Tuesday, October 24, 2023

Εφηβικά 6 - ...και Συμμαθητές

Και μπροστά στον θίασο των καθηγητών, των πρωταγωνιστών και κομπάρσων ανάμεσά τους που ανεβοκατέβαιναν την έδρα, κάθονταν το ακροατήριο τους σε διακριτά στρώματα: η μαθητική αριστοκρατία των «αριστούχων», η γενικά πειθαρχημένη και επιμελής, συνήθως αδιάφορη μάζα των μεσαίων, των μέτριων, των «αρκετά καλών» και «καλών» και μερικών «πολύ καλών», ένα μικρό στρώμα ανεπίδεκτων και πτωχών τω πνεύματι, και μια λούμπεν γαλαρία απείθαρχων και ταραχοποιών. Φιλίες, ιδιαίτερα ανάμεσα στα μέλη της δεύτερης κατηγορίας, του μεσαίου στρώματος της τάξης, υπήρχαν και στέριωναν -σε πάρτι, σε ντίσκο και καφετέριες, σε ομάδες αθλοπαιδιών, σε ραντεβουδάκια γύρω από γυμνάσια θηλέων ή σε τσάρκες σε σκοτεινά μέρη της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη κατηγορία των όντως ή δυνάμει αριστούχων, που συνήθως καθοδηγούνταν από «φωτισμένους» γονείς, γινόταν, όσο πλησίαζαν οι εισαγωγικές για το πανεπιστήμιο, ολοένα και πιο στεγανή από την υπόλοιπη τάξη και σχολείο. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκα κι εγώ· από την πρώτη, μέχρι την τελευταία μέρα του σχολείου.

Με τον παιδικό φίλο μου, τον Κωστάκη, καταλήξαμε σε διαφορετικά γυμνάσια και χαθήκαμε. Με την είσοδο στο Γυμνάσιο τα παιχνίδια της γειτονιάς που μας συνέπαιρναν στα παιδικά μας χρόνια είχαν τελειώσει οριστικά και αμετάκλητα. Έμειναν οι σποραδικές επισκέψεις στο γήπεδο του Άρη και, αργότερα όταν ο Άρης μεσουράνησε στο μπάσκετ, στο «Palais de Sport», που και αυτές με τον καιρό αραίωσαν, μέχρις ότου η στενότερη φιλία των παιδικών μου χρόνων έσβησε. Με άλλα παιδιά από το δημοτικό σχολείο, σαν τον διπλανό στο θρανίο μου Ζ. ή τον Δημ. που με καλούσαν συχνά σπίτι τους και ευχαριστιόμουν στην παρέα τους, βρεθήκαμε στο ίδιο γυμνάσιο, με μερικούς στις ίδιες τάξεις. Αλλά κι αυτές οι περιστασιακές και χαλαρές φιλίες σταδιακά εξασθένισαν. Έφταιγε η ταμπέλα του «σπασίκλα» που εκ των πραγμάτων μου απονεμήθηκε, έφταιγε η καταναγκαστική και υπερβολική αφοσίωση -κάτω από έντονη γονική πίεση- στις σπουδές, η εστίαση σε απώτερα ακαδημαϊκά ιδανικά, κι ένα αδιευκρίνιστα ευτυχές μέλλον. Απομακρύνθηκα από ανθρώπους που είτε δεν ενδιαφέρονταν τόσο για το δικό τους μέλλον, είτε το είχαν εξασφαλισμένο, είτε, το πιο πιθανό, απλά κατάφερναν να ισορροπήσουν τη μελέτη και τις σπουδές με εξωσχολικές δραστηριότητες και μια κοινωνική ζωή.  

Ο Ηλ., που στα χρόνια του Λυκείου μοιραζόμασταν το ίδιο μπροστινό θρανίο, δεν έγινε ποτέ πραγματικός φίλος. Με σεβόταν ως ξύπνιο και μελετηρό, τον βοηθούσα σε διαγωνίσματα και άλλα σχολικά ερωτήματα, ακόμα και με αδικαιολόγητες απουσίες ως απουσιολόγος, καμιά φορά παίζαμε μπάσκετ στο τέλος του σχολείου ή στο Ποσειδώνιο τα Σαββατοκύριακα. Σπανιότερα με καλούσε να συμμετάσχω σε αγώνες ποδοσφαίρου με την ομάδα του ή κάποια ομάδα σε πάρκα και αλάνες, αργότερα στο Παπάφειο και το γήπεδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου -ίσως γιατί εκτιμούσε κάποιο μικρό ταλέντο που έδειχνα στην μπάλα, ίσως γιατί έπρεπε να συμπληρώσουν μιαν ενδεκάδα. Αλλά ο Ηλ. ήταν διαφορετικής πάστας παιδί. Είχε έναν ευρύ κύκλο ενδιαφερόντων: σπορ με τους πλέον αθλητικούς τύπους του σχολείου -ο ίδιος με αθλητικό σώμα και κορμοστασιά, πάρτι, ντισκοτέκ, κορίτσια… κυρίως κορίτσια. Επιπλέον, συναναστρεφόταν με τους δυο-τρεις bullies της τάξης, που οι σχετικά πρώιμες επιτυχίες που είχαν (πάλι με κορίτσια!) τους επέτρεπαν σε κάθε ευκαιρία να κάνουν κάζο στον «σπασίκλα»: δεν τον είχαν δει ποτέ παρέα με κορίτσια και τον πείραζαν για τα εμφανή σημάδια ορμονικών αλλαγών και αυνανισμού στο πρόσωπό του –τα «καυλόσπυρα», που εμφατικά λέγανε .

Το αντικείμενο του πόθου και πρωταγωνίστρια των πρώτων φαντασιώσεων μου στην τελευταία τάξη του Δημοτικού, η Κική, χάθηκε σε κάποιο Γυμνάσιο Θηλέων που την υποδέχτηκε. Το όμορφο συνομήλικο κορίτσι της Γαμβέτα, της πολυκατοικίας παραδίπλα μας, που πετύχαινα συχνά στον δρόμο μου από το Γυμνάσιο, αλλά ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να πειράξω και να μιλήσω, έγινε το νέο πάθος της φαντασίας μου, ο νέος εφηβικός πόθος μου. Είχε ένα ωραίο όνομα: Βίκυ. Χωρίς θάρρος και την χάρη του λέγειν, κατέφυγα σε ανόητες ενέργειες, που απίθανο να είχαν κάποιο αποτέλεσμα να γνωριστούμε και να κάνουμε παρέα. Βρήκα το επίθετό της στο θυροτηλέφωνο της πολυκατοικίας της, το τηλέφωνο της από τον κατάλογο και έπαιρνα τηλέφωνα· δειλός, ανώνυμος, αμίλητος, κρατώντας ακόμα και την ανάσα μου, έβαζα κομμάτια μουσικής από το κασετόφωνο δίπλα μου: τραγούδια των Beatles, αλλά και των Rolling Stones και Deep Purple (που νόμιζα, ο άσχετος, ότι ήταν το Beatles , μέχρι που ο Ηλ. με το γνώριμο υπεροπτικό και περιπαιχτικό ύφος του σχετικού γνώστη διόρθωσε την ασχετοσύνη μου στην μοντέρνα ξένη μουσική). Η Βίκυ τα άκουγε για λίγο και μετά έκλεινε το τηλέφωνό της. Μια φορά μου μίλησε: «Μου βάζεις ωραία τραγούδια… Γιατί δεν μου μιλάς; Πως σε λένε;» Την ντροπή μου δεν κατάφερα ακόμη και τότε να ξεπεράσω! Δεν βρήκα τα λόγια ή και αν τα έβρισκα θα πρόδιδα το τεράστιο έλλειμμα αυτοπεποίθησης. Θα υπήρχε και άλλη φορά, μια ακόμα ευκαιρία, σκεφτόμουν παρηγορητικά. Ή θα αναγνώριζε το αμίλητο παιδί που της έβαζε τραγούδια στο βλέμμα μου όταν συναντούσε το δικό της τις φορές που οι διαδρομές μας διασταυρώνονταν στην Γαμβέτα. Δεν υπήρξαν άλλες ευκαιρίες. Η Βίκυ παρέμεινε ένας από τους πολλούς, μακρινούς ανεκπλήρωτους εφηβικούς πόθους που τελικά βρήκε μιαν άδοξη ματαίωση.

Τα σαββατοκύριακα έγιναν μοναχικά, ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο και τον εαυτό μου. Οι παρέες των ενήλικων για εφήβους είναι κουραστικές και ανεπιθύμητες. Στα οικογενειακά γεύματα του νονού και της νονάς τα μεσημέρια της Κυριακής καθόμουν αμίλητος και μουτρωμένος. Άλλοι συμμαθητές μαζεύονταν σε στέκια, καφετέριες, ακόμα και σε σπίτια όταν οι γονείς έλειπαν, πολλοί σε κάποια ντισκοτέκ όπως η Figaro ή η Palladium, ονόματα που έπιανε το αυτί σε συζητήσεις στα διαλείμματα, ή σε κάποιο σύλλογο για σπορ. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, όσο η δίψα για παρέα και διεξόδους μεγάλωνε και το σώμα κέρδιζε μερικά εκατοστά ποθητού ύψους, τόσο, δυστυχώς, μεγάλωνε και το βάρος από την δουλειά για το σχολείο και τις τελικές εξετάσεις, τόσο μειωνόταν ο χρόνος έξω από το σχολείο, το φροντιστήριο και το σπίτι. Μόνον στον τελευταίο χρόνο του σχολείου, όταν η αγριάδα και ασχήμια της εφηβείας είχε υποχωρήσει, η ατημελησία είχε δώσει τη θέση της στο ενδιαφέρον για την εμφάνιση, την «κοκέτα» που έλεγε η γιαγιά, όταν το αγόρι με το άσχημο χνούδι πάνω από τα χείλος, τα σπυριά, την άγαρμπη φωνή, μετατρεπόταν σε καλοφτιαγμένο και εμφανίσιμο νέο, προσκαλέστηκα (επιτέλους!) στο ένα και μοναδικό πάρτι στη διάρκεια των έξι χρόνων του σχολείου: στο πάρτι γενεθλίων των δίδυμων αδερφών Καραβ. που ο στρουμπουλότερος των δύο, ο Βασίλης, ο πάντα χαμογελαστός και καλοπροαίρετος, συχνά με αποκαλούσε «ωραίο άνδρα». Για την πρόσκληση, πρέπει να μεσολάβησε κι ο παλιός φίλος από το Δημοτικό, ο Ζ., ίσως και ο χοντρός Καρ. που συχνά με περιτριγύριζε και καλούσε στο φτωχό διαμέρισμά της οικογένειας του για να τον βοηθήσω στα γράμματα· είχαν και οι δασκάλες μανάδες μας κάποια σχέση γνωριμίας. Σε εκείνο το αξέχαστο, παρθενικό πάρτι-σταθμό της εφηβείας, χόρεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεκαεπτά χρονών παιδί, στους ήχους κάποιου μπλουζ με ένα κορίτσι. Το λίγο διαθέσιμο αλκοόλ, για το οποίο ο Ζ. είχε μεριμνήσει, ανακατεμένο με κόκα-κόλα, είχε καταπραΰνει τα νεύρα μου, χαλαρώσει τις συστολές μου. Στο τέλος του χορού και του πάρτι ένιωσα μιαν ανακούφιση, ίσως και λίγη ευτυχία για την ασήμαντη κατάκτηση: την ικανοποίηση που νιώθει κανείς όταν ανεβαίνει ένα σκαλί στην ενηλικίωση. Υπήρχαν όντως κι άλλα πράγματα στην ζωή ενός εφήβου, πρωτόγνωρα για μένα εκείνη την βραδιά, πέρα από τα γράμματα και την αφοσίωση στο «χτίσιμο» ενός αφηρημένου μέλλοντος.  Ήταν όμως σε κείνο το πάρτι που ανακάλυψα στο αλκοόλ ένα γιατρικό για την ντροπή και α-κοινωνικότητα μου.

Ήταν μια αναλαμπή χωρίς προηγούμενο και επόμενο στα χρόνια του σχολείου. Το αποκούμπι στα μελαγχολικά σαββατόβραδα ανάπαυλας από την μελέτη, προς αναζήτηση κάποιου φλερτ, κάποιου χαριτωμένου κοριτσιού να μιλήσω, να αγγίξω, ακόμα και να φιλήσω, στις σπάνιες εξόδους στα πάρκα και τις καφετέριες, έγινε ο άσπονδος συμμαθητής από το Δημοτικό σχολείο, ο διπλανός του θρανίου και ο προσωπικός bully μου της 4ης Δημοτικού, ο αντίζηλος για την καρδιά της Κικής, αυτός που χαστούκισα συγχυσμένος στο τέλος μιας μέρας του σχολείου και χειροκροτήθηκα από τους αυτόπτες μάρτυρες: ο γενικά αντιπαθής από πολλούς στην τάξη, ο Γιάννης ο Δραγ. Ίσως, να έγινα κι εγώ, ως ωραιότερος κι εξυπνότερος από τους δύο, και το δικό του αποκούμπι σε χρονιές στερημένες από χτυποκάρδια. Δεν είχαμε τίποτε κοινό με τον Δραγ., πέρα από τους κρυφούς διακαείς πόθους της εφηβείας. Ήταν ψηλότερος στο ανάστημα από μένα, ογκωδέστερος, αλλά με αγύμναστο κορμί και στενούς ώμους. Ένα μικρό σωσίβιο γύρω από την κοιλιά του είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται. Είχε σγουρά ακατάστατα μαλλιά και ευκίνητα καστανά μάτια, που πιο πολύ μαρτυρούσαν κουτοπονηριά και καπατσοσύνη παρά εξυπνάδα. Δεξιά κι αριστερά της μεγάλης και γαμψής μύτης υπήρχαν δυο αυλάκια σαν αυτά που σχηματίζονται από εκφράσεις αηδίας και απέχθειας ή αντίδραση σε κάτι ξινό. Ο αθλητισμός και το σπορ, με εξαίρεση ίσως τα ράλι αυτοκινήτων, δεν τον ενδιάφεραν. Ούτε και μένα ενδιέφεραν τα αυτοκίνητα και οι μηχανές και οι προδιαγραφές τους για τα οποία συζητούσαν με τις ώρες με τον πραγματικά κολλητό του, τον Ζελ. Με την συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας και οι δυο τους έσπευσαν να βγάλουν δίπλωμα οδήγησης, και να σπινάρουν μεταμεσονύκτια στις ασφάλτους της πόλης τα οικογενειακά αυτοκίνητα των πατεράδων του, ονειρευόμενοι Ferrari, Porsche, κτλ.

Ίνδαλμα του ήταν ο αυστηρός πατέρας του, εισαγωγέας και έμπορος υφασμάτων. Είχε, κατά τον Γιάννη, βγάλει το «πανεπιστήμιο της ζωής» κι έστησε το εμπορικό του μαγαζί, με ράφια από τόπια και μεγάλα τραπέζια για μετρήματα και κοψίματα, σε ένα πατάρι της Βαλαωρίτου. Το δούλευε μόνος με την βοήθεια των γιων του και στεκόταν όρθιος στην πιάτσα των εμπόρων και της αγοράς παρά τις διακυμάνσεις και τις υφέσεις της. Τον Γιάννη, τον πρωτότοκό του γιο, τον εκπαίδευε και προόριζε ως αδιαμφισβήτητο κληρονόμο και διάδοχο στην εμπορία υφασμάτων. Αλλά, όπως πάντα έλεγε, ένα πτυχίο να έπαιρνε το παιδί καλό θα ήταν, διότι όπως λέει ο λαός -και το επαναλάμβανε ο Γιάννης: «Μάθε τέχνη κι ασ’ τηνε…» Τελικά, με ένα ξινισμένο πρόσωπο και βλέμμα που γενικά έδειχνε μειωμένη αντίληψη και δυσκολία κατανόησης, ερχόταν μαζί μου στο φροντιστήριο που ο Πατέρας είχε επιλέξει, ξεφυσώντας και μουρμουρίζοντας στη διάρκεια των παραδόσεων. Δεν του «έκαναν» πολλοί από τους καθηγητές και την διδασκαλία τους. Δεν καταλάβαινε πολλά και απέδωσε την αποτυχία στην πρώτη χρονιά των εξετάσεων στο φροντιστήριο στο οποίο με ακολούθησε ελπίζοντας σε θαύματα. Άλλαξε φροντιστήριο χωρίς απτά αποτελέσματα, απέτυχε στις εισαγωγικές του πανεπιστήμιου, πήγε φαντάρος και τελικά ακολούθησε την από νωρίς προδιαγραμμένη καριέρα στο εμπόριο υφασμάτων. 

Αν εγώ είχα μιαν σχετική ομορφιά και αρκετό μυαλό, αυτός είχε το θάρρος και το θράσος με τα κορίτσια, μιαν ευχέρεια στο να ξεστομίζει εξυπνάδες -εξαιτίας μιας πάνω από τον μέσο όρο αίσθησης του χιούμορ. Έτσι, τον ακολουθούσα σε βραδινές τσάρκες μετά το σχολείο και τα σαββατόβραδα, στην παραλία, στις καφετέριες της Βασιλίσσης Όλγας, ακόμα και σε μπουρδελότσαρκες στον Βαρδάρη. Η ανικανοποίητη λαχτάρα για κορίτσια και τον έρωτά τους, αυτή η ενστικτώδης βιολογική έλξη που το άλλο φύλο ασκεί από τα παιδικά χρόνια μέχρι τα γεράματα, μας έφερε μαζί εκείνα τα χρόνια των ασήκωτων ορμών, μας έσπρωχνε σε τέτοια μέρη, μας οδήγησε σε πράξεις που ακόμα η θύμησή τους σηκώνει τρίχες.

Τον πρώτο καιρό, στο τέλος του απογευματινού σχολείου τους χειμώνες που βράδιαζε νωρίς, κοντοστεκόμαστε στο περίπτερο της Βασιλίσσης Όλγας μπροστά από την στοά του Ράδιο Σίτυ για να χαζέψουμε, ακόμα και να ξεφυλλίσουμε όσο διακριτικά γινόταν, τα πορνοπεριοδικά, που ο γερό-περιπτεράς είχε κρεμασμένα με μανταλάκια από τη μια πλευρά του περιπτέρου. Περνούσαμε απαρατήρητοι -έτσι νομίζαμε· ο περιπτεράς ήταν αθέατος πίσω από την πραγματεία του ή απασχολημένος με πελάτες. Δεν αργήσαμε να βρούμε το θάρρος και να συνεργαστούμε, ο ένας με το νου του στον περιπτερά και τους περαστικούς διαβάτες, ο άλλος με την επιδεξιότητα και ψυχραιμία πορτοφολάδων, να ξεκρεμάσει και κλέψει τα πιο τολμηρά από εκείνα τα περιοδικά. Δυο φορές καταφέραμε και απολαύσαμε εικόνες γυμνών θελκτικών γυναικείων κορμιών που στερούμασταν στις γυαλιστερές σελίδες τους. Την τρίτη φορά, ενώ είχα καταφέρει να ξεγλιστρήσω το κρεμασμένο περιοδικό από το μανταλάκι του, και ψύχραιμοι είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε με το περιοδικό διπλωμένο παραμάσχαλα, είδαμε όχι τον γνώριμο γερο-περιπτερά αλλά έναν νέο άντρα να βγαίνει μέσα από το περίπτερο με άγριες διαθέσεις και να τρέχει απειλητικά προς το μέρος μας. Πέταξα το περιοδικό πίσω μου, το βάλαμε πανικόβλητοι στα πόδια, ο Δραγ. κατά μήκος της Βασιλίσσης Όλγας, εγώ προς τη μεριά της στοάς και την Παρασκευοπούλου. Το σκοτάδι του χειμωνιάτικου δειλινού και τα πόδια μας γλίτωσαν και εκείνη η απόπειρα κλοπής πορνοπεριοδικού θα ήταν η τελευταία. Το πάθημα, όπως και άλλα εκείνης της περιόδου, είχε γίνει μάθημα. Κάτι τέτοια επεισόδια διδάσκουν αρκετά χρήσιμα μαθήματα ζωής.

Σε μιαν άλλη βόλτα στο δρόμο για το Λούνα Παρκ της Σαλαμίνας, με τον Δραγ., τον Ζ. και δυο-τρεις άλλους, ξεπέρασα ξανά από ένα ανεξέλεγκτο σεξουαλικό ένστικτο ηθικές νόρμες και φραγμούς· πιο πολύ για να δείξω στην παρέα, πίσω από την ασφάλεια της ανωνυμίας που παρέχει μιαν αγέλη από νεαρούς, όπως γενικά και κάθε όχλος, ότι δεν «κωλώνω» με κορίτσια, ότι ήμουν «έτοιμος» άντρας. Και μιας κοπέλας, που ερχόταν προς το μέρος μας από την άλλη κατεύθυνση, ζούληξα το στήθος -αισχρά και ανενδοίαστα, κάτω από επιφωνήματα έκπληξης και τα χαχανητά των μελών της παρέας μου, όχι όμως και τις επιδοκιμασίες που περίμενα, γιατί είχα ξεπεράσει ακόμα και τους πιο χαλαρούς κανόνες συμπεριφοράς. Ποιος θα περίμενε κάτι τέτοιο από μένα; Ήμουν και φάνηκα στην ομήγυρη τόσο «πεινασμένος»; Η κοπέλα με έβρισε, με χτύπησε με το τσαντάκι της και απομακρύνθηκε, εγώ χαζογέλασα. Μέσα μου το αίσθημα ότι «κάτι έκανα» ή «κάτι έδειξα» στην ομήγυρη ή ακόμα κάτι μικρό κατάκτησα στην πορεία της ενηλικίωσης γρήγορα διαδέχτηκε από το ασήκωτο βάρος της ντροπής ενός σεξουαλικά στερημένου που ξεπέρασε κάθε ενός θρασύδειλου, δήθεν μάγκα. Ένα μικρό κομμάτι εκείνης της ντροπής ακόμα κουβαλάω, ενώ οι άλλοι παρευρισκόμενοι, όπως εύχομαι και η κοπέλα, θύμα σοβαρής σεξουαλικής παρενόχλησης εκ μέρους μου, το έχουν ξεχάσει.  

Υπήρχαν και πιο ευχάριστες αναμνήσεις από τις τσάρκες με τον Δραγ. Όπως ένα βράδι σε κάποιο παγκάκι της παραλίας, που το θάρρος του και η κουβεντούλα που άρχισε αυθόρμητα με δυο κορίτσια που καθίσαμε δίπλα τους σχεδόν απέδωσε καρπούς. Μια από τις κοπέλες μου έκανε, στου λόγου μου που καθόμουν αμίλητος κι άκουγα αδιάφορος το «καμάκι» του Δραγ., ένα quasi κομπλιμέντο : «Εσύ έχεις ωραία μάτια, αλλά μικρά...» Στο ραντεβού που συμφώνησε ο Δραγ. για το επόμενο βράδι στο ίδιο παγκάκι τα κορίτσια δεν εμφανίστηκαν. Πέρασα μερικές ακόμα φορές μόνος από εκείνο το σημείο με την ελπίδα μιας δεύτερης συνάντησης και το κομπλιμέντο του κοριτσιού κολλημένο στο νου μου. Μάταια.

Στην Λεπτοκαρυά ένα καλοκαίρι, το μοναδικό διακοπών με τον Γιάννη, καλεσμένοι στο εξοχικό του Ζελ. μετά από λίγες μέρες κακομοιριάς σε μια σκηνούλα στη Σκοτίνα, το «καμάκι» του Δραγ. αποδείχτηκε και πάλι ατελέσφορο, αν και διασκεδαστικό. Καθισμένοι στο σταθμό στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού με σύστησε σε μιαν παρέα κοριτσιών ως «Άγγλο» τουρίστα, που ήθελε βοήθεια για να προσανατολιστεί και να βρει κάπου να μείνει το βράδι. Οι συστάσεις μου επέτρεψαν να ανοίξω μια σπάνια συζήτηση (στα Αγγλικά με εφόδια τα χρόνια στο φροντιστήριο της Φλέμινγκ, οπλισμένος με το ‘Lower του Michigan’) με την πλέον αθώα και γοητευτική από τα κορίτσια της παρέας. Ήταν, ως κακοσχεδιασμένο αστείο, εξαρχής προδιαγραμμένο θα οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αλλά γελάσαμε, και ικανοποιήθηκα που ξεπέρασα, με πιο αξιοπρεπή τρόπο αυτήν την φορά, τα εμπόδια από τις συστολές μου.

Μετά από τόσο χρόνια στέρησης σεξουαλικών επαφών ο Δραγ. τελικά προσελκύστηκε από τα κόκκινα φώτα του Βαρδάρη και των Λαδάδικων, πιθανόν και με παρότρυνση του πατέρα του. Δυο ή τρεις φορές με έσυρε μαζί του σε κείνα τα μέρη, με τα σπίτια τα βρώμικα και κόκκινα και μαγικά, σκιές σκυμμένων φαντάρων και αγροτών, που το πέρασμα μπροστά από τις ανοιχτές πόρτες με το φωτάκι δυνάμωναν τους χτύπους της καρδιάς από κάποια προσδοκία. Ο  Δραγ. είχε ξεπεράσει εύκολα κάθε δισταγμό ή μπορεί και να μην είχε δισταγμούς και αναστολές. Απέκτησε με τον καιρό πείρα και το «κολλάει» των επισκέψεων στα μπουρδέλα της πόλης. Εγώ, από την μεριά μου, το κατώφλι εκείνων των σπιτιών που η σκέψη των όσων θα μπορούσαν να συμβούν μέσα τους με τραβούσε, όσο και αναστάτωνε, δεν βρήκα το θάρρος να διαβώ. Έτσι, η εφηβική μου ηλικία θα είχε μια άδοξη, στείρα κατάληξη σε έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της.

Sunday, October 8, 2023

Εφηβικά 5 - Δάσκαλοι… (Λύκειο)

Στο Λύκειο, κι όσο μεγαλώναμε σε ατίθασους και οξύθυμους, «ασήκωτους» και βλοσυρούς έφηβους, με ορμές, εκνευρισμούς, θυμούς, πείσματα και μουλαρώματα και τα άλλα παρελκόμενα των ορμονικών αλλαγών της ηλικίας, το καστ του θιάσου των καθηγητών άλλαζε. Τη φιλολογική μας μόρφωση ανέλαβε ένας αυστηρός γκριζομάλλης πόντιος, ο κ. Τεκ.  που καυστικά χωρατά περί των πολιτικών και αθλητικών τεκταινόμενων της χώρας προκαλούσε αρκετό γέλιο στην τάξη για να καταπραΰνει τα πνεύματα και επιβάλει ησυχία στην τάξη. Με μια φυσιογνωμία που δεν γελούσε με τα δικά του αστεία, όπως οι πλέον πετυχημένοι κωμωδοί της πίστας, η ένταση της φωνής και οι συχνά απρόβλεπτες θυμωμένες αντιδράσεις του στις λίγες παρεκτροπές της τάξης, είχαν σπείρει μια μικρή δόση φόβου, ακόμα και στις ψυχές των πλέων άτακτων ανάμεσά μας.

O κ. Τεκ. συνδέθηκε με ένα επεισόδιο που κορύφωσε μέσα μου τα συναισθήματα του φόβου και της ντροπής στα χρόνια του Λυκείου.  Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πριν την σχόλασμα, έγραψα με έναν μαρκαδόρο στο θρανίο κάτι υβριστικές φράσεις με στόχο (ποιον άλλον;) τον Ηλ. και αφορμή δεν ξέρω ποια, αλλά αφορμή που από μια άποψη θα δικαιολογούσε τέτοιο υβρεολόγιο· σε μια περίοδο που το bullying έδινε και έπαιρνε στις αίθουσες και το προαύλιο, και γινόμουν συχνά ο στόχος προσβλητικών αστείων και σχολίων, από τον Ηλ. και κυρίως την παρέα του. Το άλλο πρωί ο κ. Τεκ., μπροστά σε μια τάξη που είχε παγώσει και βυθιστεί σε μιαν απόλυτη σιωπή από το συννεφιασμένο πρόσωπο και ασυνήθιστα οργισμένο ύφος του, διάβασε από ένα χαρτάκι που κρατούσε τις βωμολοχίες, που η καθαρίστρια αντίκρισε το προηγούμενο βράδι και του τις είχε δείξει πριν τις σβήσει από το θρανίο. «Θέλω να ξέρω ποιος έγραψε αυτά τα αίσχη», ρώτησε την παγωμένη τάξη. Απαίτησε ο φταίχτης (που ήμουν εγώ!) να σηκωθεί και να παραδεχτεί ευθαρσώς μπροστά σε όλους το πταίσμα του –«αν ήταν άντρας». Αν όχι, καθώς είχε βάσιμες υποψίες για το ποιος το διέπραξε, θα ακολουθούσε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση και οι συνέπειες θα ήταν πολύ χειρότερες. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ασταμάτητα. Είχα κοκκινίσει, παγώσει, και τα πέντε λεπτά αναμονής που ο κ. Τεκ. περίμενε τον υπαίτιο να σηκωθεί και ομολογήσει το σφάλμα του μου φάνηκαν ώρες. Σε εκείνα τα λεπτά βρέθηκα δυο-τρεις φορές στο μεταίχμιο να δείξω θάρρος και αυτό που λέμε φιλότιμο και να παραδεχτώ την ενοχή μου. Το μυαλό μου, όμως, ζύγισε τις διάφορες πιθανές εκβάσεις του επεισοδίου και τις σχετικές συνέπειες. Η ποινή θα μετριαζόταν, αν ομολογούσα μπροστά στην τάξη; Μήπως ο κ. Τεκ. μπλόφαρε ως προς τις υποψίες που είχε; Μήπως, λόγω πρότερης κοσμίας διαγωγής και αριστείας στα γράμματα, ήμουν υπεράνω υποψίας; Γιατί έριχνε κάθε τόσο άγριες ματιές προς το μέρος μου; Πόσο βαριά θα ήταν η τιμωρία ούτως ή άλλως; Σε ποιον βαθμό θα εμπλέκονταν οι γονείς; Τι σάλος θα γινόταν και τι ρεζίλι θα γινόμουν! Είχα καλό όνομα ως αριστούχος μαθητής σε όλο το σχολείο και μια τέτοια αποκάλυψη θα το μαγάριζε ανεπανόρθωτα... Τι θα ακολουθούσε στο σπίτι; Τελικά, δεν βρήκα τα κότσια, ούτε είχα ως νέος και πολλά είναι αλήθεια για να τα βρω. Ο κ. Τεκ., μετά από μια ακόμα απειλή για τις συνέπειες που θα είχε αυτή η πράξη για τον ένοχο, που «σίγουρα θα ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί παραδειγματικά», συνέχισε σκυθρωπός και βαρεμένος με το συνήθως κενό περιεχομένου μάθημα του. Το επεισόδιο τελικά ξεχάστηκε, τουλάχιστον από τα αδιάφορα μέρη. Συνέχισε να με βαραίνει προσωπικά υπό την σκιά του ενδεχόμενου ο κ. Τεκ. να ήξερε ότι ήμουν εγώ αυτός που έγραψε τα βρώμικα λόγια στο θρανίο, αλλά πιθανώς είχα γλιτώσει κάτι χειρότερο: μιαν αποβολή, έναν διασυρμό μπροστά σε ολάκερο το σχολείο, οι επιπτώσεις στο σπίτι, μέχρι και o εκτροχιασμός των σπουδών μου.  Το ηθικό αυτό βάρος κάπως ελάφρυνε όταν έπεσε σύρμα ότι ο κ. Τεκ., παράνομα και διακριτικά, έκανε ιδιαίτερα σε μαθητές του δικού μου και άλλων Λυκείων.   

Τον κ. Τεκ., προς ανακούφιση πολλών, αντικατέστησε στην τελευταία τάξη του Λυκείου η κ. Μπαρ., μια μικρή το δέμας, με γλυκό πρόσωπο και ήπιους τρόπους, φιλόλογος. Φαινομενικά εύκολος στόχος για τους ταραξίες και τζαναμπέτηδες της τάξης. Κατάφερνε όμως και διατηρούσε τάξη και πειθαρχία, πέρα από την αναπόφευκτη μουρμούρα στα πίσω θρανία κατά τις ώρες πλήρους βαριεστημάρας και κούρασης, όπως προκαλούσε μια στοιχειώδη συμμετοχή στα σημαντικά αντικείμενα κορμού των Ελληνικών που δίδασκε. Ίσως λόγω πείρας, ίσως λόγω κουλτούρας, μόρφωσης και καλλιέργειας (που την έλλειψη τους άλλοι υποκαθιστούσαν με αγριότητες), ίσως απλά επειδή ο προϊστάμενος άντρας της με γνωστό στην πόλη όνομα δούλευε στο ίδιο σχολείο, ίσως γιατί, σε τελική ανάλυση, μετά από χρόνια σε τέτοια δύσκολα περιβάλλοντα δεν «μασούσε», όπως λένε, κατάφερνε και επιβαλλόταν σε μια τάξη από βαρβάτους πλέον νεαρούς. Άλλωστε, πλησίαζαν οι κρίσιμες μέρες των Πανελληνίων και τα κεφάλια αυτών που ήθελαν να μπουν στο Πανεπιστήμιο, «να πιαστούν από μια σχολή» (και εκπροσωπούσαν ένα μεγάλο ποσοστό της τάξης) αναγκαστικά έσκυβαν στα γράμματα. Τα δίφραγκα για πολλούς τέλειωναν.  

Είχα από την αρχή καταλάβει, καθώς πολιτικοποιούμουν, ότι με την κ. Μπαρ. μοιραζόμαστε κοινές προοδευτικές αντιλήψεις και πίστευα ότι με εκτιμούσε, ως αναδυόμενο αριστούχο στα περισσότερα αντικείμενα, αλλά και τις καλογραμμένες εκθέσεις που περιείχαν αξιοσημείωτα λογοτεχνικά στοιχεία, συνήθως δανεισμένα από τα βιβλία που διάβαζα. Κι όμως, κατάφερα προς το τέλος της χρονιάς να την απογοητεύσω, ίσως μάλιστα και εξοργίσω. Στις εργασίες που μας ανάθεσε ανέλαβα να αναλύσω το έργο ενός από τους λογοτέχνες που είχα διαβάσει και εξαντλήσει στον ελεύθερο εξωσχολικό μου χρόνο: το έργο του Δημήτρη Χατζή. Αφιέρωσα χρόνο και κόπο στην κριτική μου ανάλυση, έγραψα και καθαρόγραψα σελίδες, σελίδες πολλές, που θα διάβαζα μπροστά σε ένα ακροατήριο, το οποίο την μοντέρνα νεοελληνική και εξωσχολική λογοτεχνία εκτός των βιβλίων του ΟΕΔΒ, είχε από καθόλου έως ελάχιστα διαβάσει και για αυτήν ο Δημήτρης Χατζής ήταν πιθανότατα ένα άγνωστο τίποτε. Αν και το διάβασμα της εργασίας μου ξεκίνησε καλά και σε μια σχετική ησυχία, παρατράβηξε σε χρόνο και οι ψίθυροι και η μουρμούρα σταδιακά εντείνονταν καθώς η τάξη άρχιζε να χάνει το ελάχιστο αρχικό ενδιαφέρον και να βαριέται, ενώ ο Ηλ., από το πρώτο θρανίο που μοιραζόμαστε ακριβώς κάτω από την έδρα, από όπου καθιστός εκφωνούσα την ομιλία μου, μου αποσπούσε την προσοχή με πειρακτικά σχόλια και μορφασμούς. Ως αποτέλεσμα περισσότερο μιας νευρικότητας παρά των αστείων του Ηλ., άρχισα να χαμογελάω ενώ διάβαζα και σε στιγμές μετά βίας κατάφερνα να συγκρατήσω το γέλιο μου που το έπνιγα σε λυγμούς. Προσπέρασα αρκετές παραγράφους για να επιταχύνω και ολοκληρώσω την διάλεξη, που εξελισσόταν πλέον σε φιάσκο στον απόηχο μιας έντονης βαβούρας, αν όχι γενικού μπάχαλου. Η κ. Μπαρ., εμφανώς εκνευρισμένη, από το πίσω μέρος της αίθουσας που στεκόταν, μόλις τέλειωσα την ανάγνωση βάδισε προς την έδρα για να με  επιπλήξει με ασυνήθιστα άγριο ύφος για την γενική έλλειψη σεβασμού και αξιοπρέπειας κατά την παρουσίαση της εργασίας μου. Ένιωσα γελοιοποιημένος και μπροστά της και μπροστά στην τάξη, που ξαφνικά ησύχασε. Αργότερα στην σχολική χρονιά θα εξέφραζε την απογοήτευσή της στον Πατέρα σε μια από τις αραιές επισκέψεις του στο Λύκειο, παρά τα κομπλιμέντα για τις ικανότητές μου στη λογοτεχνική γραφή. Τουλάχιστον, κάπως εξιλεώθηκα απέναντι στην κ. Μπαρ. προς τις τελευταίες μέρες του Λυκείου, όταν επέλεξε μιαν από τις εκθέσεις μου να διαβαστεί μπροστά στην τάξη. Το αξιόλογο δοκίμιο μου για το έργο του Δημήτρη Χατζή ξεχάστηκε σε κάποιο μπαούλο και χάθηκε. Το περιστατικό όμως μιας ατυχέστατης ανάγνωσης στην τάξη τραυμάτισε την αυτοπεποίθησή μου: με μια πληγή που η κάθε θύμησή του εμπόδιζε να επουλωθεί για πολλά χρόνια μετά. Με επιβαρυμένη την αυτοπεποίθηση και σιγουριά, και την συνδρομή από άλλες επίκτητες και γενετικές καταβολές, καταλαμβανόμουν από μια δυσανάλογη και πολλές φορές αδικαιολόγητη από τις εκάστοτε περιστάσεις νευρικότητα, μέχρι και πανικό, κάθε φορά που αναγκαζόμουν να βγω να μιλήσω μπροστά σε κόσμο.

Από την μεριά του, ο κ. Νοτ., ο μαθηματικός μας στο Λύκειο, επιβαλλόταν αποκλειστικά με το βάρος και την τεράστια κοιλιά του, δηλαδή το ογκώδες παρουσιαστικό του, και μιαν ανάλογα βαριά και βαθιά φωνή. Φαινόταν κατά βάθος καλόκαρδος άνθρωπος, αν και δεν διέθετε την λεπτότητα και καλλιέργεια της φιλολόγου και ήταν μέτριος δάσκαλος. Με συμπαθούσε και εκτιμούσε κι αυτός, ιδιαίτερα μετά από κάτι επιτυχίες που είχα στα μαθηματικά με την Ελληνική Μαθηματική Εταιρία, και συχνά έψαχνε στήριγμα σε μένα όταν τα μαθηματικά ερωτήματα και προβλήματα που έθετε δεν έβρισκαν ανταπόκριση σε μιαν βουβή και απρόθυμη τάξη. Παρέμενα κι εγώ συνήθως αδρανής σε τέτοιες ερωτήσεις, ως μετριόφρων και συνεσταλμένος, αλλά και για να ξεθωριάσω κάπως τον τίτλο του «σπασίκλα» ή του «γλύφτη» που εύκολα η πλέμπα της τάξης απένειμε σε καλούς μαθητές. Όμως, ο κ. Νοτ. αναπόφευκτα απευθυνόταν σε μένα καθώς ήταν βέβαιος ότι γνώριζα την απάντηση. Ήμουν και εύκολος στόχος στο πρώτο θρανίο που καθόμουν. Η μοναδική φορά που θυμάμαι την καλή και ήρεμη ψυχή του κ. Νοτ. να ταράζεται και τον ίδιο να θυμώνει συνέβη όταν η μόνιμη μουρμούρα της τάξης διακόπηκε από μια δυνατή πορδή από τα βάθη της τάξης, που αναπόφευκτα προκάλεσε χαχανητά στην ολομέλεια. Ο κ. Νοτ. κατέβηκε από την έδρα, κατευθύνθηκε με αργά, βαριά βήματα προς τα πίσω θρανία της αίθουσας, κοντά στην πηγή της πορδής, και με οργισμένη φωνή, είπε: «Είπαμε να μιλάτε μεταξύ σας, είπαμε ακόμα και να γελάτε με τα αστεία σας, αλλά όχι και να κλάνετε κιόλας!» Τα χαχανητά πολλών καταπνίγηκαν σε λυγμούς.

Το μάθημα των θρησκευτικών, η επανάληψη των ίδιων κενών μεσαιωνικών δοξασιών και η ανία και αδιαφορία που μας προκαλούσαν, μας κυνηγούσε βασανιστικά μέχρι την τελευταία χρονιά, παρόλο που πολλοί από μας είχαν πλέον, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, απορρίψει την ύπαρξη του συγκεκριμένου θεού που μας διακήρυτταν ή και κάθε θεού. Οι συζητήσεις με τον «αναρχικό» στις αντιλήψεις, αλλά, κατά τα άλλα, ευφυέστατο, επιμελή και άριστο συμμαθητή, γιο μανάβη Ζαχ., που καθόταν στο δεύτερο θρανίο πίσω μας με τον Ζ. κινούνταν πλέον στα πεδία της φιλοσοφίας του Καμύ και του Μαρξ. Τον κ. Αθαν. των χρόνων του Γυμνασίου διαδέχτηκε ο ηπιότερος στους τρόπους και ο λιγότερο πολιτικοποιημένος και δογματικός χαρακτήρας του κ. Παρ. Γείτονας στην Χαριλάου την τελευταία χρονιά του Λυκείου και στα φοιτητικό χρόνια που ακολούθησαν, τον απαντούσα συχνά στον δρόμο ή στην πυλωτή της πολυκατοικίας του να ξεσκονίζει ή και να πλένει το Hyundai του. Την σχέση παπάδων και θεολόγων με υλικά αγαθά όπως το αυτοκίνητο, πολλές φορές στενότερη από αυτή των «κοσμικών»  δυσκολευόμουν να κατανοήσω· την θεωρούσα υποκριτική. Ήταν όμως άνθρωποι και αυτοί του κόσμου μας και για πολλούς ανάμεσά τους η «θεολογία» ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουν τον «άρτον τον επιούσιον» και τις ευκολίες και πειρασμούς που προσέφερε η πρόοδος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Τον χαιρετούσα πάντα με σεβασμό, παρά τις όποιες αρνητικές σκέψεις και προκαταλήψεις. Αργότερα με συγχάρηκε για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο και ρωτούσε με ενδιαφέρον για την πρόοδο μου. Στη θύμηση μου έμεινε για τον χαμηλότερο βαθμό που πήρα ποτέ σε σχολικό διαγώνισμα: 6 (έξι) – με άριστα το 20. Ο τελικός βαθμός στο μάθημά του ήταν ελάχιστα αξιοπρεπέστερος: 13 – μεγάλη παρέκκλιση από τα στάνταρντ αριστείας που είχα συνηθίσει την οικογένεια. Για τον Πατέρα δεν σήμαινε τίποτε, το προσπέρασε ως αστείο, η Μάνα που διατηρούσε και σχέσεις καλής γειτονιάς αναστατώθηκε, στενοχωρήθηκε. Για μένα ήταν ίσως και τίτλος τιμής, ένα μικρό δείγμα εξέγερσης. Ο κ. Παρ. όμως υπήρξε τότε ακριβοδίκαιος και μάλλον επιεικής. Η αμέλεια για μαθήματα περιθωριακά, ιδιαίτερα τα θρησκευτικά, με οδήγησε στο να παραμελήσω την ακολουθία της διδασκαλίας της ύλης που αναγκαζόταν να μας διδάξει. Ενόψει του προβλέψιμου διαγωνίσματος προς το τέλος του εξάμηνου μελέτησα (ή, καλύτερα, «πασάλειψα», όπως θα έλεγε η Μάνα) το περιεχόμενο 1-2 κεφαλαίων πριν από το τρέχον στο οποίο εξεταστήκαμε· λόγω αδιαφορίας, με άλλα λόγια, είχα μείνει 1-2 μαθήματα πίσω. Στα θεολογικά ερωτήματα του διαγωνίσματος αυτοσχεδίασα τις απαντήσεις με έναν κοπανιστό αέρα και άρπα-κόλλα από έξι χρόνους θρησκευτικών.  Ένας θεολόγος της πείρας του κ. Παρπαρά εύκολα διέκρινε την αφελή παράκαμψη από το ζητούμενα του διαγωνίσματος, μπορεί να το εξέλαβε και ως χλευασμό προς τα θεία και τον ίδιο.

Το πάνθεο των καθηγητών που πέρασαν μπροστά μας και ανέβηκαν την έδρα πάνω από το πρώτο θρανίο στο οποίο είχα καθηλωθεί τα τελευταία χρόνια το συμπλήρωναν: Ο συμπαθητικός Χημικός του Λυκείου, κ. Ελευθ., που κέρδισε την τάξη με το χαμόγελο και την ευγένεια του. Ένας φυσιογνώστης Καρα…κάτι, άσχετος και άξεστος, με επαρχιώτικη προφορά και βλάχικα ξανθωπά χαρακτηριστικά, που το ελάχιστο κύρος  που θα μπορούσε να εμπνεύσει εξατμίστηκε, όταν στην τάξη και το σχολείο διαδόθηκε ότι εθεάθη να παρακολουθεί τσόντα σε ένα από τα πορνοσινεμά της πόλης. Ήταν ο μόνος που στα χαχανητά μου, που τα προκάλεσαν μουρμούρες και αστεία του Ηλ. και του Ζ. από πίσω μου, με απέβαλε από την τάξη.

Ουραγός στην καθηγητική κλίμακα, αν υπήρχε κάποια αξιολόγηση, θα ήταν ένας άτυχος και άμοιρος, νεαρός ψυχολόγος, υποψήφιος διδάκτορας, προσωρινός δάσκαλος ενός ασήμαντου μαθήματος ψυχολογίας, που κανένας ούτε καταλάβαινε, ούτε είχε όρεξη να μελετήσει. Φορούσε γυαλιά, το πρόσωπο του ήταν γεμάτο σπυριά ακμής («καυλόσπυρα» κατά τον Ηλ. και τους άλλους bullies της τάξης, που δεν έχαναν ευκαιρία γύρω από τέτοια θέματα να δείξουν ότι οι ίδιοι είχαν ξεπεράσει το στάδιο του αυνανισμού) και η φωνή του χαμηλών και λεπτών τόνων, με μια λέξη κακομοίρικη. Μοιραία έγινε εύκολος στόχος της γαλαρίας. Όταν άγρια θηρία των σχολείων μυρίζουν αδυναμία κοντά τους, ορμάνε και κατασπαράσσουν το θήραμά τους. Στην αίθουσα, στην διάρκεια της παρουσίας του, πετιόνταν χαρτάκια, μολύβια και άλλα αντικείμενα, μέχρι και προφυλακτικά. Η τάξη οργίαζε από χαχανητά, κραυγές, επιφωνήματα, βρισιές. Πολλοί μπαινόβγαιναν χωρίς άδεια, αμέριμνοι, δήθεν για κατούρημα πιο πιθανόν για τσιγάρο ή κοπάνα. Σε μιαν παρατήρηση που ο ψυχολόγος έκανε σε πιο έντονη φωνή από αυτήν που μας είχε συνηθίσει στον Ηλ., αυτός σηκώθηκε, παραμέρισε βίαια την καρέκλα μου, στάθηκε μπροστά στον ψυχολόγο με τις γροθιές σφιγμένες και υψωμένες και αναφώνησε: «Τσαμπουκά, ρε!». Ο ψυχολόγος ταραγμένος και τρομαγμένος διέκοψε το μάθημα και αποχώρησε από την αίθουσα, με την απειλή ότι θα αναφέρει το περιστατικό στον διευθυντή: «Στ’ αρχίδια μου!» ήταν η απάντηση του Ηλ. Ο εν ενεργεία διευθυντής, ο κ. Τεκ. εν προκειμένω, δεν επενέβη, ούτε αυτήν, ούτε τις άλλες φορές που μια άγρια τάξη ανάγκασε, με την συμπεριφορά της, τον ψυχολόγο μας να διακόψει το μάθημα και, μερικές φορές με κλάματα, να το εγκαταλείψει στη μέση. Τον λυπόμουν και συμπεριφερόμουν με σχετικό σεβασμό παρά την επιβλαβή παρουσία του Ηλ. δίπλα μου, παρά την αδιαφορία για το μάθημα, παρά την κάκιστη ποιότητα της διδασκαλίας. Στα μάτια μου έψαχνε κάποια συμπαράσταση στο μαρτύριο που κάθε φορά υφίστατο από μια βάναυση τάξη. Δεν άντεξε πολύ καιρό στο σχολείο μας, ούτε η ψυχολογία στην οποία κατά τα φαινόμενα εντρυφούσε φαίνεται να τον βοήθησε. Έναν χρόνο μετά, όντας φοιτητής, τον συνάντησα στην βιβλιοθήκη ανάμεσα σε βιβλία να διαβάζει και κρατάει σημειώσεις για την διατριβή του. Τον χαιρέτησα, επιχείρησε να ανοίξει μια συζήτηση, την κράτησα σύντομη με ευγενικό τρόπο. Αργότερα στη διάρκεια του Πανεπιστημίου τον πέτυχα νυχτερινές ώρες να περπατάει στην παραλία μόνος, αξιολύπητος, και να σιγομιλάει στον εαυτό του. Ήταν η τραγικότερη φιγούρα των χρόνων του Λυκείου, ανάμεσα σε καθηγητές και μαθητές.    

Τελικά, τι άφησαν οι καθηγητικές προσωπικότητες ή τι έμαθα από αυτές στα έξι χρόνια της μέσης εκπαίδευσης; Η αλήθεια είναι όχι πολλά. Ίσως κατάφερα να πλουτίσω το λεξιλόγιο και την γραμματική και σύνταξη των νεοελληνικών (στο βαθμό που κάτι τέτοιο ήταν δυνατό με την στριφνή και αδόμητη γλώσσα που κληρονόμησα), ώστε να τα γράφω και να τα μιλάω καλύτερα, λίγες γνώσεις στα μαθηματικά χρήσιμες, στη ζωή και για την σκέψη να μπαίνει στα καλούπια του ορθολογισμού. Αυτά περισσότερο με δική μου πρωτοβουλία και την παρακίνηση της οικογένειας, παρά τις ατέλειωτες ώρες στο θρανίο ή μελέτης για διαγωνίσματα και εξετάσεις, και παρά τις δεκάδες πολυσέλιδα δωρεάν βιβλία του ΟΕΔΒ που, στο τέλος της χρονιάς κατέληγαν στη φωτιά ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποια αποθήκη ή μπαουλοντίβανο. Ο καταναγκασμός να ακολουθήσουμε ένα άκαμπτο ωρολόγιο πρόγραμμα με στόχο την κάλυψη μιας αυθαίρετα και ανορθολογικά οργανωμένης «διδακτικής ύλης», να φυτευτούν στο μυαλό γνώσεις, λίγες χρήσιμες, σε μεγάλο μέρος τους άχρηστες ή εκτός πραγματικότητας ή αναχρονιστικές ή ανιστόρητες, επίδρασε με κάποιο τρόπο στην ψυχολογία και τελικά την προσωπικότητα νέων ανθρώπων. Αυτοί, στα πρώτα βήματά τους στη ζωή, πέρα από μια μάζα γνώσεων, χρειάζονται και έμπνευση να διοχετεύσουν την δημιουργικότητά τους, στηρίγματα, κάποιον να κουβεντιάσει τις σκέψεις και τα προβλήματα τους. Το ελληνικό δημόσιο σχολείο δεν μας ενέπνευσε, ελάχιστοι από τους δασκάλους του μας βοήθησαν ουσιαστικά. Τα ουσιώδη και θεμελιώδη των εξετάσεων τα είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου τα φροντιστήρια. Τα καλά παιδιά της μεσαίας τάξης το χρειάζονται μόνον ως αναγκαίο στάδιο για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο, πολλοί θυσιάζοντας ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής τους. Οι χαρές που ένιωσα στα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου ήταν μετρημένες. O ενθουσιασμός ανύπαρκτος. Καμιά ευτυχία δεν θυμάμαι.

Thursday, October 5, 2023

Εφηβικά - 4 Δάσκαλοι… (Γυμνάσιο)

 Περάσαν πολλοί καθηγητές από τις έδρες των αιθουσών μας. Επώνυμοι και ανώνυμοι, προσωρινοί και μόνιμοι. Άλλοι επιβλητικοί, με κύρος, άλλοι σούργελα και αντικείμενα περιφρόνησης. Άλλοι ευγενικοί και ήπιοι, με παιδεία, άλλοι άξεστοι αγριάνθρωποι -παρά τα πτυχία. Άλλοι παλιών σχολών, άλλοι νέοι, μοντέρνοι ή μοντερνίζοντες. Μερικοί εμφανώς ακροδεξιοί εθνικιστές, άλλοι αριστεροί, προοδευτικοί, συνδικαλισμένοι -αρχικά κρυφά και ανεκδήλωτα, αργότερα, με το κύμα της δήθεν «Αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ που θα σάρωνε τον τόπο, περισσότερο εκδηλωτικοί, εντός ή και εκτός του σχολείου. Τόσο διαφορετικοί όσο και τα μόρια της μάζας της οποίας η διδασκαλία και εκπαίδευση σε μελλοντικούς πολίτες, άτομα της κοινωνίας, τους ανατέθηκε. Το κοινό χαρακτηριστικό στους χώρους του δημόσιου σχολείου που τους συνέδεε ήταν το λίγο ή το καθόλου μεράκι και η γενική έλλειψη ζήλου για το λειτούργημά τους, η διεκπεραιωτικότητα στα καθήκοντά. η απόσταση από το μαθητευόμενο ακροατήριο, το ποίμνιο και κοινό τους. Ο πολιτικός ψευδο-προοδευτισμός ελάχιστα συσχετίζεται με την ευσυνειδησία, ενώ ο ακροδεξιός εθνικισμός σημαίνει σκοταδισμό και οπισθοδρόμηση. Από τέτοιες τάσεις χρόνια ασθενούσε το καθηγητηλίκι και το ελληνικό δημόσιο.

Τα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου απαιτούσαν πειθαρχία η οποία, εν πολλοίς, σχετικά εύκολα επιβαλλόταν, κυρίως λόγω του άγουρου της ηλικίας και ανωριμότητας των μαθητών. Η κ. Σαρ. η «αστή» από τα ρετιρέ της Βασιλίσσης Όλγας, η καλλιεργημένη φιλόλογος (οι περισσότεροι φιλόλογοι μου φαίνονταν καλλιεργημένοι και ίσως λόγω αντικειμένου όντως ήταν), με ζωηρά μάτια πίσω από κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας, το περιποιημένο, βαμμένο καστανόξανθο μαλλί και τα κομψά ανοιχτόχρωμα ταγεράκια, ήταν η πρώτη που μπήκε στην τάξη μας των πρωτοετών με τον αέρα πολλών χρόνων εμπειρίας στη δουλειά και την ζωή. Επιβλήθηκε περισσότερο με την σχετική κουλτούρα και το μορφωτικό της επίπεδο, αλλά και μιαν μεγαλοπρεπή χάρη που ανέδυε. Ο Πατέρας επισκεπτόταν το σχολείο αδιάλειπτα κατά τις σχολικές βραδιές γονέων και συναντούσε και συζητούσε με τον εκάστοτε φιλόλογο και μαθηματικό για την «πρόοδό» μου, καθώς θεωρούσε τα μαθήματά τους ακρογωνιαίους λίθους τουλάχιστον της γυμνασιακής παιδείας. (Μερικές φορές ίσως να έλεγε και κανα δυο κουβέντες με τον συνάδελφο φυσικό ή χημικό – με τούτους όμως πιο πολύ για να συστηθεί ως συνάδερφος και να κάμει επίδειξη γνώσεων και ανωτερότητας. Τους φυσιογνώστες τους περιφρονούσε και αγνοούσε ως σκράπες, απόφοιτους υποδεέστερων σχολών.) Πάντως, είχε εκτιμήσει την κ. Σαρ. για την ευγένεια και ευπροσηγορία της: «Εξαιρετική φιλόλογο έχεις!», μου έλεγε. Μου έμεινε το: «Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις» από εκείνη την πρώτη χρονιά του Γυμνασίου με την πρώτη μου φιλόλογο. Όχι πολλά άλλα. Κι ας ήταν «εξαιρετική» φιλόλογος, κι ας αγαπούσα από παιδί το λογοτεχνικό διάβασμα.

Αντίθετα, ο φιλόλογός της Β’ τάξης δημιούργησε σ’ έναν αρνητικά προδιατεθειμένο Πατέρα άσχημη εντύπωση, ασχημότατη. Ο κ. Αλεξ. ήταν φιλολογάκος παλιάς κοπής και σχολής. Είχε ψώνιο, όπως πολλοί φιλόλογοι (και όχι μόνον) στην Ελλάδα του τότε και μέχρι και σήμερα, με τα Αρχαία Ελληνικά, μια από τις ψώρες του έθνους και του Υπουργείου Παιδείας (και Θρησκευμάτων). Το πάθος του αυτό το διοχέτευσε στη συγγραφή και έκδοση ενός εγχειρίδιου με τις κλίσεις ανώμαλων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής. Ήταν φαίνεται το opus της φιλολογικής του καριέρας, η συνεισφορά του στην σύγχρονη συνέχεια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Το διαφήμιζε διακριτικά στην τάξη και «ενθάρρυνε» να το εφοδιαστούμε ως «βοήθημα» στις εξετάσεις του σχολείου. Το αγόρασα κι εγώ από το τοπικό βιβλιοπωλείο που μάλλον αποκλειστικά το προωθούσε. Μετά από μια ανέκδοτη στιχομυθία, η πρώτη γνωριμία του Πατέρα με τον κ. Αλεξεξελίχθηκε σε μιαν έντονη λογομαχία -περί της σημασίας ή και του τρόπου διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, θα υπέθετε κάποιος. Η φωνή του Πατέρα από το ενδότερα του κτιρίου αντήχησε μέχρι το προαύλιο όπου τον περίμενα ανήσυχος και, βέβαια, θα συνέλαβε τον σαστισμένο φιλόλογο, ασυνήθιστο σε τέτοιες αντιδράσεις από γονιούς με μέτρια μόρφωση και συμπλέγματα  κατωτερότητας, εξαπίνης. Έκτοτε, στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, κάθε αναφορά στα Αρχαία Ελληνικά και τον κ. Αλεξ. προκαλούσε τα σαρκαστικά σχόλια του Πατέρα, με λογοπαίγνια και αναγραμματισμούς των χρόνων και κλίσεων του ρήματος «έχω» στα αρχαία: το αρχικό σ- του σ-έχω που μετατράπηκε μεταγενέστερα σε δασεία, τα «έσχον» και «έσχηκα» του αόριστου και παρακειμένου, κ.ο.κ.

Η κ. Κωνστ., η μαθηματικός των πρώτων χρόνων, ήταν μια κοντή και γεματούλα γυναίκα, με απεριποίητα μαύρα μαλλιά, έντονο άγριο βλέμμα (και ίσως ανάλογη προσωπικότητα), μια αγέλαστη φυσιογνωμία και άχρωμη και βαριεστημένη φωνή, σαν η διδασκαλία να της φαινόταν αγγαρεία και το ακροατήριο γενικά ανεπίδεκτο -τυπικά χαρακτηριστικά αρκετών δασκάλων των μαθηματικών. (Εξάλλου, χρωματιστές φωνές ή κάποια ρητορική δεινότητα ελάχιστα βοηθούν στη μεταδοτικότητα των μαθηματικών.) Παρέδιδε με το αριστερό της χέρι μέσα από πέτο του βαριού και μακριού παλτού που φορούσε, σαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, και το δεξί μόνιμα να κρατάει μια κιμωλία. Από τους πρώτους και αυτή που μπήκαν στην τάξη, προκάλεσε ένα μικρό δέος, που πιο πολύ πήγαζε από το μάθημα που δίδασκε παρά την ίδια: γενικά οι μαθηματικοί κι ο τρόπος που χειρίζονται αριθμούς και σύμβολα στον πίνακα, για πολλούς ακατανόητα και μαγικά, συχνά εγείρουν τον θαυμασμό, ιδιαίτερα σε ένα αμύητο στα μαθηματικά ακροατήριο και ασχέτως του επιπέδου κατανόησης. Μέχρι και δέος σε μερικούς σαν και μένα που γαλουχήθηκαν στην σπουδαιότητά τους ή ως δυνητική καριέρα λίγων «προικισμένων» στο μυαλό.  Κατάφερε η κ. Κωνστ. να «ψαρώσει» και τον Πατέρα στη επαφή τους στη πρώτη βραδιά γονέων με ένα απότομο: «Α! Του Μπ. ο Πατέρας είστε; Χάλια τα πηγαίνει ο γιος σας, χάλια!» Ο Μπ. ήταν ο διπλανός μου στο θρανίο, με παρεμφερές επώνυμο· ένα καλοκάγαθο παιδί, αλλά, ας πούμε, αμβλύ απέναντι στα μαθηματικά και γενικότερα τα μαθήματα. Τον βοηθούσα όσο μπορούσα σε διαγωνίσματα, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς απλά: «δεν τα έπαιρνε». Με την έκπληξη του Πατέρα ή και την πνευματική συγκρότησή του, η κ. Κωνστ. αντιλήφθηκε έγκαιρα το σφάλμα της, επαίνεσε συγκρατημένα και με το στεγνό της ύφος τις αρχικές επιδόσεις μου, κι επιστρέψαμε σπίτι ικανοποιημένοι από το βάφτισμα του πυρός στον κόσμο των μαθηματικών. Το πρώτο σκαλοπάτι από την αριθμητική του Δημοτικού στην Άλγεβρα του Γυμνασίου το είχα ανέβει εύκολα. Δεν θα ήταν, όμως, παιδαγωγικός ο τρόπος της κ. Κωνστ. αντιμετώπισης γονιών κάποιου που δεν τα κατάφερνε στο μάθημά της.

Ο κ. Αθαν., ο θεολόγος, ο βλοσυρός υποδιευθυντής του Γυμνασίου, ο ασυμβίβαστος συντονιστής αγιασμών, κυριακάτικων εκκλησιασμών, της πρωινής προσευχής, κτλ. επίσης κατάφερνε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, να επιβάλλει την απόλυτη ησυχία και πειθαρχία στο μάθημά του. Δεν ήταν μόνο το αυστηρό «παπαδοπουλικό» μουστάκι, που μόλις κάλυπτε ένα υπεροπτικό μειδίαμα, ή το σκούρο κουστούμι και η γραβάτα που φορούσε. Ούτε ήταν η ευφράδεια με την οποία κήρυττε τις αερολογίες των θρησκευτικών και ανέλυε το ευαγγέλιο και τα τροπάρια. Τα είχαν τέτοιου είδους χαρίσματα οι θεολόγοι, παρά την ανία που κυρίευε όλους μας, θρησκευόμενους ή άθρησκους, σε μαθήματα ουσιαστικά κατήχησης και τις τελετές της ορθοδοξίας, στις οποίες υποχρεωνόμασταν με τον στανιό να στεκόμαστε. Ποιος ξέρει; Ήταν ο φόβος του θεού που λάνθανε ακόμα σε νεαρές ψυχές, ήταν η ορθόδοξη εκκλησία που είχε διεισδύσει για ιστορικούς λόγους βαθιά στις συνειδήσεις σχεδόν κάθε ελληνικής οικογένειας; Όταν σε μιαν απάντηση μου σε ένα από τα ερωτήματα του κ. Αθανασιάδη προς την τάξη, στην οποία απάντηση διέκρινε ψήγματα αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη του θεού και των χαρακτηριστικών παντοδυναμίας και άλλων που του αποδίδει η εκκλησία, αφιέρωσε το υπόλοιπο του σαρανταπεντάλεπτου του μαθήματος και ένα μέρος του διαλείμματος για να διαλύσει τέτοιας λογής αιρετικούς σπόρους αμφισβήτησης. Συχνά στα λογύδρια του αναφερόταν και έκανε την σχετική πολεμική στον σατανικό μαρξισμό και τα κομμουνιστικά-ολοκληρωτικά καθεστώτα πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, τους κύριους φορείς ενός υλιστικού αθεϊσμού, καταστάσεις όμως για τα οποία είχαμε ακόμα μόνο μια νεφελώδη εικόνα. Ήθελε να προπαγανδίσει, να προλάβει και προκαταλάβει ανήσυχες αντιλήψεις. Ή και να αποτρέψει κάποια μελλοντική επανάσταση. Ο ακόμη τότε συνεπής αριστερός Πατέρας πρόκανε, μπροστά σε μένα και την Μάνα, να τον χαρακτηρίσει ως έναν «φασίστα» που κουβαλούσε τις αντικομμουνιστικές ψυχώσεις της μετεμφυλιοπολεμικής εποχής και της χούντας.

Υπήρχαν και άλλοι φορείς με κατάλοιπα χουντικής νοοτροπίας, λιγότεροι πολιτικοποιημένοι από τον κ. Αθαν., αλλά εξίσου προσκολλημένοι σε ακραία εθνικιστικά και ελληνορθόδοξα δόγματα. Όπως ο κ. Τοπ., ο γυμναστής με την προεξέχουσα κοιλιά κάτω από την φόρμα γυμναστικής και συντηρητικό μουστάκι παρόμοιο με του κ. Αθαν. Το κύριο περιεχόμενο των μαθημάτων φυσικής αγωγής που «παρέδιδε», μετά από λίγο τροχάδην και αρκετά λεπτά ανώδυνων για τα κορμιά μας προτάσεων-ανατάσεων-εκτάσεων, απάρτιζε η διδασκαλία του απλού καλαματιανού, του πιο σύνθετου τσάμικου και, αν υπήρχε χρόνος, και άλλων εθνικών χορών, όπως και η βασανιστική προετοιμασία για την συμμετοχή στις μαθητικές παρελάσεις ενόψει εθνικών ή θρησκευτικών γιορτών. Ο τελικός βαθμός στο μάθημα του ήταν συνάρτηση των δεξιοτήτων μας σε εκείνους του ελληνικούς χορούς, αλλά και του ζήλου και παραστήματος που επιδεικνύαμε, ατομικά και ομαδικά, στιν.ς παρελάσεις.

Η νεαρά και όμορφη δις Καγκ. έφερνε δροσιά και χαλάρωση σε μια τάξη που τα νεύρα της τέντωναν ή την υπομονή και αντοχές της εξαντλούσαν οι άλλοι καθηγητές. Μας δίδασκε Γεωγραφία και με το ελαφρύ της μάθημα έφερνε και κάτι τις άλλο. Έφερνε τον πόθο και φούντωνε τις εφηβικές ορμές. Πολλοί από εμάς, άρρενες στη δίνη των πρωτόγνωρων ορμονικών αλλαγών της ηλικίας, αποχαυνώνονταν από το εύσχημο κορμί της και, μοιραία, παρασύρονταν σε φαντασιώσεις και ημερήσιες ονειρώξεις από την θέα ενός ωραίου γυναικείου κορμιού σε ένα στενό ολόσωμο φόρεμα πέραν από μιαν γλυκιά φωνή. Είχαν το αποτέλεσμα τους τέτοιες φαντασιώσεις σε εφηβικά μυαλά: στην πηχτή μάζα σπέρματος πάνω στο κάθισμα του τελευταίου θρανίου που πήρε το μάτι μου ένα απόγευμα μετά το τέλος της τάξης της. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η δις Καγκέλη κατάφερνε και επέβαλλε ησυχία στην τάξη, πέρα από λίγους ψιθύρους και γελάκια στα θρανία της γαλαρίας με την γλυκύτητα και την σεξουαλικότητα της.

Ο άλλος νεαρός των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου, μάλλον «έκτακτος» και προσωρινός, πριν κάποιο μόνιμο διορισμό μέσω επετηρίδας, ήταν ο Χημικός μας. Θρέμμα της γενιάς του Πολυτεχνείου, αντι-συμβατικός και αμφισβητίας, ίσως και αναρχικός ή αντι-εξουσιαστής πριν το πτυχίο, είχε μούσι, φορούσε γυαλάκια στυλ John Lennon και ερχόταν στο μάθημα με ένα χακί χιτώνιο. Δεν θυμάμαι πολλά από την Χημεία που ίσως να επιχείρησε να διδάξει τις λίγες ώρες που του ανατέθηκαν, αλλά  θυμάμαι να ανοίγει τις παραδόσεις του με κάποιο πικάντικο ανέκδοτο και να τα κλείνει με συζητήσεις για την ροκ μουσική, τους Pink Floyd και άλλους καλλιτέχνες του είδους. Έφυγε από την τάξη και το Γυμνάσιο σε ανύποπτο χρόνο. Καμιά έκπληξη. Φαντάζομαι πόσο δύσκολο θα ήταν για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν να συνεργαστεί και συνυπάρξει στους ίδιους χώρος με τύπους όπως ο κ. Αθαν. ή ο κ. Τοπ. ή ο κ. Αλεξ. Αλλά είχε, καθόλου περιέργως, δημιουργήσει αντιπάθειες ανάμεσα και στο πιο «αντιδραστικό» ή «συντηρητικό», από οικογενειακές καταβολές και προκαταλήψεις, κομμάτι των συμμαθητών μου. Ο Ηλ. ήταν ο γιος καραβανά-αξιωματικού, με ιδεολογικοπολιτικές πεποιθήσεις τυπικές οικογενειών στρατιωτικών της χούντας και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Το αλφάβητο έφερε τα επώνυμα μας το ένα μετά κοντά στο άλλο στις αλφαβητικές λίστες που χρησιμοποιούνταν για να μας ταξινομήσουν σε τμήματα και θρανία, και εμάς τους δύο για τη μεγαλύτερη διάρκεια της φοίτησης στο A΄ Γυμνάσιο και Λύκειο Αρρένων, δίπλα-δίπλα στο θρανίο. Ήταν αυτός πρώτος που στην τάξη αντιπαρατέθηκε και στα διαλείμματα χλεύασε τις μουσικές προτιμήσεις στο προοδευτικό ροκ του αμφισβητία Χημικού μας. Ήταν μια εποχή που πολιτικές κλίσεις και είτε ένας κομφορμισμός, είτε μια αμφισβήτηση εκδηλώνονταν στην πλατεία Ναβαρίνου με πολλές φορές με γιαουρτώματα και βίαιες  ανάμεσα στα ατημέλητα «φρικιά» της ροκ και τα καλοντυμένα και περιποιημένα «τσινάρια» της disco, του John Travolta και του Grease. Οι τελευταίοι, και ο Ηλ., ο ωραίος, ο αθλητικός, ο κοινωνικός τύπος με το μπραβάντο και τσαμπουκά γιων αξιωματικών και αστυνομικών Ηλ., είχαν ένα αδιαμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα και τελικά πρόωρες κατακτήσεις ανάμεσα στα κορίτσια των «θηλέων» της πόλης, που πολλοί άλλοι κρυφά ζηλεύαμε.

Εφηβικά 3 - Α΄ Γυμνάσιο & Λύκειο Αρρένων Θεσσαλονίκης

Τις πρώτες χρονιές, τις προ του μεγάλου σεισμού του 1978, μαθαίναμε γράμματα στις ευήλιες, αλλά αποπνιχτικές από χνώτα και αιωρούμενη σκόνη αίθουσες, είτε της πρώην Βίλας Χατζημήσεφ, είτε της μεταγενέστερης Βίλας Μοδιάνο, των αρχοντικών νεοκλασικής μορφολογίας κτιρίων που στέκονταν επιβλητικά δίπλα-δίπλα επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας και απάρτιζαν τότε το «Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης». Πριν το κουδούνι για την μάζωξη του σχολείου και την πρωινή προσευχή και στα διαλείμματα της σχολικής, το τσιμεντένιο προαύλιο στο πίσω μέρος του πρώτου κτιρίου, εξίσου σκονισμένο, με μιαν μοναδική μπασκέτα κι ένα γυμνό υπόστεγο, βούιζε από την κακοφωνία γυμνασιόπαιδων, που οι φωνητικές χορδές τους χόντραιναν, και περιφέρονταν άσκοπα από το ένα πηγαδάκι στο άλλο. Αργότερα, στα διαλείμματα το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν σε μινιατούρα, στη μικρότερη, χωματένια και δροσερότερη αυλή του δεύτερου κτιρίου η οποία έβλεπε υπερυψωμένη την λεωφόρο, κρυμμένη από τους περαστικούς διαβάτες του πεζοδρομίου της λεωφόρου. Εκεί υπήρχε ένα μονόζυγο στη σκιά δύο ψηλών γέρικων πεύκων, στο οποίο με «έλξεις» επεδείκνυαν τη διάπλαση, τους μυς των κορμιών και τον σχεδόν ανδρισμό τους οι πιο γυμνασμένοι από τους συμμαθητές μου. Η κύρια αυλή ήταν περιφραγμένη από ψηλούς τοίχους, που η σιδερένια της πόρτα άνοιγε τα πρωινά στην οδό Σπάρτης για να μας δεχτεί. (Η μεγαλοπρεπής κύρια είσοδος, που ανέβαζε στη Βίλα Χατζημήσεφ, με πλατιά σκαλοπάτια κάτω από ένα μπαλκόνι με την ελληνική σημαία, υποδεχόταν αποκλειστικά καθηγητές, επιθεωρητές, παππάδες και, σπάνια, κάποιον περαστικό επίσημο της τοπικής ή κεντρικής εξουσίας. Η εξίσου μεγαλοπρεπής είσοδος της Βίλας Μοδιάνο είχε την καγκελόπορτα της στην Βασιλίσσης Όλγας κλειδωμένη και ήταν απροσπέλαστη και από εμάς και από τον έξω κόσμο.)

Η μετέωρη χρονιά που ακολούθησε το σεισμό μας βρήκε έξω από το σχεδόν ετοιμόρροπο παλιό Γυμνάσιο, προσωρινούς ένοικους-πρόσφυγες στα ισόγεια της τεχνικής σχολής του Ευκλείδη στην Παπαναστασίου, σε περιβάλλον όμως πιο ευρύχωρο και αξιοπρεπέστερο για διδασκαλία και αθλοπαιδιές. Στα δύο τελευταία χρόνια, πλέον λυκειόπαιδα του «Α’ Λυκείου Αρρένων», καταλήξαμε στο θλιβερό λυόμενο της Νέας Παραλίας που ο ΟΣΚ έστησε σε εννιά μήνες, τσάτρα-πάτρα, για να μας στεγάσει. Υπάρχει και λειτουργεί ακόμα ως «Α΄ Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης». Τα ταβάνια του έσταζαν τις μέρες της βροχής σε κατάλληλα τοποθετημένους κουβάδες, οι αίθουσες ήταν ζεστές τα καλοκαίρια και κρύες το χειμώνα. Είχαμε όμως στα διαλείμματα τον καθαρό αέρα της θάλασσας, την ανοιχτωσιά της παραλίας και τους πλατιούς ορίζοντες του Θερμαϊκού.

Τότε, τον προτελευταίο χρόνο μου στο Λύκειο και προχωρημένο της εφηβείας, έφεραν επιτέλους και κορίτσια στο μικτό πλέον σχολείο, στην πρώτη τάξη του, στο μικρό παράρτημα του λυόμενου πίσω από το «κυρίως», το προαύλιο του χωρισμένο με συρμάτινο φράκτη και φυσικά ξεχωριστή είσοδο. Να μοιράζονταν την κυρίως αυλή με τους μεγαλύτερους άρρενες της Β΄ και Γ΄ τάξης με τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης, θεωρήθηκε παράτολμα βήμα. Έτσι, η πλειοψηφία των αρρένων της σειράς μου ξέμεινε στεγανή από καθημερινές επιπόλαιες ή λάγνες αλληλεπιδράσεις με τον μικρό αλλά θελκτικό θήλυ πληθυσμό του σχολείου. Με δυο λέξεις: δώρον άδωρον. Και οι περισσότεροι ανάμεσά μας παρέμειναν σεξουαλικά καταπιεσμένοι και μίζεροι –με πολλούς ανεκπλήρωτους πειρασμούς κι ένα βουνά εξετάσεων μπροστά μας να αποσπά το νου μετά το τέλος της κάθε σχολικής ημέρας.

Την ψυχή της άτυχης χρονιάς μου, που θα ξεκινούσε τότε, με την έναρξη της Β’ Λυκείου, έναν χωρίς ούτε προηγούμενο, ούτε επόμενο μαραθώνιο «Πανελληνίων Εξετάσεων», παραμέλησε και κείνη, η νιοστή κυβερνητική μεταρρύθμιση στη μέση εκπαίδευση. Με στωικότητα και απέραντη πλήξη, και ως επί το πλείστον ακοινώνητοι και σεξουαλικά στερημένοι, θα παρακολουθούσαμε το σχολείο μέχρι τέλους: μέχρι το απολυτήριο -με βαθμό άριστα ει δυνατόν, την επιτυχή ολοκλήρωση των εξετάσεων, την πολυπόθητη εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, μέχρι τα όρια των εφηβικών μας αντοχών. Μας έλεγαν ότι η άπλετη ελευθερία που θα απολαμβάναμε μετέπειτα ως «ακαδημαϊκοί πολίτες» θα άξιζε και ξεπλήρωνε με το παραπάνω τους κόπους και θυσίες τόσων χρόνων. Δεν μπόρεσαν, όμως, γονείς και δάσκαλοι και κυβερνήσεις με τα σχέδια τους για πολλούς της γενιάς μου να βρουν κάποια χρυσή τομή;