Η μεταπολεμική αστική δημοκρατία στην Ελλάδα είχε μπει στον
γύψο πριν το ερχομό μας στην Κρύα Βρύση, με την εγκαθίδρυση της λεγόμενης δικτατορίας
των συνταγματαρχών. Κανένας στο σχολείο και στους δρόμους του χωριού δεν την
ανέφερε ως τέτοια, δηλαδή δικτατορία –ήταν σαν να μην είχε συμβεί. Δεν
ακουγόταν τίποτε, πουθενά, από κανέναν γύρω μας, από οπουδήποτε θα μπορούσα να
αφουγκραστώ κάτι τις, μερικές λέξεις, έστω και δυσνόητες για ένα παιδί, που
ίσως να τσιγκλούσαν την περιέργειά μου. Για τους περισσότερους απλούς
«ανθρώπους του λαού» φαινόταν όπως ακριβώς προπαγανδιζόταν: σαν μια
«επανάσταση» δήθεν για την σωτηρία και το καλό της πατρίδας. Αλλά και η ζωή,
κατά τα φαινόμενα, ανέβαινε ομαλά πλέον, μετά τις προ-πραξικοπηματικές πολιτικές
ανωμαλίες, την ανηφόρα της προόδου και προκοπής. Ούτε βέβαια μπορούσα να έχω αντίληψη
περί του τίνος επρόκειτο, παρόλο που στα σχολεία γιορταζόταν, μέσα από μια
υποδαυλισμένη εθνικοφροσύνη, ως κάτι αναγκαίο και ιστορικό, και κάτι που πλέον εμφανιζόταν
ως κατεστημένο στις ζωές μας. Η «Εθνοσωτήριος Επανάστασις» της 21ης
Απριλίου! Γιορταζόταν με σημαίες, πανηγυρικούς λόγους κενούς κάθε ουσίας και
ειρμού, παπαγαλίσματα ακατανόητων συνθημάτων, ηρωικά ποιήματα, στρατιωτικά εμβατήρια,
εκκλησιαστικές λειτουργίες, με πορτραίτα ηρώων της επανάστασης του ‘21,
διάφορες καλλιτεχνικές εκδοχές του φοίνικα που αναδυόταν από τις φλόγες και τα λοιπά
faux bijoux της τότε Ελλάδος των
Ελλήνων Χριστιανών, ένας αχταρμάς ιδεολογικά και πολιτικά αβάσιμων και
ασύνδετων μορφών και φράσεων. Θα περνούσαν πολλά χρόνια και διάφορες πολιτικές
παλινδρομήσεις για να διαπιστώσω και αναλύσω τι υπήρχε πίσω από τέτοια φτιασίδια:
ένα ιδεολογικό τίποτε, που παρ’ όλα αυτά διέθετε αρκετή έπαρση στις μορφές του
για να φουσκώνει τις ψυχές πολλών ομοεθνών με την ιδέα του προικισμένου και περιούσιου
λαού, στον οποίο η ανθρωπότητα χρωστάει τα φώτα της.
Μετά από εκείνη την πρώτη επέτειο της «Εθνοσωτηρίου
Επαναστάσεως» μετρούσαμε πλέον τις μέρες προς το τέλος της πρώτης σχολικής
χρονιάς μου. Τα μαθήματα ελάφρυναν, οι μέρες και τα διαλείμματα μεγάλωσαν, το μαγιάτικο
φως απλωνόταν άπλετο πάνω από το σχολείο και το χωριό και έδιωξε το κρύο, οι
εκδρομές, η χαρά του κάθε μαθητή, πολλαπλασιάστηκαν. Στο προαύλιο οι
μεγαλύτεροι μαθητές έστηναν μέσα στη σκόνη κλοτσοσκούφι με ό,τι μπάλα βρίσκανε,
οι κανόνες και η επιτήρηση χαλάρωσαν. Σ’ ένα από κείνα τα ιδρωμένα ματς, μέσα
στη ζέστη και τη σκόνη του ηπειρωτικού Ιούνη, από θεατής έγινε για λίγο
παίκτης, παρά το νεαρό της ηλικίας μου. Και το τέλος της σχολικής χρονιάς σήμανε
με το τελετουργικό των γυμναστικών επιδείξεων. Επιδείξεις, σε προύχοντες και
παπάδες και γονείς, του έργου των δασκάλων του σχολείου, αποδείξεις της πνευματικής
και σωματικής ανάπτυξης, των επιτευγμάτων στην «διάπλαση των παίδων», που έλαβε
χώρα κατά το προηγούμενο έτος. Αγόρια και κορίτσια, ντυμένα με ολόασπρες στολές
και ολόασπρα σπορτέξ παπούτσια, μαζευτήκαμε στο προαύλιο, παραταχθήκαμε, παρελάσαμε,
συγχρονιστήκαμε με μπαλόνια στα χέρια και ασκήσεις που με επιμέλεια και επιμονή
είχαμε προβάρει τις προηγούμενες βδομάδες. Βγήκαμε αναμνηστικές φωτογραφίες –
οι διάφορες τάξεις ομαδικές με τους δασκάλους τους, τα δασκαλοπαίδια ατομικές με
φόντο τους ευκάλυπτους του προαυλίου. Σώζεται ακόμα εκείνη η φωτογραφία να
κινούμαι σε πρόχειρα χορογραφημένες φιγούρες με το μελαχρινό κορίτσι, κόρη κι
αυτή δασκάλας με την οποία με ζευγάρωσαν για το χορευτικό σκέλος των επιδείξεων.
Ένας ακόμα σχολικός κύκλος, λοιπόν, έκλεινε· τα πάντα
ολοκληρώνονταν σύμφωνα με το προδιαγραμμένο από την αρχή της σχολικής χρονιάς πλάνο.
Τα χαμόγελα ικανοποίησης και περηφάνιας ζωγραφίστηκαν στα ιδρωμένα πρόσωπα
δασκάλων και γονιών. Τα παιδιά είχαν κουραστεί περισσότερο από όλους από τα
προσχεδιασμένα παιχνίδια και τα τρεξίματα στη ζέστη της μέρας, αλλά οι μήνες
του καλοκαιριού χωρίς σχολείο θα ήταν το ελιξίριο μιας ανείπωτης χαράς για
όλους, με εξαίρεση ίσως τις σκληρά εργαζόμενες μάνες του χωριού.
Η εμπειρία της Κρύας Βρύσης κορυφώθηκε μ’ έναν εντυπωσιακό
τρόπο, όσο και τραγικό για την ψυχή του πεντάχρονου παιδιού που ήμουν, ένα
σούρουπο, παραμονή του Αη-Γιαννιού, κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο. Αργότερα στη
ζωή, μουρμουρίζοντας μέσα μου τη μελωδία από το τραγούδι της Μοσχολιού, άκουγα
τους στίχους του: «Και φωτιές ανάβανε στους μεγάλους δρόμους\\ τ’ Αϊ Γιάννη θα
’τανε θαρρώ», που θέλοντας και μη μ’ έφερναν πίσω σε εκείνο το βραδινό. Το
σχολείο είχε κλείσει ή ήταν κοντά να κλείσει. Η παραμονή μας στην Κρύα Βρύση
πλησίαζε το τέλος της, όπως συμβαίνει μ’ όλα τα γεγονότα και φάσεις αυτής της ζωής.
Παιδιά του μικρού χωριού, συμμαθητές ως επί το πλείστον, άναψαν, ποιος ξέρει με
τι μέσα, φωτιές από χαρτιά, κλαδιά δέντρων και πλαστικά αντικείμενα καταμεσής
της πλατεϊτσας. Δεν ξέρω πως βρέθηκα ανάμεσα τους, αλλά απολάμβανα την
ελευθερία που προσφέρει η χαλάρωση από τις υποχρεώσεις του σχολείου ενόψει του
καλοκαιριού, την περιπέτεια της στιγμής και την τέρψη από την παρέα και τις φωνές
παιδιών στον κόσμο τους. Ενόσω περίμενα τη σειρά μου να πηδήξω πάνω από τις
αυτοσχέδιες φωτιές, όντας ο επόμενος για το άλμα πάνω από τις φλόγες από τα
σκουπίδια, ίσως να δίστασα από το δέος που προκαλεί ένα τέτοιο πρωτόγνωρο και
τολμηρό εγχείρημα, ίσως να κόμπιασα για να το καλοσκεφτώ, Κάποιος, ο επόμενος
από πίσω μου, μ’ έσπρωξε και έπεσα με τα γυμνά πόδια και χέρια στη φωτιά, από
ανυπομονησία ή κακία. Αν ήταν κάποιο «αλητόπαιδο» ή «παλιόπαιδο» του χωριού δεν
ξέρω, όμως έναν τέτοιο παιδαριώδη χαρακτηρισμός για τον υπαίτιο της πτώσης μου σχημάτισε
η μέχρι τότε λογική του μυαλού μου. Σηκώθηκα από τη φωτιά έντρομος, με μαύρα αποκαΐδια,
λιωμένα κομμάτια πλαστικού κολλημένα στο αριστερό πάνω και κάτω ποδάρι. Έβαλα
τα κλάματα, το τελευταίο προσωπικό καταφύγιο και γραμμή άμυνας κάθε παιδιού που
βρίσκεται σε φυσικό πόνο και ψυχικό αδιέξοδο. Και άρχισα να τρέχω ενστικτωδώς
προς την κάμαρά μας λίγο πιο πέρα από τη γωνιά της πλατείας, προς την αγκαλιά
και προστασία της Μάνας, φωνάζοντας: «Κάηκα! Μαμά, κάηκα!». Ο άξεστος
περιπτεράς της πλατειούλας, σαστισμένος μπάστακας έξω από το περίπτερό του, ρωτούσε
ανόητα ή, ίσως, αστειευόμενος: «Τι έγινε; Κρεμμύδι έφαγες και καίγεσαι;»
Σε μεγαλύτερη ηλικία ο νους θα κόμπαζε και θα συλλογιζόταν
για μερικές στιγμές μετά το σοκ του πόνου, πριν την εξωτερίκευση της αίσθησης
που προκαλεί. Ο πόνος είχε όμως ήδη αντανακλαστεί ακαριαία στον παιδικό νου και
εκφράστηκε, ξέσπασε σε κραυγές και μορφασμούς και κλάμα. Ο ίδιος νους θα
συγκρατούσε και καταπίεζε συνακόλουθα αισθήματα και συναισθήματα, με όσο έμφυτο
αυθορμητισμό και παρορμητικότητα αυτά να γεννιόνταν και μορφώνονταν στο τελικό
τους μέγεθος πριν η έντασή τους μεγιστοποιηθεί. Θα λάμβανε υπόψη τον περίγυρο. Οι
μηχανισμοί αναχαίτισης μέσα μας θα δάμαζαν τον τρόμο και το προσωπείο αυτού του
τρόμου στον έξω κόσμο -το κλάμα, η θέληση θα συγκρατούσε το σώμα από το να τρέξει
πανικόβλητο σε κάποιο λιμάνι προστασίας και παρηγοριάς. Η αντίδραση δεν θα ήταν
ενστικτώδης, όπως η απερίσκεπτη παιδική της στιγμής εκείνης. Αυτά, όμως, προϋπέθεταν
σκλήρυνση της ψυχής και ωρίμανση του πνεύματος· και αυτά με τη σειρά τους
προϋπέθεταν συσσώρευση γνώσης και των εμπειριών που η ζωή σπέρνει στο δρόμο μας.
Η ηλικία και τα χρόνια εξασθενίζουν τόσο την ένταση που προκαλούν οι αισθήσεις,
όσο και τα συναισθήματα που γεννιούνται από εντυπώσεις και τις συνοδεύουν. Η
γενναιότητα και η ανδρεία καλλιεργούνται. Αλλά τέτοιου είδους κι άλλες
παρεμφερείς εμπειρίες ήταν ακόμα πρωτόγνωρες για το άγουρο πνεύμα της μικρής
ηλικίας και μοιραία συντάραξαν τον κόσμο των συναισθημάτων τότε, έδωσαν το
έναυσμα για την θύελλα που ξεκίνησε με τις φωτιές του Αη-Γιαννιού.
Το κλάμα κόπασε όταν έφτασα σπίτι και το τσούξιμο από τα
εγκαύματα, σχετικά χαμηλού βαθμού, απαλύνθηκε χάρι στις φροντίδες της Μάνας,
που τα έπλυνε με κρύο νερό, και κατόπιν του αγροτικού γιατρουδάκου που καθάρισε
με τα τσιμπιδάκια του κομμάτια νάιλον και κατόπιν με άλειψε το πόδι μου με ανακουφιστικές
αλοιφές. Ο φυσικός πόνος κόπασε κι αυτός, έδωσε τη θέση του στο θυμό, μιαν
ασίγαστη οργή σιγόβρασε. Ένα αίσθημα και διάθεση εκδικητικότητας λογικά φούντωσε
μέσα στην ψυχή προς εκείνο το «αλητόπαιδο» που μ’ έσπρωξε στη φωτιά. Αλλά κι
αυτός ο θυμός με τις ώρες εξασθένισε, μέχρι την κάθαρση που έφερε η επίσκεψη μας
στην οικογένεια του δράστη. Δεν ήταν εκεί ή κρυβόταν και δεν ήθελε να μας δει.
Πιθανότατα θα ζούσε εκείνες τις στιγμές μέσα στο δικό του παιδικό φόβο, αυτόν της
άφαντης ενοχής και της απειλητικής τιμωρίας που ο οικογενειακός κλοιός ή ο
μπαμπούλας της αστυνομίας επιφυλάσσει σε εγκληματίες κάθε λογής. Οι μάνες
αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, πίσω από την αδιάφανη και ανέκφραστη παρουσία μου.
Και όπως λένε το επεισόδιο θεωρήθηκε
λήξαν και από τους δυο πόλους της διαμάχης.
Μετά τη συνεστίαση των δασκάλων και των οικογενειών τους, στο
τρόπον τινά αποχαιρετιστήριο γεύμα, το καθιερωμένο κατά το τέλος της σχολικής
χρονιάς, σε μίαν ad hoc
διαμορφωμένη αίθουσα επαρχιακής ταβέρνας, αφήσαμε για τα καλά την Κρύα Βρύση. Ένα
αυτοκίνητο συναδέρφου ή συγχωριανού μας οδήγησε με τα λίγα μπαγάζια μας για
τελευταία φορά μέσα από τον ίσιο δρόμο με τις λεύκες, που έστεκαν σαν αψίδες αποχαιρετισμού
εκατέρωθεν, και μας άφησε κάτω από το πλατάνι έξω από το κυλικείο της
διασταύρωσης για το ΚΤΕΛ της επιστροφής. Την Κρύα Βρύση κι όσα ο χειμώνας της τύπωσε
στην λευκή κόλα της παιδικής συνείδησης: τα πρώτα γράμματα, το πρώτο κλοτσοσκούφι,
η τηλεόραση του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης, η «στρογγυλή» και καλοσυνάτη πρώτη
μου δασκάλα, η κυρία Λόλα, και την ίσως λόγω συναδελφικότητας επιτηδευμένη
αγάπη που μου έδειξε, το μεγαλύτερο δασκαλοκόριτσο που έγινε ο παρτενέρ μου
στις γυμναστικές επιδείξεις, η κλειστοφοβική και μελαγχολική κρύα καμαρούλα, το
βιβλιοπωλείο του Αβραμίδη, το σφαγείο, οι καπναποθήκες, κατάφερα και τα
κουβάλησα μέχρι σήμερα στο μυαλό μου, μαζί με τα σημάδια στο δέρμα των ποδιών
μου κι άλλα πρόσωπα και πράγματα που χάθηκαν στο υποσυνείδητο. Με λίγα λόγια, στην
Κρύα Βρύση έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα στο χτίσιμο μιας ανθρώπινης συνείδησης.
Άρχισαν να στεριώνουν τα θεμέλιά της, λιθαράκια του being-in-itself.
Και τέτοια θεμέλια, διαπίστωσα, αποχτούν μεγάλη σημασία στα μονοπάτια που
κάποιος θα διαβεί αργότερα στη ζωή, στην διαγραφή του μέλλοντός του. Μια
ελάχιστη μεταβολή στις αρχικές συνθήκες, στο ξεκίνημα του χαοτικού συστήματος
που είναι η ζωή του, μπορεί να οδηγήσει αργότερα στο διάβα της σ’ εντελώς
διαφορετικές συμπεριφορές και διαδρομές.
Δεν ήταν ο μοναδικός λόγος ότι ένας από τους μεγάλους φοιτητικούς
και παρά λίγο κατοπινούς και διάρκειας ζωής έρωτες (κρίνοντας από το βάθος και
την ένταση του αισθήματος και των αναμνήσεων της περιόδου εκείνης) καταγόταν
από την περιοχή των Γιαννιτσών. Σίγουρα ήταν και το κάλεσμα μιας λανθάνουσας
νοσταλγίας που μ’ έφερε ξανά, μετά από χρόνια, μέσα από τον ίδιο δρόμο με τις
λεύκες στην Κρύα Βρύση, παρόλο που αυτό το ευδιάκριτο συναίσθημα της νοσταλγίας
στην ψυχή νέων ανθρώπων δεν είναι ακόμα ισχυρό. Το βιβλιοχαρτοπωλείο του
Αβραμίδη βρισκόταν ακόμα στη γωνιά της διασταύρωσης, όπως και το περίπτερο στην
αγνώριστη πλέον, πλακοστρωμένη και περιποιημένη πλατεία απέναντι. Όλα αυτά τα
προανέφερα στην Eve δίπλα μου πριν φτάσουμε στο χωριό κατά την εκδρομή στα «μέρη
της» με το Zastava. Εντυπωσιάστηκε
που κατάφερα ν’ ανασύρω τέτοια τετριμμένα στοιχεία από τόσο μακρινές παιδικές μνήμες.
Το σπίτι που μας φιλοξένησε εκείνο το χειμώνα δεν τόλμησα να το επισκεφτώ, φαινόταν
βουβό και σκοτεινό. Ήταν κι η ώρα, προχωρημένο απομεσήμερο, ακατάλληλη, και ποιος
από την οικογένεια του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης που ζούσε εκεί θα θυμόταν
ένα πεντάχρονο παιδί που έζησε κάτω από την στέγη τους μερικούς μήνες προς εικοσαετίας
και βάλε.
Οι δρόμοι της Κρύας Βρύσης είχαν πλέον ασφαλτοστρωθεί,
απόχτησαν υποτυπώδη πεζοδρόμια, αντί για τα αυλάκια με τα βατράχια μπροστά από
τους φράχτες των αυλών. Από ένστικτο οδηγηθήκαμε προς τη μεριά του σχολείου. Το
παλιό κτίριο, η ζωγραφιά με τα πλατιά σκαλοπάτια, που μέσα από την κεντρική του
πόρτα οδηγούσαν από τη μια και την άλλη μεριά της στις ηλιόλουστες χάρι στα
ψηλά παράθυρα αίθουσες δεν υπήρχε. Στη θέση κτίστηκε από κάποιον οργανισμό
σχολικών κτιρίων ένα αχαρακτήριστο, προκατασκευασμένο, απρόσωπο και ανώνυμο οικοδόμημα,
ένα γεωμετρικό παραλληλεπίπεδο χωρίς πρόσοψη, χωρίς κεραμίδια, στο κέντρο μιας τσιμεντένιας
επιμελώς περιφραγμένης αυλής. Χωρίς δέντρα, χωρίς θάμνους, χωρίς το παράπηγμα
για το πρωινό γάλα και τη βουτυρωμένη φέτα ψωμιού. Τίποτε, πέρα από τον ιστό της
σημαίας, δεν θύμιζε την εικόνα του παλιού σχολείου με τα μεγάλα παράθυρα, το
χωματένιο προαύλιο και τους ευκάλυπτους, που είχε ζωγραφιστεί στο μυαλό μου
εκείνη τη σχολική χρονιά και θα είχε ζωγραφιστεί από όλα τα παιδιά που πέρασαν
από τις τάξεις του στο μάθημα της Ζωγραφικής.
Φύγαμε παίρνοντας τον ίδιο δρόμο με τις λεύκες, χωρίς να
διασχίσουμε το υπόλοιπο χωριό. Το κυλικείο της διασταύρωσης που το πλατάνι
μπροστά του είχε από καιρό εγκαταλειφθεί. Οι βραδινοί ταξιδιώτες του ΚΤΕΛ
λιγόστεψαν. Αυτή την τελευταία φορά αποχαιρέτισα την Κρύα Βρύση με μελαγχολία:
για κάποιο μακρινό παρελθόν που δεν θα ξαναζήσω, για την νοσταλγία, αυτό το
πολύ ανθρώπινο συναίσθημα, που δεν σβήνει ή όταν νομίζεις ότι χάνεται, ξανάρχεται
σε κάθε απόπειρα αναπόλησης, ζωηρότερο και βαρύτερο στην ψυχή με τα χρόνια που
περνάνε. Η παρηγοριά, που της κάνει κάθε φορά παρέα, είναι ότι το μυαλό καταφέρνει
και σώνει τις αναμνήσεις κι αυτές έχουν γίνει λιθαράκια, κομμάτια των «καθ’
εαυτόν» όντων, της ύπαρξης της Μάνας και της δικής μου -όσο ζούμε.