Saturday, August 10, 2024

33 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Σε Έβδομους Ουρανούς

Το απόγεμα της επόμενης έγινε αυτό που η πρόσκληση στο άδειo από την συγκάτοικο και ξαδέλφη της Ε διαμέρισμα υπονοούσε και με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα θα ακολουθούσε· τo ένιωθα από το πρωί στα σωθικά μου. Ήταν μεσημέρι όταν κτύπησα το κουδούνι της. Κατέβηκε και φάγαμε σμυρναίικα με ένα καραφάκι κρασί σε ένα σεμνό μαγειρείο της Συγγρού, λίγα βήματα παρακάτω από την πολυκατοικία της. Επιστρέψαμε στο διαμέρισμα, με την όμορφη ζάλη που το μπρούσκο χαρίζει σε ηλιόλουστα χειμωνιάτικα μεσημέρια για αυτό που από την προηγούμενη νύχτα είχε αρχίσει να ζωντανεύει και ζωηρεύει στο νου μας μέσα από έναν αμοιβαίο, διακαή πόθο. Έκαμε ψύχρα έξω, αλλά η σόμπα στο δωμάτιο το ζέστανε γρήγορα. Ξάπλωσα εγκάρσια στο στρώμα το κολλημένο στον τοίχο στη γωνιά του δωματίου, που ήταν και το κρεβάτι της, όπως σε πολλά φτωχικά φοιτητικά δωμάτια.

Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ τι έμελλε (ή τι όφειλα) να κάνω· δεν πρόκαναν να υψωθούν μπροστά μου οι ψυχολογικοί φραγμοί και δισταγμοί σαν εκείνους που με είχαν κυριεύσει μήνες πριν ένα απόγευμα στο δωμάτιο της Γ. Η Ε το έκανε εύκολο για μένα, για μας. Με οδήγησε νοητά  και αυθόρμητα στο προφανές, κάτι που και η ίδια ήθελε, ώστε να το αντιμετωπίσω ως κάτι τετελεσμένο χωρίς περιθώρια δισταγμών και αμφιταλαντεύσεων. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στο μπάνιο, μπήκε στο ζεσταμένο δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα πίσω της και άρχισε αυθόρμητα, πίσω από το ανεπαίσθητο, λοξό και λίγο πονηρό χαμόγελό που την χαρακτήριζε, να γδύνεται χωρίς ενδοιασμούς όρθια μπροστά στον ξαπλωμένο ντυμένο εαυτό μου. Δυο όμορφα, γεμάτα στήθια, που αποκτούσαν ένα ιδιότυπο σχήμα λεμονιού καθώς έσκυψε, και τη θέα τους ποτέ δεν χόρτασα όσο είμαστε μαζί, ξεπρόβαλλαν από το σουτιέν που αφαίρεσε. Και κάτω από αυτά η λεπτή, ευλύγιστη μέση της χορεύτριας δημοτικών χορών, η καμπύλη της σε αρμονική αναλογία με την λεκάνη και τα πόδια. Με το μαύρο κιλοτάκι που θα άφηνε σε μένα να κατεβάσω, ξάπλωσε δίπλα μου, ζεστή και τρυφερή, και χωρίς κουβέντες αρχίσαμε με πάθος, ίσως και την αδεξιότητα δυο εραστών που ανακάλυπταν ο ένας το κορμί του άλλου, ένα σύντομο ερωτικό προοίμιο. Βρισκόμουν ήδη από το προηγούμενο βράδι σε υπερδιέγερση κι αφέθηκα στο ένστικτο να με παρασύρει. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις -κάτι που χρειάστηκε καιρό να εμπεδώσω, λόγω της κούρασης από την υπερένταση της προηγούμενης νύχτας, λόγω μιας παρατεταμένης διέγερσης που ξεκίνησε με το πρωϊνό ξύπνημα, η όλη διαδικασία διάρκεσε μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς πλήρη στύση, χωρίς καν ο ερωτικός μου σύντροφος να αντιληφθεί την αρχή και το τέλος της. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από απογοητευτική μέχρι και, με κάποια αυστηρότητα κάτω από τις περιστάσεις, ίσως και φιάσκο. Δεν είχα αντίληψη του αντίκτυπου που θα μπορούσε να είχε στην Ε, των σκέψεων και αισθημάτων της από το περιπόθητο και πολυπόθητο «μη συμβάν», που είχαν σχεδιάσει τα μυαλά μας. Ένιωσα ικανοποιημένος κι ευχαριστημένος. Ίσως, κάτι περισσότερο: ήμουν ευτυχισμένος που η όμορφη κοπέλα στην αγκαλιά μου, ίσως ιδανική για τα κριτήρια κα την «μπογιά» μου, με ερωτεύτηκε -όπως πίστευα, πρόθυμα και αυθόρμητα, με ένταση και διάρκεια· ευτυχισμένος και για το αισθηματικό μέλλον που διαγραφόταν μπροστά με την Ε, για τα όνειρα που το μυαλό άρχισε να πλάθει από το προηγούμενο βράδι, και που μεγάλωναν και πλήθαιναν μετά από εκείνο το απόγεμα.

Η Ε από την μεριά της αδημονούσε να με ξαναδεί και ξανανιώσει δίπλα της και μέσα της. (Υπήρχαν ερωτηματικά μέσα της που αδημονούσαν απάντηση.)  Ξαναβρεθήκαμε τη μεθεπόμενη, μετά από μια έξοδο για ποτό σε ένα από τα φοιτητικά μπαράκια της Κορομηλά. Η ξαδέρφη είχε στο μεταξύ επιστρέψει από ένα Σαββατοκύριακο στα Γιαννιτσά, πατρίδα δική της και της Ε, αλλά μετά από λίγες βιαστικές συστάσεις, με την ίδια και το συνονόματο μου φίλο της, έναν βαρύ, λιγομίλητο, και αγέλαστο Λαρισαίο με βαριά θεσσαλική προφορά και μόνο χάρισμα ένα ψηλό ανάστημα, καταφύγαμε και πάλι στο δωμάτιο και το στρώμα του. Εκείνη τη νύχτα ο πόθος βρισκόταν υπό καλύτερο έλεγχο· άδραξα τα ηνία του έρωτα και τα διατήρησα μέχρι τέλους. Οι αναστεναγμοί της Ε, παρά το ότι με το δωμάτιο της ξαδέρφης και του φίλου το χώριζε ένας τοίχος από τούβλα, ήταν ούριος άνεμος στο καράβι του έρωτα που ήμουν καπετάνιος. Δεν κράτησε πολύ ούτε και αυτή τη φορά, αλλά είχε τον επιθυμητό αντίκτυπο. «Με πέθανες!» μου είπε στο τέλος, που ικανοποίησε το αντρικό εγώ, με γέμισε με ένα αίσθημα αυτοεπιβεβαίωσης, μεγέθυνε την αγάπη μου. Για να προσθέσει, όταν πια είχε χαλαρώσει στην αγκαλιά μου, ότι το άλλο απόγεμα δεν με είχε «νιώσει» και αρχίσει να σχηματίζει αρνητικές υποθέσεις για τις ικανότητες και δυνάμεις μου, για το ταίριασμα μας στον έρωτα. Τι κρίμα σκέφτηκα αν οι υποθέσεις της επαληθευόταν. Συμφωνούσαμε χωρίς να το εκφράσουμε: η ερωτική ζωή και η αρμονία σε αυτήν βρίσκεται στον πυρήνα της ευτυχίας ενός ζευγαριού. Υποσυνείδητα μια ακόμα αίσθηση ανασφάλειας ρίζωσε μέσα μου, που κατά καιρούς θα έβγαινε στην επιφάνεια.    

Ερωτεύτηκα, λοιπόν, με τέτοιο πάθος και ένταση όσο ποτέ στο σύντομο αισθηματικό μου παρελθόν. Εκείνες τις λίγες πρώτες μέρες ήμουν σχεδόν πεπεισμένος, αφελώς ίσως, ότι ποτέ δεν θα ερωτευόμουν ξανά και στον ίδιο βαθμό στα νιάτα μου, πέρα από την Ε. Δεν θα υπήρχε «πέρα» και «μετά». Το ίδιο πίστευε και η Ε και μου το υπενθύμιζε περιοδικά με λέξεις, επιφωνήματα και ψιθύρους στο αυτί τις ώρες τους έρωτα. Είχαμε βρει, κατά τα φαινόμενα, στον άλλον την συντροφιά αγάπης και έρωτα που μέχρι τότε ψάχναμε. Οι βδομάδες, που θα οδηγούσαν στην σημαντική καμπή στην ζωή που φέρνει το τέλος της φοιτητικών μου χρόνων τον Ιούλη του ίδιου χρόνου, πέρασαν τυλιγμένες από εκείνο το γλυκό αίσθημα αγάπης, που η έκσταση των ερωτικών στιγμών στο μικρό δωμάτιο το έκανε γλυκύτερο. Τα απογέματα της Κυριακής, που γυρνούσε από την επίσκεψη στη μάνα και αδερφή της στα Γιαννιτσά, με ανυπομονησία και πόθο την περίμενα στο σταθμό του ΚΤΕΛ στη Μοναστηρίου, για να την φέρω σπίτι της και να περάσουμε το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ κλεισμένοι στο δωμάτιο –ώρες έρωτα με το φως του απογέματος, ή τη λάμπα σε μια γωνιά τα βράδια, αγκαλιασμένοι στο στρώμα, στο πάτωμα, καθισμένοι στην καρέκλα, όρθιοι. Καμιά φορά, όταν αργά χορτασμένος έφευγα για το σπίτι (το βάρος της προβληματικής σχέσης μου με τους γονείς ακόμα ζύγιζε βαριά στη συνείδησή μου) με ξεπροβόδιζε ως την πόρτα της. Με την Ε μισόγυμνη, ακουμπισμένη στον τοίχο, φιλιόμασταν αγκαλιασμένοι χωρίς τελειωμό, ψιθυρίζοντας γλυκόλογα, βρομόλογα, «άσεμνες» προτάσεις, μέχρι που ο πειρασμός γινόταν ανυπέρβλητος, συντρίβοντας κάθε εσωτερική αντίσταση, και από το χέρι με τραβούσε στο δωμάτιο για περισσότερο πάθος και ηδονές και πόνους. 

Ο καιρός, όπως τον αισθανόμαστε ατομικά, κοντοστέκεται σε τέτοιες στιγμές και καταστάσεις, όταν τα συναισθήματα συγκλίνουν και κορυφώνονται, αποκτά ουσία και βαρύτητα. Ο χρόνος, έξω από εμάς, ο «χυδαίος» παγκόσμιος χρόνος που τα ρολόγια μετρούν, εξακολουθεί να κυλάει απρόσκοπτα, από λεπτό σε λεπτό, από ώρα σε ώρα, από μέρα σε μέρα. Οι πέντε-έξι μήνες από την Παρασκευή το βράδυ του Αγίου Βαλεντίνου, στο «Μπαλκονάκι», τα μεσάνυχτα του κεραυνοβόλου έρωτα, μέχρι την αποφοίτηση μου στο τέλος του Ιούνη, πέρασαν χωρίς πολύ-πολύ να το έχουμε καταλάβει, καθώς αρμενίζαμε στα πελάγη του πόθου, του πάθους και της ευτυχίας μας· δεν τον μετρούσαμε με ρολόγια, ημερολόγια και προθεσμίες, ούτε υπολογίζαμε το πέρασμά του.

Τα σχέδια για ξενιτεμό και τα επιστημονικά μεγαλεία που φιλοδοξούσα τα είχαμε συζητήσει από τις πρώτες μέρες. Δεν θα σήμαινε κάποιο οριστικό τέλος. Ήμαστε νέοι ακόμα. Όση στεναχώρια και λύπη να έφερνε η στιγμή του αποχωρισμού, όσο τρόμο η αναπόφευκτη στιγμή του να σκόρπιζε στην καρδιά μου, μας παρηγορούσε και τους δύο το ότι εκείνος ο χωρισμός θα γινόταν μια αφετηρία για κάτι άλλο, μεγαλύτερο, ανώτερο, συναρπαστικότερο ανάμεσά μας. Αγαπιόμασταν και η αγάπη είχε στεριώσει για τα καλά -πιστεύαμε. Λογοδοθήκαμε: υποσχεθήκαμε ότι μετά από λίγο καιρό στη διαδρομή μου στην ξενιτιά της Αμερικής θα ερχόταν να με δει και, μετά ακόμα λίγο καιρό, θα χτίζαμε μια ζωή εκεί ή σε όποιο άλλο λιμάνι θα μας έφερνε το καράβι της ζωής –ένα καράβι που θα μπαρκάραμε μαζί. Όλα αυτά τα σχέδια και όνειρα φώτιζαν με διαπεραστικές αχτίδες τις σκοτεινές γωνιές στην ψυχή από τον αποχωρισμό που πλησίαζε.

Tuesday, August 6, 2024

32 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Με την Πρώτη Ματιά

Η κατανάλωση ποτών συνεχίστηκε απρόσκοπτα κατά το διάλειμμα της ορχήστρας, όταν οι περισσότεροι μαζεύτηκαν και πάλι γύρω από το τραπέζι μας, ξαναμμένοι από τον χορό και το τραγούδι, να πάρουν μια ανάσα, να ηρεμήσουν από το μουσικό ντελίριο και τον κοινωνικό παροξυσμό. Κόντευαν μεσάνυχτα. Πολλά δεν λέγονται σε τέτοιες μουσικές ανάπαυλες· είναι συνήθως χρόνος αντανάκλασης και συλλογισμού, κυρίως καλμαρίσματος τεντωμένων νεύρων από την υπερένταση. Το ίδιο σκηνικό, του τραπεζιού να αδειάζει και ξαναγεμίζει με κάποια τυχαία πιθανοτική κατανομή, η κινητικότητα συνδαιτημόνων στον χώρο, από το τραπέζι μας σε άλλα ή την πίστα και πίσω σε αυτό, συνεχίστηκε όταν η κομπανία ξανάρχισε το πρόγραμμά της μετά τα μεσάνυχτα. Το γλέντι σε λίγο θα κορυφωνόταν.

Στην επιστροφή από μιαν πολλοστή επίσκεψη στην τουαλέτα, βρήκα τον Β να καπνίζει στη γνωστή του πόζα σε μιαν ακριανή καρέκλα, με το βλέμμα προς το πάλκο και την πίστα.  Έκατσα διαγώνια απέναντί του με το βραχίονα αραγμένο στην καρέκλα δίπλα μου για να συνεχίσω αμίλητος την ατομική μπυροκατάνυξη. Με ένα νόημα του δείκτη του και σκύβοντας με εχέμυθο τρόπο το πρόσωπο του προς τη μεριά μου, είπε: «Μου είπαν ότι μια κοπέλα από το τραπέζι πίσω μας θέλει πολύ να σε γνωρίσει. Να πας να συστηθείς. Έφυγες!»  Το τραπέζι που υπέδειξε ο Β ήταν κατειλημμένο αποκλειστικά από φοιτήτριες και το μόνο πρόσωπο στραμμένο προς τη μεριά μας ήταν αυτό της συντρόφισσας Άννας. Αλλά δεν ήταν η Άννα στην οποία αναφερόταν ο Β. Καθισμένη σε μιαν καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού, ακουμπώντας την πλάτη της στο τοίχο, λοξά γυρισμένη προς μιαν κατεύθυνση ανάμεσα στην πίστα και την μεριά μας, εν προκειμένω η θέα της κρυμμένη πίσω από τον μεγάλο όγκο του Β, βρισκόταν μια άλλη κοπέλα. Έγειρα για να δω περί τίνος επρόκειτο αυτό το πρόσωπο που με έκοβε και περιεργαζόταν χωρίς να το καταλάβω, πιθανόν στις επιστροφές μου από τις τουαλέτες, και με «γούσταρε». Είχε ένα λαμπερό, αλαβάστρινο προφίλ με ροδοκόκκινα μάγουλα. Στράφηκε προς τη μεριά μας και για μερικά δευτερόλεπτα με κοίταξε με κάτι ανοιχτόχρωμα αστραφτερά μάτια. Το ακριβές χρώμα δεν διακρινόταν στον χαμηλό φωτισμό που επέβαλλαν οι μεταμεσονύχτιες, δυνητικά ρομαντικές, περιστάσεις στην ταβέρνα, αλλά έδινε την εντύπωση κάτι σπάνιου και μαγικού. Ένα στόμα με χείλια λεπτά του ίδιου χρώματος με τα ροδοκόκκινα μάγουλα, χαμογέλασε προς την μεριά μου με ένα λοξό, αινιγματικό χαμόγελο. Το βλέμμα και το χαμόγελο δεν άφηναν περιθώρια αμφιβολίας: αυτή ήταν η «κοπέλα» περί ου έκανε λόγο ο Β. Από τις ομορφότερες παρουσίες εκείνη τη στιγμή στην ταβέρνα, είχε διαφύγει τις επιπόλαιες εποπτείες που είχα κάνει του ανθρώπινου περιβάλλοντος. Ανταπόδωσα το χαμόγελο. Οι χτύποι της καρδιάς επιταχύνθηκαν και εντάθηκαν· η επίδραση του αλκοόλ αντιστράφηκε από ένα κύμα αδρεναλίνης. Χαμήλωσα ενστικτωδώς το βλέμμα και ήπια μερικές γουλιές από το ποτήρι που βρισκόταν μπροστά μου. Αν και στα πρόθυρα της μέθης από το πιοτό, μηχανικά και αυτόματα επέστρεφα σε αυτό. Έπρεπε να αντλήσω ό,τι μπορούσα από τα όχι και μεγάλα αποθέματα θάρρους που διέθετα. Η εμπειρία μου από τέτοιες αυθόρμητες γνωριμίες ήταν μηδαμινές. Τέτοια μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία έπρεπε να την αδράξω χωρίς δισταγμούς, σκέφτηκα. Με μια βαθιά αναπνοή και μιαν φλόγα που, συνήθως, καίει τα σωθικά στιγμιαία στο ξεκίνημα κάθε μεγάλης περιπέτειας, ξεπέρασα το φράγμα των δισταγμών και της δειλίας: μια πανίσχυρη θέληση υπερίσχυσε.

Γέμισα ένα ποτήρι με «Δεμέστιχα» και με αυτό στο χέρι πήγα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα της, αφημένη κενή, μάλλον εσκεμμένα: για μένα! Η Άννα που καθόταν απέναντι έφυγε διακριτικά. Συστηθήκαμε, την έλεγαν Ε. Επιβεβαίωσα το πράσινο χρώμα των δυο μαγευτικών, μελιστάλακτων ματιών της, που με κοίταζαν γλυκά και περιεργαζόταν τα δικά μου και τα τραβούσαν στο μεγάλο βάθος τους. Τα πόδι μου άγγιξε ελαφρά το δικό της, οι ώμοι μας καθώς έσκυβα να την ακούσω ήρθαν σε επαφή. Τέτοια μικρά αγγίγματα αξίζουν όσο χίλιες λέξεις. Το τι συζητήσαμε τα λίγα λεπτά καθισμένοι δίπλα-δίπλα σβήστηκε από τη μνήμη μου. (Κατ’ αρχήν, εσωστρεφείς άνθρωποι δύσκολα αντεπεξέρχονται σε «ψιλοκουβέντες» για τετριμμένα θέματα με αγνώστους, κουβέντες χωρίς ξεκίνημα, αόριστη διαδρομή και άγνωστη κατάληξη και, το κυριότερο, χωρίς ουσία. Κάτω από τις νορμάλ συνθήκες της καθημερινότητας την αποφεύγουν και όταν αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να εμπλακούν σε τέτοιες κουβέντες συνήθως κουράζονται εύκολα. Υπό την επήρεια αλκοόλ, όμως, δεν χρειάζονται τετριμμένες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων ως εισαγωγή σε ρομαντικές καταστάσεις ή προσπερνιούνται εύκολα.) Κάτι συνηθισμένο και ουδέτερο, για καταγωγή, για σπουδές, για κοινές γνωριμίες, κτλ. θα συζητήσαμε, χωρίς την αίσθηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος γύρω μας. Ό,τι και να ήταν δεν καταχωρήθηκε. Η μουσική ήταν δυνατή, και το μυαλό μου, συνεπαρμένο από τα μάτια και την ομορφιά της Ε και ζαλισμένο από το πιοτό, περιπλανιόταν κάπου μακριά στη σφαίρα της φαντασίας και των ονείρων. Της πρότεινα να φεύγαμε. Η ατμόσφαιρα γινόταν κουραστική, η μουσική και το περιβάλλον εμπόδιζε την στενή επικοινωνία και επαφή που και οι δύο επιζητούσαμε. Πολλά, υπέθεσα, βλέμματα επάνω μας θα ήταν στραμμένα αδιάκριτα προς την γωνιά που καθόμαστε. Όχι ότι με ένοιαξε· στον έρωτα τέτοιες έγνοιες δεν επιβιώνουν. Θα μπορούσα να την πήγαινα σπίτι της με το αυτοκίνητο. Δέχτηκε και φύγαμε αμέσως, χωρίς να δώσουμε λογαριασμό στις παρέες μας. Θετικό σημείο στο νου της, σαφές πλεονέκτημα προς όφελός μου, το γεγονός ότι ως φοιτητής διέθετα αυτοκίνητο. Μια μικρή υλική βάση τέτοιας λογής πάντα βοηθάει σε έναν έρωτα εν τη γενέσει του.  

Έμενε στη Συγγρού προς το ύψος της Ολύμπου, μου είπε. Συμφωνήσαμε, αντί να οδηγούσα κατευθείαν σπίτι της, να κάναμε μια γύρα με το αυτοκίνητο προς παραλία μεριά. Στο «Μπαλκονάκι», κάτω από πιθανότατα αδιάκριτα βλέμματα, είχα διατηρήσει παρά τη ζάλη μου, τα προσχήματα. Η ταβέρνα δεν πρόσφερε ευκαιρίες για μιαν αισθησιακή επαφή, για φιλιά και αγκαλιές, όροι προσέγγισης δύο ανθρώπων που ελκύσθηκαν και, για τους οποίους, μάλιστα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα, με την πρώτη ματιά. Ό,τι και να ήταν, ήταν άνευ προηγουμένου. Κατεβήκαμε την παραλιακή, παίρνοντας την Αγίου Δημητρίου και την 3ης Σεπτεμβρίου, ερημωμένες από αυτοκίνητα και ανθρώπους και, την Μεγάλου Αλεξάνδρου μπροστά από το 1ο Λύκειο, το θλιβερό λυόμενο σχολείο των τελευταίων μαθητικών μου χρόνων μετά τον σεισμό. Το έδειξα, θέλοντας να υπονοήσω μιαν σχετικά ταπεινή καταγωγή: ότι δεν ήμουν κανένα πλουσιόπαιδο ή μαμμόθρεφτο, αλλά άντρας αρκετά «ψημένος» που ζούσα μιαν σχετικά λιτή ζωή και όχι τόσο πλουσιοπάροχη -παρά την πολυτέλεια να κατέχω ως φοιτητής το δικό μου αμάξι· ήθελα να καταργήσω τους ταξικούς φραγμούς ανάμεσα σε μένα και την Ε.   

Πάρκαρα το Yugo σε ένα από τα στενά που έτεμναν την παραλιακή, πίσω από το σχολείο, ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ήταν περασμένη νύχτα και τα λίγα φώτα από τις κολώνες της ΔΕΗ στη γωνιά του δρόμου και τις εξώπορτες των πολυκατοικιών που μας περιτριγύριζαν αντανακλούσαν την υγρασία που η χειμωνιάτικη καταχνιά της Σαλονίκης άπλωσε στο οδόστρωμα. Με το κύμα αδρεναλίνης της τελευταίας ώρας είχα σχεδόν συνέρθει από τη μέθη, και επανακτούσα την συγκρότηση και τη λογική. Η αρχική συναισθηματική αναστάτωση άρχισε να υποχωρεί, και άρχισε να αντικαθίσταται, όχι από απογοήτευση, αλλά αντίθετα από την γαλήνια ευδαιμονία, που νιώθει κάποιος όταν μετά από καιρό βρίσκει και βυθίζεται στις πρώτες χαρές του έρωτα. Τα πρώτα κρίσιμα βήματα ανάμεσα μας είχαν γίνει. Είμαστε μόνοι, αθέατοι, ανάμεσα σε σκοτεινούς όγκους πολυκατοικιών. Εκεί έγειρα στο κάθισμα δίπλα μου και τη φίλησα στο στόμα. Το φιλί το υποδέχτηκε σα να είχε σχεδιαστεί στο νου της από ώρα και το περίμενε. Οι γλώσσες μας μπερδεύτηκαν. Ένιωσα την γνώριμη φλόγα να ανάβει και φουντώνει στο υπογάστριο μου. Το φιλί κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα· το διαδέχτηκε κι άλλο, κι ακόμα ένα, ενώ στη διάρκεια τους έφερα το αριστερό μου χέρι στο αριστερό της στήθος, που το χάιδεψα και ελαφρώς χούφτωσα πάνω από μάλλινο πουλόβερ της, ενώ ένιωσα το απαλό χέρι της με λεπτά όμορφα δάκτυλα στο λαιμό, κάτω από το πουκάμισό μου. Κάπου εκεί, σκέφτηκα, έπρεπε να σταματήσουμε. Δεν ήταν ούτε η ώρα, ούτε ο τόπος. Και δεν έπρεπε να έδινα την εντύπωση κάποιου στερημένου.

Έχοντας ανακτήσει σχεδόν πλήρως την συνείδησή μου, την οδήγησα στην πολυκατοικία της στη Συγγρού. Πριν από ένα τελευταίο φιλί, κάτω από το μπαλκόνι της, συμφωνήσαμε να βρισκόμασταν ξανά την άλλη μέρα, το απόγευμα. Η πρόσκληση στο διαμέρισμα της είχαμε και οι δυο πλήρη επίγνωση του τι υπονοούσε και τι θα συνεπαγόταν. Είδα τη σιλουέτα της για πρώτη φορά από πίσω, όταν βγήκε από το αυτοκίνητο και περπάτησε τα λίγα βήματα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας. Διέκρινα τις δυο θεσπέσιες, στρογγυλές καμπύλες των γλουτών της πάνω από μια λεπτή μέση: σημάδι, τις περισσότερες φορές, ενός όμορφου κορμιού. Διέκρινα και το ανάλαφρο, θηλυπρεπές, βάδισμα του λυγερού κορμιού, με τα πόδια να βαδίζουν με την χάρη μπαλαρίνας σχηματίζοντας μια σχεδόν ορθή γωνία. Θυμήθηκα στις λίγες ψιλοκουβέντες που ανταλλάξαμε ότι ήταν μέλος ενός ομίλου παραδοσιακών χορών. Οδηγώντας σπίτι, ένιωσα ερωτευμένος, μοναδικά ερωτευμένος. Ο ύπνος ήταν γλυκός· περίμενε με ανυπομονησία το Σαββατιάτικο πρωινό.   

Friday, August 2, 2024

31 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Όπως Κάθε Φορά

Το «Μπαλκονάκι» γέμιζε γρήγορα και, πολύ πριν παιχτεί η πρώτη πενιά, άρχισε να βουίζει από κόσμο, συντρόφους και άλλους δημοκρατικούς. Δυο τραπέζια παραδίπλα του δικού μας καθόταν μια παρέα κοριτσιών. Η μοναδική από τις φυσιογνωμίες που αναγνώρισα ανάμεσα τους ήταν της Άννας, μιας υπερ-ενθουσιώδους, φανατικής κατ’ εμέ, συντρόφισσας. Ήταν κοκαλιάρα, απεριποίητη στο ντύσιμο και τα μαλλιά και χωρίς μέικ-απ (τυπικά για συντρόφισσα), με μόνιμους μαύρους κύκλους γύρω από βαθουλωτά, αλλά έξυπνα και γελαστά μαύρα μάτια. Για την Άννα το «καπνίζει σαν φουγάρο» μάλλον απείχε από την δεινή πραγματικότητα που εκφράζει. Παρά τη ζωηράδα και το χαρμόσυνο των τρόπων και της συμπεριφοράς της, πέρα και έξω από την ατημέλεια στην εμφάνιση, η χλωμάδα, οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια, οι βαθιές κόγχες ετοιμοθάνατου, η βραχνάδα στη φωνή της, ο βήχας μετά από κάθε προσπάθεια έντονου διαλόγου, η σωματική αδυναμία και ασθενικότητα του όλου παρουσιαστικού της, όλα αυτά μου φαίνονταν ότι οφείλονταν στο κάπνισμα. Και όποτε την έβλεπα σε γραφεία και εκδηλώσεις αναρωτιόμουν πόσα υγιή χρόνια της έμεναν να ζήσει με τέτοιο μανιώδες κάπνισμα.

Με την Άννα ανφάς απέναντι μου και μια γεματούτσικη άγνωστη φίλη, εξίσου απεριποίητη, δίπλα της, χωρίς να ψάξω τα άλλα μέλη της παρέας της που μου είχαν γυρισμένη την πλάτη, συμπέρανα, βιαστικά όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, ότι δεν διαφαινόταν τίποτε ιδιαίτερα ελκυστικό, θηλυκού γένους βέβαια, που θα δικαιολογούσε την προσοχή μου-από αυτή τη μεριά του μαγαζιού τουλάχιστον. Στην πέρα μεριά κυριαρχούσε το αρρενωπό στοιχείο, απαρτιζόμενο κυρίως είτε από βλοσυρά στελέχη -μερικά με τους σταθερούς δεσμούς τους δίπλα, είτε από κείνη την κατηγορία συντρόφων που, μετά από μερικά ποτήρια ρετσίνας, αυθυποβαλλόμενοι από κάποιους πραγματικούς ή φανταστικούς καημούς και σεκλέτια, επιδίδονταν σε ναρκισσιστικές ζεϊμπεκιές, ενώ, προς το τέλος του κυρίως προγράμματος, αν οι πολιτικές και αγωνιστικές περιστάσεις συνάδαν, με αριστερές γροθιές υψωμένες και το ποτήρι ρετσίνας ή το τσιγάρο στο δεξί, όλοι εν χορώ θα τραγουδούσαν αντάρτικα άσματα -παραγγελιά και αυτά στο μαγαζί από την κύρια πελατεία του. Τέτοιες εκφάνσεις ομαδικής ψυχολογίας η φλόγα της επανάστασης τις χρειαζόταν ώστε να εξακολουθεί αναμμένη μέσα μας, ιδιαίτερα κάτω από τις τότε αντίξοες πολιτικοϊδεολογικές συνθήκες και τα πλήγματα στο κυρίαρχο δόγμα που είχε καταφέρει ο Γκορμπατσώφ. Τέλος πάντων, είχα ξεπεράσει κατά πολύ το στάδιο που κάτι τέτοια θα με συγκινούσαν, και κείνο τον τελευταίο καιρό στο κόμμα, όλα αυτά τα «επαναστατικά» τα αντιμετώπιζα με κυνική αδιαφορία, αν δεν τα έβλεπα και απωθητικά.

Καμιά προοπτική, καμιά τύχη, αναλογίστηκα. Το βραδινό θα προδιαγραφόταν όχι και πολύ διαφορετικό από προηγούμενες επιδρομές στο «Μπαλκονάκι». Αφοσιώθηκα στις μπύρες μου, οι υπόλοιποι της παρέας στη ρετσίνα, και τα διάφορα «βιομηχανικά» πιάτα από ψητά και σαλάτες που οι σερβιτόροι άπλωναν μπροστά μας. Όταν άρχισε το μουσικό πρόγραμμα ήμουν ήδη αρκετά ζαλισμένος από τις μπύρες. Σε παρόμοιο στάδιο ζάλης και ευθυμίας θα βρίσκονταν και οι περισσότεροι γύρω μου, αλλά, σε αντίθεση με μένα, είχαν πάντα τα τσιγάρα τους, μερικοί τις κοπελιές τους, θα είχαν σε λίγο τραγούδια και χορούς για να τους ανασύρουν κάπως από τα καταγώγια της μέθης.

Με το ξεκίνημα του λαϊκού προγράμματος το τραπέζι μας και τα άλλα γύρω άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν από συνδαιτημόνες. Οι ανέκαθεν πρόθυμοι για χορό σηκώθηκαν και έστησαν καρσιλαμάδες στους στενούς διαδρόμους ανάμεσα στα τραπέζια με τις παρέες. Αργότερα, όταν η μουσική άρχισε να βαραίνει, πολλοί κατευθύνθηκαν προς την μικρή πίστα μπροστά από το πάλκο. Εκεί οι connoisseur του είδους θα έκαναν τις σβούρες τους στο ρυθμό κάποιου ζεϊμπέκικου, ενώ φίλοι τους, παραταγμένοι γονατιστοί σε κύκλο γύρω από τον κεντρικό χορευτή, για ηθική στήριξη και να συμμεριστούν τους όποιους καημούς τον βασάνιζαν για κάποια γυναίκα, πραγματική ή συμβολική, και τους οποίους είχαν μπολιάσει τα τραγούδια στην ψυχή, θα χτυπούσαν παλαμάκια με σποραδικά επιφωνήματα επιδοκιμασίας (παραδείγματος χάριν, «Έλα, ρε μεγάλε, με τους νταλκάδες σου!») Φυσικός και άνετος χορευτής τέτοιων χορών σε δημόσιους χώρους δεν ήμουν, ποτέ δεν υπήρξα: πέρα από την αυτογνωσία της έλλειψης χάρης σε χορευτικές κινήσεις, κουβαλούσα μαζί μου, παντού και πάντα, το βάρος μιας έμφυτης ντροπής, μολονότι το αλκοόλ σε μεγάλο βαθμό είχε ελαφρυντική επίδραση σε τέτοιες καταστάσεις. Ούτε διάθεση είχα να σιγοντάρω στην πίστα τις φιγούρες του Ν, του Α, και άλλων. Θεωρούσα το ζεϊμπέκικο έναν εκκεντρικό χορό, τους προσωρινά και κατά φαντασία «μάγκες» και «ρεμπέτες» που τον χόρευαν εγωκεντρικούς χαρακτήρες που κύριος σκοπός τους ήταν να προσελκύσουν τα μάτια, την προσοχή και τον θαυμασμό του κόσμου. Ο Β ήταν κι αυτός ένας απρόθυμος χορευτής (αυτοχαρακτηριζόταν ως «οπτικοακουστικός τύπος») και προτιμούσε από τη γωνιά του τραπεζιού και ένα τσιγάρο στα δάκτυλα, το δεξί πόδι πάνω στο αριστερό, να απολαμβάνει με ένα χαμόγελο τους χορευτές φίλους του και να πετάει που-και-που προς την γενική κατεύθυνσή τους κανένα αστείο, που παρά τη βροντερή φωνή του λίγοι άκουγαν και ανταποκρίνονταν. Αλλά ο Β ήταν παρασάγγες κοινωνικότερος μου, και γνώριζε πολλούς από την ομήγυρη, που ήταν σκορπισμένοι στο μήκος και το πλάτος του μαγαζιού. Έτσι, κάθε λίγο θα βρισκόταν καθισμένος, στην ίδια στάση, με ένα ακόμα τσιγάρο και την ίδια ευρεία γκάμα καλαμπουριών, σε κάποιο άλλο τραπέζι να συγχρωτίζεται και κουβεντιάζει με την εκεί παρέα.

Υπήρχαν, λοιπόν, διαστήματα που έμενα μόνος στο τραπέζι, χωρίς κανέναν δίπλα μου να ανταλλάξω κουβέντες. Αυτό, ειδικά κάτω από την επήρεια μερικών ποτηριών μπύρας, λίγο με ενοχλούσε. Συνέβη πολλές φορές σε παρόμοιες εκδηλώσεις στο παρελθόν· το αλκοόλ, ως γνωστόν, αμβλύνει ή και μηδενίζει την αυτοεπίγνωση μιας αντικειμενικά στενάχωρης κατάστασης και, συνεπώς, την αμηχανία που αυτή μπορεί να προκαλέσει. Ένας μεθυσμένος εαυτός τείνει να αγνοεί το ανθρώπινο περιβάλλον, να μη νοιάζεται για τα σχόλια στα οποία ενδεχόμενα θα έδινε αφορμή η εικόνα ενός μοναχικού σκυμμένου στην μπύρα του τύπου, ανάμεσα σε κόσμο που διασκεδάζει έξαλλα γύρω του.

Από την άλλη μεριά, τα ολοένα και συχνότερα πήγαινε-έλα στην τουαλέτα, πάλι χάριν στην ικανή κατανάλωση μπύρας, μου έδιναν την ευκαιρία όχι μόνον να ξεκουράσω τα αυτιά μου και να πάρω λίγο αέρα, αλλά και την ευκαιρία να εξερευνήσω καλύτερα το ανθρώπινο περιβάλλον από σκοπιά διαφορετική από την καρέκλα μου στην γωνιά. (Οι τουαλέτες στο μπαλκονάκι βρισκόταν έξω και κάτω από τον κύριο χώρο διασκέδασης, σε ένα γειτονικό παράπηγμα και η ψύχρα της νύχτας του Φλεβάρη αναζωογονητική, το ψιλοβρόχι τονωτικό στο ηθικό.) Στην επιστροφή στα ενδότερα του μαγαζιού, στο τραπέζι μας, θα συνέχιζα να έπινα τις μπύρες μου, ίσως με ταχύτερους ρυθμούς από το κανονικό, και με τα χείλη μου θα κρυφομουρμούριζα ένα από τα χιλιοπαιγμένα, όσο και πολυαγαπημένα τραγούδια των φοιτητικών μου χρόνων. Άλλη μια από τις θετικές επιδράσεις του αλκοόλ, σκέφτηκα: να αφήνει τη μουσική και το τραγούδι να σκαλίζει και να βυθίζεται ενδόμυχα στην ψυχή, να ανακαλεί αναμνήσεις του παρελθόντος, να αγγίζει συναισθηματικές χορδές. Χρησιμότατο όργανο το αλκοόλ στην ψυχική ενδοσκόπηση ενός εσωστρεφούς!

Thursday, August 1, 2024

30 - Ο Μεγάλος Έρωτας: Στην Ταβέρνα, του Αγίου Βαλεντίνου

Post tenebras spero lucem.

Μέσα από το (αισθηματικό εν προκειμένω) σκοτάδι, ελπίζουμε να δούμε λίγο φως. Αναθρεμμένος πνευματικά κυρίως μέσα από επιστημονικά διαβάσματα και τον διαλεκτικό ματεριαλισμό του Marx, διαμόρφωσα μιαν αποκλειστικά αιτιοκρατική αντίληψη για τον κόσμο και τα φαινόμενα γύρω μου, μιαν αντίληψη που επεκτεινόταν και σε αυτό που ήμουν, στην εκάστοτε κατάσταση που βρισκόμουν, και σε αυτό που γινόμουν. Για το χέρι κάποιου αόρατου θεού ή μιας υπερφυσικής δύναμης σε όλα αυτά ούτε συζήτηση. Με άλλα λόγια, πίστευα ακράδαντα ότι στον κόσμο που έχουμε ριχτεί για λίγα χιλιοστά δευτερολέπτου της αιωνιότητας από κάποιο συνδυασμό γονιδίων δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα που αποκαλείται τύχη: ό,τι συμβαίνει γύρω μας ή μέσα μας, είτε ευχάριστο και «καλό» και θετικό, είτε δυσάρεστο και «κακό» και αρνητικό, δεν παρουσιάζεται τυχαία αλλά ως το αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων και δυνάμεων που δρουν προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, που πολλές φορές αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, και που η συνισταμένη δράση τους οδηγεί στο γεγονός, στο φαινόμενο, στην κατάσταση. Εξαιτίας της αδυναμίας μας τις περισσότερες φορές να συλλάβουμε και απαριθμήσουμε τις αιτίες και τους πράκτορες, εξωγενείς και ενδογενείς, και τη σχετική τους επίπτωση στο τελικό αποτέλεσμα (σε ένα περιστατικό ή μια ψυχολογική κατάσταση), καταφεύγουμε στην κοινή επίκληση της «τύχης», συχνά την εγκαλούμε για κάτι δυσάρεστο ή την ευλογούμε για κάτι ευχάριστο· την βλέπουμε όπως την περιέγραψε ο Δον Κιχώτης: μια μεθυσμένη και ιδιότροπη κυρία, προπαντός τυφλή.

Να προσθέσουμε και το άλλο: αν και δεν είναι σωστό το ότι ο καθένας, από μόνος φτιάχνει την «τύχη» του, ωστόσο του καθενός οι επιλογές ανά πάσα στιγμή, η ατομική βούληση και πράξη προς μια από τις μετρημένες κατευθύνσεις που το περιβάλλον προσφέρει, είναι μερικοί από τους παράγοντες, σε πολλά θέματα οι κύριοι, που συντελούν σε κάποια «τύχη» ή «ατυχία» στην ζωή. Ή, θέτοντάς το διαφορετικά, κάθε λίγη ώρα και στιγμή στην πορεία της ζωής, ο καθένας φτάνει μπροστά σε ένα σταυροδρόμι όπου οφείλει να πάρει μια απόφαση, μικρή ή μεγάλη, και να επιλέξει το δρόμο του για την συνέχεια, έναν δρόμο που μετά από λίγο θα οδηγήσει εκ νέου σε ένα άλλο σταυροδρόμι. Και αυτό μέχρι το πλήρες αδιέξοδο του θανάτου. Οι επιλογές του καθενός σε κάθε καμπή και κόμβο μπορούν να αλλάξουν δραματικά και απρόβλεπτα το υπόλοιπο της ζωής, του ίδιου και άλλων κοντινών του ανθρώπων. Μετά από μια αλυσίδα αποφάσεων στιγμής, φαινομενικά ασήμαντων κάθε φορά που τις παίρνουμε, καμιά φορά ασυνείδητα, και κατόπιν πράττουμε ανάλογα, όταν τις θωρούμε από τη χρονική απόσταση της ώριμης ηλικίας αναρωτιόμαστε πόσο διαφορετικός θα ήταν ο δρόμος που θα παίρναμε αν αποφασίζαμε και ενεργούσαμε διαφορετικά ή ακόμα κι αν παρεκκλίναμε απειροελάχιστα. Και οι δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις τέτοιων μικρών αποφάσεων στην συνέχεια της ζωής μας γεμίζουν με δέος και τρόμο, με λύπη ή χαρά, με ματαίωση ή δικαίωση.

Τα παραπάνω, περί «τύχης», περί επιλογών και αποφάσεων στην ζωή, και για το αν και κατά πόσο μπορεί ο καθένας να τη διαμορφώσει, ακόμα και δημιουργήσει ex nihilis, δεν τα είχα σκεφτεί εκείνη την Παρασκευή της 14ης Φεβρουαρίου του 1986, που το μουντό της απόγευμα διαδέχτηκε το σαλονικιώτικο ψιλοβρόχι, από αυτά που αγαλλιάζουν τις ψυχές εσωστρεφών. Ούτε περνούσε από το μυαλό μου ότι το βράδι και την νύχτα εκείνης της Παρασκευής, μετά από μήνες αισθηματικής και ερωτικής ξηρασίας, η ζωή θα έβρισκε μιαν δροσιά. Κι όμως, εκείνο το βράδι και μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης μέρας ένα ρυάκι σχηματίστηκε από το τίποτε και κύλησε κρυστάλλινο και δροσερό σε μιαν κοιλάδα ευτυχίας παρακάμπτοντας την συνείδηση και την λογική. Σαν μιαν «τύχη» -που δεν πιστεύω, να εμφανίστηκε από το πουθενά και να μου χαμογέλασε.

Εκείνο τον καιρό οι περισσότερες ώρες της μέρας περνούσαν στο πανεπιστήμιο: από το πρωί μέχρι και αργά το βράδι, μετά και την τελευταία ώρα διδασκαλίας· είτε στο δήθεν εργαστήριο, μπροστά στο ένα και μοναδικό PC του τομέα που μοιραζόμουν με τον Η, είτε στο γραφείο του Δ μέχρι αργά το μεσημέρι. Λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό συνάδερφοι και σύντροφοι συγκλίναμε στο κυλικείο που βούιζε όπως πάντα από κόσμο, για ψιλοκουβέντες και πηγαδάκια. Στο επίκεντρο των συζητήσεων ήταν τα πλάνα για το υπόλοιπο της πάντα σπουδαίας στις ζωές Παρασκευής: «του που θα φάμε, ρε!», τα περί απογεματινής και βραδινής ψυχαγωγίας και, εν τέλει, νυχτερινής διασκέδασης. Ήταν συνήθως ο Α που κατάστρωνε και επέβαλλε τέτοια σχέδια, τουλάχιστον τα σαββατοκύριακα που κάποια «αμόρε» δεν θα απορροφούσε την ενέργεια και το χρόνο του: ο Α με τα ηγετικά προσόντα, ο  αδιαμφισβήτητος διοργανωτής εκδηλώσεων της παρέας και του άπλετου ελεύθερου χρόνου στην διάθεση των περισσότερων, χρόνου αφιερωμένου κυρίως στην τέρψη του ίδιου αλλά και των μελών της παρέας που θα επέλεγαν να τον ακολουθήσουν. Και ο Α, εκείνη την περίοδο, ασυνήθιστο για τα δεδομένα του, δεν είχε «γυναίκα» δίπλα του. Ήταν Παρασκευή, μέρα τουλάχιστον για εργαζόμενους (που ακόμα δεν είμαστε) συνώνυμη με ξέσκασμα ή ξέδομα στο τέλος μιας κουραστικής βδομάδας, αλλά κατ’ επέκταση συμβολικό ορόσημο της βδομάδας και για άεργους φοιτητές. Ταυτόχρονα είχαμε και κάποια επίγνωση της σημασίας που είχε η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, για τις δυνατότητες που πρόσφερε στα νιάτα, ελεύθερα ή και δεσμευμένα ή κουρασμένα από μιαν ανιαρή σχέση και που είχαν τα μάτια ανοιχτά για κάποια αλλαγή. Η αγγλοσαξονική συνήθεια την μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, να γιορτάζονται υπαρκτοί ή δυνητικοί ή φανταστικοί έρωτες, τόσο από παλικάρια, όσο και από κοπέλες, είχε ήδη εισαχθεί από την Δύση και κερδίσει σημαντικό έδαφος στις ρομαντικές ζωές των νεότερων Ελλήνων.

Ο Α πρότεινε κάτι προφανές για την βραδινή διασκέδαση, μάλλον προβλέψιμο από όσους τον ήξεραν: το «Μπαλκονάκι». Ήταν μια ταβέρνα με ζωντανή μουσική από μιαν ικανή λαϊκή ορχήστρα που έπαιζε μέχρι τα ξημερώματα στο πάνω πάτωμα ενός διώροφου παλιού κτιρίου κρυμμένου πίσω από ένα βενζινάδικο στη στροφή της Τριανδρίας. Ο Α την σύχναζε σχεδόν καθημερινά, ιδιαίτερα σε περιόδους που η γυναικεία συντροφιά απουσίαζε από τη ζωή του. Τελευταία όχι τόσο για το λαϊκό ρεπερτόριο του γούστου μας (με τα τραγούδια του Καζαντζίδη, του Διονυσίου, του Ζαγοραίου, του Ζαμπέτα, παλιών ρεμπέτικων, κτλ.), όσο περισσότερο για τη μελιστάλαχτη φωνή και το χαμόγελο της τραγουδίστριας, με την οποία είχε σχηματίσει μετά από τακτικές επισκέψεις στο μαγαζί, ακόμα και μόνος του, μια πλατωνική σχέση: ανάμεσα σε έναν φλογερό θαυμαστή και ένα καλλιτεχνικό αστέρι (αν και μικρής ακόμα λάμψης), παρόμοια με αυτές που βλέπαμε σε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες εποχής να εκτυλίσσονται σε κέντρα με μουσική ανάμεσα σε τραγουδιστές και τους πελάτες-θαυμαστές τους. Και ο Α ως κατ’ εξοχήν τακτικός θαμώνας της ταβέρνας είχε κατακτήσει gratis το δικαίωμα σε αποκλειστικό τραπέζι σε στρατηγική γωνιά του μαγαζιού, όπως και το ελεύθερο να παραγγέλνει τραγούδια της αρεσκείας του, που πρόθυμα για χάρη του η λαϊκή κομπανία θα έπαιζε και το αντικείμενο του θαυμασμού του θα τραγουδούσε.

Πολλές φορές συνόδευα τον Α και άλλους στενούς φίλους, όπως ο Β, στα ξενύχτια τους στο «Μπαλκονάκι». Όμως υπήρχαν λόγοι που με ανάγκασαν, προς το τέλος της φοιτητικής ζωής, να αραιώσω τις επισκέψεις μου στο «Μπαλκονάκι». Από την μια μεριά λόγοι αντικειμενικοί, όπως η επαναληπτικότητα του ρεπερτορίου και των πενιών της ορχήστρας, που είχαμε πλέον αποστηθίσει· η γενικά ερωτικά ατελέσφορη ατμόσφαιρα που επικρατούσε τις περισσότερες μέρες και, κυρίως, μεταμεσονύχτιες ώρες, όταν το πλήθος των θαμώνων αραίωνε σε λίγες σκόρπιες παρέες από μοναχικές, βαρεμένες, πιωμένες, και επιτηδευμένα ή γνήσια σεκλετισμένες άρρενες ψυχές, κατά κύριο λόγο σύντροφοι της οργάνωσης. Εν ολίγοις, πολλοί μας το είχαν βαρεθεί. Από την άλλη μεριά λόγοι οικογενειακοί, όπως η καταπίεση, κύρια ψυχική, ο φόβος της γρίνιας στην οποία πιθανόν θα υποβαλλόμουν ή των φωνών και θυμού του Πατέρα, που πολλές φορές παράμενε άγρυπνος αργά στις μεταμεσονύχτιες ώρες μέχρι να ακούσει την κλειδαριά στην πόρτα. Φραγμούς, περισσότερο υποκειμενικούς, έθετε και μια έμφυτη υπευθυνότητα και ευσυνειδησία στο ξόδεμα του εβδομαδιαίου χαρτζιλικιού των μερικών χιλιάδων δραχμών από τον Πατέρα, που καμιά φορά η χορήγηση του διακοπτόταν μετά από καυγάδες που ακολουθούσαν ακολουθίες των λόγω καταχρήσεων. Ήταν τελικά και η σχετικά μικρή αντοχή μου σε διαδοχικά ξενύχτια με το υποχρεωτικό φτηνό αλκοόλ, που μείωναν την παραγωγικότητα στη μελέτη και απόδοση στις σπουδές. Και κείνο τον καιρό, ενόψει της τελικής ευθείας πριν το πτυχία είχα, ως όφειλα, εντατικοποιήσει την πανεπιστημιακή δουλειά. Ένα ξενύχτι με πιοτό στο «Μπαλκονάκι» συνήθως στοίχιζε σε διάβασμα ολάκερη την επομένη μέρα.     

Ήταν όμως Παρασκευή βράδυ, και η μοναξιά τέτοια βράδια που οι χώροι του πανεπιστήμιου ερήμωναν έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Κατά τον Α, «η μισή Θεσσαλονίκη, τέτοια βράδια, γ***ει, ρε!», ενώ εμείς «γεμίζουμε άλλον έναν κουβά». Η κνίτικη παρέα, αλλά και όσους από την οργάνωση της σχολής έτρωγε κάποια «καψούρα», κανόνισαν να ανεβούν ομοθυμαδόν στο «Μπαλκονάκι» για μια αρκετά υποσχόμενη βραδιά. Στην πρόχειρη συμφαγία στο «Ζάππειο» το μεσημέρι και τον συνήθη απογευματινό καφέ με μπουρλότο στο υπόγειο στέκι του Σιντριβανιού, με την φανατική για το παιχνίδι τετράδα των ΒΛΑΝ, συχνά πλαισιωμένη από άλλους από έναν κορβανά φίλων και συναδέρφων, στα έθιμα ρουτίνας που συνήθως προηγούνταν βραδινών εξόδων δεν συμμετείχα. Πήγα σπίτι, για το φαγητό της Μάνας και απογευματινή ξεκούραση ενόψει της νεαρής νύχτας που μας περίμενε. Ιδιαίτερα εξημμένος και πρόθυμος για τη βραδιά που πλησίαζε είναι αλήθεια δεν ήμουν· την προδιάγραφα ως μιαν ακόμα άπληστη και έκλυτη νύχτα, που στο τέλος της θα με έφερνε να κατηφορίζω κουρασμένος και ζαλισμένος τα στενά της Κάτω Τούμπας, να περπατώ σκυφτός και μοναχικός το μήκος της Παπάφη, κουβαλώντας στο μυαλό τους ήχους και τους καημούς από χιλιοακουσμένα, χιλιοτραγουδισμένα άσματα από την λαϊκή κομπανία και τη ντίβα του Α. Σε μια σχετικά ήρεμη ψυχολογική κατάσταση, με τις ήπιες και καλοήθεις έγνοιες που οι τελευταίες αποστροφές της φοιτητικής ζωής έφερναν, κοιμήθηκα έναν αναζωογονητικό απογευματινό ύπνο.

Έφτασα από τους πρώτους στο τραπέζι που ο Α είχε κλείσει για τους «κολλητούς», έναν κύκλο «κολλητών» στον οποίο, ανάλογα με την περίσταση, άλλοτε συμπεριλαμβανόμουν, άλλοτε όχι· και τούτο εξαιτίας κυρίως του αντικοινωνικού χαρακτήρα και εκάστοτε προσωπικών επιλογών, καμιά φορά από αντίδραση και πείσμα. Πάντα θα ήμουν o outsider της παρέας και ήταν πλέον αργά αυτό να αλλάξει. Σύντομα εμφανίστηκε ο ίδιος ο οργανωτής, ο Α, συνοδευόμενος από τον τότε συγκάτοικό του Β· ο τελευταίος με μιαν αξιοζήλευτη άνεση και επιβλητικότητα που το μούσι, το σωματικό βάρος, και ένα μόνιμο τσιγάρο στο χέρι του πρόσδιδαν. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν: ο Χ, ο προξενητής στην άδοξη σχέση με την Ε του περασμένου καλοκαιριού, ο Γιώργος ο Α, ο χιουμορίστας από το Κιλκίς με την βραχνή φωνή, ο Γιώργος ο Λ από το Πολύκαστρο, καλό δασκαλοπαίδι και Αρειανός, πρώην συμμαθητής στο Λύκειο, και φυσικά ο Ν, πρώην αντίζηλος σε ερωτικά θέματα, νυν ανταγωνιστής σε επιστημονικά, πάντα sore loser στο μπουρλότο. Ο Λ, από τους σχετικά φτωχότερους της παρέας εμφανιζόταν, για λόγους εξοικονόμησης πόρων, προς το τέλος της βραδιάς όταν το φαγητό είχε ήδη παραγγελθεί και καταναλωθεί: για να δει τι γίνεται, για μοιραστεί καλαμπούρια με συντρόφους, να πειράξει συντρόφισσες, και λίγο κρασί. Η κρητική περηφάνια δεν του επέτρεπε να δεχτεί κεράσματα πέρα από το λίγο κρασί στα μισογεμάτα μπουκάλια και ήταν ρεφενές από την παρέα, και το επιδόρπιο που πρόσφερε δωρεάν το μαγαζί.  

Και κάθισα στην γωνιά του γωνιακού τραπεζιού με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Να τσιμπάω και να πίνω και να ακούω μουσική. Χωρίς πολύ κουβέντα, χωρίς πολλές ματιές γύρω μου, χωρίς να ψάχνω τίποτε, χωρίς προσδοκίες. «Ένα ακόμα βράδι στο «Μπαλκονάκι» με πιοτό και μουσική…» σκέφτηκα, «από τα πολλά που είχα ήδη λησμονήσει.» Ας είναι.