Thursday, October 27, 2022

Ενα Παιδί - 14 Η Παλιά Γειτονιά: Το Δρομάκι

 Η πολυκατοικία ήταν από τις πρώτες που υψώθηκαν στην παλιά γειτονιά. Άγαρμπη και τετράγωνη, ψηλή και άχαρη, με σοβάδες σε χλωμές αποχρώσεις του γκρίζου στεκόταν αταίριαστη ανάμεσα σε πιο πολύχρωμες  μονώροφες κατοικίες με κεραμίδια, απομεινάρια άλλων εποχών. Έγινε το σπίτι και καταφύγιο και κρησφύγετο των παιδικών μου χρόνων. Μετακομίσαμε το 1968: γιαγιά και παππούς, Μάνα και Πατέρας, ο θείος ο Μάριος, νιόπαντρος με την Κ. τη γυναίκα του, σε ένα δρομάκι που κατ’ ευφημισμό αποκαλείτο: «Β’ Πάροδος Δεληγιώργη». Ήταν το δρομάκι ένας χωματόδρομος τότε, από του πολλούς της Θεσσαλονίκης, ούτε καν πενήντα μέτρα μήκος, και πλάτος που δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα· με λακκούβες κι αυλάκια από τις μπουγάδες και τα λουτρά των παλιόσπιτων που μέσα από το δρομάκι ή από τις πίσω αυλές τους κατέληγαν με κάποιο τρόπο στο ρέμα λίγο παραπέρα. Το δρομάκι μετά από λίγα χρόνια ασφαλτοστρώθηκε, αναβαθμίστηκε σε οδό κανονική, και απόκτησε, επιτέλους, ταμπέλα με ένα αξιοπρεπές όνομα από το δημοτικό συμβούλιο: «Οδός Εκάβης». Ξεκινούσε από την Οδό Δεληγιώργη, εδώ που τα λέμε, τίποτε περισσότερο κι εκείνη από ένα αχαρακτήριστο σοκάκι, αν και είχε ασφαλτοστρωθεί πριν από τις παρόδους της και παρείχε το προνόμιο μιας γεφυρούλας αυτοκίνητα και κάρα να διασχίζουν το ρέμα. Συνέδεε την Ξενοφώντος, με την περισσότερη γνωστή Φλέμινγκ, που ανέβαινε από την πιο αριστοκρατική λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας στο Ιπποκράτειο. Εγκάρσια της παρόδου μας και παράλληλα με την Δεληγιώργη, ξετυλιγόταν σε ανατολή και δύση η περίφημη Γαμβέτα, ένας από τους πιο ευθείς και μακριούς, όσο και κλειστοφοβικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, που ποτέ ως παιδί δεν περπάτησα σε όλο της το μήκος. Ξεκινούσε στα δυτικά από την Οδό Αρχαιολογικού Μουσείου, το οποίο Μουσείο της έμαθα σε ώριμη ηλικία, χάριν στον Mazower, ότι ήταν το ένα και το αυτό με το εξαιρετικό Γενί Τζαμί του εξαφανισμένου οθωμανικού παρελθόντος της Πόλης· κατέληγε στην 25η Μαρτίου, στην καρδιά της Χαριλάου, στις ανατολικές άκρες της πόλης ξεπερνώντας το βεληνεκές των παιδικών μου περιπλανήσεων. Δεληγιώργη, Ξενοφώντος, Φλέμινγκ, Γαμβέτα: δρόμοι και γειτονιές, που με την άσημη και παραμελημένη πάροδο μου κλεισμένη ανάμεσά τους, έγιναν αναπόσπαστο και κεντρικό κομμάτι πολλών παιδικών υπάρξεων.

Αυτό συμβαίνει λίγο-πολύ με την κάθε ανθρώπινη ζωή. Ξεκινά από τους τοίχους ενός δωματίου κι ενός σπιτιού, απλώνεται τα πρώτα χρόνια της στις γειτονιές γύρω της, ξεχύνεται αργότερα, στην ικμάδα και ωριμότητα της, στις πολιτείες του κόσμου, ξαναβρίσκεται στα γηρατειά της σε κάποια μικρή, άσημη γειτονιά, για να σβήσει σε ένα σπίτι κι ένα δωμάτιο.  Έτσι και ο κόσμος μου, στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου, όπως ήταν φυσικό για ένα μικρό παιδί κάτω από την διακριτική επιτήρηση των γονιών του και όχι αλάνι, είχε στην αρχή το κέντρο του στην πολυκατοικία και το δρομάκι μπροστά της. Οι μοναχικές διαδρομές μου, μέχρι να ξεθαρρέψω και να χαλαρώσουν τα ηνία οι δικοί μου, μέχρι να εξερευνήσω και ανακαλύψω τα πραγματικά όρια της ελευθερίας που πρόσφερε η μεγάλη πολιτεία, περιοριζόταν στο μήκος της Γαμβέτα μέχρι το δημοτικό σχολείο της Δελφών, λίγο πιο πέρα από το μπακάλικο του «μαυραγορίτη» Μαλίδη για τα μικρά καθημερινά ψώνια, το γαλακτοπωλείο στη γωνιά με την Ξενοφώντος απέναντί του με τις λαχταριστές τουλούμπες και κουρκουμπίνια , το ψιλικατζίδικο για τα «Παλλάς» και τις εφημερίδες του Πατέρα και την περιστασιακή γκοφρέτα ή μαστίχα, το πολύ-πολύ μέχρι τον φούρναρη, λίγο πιο πέρα, στο σημείο που η Γαμβέτα συναντούσε την Αθανασίου Διάκου, όπου με έστελνε η γιαγιά, σχεδόν καθημερινά, για φρέσκα και ζεστά «βασιλικιώτικα» καρβέλια ή η Μάνα για το «χωριάτικο» ψωμί μας.

Εκείνο το δρομάκι κατοίκησαν και ζήσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους οι τελευταίες γενιές ενός παρακλαδιού της οικογένειας των Ι. Στο ίδιο δρομάκι μεγάλωσε πριν την κατοχή Πατέρας, στο διώροφο που έδωσαν αντιπαροχή στη δεκαετία των ’60 καθώς οι γιοι παντρεύονταν και η οικογένεια μεγάλωνε. Σε εκείνο το ασήμαντο δρομάκι έκανα τους πρώτους παιδικούς και αξέχαστους φίλους, έπαιξα στην αλάνα πάνω από την απέναντι όχθη του ρέματος. Τους ίσιους δρόμους που κατηφόριζαν στην παραλία και ανηφόριζαν στην Τούμπα περπάτησα πάνω-κάτω. Το ακάλυπτο ρέμα που κατέβαινε από την Τούμπα, το ξεραμένο τα καλοκαίρια, το ξεχειλισμένο με λασπόνερα τις μέρες των φθινοπωρινών νεροποντών, και τα ετοιμόρροπα, στοιχειωμένα σπίτια Εβραίων στις όχθες του εξερεύνησα. Σε εκείνες τις γειτονιές μεγάλωσα και πέρασα τα παιδικά και αργότερα ακατανόητα χρόνια της εφηβείας, τα τόσο ανακατωμένα από απερίγραπτα συναισθήματα και τις φουρτούνες των αλλαγών σε πνεύμα και το κορμί. Εκεί, με λίγα λόγια, κανονικά και στα σοβαρά ξεκίνησε η ζωή μου. 

Κανείς δεν θα την έλεγε πλούσια τη γειτονιά μου, αλλά ούτε και κάποιος απαξιωμένος και ξεχασμένος από το θεό φτωχομαχαλάς ήταν. Στην Πόλη, όπως θα ανακάλυπτα αργότερα μέσα από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις χρόνια μετά κατά τη μεριά των δυτικών συνοικιών, υπήρχε και συνάντησα την εξαθλίωση, πραγματικές φτωχογειτονιές -slums. Και η πολυκατοικία μας είχε κτιστεί, όπως έπιανε το αυτί μου από κουβέντες των αδερφών Ι. και φίλων του οικοδομικού-εργολαβικού συναφιού, με σχετικά μοντέρνες, ανθεκτικές στο χρόνο, αν και οικονομικές προδιαγραφές. Ήθελε να στεγάσει, πέρα από τον πυρήνα της οικογένειας των Ι., δηλαδή τους πρώην οικοπεδούχους, μια μικρή κοινωνία πρώην και νυν σχετικά σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων -με την εξαίρεση κάποιου αργόσχολου εισπράκτορα μικρο-εισοδημάτων άγνωστης προέλευσης και μιας χήρας με τα παιδιά της. Για τους περισσότερους υπήρξε το πρώτο σκαλοπάτι σε μια κάπως αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής στην πόλη, κοντά στο κέντρο της. Στην πόλη που κτιζόταν και απλωνόταν σε ύψος και πλάτος με αλαφιασμένους ρυθμούς.  



 

Tuesday, October 25, 2022

Ένα Παιδί - 14 Κρύα Βρύση: Αποχαιρετισμός

Η μεταπολεμική αστική δημοκρατία στην Ελλάδα είχε μπει στον γύψο πριν το ερχομό μας στην Κρύα Βρύση, με την εγκαθίδρυση της λεγόμενης δικτατορίας των συνταγματαρχών. Κανένας στο σχολείο και στους δρόμους του χωριού δεν την ανέφερε ως τέτοια, δηλαδή δικτατορία –ήταν σαν να μην είχε συμβεί. Δεν ακουγόταν τίποτε, πουθενά, από κανέναν γύρω μας, από οπουδήποτε θα μπορούσα να αφουγκραστώ κάτι τις, μερικές λέξεις, έστω και δυσνόητες για ένα παιδί, που ίσως να τσιγκλούσαν την περιέργειά μου. Για τους περισσότερους απλούς «ανθρώπους του λαού» φαινόταν όπως ακριβώς προπαγανδιζόταν: σαν μια «επανάσταση» δήθεν για την σωτηρία και το καλό της πατρίδας. Αλλά και η ζωή, κατά τα φαινόμενα, ανέβαινε ομαλά πλέον, μετά τις προ-πραξικοπηματικές πολιτικές ανωμαλίες, την ανηφόρα της προόδου και προκοπής. Ούτε βέβαια μπορούσα να έχω αντίληψη περί του τίνος επρόκειτο, παρόλο που στα σχολεία γιορταζόταν, μέσα από μια υποδαυλισμένη εθνικοφροσύνη, ως κάτι αναγκαίο και ιστορικό, και κάτι που πλέον εμφανιζόταν ως κατεστημένο στις ζωές μας. Η «Εθνοσωτήριος Επανάστασις» της 21ης Απριλίου! Γιορταζόταν με σημαίες, πανηγυρικούς λόγους κενούς κάθε ουσίας και ειρμού, παπαγαλίσματα ακατανόητων συνθημάτων, ηρωικά ποιήματα, στρατιωτικά εμβατήρια, εκκλησιαστικές λειτουργίες, με πορτραίτα ηρώων της επανάστασης του ‘21, διάφορες καλλιτεχνικές εκδοχές του φοίνικα που αναδυόταν από τις φλόγες και τα λοιπά faux bijoux της τότε Ελλάδος των Ελλήνων Χριστιανών, ένας αχταρμάς ιδεολογικά και πολιτικά αβάσιμων και ασύνδετων μορφών και φράσεων. Θα περνούσαν πολλά χρόνια και διάφορες πολιτικές παλινδρομήσεις για να διαπιστώσω και αναλύσω τι υπήρχε πίσω από τέτοια φτιασίδια: ένα ιδεολογικό τίποτε, που παρ’ όλα αυτά διέθετε αρκετή έπαρση στις μορφές του για να φουσκώνει τις ψυχές πολλών ομοεθνών με την ιδέα του προικισμένου και περιούσιου λαού, στον οποίο η ανθρωπότητα χρωστάει τα φώτα της.

Μετά από εκείνη την πρώτη επέτειο της «Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως» μετρούσαμε πλέον τις μέρες προς το τέλος της πρώτης σχολικής χρονιάς μου. Τα μαθήματα ελάφρυναν, οι μέρες και τα διαλείμματα μεγάλωσαν, το μαγιάτικο φως απλωνόταν άπλετο πάνω από το σχολείο και το χωριό και έδιωξε το κρύο, οι εκδρομές, η χαρά του κάθε μαθητή, πολλαπλασιάστηκαν. Στο προαύλιο οι μεγαλύτεροι μαθητές έστηναν μέσα στη σκόνη κλοτσοσκούφι με ό,τι μπάλα βρίσκανε, οι κανόνες και η επιτήρηση χαλάρωσαν. Σ’ ένα από κείνα τα ιδρωμένα ματς, μέσα στη ζέστη και τη σκόνη του ηπειρωτικού Ιούνη, από θεατής έγινε για λίγο παίκτης, παρά το νεαρό της ηλικίας μου. Και το τέλος της σχολικής χρονιάς σήμανε με το τελετουργικό των γυμναστικών επιδείξεων. Επιδείξεις, σε προύχοντες και παπάδες και γονείς, του έργου των δασκάλων του σχολείου, αποδείξεις της πνευματικής και σωματικής ανάπτυξης, των επιτευγμάτων στην «διάπλαση των παίδων», που έλαβε χώρα κατά το προηγούμενο έτος. Αγόρια και κορίτσια, ντυμένα με ολόασπρες στολές και ολόασπρα σπορτέξ παπούτσια, μαζευτήκαμε στο προαύλιο, παραταχθήκαμε, παρελάσαμε, συγχρονιστήκαμε με μπαλόνια στα χέρια και ασκήσεις που με επιμέλεια και επιμονή είχαμε προβάρει τις προηγούμενες βδομάδες. Βγήκαμε αναμνηστικές φωτογραφίες – οι διάφορες τάξεις ομαδικές με τους δασκάλους τους, τα δασκαλοπαίδια ατομικές με φόντο τους ευκάλυπτους του προαυλίου. Σώζεται ακόμα εκείνη η φωτογραφία να κινούμαι σε πρόχειρα χορογραφημένες φιγούρες με το μελαχρινό κορίτσι, κόρη κι αυτή δασκάλας με την οποία με ζευγάρωσαν για το χορευτικό σκέλος των επιδείξεων.

Ένας ακόμα σχολικός κύκλος, λοιπόν, έκλεινε· τα πάντα ολοκληρώνονταν σύμφωνα με το προδιαγραμμένο από την αρχή της σχολικής χρονιάς πλάνο. Τα χαμόγελα ικανοποίησης και περηφάνιας ζωγραφίστηκαν στα ιδρωμένα πρόσωπα δασκάλων και γονιών. Τα παιδιά είχαν κουραστεί περισσότερο από όλους από τα προσχεδιασμένα παιχνίδια και τα τρεξίματα στη ζέστη της μέρας, αλλά οι μήνες του καλοκαιριού χωρίς σχολείο θα ήταν το ελιξίριο μιας ανείπωτης χαράς για όλους, με εξαίρεση ίσως τις σκληρά εργαζόμενες μάνες του χωριού.  

Η εμπειρία της Κρύας Βρύσης κορυφώθηκε μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο, όσο και τραγικό για την ψυχή του πεντάχρονου παιδιού που ήμουν, ένα σούρουπο, παραμονή του Αη-Γιαννιού, κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο. Αργότερα στη ζωή, μουρμουρίζοντας μέσα μου τη μελωδία από το τραγούδι της Μοσχολιού, άκουγα τους στίχους του: «Και φωτιές ανάβανε στους μεγάλους δρόμους\\ τ’ Αϊ Γιάννη θα ’τανε θαρρώ», που θέλοντας και μη μ’ έφερναν πίσω σε εκείνο το βραδινό. Το σχολείο είχε κλείσει ή ήταν κοντά να κλείσει. Η παραμονή μας στην Κρύα Βρύση πλησίαζε το τέλος της, όπως συμβαίνει μ’ όλα τα γεγονότα και φάσεις αυτής της ζωής. Παιδιά του μικρού χωριού, συμμαθητές ως επί το πλείστον, άναψαν, ποιος ξέρει με τι μέσα, φωτιές από χαρτιά, κλαδιά δέντρων και πλαστικά αντικείμενα καταμεσής της πλατεϊτσας. Δεν ξέρω πως βρέθηκα ανάμεσα τους, αλλά απολάμβανα την ελευθερία που προσφέρει η χαλάρωση από τις υποχρεώσεις του σχολείου ενόψει του καλοκαιριού, την περιπέτεια της στιγμής και την τέρψη από την παρέα και τις φωνές παιδιών στον κόσμο τους. Ενόσω περίμενα τη σειρά μου να πηδήξω πάνω από τις αυτοσχέδιες φωτιές, όντας ο επόμενος για το άλμα πάνω από τις φλόγες από τα σκουπίδια, ίσως να δίστασα από το δέος που προκαλεί ένα τέτοιο πρωτόγνωρο και τολμηρό εγχείρημα, ίσως να κόμπιασα για να το καλοσκεφτώ, Κάποιος, ο επόμενος από πίσω μου, μ’ έσπρωξε και έπεσα με τα γυμνά πόδια και χέρια στη φωτιά, από ανυπομονησία ή κακία. Αν ήταν κάποιο «αλητόπαιδο» ή «παλιόπαιδο» του χωριού δεν ξέρω, όμως έναν τέτοιο παιδαριώδη χαρακτηρισμός για τον υπαίτιο της πτώσης μου σχημάτισε η μέχρι τότε λογική του μυαλού μου. Σηκώθηκα από τη φωτιά έντρομος, με μαύρα αποκαΐδια, λιωμένα κομμάτια πλαστικού κολλημένα στο αριστερό πάνω και κάτω ποδάρι. Έβαλα τα κλάματα, το τελευταίο προσωπικό καταφύγιο και γραμμή άμυνας κάθε παιδιού που βρίσκεται σε φυσικό πόνο και ψυχικό αδιέξοδο. Και άρχισα να τρέχω ενστικτωδώς προς την κάμαρά μας λίγο πιο πέρα από τη γωνιά της πλατείας, προς την αγκαλιά και προστασία της Μάνας, φωνάζοντας: «Κάηκα! Μαμά, κάηκα!». Ο άξεστος περιπτεράς της πλατειούλας, σαστισμένος μπάστακας έξω από το περίπτερό του, ρωτούσε ανόητα ή, ίσως, αστειευόμενος: «Τι έγινε; Κρεμμύδι έφαγες και καίγεσαι;»

Σε μεγαλύτερη ηλικία ο νους θα κόμπαζε και θα συλλογιζόταν για μερικές στιγμές μετά το σοκ του πόνου, πριν την εξωτερίκευση της αίσθησης που προκαλεί. Ο πόνος είχε όμως ήδη αντανακλαστεί ακαριαία στον παιδικό νου και εκφράστηκε, ξέσπασε σε κραυγές και μορφασμούς και κλάμα. Ο ίδιος νους θα συγκρατούσε και καταπίεζε συνακόλουθα αισθήματα και συναισθήματα, με όσο έμφυτο αυθορμητισμό και παρορμητικότητα αυτά να γεννιόνταν και μορφώνονταν στο τελικό τους μέγεθος πριν η έντασή τους μεγιστοποιηθεί. Θα λάμβανε υπόψη τον περίγυρο. Οι μηχανισμοί αναχαίτισης μέσα μας θα δάμαζαν τον τρόμο και το προσωπείο αυτού του τρόμου στον έξω κόσμο -το κλάμα, η θέληση θα συγκρατούσε το σώμα από το να τρέξει πανικόβλητο σε κάποιο λιμάνι προστασίας και παρηγοριάς. Η αντίδραση δεν θα ήταν ενστικτώδης, όπως η απερίσκεπτη παιδική της στιγμής εκείνης. Αυτά, όμως, προϋπέθεταν σκλήρυνση της ψυχής και ωρίμανση του πνεύματος· και αυτά με τη σειρά τους προϋπέθεταν συσσώρευση γνώσης και των εμπειριών που η ζωή σπέρνει στο δρόμο μας. Η ηλικία και τα χρόνια εξασθενίζουν τόσο την ένταση που προκαλούν οι αισθήσεις, όσο και τα συναισθήματα που γεννιούνται από εντυπώσεις και τις συνοδεύουν. Η γενναιότητα και η ανδρεία καλλιεργούνται. Αλλά τέτοιου είδους κι άλλες παρεμφερείς εμπειρίες ήταν ακόμα πρωτόγνωρες για το άγουρο πνεύμα της μικρής ηλικίας και μοιραία συντάραξαν τον κόσμο των συναισθημάτων τότε, έδωσαν το έναυσμα για την θύελλα που ξεκίνησε με τις φωτιές του Αη-Γιαννιού.

Το κλάμα κόπασε όταν έφτασα σπίτι και το τσούξιμο από τα εγκαύματα, σχετικά χαμηλού βαθμού, απαλύνθηκε χάρι στις φροντίδες της Μάνας, που τα έπλυνε με κρύο νερό, και κατόπιν του αγροτικού γιατρουδάκου που καθάρισε με τα τσιμπιδάκια του κομμάτια νάιλον και κατόπιν με άλειψε το πόδι μου με ανακουφιστικές αλοιφές. Ο φυσικός πόνος κόπασε κι αυτός, έδωσε τη θέση του στο θυμό, μιαν ασίγαστη οργή σιγόβρασε. Ένα αίσθημα και διάθεση εκδικητικότητας λογικά φούντωσε μέσα στην ψυχή προς εκείνο το «αλητόπαιδο» που μ’ έσπρωξε στη φωτιά. Αλλά κι αυτός ο θυμός με τις ώρες εξασθένισε, μέχρι την κάθαρση που έφερε η επίσκεψη μας στην οικογένεια του δράστη. Δεν ήταν εκεί ή κρυβόταν και δεν ήθελε να μας δει. Πιθανότατα θα ζούσε εκείνες τις στιγμές μέσα στο δικό του παιδικό φόβο, αυτόν της άφαντης ενοχής και της απειλητικής τιμωρίας που ο οικογενειακός κλοιός ή ο μπαμπούλας της αστυνομίας επιφυλάσσει σε εγκληματίες κάθε λογής. Οι μάνες αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, πίσω από την αδιάφανη και ανέκφραστη παρουσία μου. Και  όπως λένε το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν και από τους δυο πόλους της διαμάχης.

Μετά τη συνεστίαση των δασκάλων και των οικογενειών τους, στο τρόπον τινά αποχαιρετιστήριο γεύμα, το καθιερωμένο κατά το τέλος της σχολικής χρονιάς, σε μίαν ad hoc διαμορφωμένη αίθουσα επαρχιακής ταβέρνας, αφήσαμε για τα καλά την Κρύα Βρύση. Ένα αυτοκίνητο συναδέρφου ή συγχωριανού μας οδήγησε με τα λίγα μπαγάζια μας για τελευταία φορά μέσα από τον ίσιο δρόμο με τις λεύκες, που έστεκαν σαν αψίδες αποχαιρετισμού εκατέρωθεν, και μας άφησε κάτω από το πλατάνι έξω από το κυλικείο της διασταύρωσης για το ΚΤΕΛ της επιστροφής. Την Κρύα Βρύση κι όσα ο χειμώνας της τύπωσε στην λευκή κόλα της παιδικής συνείδησης: τα πρώτα γράμματα, το πρώτο κλοτσοσκούφι, η τηλεόραση του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης, η «στρογγυλή» και καλοσυνάτη πρώτη μου δασκάλα, η κυρία Λόλα, και την ίσως λόγω συναδελφικότητας επιτηδευμένη αγάπη που μου έδειξε, το μεγαλύτερο δασκαλοκόριτσο που έγινε ο παρτενέρ μου στις γυμναστικές επιδείξεις, η κλειστοφοβική και μελαγχολική κρύα καμαρούλα, το βιβλιοπωλείο του Αβραμίδη, το σφαγείο, οι καπναποθήκες, κατάφερα και τα κουβάλησα μέχρι σήμερα στο μυαλό μου, μαζί με τα σημάδια στο δέρμα των ποδιών μου κι άλλα πρόσωπα και πράγματα που χάθηκαν στο υποσυνείδητο. Με λίγα λόγια, στην Κρύα Βρύση έγινε το πρώτο μεγάλο βήμα στο χτίσιμο μιας ανθρώπινης συνείδησης. Άρχισαν να στεριώνουν τα θεμέλιά της, λιθαράκια του being-in-itself. Και τέτοια θεμέλια, διαπίστωσα, αποχτούν μεγάλη σημασία στα μονοπάτια που κάποιος θα διαβεί αργότερα στη ζωή, στην διαγραφή του μέλλοντός του. Μια ελάχιστη μεταβολή στις αρχικές συνθήκες, στο ξεκίνημα του χαοτικού συστήματος που είναι η ζωή του, μπορεί να οδηγήσει αργότερα στο διάβα της σ’ εντελώς διαφορετικές συμπεριφορές και διαδρομές.

Δεν ήταν ο μοναδικός λόγος ότι ένας από τους μεγάλους φοιτητικούς και παρά λίγο κατοπινούς και διάρκειας ζωής έρωτες (κρίνοντας από το βάθος και την ένταση του αισθήματος και των αναμνήσεων της περιόδου εκείνης) καταγόταν από την περιοχή των Γιαννιτσών. Σίγουρα ήταν και το κάλεσμα μιας λανθάνουσας νοσταλγίας που μ’ έφερε ξανά, μετά από χρόνια, μέσα από τον ίδιο δρόμο με τις λεύκες στην Κρύα Βρύση, παρόλο που αυτό το ευδιάκριτο συναίσθημα της νοσταλγίας στην ψυχή νέων ανθρώπων δεν είναι ακόμα ισχυρό. Το βιβλιοχαρτοπωλείο του Αβραμίδη βρισκόταν ακόμα στη γωνιά της διασταύρωσης, όπως και το περίπτερο στην αγνώριστη πλέον, πλακοστρωμένη και περιποιημένη πλατεία απέναντι. Όλα αυτά τα προανέφερα στην Eve δίπλα μου πριν φτάσουμε στο χωριό κατά την εκδρομή στα «μέρη της» με το Zastava. Εντυπωσιάστηκε που κατάφερα ν’ ανασύρω τέτοια τετριμμένα στοιχεία από τόσο μακρινές παιδικές μνήμες. Το σπίτι που μας φιλοξένησε εκείνο το χειμώνα δεν τόλμησα να το επισκεφτώ, φαινόταν βουβό και σκοτεινό. Ήταν κι η ώρα, προχωρημένο απομεσήμερο, ακατάλληλη, και ποιος από την οικογένεια του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης που ζούσε εκεί θα θυμόταν ένα πεντάχρονο παιδί που έζησε κάτω από την στέγη τους μερικούς μήνες προς εικοσαετίας και βάλε.

Οι δρόμοι της Κρύας Βρύσης είχαν πλέον ασφαλτοστρωθεί, απόχτησαν υποτυπώδη πεζοδρόμια, αντί για τα αυλάκια με τα βατράχια μπροστά από τους φράχτες των αυλών. Από ένστικτο οδηγηθήκαμε προς τη μεριά του σχολείου. Το παλιό κτίριο, η ζωγραφιά με τα πλατιά σκαλοπάτια, που μέσα από την κεντρική του πόρτα οδηγούσαν από τη μια και την άλλη μεριά της στις ηλιόλουστες χάρι στα ψηλά παράθυρα αίθουσες δεν υπήρχε. Στη θέση κτίστηκε από κάποιον οργανισμό σχολικών κτιρίων ένα αχαρακτήριστο, προκατασκευασμένο, απρόσωπο και ανώνυμο οικοδόμημα, ένα γεωμετρικό παραλληλεπίπεδο χωρίς πρόσοψη, χωρίς κεραμίδια, στο κέντρο μιας τσιμεντένιας επιμελώς περιφραγμένης αυλής. Χωρίς δέντρα, χωρίς θάμνους, χωρίς το παράπηγμα για το πρωινό γάλα και τη βουτυρωμένη φέτα ψωμιού. Τίποτε, πέρα από τον ιστό της σημαίας, δεν θύμιζε την εικόνα του παλιού σχολείου με τα μεγάλα παράθυρα, το χωματένιο προαύλιο και τους ευκάλυπτους, που είχε ζωγραφιστεί στο μυαλό μου εκείνη τη σχολική χρονιά και θα είχε ζωγραφιστεί από όλα τα παιδιά που πέρασαν από τις τάξεις του στο μάθημα της Ζωγραφικής.

Φύγαμε παίρνοντας τον ίδιο δρόμο με τις λεύκες, χωρίς να διασχίσουμε το υπόλοιπο χωριό. Το κυλικείο της διασταύρωσης που το πλατάνι μπροστά του είχε από καιρό εγκαταλειφθεί. Οι βραδινοί ταξιδιώτες του ΚΤΕΛ λιγόστεψαν. Αυτή την τελευταία φορά αποχαιρέτισα την Κρύα Βρύση με μελαγχολία: για κάποιο μακρινό παρελθόν που δεν θα ξαναζήσω, για την νοσταλγία, αυτό το πολύ ανθρώπινο συναίσθημα, που δεν σβήνει ή όταν νομίζεις ότι χάνεται, ξανάρχεται σε κάθε απόπειρα αναπόλησης, ζωηρότερο και βαρύτερο στην ψυχή με τα χρόνια που περνάνε. Η παρηγοριά, που της κάνει κάθε φορά παρέα, είναι ότι το μυαλό καταφέρνει και σώνει τις αναμνήσεις κι αυτές έχουν γίνει λιθαράκια, κομμάτια των «καθ’ εαυτόν» όντων, της ύπαρξης της Μάνας και της δικής μου -όσο ζούμε.

Monday, October 24, 2022

Ένα Παιδι - 13 Κρύα Βρύση: Πήγαινε-Έλα

H Θεσσαλονίκη ήταν πάντα η πατρίδα μας, το σπίτι μας. Το πήγαινε-έλα στην Κρύα Βρύση από την οπτική γωνία του σήμερα και των μέσων που διαθέτει η μοντέρνα κοινωνία ήταν μια ταλαιπωρία, ιδιαίτερα για τα σώματα και τις ψυχές ενός πεντάχρονου παιδιού και μιας δασκάλας στην ακμή των τριάντα της χρόνων. Με μια λέξη: βολοδέρναμε. Για τις «τρεις-κι-εξήντα» του μισθού της Μάνας. Οι εργάσιμες και σχολικές βδομάδες ήταν ακόμα εξαήμερες – και θα παρέμεναν τέτοιες για πολλά χρόνια ακόμα. Πέρα από τις σχολικές γιορτές κάποιας διάρκειας, όπως των Χριστουγέννων και του Πάσχα, τα λιγοστά Σαββατοκύριακα ή λιγοήμερες διακοπές που μας τραβούσαν πίσω στην πόλη, περπατούσαμε έναν μακρύ, ίσιο δρόμο με αδιάφορες δεντροστοιχίες από λεύκες σε κάθε του μεριά. Ο ήλιος έσβηνε στο τέλος εκείνου του δρόμου, μαζί με την βδομάδα και την μέρα. Ξεκινούσαμε με την λαχτάρα της επιστροφής και μια τσάντα πράγματα από την πλατεϊτσα, μέσα στο μοναχικό λυκόφως του χειμωνιάτικου απογέματος, μετά το κλείσιμο του σχολείου, προς το θλιβερό κυλικείο της «διασταύρωσης» πίσω από τον πανταχού παρόντα πλάτανο. Είχε ένα ψυγείο με αναψυκτικά κι ένα πάγκο αραδιασμένα ψιλικά (σοκολάτες, μαστίχες, και τα λοιπά) και δυο-τρία τραπεζάκια καφενείου για τους λιγοστούς ταξιδιώτες που βρέθηκαν σ’ εκείνην την άκρη. Εκεί έκανε τη σύντομη του στάση, στην ώρα του πάντα, το πράσινο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για να μας πάρει και, μετά από αμέτρητες αχρείαστες στάσεις σε χωριά της διαδρομής, να μας πάει στο τέρμα του δρομολογίου πίσω από την Παναγία Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

Χαράματα Δευτέρας η διαδρομή αντιστρεφόταν. Το πρώτο δρομολόγιο δεν μάζευε πολύ κόσμο και σχεδόν πάντα, η Μάνα κι εγώ, καθόμασταν στις δύο προνομιούχες θέσεις πίσω από τον οδηγό. Ένα τέτοιο πρωινό, η παιδική περιέργεια άρχισε να επεξεργάζεται, απουσία του οδηγού, το μοχλό ταχυτήτων. Την προσέλκυσε το περίεργο και μαγευτικό μακρινάρι που με επιδεξιότητα και άνεση τον έβλεπα κάθε φορά να χειρίζεται. Μετά από το ένα σχεδόν ανεπαίσθητο σπρώξιμο και μετατόπιση του μοχλού εκείνου που επιχείρησα, ένιωσα το λεωφορείο να κυλάει προς τα πίσω στην κατηφόρα της Χαλκέων. Η καρδιά αναπήδησε, άρχισε να χτυπάει γρήγορα και δυνατά από τον πανικό, όπως συμβαίνει σε αναπάντεχες καταστάσεις με άγνωστο, πιθανά τραγικό αποτέλεσμα. Ή όπως πάντα συμβαίνει σε ζημιές από τους αφελείς χειρισμοί ενός παιδιού, που διστακτικά και κρυφά από τα βλέμματα των μεγάλων δοκιμάζει κάτι φαινομενικά απαγορευμένο για να ικανοποιήσει την περιέργειά του, ή από την επερχόμενη τιμωρία που φαίνεται μεγάλη: τουλάχιστον μιαν άγρια, προσβλητική επίπληξη σε δημόσιο θέα, μέχρι και τον μπαμπούλα της αστυνομίας και του αναμορφωτηρίου. Το λεωφορείο μετά από μισό-ένα μέτρο όπισθεν στην κατηφόρα κατέληξε σε μια σχετικά ομαλή στάση, χωρίς ζημιές. Επικράτησε η ανακούφιση και οι χτύποι της καρδιάς αραίωσαν. Ο οδηγός, που στη διάρκεια του συμβάντος έπινε τον καφέ του, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας με συναδέλφους στο πεζοδρόμιο, ανέβηκε μετά από λίγα δευτερόλεπτα για να αναλάβει τα ηνία του λεωφορείο, χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι για το δυνητικά καταστροφικό συμβάν -ευτυχώς! 

Στο μικρό κόσμο του παιδιού, της αφέλειας και άγνοιας, του αυθόρμητου, του ριψοκίνδυνου ψαξίματος στο άγνωστο, όπως όλοι γνωρίζουμε, τέτοια τετριμμένα και ασήμαντα περιστατικά αντιλαμβάνονται και μεγεθύνονται χάριν στην υπερευαισθησία μιας σχετικά παρθένας από εμπειρίες παιδικής ψυχής και αποκτούν γιγαντιαίες διαστάσεις. Στο υπόλοιπο ταξίδι, έχοντας κιόλας ξεπεράσει από το στιγμιαίο πανικό και την ταχυπαλμία που διέκοψε απότομα το νυσταγμένο αγουροξύπνημα από τα χαράματα, έγινα ο αφοσιωμένος παρατηρητής κάθε μικρής κίνησης του οδηγού, των χεριών του στο μοχλό και το τιμόνι, των ποδιών του στο γκάζι, το φρένο και των ντεμπραγιάζ, κάθε αλλαγή στις βοές που ανέδυε το λεωφορείο, σε κάθε επιβράδυνση, σε κάθε αργή, αγκομαχούσα επιτάχυνση. Και όλες εκείνες οι κινήσεις πραγματοποιούνταν εντελώς μηχανικά, με αξιοζήλευτη τεχνική, χωρίς καθόλου σκέψη εκ μέρους του, ή με τη σκέψη πιο πολύ στραμμένη στις συζητήσεις με τον εισπράκτορα δίπλα του. Η οδήγηση του τεράστιου όγκου λεωφορείου ήταν κάτι θαυματουργό, ένας άθλος που δεν μπορούσε να εξηγηθεί από το μικρό παιδικό μυαλό.

Sunday, October 23, 2022

Ενα Παιδί - 12 Κρύα Βρύση: Τηλεόραση

Ένα από εκείνα τα βράδια, ένα σαββατόβραδο μετά το σχολείο που δεν πήραμε το λεωφορείο για τη Θεσσαλονίκη, απόκτησα την πρώτη εμπειρία μ’ ένα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα του προηγούμενου αιώνα. Θα επιβαλλόταν και κυριαρχούσε μοιραία και αναπόφευκτα, σα μια νομοτέλεια στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας, θα καταλάμβανε και υπέτασσε, πνευματικά, αισθητικά και συναισθηματικά, και σε περιπτώσεις σχεδόν καθολικά, ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου και της ζωής των λαϊκών μαζών -και του δικού μου, ανάμεσά τους: η τηλεόραση· με τη χρονική καθυστέρηση που χρόνια συνοδεύει τη διάχυση τέτοιων ανακαλύψεων στις λεγόμενες «αναπτυσσόμενες χώρες», στις παρυφές της Ευρώπης κι αλλού, καθυστέρησης συνήθως ανάλογης της απόστασης, γεωγραφικής και τεχνολογικής, από τις μητροπόλεις του know-how, και αντιστρόφως ανάλογης των εκάστοτε ρυθμών της παγκοσμιοποίησης.

Η τηλεοπτική μετάδοση είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα λίγο πριν την εγκαθίδρυση της χούντας, και άρχισε να υιοθετείται αρχικά από τα σχετικά ευπορότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, για να γίνει μετέπειτα οικονομικά προσιτή στο σύνολό της: με πρόοδο ισοπεδωτική σε βάρος άλλων μορφών πληροφόρησης, ψυχαγωγίας κι απολαύσεων, ακόμα και βασικών κοινωνικών αναγκών. Ήταν η τεχνολογία που πρόσφερε φτηνή ψυχαγωγία, και μια, έστω φιλτραρισμένη από το καθεστώς, προπαγανδιστική ενημέρωση με καθολικό ακροατήριο: μικρούς και μεγάλους, φτωχούς και πλούσιους. Ως εκ τούτου, είχε λιγοστά εμπόδια, και αυτά αδύναμα στο δρόμο μιας πολιτιστικής κυριαρχίας πάνω σε συνειδήσεις. Εμπόδια αρχικά οικονομικά, που όμως και αυτά, αργά ή γρήγορα θα ξεπερνιούνταν, νομοτελειακά από την καπιταλιστική ανάπτυξη, στην πορεία μιας σχεδόν ολοκληρωτικής επικράτησης σε πεδία πολιτικά, ενημερωτικά, πολιτιστικά, ψυχαγωγικά -παντού. Μέχρι να την παραμερίσει η επόμενη τεχνολογική επανάσταση μερικές δεκαετίες αργότερα.

Δεν ξέρω αν αυτό έδειχνε κάτι για μιαν σχετική ευμάρεια του σπιτικού του κυρ-Γιώργη και της κυρίας-Μέλης και μερικών άλλων αγροτόσπιτων της Κρύας Βρύσης, αλλά στο ευρύχωρο σαλόνι τους φιγουράριζε το «μαγικό κουτί» λίγα χρόνια πριν ακόμα αυτό γίνει μόνιμο αξεσουάρ και του δικού μας μικροαστικού «πρόχειρου» δωματίου στη μεγάλη πόλη. Η μαυρόασπρη εικόνα παλλόταν κάθε βράδι σε διαφορετικούς τόνους του γκρίζου στο σαλόνι των νοικοκυραίων μας. Τα φώτα ήταν όλα σβησμένα και, πίσω από τα παράθυρα με τις τραβηγμένες κουρτίνες, το σκοτάδι διαδεχόταν ένα αχνό φως, καμιά φορά παρατεταμένης διάρκειας, πριν το δωμάτιο μαζί με τα περιγράμματα ακίνητων και αμίλητων προσώπων καθισμένων σε ημικύκλιο γύρω από την ad hoc, κεντρική στο μεγάλο δωμάτιο και μεγαλοπρεπή βάση της τηλεόρασης, βυθιστεί και πάλι στο σκοτάδι. Ήξεραν από ιδίαν πλέον πείρα, οι αποσβολωμένοι θεατές της οικογένειας, την έλξη που ασκούσε η κινητική διαδοχή μαυρόασπρων εικόνων. Η ζωηρή ακολουθία τους ήταν τότε σαν παιδικό όνειρο μιας ιδρωμένης καλοκαρινής σιέστας, ήταν η ισχυρή έλξη του καινούργιου και του άγνωστου, του φαντασμαγορικού κι αναπάντεχου, το δέλεαρ που η αναπαράσταση μιας μακρινής, δραματικής πραγματικότητας (πλασματικής ή όχι δεν έχει σημασία) και της συμμετοχής στις περιπέτειες εικονικών ηρώων χωρίς προσωπικό κίνδυνο.

Και με προσκάλεσαν ένα σαββατόβραδο, οι καλοπροαίρετοι αυτοί σπιτονοικοκύρηδές μας, στο σαλόνι τους να θαυμάσω ή να μυηθώ στο μυστήριο της τηλεόρασης: στη μαγική κίνηση όντων και ύλης, όπως πρόκυπτε από την διαδοχή των μαυρόασπρων εικόνων μπροστά στα μάτια τους. Ένας δυστυχής άνθρωπος είχε δεθεί από μια μπάντα κακούργων εγκάρσια στις γραμμές ενός τραίνου κι εγκαταλειφθεί εκεί, καταμεσής μιας ερήμου του φαρ-ουέστ, το κορμί του να σπαράζει από εδώ κι από εκεί στην απεγνωσμένη προσπάθεια να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, με την απόλυτη αγωνία και τον τρόμο ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του ενώπιον ενός φρικτού θανάτου, που ο ολοένα εντονότερος ήχος του τραίνου προμήνυε. Ήταν η μόνη εικόνα, ίσως παραμορφωμένη από μετέπειτα όνειρα και φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας, που διασώθηκε κι επέζησε δεκαετίες στα βάθη της μνήμης από το «κουτί» στο σαλόνι του κυρ-Γιώργη και της κυρά-Μέλης. Τελικά ο ήρωας με κάποιο τρόπο αποδεσμεύτηκε, λίγα δευτερόλεπτα πριν το τραίνο προλάβει και κομματιάσει το κορμί του. Το happy ending μετά τη μεταδοτική αποκορύφωση της αγωνίας ήταν μια απαράβατη νόρμα σε χολιγουντιανές ταινίες της εποχής, αλλά κανείς μας δεν το προαισθανόταν ή σκεφτόταν, καθώς αυτό το τέλος επερχόταν απέναντι σε πιθανότητες διάσωσης, που ο σκηνοθέτης, με διαφορετικά τρικ, πρόβαλε και έδινε να καταλάβουμε ότι ήταν μηδαμινές. Η εντύπωση του τρόμου, που η απροσδόκητη, εναγώνια και παρατεταμένη, σχεδόν αναπόφευκτη προσέγγιση του θανάτου πίσω από την οθόνη, ντοπαρισμένη με ηχητικά εφέ, ερχόταν για να πάρει μαζί του τον «καλό» και συμπαθή ήρωα, χωρίς όμως τελικά να φανερώνεται, προκαλεί πάντα και αναστατώνει. Θα αποτυπωνόταν τότε στην παιδική μου φαντασία μου εντονότερη κι από την ίδια την περιφερειακή πλοκή της ταινίας. Το happy ending έφερε εκείνο το βράδυ μιαν ανείπωτη ανακούφιση, μιαν λύτρωση και έναν γλυκό ύπνο.


Ένα Παιδί - 11 Κρύα Βρύση: Χειμωνιάτικα Βραδινά και Πρωϊνά

Σχολική δουλειά για το σπίτι έφερνα τακτικά όπως μου την ανέθετε προσωπικά και κατ’ εξαίρεση η κυρία Λόλα, πιθανότατα με παραινέσεις της Μάνας. Με κρατούσε απασχολημένο τα βαριά, μεγάλα βράδια του χειμώνα· μ’ έκανε πειθαρχημένο, μελετηρό και δουλευταρά. Τέτοια προτερήματα στην προσωπικότητα, μαζί με τα αντίστοιχά ελαττώματα, χτίζονται από νωρίς στη ζωή με κάτι τέτοιους μεθόδους και σε κλειστά περιβάλλοντα. Στην κυρία-Λόλα, και στη Μάνα πάντα δίπλα μου, χρωστάω ένα μεγάλο κομμάτι της γνώσης: να γράφω «καλά» τα πρώτα μου ελληνικά γράμματα, να πετύχω ρυθμούς ανάγνωσης και βάθη κατανόησης πολύ πιο πέρα από τα χρόνια μου. Εκείνη η σχολική εργασία τα χειμωνιάτικα βράδια της Κρύας Βρύσης προσέδωσε μια μικρή, μη υπολογίσιμη αξία στον άνθρωπο που τελικά θα γινόμουν, αλλά και τροχοδρομούσε στόχους μπροστά μου, που όμως εκ των υστέρων δεν θα είχα την βούληση, ούτε θα έπαιρνα τις πρωτοβουλίες να αλλάξω και αναβαθμίσω ριζικά: έμπαινα σε ένα λούκι, τρόπον τινά.

Μετά τη «δουλειά στο σπίτι» θα ερχόταν το βραδινό φαγητό. Το παιδί που ήμουν τότε ποτέ δεν αναρωτήθηκε ούτε το απασχόλησε πως και που και από ποιον προετοιμαζόταν. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι σχεδόν πάντα θυμάμαι κατέληγε σε φρουτοσαλάτα από ξεφλουδισμένες φέτες μήλων συχνά πασπαλισμένες με λίγη κανέλλα, καμιά φορά με μέλι, εποχιακά και ντόπια πορτοκάλια και μανταρίνια, όλα στο πλαίσιο των πρωτοποριακών για την εποχή της διαιτικών συνηθειών της Μάνας. Πριν τον ύπνο, που θα έριχνε την αυλαία στην καθημερινή μας ρουτίνα, η Μάνα θα μου διάβαζε ένα παραμύθι ή θα μου τραγουδούσε κάποιο σχολικό τραγούδι από το πρόγραμμα της «Ωδικής», με την ωραία, αν και την δασκαλίστικη, επιτηδευμένη χορωδιακή φωνή που διέθετε. Στα τραγούδια της ώρας της «Ωδικής» είχαν παρεισφρήσει, στα πλαίσια της εθνικής μας διαπαιδαγώγησης των ελληνοπαίδων μαζί, χάριν της «Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου», με πολλά εθνοφασιστικά άσματα. Τα μελωδικά τραγούδια από την καλλιφωνία της Μάνας, ταιριαστά στην μοναχικότητα και ηρεμία των βραδιών μας στην Κρύα Βρύση ήταν λίγα. Ανάμεσα τους ξεχώριζε ένα θλιμμένο, που το θυμάμαι ακόμα. Διηγούνταν την ιστορία μιας φωλιάς χελιδονιών. Η ηρωική μάνα εκείνης της φαμίλιας των πουλιών του τραγουδιού, άφησε τη φωλιά της, όπως την άφηνε κάθε μέρα, για να ψάξει και φέρει τροφή στα νεογνά της. Ένα βράδι δεν επέστρεψε. Είχε πιαστεί σε ένα δίκτυ κυνηγών. Τα λυπημένα τιτιβίσματα των πεινασμένων νεογνών έμειναν στο σκοτάδι της νύχτας αναπάντητα. Το τραγούδι άφηνε να εννοηθεί ένα τέλος άδικο για μιαν τραγική μάνα και, για την παρθένα συναισθηματικά και, ίσως, εκ γενετής υπερευαίσθητη ψυχή, το άκουσμα πάντα βούρκωνε τα μάτια μου και γινόταν λυπημένα όνειρα όταν έσβηνε το φως της λάμπας.  

Η καρδιά μου σκλήρανε αρκετά από τότε και με το πέρασμα του χρόνου: από τη ζωή και τις συναναστροφές με ανθρώπους, από την «πολλήν συνάφεια του κόσμου». Η αντίδραση στην πραγματική δυστυχία που συναντώ στο δρόμο μου ή στην σκηνοθετημένη, μέσα από το θέατρο, το σινεμά, την καλλιτεχνική έκφραση, μπορεί να μην βυθίζεται πλέον στα ίδια βάθη και να μην συγκινεί στον ίδιο βαθμό, αλλά εξακολουθεί να αγγίζει την καρδιά, πολλές φορές ανεπαίσθητα, καμιά φορά μέχρι να βραχούν τα μάτια. Η λύπη, ο οίκτος, η συμπόνοια, και τ’ ανάλογα συναισθήματα, δεν έχουν το ίδιο βάθος ενόσω ωριμάζω και γερνώ, σε αναλογία με το μέγεθος των τραγωδιών που συμβαίνουν γύρω ή μακριά μου, πραγματικών ή πλαστών. Αλλά η αντίδραση και συγκίνηση από ένα τόσο απλό, αθώο σχολικό τραγούδι, που απέναντι στους περισσότερους συνομήλικούς δεν θα ξεπερνούσε τα όρια μιας επιφανειακής και αδιάφορης, ίσως και βαρετής ακουστικής αίσθησης, μου έδειξε κάτι στον ατέλειωτο και δαιδαλώδες μονοπάτι της αυτογνωσίας που ξεκινάει με την γέννησή και τελειώνει με τον θάνατό: ότι ήμουν περισσότερο ευαίσθητος απ’ όσο χρειαζόταν κι έπρεπε, και απ’ όσο η ζωή στον κόσμο αυτό, είτε πλούσια και προνομιούχα, είτε άπορη και δυστυχισμένη, είτε καθ’ οδόν μιας μέσης ισιάδας χωρίς πολλούς κλυδωνισμούς και σκαμπανεβάσματα, απαιτεί. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ένας αχαλίνωτος συναισθηματισμός, οι ανησυχίες και φόβοι που συχνά τον συνοδεύουν και που η υπερβολική ευαισθησία επιτρέπει να βασανίζουν το νου, να «ματώνουν την καρδιά» και καμιά φορά να κομματιάζουν την ψυχή μας, είναι από μόνοι τους αναποτελεσματικοί: δεν απαλύνει κανέναν πόνο, ελάχιστα επηρεάζει την πορεία των γεγονότων και δεν αλλάζει τίποτε στην ουσία τους. Από την άλλη μεριά, λέω ότι αυτή η υπερευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και την τραγωδία, οι συναισθηματικές κλίμακες που κατάφερα κι άδραξα και ανεβοκατέβηκα ήταν ένα προνόμιο και μια μικρή ευλογία. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν αυτό το εν τέλει χάρισμα ήταν γενετικά κληρονομικό ή επίκτητο, με τη ρίζα τους στα χειμωνιάτικα βράδια της Κρύας Βρύσης, ή και τα δύο.

Με την παρουσία της Μάνας δίπλα μου, καμιά φορά με τη διπλή κουβέρτα, τις πιτζάμες από κάποιο χοντρό βαμβακερό ύφασμα, με τις μάλλινες κάλτσες που πολλές φορούσα ακόμα και στον ύπνο μου, κοιμόμασταν στην καμάρα με την ελάχιστη θαλπωρή. Τα βράδια της μεγάλης παγωνιάς κουκουλωνόμασταν με κουβέρτες διπλές από πάνω· απλώναμε και μια από κάτω, αντί για το κρύο κατωσέντονο και ακόμα περισσότερη θερμομόνωση στο κρύο δωμάτιο: οι μέθοδοι αυτές ήταν αποτελεσματικές και κοιμόμαστε σε μια ζεστασιά. Τα πρωϊνά ξυπνήματα, όμως, τα ξεσκεπάσματα με τη σόμπα σβησμένη στο κρύο δωμάτιο και τα τζάμια θολά από τα χνώτα μιας νύχτας, τα θυμάμαι να τουρτουρίζω με γρήγορες κομμένες ανάσες και τη Μάνα να προσπαθεί στοργικά να μου ζεστάνει πόδια και τα χέρια με άγαρμπα, αλλά καλοδεχούμενα τριψίματα. Τα προγεύματα ήταν κρύα κι αυτά, κομμάτια ψωμιού παπαρισμένα στο γάλα ή φέτες ψωμιού με βούτυρο, μέλι ή μαρμελάδες κι ένα ποτήρι γάλα, κατέβαιναν μέσα μου απρόθυμα και δύσκολα.

Ο δρόμος για το σχολείο, χωματόδρομος σκληρός με λακκούβες από παγωμένα νερά, γύρω και πίσω από την πλατεία ήταν έρημος από γονιούς και παιδιά. Τα πρώτα φώτα ήδη ανάβανε πίσω από τις αυλές των σπιτιών. Οι δάσκαλοι, κι εγώ το μοναχοπαίδι της δασκάλας, έδιδαν το παρόν στο σχολείο προτού οι πρώτοι μαθητές αρχίσουν να εμφανίζονται στο προαύλιο, αλλά το νωρίς ξύπνημα στο κρύο της Κρύας Βρύσης, ανταμειβόταν αδρά από το ζεστασιά της σόμπας στο γραφείο των δασκάλων πριν σημάνει το κουδούνι της σύναξης των μαθητών στο προαύλιο, την προσευχή, την έπαρση της σημαίας, τον εθνικό ύμνο, το καθιερωμένο λογύδριο του Διευθυντή. Ο μικρο-προνομιούχος εγώ, δεν χρειαζόταν να περιμένω στο προαύλιο με τα άλλα παιδιά -κάτι που εν τέλει ίσως να λειτούργησε εις βάρος της κοινωνικότητάς μου, ούτε να υποστώ τη δοκιμασία ενός άγονου κι ακαταλαβίστικου τελετουργικού, ισοδύναμου αγγαρείας, που δεν είχε ούτε βάθος, ούτε κάποια σημασία για μένα και τους περισσότερους μαθητές. Γινόταν γιατί έπρεπε ή επιβαλλόταν από κάποιο πρωτόκολλο, έξωθεν και άνωθεν, να γίνει. Ωστόσο πήρα μια-δυο φορές τη σειρά μου με τα’ άλλα παιδιά σε ένα παραπέρα παράπηγμα όπου σέρβιραν το πρωινό -ένα κουπάκι γάλα με μια φέτα ψωμί αλειμμένη με βούτυρο και μαρμελάδα. Κάτι πρωτόγνωρο και μοναδικό στα χρονικά της ελληνικού σχολείου, τελικά καταργήθηκε τόσο γρήγορα, όσο η ελληνική κοινωνία έβγαινε από τη φτώχια της μεταπολεμικής εποχής. Για ένα παρόμοια πρόγευμα από τα ίδια συστατικά, συν έναν νερωμένο καφέ, μπήκα σε παρόμοιες ουρές μετά από χρόνια σαν φαντάρος.