα, σκέφτηκα, είχαμε λίγο-πολύ ξεκινήσει από την ίδια αφετηρία, προερχόμαστε από την ίδια πόλη, βγάλαμε το ίδιο Πανεπιστήμιο, καταγόμαστε πιθανόν από τα ίδια μικροαστικά της στρώματα. Ως καθηγητής επώνυμης έδρας διακεκριμένου πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, φημισμένος διεθνώς στην ειδικότητα του, σε επιστημονικό και επαγγελματικό επίπεδο είχε καταγράψει, ονομαστικά τουλάχιστον, δυσθεώρητες επιτυχίες – συγκριτικά τάξεις μεγέθους μεγαλύτερες από τις δικές μου. Στο μεγάλο σχήμα του παγκόσμιου ανθρώπινου πολιτισμού, σε έναν κόσμο δισεκατομμυρίων θνητών μπορεί να μη σήμαινε πολλά πράγματα, αλλά υπό άλλες συνθήκες, πριν ακόμα η καριέρα μου τελματώσει εκεί που τελικά κατέληξε, τέτοιου μεγέθους επιτυχία ίσως να με γέμιζε φθόνο και ανατροφοδοτούσε το ανέκαθεν λανθάνον σύμπλεγμα κατωτερότητας. Αυτή τη φορά η καταξίωση του Κώστα όμως με άφησε αδιάφορο. Άλλωστε, σε ένα χαοτικό σύστημα, που χαρακτηρίζεται από συγκυρίες και σταυροδρόμια και μονοπάτια που ανοίγονται μέσα από προσωπικά διλήμματα και επιλογές, αλλά τελικά μπλέκονται στον δαίδαλο των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων, έναν τελικό προορισμό που μόνο πιθανοτικά μπορεί να προβλεφθεί και ένα σημείο αφετηρίας που χάνεται στα σκοτάδια του παρελθόντος, η αιτιοκρατική σχέση μεταξύ της αρχής και του τελικού αποτελέσματος φαίνεται εξαιρετικά δυσδιάκριτη. Πίσω από το επιστημονικά επιτεύγματα του Κώστα, αδιαμφισβήτητα σημαντικά, και τις αναφορές στο όνομά του έψαξα αδιάκριτα και για την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Εκεί δεν βρήκα αναφορές. Και θυμήθηκα τον ντροπαλό νέο, που μας έσερνε κάθε βράδυ σε κείνο disco-bar της Minneapolis σε αναζήτηση γνωριμιών με το άλλο φύλο· τον θυμήθηκα καθισμένο στο σκαμπό του μπαρ να κοιτάζει την πίστα σοβαρός, χωρίς να ανταποκρίνεται στα ερωτικά καλέσματα των Αμερικανίδων που χόρευαν λίγα βήματα παρά πέρα.

Παρέα με τον εξίσου με μένα επικοινωνιακά αδέξιο Ιταλό, που η έλλειψη ευχέρειας στην προφορά και την ομιλία της αγγλικής γλώσσας ξεπερνούσαν τους δισταγμούς εκ μέρους μου να την μιλήσω, πήραμε το αεροπλάνο το πρωινό μετά το αποχαιρετιστήριο πάρτι για να πετάξουμε από τη Minneapolis στην πόλη των σπουδών μας. Με την προσγείωση στην ίδια πόλη, το Columbus, οι δρόμοι μας θα χώριζαν και αυτοί.

Tuesday, October 1, 2024

41 - Αμέρικα: Άφιξη

Τα λεπτά και οι ώρες πέρασαν με τον αργό βηματισμό της απραξίας και αναρίθμητων άτακτων σκέψεων που κλωθογύριζαν στο μυαλό στην κλειστοφοβική καμπίνα του αεροσκάφους και τον ήλιο πίσω να ακολουθεί· με κουρασμένες ματιές στο φιλμ που έπαιζε στην οθόνη από πάνω μας· με βόλτες στην πίσω πόρτα για να χαζεύω το απέραντο μπλε του Ατλαντικού που χανόταν στην καμπύλη του ορίζοντα: δίχως ίχνος στεριάς και ανθρώπινης ζωής από κάτω μας -η κουκίδα ενός καραβιού διακρινόταν κάθε λίγο και αναζωπύρωνε τα παιδικά όνειρα θαλασσοποριών στα πέρατα της γης. Ο καπετάνιος κοιμόταν κατά μήκος της τελευταίας σειράς καθισμάτων με τραβηγμένη την κουρτίνα γύρω του: όλα καλά.

Το Boeing 747 άρχισε να χάνει ύψος καθώς πλησιάζαμε το JFK σε μια διαδικασία προσγείωσης που φαινόταν ατέλειωτη και βασανιστική, και που κάθε αλλαγή στους ήχους των κινητήρων και της έντασης του φωτός που μπαινόβγαινε στην καμπίνα, αύξανε την ανησυχία -το ρυθμό και ένταση των παλμών της καρδιάς. Τα κίτρινα αραιά σύννεφα πάνω από την Νέα Υόρκη έπαιζαν περίεργα παιχνίδια με τις αχτίδες του ήλιου από πάνω και οι αποχρώσεις τους έδιναν εντύπωση καπνού από κάποια έκρηξη. Σε κινητήρα ίσως; Ταράχτηκα και σφίχτηκα στο κάθισμα μου. Τα λεπτά φάνηκαν ώρες. Τελικά εξαντλήθηκαν. Προσγειωθήκαμε ασφαλείς. Έψαξα τον Κώστα στην καμπίνα. Θα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο σε εκείνη τη βουτιά στο άγνωστο.

Ο ήλιος σε κείνον τον χλωμό και άχαρο ουρανό έδυε πάνω από το JFK, αλλά η άσφαλτος των αεροδιαδρόμων φαινόταν να έκαιγε ακόμα από τη ζέστη της ημέρας. Τη νιώσαμε για λίγα δευτερόλεπτα πριν μας αγκαλιάσει το ψύχος των πελώριων αιθουσών του αεροδρομίου από το αιρκοντίσιον που λειτουργούσε με την αλόγιστη ενεργειακή απληστία της υπερδύναμης που είχαμε ακούσει. Αποκαμωμένοι και ζαβλακωμένοι ακολουθήσαμε το κοπάδι των ταξιδιωτών. Ψαρωμένοι και φοβισμένοι παραταχθήκαμε στις ουρές για τον έλεγχο των διαβατηρίων και της βίζας. Στο γκισέ απάντησα με τη νευρικότητα του αρχάριου ταξιδιώτη και μετανάστη στις ερωτήσεις ενός βλοσυρού μαύρου ελεγκτή. Μάλλον ήταν δασκαλεμένος, σκέφτηκα, να δείχνει ανέκφραστα σοβαρός, σχεδόν θυμωμένος στη δουλειά του, ενώ πίσω από το αυστηρό ύφος θα μπορούσε να κρύβεται ένας ζεστός συνάνθρωπος. Με καλωσόρισε έχοντας ήδη στρέψει το κεφάλι προς τον επόμενο στην ουρά: “Welcome to the United States of America!”.

Τον έλεγχο και την περισυλλογή των αποσκευών μας τη διαδέχτηκε το άγχος. Η τελευταία πτήση για Minneapolis είχε αναχωρήσει εδώ και ώρα και αφήσει πίσω της. Μέσα στην αναμπουμπούλα, με το προσωπικό εδάφους της Ολυμπιακής, που αν υπήρχε ήταν άφαντο, ενεργούσαμε ενστικτωδώς: απευθυνόμενοι εδώ και εκεί σε αυτιά πρόθυμα να μας ακούσουν, από το ένα γκισέ και την ούρα του στο επόμενο. Τουλάχιστον, η ροή της αδρεναλίνης βοήθησε να ξεχάσουμε την σωματική κούραση. Ήταν περασμένα κατά πολύ μεσάνυχτα στην πατρίδα, που άρχισε να μου λείπει, και, η κούραση, να σπέρνει κάτι πρώτες αμφιβολίες για το αν όλη αυτή η ιστορία «άξιζε τον κόπο». Τελικά, κάποια υπάλληλος από σε ένα γκισέ της ΤWA, συνοφρυωμένη και αυτή, χωρίς πολλές κουβέντες, χωρίς χαμόγελο, χωρίς να μας κοιτάει στα μάτια, μας άλλαξε απρόθυμα το εισιτήριο για το επόμενο πρωϊνό. Ίσως να έπραττε ψυχρά κάποιο επαγγελματικό καθήκον, ίσως παρακινούμενη από μια κατά βάθος συμπάθεια για δυο νέους χαμένους σε ξένο τόπο αναγκάστηκε να παρακάμψει κανονισμούς, ίσως η έλλειψη επαγγελματικής ευγένειας να ήταν χαρακτηριστικό της νεοϋορκέζικης κουλτούρας. Είχαμε ακούσει σχετικά. Ενοχλήθηκα παρά την ανακούφιση που πρόσφερε η αλλαγή του εισιτηρίου. Θα περνούσαμε το βράδυ στο αεροδρόμιο.

Κατάκοποι, με τις δυο τεράστιες βαλίτσες που κουβαλούσε ο καθένας μας, αποτραβηχτήκαμε σε μια μεγάλη, κυκλική κεντρική αίθουσα της πτέρυγας του αχανούς αεροδρομίου από όπου θα αναχωρούσαμε το επόμενο πρωινό· κάτω από έναν γκρίζο τρούλο που οι λαμπτήρες του, οργανωμένοι σε ομόκεντρους κύκλους, μας έλουζαν με ένα έντονο ψυχρό φως, μάλλον σχεδιασμένοι να εμποδίζουν ξεπεσμένους επιβάτες να κλείσουν μάτι.  Έξω, πίσω από τις φιμέ τζαμαρίες και τις σκιές των αεροπλάνων, έπεφτε η νύχτα. Η κίνηση αραίωνε. Ένα γκρουπ Rastafarians με σκούφους με τα τρία χρώματα της Jamaica φουσκωμένους από τα πλούσια πλεγμένα μαλλιά που κρύβανε, ψηλόλιγνοι και αγέρωχοι, μιλούσαν στην παράξενη διάλεκτο τους, χειρονομούσαν και γελούσαν παραπέρα, περιμένοντας την ανακοίνωση της πτήσης του. Ούτε για τους Rastafarians είχα ιδέα, ούτε για τον Bob Marley είχα ακούσει πολλά μέχρις τότε. Για την πατρίδα τους ελάχιστα. Μου έκαναν εντύπωση: καινούργιος κόσμος, διαφορετικός από τον εθνικά «καθαρότερο» ελληνικό, άλλοι άνθρωποι. Σε λίγο αποχώρησαν ομαδικά αφήνοντας πίσω την εξωτική αύρα τους. Ήρθε η ώρα που ο Κώστας κι εγώ απομείναμε μόνοι, γερμένοι πάνω στις βαλίτσες μας στα καθίσματα στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας. Είμαστε ράκη σωματικά, αλλά παραμείναμε άυπνοι από την υπερένταση, και αμίλητοι. Ο θόρυβος από καροτσάκι καθαριότητας που έσερνε ένας νέγρος καθαριστής ή τα βαριά βήματα κάποιο σωματώδης τύπο της ασφάλειας του αεροδρομίου διέκοπτε την απόλυτη ησυχία.

Το επόμενο βράδυ, όρθιοι μισοκοιμισμένοι, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, βρεθήκαμε στη Minneapolis. Έξω από τις φοιτητικές εστίες, στη σύντομη αναγνωριστική βόλτα στην ψύχρα της βραδιάς, ένιωσα την παγωνιά του αμερικάνικου βορρά, απροετοίμαστος κάτω από ένα καλοκαιρινό κοντομάνικο. Ήταν Αύγουστος και οι στίχοι από τη μπαλάντα του Μετανάστη του Μαρκόπουλου μου ήρθαν στο μυαλό: «Σε ξένη χώρα μια βραδιά // ευρέθηκα στα ξαφνικά…», το κρύο ήταν δυνατό «μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό // στη χώρα μου το μήνα αυτό // γυρνάνε με σακάκι». Με το κρύο, με έζωσε και η ξενιτιά και κατέλαβε ένα δακρυσμένο παράπονο. Μου έλειπαν οι φίλοι και η παρέα τους, μου έλειπε κυρίως η Ε κι ο έρωτας μας που δεν προλάβαμε.