Tuesday, February 20, 2024

4 - Φοιτητικά: Ένταξη στον Αγώνα

Αν σε κείνη την απόφαση που, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, θα αποτελούσε σταθμό στη ζωή μου,  ο παράγοντας με τη μεγαλύτερη βαρύτητα ήταν είτε η ανάγκη για ανθρώπινη συντροφιά, φιλίες και, το επιτακτικότερο, ερωτικές διεξόδους, είτε μια, για τον καιρό τουλάχιστον, ακλόνητη πίστη σε μια κοσμοθεωρία με συναισθηματικές ρίζες στην οικογενειακή ιστορία και παράδοση, δεν το είχα ξεδιαλύνει. Ο νεανικός αυθορμητισμός των καιρών, παρά τη συστηματική ανάλυση και περισυλλογή, που κατά κανόνα ασκούσα πριν από κάθε σημαντική απόφαση, προσπέρασε τους δισταγμούς και έδωσε μόνον λίγα περιθώρια για δεύτερες σκέψεις και αμφιταλαντεύσεις. Σε τελική ανάλυση, θα ακολουθούσα, έστω συναισθηματικά, έστω ενστικτωδώς, ένα από τα πολιτικά-ιδεολογικό ρεύματα που βρισκόταν πιο κοντά στις αντιλήψεις που είχα ήδη μορφώσει από το σχολείο, μέσα από διαβάσματα, παρά την ανωριμότητα και την σχετική απειρία για τον κόσμο γύρω μου. Σωστή ή λάθος απόφαση κανείς σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να γνωρίζει, καθώς δεν μπορεί να ξαναζήσει τα ίδια χρόνια ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία. Για χυμένο γάλα δεν υπάρχει επανόρθωση. Δεν μετάνιωσα για την απόφαση μου, αν και τελικά οι πολιτικές πεποιθήσεις και βεβαιότητες, που πολλοί από τους συντρόφους υποστηρίξαμε με φανατισμό, ενίοτε τυφλά και χωρίς πολλήν σκέψη, τελικά ματαιώθηκαν από τις ιστορικές εξελίξεις. Αυτή όμως η κίνηση και αλλαγή του κόσμου γύρω μας είναι δεδομένη, και μαζί με αυτή πάει η ατομική ιδεολογική εξέλιξη και πολιτική στάση. Χρήσιμη πάντα είναι η ταχύτερη προσαρμογή στις νέες καταστάσεις που εκάστοτε αντιμετωπίζουμε, ώστε να ξέρουμε κάθε φορά τις μας γίνεται, που πατάμε και τι γυρεύουμε. Κυρίως δεν μετάνιωσα γιατί εκείνη η επιλογή άνοιξε νέες λεωφόρους στην πολιτική και φιλοσοφική σκέψη και το διάλογο, αλλά κύρια σε ανθρώπινες επαφές και συναναστροφές: με έβγαλε από το καβούκι μου. Άνοιξε έναν καινούργιο μικρό κόσμο, αλλά ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή, όπου διοχετεύτηκε ο ενθουσιασμός, η νεανική ενέργεια και άπλετος χρόνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν και πολύ καλύτερες δραστηριότητες σε κείνη την πρώιμη φάση της φοιτητικής ζωής αυτή για να αναλωθεί.

Τα «καθήκοντα» που ανατίθεντο στην μικρή «Οργάνωση Βάσης» μας και στον κάθε «σύντροφο» ατομικά διαδέχονταν ακατάπαυστα το ένα το άλλο. Γέμιζαν και ξεπερνούσαν το πρόγραμμα σπουδών της εβδομάδας, σαν το τελευταίο να μην είχε ιδιαίτερη σημασία και βάρος απέναντι στις πιο επιτακτικές προτεραιότητες του αγώνα μας. Οι σπουδές και η μελέτη για αυτές πέρασαν για ένα-δυο χρόνια σε δεύτερη μοίρα. Οι εβδομαδιαίες γιάφκες λάμβαναν χώρα με ένα πρωτόκολλο μυστικότητας και περιφρούρησης των λεγόμενων και γραφόμενων σε αυτές, σε διαμερίσματα που εθελοντικά παραχωρούσαν μέλη της οργάνωσης. Σε αυτές τις μαζώξεις, τις πνιγμένες στον καπνό των τσιγάρων και με τα νεύρα τεντωμένα από την κατανάλωση Nescafe, ο γραμματέας, αρχικά η σ. Τασία, ερωτική σύντροφος του σ. Πρ., ανώτερου στελέχους στον «τομέα» (κατά τις νόρμες ζευγαρώματος στην ΚΝΕ και το Κόμμα, όπου νεαρές και χαριτωμένες συντρόφισσες ανακάλυπταν σε ανώτερα στελέχη, ανεξαρτήτως άλλων προσόντων, πρότυπα αρρενωπότητας και δύναμης που, ίσως και από αντιζηλία, δύσκολα κατάφερνα να διακρίνω), και αργότερα, μετά την αναρρίχησή της σ. Τασίας στην κομματική ιεραρχία, ο σ. Β., υπαγόρευαν τους στόχους με έναν άκαμπτο ή, όπως λένε, τον «ξύλινο» λόγο που χαρακτήριζε το ΚΚΕ γενικά. Η «τοποθέτηση» του γραμματέα συχνά ερχόταν αντιμέτωπη με την γρίνια και τις αντιδράσεις των λιγότερο αφοσιωμένων συντρόφων απέναντι στον όγκο και το βάρος των καθηκόντων ή τον ρεαλισμό των στόχων, αντιδράσεις κατά κανόνα ελαστικές και εύκολα ανατρέψιμες από τον αντίλογο και την πειθώ του καθοδηγητή. Οι στόχοι αυτοί δεν θυμάμαι ποτέ να τίθεντο προς διαπραγμάτευση, ανεξάρτητα από το εφικτό της υλοποίησης τους, αν και γίνονταν αντικείμενο ψηφοφοριών με συνήθως ομόφωνο αποτέλεσμα. Αφορούσαν στη διακίνηση του «Οδηγητή»· στις συζητήσεις με «επιρροές» στο Κυλικείο, τους διαδρόμους, τα αμφιθέατρα και αίθουσες διδασκαλίας, τα στέκια, παντού· στο πλασάρισμα των βιβλίων της «Σύγχρονης Εποχής» (παρά το μέτριο πολιτικοιδεολογικό περιεχόμενο τίτλων όπως «Η Πολωνία και Εμείς» του Κοτζιά ή η «Αυτοκρατορίας των Ψευδαισθήσεων» του Rosental), βιβλιάριων των Marx & Engels, όπως το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ή του Lenin, όπως «Αριστερισμός, η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού»  ή διάφορα κακομεταφρασμένα λογοτεχνικά έργα της σοβιετικής λογοτεχνίας όπως της «Μάνας» του Γκόρκι, από τα τραπεζάκια που στήναμε σε κεντρικό σημείο του κυλικείου· στις «εξορμήσεις» για τη διακίνηση, στοχευμένη ή και τυχαία, του Ριζοσπάστη τα κυριακάτικα πρωϊνά στη Μενεμένη και τον Δεντροπόταμο· στη συμμετοχή σε κάθε διαδήλωση και συλλαλητήριο, σε κάθε πορεία, από τις καθιερωμένες για το Πολυτεχνείο και της «Ειρήνης» από το Λαγκαδά στη Σταυρούπολη· στην κάθε μάζωξη όπου ως κομμουνιστές θα έπρεπε να δείχναμε «μαζική παρουσία» και «δυναμικό παρόν», είτε αυτές ήταν η εργατική πρωτομαγιά και οι απεργιακές κινητοποιήσεις του Εργατικού Κέντρου (ενώ, ως φοιτητές, ελάχιστη σχέση είχαμε με την εργατιά και το κίνημά της, αν και εφόσον αυτό υφίστατο), είτε ήταν προεκλογικές συγκεντρώσεις του Κόμματος, σε πλατείες και πλατειούλες στην Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη, την Λάρισα. Η πολιτική δύναμη και πίεση που θα εξασκούσαν αυτές οι δραστηριότητες και η ορμή που θα έδιναν στο ένα ή το άλλο κίνημα, ανάγονταν σε αριθμούς, στην ανθρώπινη μάζα και την πυκνότητά της, άσχετα αν οι αρχικοί στόχοι υπέρβαιναν κατά πολύ την πραγματικότητα και οι τελικοί μετρητές επιτυχίας παραμορφώνονταν εσκεμμένα και επιτηδευμένα ώστε να συμφωνούν με αυτήν. Με άλλα λόγια, οι στόχοι και η δράση για την επίτευξή τους τίθεντο ποσοτικά· η ποιότητα του αντικειμένου και του απώτερου σκοπού (αν και εφόσον είχε καθοριστεί με σαφήνεια) υποβαθμιζόταν στο νέφος ατομικών και συλλογικών συνειδήσεων και ανούσια συνθηματολογία.  Αλλά, όπως είχε πει ο Στάλιν, «η ποσότητα έχει μιαν ολοδική της ποιότητα».

Σταθμός δραστηριότητας και σφυγμόμετρο της επιρροής μας κάθε χρονιά γινόταν το φθινοπωρινό Φεστιβάλ της «ΚΝΕ-Οδηγητή». Πρώτη φορά το επισκέφτηκα ως μαθητής στο πάρκο της Νέας Ελβετίας λιγότερο από πολιτικές και κομματικές συμπάθειες, περισσότερο από περιέργεια, για μια βόλτα στη δροσιά του άλσους, για τις μουσικές συναυλίες από καλλιτέχνες της αριστεράς, για σουβλάκια και μια παρτίδα σκακιού σε ένα σιμουλτανέ κάτω από τα πεύκα με τον διεθνή μαιτρ Πανταβό, που με ενθουσίασε παρά την άδοξη ήττα. Το Φεστιβάλ, όταν έγινα φοιτητής, είχε μετακομίσει από το στενό μικροαστικό κλοιό της Χαριλάου και του άλσους της, στη σκόνη των τεράστιων ακάλυπτων χώρων κατά την μεριά των εργατικών συνοικιών της Δυτικής Πόλης, λόγω της έκτασης του άλσους της Νέας Ελβετίας, που δεν το «χωρούσε» πλέον, αλλά και για προφανείς ταξικούς λόγους. Τα καθήκοντα μας στην οργάνωση ενώπιον του Φεστιβάλ ήταν πολυδιάστατα, ενίοτε χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή εμφανές νόημα, και η διεκπεραίωσή τους χρονοβόρα. Έπρεπε όμως να διεκπεραιωθούν χωρίς πολλές αντιρρήσεις και παρά τους συχνούς εκνευρισμούς και διαπληκτισμούς με άκαμπτα και αγχωμένα ανώτερα στελέχη της Οργάνωσης -των καθοδηγητών μας. Οι στόχοι, με τους οποίους είχαμε συμφωνήσει με τις ψήφους μας, όφειλαν να επιτευχθούν και ξεπεραστούν μέσα από την «άμιλλα» συντρόφων, οργανώσεων βάσης, τομεακών οργανώσεων, κ.ο.κ.

Ξεκινούσαμε μήνες πριν από την μέρα που θα άνοιγε τις πόρτες του αλλεπάλληλες εξορμήσεις από τα γραφεία της Οργάνωσης στον τρίτο όροφο ενός κτιρίου της Εγνατίας, με προκαθορισμένα ραντεβού, συνήθως οργανωμένοι σε ζευγάρια, προς διάφορες κατευθύνσεις στα σωθικά της πόλης. Ανηφορίζαμε μέχρι αργά τα δρομάκια της Πάνω Πόλης, στριφογυρίζαμε στο Κέντρο, οργώναμε τις συνοικίες της σε ανατολή και δύση, ανεβοκατεβαίναμε ορόφους πολυκατοικιών. Καμιά φορά στεκόμαστε σε πολυσύχναστες διασταυρώσεις κραυγάζοντας συνθήματα με ντουντούκες προς αδιάφορα εν γένει πλήθη. Συναντούσαμε πίσω από πόρτες ανθρώπους με διαθέσεις, φιλικές ή εχθρικές, σε αντιστοιχία με την ταξική διαστρωμάτωση της περιοχής που στοχεύαμε. Λίγοι μας χαμογελούσαν με συμπάθεια και πρόθυμα αγόραζαν εισιτήρια, ακόμα λιγότεροι μας ενθάρρυναν επαινώντας την αγνότητα των σοσιαλιστικών ιδανικών μας, πολλοί με ευγενικό τρόπο ή κάποια φτηνή δικαιολογία και υπεκφυγές αρνιούνταν· άλλοι μουτρωμένοι και ενοχλημένοι για την παρείσφρηση, δίχως καμιά κουβέντα, ούτε καν απόκριση στο καλησπέρα μας και πριν κάθε σύσταση, μας βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα· μερικοί είτε βαθιά προκατειλημμένοι, είτε πολωμένοι, είτε φανατικοί μας έβριζαν – «κοπρόσκυλα», «παλιοκομμουνιστές», «αλήτες», κτλ. πριν ανοίξουν κάποιον πολιτικό καυγά και βροντήξουν και αυτήν την πόρτα. Για άλλους ήταν η ευκαιρία κάποιας ώριμης πολιτικής αντιπαράθεσης ή και αυτοεπιβεβαίωσης, μερικά λεπτά εκτός πρωτοκόλλου, που θα σκότωνε τη ρουτίνα της καθημερινότητας ή τη μιζέρια τους. Σε κάθε πόρτα που το κουδούνι της χτυπήσαμε συναντήσαμε την ανθρώπινη φύση στο πολύχρωμο μωσαϊκό της διαφορετικότητας και υποκειμενικότητάς της.

Δυο περιστατικά ανάμεσα στις αναρίθμητες και εντατικές εξορμήσεις από «σπίτι-σε-σπίτι» και χώρους δουλειάς, για τον «Οδηγητή», τον «Ριζοσπάστη», το προπαγανδιστικό φυλλάδιο, για το εισιτήριο για το φεστιβάλ, για το κουπόνι ενίσχυσης, χαράχτηκαν στο μυαλό μου. Περιστατικά που συνεισέφεραν να ταρακουνήσουν την πίστη και τις πεποιθήσεις μου, την σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα της κομματικής και αγωνιστικής συνείδησής μου. Ήταν από τις πρώτες μου εξορμήσεις, ίσως το βάπτισμά του πυρός μου σε τέτοιου είδους επαφές με τον «λαό», καθώς θα συνόδευα τον Γρηγόρη, έναν έμπειρο, μεγαλόσωμο, ευφραδή, με το λέγειν του ακονισμένο από συνδικαλιστικές αγορεύσεις, αλλά καλοπροαίρετο και διαλλακτικό σύντροφο από τον Ταύρο, που εν προκειμένω ανέλαβε την διαπαιδαγώγησή μου, το «ψήσιμο» μου στα κομματικά καθήκοντα. Τραβήξαμε κατά τα μηχανουργεία της δυτικής πόλης γύρω από το Βαρδάρη και το σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί όπου έβγαζαν το μεροκάματό τους νιάτα της εργατιάς με την τέχνη που είχαν μάθει. Σε ένα από εκείνα τα μηχανουργεία και σιδηρουργεία, πλησίασα κάτι νέους εργάτες, στις λιγδωμένες φόρμες τους από τα γράσα  και τις σκουριές, με τα χέρια μαυρισμένα από τα σίδερα και τις λαμαρίνες, που σκυμμένοι έκαναν τη δουλειά τους. Με την παρουσία, στο κατώφλι της σιδερένιας ανοιχτής πόρτα, του καλοαναθρεμμένου και άγουρου στη ζωή φοιτητή που ήμουν, σήκωσαν το κεφάλι προς την κατεύθυνσή μου, χαμογέλασαν ελαφρά, ίσως περιφρονητικά. Μάλλον κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο και ήξεραν πάνω-κάτω τι θα άκουγαν από τον καλοζωισμένο φοιτητή. Πριν ολοκληρώσω το τροπάρι που με λίγες προσωπικές πινελιές θα τραγουδούσα για να πλασάρω εισιτήρια και εφημερίδες, το αφεντικό, ένας ψαρομάλλης, σωματώδης χαρακτήρας με στιβαρά μπράτσα, και ένα άγριο, θυμωμένο πρόσωπο, άφησε αυτό που έκανε στο βάθος του μηχανουργείου, και με ένα εργαλείο στο χέρι κινήθηκε προς το μέρος μου, στο κατώφλι της ανοικτής σιδερόπορτας, και μου φώναξε:

«Πάρε τα εισιτήρια και τις εφημερίδες σου και τσακίσου από το μαγαζί μου... Παλιοκομμουνιστή, κοπρόσκυλο!... Αν θέλεις μεροκάματο, όπως δίνω σε αυτούς εδώ, να έρθεις να δουλέψεις αντί να πουλάς εισιτήρια... Χαραμοφάηδες! Ουστ από ‘δω!»

Προσβεβλημένος, κυριεύτηκα από ένα μίγμα ντροπής και εκνευρισμού. Έμεινα άλαλος, το πρόσωπο κοκκίνησε μπροστά στις κλεφτές ματιές και το χαμόγελο των νεαρών εργατών, που έμειναν και αυτοί αμίλητοι πίσω από τα μηχανήματά και εργαλεία και τα σιδερικά συνεχίζοντας τη δουλειά τους. Άλλωστε, τι θα μπορούσε ο διανοούμενος φοιτητάκος να αρθρώσει απέναντι σε αυτό το μπαράζ βωμολοχιών και κεραυνών από έναν άνθρωπο, ταξικό σύμμαχο όπως μας έλεγαν, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μοχθούσε για το ψωμί του ίδιου και της οικογένειάς του στα σκοτάδια και τους θορύβους ενός θλιβερού μηχανουργείου που έβλεπε λίγο από τον ήλιο της μέρας και το μπλε του ουρανού. Ευτυχώς μεσολάβησε ο σ. Γρηγόρης με κάτι όπως «Φίλε μου, τέτοιες φωνές και βρισιές δεν χρειάζονται ανάμεσά μας…» προς το εξαγριωμένο αφεντικό, που είχε στο μεταξύ πάρει το δρόμο του προς τα σκοτεινά του μαγαζιού, αφού όμως είχε κοντοσταθεί και ρίξει μια τελευταία αγριεμένη ματιά προς το μέρος μου. Ο Γρηγόρης με τράβηξε από τον ώμο και απομακρυνθήκαμε λέγοντας: «Σε μαύρο φασίστα πέσαμε...». Εγώ, έμεινα αποσβολωμένος, μια βρεγμένη γάτα που λένε, με κάθε διάθεση να πουλήσω εισιτήρια βουλιαγμένη και το επαναστατικό ηθικό καταρρακωμένο.

Σε μιαν άλλη εξόρμηση σε χώρους δουλειάς της εργατιάς παραμονές της εργατικής πρωτομαγιάς, είμαστε περισσότεροι, και είχαμε ανάμεσά μας υψηλόβαθμα στελέχη με ανάλογη εμπειρία σε τέτοιου είδους «αγωνιστικές» εξορμήσεις. Πήγαμε, μετά το μακρύ ταξίδι με τα αστικά του ΟΑΣΘ, στην βιομηχανική περιοχή της Σίνδου, και σταθήκαμε έξω από ένα από τα σχετικά μεγάλα εργοστάσια της περιοχής, ένα κλωστοϋφαντουργείο, όπου το εσωκομματικό «σύρμα» μας είχε πληροφορήσει ότι υπήρχε δραστήρια Κομματική Οργάνωση Βάσης με ενθουσιώδεις συντρόφους και όχι αμελητέα επιρροή ανάμεσα στους εργαζόμενους. Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι στις αρχές του φθινοπώρου σταθήκαμε με το «υλικό» μας (προκηρύξεις, κουπόνια, εφημερίδες, κτλ.) στη γωνιά δύο από τους ίσιους δρόμους που διέσχιζαν τη βιομηχανική περιοχή, μπροστά από τη μεγάλη πύλη του εργοστασίου. Όταν φτάσαμε η συρτή σιδερόπορτα της πύλης ήταν κλειστή και ο επιστάτης, που ήταν για μας εξ ορισμού ένας μπράβος και λακές της εργοδοσίας, μας κοιτούσε με βλέμμα ανήσυχο, μάλλον απειλητικό, μέσα από το κιόσκι του πίσω από τον φράκτη. Το τέλος της πρωινής βάρδιας πλησίαζε. Μια σειρήνα σήμανε το τέλος της, ο επιστάτης τράβηξε τη βαριά σιδερόπορτα διάπλατα ανοιχτή και οι εργάτες της βάρδιας ξεχύθηκαν βιαστικά έξω, οι περισσότεροι προς την πλησιέστερη στάση του αστικού ή το μισθωμένο από τη φάμπρικα  λεωφορείο που θα τους άφηνε κατάκοπους κοντά στα σπίτια μας. Εμείς στεκόμαστε με το «υλικό» μας εκατέρωθεν της εξόδου, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών μας προσπέρασε κουρασμένη, σκυφτή και βιαστική, χωρίς ανταπόκριση στα καλέσματα για κουβέντα. Δυο-τρεις μας καλησπέρισαν με ένα συμπαθητικό χαμόγελο και απομακρύνθηκαν πριν ξεκινήσει κάποιος διάλογος.

Πολλές ήταν οι σκέψεις που πέρασαν από το μυαλό μου μετά εκείνα τα τετ-α-τετ, χωρίς ενδιάμεση διεπιφάνεια, με μέλη της πραγματικής και γνήσιας εργατικής τάξης της πόλης. Στα μάτια και την συμπεριφορά των εργατών έβλεπα απάθεια και αδιαφορία, αρκετούς κρυφούς δισταγμούς και φόβους, και από λίγους μέχρι και εχθρότητα απέναντι σε ένα κόμμα που υποτίθεται βρισκόταν στο προπύργιο των συμφερόντων και διεκδικήσεων τους, και που για μας τους «συντρόφους», τα μέλη του, ήταν η ψυχή της τάξης τους, η έκφραση των δικαιωμάτων και του δίκιου τους. Οι ρόλοι μας, αυτός των φοιτητών και εκείνος των εργατών όφειλαν, λογικά, κανονικά και με βάση τις προδιαγραφές του κόμματος, να είναι αντίστροφοι. Η εργατιά, μας έλεγαν, είναι οι πρωτοπορία, όχι κάποιοι μικροαστοί, μικρό- ή ψευδό -διανοούμενοι φοιτητές. Οι τελευταίοι, εφόσον είχαν αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις, την κίνηση την ιστορίας, θα ακολουθούσαν και στήριζαν την πρωτοπορία για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Στεκόμουν εκεί αμήχανος, μπροστά στο βιομηχανικό προλεταριάτο, εγώ ο καλοαναθρεμμένος και κάπως  προνομιούχος γόνος μιας μικροαστικής οικογένειας, ο «νεολαίος κομμουνιστής», να προπαγανδίζω υπέρ των συμφερόντων μιας τάξης στην οποία εγώ και άλλοι γύρω μου δεν ανήκαμε, μιας τάξης μάλλον απόμακρης, ενώ από την άλλη μεριά μου φαινόταν ότι η απήχηση του κόμματος ήταν μεγαλύτερη σε κοινωνικά στρώματα συμπαθητικά μεν προς την εργατική τάξη, αλλά από την αντικειμενική πραγματικότητα μάλλον αδιάφορα, ίσως και ξένα προς αυτήν. Επρόκειτο είτε περί μιας πολιτικής παραδοξότητας της εποχής, είτε κάτι εγγενώς αντιφατικό και ανορθόδοξο, που σπίλωνε την θεωρητική καθαρότητα της επαναστατικής κοσμοθεωρίας και αλλοίωνε την συνείδηση της βάσης του κόμματος. Κάτι που θα έσπερνε σπόρους αμφιβολίας και αμφισβήτησης στους συνειρμούς κάθε λογικού όντος, όσο συνεπαρμένο και τεχνητά ντοπαρισμένο να ήταν αυτό από κάποιον επαναστατικό ενθουσιασμό και αισιόδοξο, βάσιμα ή αβάσιμα, για το σοσιαλιστικό μέλλον της κοινωνίας. Η αντίστροφη μέτρηση στη σύντομη πολιτική μου πορεία μέσα από την οργάνωση της ΚΝΕ και μετά από λίγο καιρό του ΚΚΕ είχε αρχίσει.

Οι «μάζες» στις οποίες το κόμμα απευθυνόταν, με εμάς ως απλούς στρατιώτες-ευαγγελιστές του μαρξιστικού-λενινιστικού δόγματος, ο «λαός» που ήθελε να συσπειρώσει γύρω του ήταν τόσο ανομοιογενής και απαρτιζόταν από μόρια με ελάχιστη συνάφεια ανάμεσά τους, ώστε πολλοί αμφιβάλλαμε για τη σημασία και το περιεχόμενο πολλών από τις λέξεις εκείνης της «ξύλινης γλώσσας» των καθοδηγητών, άρθρων και κειμένων, για το κίνημα, για την εργατιά, για τον λαό, που με την σειρά μας μηχανικά υιοθετούσαμε στην επικοινωνία μας με τον κόσμο έξω. Άρχισα πλέον να αμφιβάλλω για το αν το δόγμα αντιπροσώπευε κάτι ρεαλιστικό ή για το αν οι στόχοι μας ήταν μέρος κάποιου ονείρου ή μιας μεγάλης αυταπάτης. Πως θεωρούσαμε ότι είμαστε οι κάτοχοι μιας παγκόσμιας ιστορικής αλήθειας και οι μοναδικοί θεματοφύλακες των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης; Πως είμαστε τόσο βέβαιοι για τον μονοσήμαντο κοινωνικό μετασχηματισμό που το μέλλον υποσχόταν; Κάτι είχε ραγίσει.

Wednesday, February 14, 2024

3 - Φοιτητικά: Πολιτικές Ζυμώσεις (Ο Αντώνης)

Τις καθημερινές, όσο το πανεπιστήμιο ήταν ανοιχτό και οι διάδρομοί του βούιζαν από περιφερόμενους, επιμελείς ή αδιάφορους φοιτητές, ο λίγος αν και μονοτονικά φθίνων χρόνος που αφιέρωνα στην παρακολούθηση μαθημάτων, όταν κουβεντιάζαμε με συναδέρφους τα «επιστημονικά» μας θέματα, αλλά κυρίως οι πολιτικές ζυμώσεις στο Κυλικείο, στους διαδρόμους και τ’ αμφιθέατρα, όλα αυτά με προσέλκυαν στο πολυτεχνείο και με βοηθούσαν να ξεχάσω τις ασφυκτικές ώρες μοναξιάς μακριά από την σχολή. Είχα από καιρό διαποτιστεί με τις ιδέες της Αριστεράς, του μαρξισμού και του σοσιαλισμού, χάριν στην οικογενειακή παράδοση και τα διαβάσματα, ενώ έβλεπα με συμπάθεια και ίσως χωρίς πολλήν κριτική αμφισβήτηση τον κόσμο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Άρα έγινα εξ αρχής και εκ των πραγμάτων στόχος στρατολόγησης από την ΚΝΕ. Οι συζητήσεις με τους Κνίτες «συνδικαλιστές» που πλημμύριζαν και ήταν μια σχετική πλειοψηφία στο κυλικείο, πριν ακόμα γίνω κι εγώ ένας από αυτούς, αρχικά μου φαινόταν ως μια ιδεολογική και πολιτική πρόκληση, ένα διανοητικό κέντρισμα. Μπορεί να μην είχα ούτε το «λέγειν», ούτε την ευστροφία για χιουμοριστικές εξυπνάδες που θα έφερναν γέλιο σε μια κοπέλα και θα την γοήτευαν, αλλά διέθετα την παιδεία, τις γνώσεις και αρκετό βάθος πνεύματος για να επιχειρηματολογώ και αντεπεξέρχομαι σε πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Ο Αντώνης ήταν όπως θα λέγαμε τότε «αρχικνίτης» του έτους μας, με αρκετά χρόνια στο «κίνημα». Είχε ενταχθεί οργανικά σε αυτό από τα μαθητικά του χρόνια, ωθούμενος από ταξικές καταβολές και σχέσεις, καθώς προερχόταν από φτωχή, εργατική οικογένεια από τις παρακατιανές συνοικίες της Αθήνας. Ήταν κοντός, αλλά με στιβαρό σώμα, έντονα χαρακτηριστικά σε ένα μάλλον  άσχημο πρόσωπο: μια μεγάλη μύτη πάνω από παχιά χείλια, μάτια σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, κάτω από χοντρά φρύδια, απεριποίητο μούσι, και ακατάστατα κυματιστά μαλλιά. Φορούσε πάντα ένα χακί στρατιωτικό τζάκετ, σήμα κατατεθέν των ακτιβιστών της εποχής, πάνω από ένα πουλόβερ. Διακρινόταν για την ευφράδεια στην επιχειρηματολογία του και την ικανότητα να πείθει τον συνομιλητή του σε θέματα πολιτικής και ιδεολογικής φύσεως, στα οποία θέματα κάθε συζήτηση έτεινε, είτε αυτή ξεκινούσε από τα ποδοσφαιρικά, είτε αφορούσε «γκόμενες». Με μια ζεστή και ωραία φωνή διάνθιζε το λόγο του με καλαμπούρια από το εγχειρίδιο της ΚΝΕ και την αργκό των «συντρόφων» συνοδευόμενα από πονηρά χαμόγελα. Έτσι αποστόμωνε ή αφόπλιζε τους συνομιλητές του, ενίοτε παρέσυρε τους πιο εύπλαστους ανάμεσά τους στην παγίδα που είχε στήσει (της ψήφου, της συμμετοχής σε κομματικές εκδηλώσεις, της οικονομικής ενίσχυσης του κόμματος, της στρατολόγησης), είτε ήταν φιλικά προδιατεθειμένοι προς τα δογματικά κομμουνιστικά ιδανικά του, είτε νεφελωδών αριστερών πεποιθήσεων. Τα ιδεολογικά-πολιτικά αφηγήματα της Πανσπουδαστικής, της ΚΝΕ και του ΚΚΕ, για κάθε ζήτημα, επίκαιρο ή ιστορικό, τα ήξερε βέβαια απ’ έξω και ανακατωτά. Το οπλοστάσιο επιχειρημάτων του επί παντός επιστητού ήταν ακαταμάχητο.

Με κάθε συναπάντημα μας στο Κυλικείο με πλησίαζε και ανοίγαμε συζητήσεις: για τον υπαρκτό σοσιαλισμό και για τις αδυναμίες που διάβαζα και εντόπιζα, για τις φοιτητικές εκλογές, για το ΠΑΣΟΚ και το ρεφορμισμό του, για τα ιστορικά «λάθη του ΚΚΕ», για τον Στάλιν, μέχρι που καταδυόμασταν στα βάθη θεωρητικών ζητημάτων του μαρξισμού-λενινισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού ματεριαλισμού, κ.ο.κ. Σύντομα ο Αντώνης με ανέβαζε και κατέβαζε «σύντροφε Λ», ενώ εγώ αντιδρούσα με ένα χαμόγελο που μαρτυρούσε συγκατάθεση με τον επιθετικό προσδιορισμό που μου προσέδιδε. Του αγόραζα εβδομαδιαία τον «Οδηγητή», του αγόραζα κουπόνια, ψήφισα την παράταξή του στις εκλογές και σε διάφορα ψηφίσματα στις συνελεύσεις μας. Ήμουν για την οργάνωση μια κατ’ εξοχήν «επιρροή» και από τους πρώτους στις λίστες στρατολόγησης της. Δεν πέρασε καιρός πριν με καλέσει στο δωμάτιό σε ένα χαμόσπιτο της Τούμπας, από τα αυθαίρετα της προσφυγικής εποχής, κρυμμένο πίσω από μια ατημέλητη και ακατάστατη γεμάτη αγριόχορτα αυλή, άτσαλα περιφραγμένη από ένα συρμάτινο πλέγμα. Πράγματι, σκέφτηκα, ο Αντώνης ήταν το φτωχόπαιδο από μια εργατική οικογένεια της Πετρούπολης, ένας γνήσιος κομμουνιστής, ένας προλετάριος, στρατευμένος στα ιδανικά της απελευθέρωσης της τάξης του από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης: συνειδητοποιημένος κομμουνιστής μέχρι το κόκκαλο. Ήταν αυτό που πίστευε, και πίστευε με ακλόνητο ζήλο σε αυτό στο οποίο γεννήθηκε και ανήκε, στον ρόλο του στην κοινωνία, στο μέλλον ενός κοινωνικού μετασχηματισμού στα πρότυπα της ΕΣΣΔ που θα συμβεί, αργά ή γρήγορα. Όταν, εν πάση περιπτώσει, «ωριμάσουν οι συνθήκες». Ο σοσιαλισμός, κατά ορισμένα απατηλά φαινόμενα της εποχής, κέρδιζε έδαφος. Οι συνθήκες κατά την άποψή του Αντώνη ωρίμαζαν: αρκούσε μια ματιά στα τεκταινόμενα γύρω μας ή, ακόμα καλύτερα, μια καθημερινή ανάγνωση των σελίδων του Ριζοσπάστη για να διαπιστωθεί. Από τη μεριά μου, μπορεί από ματεριαλιστική άποψη να ανήκα σε ένα-δύο κοινωνικά στρώματα παραπάνω από τη δική του, με τα παρελκόμενα ταξικά συμπλέγματα και προκαταλήψεις που φυσικά κουβαλούσα, αλλά το πνεύμα και η καρδιά μου, πολιτικά τουλάχιστον, είχαν πλέον συμμαχήσει με την «εργατιά», η οποία, είχα πειστεί, αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιήσει τον ρόλο της και θα γίνει ο κινητήριος μοχλός της σοσιαλιστικής επανάστασης και της ιστορίας. Η συνειδητοποίηση του ρόλου της επαφιόταν στην πρωτοπορία της, στο κόμμα και τους διανοούμενούς της. Συντονιζόμουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, με τον ιδεολογικό παλμό της κομμουνιστικής και επαναστατικής αριστεράς. Αυτός ο παλμός εντεινόταν από συνθήματά, διαδηλώσεις, χρώματα και σύμβολα, ομιλίες, τον σοσιαλιστικό μυστικισμό που ανέδυε η ΕΣΣΔ και οι δορυφόροι της, την ένδοξη ιστορία της οκτωβριανής επανάστασής, τα απελευθερωτικά κινήματα εδώ κι εκεί, τον ιμπεριαλιστικό κυνισμό των Αμερικάνων και της Δύσης· την λαϊκή μουσική, τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και κουλτούρα που μας περίβαλλε κάθε φορά με συναισθήματα και συγκίνηση σε κάθε πολιτική εκδήλωση, μας αυθυπέβαλλε, μας μπόλιαζε με επαναστατικό οίστρο.  

Σε εκείνο το φτωχικό χαμόσπιτο του Αντώνη «στρατολογήθηκα» από την ΚΝΕ. Η προσέγγιση του Αντώνη παρακινείτο περισσότερο από μια συνειδητή και ψυχρή διεκπεραίωση ενός κομματικού καθήκοντος. Αν θα εξελισσόταν σε μια ανθεκτική στον χρόνο φιλία ήταν τότε δύσκολο να ειπωθεί. Η προσωπικότητα του ασκούσε μιαν έλξη, όχι μόνον σε μένα αλλά σε ένα ευρύ κύκλο συντρόφων και συμφοιτητών, και συχνά ξεπερνούσε τα όρια των πολιτικών προκλήσεων και συζητήσεων. Η αλήθεια είναι ότι άρχισαν να τον βλέπω σαν φίλο περισσότερο από τους άλλους νεοαποκτηθέντες μου «συντρόφους», αν κι η ανταπόκριση του σε άλλα θέματα, πέρα από τα φοιτητο-συνδικαλιστικά, πολιτικά και κομματικά, και η επιζήτηση μιας τέτοιας φιλίας δεν ήταν αμοιβαία. Τελικά, ο Αντώνης έφυγε με το τέλος της πρώτης χρονιάς του Πολυτεχνείου με μετεγγραφή για την Αθήνα. Χάθηκε σε ένα από τα άπειρα μονοπάτια του κόσμου, έχοντας αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι: έχοντας σημαντικά αλλάξει και διαμορφώσει τη φοιτητική μου ζωή, ίσως και πιο πέρα από αυτήν. Στις πεποιθήσεις και ιδεολογία του παρέμεινε πιστός, παρά το σκούριασμα τους από το πέρασμα του χρόνου, παρά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, παρά την ισοπέδωση του εργατικού κινήματος, παρά την πολιτική περιθωριοποίηση. Αυτό έδειξε η αδιάκοπη του δράση και ο αμείωτος ακτιβισμός του ως στέλεχος ενός κόμματος του αθέατου πολιτικού περιθωρίου, όπως ανιχνεύεται στο internet. Καθόλου εκπληκτικό για όσους γνώρισαν την γρανιτένια πίστη και θέληση του Αντώνη.

Monday, February 12, 2024

2 - Φοιτητικά: Π Γένους Θηλυκού

Αλλά πως θα επιτυγχανόταν η κατάκτηση μιας κοπέλας, οποιασδήποτε επαρκώς εμφανίσιμης κοπέλας; Οι μόνες επαφές, τα σημεία αναφοράς για κοινωνική δικτύωση, ήταν οι λίγοι συμμαθητές ούτε καν φίλοι από το Λύκειο που πέρασαν στην ίδια σχολή με μένα. Ο Δ, «δασκαλοπαίδι» και αυτός, τακτικός θαμώνας κατηχητικών σχολείων και εκκλησιών, αφοσιωμένος χριστιανός, είχε ήδη την κοπέλα του. Ήταν η πρώτη και τελικά η μόνιμη σύντροφος της ζωής του. Την είχε γνωρίσει στις ώρες αναψυχής και του άγαμου συγχρωτισμού που προσφέρει σε εφήβους η εκκλησία. Ήταν και η ίδια αφοσιωμένη χριστιανή. Οι δυο τους είχαν ήδη σχεδιάσει ένα μέλλον με γνώμονα τις χριστιανικές ηθικές περί προγαμιαίας εγκράτειας, μονογαμίας, οικογένειας, τεκνοποιίας, κτλ. Θα αποφοιτούσαν, θα παντρεύονταν, θα συνουσιαζόταν τακτικά από την πρώτη μέρα του γάμου τους, πιθανόν παρθένοι και οι δύο μέχρις τότε, με κύριο στόχο την τεκνοποιία· θα έκαναν παιδιά, πολλά παιδιά, θα έφτιαχναν μεγάλη οικογένεια, και θα γερνούσαν στα ατάραχα και παρήγορα νερά που ομολογουμένως προσφέρει η χριστιανική πίστη. Κι έτσι έγινε. Παντρεύτηκαν με τις ευλογίες της εκκλησίας και των φυσικών και πνευματικών τους πατεράδων, και ο Δ ήταν ο πρώτος από το σχολικό μας έτος, που με τη μελαχρινή, μακρομαλλούσα γυναίκα του, πραγματικά ελκυστική παρά τους συνειρμούς που σχηματίζονται για μια θρήσκα γυναίκα, έσπειραν δεν μέτρησα πόσα παιδιά, απέκτησαν πολλαπλάσια εγγόνια. Όλα έγιναν σύμφωνα με τα αρχικά τους σχέδια: χωρίς πολλές ηθικές παρεκκλίσεις, χωρίς «αμαρτίες».  Στη συνεστίαση μετά από χρόνια, πενηντάρηδες πλέον, μου περιέγραψε το παρελθόν του όπως το είχε προδιαγράψει και όπως όλοι μας είχαμε φανταστεί. Χωρίς εκπλήξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς στροφές καθ’ οδόν.

Ο Γ, καλό και ξύπνιο παιδί και Αρειανός στις ποδοσφαιρικές του πεποιθήσεις, είχε και έκανε τα δικά του. Κινούταν στον κύκλο της οικογένειας και συμπατριωτών του από το Πολύκαστρο, τον τόπο καταγωγής του. Στο σχολείο είμαστε κάτι λίγο περισσότερο από απλοί συμμαθητές χάριν σε μια γνωριμία των μανάδων μας, αλλά χωρίς ιδιαίτερες εξωσχολικές επαφές ανάμεσά μας. Αργότερα στο πανεπιστήμιο εμφανιζόταν στη σχολή στη χάση και τη φέξη, σε διάφορες εκδηλώσεις και με ετερόκλητες παρέες, άλλοτε για κανένα μπουρλότο σε κανένα καφενείο, άλλοτε για «ρετσίνα» σε κάποια ταβέρνα, αλλά όσο το δυνατόν μακρύτερα από τις κομματικές μαζώξεις και τα γλέντια τα οποία η μελλοντική παρέα μου θα σύχναζε αργότερα. Μάλλον προβλέψιμα, παντρεύτηκε αμέσως μετά το πτυχίο και αυτός την αγαπημένη του από τα σχολικά χρόνια και τον κοινό τόπο καταγωγής. Ήταν ο πρώτος συμφοιτητής που παραβρέθηκα στο γάμο του. Η συζυγική του ζωή δεν επεφύλασσε όμως την ίδια χριστιανική γαλήνη με αυτή του Δ.

 Έμενε ο Ζ, ο ιδιόρρυθμος όσο και ευφυέστατος πρώην συμμαθητής, ο Gregory Perelman των δημιουργικών μας χρόνων, ο γιος του μανάβη με την όμορφη αδερφή, ο κατεξοχήν διανοούμενος της τάξης και δηλωμένος αναρχικός, με τον οποίο κατά τις ανιαρές ώρες του μαθήματος την τελευταία τάξη του Λυκείου που καθόταν στο θρανίο πίσω μου, συζητούσαμε για τον Καμύ, τον σοσιαλισμό, το μηδενισμό και την αναρχία. Αλλά έπασχε από την αρρώστια που υποφέρουν πολλοί ιδιόρρυθμοι και ευφυείς άνθρωποι: ένα τεράστιο έλλειμμα κοινωνικότητας, στην περίπτωση του Ζ βεβαρυμμένο από κατάθλιψη, σοβαρή (και ανεξήγητη) έλλειψη αυτοπεποίθησης, υπερβολικό άγχος, και άλλα ψυχολογικά προβλήματα. Στις πρώτες βδομάδες του πανεπιστημίου προσπάθησα να τον προσεγγίσω, ελλείψει άλλων γνωριμιών. Τουλάχιστον οι φιλοσοφικές μας συζητήσεις είχαν ενδιαφέρον και διέγειραν το πνεύμα. Σε μια από τις πρώτες μέρες του πανεπιστημίου βρεθήκαμε τυχαία στην έρημη από φοιτητές φοιτητική Λέσχη όπου του κέρασα έναν καφέ. Λίγο αργότερα στη διάρκεια του έτους, συναντιόμαστε στην χάση και την φέξη στην Ένωση Σκακιστών, καταφύγιο μονόχνωτων και μοναχικών και κατά κανόνα ιδιόρρυθμων ανθρώπων, που τότε στεγαζόταν σε ένα διαμέρισμα της οδού Ιασωνίδου. Στα τραπεζάκια σκακιού της «Ένωσης» άφησε και τα τελευταία ίχνη της παρουσίας του στη ζωή μου. Κινούταν σε επίπεδα διαφορετικά, σε χώρους μακρινούς από εκείνους που συνήθιζε ο φοιτητόκοσμος. Πάντα μόνος, πάντα σε βαθιούς συλλογισμούς και συνομιλίες με τον εαυτό του.

Ξεκινούσα, λοιπόν, από ένα μηδενικό σημείο χωρίς οδηγό και στήριγμα, εν ολίγοις σε ένα κοινωνικό, φιλικό, συναισθηματικό κενό. Χωρίς πυξίδα στον αισθηματικό τομέα, έβλεπα τις προσδοκίες, τους πόθους και τις λαχτάρες, που είχα καλλιεργήσει με την προσμονή της απαρχής της φοιτητικής ζωής, να χάνουν την αρχική τους λάμψη. Οι ελπίδες να βρω θαλπωρή σε μια κοριτσίστικη αγκαλιά, από τις πρώτες μέρες και βδομάδες της καινούργια ζωής, άρχισαν να τρεμοπαίζουν, μέχρι που, με αφετηρία λίγες κουβέντες γνωριμίας στο διάλειμμα ενός μαθήματος στο αμφιθέατρο και, μετά, στο πάρτι υποδοχής των πρωτοετών στη λέσχη, άρχισαν να αναζωπυρώνονται. Η Π ήταν μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα των δυο χεριών κοπέλες του έτους μου. Από τις ελάχιστες που ήταν εμφανίσιμες, περιποιημένες και κομψές: κοκέτα, από εύπορη οικογένειας της Έδεσσας, με ακριβά ρούχα, με τον αέρα και την υπεροψία που μια σχετικά πλούσια και στοργική ανατροφή δημιουργεί, με δυο-τρία δακτυλίδια στα δάκτυλα, πυκνά, κυματιστά καστανά μαλλιά που χύνονταν στους ώμους, γελαστά μαύρα μάτια, μια βούλα στο σαγόνι κάτω από το πλατύ της στόμα και ένα διάπλατο ερωτοτροπικό χαμόγελο, που σχεδόν μόνιμα διαγραφόταν όταν μιλούσε. Είχε γεμάτο καμπυλόγραμμο κορμί, με εμφανώς θηλυπρεπές, αυτάρεσκο και προκλητικό κούνημα πέρα-δώθε των γοφών στο περπάτημά της, και μια περήφανη κι ευθυτενή κορμοστασιά. Η αντίδραση του κάθε άρρενα απέναντι στην Π να κινείται (ή μάλλον να να λικνίζεται) στην αίθουσα και τους διαδρόμους ήταν η ίδια με του Leo Bloom του Joyce όταν παρακολουθούσε το κορίτσι πίσω από τον πάγκο του χασάπικου του Duglacz: “…eyes resting on her vigorous hips”.

Στα διαλείμματα των μαθημάτων, που επιμελώς και αδιαλείπτως εκείνες τις πρώτες μέρες παρακολουθούσαμε, συχνά με στριφογύριζε και πλησίαζε για κάθε ασήμαντη αφορμή, γνήσια ή επιτηδευμένη, με σκοπό λίγη κουβέντα: για ερωτήσεις περί του προγράμματος και περιεχόμενα των διαλέξεων, συνοδευόμενες από κολακευτικά λόγια, με υπονοούμενα και χαμόγελα για την εξυπνάδα και τις «πρωτιές» μου, τις οποίες μάλλον έψαξε κι έμαθε. Γοητεύτηκε, υπέθεσα, από την σοβαρότητα και μετριοφροσύνη μου, ίσως και το πρόσωπο και τη φυσιογνωμία μου. Η φάτσα μου μάλλον δεν ταίριαζε στα εφηβικά στερεότυπα του σπασίκλα. Με γούσταρε, όπως θα ήθελα μια γυναίκα να με γουστάρει, άραγε; Σίγουρα οι χτύποι της καρδιάς μου δυνάμωναν κάθε φορά που πλησίαζε. Βρεθήκαμε το βράδι του γλεντιού για την «υποδοχή των πρωτοετών» να καθόμαστε δίπλα, πάνω σ’ ένα τραπέζι με τα πόδια κρεμασμένα, με δυο ή τρία κουμπιά του καρό πουκάμισου μου ξεκούμπωτου να αποκαλύπτει το στήθος μου, μαζί με τον Σδρ., έναν σοβαροφανή και λιγομίλητο συνάδερφο, που είχε πάρει εξαρχής τον ρόλο του υποψήφιου μηχανικού σοβαρά και φαινόταν ότι το μόνο που τον ενδιέφερε στον ντουνιά αυτό: το τεχνολογικό του πάθος που ήταν τα ηλεκτρικά συστήματα ήχου. Η κάμερα ενός πλανόδιου, οπορτουνιστή φωτογράφου μας αποθανάτισε χαρούμενα, νέα παιδιά καθισμένα ανέμελα πάνω στο τραπέζι, με την Π να κλίνει προς τον  ώμο μου –αυθόρμητα ή χάριν του ενσταντανέ, τον Σδρ. παραδίπλα, συγκρατημένο και σοβαρό, στο παλαιομοδίτικο πουλόβερ που φορούσε. Και έμεινε εκείνη η φωτογραφία σ’ ένα από τα άλμπουμ από τα νιάτα μας, να μου θυμίζει το ξεκίνημα ενός μικρού, αλλά σημαδιακού κεφαλαίου στην αισθηματική ζωή μου: η Π θα γινόταν η πρώτη γυναίκα που θα με έφερνε τόσο κοντά στο κατώφλι του έρωτα. Να προσθέσω, του ανεκπλήρωτου έρωτα.  

Ο χειμώνας πλησίαζε και το πανεπιστήμιο στα πρώτα βήματά μας σ’ αυτό, κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον μας. Νέες γνωριμίες, κάποιες διαλέξεις που άξιζαν τον κόπο να τις παρακολουθήσει κανείς, πολιτιστικές εκδηλώσεις, συνελεύσεις των φοιτητών του έτους και της σχολής, λίγο σκάκι τα βράδια στην Ένωση Σκακιστών, της οποία έγινα μέλος περισσότερο για να σκοτώνω χρόνο εξασκώντας ένα χόμπι παρά για παρέες και κοινωνική δικτύωση. Το μελαγχολικό βράδι μιας Παρασκευής του Νοέμβρη, μετά την τελευταία διάλεξη, όταν το campus αδειάζει από φοιτητές και όταν κάθε μοναχικός και αζευγάρωτος επιστρέφει στην μοναξιά του σπιτιού του, έχοντας κατεβάσει γρήγορα δυο κουτάκια μπύρας στο κυλικείο για να μετριάσω την συστολή μου και ανακτήσω κάποιο κουράγιο, περίμενα σε έναν πάγκο κοντά στην έξοδο την Π. Ήξερα ότι συνήθιζε να περνάει από εκεί στο δρόμο για το διαμέρισμά της σε μια πολυκατοικία πίσω από το Παπάφειο. Με λίγο κομμένη από την ανάσα φωνή της πρότεινα να πηγαίναμε μαζί σινεμά. Δέχτηκε με το χαμόγελο που έδειχνε το γκρίζο κοπτήρα της, το μικρό κουσούρι στο χαμόγελο της, και την χαρακτηριστική κλίση του κεφαλιού στον ώμο, που μια χωρίς πείρα ψυχή σαν την δική μου το εκλάμβανε ως φλερτ. Το σαββατοκύριακα δεν μπορούσε, πρόσθεσε, γιατί ανεβαίνει στην Έδεσσα. «Να δει τους δικούς της...» «Μόνον τους δικούς της;» σκέφτηκα καχύποπτα, αλλά δεν ρώτησα. Συμφωνήσαμε όμως με την επιστροφή της την ερχόμενη Δευτέρα να πηγαίναμε στο Σινέ «Βακούρα», σε μια πάροδο της πλατείας  Ναβαρίνου, για να δούμε τον «Ελαφοκυνηγό».

Δευτέρα το πρωί ανανεώσαμε την υπόσχεση του ραντεβού και συνεχίσαμε ο καθένας μας απερίσπαστος με τις ασχολίες του. Τελικά συναντηθήκαμε το βραδάκι έξω από το σινεμά. Πλήρωσα το εισιτήριο της κάτι που δέχτηκε χωρίς αντίρρηση, ούτε και «ευχαριστώ», αλλά το ίδιο προσελκυστικό χαμόγελο. Σκέφτηκα ότι θεωρούσε δεδομένο να κερνάει ο άντρας στις εξόδους. Προς το τέλος της ταινίας, το κεφάλι της Π έγειρε στον ώμο μου. Αυτό δεν το περίμενα! Ένιωσα τη μυρωδιά από τα φρεσκολουσμένα πλούσια μαλλιά της. Οι χτύποι της καρδιάς μου δυνάμωσαν σε ένταση και συχνότητα –ίσως να τους ένιωσε και η Π. Και ένα πρωτόγνωρο, ευχάριστο συναίσθημα μου γέμισε τα σωθικά μέχρι κάτω στην οσφυϊκή χώρα, αλλά παράμεινα σύξυλος, αμήχανος μάλλον, με το βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη και την ταινία που παιζόταν. Το κοκκίνισμα που αμέσως και ανεξέλεγκτα σκεπάζει τα μάγουλα μου σε τέτοιες καταστάσεις ευτυχώς δεν θα γινόταν ορατό στο σκοτάδι του σινεμά. Πως αντιδρά ο συνοδός μιας σχετικά ελκυστικής συντροφιάς που ένιωθα ότι υποσχόταν πολλά σε αυτό, ας το πούμε νάζι, μια ερωτοτροπία, δεν είχα το know how. Ήταν κάτι που πρώτη φορά μου συνέβαινε. Θα μπορούσα, παραδείγματος χάριν, να άπλωνα το χέρι μου για να κρατήσω το δικό της και μετά ποιος ξέρει… Τα υπόλοιπα όπως, το άπλωμα του χεριού γύρω από τους ώμους, ένα φιλί, θα ακολουθούσαν από μόνα τους αυθόρμητα. Δεν το έκανα. Με φόβιζε το πως θα αντιδρούσε. Ήταν άλλωστε το πρώτο ραντεβού ενός άπειρου και άσχετου, πρωτάρη στις σχέσεις με κορίτσια, και φυσικά απροετοίμαστου για τέτοια ενδεχόμενα. Το «νάζι» της Π, αναρωτήθηκα κατόπιν, θα μπορούσε απλά να οφειλόταν και στην κούραση εξαιτίας του πρωινού ταξιδιού από την Έδεσσα ή και τις τρεισήμισι ώρες προβολής του «Ελαφοκυνηγού»;  

Την συνόδεψα, εκείνο το ήπιο βράδυ του Νοέμβρη, σημαδιακό στο βιβλίο της ζωής μου, περπατώντας ως την πόρτα της πολυκατοικίας της πίσω από το ορφανοτροφείο της Παπάφη, συζητώντας περί πανεπιστημιακών μαθημάτων, συμφοιτητών, ανέμων και υδάτων. Χαμόγελα και κουβέντες συνεχίστηκαν στις μέρες που οδηγούσαν στα Χριστούγεννα. Παραμείναμε αφοσιωμένοι στις διαλέξεις και τα μαθήματα, τακτικοί στις παρακολουθήσεις, αλλά γενικά μαθησιακά αντιπαραγωγικοί και σε ερωτικά ατελέσφορες, βραδινές επισκέψεις στη βιβλιοθήκη για μελέτη, όντας και οι δύο επιμελείς, πιστοί στην αξία του καθημερινού πήγαινε-έλα στο πανεπιστήμιο και τις παραδόσεις, πρωί και βράδυ. Ακόμα και όταν τα θρανία και έδρανα άρχιζαν να αραιώνουν από την πλειοψηφία των αδιάφορων, που προτιμούσε την ελευθερία των καφενείων και κυλικείων, σερί καφέδων με τάβλι και χαρτιά, της ταβέρνας και των bars, των πεπατημένων λεωφόρων της ζωής του φοιτητόκοσμου. Α, και των θορυβωδών φοιτητικών συνελεύσεων που η Π περιφρονούσε, ενώ εγώ δεν έχανα ευκαιρία ν’ απολαμβάνω, μέχρι τότε ως απλός ακροατής, τις αντιπαραθέσεις παρατάξεων, με την καρδιά μου σταθερά τοποθετημένη προς τη μια πλευρά του πολιτικού φάσματος. Από ουδέτερος, ανεξάρτητος, κριτικός ακροατής του «διαλόγου» που λάμβανε χώρα στα γεμάτα κυρίως από συνδικαλιστές και κομματικές νεολαίες αμφιθέατρα, σταδιακά μεταμορφωνόμουν σε ακτιβιστή. Παρεμπιπτόντως, βρισκόμουν πολιτικά στην αντίθετη όχθη από αυτήν της Π, που η αστική οικογένεια της είχε στενές σχέσεις με συντηρητικούς πολιτευτές της Έδεσσας. Και όχι μόνον αυτό. Η Π ήταν θρησκόληπτη, σε αντίφαση με έναν σχετικά με άλλους λαμπρό τρόπο ζωής της. Το μίγμα εκείνων των άκαμπτων συντηρητικών, «δεξιών» και εθνικοφρόνων πεποιθήσεων γινόταν, αντικείμενο ζωηρού, αρχικά καλοπροαίρετου διαλόγου, αργότερα παράγοντας πολιτικού μίσους και του αβυσσαλέου χάσματος ανάμεσά μας.   

Τα Σαββατοκύριακα παρέμεναν στάσιμα και μοναχικά, στον κλειστό, απόκρυφο κόσμο του εαυτού μου, στη μοναξιά του δωματίου και των βιβλίων, του ποδόσφαιρου, της Ένωσης Σκακιστών, τις άσκοπες τσάρκες στους δρόμους της πόλης, που συνήθως κατέληγαν έξω από κάποιο κακόφημο σημείο ή σε κάποιο από τα ελεεινά σινεμά της εφηβείας που ακόμα σύχναζα. Ξέμεινε το «εγώ» με τις φαντασιώσεις του, που περίμενε την Δευτέρα και το άνοιγμα της σχολής για ένα σημάδι, για κάποια ευκαιρία. Μέχρις που ήρθαν το Χριστούγεννα και το Πανεπιστήμιο ερήμωσε. Το Πολυτεχνείο εγκαταλείφθηκε στη μελαγχολία των άδειων, σκοτεινών αιθουσών, στο αφηρημένο κρύο που η έλλειψη κάθε νεανικής ανθρώπινης παρουσίας φέρνει στους χώρους που την φιλοξενούν. Στο κυλικείο και το μακρύ διάδρομο του Πολυτεχνείου, πίσω από το προαύλιο και το παρκινγκ με τις γυμνές λεύκες, ξεκολλημένες, ριγμένες στο πάτωμα αφίσες παρατάξεων από την επέτειο του Πολυτεχνείου, από τις κομματικές εκδηλώσεις, για το κίνημα και την αλλαγή που θα ερχόταν, απομεινάρια ασυνείδητων συνειδήσεων, κάτω από το αδιάφορο και τεμπέλικο ύφος του πλέον άεργου κυλικειάρχη, που η μόνη εναπομείνασα πελατεία του ήταν οι λιγοστοί πανεπιστημιακοί που είτε από υπερβολικό ζήλο, είτε από οικογενειακά προβλήματα έβρισκαν -χρονιάρες μέρες- καταφύγιο στα γραφεία τους. Ένα ή δυο ή τρία δειλά τηλεφωνήματα με την Π μας κράτησαν σ’ επαφή στον μακρύ μήνα των διακοπών. Παρόλα αυτά ένιωθα ότι η σχέση μας ζεσταινόταν και μια μέρα θα οδηγούσε στο holy grail της ερωτικής κατάληξης και ολοκλήρωσης.   

Ο καινούργιος χρόνος ξεκίνησε με την διστακτικότητα στην επικοινωνία μου με την Π, ανάλογη με εκείνο το πρώτο Νοεμβριάτικο ραντεβού μας για σινεμά. Αν κάποιος υποβόσκων έρωτας υφίστατο, αναγνωρίσιμος και ανιχνεύσιμος στις συνειδήσεις των δυο ψυχών μας, αυτός προόδευε με ρυθμούς χελώνας. Επιτέλους, ένα απόγεμα με προσκάλεσε στο διαμέρισμά της: για να συζητήσουμε θέματα και «προόδους» μαθημάτων. Οι προσδοκίες μου ξαφνικά φούντωσαν. Μόνος με την Π στο διαμέρισμά της! Το καρδιοχτύπι ξαναβρήκε τη συχνότητα και ένταση εκείνου του σκοτεινού σινεμά. Ξάπλωσα εγκάρσια στο ντιβάνι του σχολαστικά τακτοποιημένου, πεντακάθαρου δωματίου, με τα πόδια αιωρούμενα  από την άκρη, το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα μαξιλάρι στον τοίχο. Η Π καθόταν δίπλα μου στο κρεβάτι ωκλαδόν να με κοιτάζει ανφάς και αφ’ υψηλού, στη γαλάζια χνουδωτή ρόμπα της, από αμέλεια ξεκούμπωτη στο ύψος του ομφαλού, με το δεξί πόδι κρεμασμένο πέρα από την άκρη του κρεβατιού, το αριστερό διπλωμένο κάτω από το δεξί. Σε κάθε κίνηση της το αδιάκριτο και διψασμένο βλέμμα μου διέκρινε, μέσα από τη σχισμή της ρόμπας, τη γυμνή σάρκα της, την δίπλα της κοιλιάς της, και από εκεί στο σουτιέν και το ντεκολτέ της: ένα γεμάτο, καμπυλωτό κορμί και στήθια, που άθελα τους ενέπνεαν μιαν έντονη σεξουαλικότητά. Φυσικά και είχα διεγερθεί. Ήταν ένα ανθρώπινο ένστικτο που εκδηλωνόταν, μολονότι κάτω από τα απαγορευτικά βλέμματα του Χριστού και της Παναγίας από τις εικόνες πάνω από το κούφωμα της πόρτας. Ήταν θεούσα η Π, καθώς και συμπαγών «δεξιών» πολιτικών πεποιθήσεων: πατέρας μεγαλοεργολάβος, διαπλεκόμενος με ντόπιους πολιτικούς παράγοντες της παράταξης που κυβερνούσε τον τόπο μέχρι εκείνη τη χρονιά –τη χρονιά της «Αλλαγής». Το χειμωνιάτικο απόγεμα κύλησε γρήγορα με φιλοσοφικές συζητήσεις περί ύπαρξης θεού, πολιτικές αντιπαραθέσεις του καιρού, κουτσομπολιό περί συναδέρφων και καθηγητών, κλεφτές ματιές μέσα από τη ρόμπα της Π και μια επίμονη, σχεδόν επίπονη στύση. Ήταν τότε που μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν παρθένα και την «πρώτη φορά» θα την χάριζε στον άντρα που θα παντρευόταν… μετά τον γάμο. Τι συντηρητισμός, τι θεοληψία, τι καθυστέρηση! Απογοητεύτηκα. Πιθανότατα εκείνη η σχέση δεν θα οδηγούσε σε τίποτε περισσότερο από κάτι πλατωνικό, μέχρι που το πέρασμα ενός άκαρπου καιρού να την σαρώσει. Αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον να προσκαλούσε ή να της έδινα ένα φιλί. Δεν βρήκα το κουράγιο να το επιχειρήσω παρά την πρόσκληση που ένιωθα ότι μου παρουσιάστηκε.

Πέρασαν μέρες και βδομάδες ανέμελης, πανεπιστημιακής ρουτίνας χωρίς τίποτε να ηρεμεί την ταραγμένη από ορμόνες θάλασσα της ψυχής μου, πλην ενός τακτικά συνεχιζόμενου αυνανισμού. Μέχρι που εκείνο το τέλος του χειμώνα έμαθα, προς μεγάλη μου απογοήτευση, ότι υπήρχε κάποιος άλλος, κάποιος Κ, στη ζωή της Π. Ψηλός, μορφονιός, με ξανθά, φουντωτά από μπούκλες μαλλιά, «πλατωνικό» της ταίρι και αίσθημα από τις μέρες του σχολείου, όπως αργότερα μου εξήγησε. Ερχόταν περαστικός από τη Θράκη Παρασκευές απογέματα για να την συνοδεύσει στην Έδεσσα. Γενικά την εμφάνισή του έβρισκα αποκρουστική και στην κάθε φευγαλέα παρουσία του στους χώρους του πολυτεχνείου στο πλευρό της Π απομακρυνόμουν, κρυβόμουν μακριά από την θέα τους. Ήταν κάποια ερωτική αντιζηλία; Ήταν μια ντροπή από αυτό που θα σκέφτονταν συμφοιτητές που με έβλεπαν να κάνω παρέα με την Π, μιαν δεσμευμένη με άλλον που με σέρνει από την μύτη σε αναγνωστήρια και διαδρόμου; Προφανώς και υπήρχε μια μεγάλη δόση ζήλιας, πρωτόγνωρο συναίσθημα για μένα, διότι αυτό προϋποθέτει τον έρωτα που ποτέ ως τότε δεν είχα νιώσει. Έβρισκα παρηγοριά και μετρίαζα εκείνη τη ζήλια όταν έλεγα στον εαυτό μου, ίσως αυταπατώμενος: «Τι να ζηλέψω από μια ξενέρωτη, συμβατική, ψυχρή σχέση, που λίγοι πίστευαν ότι θα άντεχε το πέρασμα του χρόνου;»  Όταν ακόμα και η Π αμφιταλαντευόταν, παρά την πολύχρονη ιστορία της σχέσης και του δεσμού, που η γεωγραφία και ο χρόνος δημιούργησαν μεταξύ τους; Ένα βράδι, πριν από τις διακοπές του Πάσχα, μετά από κάποια μελέτη στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης, με φίλησε στο μάγουλο. Μπερδεύτηκα. Να θεωρούσα ότι υπήρχε ουσιαστική αισθηματική πρόοδος;

Το επόμενο σαββατοκύριακο αυτός ο Κ ήρθε από την Θράκη και διανυκτέρευσε στο διαμέρισμα της Π. Τους είχα δει το βράδι της Παρασκευής να φεύγουν μαζί από το Πολυτεχνείο. Το Σαββατόβραδο, αργά, κάποιο αόρατο χέρι, μια ανεξήγητη εσωτερική παρόρμηση με οδήγησε έξω από την πολυκατοικία της, απέναντι από το μπαλκόνι της, μακριά από φώτα: κάτω από έναν δέντρο μπροστά  από τον φράκτη του Παπάφειου Ορφανοτροφείου. Πρέπει να είχα πιεί σε κάποιο γυράδικο μερικές μπύρες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Η αδιάψευστη φιγούρα του Κ πηγαινοερχόταν πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα. Με βασάνισε για λίγο η ιδέα ότι την νύχτα θα μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι. Με γέμισε ένα παράπονο, στενοχώρια μέχρι και οργή, καθώς φούντωνε η ζήλια που μεγάλωνε και με επηρέαζε αλόγιστα την συμπεριφορά μου, παρά τις αυταπάτες για το αντίθετο που ο εγωϊσμός καλλιεργεί.

Το τέλος μιας ιστορίας, όχι τόσο ανεκπλήρωτης ρομαντικής αγάπης όσο τσακισμένων ελπίδων για μια ερωτική σχέση, ένιωθα ότι πλησίαζε. Διατήρησα τα προσχήματα. Δεν παρουσίαζα φαινομενικά δείγματα αντιζηλίας, και παρέμεινα απόμακρα αξιοπρεπής, σχεδόν ψυχρός, στις μέρες πριν τις διακοπές του Πάσχα που ακολούθησαν: σα να μην είχε συμβεί τίποτε, αν και μέσα μου βασίλευε η απογοήτευση από την επερχόμενη ματαίωση και των τελευταίων ελπίδων. Στα γενέθλιά της που έπεφταν μέσα στις μέρες του Πάσχα αφελώς έστειλα λουλούδια στην διεύθυνσή της στη Έδεσσα, για τα οποία τυπικά με ευχαρίστησε στο τηλεφώνημά μας την ίδια μέρα. Αλλά όταν επέστρεψε για την εξεταστική είχαμε και οι δυο γίνει αγνώριστοι: ψυχροί, κρυμμένοι πίσω από δυο αγέλαστα, θλιμμένα πρόσωπα και κλεφτές ματιές, αμίλητοι, φαινομενικά αδιάφοροι. Ένας κύκλος είχε κλείσει –οριστικά και άδοξα. «Το επεισόδιο θεωρείτο λήξαν και η βάρκα του έρωτα στον καθ’ οδόν βίο είχε τσακιστεί», ο στίχος του Μαγιακόβσκι που έκτοτε θυμάμαι κάθε φορά που μια αισθηματική σχέση τελειώνει.  Σε ό,τι αφορούσε εμένα τουλάχιστον ήταν ο σχεδόν ολοκληρωτικός αποκλεισμός της Π από την ζωή μου. Στο πανεπιστήμιο διατηρήθηκαν μερικές κλεφτές ματιές χωρίς έκφραση, αλλά ούτε μια λέξη ανάμεσά μας. Η Π είχε πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή με τον Κ της, εγώ επέστρεφα λίγο-πολύ στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα το βράδυ του γλεντιού των πρωτοετών και της προβολής του «Ελαφοκυνηγού»: στα διαβάσματα, στο σκάκι, στην απέραντη μοναξιά μου, τις ατέλειωτες συζητήσεις με τον εαυτό μου. 

Το καλοκαίρι στο τέλος του πρώτου έτους, με τα φτερά κομμένα, χωρίς φίλους και βέβαια «γκόμενα», αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι για διακοπές και αναψυχή. Μόνος, κατάμονος στη Ρόδο, με ένα sleeping-bag στην πλάτη. Απογοητευμένος από τον θηλυκό κόσμο του πανεπιστημίου, εναπέθεσα τις λίγες κουτσουρεμένες ελπίδες να «χάσω την παρθενιά μου» σε πιθανές γνωριμίες με  νεαρές τουρίστριες από το Βορρά. Ευελπιστούσε ένας αφελής, σεξουαλικά στερημένος νέος, ότι οι στο νου μου περισσότερο απελευθερωμένες σεξουαλικά τουρίστριες θα προσέφεραν ευκαιρίες που ως τότε δεν είχα εξερευνήσει. Τι το χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί; Πόσο λίγο όμως ήξερα τον εαυτό μου! Οι λίγες μέρες ελεύθερου τουρισμού ανάμεσα σε «ξαναμμένες» τουρίστριες, εξελίχθηκε σε ένα φιάσκο αϋπνίας, κούρασης και απογοήτευσης. Η πρώτη νύχτα πέρασε στο παγερό, ανεμοδαρμένο από τους αγέρηδες της θάλασσας κατάστρωμα του ferry, ανάμεσα σ’ ένα ετερόκλητο πλήθος από ντόπιους ταξιδιώτες, που κοιμούνταν αμέριμνοι κατά μήκος των πλαστικών πάγκων κουκουλωμένοι με ζακέτες και κουβέρτες, παρέες ξένων τουριστών με φωνές, γέλια και τραγούδια μέχρι τις πρωινές ώρες, κι εγώ μόνος, σε μια ανεμοδαρμένη γωνιά του καταστρώματος να προσπαθώ να κλείσω τα μάτια μου κάτω από ναυαγοσωστική βάρκα και το στερέωμα – ίσως, το μόνο γοητευτικό κομμάτι του κόσμου γύρω μου. Αλλά ήμουν ακόμα αρκετά νέος, γεμάτος έγνοιες, εμμονές και απογοητεύσεις του πρώτιστου είδους, ώστε να με συγκινεί η ξαστεριά της νύχτας και οι ουράνιοι αστερισμοί που πρόσφερε. Ούτε, βέβαια, ήταν αυτός, η απόλαυση της φύσης, ο κύριος λόγος του ταξιδιού μου. To πρωινό της άφιξης στο λιμάνι της Ρόδου με βρήκε να βολοδέρνω στην πόλη άσκοπα με το σακίδιο στην πλάτη. Κάθισα κάπου για καφέ και ένα τοστ να παρακολουθώ, μοναχικός και αποξενωμένος από την ανθρώπινη παρουσία στα απλωμένα κάτω από τον ήλιο τραπεζάκια, τους Ροδίτες μπροστά στα μαγαζιά τους ή στα κέντρα της πόλης να σερβίρουν τουρίστες, τους τουρίστες να μπαινοβγαίνουν στην παλιά πόλη και το κάστρο της, σε καφετέριες και μαγαζιά. Μια εφημερίδα, ένα βιβλίο, οι σκέψεις γύρω από το φοιτητικό χειμώνα που πλησίαζε με κράτησαν ξύπνιο και το ηθικό σε γενικά ικανοποιητικά επίπεδα, χάριν περισσότερο στη λαμπερή και ζωντανή καλοκαιρινή μέρα και παρά την κούραση και την πιθανότατη προοπτική, όπως διαγραφόταν, να ακυρωθεί κάθε ελπίδα για ανθρώπινη συντροφιά. Πως μπορούσα να ελπίζω σε κάτι τέτοιο αν πράγματι γνώριζα τον εαυτό μου; Επέμενα όμως… Νοίκιασα ένα μηχανάκι και πήρα τον δρόμο για την περίφημη Λίνδο. Στον δρόμο για το χωριό, από την απειρία μου στην οδήγηση η φυγόκεντρη δύναμη με έφερε στο άλλο ρεύμα μιας τυφλής στροφής και τελικά απέναντι σε ένα επερχόμενο όχημα. Πρόλαβα και μπήκα στο σωστό ρεύμα με την ψυχή στο στόμα. Επέζησα, αλλά η λαχτάρα που πήρα, μαζί με την κούραση, σημάδεψαν το υπόλοιπο της μέρας και αποπροσανατόλισαν τις σκέψεις μου, όταν μοναχικός, πάνω στην βρώμικη πετσέτα μου, ατένιζα ξαπλωμένος στην αμμουδιά της Λίνδου την θάλασσα και τις απρόσιτες καλλίγραμμες τουρίστριες. Πως θα μπορούσε να διασκεδάσει κάποιος την μέρα του όντας μόνος σε ένα τέτοιο μέρος, κάτω από το λιοπύρι και τις ημίγυμνες υπάρξεις γύρω μου να το απολαμβάνουν αδιάφορες δίπλα μου; Κατάκοπος, η ανυπέρβλητη συστολή μου να μην μου επιτρέπει να κτυπήσω πόρτες για ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο, περίμενα να βραδιάσει και η βραδινή ζωή της Λίνδου να καταλαγιάσει, ώστε να μπορέσω να αράξω αθέατος σε μια γωνιά και να αποκοιμηθώ. Βρήκα ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας του χωριού και ξάπλωσα μέχρις ότου το χέρι ενός αστυφύλακα με ξύπνησε από τον μισό και κακό ύπνο που με είχε πάρει για να μου πει ότι η διανυκτέρευση και ο ύπνος σε sleeping bags απαγορεύονται σε δημόσιους χώρους. Επέστρεψα το ίδιο βράδι με το καράβι στον Πειραιά και από εκεί με το ΚΤΕΛ στην Θεσσαλονίκη. Tο μυαλό μου είχε αρχίσει να μορφώνει διάφορες ιδές και αποφάσεις. Μιαν απόφαση ήταν να κόψω και τις τελευταίες κλωστές που κρατούσαν μέσα τον καιρό μου με την Π, στον βαθμό που ήταν δυνατό, καθώς σπουδάζαμε στους ίδιους χώρους και την απαντούσα τυχαία, αλλά συχνά. Δεν ανήκα στον κόσμο της, αυτό ήταν κατανοητό. Δεν έχασα είναι αλήθεια και πολλά, πέρα από έναν σχεδόν χρόνο χωρίς απτά αποτελέσματα στον ερωτικό τομέα. Έμαθα ότι ο έρωτας, οποιασδήποτε μορφής, ακόμα και «ανεκπλήρωτος», ακόμα και χωρίς κάποιο έντονο αίσθημα αγάπης για το αντικείμενό του, μπορεί να πονέσει. Έμαθα επίσης ότι εκτός από την απογοήτευση και απελπισία που δημιουργεί η παρατεταμένη έλλειψη θηλυκής συντροφιάς ή, στην περίπτωσή μου, η επ’ αόριστον παράταση της αγαμίας, γεννιέται ζήλια και φθόνος, ένα κοκτέιλ  που μπορεί να κλιμακωθεί σε υπαρξιακές αγωνίες. Τέλος όφειλα στον εαυτό μου να αναπτερώσω το ρημαγμένο ηθικό μου, να ανοίξω ξανά το φτερά μου, να ανανεώσω τις προσδοκίες μου για το δεύτερο έτος. Δεν είχα κλείσει ακόμα τα είκοσι μου χρόνια.

Πέρασαν περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν ξανασυναντήσω την Π και ανταλλάξω μιαν κουβέντα μαζί της. Ήταν στη δεύτερη επανένωση του έτους μας, σε μια συνεστίαση στην Θεσσαλονίκη τον Γενάρη του 2015, στην οποία αποφάσισα να συμμετέχω παρά κάποιες αρχικές επιφυλάξεις, που ως συνήθως πήγαζαν από την αντικοινωνικότητά μου. Στον απόηχο της μάζωξης, όταν έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής για το πατρικό σπιτικό και τους γέρικους γονείς, και την πιθανότητα να μη ξαναβρεθούμε ζωντανοί ξανά μη αμελητέα, ανταλλάξαμε μηνύματα και βρεθήκαμε στην ταράτσα του Electra Palace, όπου θα διανυκτέρευε, για ένα τελευταίο κρασί. Είχε διατηρήσει την γοητεία της. Το προκλητικό κούνημα των γοφών ήταν απαράλλακτο. Είχε εξελιχθεί σε μια επαγγελματικά «πιασμένη» και εύπορη επιχειρηματίας, από μιαν εταιρία που είχε δημιουργήσει. Πως να μην ήταν κάτι τέτοιο δυνατό, άλλωστε; Είχε καλές πλάτες στην τοπική και εθνική κοινωνία. Τον πλούτο και τις διασυνδέσεις της δεν τα έκρυβε. Οι επαγγελματικές της φιλοδοξίες είχαν λίγο-πολύ επιτευχθεί. Με μια βαριά, βραχνή, αντρική της φωνή από την ζωή καπνίσματος που ακολούθησε την αποφοίτηση, μου διηγήθηκε απολογητικά, σα να επιζητούσε συγχώρεση από κάποια μεγάλη παρεξήγηση, τα περιστατικά εκείνης εποχής, του Πάσχα του πρώτου έτους, που είχε παραχωθεί σε απρόσιτα βάθη της μνήμης μου. Μου μίλησε για την ζωή της με τον Κ, τον ανασφαλή, τον παθολογικά κτητικό άνθρωπο, το όμορφο «φτωχόπαιδο» του τόπου της, που την έσυρε σώνει-και-καλά να λογοδοθούν, να αρραβωνιαστούν, εκείνο το μοιραίο Πάσχα της ζωής της, μετά βαΐων και κλάδων, και τις οικογένειες τους να σμίγουν στο πατρικό της για αρραβώνες και επισημοποίηση του δεσμού. Πιέστηκε από το περιβάλλον της, παρασύρθηκε, μου είπε απολογητικά. Όλα έγιναν ασυνείδητα χωρίς πολύ σκέψη από τα εμπλεκόμενα μέρη για το μέλλον και που θα κατέληγε, χωρίς πολλήν έρευνα για την δυνητική συμπεριφορά του Κ ως σύζυγος. Επιζητούσε άραγε σιγουριά και θαλπωρή, αν και τόσο νέα, αν και υλιστικά εξασφαλισμένη; Ποιος ξέρει; Με ρώτησε αν της κρατούσα κακία για εκείνη την απόφασή της. Όχι. Καθόλου. Το είχα ξεπεράσει, μάλιστα το είχα ξεχάσει εντελώς εδώ και καιρό. Τώρα πλέον, χωρίς λόγο και αντικείμενο, η Π ξαναζωντάνευε εκείνες τις μέρες και τα περιστατικά που τις σημάδευαν με σχετικά μικρή σημασία για το ό,τι θα ακολουθούσε στη ζωή μας. Φαίνεται ότι μετά το φιάσκο του γάμου της με τον Κ, εκείνες οι μέρες, εκείνη η επιλογή απέκτησαν αναδρομικά σημασία. Οι εκ των υστέρων δικές μου σκέψεις μου έλεγαν ότι ίσως να με ευνόησε στην ζωή εκείνη της η απόφασή να με «απορρίψει» για τον Κ. Κανένα μέλλον δεν θα μπορούσε να είχε εγγυηθεί, καμιά βεβαιότητα δεν θα είχε εξασφαλιστεί κανέναν μας, αφού θα ικανοποιούσε κάποιες συγκεχυμένες και ανώριμες αισθηματικές παρορμήσεις και ορμές της περιόδου. Η απάντηση μου την ανακούφισε: «σήκωσα ένα μεγάλο βάρος από την ψυχή μου που το κουβαλούσε από τότε», είπε. Ανεξήγητα για μένα αισθήματα, που μάλλον υποδείκνυαν πίκρα και μεταμέλεια για μιαν απόφαση που οδήγησε τη ζωή της σε λάθος δρόμο. Συμβαίνει σε πολλούς. Η συζυγική ζωή με τον Κ κατάρρευσε στην δίνη της ωρίμανσης και της ρουτίνας της, όταν ο ανθρώπινος χαρακτήρας, τα κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, παγιώνονται, όταν ο άνθρωπος σκληραίνει, όταν τα ελαττώματα βγαίνουν στην επιφάνεια και εκδηλώνονται απροκάλυπτα, με μεγαλύτερη ένταση και θράσος. Ναι, αποδείχτηκε υπερβολικά, παθολογικά κτητικός, την υποβάθμισε σε ιδιοκτησία του, έγινε παρανοϊκός, βρήκε, όταν τα πάθη εξασθένισαν και τελικά μηδενίστηκαν, συντροφιά στο πιοτό. «Ίσως έγινε η αγάπη μίσος // ίσως έτσι είναι φυσικό…», όπως τραγουδούσε ο Καζαντζίδης. Μια κάθαρση της ψυχής της Π ήρθε τριάντα-τρία χρόνια από την δυαδική απόφαση του Πάσχα του 1982 στην Έδεσσα, στο δίλημμα ανάμεσα στον Κ και εμένα.

«Το παράπονο που είχα από σένα, Λ, είναι ότι ποτέ δεν με φίλησες…» Είχε αλήθεια η δήλωση αυτή και ειπώθηκε με έναν τρόπο που αν η συνθήκη αυτή εκπληρωνόταν τα πράγματα και οι ζωές μας ίσως έπαιρναν κάποιο διαφορετικό μονοπάτι. Σκέφτηκα ότι τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες  σπάνια θέτουν σε στερεή βάση τα θεμέλια μιας σχέσης ή επεκτείνουν την διάρκειά της, και εν τέλει επηρεάζουν σημαντικά τη ροή των πραγμάτων. Αλλά και όταν το επιτυγχάνουν, τίποτε δεν εγγυάται ότι οι άλλοι δρόμοι που ανοίγονται σε κάθε σταυροδρόμι οδηγούν σε μια καλύτερη ή χειρότερη ζωή σε σχέση με αυτόν που επιλέξαμε. Άλλωστε, δεν υπάρχει καλή ή κακή ζωή, per se, αφού αυτή η ζωή μετριέται από τον πλούτο, την ποσότητα και πυκνότητα των εμπειριών της -με την ποιότητά τους ως bonus, των συμβάντων και περιστατικών, από τους ανθρώπους και τόπους που γνωρίσαμε, την πολλαπλότητα των στιγμών που χαρήκαμε ή μας στεναχώρησαν, την ποικιλίας των αισθησιακών ερεθισμάτων, το εύρος του φάσματος των συναισθημάτων που μας κυρίευσαν. Η ποσοτική κυρίως απαρίθμηση των εμπειριών της ζωής ενέχει στοιχεία αντικειμενικότητας, έναντι μιας ποιοτικής και εν πολλοίς αφηρημένης εκτίμησης.

Στην κάθοδο από την ταράτσα δεν με κάλεσε στο δωμάτιό και το κρεβάτι της. Μέσα στην ζάλη μου από το κρασί έτρεφα κρυφές ελπίδες για μια πρόσκληση, που θα ολοκλήρωνε σε μια νύχτα, κάτι που έπαιζε στο μυαλό από την μέρα στο αμφιθέατρο που ανταλλάξαμε τις πρώτες κουβέντες και μετά την έβλεπα να απομακρύνεται «σεινάμενη και κουνάμενη». Τη φίλησα όμως για πρώτη και τελευταία φορά στο αυτοκίνητο, λίγο πριν αποχαιρετιστούμε. Δάκρυσα, περισσότερο εξαιτίας της νοσταλγίας που το ανασκάλεμα των νιάτων κάθε θνητού μιας περασμένης ηλικίας φέρνει. Ήταν η συναισθηματική κορυφή που η φιλία μερικών μηνών στο πρώτο έτος του Πανεπιστήμιου δεν κατάφερε να αγγίξει. Ξαναβρεθήκαμε μετά από βδομάδες για λίγες ώρες σ’ ένα wine bar του Paddington, σε μια από τις επισκέψεις της στο Λονδίνο για business, όπου με ένα μπουκάλι κρασί της συνόψισα τη δική μου ζωή μετά από εκείνα τα χρόνια. Εγώ ξανά παντρεμένος, εκείνη χωρισμένη, φαίνεται να στεναχωρήθηκε από την ενημέρωση, όπως εγώ όταν έμαθα για τον Κ της. Η σχέση μας στο ξεκίνημα της φοιτητικής ζωής έγινε τελικά μια υποσημείωση σ’ ένα κεφάλαιο που είχε ήδη γραφεί και κλείσει πολύ καιρό πριν. Αναλύσεις του παρελθόντος είναι, ως γνωστόν, ανώφελες. Αποχαιρετιστήκαμε χωρίς δάκρυ αυτήν την φορά και επιστρέψαμε στη διαύγεια του παρόντος και της καθημερινότητας -αυτού που μας απέμεινε να ζήσουμε.

Saturday, February 3, 2024

1 - Φοιτητικά: Πρώτες Μέρες

 Φοιτητής, λοιπόν, και μάλιστα με την βούλα του αριστούχου, του «πρώτου τη τάξει»! Στην κορυφή μιας ασήμαντης και χαλαρής και προσωρινής κάστας νέων, πρώτος ανάμεσα σε μια χούφτα πρώην συμμαθητών και συνομήλικων, πάντως υπεράνω της μαθητικής πλέμπας με χιλιάδες μόρια. Η Μάνα, σε κάθε ευκαιρία, δεν έπαυε να καυχιέται προς όλες τις κατευθύνσεις, σε γείτονες και φίλους, γνωστούς  και αγνώστους, εκείνη την «πρωτιά», επαναλαμβάνοντας παθολογικά δις και τρις τους μέγιστους βαθμούς της κλίμακας με τους οποίους και οι δύο εξεταστές βαθμολόγησαν το κάθε εξεταστέο μάθημα, όπως και τον τελικό μέσο όρο. Μια από τις διακαείς επιθυμίες στη ζωή της Μάνας επετεύχθη ή καλύτερα ένα τεράστιο βάρος άγχους και αγωνίας σηκώθηκε από την ψυχή της· παρόλο που εκείνη η «επιτυχία» δεν εγγυόταν έναν ανθόσπαρτο βίο για το παιδί της. Από την μεριά μου, την μονόχνοτη γωνιά ενός αθεράπευτα συνεσταλμένου, ένιωθα απέραντη ντροπή και αμηχανία: αυτό που οι Αγγλοσάξονες αναφέρουν ως embarrassment. Μια λέξη που δεν έχει την ακριβή αντίστοιχή της στα ελληνικά. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι Έλληνες δεν νιώθουν κάτι ανάλογο σε ανάλογες περιστάσεις προσωπικών επιτυχιών, όπως και αποτυχιών, ώστε μια τέτοια λέξη να είναι χρήσιμη στην καθημερινότητά τους.  

Το αίσθημα του embarrassment κορυφώθηκε με μιαν χωρίς ουσιαστικό νόημα και αποτέλεσμα, μάλλον ανόητη συνέντευξη στην τοπική εφημερίδα, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των «Πανελληνίων» και τις λίστες κατάταξης των επιτυχόντων.  Ένας νεαρός, άπειρος δημοσιογράφος (λογικό τέτοιες παιδαριώδεις συνεντεύξεις να ανατίθενται σε πρωτάρηδες της δημοσιογραφίας), μετά από ένα τηλεφώνημα που έφερε μιαν αναμενόμενη, αλλά ευχάριστη και καλοδεχούμενη αναστάτωση στους κόλπους της οικογένειας, μας επισκέφτηκε ένα πρωϊνό, συνοδευόμενος από έναν αμίλητο φωτογράφο, ο οποίος όρθιος σε μια γωνιά κοίταζε συνεχώς το ρολόι του. Θα προτιμούσε, σκέφτηκα, να τραβούσε φωτογραφίες σε κάποιο μείζον καλλιτεχνικό ή αθλητικό γεγονός. Στριμωχτήκαμε στο δωμάτιο μου, το δωμάτιο της βιβλιοθήκης με το τεράστιο γραφείο. Στο σημειωματάριο του είχε αραδιασμένες μερικές προκάτ ερωτήσεις για μένα, τον Πατέρα, ακόμα και τον Αδερφό, που τις διάβαζε μηχανικά καθώς κρατούσε μανιωδώς σημειώσεις, χωρίς να κοιτάει τον εκάστοτε συνεντευξιαζόμενο: «Ποιο είναι το αγαπημένο σου επιστημονικό αντικείμενο;», «Που χρωστάς την επιτυχία σου;» «Πως περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο;», την αποφευκτέα και ενοχλητική ερώτηση, που πάντα με δυσκόλευε να απαντήσω: «Τι μουσική ακούς;», κτλ.  Η Μάνα, αφού πρόσφερε πορτοκαλάδα και καφέ, που τα παιδιά αρνήθηκαν («Κυρία, θα κρατήσει μόλις λίγα λεπτάκια η συνέντευξη…») παρακολουθούσε χαμογελαστή και περήφανη από το κατώφλι της πόρτας. Δεν νομίζω ότι η οικογένεια είχε βρεθεί κάτω από το φως τέτοιας δημοσιότητας στο παρελθόν. Απάντησα στις ερωτήσεις με λίγα αυτοσχέδια λόγια και ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό, με την χαρακτηριστική συστολή και νευρικότητα.

Το αρθράκι, κάτω από μιαν φωτογραφία μου στον καναπέ δίπλα στον αδιάφορο Αδερφό, που το ύφος του δεν έκρυβε την απροθυμία του να χάνει τον χρόνο του εκεί μαζί μας, εμφανίστηκε μετά από λίγες μέρες στην τοπική εφημερίδα, με τα σχόλια μας ή, μάλλον, με άκομψα συρραμμένες παραγράφους με πληροφορίες από αυτές που έκαναν εντύπωση στον δημοσιογράφο ή και πρόλαβε να καταγράψει: για τον Καζαντζίδη, το Δημήτρη τον Χατζή, την λογοτεχνία και τα μαθηματικά, το σκάκι, και τ’ άλλα χόμπι, και τα εν γένει χαρακτηριστικά του προφίλ ενός στερημένου σπασίκλα (του «μεθοδικού», του «εργατικού», κ.ο.κ.), ο οποίος όμως ήθελε με κάθε τρόπο και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να αποβάλλει αυτήν την ταμπέλλα όσο τον δυνατό συντομότερα. Ο νεαρός δημοσιογράφος δεν παρέλειψε στο τέλος να παραθέσει verbatim τα σχόλια του Πατέρα, παρών και στο επίκεντρο καθόλη την διάρκεια της συνέντευξης: «Τον υποστήριξα, όπως κάθε Πατέρας όφειλε, αλλά χωρίς όμως να γίνομαι ‘υπερπροστατευτικός’»! Πως να του ήρθε στο μυαλό εκείνη η φράση, άραγε; Τι ήθελε ακριβώς να εκφράσει; Ότι ήταν μεν προστατευτικός, αλλά όχι υπερβολικά, ώστε να μην με εκθέσει ως βουτυρόπαιδο και σπασίκλα χωρίς δυναμισμό και βούληση; Το αίσθημα της αμηχανίας, το ψυχικό «ζόρι» που μου δημιουργούσε η ιδέα ότι θα βρισκόμουν παρά την θέλησή μου στο επίκεντρο της προσοχής πολλών, γνωστών και αγνώστων, με μια λέξη το embarrassment πέρασε καιρός για να την ξεπεράσω. Καλώς ή κακώς, καμιά αναφορά στο άρθρο για την συνεισφορά της Μάνας στο κατόρθωμα, αν και η ίδια στο περιθώριο της συνέντευξης δεν παρέλειψε να επαναλάβει τους στρογγυλούς βαθμούς μου στις εξετάσεις. Τουλάχιστον, η φωτογραφία μου έδειχνε έναν καλοφτιαγμένο νεαρό. Και πίστεψα ότι θα ασκούσε κάποιαν απήχηση στον μικρό θηλυκό πληθυσμό ανάμεσα στους μελλοντικούς μου συμφοιτητές, που σίγουρα θα έπαιρναν στα χέρια τους την εφημερίδα για να δουν και τα δικά τους ονόματα τυπωμένα ανάμεσα στις λίστες των επιτυχόντων. Ίσως η φωτογραφία να αποσπούσε πολλούς και από το περιεχόμενο του άρθρου, το οποίο σε πολλά σημεία του μου σήκωνε τις τρίχες – από το embarrassment βέβαια. Πέρασαν αρκετές βδομάδες μέχρις ότου οι εντυπώσεις από την συνέντευξη, από τις εικόνες και τα πολλά λόγια που συνόδευσαν την επιτυχία, από τα τηλεφωνήματα και επισκέψεις για συγχαρητήρια και επαίνους και «μπράβο», να εξασθενίσουν σε τέτοιο σημείο, ώστε η υπενθύμιση τους να πάψει να αναστατώνει την ψυχή ενός ντροπαλού νέου, να προκαλεί ζόρι στα σωθικά και κοκκίνισμα στο πρόσωπο.

Χαλάρωνα με την σκέψη ότι όλα αυτά μια μέρα σύντομα θα ξεχνιόταν, αν όχι από τον στενό οικογενειακό κύκλο, τουλάχιστον από μελλοντικούς φίλους και παρέες του φοιτητόκοσμου. Στην ζυγαριά της ψυχής το επερχόμενο συναρπαστικό μέλλον μιας ανέμελης φοιτητικής ζωής βάραινε περισσότερο από τις έγνοιες του «τι θα πουν» ή «τι σκέφτονται» οι άλλοι για μένα . Η προοπτική της ζωής εκείνης φώτιζε το νου να σχηματίζει καινούργια όνειρα, που θα έφερναν χαρές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερες από την πρωτιά στις εξετάσεις εισαγωγής. Βρισκόμουν στο κατώφλι ενός άλλου κόσμου πιο φωτεινού, πιο απλόχωρου, έξω και μακριά από τη σκοτεινή μοναξιά του δωματίου, των ανιαρών επαναλήψεων, τον καταναγκασμό της ρουτίνας του σχολείου, των ματαιωμένων ερωτικών φαντασιώσεων, μιας ζωής χωρίς καλούς φίλους· και, κυρίως, χωρίς κάποιο κορίτσι ν’ αγγίζω, να φιλάω, και να κάνουμε μαζί όλα εκείνα τα ακατονόμαστα πράγματα που μέχρι τότε έβλεπα ημιπαράνομα σε βρώμικες αίθουσες με κάθε λογής «ανώμαλους» ή εν πάση περιπτώσει σεξουαλικά καταπιεσμένους και κομπλεξικούς σαν και μένα.

Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που βιαζόμουν να περάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έλπιζα η νεοαποκτηθείσα ελευθερία και ένας σχεδόν απεριόριστος χρόνος στη διάθεση μου να τον χειριστώ, χωρίς διαβάσματα και το άγχος των εξετάσεων, θα επιτάχυνε το κύλισμα του χρόνου. Εκείνες οι καλοκαιρινές διακοπές, μετά από δυο χρόνια κοινωνικής και φυσικά ερωτικής ασιτίας, αποδείχτηκαν λησμονήσιμες. Με τον Δρ., τον φίλο-αποκούμπι ενός συναισθηματικά κενού χρόνου, τον οποίο για να τον γεμίσει κανείς επικαλείται το ρητό του «μη χείρον βέλτιστον», πήγαμε διακοπές για λίγες απερίγραπτες μέρες και μια τελευταία απέλπιδα αναζήτηση θηλυκής παρέας στο κάμπινγκ της Σκοτίνας με ένα μικρό, στενάχωρο αντίσκηνο και δυο sleeping-bags. Το κάμπινγκ, οι άνθρωποι και ό χώρος του, είχαν μεταμορφωθεί δραματικά από αυτό που θυμόμουν από τα τελευταία ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια, όταν ξεχείλιζε από παραθεριστές, πολλοί από τους οποίους έβαζαν μέσο για μιαν θέση δροσιάς κάτω από τον ήλιο και τα δέντρα του: τον παράδεισο των αθλοπαιδιών, της ποδηλατάδας, των βραδινών ντίσκο, και άλλων πειρασμών για μικρούς και μεγάλους, Από τον σταθμό του τραίνου και τα σακίδια μας περάσαμε χωρίς έλεγχο από την πύλη, χάριν σε κάποιο ψέμα του Δρ. στον αδιάφορο φύλακα, και στήσαμε το μικρό αντίσκηνο σε μια γωνιά του κάμπινγκ. Το περιβάλλον είχε εγκαταλειφθεί ασυντήρητο, είχε σχεδόν εξαθλιωθεί. Δεν πρόσφερε πλέον καμιά συγκίνηση, ούτε βέβαια σοβαρή προοπτική για ποθητές παρέες. Μετά από δυο διανυκτερεύσεις αϋπνίας και βρωμιάς, επισκεφτήκαμε τον πόντιο Ζ., πρώην συμμαθητή και κολλητό του Δρ., περπατώντας κατά μήκος της ακροθαλασσιάς -στο εξοχικό της οικογένειας του στην Λεπτοκαρυά. Ούτε εκεί θα γινόταν «δουλειά», παρά τα ξεροσταλιάσματα στο σταθμό του τρένου και την παραλία, παρά τα άνοστα παραμύθια που διηγούταν με θράσος ο Δρ. σε Ελληνίδες μαθήτριες ή σε ό,τι ελκυστικό θήλυ περνούσε δίπλα μας. Τελικά άρχισα να εκνευρίζομαι, πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου το καζίκι, το bullying, που υπέστην από τους δυο τους όταν μοιραζόμαστε το ίδιο θρανίο στην Δ΄ Δημοτικού. (Ξεχνιούνται τέτοιες εμπειρίες;) Θύμωσα με τον Δρ. για κάποια ασήμαντη αφορμή, πείσμωσα,  και με μια φτηνή δικαιολογία που σκαρφίστηκα, πιο πολύ για να μην στενοχωρήσω τον οικοδεσπότη, γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα μετρούσα τις μέρες διακοπών που απέμειναν, με λίγο διάβασμα, και αρκετό σουλατσάρισμα: στην παραλία, στο Βαρδάρη, σε σινεμά. Και με impromptu επισκέψεις στο έρημο ακόμα από φοιτητές Πολυτεχνείο, το οποίο με τους άλλους «επιτυχόντες», αρκετοί ανάμεσά τους πρώην συμμαθητές, μας περίμενε για να σπουδάσουμε αυτό που πολλοί συνειδητά ή ασυνείδητα προτιμήσαμε και χρειαζόμασταν ως πυξίδα καριέρας. Αυτή η τελευταία, όμως, θα μπορούσε να περιμένει μερικά χρόνια ακόμη πριν μας απασχολήσει σοβαρά.   

Η πρώτη μέρα του Πανεπιστήμιου, η μέρα της εγγραφής, έφτασε. Προηγήθηκαν πέρα-δώθε στις πτέρυγες και τους διαδρόμους του Πολυτεχνείου, με τους τοίχους καλυμμένους από πανό και αφίσες και συνθήματα, κρατώντας κάποια απόσταση από τα τραπεζάκια των παρατάξεων, ρίχνοντας κρυφές ματιές στα άδεια αμφιθέατρα και τις αίθουσες διδασκαλίας, κοντοστέκοντας στο κυλικείο με τους καφέδες και τις τυρόπιτες, από όπου κάθε περιήγηση ξεκινούσε και κατέληγε. Κι επιτέλους, ξεκίνησαν οι πρώτες ώρες διδασκαλίας. Τα αμφιθέατρα και οι αίθουσες της σχολής βούιζαν τα λεπτά πριν την εμφάνιση του διδάσκοντα, κατάμεστες από εκατό-πενήντα και παραπάνω πρωτοετείς, οι περισσότεροι άγουροι και ψαρωμένοι, που αντιμετώπιζαν το πανεπιστήμιο με μεγάλες προσδοκίες και κάποιο δέος σαν το θεόρατο βουνό που θα σκαρφάλωναν στην κορυφή του. Στις αίθουσες, στρυμωγμένοι δυο και τρείς πίσω από κάτι χοντροκομμένα σχεδιαστήρια μηχανικών, μερικοί όρθιοι κοντά στην πίσω πόρτα. Με την είσοδο του διδάσκοντα στην αίθουσα, το «ακαδημαϊκό δεκαπεντάλεπτο» μετά την προκαθορισμένη ώρα, επικράτησε ησυχία. Και εκείνο το πρώτο μάθημα, το παρακολουθήσαμε όλοι με προσοχή, είτε από γνήσιο ενδιαφέρον (ήταν για πολλούς η επιστήμη που διάλεξαν!), είτε από περιέργεια, είτε για κοινωνικότητα και γνωριμίες. Οι πλέον επιμελείς και τα λίγα κορίτσια του έτους ανάμεσα τους είχαν καταλάβει τα πρώτα θρανία, εφοδιασμένοι με σημειωματάρια, μερικοί με δερμάτινους χαρτοφύλακες (δώρα πιθανόν για την επιτυχία, και ως επίδειξη του νεοαποκτηθέντος status των δυνάμει μηχανικών) και επιστράτευαν όρεξη και αυτοσυγκέντρωση να ακούνε και κρατούν σημειώσεις παρά τον συνωστισμό στα μετόπισθεν. Επικρατούσε ησυχία, τάξη, πειθαρχία και σεβασμός προς τον διδάσκοντα, παρά τη μεγάλη μάζα των φοιτητών σε μια αίθουσα σχεδιασμένη για πολύ μικρότερο αριθμό ακροατών. Σε αντιδιαστολή με το ορμονικό μπάχαλο των τελευταίων χρόνων στο Λύκειο.

Από τη γωνιά που καθόμουν μετρούσα τα κορίτσια στο έτος μου. Δεν ήταν πολλά. Κάτι αναμενόμενο. Αν ήταν δυνατόν μια άχαρη πολυτεχνική σχολή, στόχος κυρίως από σπασίκλες ή καλοαναθρεμμένους άρρενες σαν και μένα να συμπεριλαμβάνει ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών στις τάξεις της! Τα στερεότυπα περί των σπουδών σε σχολές του Πολυτεχνείου -πλην ίσως της καλλιτεχνικής και κουλτουριάρας Αρχιτεκτονικής, ότι δήθεν αυτές οι σχολές ταίριαζαν ή προορίζονταν περισσότερο για τον ανδρικό πληθυσμό της χώρας με τα «θετικά» μυαλά ίσχυαν εν πολλοίς ακόμα. Οι χαριτωμένες κι ελκυστικές κοπέλες ανάμεσά τους ήταν ακόμα λιγότερες, οι πραγματικά όμορφες ελάχιστες, μια ή δυο το πολύ! Αν ήθελα να ολοκληρωθώ ως άντρας θα έπρεπε να κοινωνικοποιηθώ και δικτυωθώ άμεσα, να ξεπεράσω τα όρια του έτους, της σχολής, των αμφιθεάτρων, ακόμα και του γεμάτου ζωή και φωνές και γέλια κυλικείου. Ο ανταγωνισμός για ταίρι θα ήταν έντονος. Πίστευα ότι διέθετα μερικά συγκριτικά ατού, αλλά όχι τα σημαντικότερα για την ικανοποίηση της επιτακτικής ανάγκης: λέγειν και αυτοπεποίθηση.