Sunday, July 30, 2023

EΦηβικά - 1 Καιροί Άχαροι

Μέσα από την πάλη της ώριμης ηλικίας -κοινοί θνητοί για να φέρουν φαγητό στο τραπέζι και στέγη πάνω από το κεφάλι, πολλοί για να μεγαλώσουν παιδιά, μερικοί να νοιαστούν για γέροντες, λιγότεροι για να απολαύσουν και ευχαριστήσουν την σύντροφό και τις παρέες φίλων, στον ελάχιστο χρόνο που οι αναρίθμητες λησμονημένες μέρες της ωριμότητας αφήνουν για εσωτερική αντανάκλαση και συζητήσεις με τον εαυτό μας, την ανασκόπηση πράξεων και σκέψεων, είναι εκείνο τον καιρό που αναζωπυρώνεται η νοσταλγία των παιδικών χρόνων· με την αθωότητα και αφέλειά τους, την αγνότητα και γλυκύτητά τους. Και κυριευόμαστε από αυτό το  συναίσθημα απώλειας μιας περιπόθητης κατάστασης, των ηλιόλουστων απογευμάτων στην σκόνη της γειτονιάς, των καυτών καλοκαιριών των διακοπών, ενός περιβάλλοντος χαράς και ανεμελιάς, όταν κάθε μέρα αγγίζαμε και ξεπερνούσαμε νέους ορίζοντες. Αλλά όσο τα ποθούμε και νοσταλγούμε, τόσο νιώθουμε ανήμποροι να επιβραδύνουμε τον χρόνο που κυλάει, τόσο τα βλέπουμε να εξασθενίζουν στη φαντασία μας μέχρις να γίνουν κέρματα ξεχασμένα σε ένα κουτί. Η νοσταλγία για πολλούς δεν αποκτάει τις ίδιες διαστάσεις για τα χρόνια που ακολούθησαν εκείνα της παιδικής ηλικίας: τα χρόνια της εφηβείας. Ίσως να έχει να κάνει με την ένταση των εμπειριών και την χαοτική αντίληψη του κόσμου και των ανθρώπων γύρω. Μάλλον έχει να κάνει με το ότι ερχόμαστε σε καλύτερη γνωριμία με τον ίδιο μας τον εαυτό, το γίγνεσθαι του και την τελική αποκρυστάλλωση σε αυτό που είμαστε.

Αυτή η εφηβεία, η δύσκολη, η περίπλοκη, η στροβιλώδης για τον εσωτερικό κόσμο και ψυχή, όσο και δραστικά μεταμορφωτική για το πνεύμα και το σώμα, παραμένει μια προσωπική και υποκειμενική, και τουλάχιστον, για τον εσωστρεφή νέο στον οποίο ο μονωτικά κλειστός εαυτός μου τελικά μορφώθηκε, μια σχεδόν αποκλειστικά εσωτερική εμπειρία με λίγες δυνατότητες και παραδείγματα εξωτερίκευσης. Είναι, βέβαια, η περίοδος που ο άνθρωπος αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς σωματικά και πνευματικά, κατακτά έναν πρώτο βαθμό αυτοσυνείδησης και αρχίζει να αντιλαμβάνεται μέσα από συναισθηματικές παλινδρομήσεις το γίγνεσθαι και το είναι του. Όσο η απόσταση από τα χρόνια της εφηβείας διευρύνεται, τόσο βαθύτερα εκείνη η εποχή σπρώχνεται στη μνήμη και σπάνια ανασύρεται, με τα μυστικά της, τα απωθημένα της, τις διαταραχές της, τα χούια της. Και όποτε τυχαίνει και ανασύρεται, όπως συμβαίνει κάθε φορά που σκύβω σε τέτοιες σκέψεις και γραμμές, προβάλλεται σαν μια χαοτική αλληλουχία απότομων ορμονικών και φυσιολογικών μεταβολών, συναισθηματικών και ψυχικών αναταράξεων, χωρίς άκρη, με ασαφείς αρχές και απροσδιόριστο τέλος, που δεν υποβάλλεται εύκολα σε λογική ανάλυση και συσχετισμούς. Αν και σημαντική στην ολοκλήρωση μας ως άνθρωποι, σπάνια γίνεται σημείο αναφοράς ή αναγνωρίζεται ως ένα από τα θεμέλια που πάνω τους πατάει η ζωή του ανθρώπου. Ήταν για τη ζωή μου, ίσως και για τη ζωή πολλών σαν και μένα, ότι ο μεσαίωνας στην ιστορία του ανθρώπινου γένους: το σκοτεινό αλλά ιστορικά νομοτελειακό προοίμιο της αναγέννησης. Η εποχή που πλάστηκε και σμιλεύθηκε μεγάλο κομμάτι του χαρακτήρα και της προσωπικότητας.  

Υπήρξαν ώρες που η καταπίεση από την οικογένεια, υπαγορευμένη από στημένες δομές και καθιερωμένες επιταγές της ελληνικής κοινωνίας της εποχής (καταπίεση μου φαινόταν από ατομική σκοπιά και την ένιωθα έντονη ως τέτοια στην ψυχή), η απελπιστική άνια του σχολείου και των καθηγητών, ο αποκλεισμός από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και τις χαρές που έβλεπα ότι μπορούσε να προσφέρει, ο εν ολίγοις περιορισμός της ατομικής ελευθερίας, δημιουργούσαν καταστάσεις που στιγμές γίνονταν αφόρητες. Φύτρωναν μέσα μου καταναγκασμοί, η ψυχή ξεζουμιζόταν από σκέψεις και συναισθήματα, συνταραζόμουν από ανεκπλήρωτους πόθους και τη σχεδόν παντελή ανυπαρξία διεξόδων για χαρά και δημιουργία, εκεί όπου θα διοχετεύονταν πάθη και καταπιεσμένοι πόθοι, εκεί όπου ίσως να βρισκόταν και άνθιζε κάποιο λανθάνον ταλέντο. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν μονοσήμαντα το ολοένα και περισσότερο κλείσιμο στον εαυτό και τις ατομικές σκέψεις, η παραπέρα απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο των ομήλικων και ενήλικων, η βουβαμάρα, μια ανεξήγητη έχθρα προς τους ανθρώπους γύρω μου, ένα φαύλο σπιράλ που ξεκινούσε από και κατέληγε στον εαυτό μου. Ένιωθα ότι ούτε ένα ελάχιστο κομμάτι του κόσμου γύρω μου ανήκε, ήμουν ξένος καταμεσής του, ξένος ανάμεσα σε ξένους, αποξενωμένος συναισθηματικά. 

Saturday, July 22, 2023

Ένα Παιδί - 34 Μπάλα: Οπαδός Μέχρι Τέλους

Το παιχνίδι το παίξαμε όσο τα πόδια βαστούσανε, μέχρι που τα χρόνια τα έκαναν πλέον ασήκωτα και άκαμπτα και τα κόκκαλα γίνηκαν εύθραυστα. Τα ματς αραίωσαν. Καλύτερα οργανωμένα, παίζονταν με αυστηρότερους κανόνες και την σοβαρότητα ενήλικων, αλλά έχασαν τον αυθορμητισμό της παιδικότητας και το πάθος: με τα γέλια και τους καυγάδες, με το αίσθημα αλληλεγγύης και τους πανηγυρισμούς και τα αγκαλιάσματα στα γκολ, που η φιλία κι η συντροφικότητα φέρνουν σε μια ομάδα.

Οι αλάνες με το χώμα που μάτωνε γόνατα και αγκώνες, που μας σκέπαζε με λάσπη καμωμένη από τον ιδρώτα και την σκόνη, αντικαταστάθηκαν από κανονικά ποδοσφαιρικά τερέν, με εστίες και διαγράμμιση, ακόμα και γρασίδι. Τα όνειρα τα παιδικά, όμως, δεν πραγματοποιήθηκαν. Και αφού τελικά το κορμί γέρασε για ένα παιχνίδι που απαιτεί δύναμη και σφρίγος και αντοχή, αράξαμε σε μια κερκίδα ή στο καφενείο ή στο παμπ με μια και παραπάνω μπύρες ή απλωθήκαμε σε έναν καναπέ, για να  απολαύσουμε το θέαμα αυτού που προσπαθήσαμε να παίξουμε μια μακρινή φορά κι έναν παλιό καιρό. Με την ίδια συχνότητα και ενδιαφέρον και μέσα μας αρκετό από το πάθος και τα συναισθήματα, σαν και αυτά που μας κυρίευαν στα παιδικά παιχνίδια με την μπάλα.     

Για την ψυχολογία, τον τρόπο σκέψης και την κοινωνική συμπεριφορά του οπαδού μιας ποδοσφαιρικής ομάδας πολλά έχουν γραφεί και γράφονται, σχεδόν καθημερινά. Δεν είναι μόνο η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στο παιγνίδι από την κερκίδα ή τον καναπέ. Η προσήλωση και η συχνά πλήρης αφοσίωση, σε βαθμό αλλοτρίωσης, με τη μανιακή εμβάθυνση των κανόνων και της τεχνικής, την ανάλυση ad nauseum της τακτικής και στρατηγικής ενός ματς, πριν, κατά την διάρκεια και μετά από αυτό, δύσκολα εξηγείται από μιαν προσωρινή ψυχολογική σύνδεση, δυσανάλογα έντονη συναισθηματικά και παράλογη: με την ομάδα, τους παίκτες, τον σύλλογο, τα χρώματα και τα λάβαρα, τα συνθήματα και τραγούδια της κερκίδας,. Ούτε είναι κάποια πρόσκαιρη αυταπάτη ασφάλειας από την προσκόλληση σε ένα σύνολο που το συνδέει αντικείμενο και σκοπός, ασήμαντα και τα δυο σχετικά με τα πολύ πιο σημαντικά που διαδραματίζονται γύρω μας. Ούτε είναι μόνον η διέξοδος και δραπέτευση από μιαν πολλές φορές αβάσταχτη καθημερινότητα, μιαν ακόμα εκδήλωση της μαρξιστικής αποξένωσης από τη ματεριαλιστική κοινωνική διαδικασία.

Όταν ο Albert Camus, ο φιλόσοφος που με ενέπνευσε στα πρώτα χρόνια των νιάτων μου, και τον ξαναδιάβασα μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια με την ωριμότητα της περασμένης ηλικίας, ώστε πολλές σκέψεις και διαπιστώσεις του ακόμα να με οδηγούν, ρωτήθηκε από έναν φίλο του αν προτιμά το θέατρο ή το ποδόσφαιρο απάντησε: «Το ποδόσφαιρο, χωρίς δισταγμό!». Είχε ασχοληθεί με μεράκι και πάθος και με τα δύο. Σκέφτηκα πολλές φορές πως αυτή η «χωρίς δισταγμό» προτίμησή εναρμονίζεται με τη φιλοσοφία του, τη Φιλοσοφία του Παραλόγου. Και ο ποδοσφαιριστής και ο ηθοποιός είναι «παίκτες» του Παραλόγου, σε έναν κόσμο μοναχικό, πρόσκαιρο, χωρίς θεούς και αιωνιότητα, μια ζωή πεπερασμένη. Και ο ποδοσφαιριστής και ο ηθοποιός εκφράζουν για τα λεπτά που διαρκεί ένα ματς ή μια θεατρική παράσταση τη διάσταση και απόσπαση, το «διαζύγιο» του ανθρώπου από τη ζωή του –εκφάνσεις του Παραλόγου. Για τους «παίκτες» και θεατές του δράματος των λίγων λεπτών είναι η μια και μοναδική στιγμή, η μια και μοναδική εμπειρία, που δεν έχει αντίκρισμα σε καμιά αιωνιότητα, από τις πεπερασμένες σε διάρκεια και αριθμό, που το αριθμητικό άθροισμά τους συνιστά τη ζωή. Άλλωστε, είμαστε φτιαγμένοι από τις εμπειρίες και αναμνήσεις μας. Ο ίδιος φιλόσοφος έγραψε ότι η πίστη στο Παράλογο πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην ποσότητα αντί της ποιότητας αυτών των εμπειριών, στην ποικιλία αντί της επανάληψης και ομοιομορφίας. «Ό,τι γνωρίζω, ό,τι είναι σίγουρο, ό,τι δεν μπορώ να αρνηθώ, ό,τι δεν μπορώ να απορρίψω, είναι τα μόνο που μετράει. Καταλαβαίνω μόνον με ανθρώπινους όρους.»  Ό,τι ο άνθρωπος μπορεί να δει, να αγγίξει, να ακούσει, να αισθανθεί είναι και το μόνο που καταλαβαίνει. Και, στην περίπτωση του Camus και όχι μόνο, η αίσθηση του ποδοσφαίρου για τον κοινό θνητό, η εμπειρία του παιχνιδιού ως παίκτες ή του θεάματος ως οπαδοί, είναι εντονότερη και, ίσως, η αντίληψη του καλύτερη και η κατανόησή του βαθύτερη, από αυτήν του θεάτρου. Με την βοήθεια του Camus κατάλαβα ότι αγάπησα και το αγαπώ το ποδόσφαιρο για την ποικιλία και το εύρος των συναισθημάτων που με έκανα και κάνει να νιώσω, τα πρόσκαιρα αλλά επανεμφανιζόμενα σε διαφορετικές αποχρώσεις και μίγματα σε κάθε αναμέτρηση, τις άπειρες απειροστές εντυπώσεις που μου προσέφερε στις αισθήσεις. Για αυτά τα μικρά πολλά ζούμε, θα μπορούσε να πει κανείς. Γιατί να μην τα αγκαλιάζουμε και νιώθουμε όσο μπορούμε, όσο υπάρχουμε;

Sunday, July 16, 2023

Ένα Παιδί - 33 Μπάλα: Σε Γειτονιές και Αλάνες

Μπορεί ο παππούς και ο Πατέρας να χάραξαν άθελα κάποιαν διαδρομή, όμως την αγάπη που έγινε πάθος για το ποδόσφαιρο τη χρωστάω σχεδόν αποκλειστικά στις συναναστροφές με δυο παιδικούς φίλους από την γειτονιά. Πρώτα και κύρια στον συνομήλικο και συμμαθητή Κωστάκη, λιγότερο στον μικρότερο Χρηστάκη, που η παρουσία του, αν και συνήθως στο περιθώριο της μικρής παρέας, ήταν πάντα επιθυμητή, καθώς πρόσθετε μια ακόμα ακόμα μονάδα στους αριθμούς που χρειάζεται το ποδόσφαιρο: το δίτερμα γινόταν τρίτερμα, οι μονομαχίες γίνονταν μικρά τουρνουά με βαθμολογίες, και μερικές φορές σχημάτιζε τον πυρήνα μιας μικρής ομάδας που έπαιζε με άλλες των παραδίπλα γειτονιών.

Όλα ξεκίνησαν στην αυλή των Καζινέρηδων και στο δρομάκι μας, στο γάμμα του σπιτιού τους με το χαμηλό παράρτημα του σπιτικού της Τσαπατσάραινας, της ξακουστής ταβερνιάρισσας της οδού Δεληγιώργη. Ο δρόμος μας είχε λακκούβες και αυλάκια και ο χώρος ήταν μικρός και σύντομα η τριάδα μας ξαπλώθηκε στους γύρω χώρους και άρχισε να αξιοποιεί τη στενή άσφαλτο της Δεληγιώργη, μπροστά στην ταβέρνα της Τσαπατσάραινας. Η ταβερνιάρισσα και ο άντρας της, ακόμα κι ο Εβραίος ο Ισαάκ λίγο παραπέρα, μας άφηναν απερίσπαστους. Τα αυτοκίνητα και κάρα που περνούσαν από το δρόμο ή στάθμευαν σε αυτόν ήταν ακόμα λιγοστά εκείνα τα χρόνια, αν και η σποραδική τους παρουσία προκαλούσε ανεπιθύμητες διακοπές στη ροή των παιχνιδιών μας. Τα ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα. Το μόνο που χρειαζόμαστε ήταν μια μπάλα, οποιαδήποτε μπάλα: από καουτσούκ ή κάποια φτηνή πλαστικής, που δεν έπαιρνε πολύ πριν σκάσει και οι  κλωτσιές να γίνουν κλοτσοσκούφι, και στις λίγες ιδανικές περιόδους της ωριμότητας των παιδικών χρόνων, κάποια δερμάτινη. Ένας από εμάς θα την προμήθευε, πάση θυσία!.

Αλλά ο πλέον επιθυμητός χώρος της γειτονιάς για να παίζουμε ποδόσφαιρο ήταν η αλάνα πίσω από το ρέμα, που έκοβε κάθετα τη Γαμβέτα, από τη μια μεριά, και διέσχιζε η Δεληγιώργη πάνω από ένα μικρό γεφυράκι, από την άλλη. Στην μια γωνιά, εκεί που το ρέμα διασταυρωνόταν με το χωματόδρομο που ήταν ακόμη η Γαμβέτα, στεκόταν το αυθαίρετο προσφυγικό χαμόσπιτο όπου ζούσε ένα ηλικιωμένο  αντρόγυνο αθέατο πίσω από πάντα κλειστά παντζούρια, και στην άλλη μεριά απέναντι μια ταλαιπωρημένη γέρικη ιτιά, που ο κορμός της έγερνε προς τα κάτω, παράλληλα με το έδαφος μέχρι να πάρει μετά από ένα-δύο μέτρα μιαν κλίση προς τα ουράνια. Η σκιά της ήταν όαση δροσιάς τα καυτά απογέματα του μεσοκαλόκαιρου και ο κορμός της, που τον σκαρφαλώναμε εύκολα, εστία ανάπαυσης και ψιλοκουβέντας (για ποδόσφαιρο, φυσικά) όταν κουραζόμαστε από τα παιχνίδια. Η αλάνα, μερικές δεκάδες μέτρα στο μήκος της και καμιά δεκαριά στο πλάτος της, ξεκινούσε από τη ιτιά στη μια γωνιά της και κατέληγε στην άλλη στο διώροφο σπίτι ενός καθηγητή θεολογίας, φόβου και τρόμου των παιδιών της γειτονιάς και, υποθέτω, του σχολείου όπου δίδασκε. Η αλάνα πρόσφερε, επομένως, κάτι παραπάνω από ικανοποιητική έκταση, σχετικά επίπεδη, ιδανική για αυτοσχέδια ματς μεταξύ των τριών φίλων, αλλά και με παιδιά παραπλήσιων γειτονιών και  καμιά φορά περιπλανώμενους μπερμπάντηδες από μακρινότερα μέρη της πόλης που προσέλκυε η ανοιχτωσιά, το ρέμα ή και κάποια ολοκαίνουργια δερμάτινη μπάλα που φέρναμε. Με δυο ζευγάρια πέτρες ή πουλόβερ για «δοκάρια» από κάθε της μεριά μεταμορφωνόταν σε γήπεδο και τα παιχνίδια μας γινόταν ματς κανονικά κι αγώνες με σκορ. Έτσι, για πολλά χρόνια, η αλάνα του ρέματος που κατέβαινε από την Τούμπα μας τραβούσε τα απογέματα σαν μαγνήτης για κλοτσοσκούφι στη σκόνη της, μέχρι το σκοτάδι ή μέχρι να μας καλέσουν πίσω στα σπίτια μας οι φωνές των γιαγιάδων από την άλλη όχθη του ρεύματος.

Τα σχέδιά μας δυστυχώς τις πιο πολλές φορές διακόπτονταν απότομα στην κορύφωσή τους ή και πνίγονταν εν τη γενέσει τους, βυθίζοντας μας σε μίγμα απογοήτευσης, θυμού και φόβου, από τις φωνές του «θεολόγου» της αλάνας κυρίως, ή, πιο σπάνια, από μια βραχνή φωνή πίσω από τα μονίμως κλειστά παραθυρόφυλλα του χαμόσπιτου. Ο «θεολόγος» (πράγματι, καθηγητής θρησκευτικών σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής) ήταν ένας μισάνθρωπος χριστιανός με κοκκινωπή επιδερμίδα και κοντά κουρεμένες, άσπρες, ακανθώδεις τρίχες στο κεφάλι του, ένας άνθρωπος αμείλικτος και, όπως πιστεύαμε, βάναυσος, η Νέμεσις των παιδιών της γειτονιάς. Το μόνο που λαχταρούσαμε ήταν ένα ξέγνοιαστο παιχνίδι ποδοσφαίρου σε ένα χώρο, ιδανικό για κάτι τέτοιο, που ανήκε σε όλη τη γειτονιά. Μετά από λίγες κλωτσιές της μπάλας, όσο προσεκτικές και να ήταν οι πάσες και τα σουτ, όσο ήσυχα και να προσπαθούσαμε να παίξουμε, ο «Θεολόγος» τραβούσε τις κουρτίνες, άνοιγε τα μισόκλειστα παντζούρια, έβγαινε στο μικρό μπαλκονάκι του πάνω ορόφου του σπιτιού του που έβλεπε στην αλάνα, συνήθως σε μια κόκκινη μεταξωτή, πιτζάμα, και μας κατσάδιαζε έξαλλος: «Να πάρετε δρόμο! Στα σπίτια σας, κοπρόσκυλα! Αμέσως!» Τα μαζεύαμε και φεύγαμε, για να επιστρέψουμε αργότερα στην πλέον απόμακρη από το σπίτι του γωνιά της αλάνας, με πρόσθετη διακριτικότητα και ένα μάτι πάντα στο μπαλκονάκι του. Τη δεύτερη φορά δεν έβγαινε στο μπαλκόνι. Η κίνηση της σκιάς του πίσω από την κουρτίνα, μια μικρή αναταραχή της, και σε λίγα δευτερόλεπτα βρισκόταν έξω από το σπίτι του, κάτω στην αλάνα, στα χέρια κάτι σαν ένα ραβδί που χρησιμοποιούσαν τότε οι δάσκαλοι, για να μας διώξει. Σκορπιζόμασταν και πάλι πανικοβλημένοι. Θα αναζητούσαμε πλέον τον χώρο μας, το γηπεδάκι μας, αλλού, πίσω στην άσφαλτο της πιο φιλόξενης Δεληγιώργη, ανάμεσα στο σπιτικό και την ταβέρνα της καλής ταβερνιάρισσας, που ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για την παρουσία μας, ακόμα και όταν τα παιχνίδια μας κι εμείς οι ίδιοι καταλαμβάναμε την πρόσοψης του σπιτιού και της ταβέρνας της, ακόμα και τα σκαλοπάτια της. Ο στενός όμως δρόμος δεν συγκρινόταν με την ανοιχτωσιά της αλάνας. Οι προδιαγραφές των ποδοσφαιρικών παιχνιδιών μας υποβαθμίζονταν και η δίψα για μπάλα έμενε τις πιο πολλές φορές ακόρεστη. Ελάχιστες ήταν οι φορές που απολαύσαμε απρόσκοπτοι μπάλλα στην αλάνα μεταξύ μας και άλλα παιδιά της γειτονιάς. Ήταν οι ώρες που ο και Θεολόγος απουσίαζε, και η λυπηρή και βραχνή φωνή πίσω από τα παραθυρόφυλλα του χαμόσπιτου από την άλλη μεριά της αλάνας, με το προστακτικό όσο και παρακλητικό: «Έχουμε άρρωστο άνθρωπο, κρεβατωμένο. Να φύγετε, να παίξετε αλλού!», δεν θα μας πτοούσε.

Όσο μεγαλώναμε η εμβέλεια των περιπλανήσεων μας γύρω και πέρα από την παλιά γειτονιά διευρυνόταν. Η πόλη διέθετε κείνη την εποχή ακόμα αρκετές αλάνες και γενικά «ακάλυπτους» χώρους, πριν ακόμα οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα καταλάβουν κάθε σπιθαμή ελεύθερης για τα παιδιά γωνιάς. Ευκαιρίες για impromptu ματς μακριά από τις παρενοχλήσεις και την κακεντρέχεια του «θεολόγου» ή τις παρακλήσεις του αρρώστου γέρου του ρέματος υπήρχαν. Πέρα όμως από το πρακτικό ζήτημα της απόστασης από τα σπίτια μας, αυτές οι περιπλανήσεις παρουσίαζαν το πρόσθετο πρόβλημα της παραβίασης κάποιας εδαφικής επικράτειας, καθώς θα παρεισδύαμε απροσκάλεστοι στους χώρους άλλων παιδικών συμμοριών, σε άλλες γειτονιές άγνωστων οικογενειών με απρόβλεπτες αντιδράσεις. Επομένως, μπάλα σε μακρινές αλάνες μπορούσε να παιχτεί μόνον μετά από μιαν επί τόπου πρόσκληση από τα παιδιά της μακρινής αλάνας, αν και εφόσον χρειάζονταν να συμπληρώσουν τα νούμερά για δίτερμα, ή αν η μπάλα που φέρναμε παραμάσχαλα ήταν ανώτερης ποιότητας για να τα δελεάσει. Αλλιώς θα επιστρέφαμε αγνοημένοι και απογοητευμένοι στην όχι και τόσο φιλόξενη έδρα μας.

Ήταν το απόγεμα μιας Τετάρτης που παιδιά από το σχολείο κάλεσαν, τον Κωστάκη και μένα, για ένα δίτερμα σε έναν ακάλυπτο περιφραγμένο χώρο σε μιαν πάροδο της Καλλιδοπούλου, ιδανικό για έναν «επισημότερο» αγώνα. Το πρόβλημα μας ήταν ότι αργότερα το ίδιο απόγευμα με τον Κωστάκη είχαμε το προγραμματισμένο φροντιστήριο Αγγλικών. Ο πειρασμός της συμμετοχής σε ένα τέτοιο ματς με τα άλλα «αστέρια» του σχολείου μας, τον Παπαοικονόμου συμπεριλαμβανομένου, ήταν μεγάλος. Αποφάσισα να την κοπανήσω από το μάθημα των Αγγλικών, και αφού θα ικανοποιούσα το πάθος μου, μετά το σχόλασμα του φροντιστηρίου θα συναντούσα τον Κωστάκη έξω από αυτό για να γυρίσουμε μαζί σπίτι, όπως πάντα κάναμε. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Τι κενά θα άφηνε στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας η απουσία από ένα δίωρο μάθημα; Την μπάλα την ευχαριστήθηκα στο έπακρο εκείνο το απόγευμα και έπαιξα καλά, αλλά στη ροή του και την έκσταση που πρόσφερε το παιχνιδιού ξέχασα το πέρασμα της ώρας. Είχε πλέον βραδιάσει όταν παίχτηκε και η τελευταία κλωτσιά· ούτε η κούραση, ούτε η βρωμιά από την σκόνη, ούτε τα γρατσουνίσματα σε γόνατα και αγκώνες ήταν ικανά να δώσουν τέλος σε τέτοια  παιχνίδια, μόνο το σκοτάδι ή κάποια ανώτερη δύναμη. Το φροντιστήριο είχε σχολάσει εδώ και αρκετή ώρα. Πήρα το δρόμο μου για το σπίτι κουρασμένος, αναψοκοκκινισμένος, κάθιδρος, καλυμμένος πατόκορφα από τη σκόνη της αλάνας. Στη διασταύρωση της Δεληγιώργη με το δρομάκι μας με περίμεναν ανήσυχοι, όρθιες σκιές κάτω από το αχνό της λάμπα της κολώνας της ΔΕΗ που φώτιζε τη γωνιά της Τσαπατσάραινας. Στέκονταν εκεί η γιαγιά, ο Πατέρας και η Μάνα, ο Κωστάκης, ζαρωμένος και φοβισμένος δίπλα στη μάνα του, τη Φούλα, και τη γιαγιά του, την κυρά-Μαρίκα. Η κοπάνα, η επιλογή του ποδοσφαίρου αντί για δύο ώρες ανιαρού μαθήματος Αγγλικών, είχε αποκαλυφθεί -προφανώς από τον Κωστάκη. Η κούραση μου όμως ήταν τέτοια, που ούτε φόβο για τις κατσάδες και τιμωρία που πιθανότατα θα ακολουθούσε, ούτε ενοχές για το χαμένο αλλά πληρωμένο μάθημα στο φροντιστήριο ένιωσα.

Πάνω στο διαμέρισμα, το αναμενόμενο ξέσπασμα και οι φωνές του Πατέρα, στις ψηλότερες δυνατές κλίμακες έντασης (κι ο Πατέρας είχε πάντα, μέχρι και τα γεράματα βροντερή και διαπεραστική φωνή που συντάραζε τα σωθικά των ανθρώπων σε μεγάλη ακτίνα γύρω του), όλη αυτήν την αντίδραση την περίμενα και δεν με κλόνισε όσο άλλες φορές: «Ανόητε! Απατεώνα! Ψεύτη! Γάιδαρε!», «Πληρώνουμε για να μάθεις γράμματα κι εσύ αλητεύεις…»· «Θα σε διαγράψω από αύριο κιόλας από το φροντιστήριο…» και άλλα στο ίδιο μοτίβο. Η Μάνα άκουγε από δίπλα με ικανοποίηση και συγκατάβαση. Στεκόμουν αμίλητος με κατεβασμένα τα μούτρα και το βλέμμα στο πάτωμα. Στο μπάνιο που με οδήγησαν για να με πλύνουν, ο Πατέρας για πρώτη (και, να σημειωθεί, τελευταία) φορά στη ζωή μου με χαστούκισε. Αυτό με κλόνισε και με έκανε να κλάψω. Η γιαγιά, στο πλευρό μου ακόμα και στις αταξίες, μόνος σύμμαχος μου εκείνο το βράδι, τον επέπληξε με τον μικρασιάτικο ήπιο της τρόπο για την πράξη εκείνη: «Παναγιώτη, παιδί είναι…». Σκούπισε τα δάκρυά μου, έπλυνε το πρόσωπό μου και με παρηγόρησε. Ακόμα και σήμερα η συμπάθεια και παρηγοριά που μου πρόσφερε η γιαγιά, η κατανόηση του παιδικού σκεπτικού που κανείς δεν έδειξε εκείνο το βράδι, με συγκινεί. Η Μάνα αμίλητη, διατήρησε μιαν φαινομενικά ουδέτερη στάση, αλλά μάλλον συμμεριζόταν τον θυμό του Πατέρα και συμφωνούσε με την επίπληξή, ίσως και με το χαστούκι. Το πρότυπο ενός επιμελούς και τακτικού και άριστου παιδιού δασκάλας είχε μαγαριστεί και για εκείνο τουλάχιστον βράδι είχα γίνει ένα με τη μαρίδα της γειτονιάς, που δεν έχει φιλοδοξίες, ούτε στόχους στην ζωή. Τα πράματα σταδιακά ηρέμησαν. Ο Πατέρας μάλλον κατελήφθη από δεύτερες σκέψεις κι ενοχές για τη βίαιη αντίδρασή του. Αργότερα, σε χαμηλούς τόνους, ρώτησε πως ήμουν. Παρά τις όποιες φωνές και απραγματοποίητους εκβιασμούς,  παρά την χειραγώγηση που ασκούσε στο άμεσο ανθρώπινο περιβάλλον του, τέτοιου είδους φυσική βία ποτέ δεν ήταν κατάληψη μιας κατά τα άλλα απότομης και πολλές φορές άγαρμπης συμπεριφοράς του. Το επεισόδιο την επόμενη κιόλας μέρα ξεχάστηκε, καμιά από τις απειλές για διαγραφή από το φροντιστήριο ή το κλείσιμο στο σπίτι τα απογέματα μετά το σχολείο δεν υλοποιήθηκε.

Δεν την ξανακοπάνησα από το φροντιστήριο και ούτε, βέβαια, από το σχολείο. Οι εξερευνήσεις μας όμως για χώρους όπου θα μπορέσαμε να παίξουμε απερίσπαστοι μπάλα συνεχίστηκαν με τον ίδιο ζήλο. Ο Πατέρας μετά τη δουλειά και το φαγητό του κατάφευγε στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει τον καθιερωμένο και αδιαπραγμάτευτο απογευματινό του «υπνάκο» ή «τιτιρλά», όπως χιουμοριστικά το αποκαλούσε στις καλές του μέρες, αλλά μετά το επεισόδιο με την «κοπάνα», με έθετε σε καραντίνα δίπλα του στο διπλό κρεβάτι. Από την έμμονη ιδέα ότι τα παιδιά θα μαζεύονταν σε λίγη ώρα κάτω στην γειτονιά για τα παιχνίδια τους μου ήταν αδύνατο να αποδράσω. Η δοκιμασία της παιδικής ψυχής γίνεται ανυπόφορη απέναντι σε τέτοιους πειρασμούς. Το παιχνίδι με τα φιλαράκια είναι το όπιο της παιδικής ηλικίας. Μετρούσα μέχρι το εκατό, καμιά φορά και το διακόσια ή μέχρι να ακούσω το ροχαλητό του Πατέρα, ξεγλιστρούσα από το κρεβάτι και με απαράμιλλη τεχνική κι ελάχιστους ήχους άνοιγα την κλειδαριά της εξώπορτας του διαμερίσματος που, δυστυχώς, βρισκόταν τρομακτικά κοντά στην κρεβατοκάμαρα και γλιστρούσα έξω στον διάδρομο. Το κλείσιμο της πόρτας χωρίς κλειδιά, το τρίξιμο της, ο θόρυβος από την γλώσσα της κλειδαριάς όταν έκλεινε, ήταν μια εξίσου εναγώνια και χρονοβόρα διαδικασία. Σκεφτόμουν όμως ότι ακόμα και να ξυπνούσε ο πατέρας μέσα από τον ύπνο του, ύπνος που συνήθως διαρκούσε ώρες, αποκλειόταν να είχε αποθέματα ενέργειας και θέλησης για να με φέρει πίσω με φωνές. Στην χειρότερη περίπτωση θα έβγαζε μια μάταια και βαριεστημένη φωνή και θα συνέχιζε την σιέστα του γυρίζοντας πλευρό. 

Είχα ανακτήσει την ελευθερία μου κάτω από το γαλανό ουρανό και το άπλετο φως των Σαλονικιώτικων απογευμάτων, και ο παιδικός κόσμος, της γειτονιάς, των φίλων, της μπάλας -και όταν αυτή παρεμποδιζόταν, άλλων παιχνιδιών- μου άνοιγε διάπλατη την αγκαλιά του. Η ελευθερία είναι μια έννοια αδύνατο να οριστεί, ακόμα και να περιγραφεί μονοσήμαντα με λόγια και λέξεις, αλλά το αίσθημα που η κατάκτησή της κάνει να αναβλύζει μέσα μας είναι ξεκάθαρο, μοναδικό και αδιάψευστο. Την ελευθερία την επιζητείς και τελικά τη νιώθεις στο βαθμό που την έχεις κατακτήσει και σε αναλογία με την προσπάθεια που έχεις καταβάλεις για να την κερδίσεις. Και από την αλάνα, όπου είμαστε persona non grata από τον μισητό «θεολόγο», παίρναμε τους δρόμους με μια μπάλα παραμάσχαλα για πιο εξωτικές και μακρινές γωνιές: για την αλάνα της Κωνσταντινουπόλεως, συνήθως όμως κατειλημμένη από μεγαλύτερα παιδιά, μέχρι και ερασιτεχνικές ομάδες· για τα πάρκα της παραλίας, εκεί όμως υπό την απειλή διωγμού από κηπουρούς και φύλακες ή και τον περιστασιακό συνταξιούχο που ήθελε να αράξει σε ένα παγκάκι και απολαύσει την ησυχία του. ·ακόμα και για το «βοηθητικό» του ΠΑΟΚ στην Άνω Τούμπα, που για να πάμε διασχίζαμε ρέματα και αυλές αυθαίρετων χαμόσπιτων, για λίγα λεπτά ποδόσφαιρου σε χώρο επαγγελματικών προδιαγραφών με κανονικά γκολπόστ και γρασίδι! Η ανείπωτη εκείνη χαρά διαρκούσε μόλις λίγα λεπτά, μέχρι που ο επιστάτης μας πάρει χαμπάρι και διώξει πάραυτα, σαν να διαπράτταμε ιεροσυλία σε κάποιο χώρο ιερό.

Ποδόσφαιρο, λοιπόν, παντού: σε δρόμους και γειτονιές, σε πάρκα και αλάνες, στην αυλή του σχολείου παρά τις ρητές απαγορεύσεις και κατασχέσεις ο,τιδήποτε είχε σφαιρικό σχήμα, στις εκδρομές του σχολείου, όπου οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ τάξεων προγραμματίζονταν εκ των προτέρων σχολαστικά από τους αυτόκλητους αρχηγούς. Μπάλα παντού, με κάθε διαθέσιμο μέσο: με μπάλες πλαστικές, δερμάτινες, μικροσκοπικές από καουτσούκ κρυμμένες στις τσέπες των παντελονιών μας για την αυλή του σχολείου, αθέατες στο γυμνό μάτι της κυρίας Βάντας και του κυρίου Ευγενίδη και των επιβλεπόντων δασκάλων που περιφέρονταν στο προαύλια στα διαλλείματα με μια βέργα παρά πόδα. Μέχρι και πλαστικά μπουκάλια γάλατος όταν ο,τιδήποτε άλλο είχε κατασχεθεί, από την κυρία Βάντα που μισούσε τα παιδιά, όσο φαντάζομαι και το ποδόσφαιρο. Όλα αυτά τα παιχνίδια, μικρά και μεγάλα, διάρκειας από τα λίγα λεπτά του διαλείμματος, ως αρκετές ώρες μετά την δύση του ήλιου και μέχρι το σκοτάδι να κάνει την μπάλλα πλέον αθέατη, άφησαν ανεξίτηλες εντυπώσεις στην ψυχή: χαράς, ξεγνοιασιάς, ανεμελιάς, θυμού και πόνου. Ίσως και αυτή η ψυχή να πλάστηκε από τν ενέργεια που γεννιέται και τις αόρατες δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα από συναναστροφές και τις φιλίες, από την ένταξη σε μιαν ομάδα, την οποιαδήποτε ομάδα, από την συνεισφορά στον σκοπό της ώρας, το φιλότιμο, την αδερφικότητα που γεννιέται μέσα της, το «ο ένας για όλους και όλοι για τον έναν.» Εντυπώσεις κάθε λογής: την απογοήτευση από κάποιο άδοξο τέλος· την έκσταση του γκολ και της ποθητής νίκης· το ρίγος της περηφάνιας από τον έπαινο του Παπαοικονόμου, του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ταλέντου στο Δημοτικό, για την απόδοση μου σε ένα παιχνίδι· την ταπείνωση που ένιωσα από τα λόγια του παλιόπαιδου και νταή της τάξης και «αρχηγού» Δεληγιάννη, που είχε πάντα τον πρώτο λόγο στην κατάρτιση των ομάδων, προς τον «υπαρχηγό» Γκούτα, όταν σκόραρα ένα αυτογκόλ στη Νέα Ελβετία («Γκούτα, αυτόν σου είπα να μην τον βάλεις στην ομάδα!»)· την έξαρση, όταν φόρεσα μια φανέλα με το νούμερο 7 ραμμένο στην πλάτη, σε ένα «επίσημο» ματς με την τάξη σε μια από τις εκδρομές του σχολείου.

Σιγά-σιγά, ο παιδικός ενθουσιασμός κι η λαχτάρα για τα παιχνίδι που έπαιζα με τα παιδιά έγινε πάθος για αυτό καθαυτό το σπορ. Με το τέλος του Δημοτικού, την έναρξη της εφηβείας, η παρέα της γειτονιάς σκορπίστηκε σε διαφορετικά Γυμνάσια. Τα απογέματα και οι Κυριακές και οι μέρες των διακοπών της μπάλας στις αλάνες και τους «ακάλυπτους», που άρχιζαν να χτίζονται και καλύπτονται με γρήγορους ρυθμούς, χάνονταν οριστικά. Ο ιδρώτας στα παιδικά μας πρόσωπο, ο καυτερός ήλιος, οι κομμένες ανάσες, οι φωνές κι οι καυγάδες, οι πανηγυρισμοί και η απογοήτευση για το τίποτε, πολύτιμες αναμνήσεις, αποσύρθηκαν στα βάθη της μνήμης. Κάποια φευγαλέα και αφελή όνειρα να παίξω για τον Άρη Θεσσαλονίκης, όπως ο Παπαοικονόμου, στο Χαριλάου που είχε πλέον στρωθεί με χορτοτάπητα, μπροστά σε γεμάτες κερκίδες, εξαλείφθηκαν με την έναρξη της εφηβείας και μιας υπερπροσπάθειας για μόρφωση.

Με τον Κωστάκη μεταμορφωθήκαμε από μικροί μπαλαδόροι σε οπαδούς. Πριν καλά-καλά ξεκινήσει η βδομάδα πηγαινοερχόμαστε στα πρακτορεία του Κούδα κι άλλων ή τις θυρίδες των γηπέδων της Θεσσαλονίκης για εισιτήρια για κάποιο ντέρμπι πριν γίνουν ανάρπαστα. Και νωρίς τα  Κυριακάτικα πρωινά, ανεβαίναμε την Κωνσταντινουπόλεως μέχρι το τέρμα της, ένα τετράγωνο πίσω από το γήπεδο της Χαριλάου, πριν ακόμα ανοίξουν οι θύρες του σταδίου για μια καλή θέση, μέσα από την κοσμοσυρροή και το αδιαχώρητο: Θύρα 1 με τους «Ιερολοχίτες», αργότερα Θύρα 3, πίσω από τις εστίες με τους «θερμόαιμους», και σε πιο αδιάφορα ματς, αν είχαμε το θάρρος πηδούσαμε από τα κάγκελα στη Θύρα 4 κάτω από το σκέπαστρο όπου τα εισιτήρια ήταν ακριβότερα, αλλά η θέα πανοραμική. Τα πλήθη -κι εμείς δυο αναπόσπαστα μόριά τους- εξέφραζαν, με την ελευθερία που η ανωνυμία των μελών τους και συγκάλυψη προσφέρει και τη δύναμη μιας συμπαγούς μάζας, χωρίς ενδοιασμούς, με χειρονομίες και κραυγές και βρισιές, κοινά συναισθήματα: τη χαρά και τον ενθουσιασμό στις νίκες, την απογοήτευση και πίκρα στις ήττες, την οργή με την κάθε αίσθηση αδικίας σε βάρος της ομάδας.  

Thursday, July 6, 2023

Ένα Παιδί - 32 Μπάλα: Στα Γήπεδα

Πήγαμε στο γήπεδο με τον Πατέρα -δυο, μπορεί και τρεις φορές. H πρώτη που θυμάμαι ήταν σε ένα βραδινό παιχνίδι κάτω από τα φώτα των προβολέων στο Καυταντζόγλειο. Πλαισιωμένος από τον Πατέρα και τον παππού, χαμηλά στις κερκίδες ενός κατάμεστου σταδίου, παρακολουθήσαμε τον Ηρακλή και τον Άρη στο τοπικό τους ντέρμπι. Πολύ μικρός στην ηλικία τότε, δεν είχα ακόμη συγκροτήσει αντίληψη για το τι συνέβαινε στον αγωνιστικό χώρο και επομένως δεν ένιωσα την αγωνία για την εξέλιξη και έκβαση του αγώνα, που χαρακτηρίζει (και βασανίζει) τους μυημένους στο τελετουργικό και μυστήρια της μπάλας οπαδούς. Θυμάμαι πιο πολύ το εντυπωσιακό τότε για δυο παιδικά μάτια στάδιο, τους εκτυφλωτικούς προβολείς, τη λάμψη του πράσινου του γρασιδιού κάτω από το φως τους, τις σκιές των ανθρώπων των στρυμωγμένων στις κερκίδες, την καπνιά από τα τσιγάρα και την μυρωδιά της, την ζεστή δροσιά του βραδινού ανάμεσα σε τόσο κόσμο, που έδειχνε να νοιάζεται και να αγωνιά.  

Ήταν κι ο παππούς φίλαθλος και ποδοσφαιρόφιλος. Από νέος, από τότε που η Μελενικιώτικη οικογένεια εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη μετά την συμφωνία του Βουκουρεστίου, έγινε οπαδός του Άρη σχεδόν μετά από την χρονιά της ίδρυσής του ως σωματείο. Και το ποδόσφαιρο, στη φτώχια της προσφυγιάς, διέλυε κάπως την ομίχλη της μιζέριας, γινόταν απόδραση από την γκρίζα ρουτίνα της καθημερινότητας εργατοϋπαλλήλων σαν και κείνον, ο ερχομός της Δευτέρας γινόταν πιο ανεκτός. Ίσως, να έπαιξε και λίγο ποδόσφαιρο ο παππούς στα νιάτα του, ενώ στη σύνταξη και τα γεράματα σύχναζε στο καφενείο της ερασιτεχνικής ΜΕΝΤ, στην παλιά γειτονιά, με φίλους να συζητάνε τα βάσανα της ζωής, μαζί με τα θέματα της απόμακρης πολιτικής σκηνής και της κοντινότερης σε αυτούς ποδοσφαιρικής. Η τελευταία εικόνα που είχα του παππού, το βράδι πριν επιστρέψει οριστικά στην ψυχιατρική κλινική και τελικά πεθάνει, ήταν με την κοντή κόκκινη ρόμπα του, καθισμένος σε μιαν πολυθρόνα του καθιστικού, να παρακολουθεί αμίλητος στην τηλεόραση μας έναν αγώνα από το παγκόσμιο κύπελλο του 1974. Αργότερα κατάλαβα ότι το χούι και τη μανία για το ποδόσφαιρο τα κουβαλάμε ολόκληρη ζωή. Είναι σημαντική παρηγοριά να ξέρουμε κάτι που αγαπήσαμε από παιδιά θα μας συνοδεύει μέχρι τέλους.

Το πρώτο παιχνίδι στο ακόμα τότε «ξερό» γήπεδο του Άρη, στην ήδη ξακουστή έδρα της «Χαριλάου», το παρακολούθησα με τον Πατέρα -και χαράχτηκε ανεξίτηλο στη μνήμη. Ήταν ένα ζεστό, ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγεμα του φθινοπώρου στην αρχή μιας ακόμα ποδοσφαιρικής σαιζόν. Η ζωντανή ατμόσφαιρα ήταν πολύχρωμη και πολυσύνθετη, ξεπερνούσε κάθε εμπειρία από προηγούμενα θεάματα και ασχολίες: η οχλοβοή του κόσμου που σκορπιζόταν σαν μερμήγκια στις κερκίδες από τα ανοίγματα-«θύρες» του γηπέδου, το αξέχαστο άρωμα από τα τσιγάρα ενός σχεδόν αποκλειστικά αρσενικού πλήθους, οι ρεκλάμες και οι ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα του σταδίου, δυο μαυροκίτρινες σημαίες να κυματίζουν εκατέρωθεν του πίνακα που κατάγραφε το σκορ κάτω από τους δείκτες του μεγάλου μηχανικού ρολογιού: Άρης 0 – Βύζας Μεγάρων 0. Ξεχώριζαν οι βροντερές φωνές των μικροπωλητών που πουλούσαν αναψυκτικά «Φλώρινα-ξινό νερό» για τη δίψα, πασατέμπο για τα νεύρα, «λουκουμάδες, παιδιά!». Με αξιοθαύμαστη σβελτάδα ανάμεσα στις κατάμεστες σειρές και σκαλοπάτια από στρυμωγμένους ώμους και πόδια, ανεβοκατέβαιναν τις κερκίδες προς εξυπηρέτηση της πελατείας τους. Και όταν η θέση ενός πελάτη ήταν απροσπέλαστη, η αγοροπωλησία λάμβανε χώρα από απόσταση: με την ρίψη του εμπορεύματος από τον πωλητή, των κερμάτων του αντίτιμου στην αντίθετη κατεύθυνση ή, σε ακραίες περιπτώσεις, χέρι-με-χέρι από σειρά-σε-σειρά, από οπαδό-σε-οπαδό. Ο Πατέρας μου αγόρασε μια πορτοκαλάδα «Φλώρινα». Την ήπια από ένα μικρό σφαιρικό πλαστικό μπουκαλάκι της, δροσερή, όπως μας την πέταξαν από κάτι παγούρια με πάγο στη βάση της κερκίδας. Γεύση ποδοσφαιρική, του «Χαριλάου». Μου άρεσε. Γέλια και αστεία και πειράγματα, πρόσχαρη διάθεση παντού γύρω μας: σε λίγο το ματς θα ξεκινούσε και τι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στις ζωές εργαζόμενων ανθρώπων ένα κυριακάτικο απόγευμα!  

Μισή ώρα πριν το «εναρκτήριο λάκτισμα» ένα βυτιοφόρο που έσερνε κάτι σαν επίμηκες ποτιστήρι ψέκασε με νερό το γήπεδο στο μήκος και το πλάτος του. Ακολούθησε ο ισόβιος επιστάτης του γηπέδου, ο ταλαίπωρος Σόλων (αυτός του άσματος: : «Σόλων, Σόλων άνοιξε τις πόρτες και κλειστές μην τις κρατάς, άσε μας να μπούμε μέσα πριν να γίνει σαματάς» που θα τραγουδούσα κι εγώ αργότερα) με ένα καροτσάκι γεμάτη ασβετόσκονη, να τονίσει τις γραμμές της περιοχής, τους κύκλους και τα ημικύκλια, τα τεταρτημόρια στις τέσσερις γωνιές του κόρνερ, και φυσικά την τελεία στο σημείο του πέναλτι. Ο ενθουσιασμός και η προσδοκία του πλήθους, και η δική μου ανάμεσά τους, λεπτό με λεπτό εντεινόταν. Οι διαφημίσεις από το μεγάφωνα ξαφνικά διακόπηκαν για να παρουσιαστούν οι ενδεκάδες. Η αγόρευση των επιθέτων των παικτών της «φιλοξενούμενης» ομάδας, του Βύζαντα Μεγάρων, συνοδεύονταν από μερικά αδιάφορα «Οουυυ!». Ακολούθησε η ενδεκάδα του «Άρεως Θεσσαλονίκης», διαγγελμένη μέσα από κύματα επευφημιών: ΧΡΗ-ΣΤΙ-ΔΗΣ! (‘Ολέεε!’), ΠΑΛ-ΛΑΣ! (‘Ολέεε’), Ναλ-μπά-ντης!... Σε-μερ-τζής!..., Σπυ-ρί-δων!..., Λου-κα-νίδης!..., Ραπτό-πουλος!..., Κερα-μι-δάς!..., Α-λε-ξιά-δης!... Συ-ρό-που-λος! Και.. Κων-σταν-τι-νί-δης! (Ολέεε!)» Μια ενδεκάδα, και πολλές ενδεκάδες του Άρη και άλλων ομάδων έκτοτε, που καταφέρναμε να απομνημονεύουμε πιο εύκολα από τα ποιήματα και τροπάρια του σχολείου. Κάθε όνομα προφερόταν με έμφαση και στόμφο, τα επίθετα των παικτών, με τον παλμό της φωνής του εκφωνητή, αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα και σπουδαιότητα, το κύρος γενναίων πολεμιστών που ετοιμάζονταν για τη μεγάλη μάχη. Σε λίγο, οι αγέλαστες, μερικές φορές χοντροκομμένες και άσχημες φυσιογνωμίες με τα χέρια πλεγμένα μπροστά στο φουσκωμένο στήθος και μάτια μισόκλειστα από τον ήλιο κατάφατσα στα «χαρτάκια» που συνέλεγα ως παιδί, βγήκαν τρέχοντας από την καταπακτή μέσα από το ξέσπασμα του πλήθους που χειροκροτούσε και κραύγαζε την ιαχή: «Ά-ρης!», «Ά-ρης!». Αισθάνθηκα αμήχανα, μικρό παιδί ανάμεσα σε όρθιους μεγάλους που χειροκροτούσαν, κυκλωμένος από την ένταση των επευφημιών και ζητωκραυγών και συνθημάτων. Μου σηκώθηκε η τρίχα από την αδιευκρίνιστη έξαψη που κυριεύει οπαδούς στην αρχή ενός ματς, και ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου, μάλλον περηφάνιας για την ομάδα που θα υποστήριζα από εκείνη τη μέρα και στον αιώνα τον άπαντα. Είμασταν πλήθος ομόψυχο πίσω από τα παλικάρια με τις κιτρινόμαυρες φανέλες. Είμασταν βέβαιοι ότι θα έδιναν και τη δική τους ψυχή, θα έχυναν τον ιδρώτα και καμιά φορά το αίμα τους, για τον εφήμερο σκοπό της νίκης στο γήπεδο, για την «φανέλα» ή τον Άρη και τους οπαδούς του σήμερα όπως κάθε Κυριακή, για αφηρημένα ιδανικά όπως το πρωτάθλημα ή κάποιο κύπελλο στο τέλος μιας μεγάλης διαδρομής. Ανήκα κι εγώ στο πλήθος που ένωνε ο σκοπός και η λαχτάρα της νίκης, κάτι κενό περιεχομένου που δεν θα επηρέαζε ματεριαλιστικά στο ελάχιστο τις ζωές μας, αλλά τουλάχιστον πρόσκαιρα θα όξυνε, προς το καλύτερο ή χειρότερο, ένα φάσμα από ανθρώπινα συναισθήματα, αναγκαία συστατικά των ζωών. Έγινα ένα με αυτό το πλήθος και την ομάδα, οντότητες φαινομενικά ανώτερες από τους μικρούς μου εαυτούς. Ίσως, όμως, όχι τόσο για εγωκεντρικές προσωπικότητες όπως ο Πατέρας.

Η ενδεκάδα του Άρη παρατάχτηκε σε δυο σειρές, από γονατιστούς και όρθιους παίκτες, οι τελευταίοι με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος, τον τερματοφύλακα Χρηστίδη, τον αρχηγό της ομάδας στο ολόμαυρο kit, πρώτον όρθιο από αριστερά. Το παιχνίδι άρχισε μέσα από ένα κρεσέντο επευφημιών και συνθημάτων. Αυτή την φορά καταλάβαινα τις φάσεις και τους κανόνες του: τα κόρνερ, τα φάουλ, τα άουτ και τα «αράουτ», ακόμα και τα οφσάιντ. Η κερκίδα είναι πάντα ο μέγας κριτής κάθε σφυρίγματος του διαιτητή, μεροληπτικός βέβαια, και κάθε απόφαση εις βάρος του Άρη, πέρα από ελάχιστες εξόφθαλμα σωστές, συνοδευόταν από αποδοκιμασίες και βρισιές. Οι λάινσμαν, πιο κοντά στις κερκίδες, άκουγαν εξάψαλμους αποδοκιμασιών σε κάθε φάλτσα ανύψωση της σημαιούλας, αλλά παρέμεναν αδιάφοροι σε κάθε ύβρι πίσω από την πλάτη τους: ούτε καν γυρνούσαν το κεφάλι τους να αντικρύσουν τους υβριστές τους. Πως το μπορούσαν και άντεχαν; Πως να μην ένιωθαν κάποιον φόβο, παρά τα υψηλά προστατευτικά κιγκλιδώματα που μερικοί φανατικοί τα σκαρφάλωναν και κρέμονταν απειλητικά από αυτά;

Για αρκετό χρόνο στη διάρκεια του ματς, ξεχνιόμουν μακριά από εκεί που παιζόταν πέρα-δώθε μια ατελέσφορη μπάλα, και παρακολουθούσα με κρυφό θαυμασμό το είδωλό μου: τον Χρηστίδη. Καθώς το παιχνίδι για μεγάλα διαστήματα παιζόταν μακριά από τα γκολπόστ του, άφηνε την περιοχή, απομακρυνόταν από αυτήν προς τον κύκλο του κέντρου και έβλεπε το παιχνίδι με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος -ως θεατής και αυτός. Είχε κουράγιο, ξεχώριζε ανάμεσα στους 22 παίκτες, ο αγέρωχος και επιβλητικός καπετάνιος στην ολόμαυρη περιβολή του. Δεν θα έπρεπε, όμως, να στεκόταν πιο κοντά στην εστία του για παν ενδεχόμενο; 

Και μετά ήρθαν τα γκολ. Η ιαχή «Γκοοόλ!» άγγιζε νέα ύψη της ντεσιμπέλ κλίμακας και τάραξε την παιδική ψυχή μου. Σηκώθηκα μικρός ανάμεσα σε σώματα μεγάλων να διακρίνω το τι γίνεται σε ένα πανδαιμόνιο πανηγυρισμών. Το γήπεδο και η συνοικία της Χαριλάου βρόντηξε. Και στο τέλος ήρθε η πολυπόθητη νίκη. Η κερκίδα γέμισε από χαρούμενες φυσιογνωμίες. Σηκώθηκε όρθια από άκρη σε άκρη, τα μαξιλαράκια από φελιζόλ πετάχτηκαν στα ουράνια. Η βοή της κερκίδας, μίγμα από επευφημίες, μπράβο και γέλια, φανέρωνε ικανοποίηση. Το ταμπλό, χάριν στο χέρι κάποιου πρόθυμου εθελοντή, έδειχνε μιαν ευχάριστη κατάληξη: Άρης 2 – Βύζας 1. Οι παίκτες του Άρη με τα χέρια υψωμένα προς τις τέσσερις πλευρές του γηπέδου, τη μια μετά την άλλη, χαιρέτισαν τους οπαδούς τους κάτω από μια θύελλα χειροκροτημάτων και «μπράβο, παιδιά!». Ο Άρης είχε νικήσει, είχαν νικήσει και οι οπαδοί του. Με τη χαρά που μια ποδοσφαιρική νίκη φέρνει ζωγραφισμένη διάπλατα στα πρόσωπα τους, μεγέθους ανεξήγητου επιστημονικά, εγκατέλειψαν το γήπεδο, πολλοί με χειρονομίες και κινήσεις για εμφατικές, σημειολογικές περιγραφές φάσεων και παραλειπόμενων του αγώνα που προηγήθηκε. Η βδομάδα της δουλειάς στα γραφεία και τα εργοστάσια που για λίγες ώρες είχε ξεχαστεί, θα ξεκινούσε με λίγο περισσότερη όρεξη και κουράγιο αύριο. Το γεγονός επιδρούσε ως ναρκωτικό.

Από τον καιρό που άρχιζε να δουλεύει ως μόνιμος πλέον υπάλληλος, η απογευματινή και κυριακάτικη ραστώνη, οι ώρες του απογευματινού ύπνου μετά το φαγητό που ίσως απόσβηναν τις σκοτούρες της δουλειάς, απέκτησαν σημασία και τους δόθηκε απαράβατη προτεραιότητα στη ζωή του Πατέρα. Παρ’ όλη την συνειδητή απομάκρυνσή από τα γήπεδα και την αποστασιοποίηση από τη μάζα των αφοσιωμένων οπαδών και φιλάθλων, δεν έπαυε σε κάθε ευκαιρία να θυμάται την σύντομη ερασιτεχνική θητεία του και να επισημάνει με μια δόση περηφάνιας: «Σε δύο πράγματα είχα ταλέντο: στα μαθηματικά και το ποδόσφαιρο». Ή να ανταλλάσσει δυο κουβέντες με γείτονες και φίλους για το ματς της Κυριακής ή να παίζει το ΠΡΟΠΟ... Οι ανάγκες, οι προτεραιότητες, οι συνήθειες αλλάζουν, αλλά πάντα κάτι μένει: ένα ενδιαφέρον που μας παρακινεί να παρακολουθήσουμε έναν αγώνα και τον επόμενο, να υπεραναλύουμε «λογικά» χωρίς ειρμό και άκρη, να τον κουβεντιάσουμε με φίλους όπως για μιαν παλιά αγάπη, να μας φέρει χαρές και απογοητεύσεις, σε άλλους περισσότερο έντονες, σε άλλους λιγότερο. Όντας παιδί, δεν μου στάθηκε εμπόδιο, αλλά ούτε κι ενθάρρυνε με ζέση την ενασχόληση με το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο, με συμβούλευε, θα έπρεπε να το αντιμετωπίζω σαν έναν παιχνίδι και μόνον, σαν δυο αυστηρά περιχαρακωμένες ώρες ξεγνοιασιάς και ψυχαγωγίας και τίποτε περισσότερο. Να μην το παίρνω στα σοβαρά όσο μερικοί φανατικοί «χωρίς άλλα ενδιαφέροντα στις ζωές τους» και συνήθως άπλετο ελεύθερο χρόνο -δεν αξίζει τα καρδιοχτύπια και μεγάλες στενοχώριες· υπάρχουν και άλλες πηγές να αντλήσει κάποιος χαρά και αισιοδοξία. Κυρίως δεν θα έπρεπε να εκτρέπει την προσοχή μου από το σχολείο και την γνώση: οποιαδήποτε περίπτωση βιοπορισμού από το ποδόσφαιρο αποκλειόταν δια ροπάλου, ακόμα και αν όπως κι εγώ πίστευα διέθετε ταλέντο εφάμιλλο με το δικό του, για το οποίο συχνά μας μιλούσε.

Τουλάχιστον, σε πολλές από τις επισκέψεις μας «κάτω» στην αγορά της Θεσσαλονίκης με τη Μάνα ή και τον Πατέρα, κατεβαίναμε στο υπόγειο του «Καντράντζος ΣΠΟΡ» στην Τσιμισκή. Εκεί με τραβούσε η μυρωδιά του δέρματος και του πλαστικού που αναδυόταν από ένα τεράστιο τετράγωνο καλάθι με μπάλες: μπάλες για ποδόσφαιρο, για μπάσκετ, για βόλεϊ· για να διαλέξω κάποιαν ενόψει διακοπών ή γιατί η προηγούμενη μου μπάλα είχε κλαπεί ή καταστραφεί στα παιχνίδια της γειτονιάς. Βεβαιωνόταν η οικογένεια ότι πάντα θα υπήρχε μια μπάλα σπίτι να την παίρνω και κλωτσάω στις αυλές, στις αλάνες, στα δρομάκια. Και με το ξεκίνημα των παιδικών χρόνων βρέθηκε στη ζωή μου ο Κωστάκης! Το παιδί της γειτονιάς, ο καλός ο φίλος ο κολλητός, ο ποδοσφαιρόφιλος, ο ταλαντούχος παίκτης στο σχολείο -τρίτος αρχηγός τη τάξει στο Δημοτικό, φανατικός Αρειανός, θαυμαστής της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, του Πελέ, όπως και του Αλεξιάδη. Ο Φίλιππος βρήκε τον Ναθαναήλ, το πάθος μου για την μπάλα ζωήρεψε, βρήκε με τον Κωστάκη πρακτική και ελεύθερη διέξοδο, στους δρόμους και τις αλάνες της γειτονιές, στην αυλή των Καζινέρηδων και του σχολείου, στην προσδοκία των κυριακάτικων ματς, στις ατέλειωτες κουβέντες για αυτά και την αγαπημένη ομάδα μας, στις τακτικές πλέον επισκέψεις στο «Χαριλάου», καμιά φορά στην Τούμπα και το Καυταντζόγλειο.

x