Sunday, July 31, 2022

Γονιοί - 3 Όταν Γνωρίστηκαν

 Ούτε ο Πατέρας γεννήθηκε για τη Μάνα, ούτε η Μάνα γεννήθηκε για να ταιριάξει με τον Πατέρα, όπως λέει ο κόσμος. Και οι δυο στα νιάτα τους είχαν ομορφιά. Ο Πατέρας ένα βαθύ και διαπεραστικό βλέμμα μέσα από μεγάλα ανοιχτά καστανά μάτια, στεφανωμένα από αρρενωπά και καλλίγραμμα φρύδια -αυτό το βλέμμα το χρωστούσε στη γιαγιά. Το πλατύ μέτωπο του, που πήρε από τον παππού και το σόι του, πρόβαλλε ανοιχτό, γεμάτο νου και πνεύμα, κάτω από σκούρα, ελαφρώς σπασμένα, καλοχτενισμένα προς τα πίσω μαλλιά, τα οποία, μέχρι βαθιά γεράματα, σένιαρε κάθε πρωί στον καθρέφτη. Άρχιζαν να γκριζάρουν από νωρίς προσθέτοντας κύρος και πνευματικότητα στο γενικό παρουσιαστικό, με το ξερακιανό κορμί και πάνω από το μέσο όρο ανάστημα, στο οποίο αργότερα το βάρος και το στομάχι της μέσης ηλικίας πρόσθεσε επιβλητικότητα. Η Μάνα είχε το ωραίο στόμα και χαμόγελο, που πήρε από τη γιαγιά τη Βασιλική, τη γλυκιά, απαλή φωνή, εκλεκτή και άξια της χορωδίας της Ακαδημίας, τα χρυσόξανθα μαλλιά με την πλεξούδα να πέφτει στη ράχη της, στο μικροκαμωμένο, αλλά με καλές αναλογίες κορμί της. Τα δασκαλίστικα γυαλιά με τον κοκάλινο σκελετό προσέδιδαν, επιφανειακά τουλάχιστον, ένα βάθος πνευματικό. Εκ πρώτης όψεως και από φυσική επιφανειακή σκοπιά, ο οιοσδήποτε καλοπροαίρετος θα έβρισκε την Μάνα και τον Πατέρα ταιριαστές φυσιογνωμίες. Ο καθένας τους, χωρίς αμφιβολία, προσελκύστηκε από τα χαρίσματα του άλλου. Η αρμονία των φυσικών χαρακτηριστικών είναι συχνά προϋπόθεση στον έρωτα και σμίξιμο δύο ανθρώπων.    

Αν και τα κοινωνικοοικονομικά φόντα των τόπων όπου μεγάλωσαν, εκείνου του μονότονου και λίγο-πολύ αταξικού του χωριού, από τη μια μεριά, και των πολύχρωμων γειτονιών και ζωής στην πόλη, από την άλλη, διέφεραν σημαντικά, αυτά των οικογενειών παρουσίαζαν μια μικρή, αλλά διακριτή συμβατότητα. Η οικογένεια της Μάνας εγκαταστημένη σ’ ένα χωριό στις παρυφές της δυτικής πόλης, με χωράφια και μπαχτσέδες γύρω από τις νησίδες με εργοστάσια και μηχανουργεία που ξεφύτρωναν τριγύρω χάρη στη γρήγορη μεταπολεμική εκβιομηχάνιση της Θεσσαλονίκης, ήταν από μιαν άποψη ημι-επαρχιακή, από μιαν άλλην ημι-αστική. Μπορεί ο καθημερινός νους των ανθρώπων να προκαταλαμβανόταν από τις αγροτικές δραστηριότητες της Νέας Μαγνησίας, αλλά η πόλη κι οι πειρασμοί της βρίσκονταν κοντά -μισή με μια ώρα με το ΚΤΕΛ της γραμμής. Στην κεφαλή της, η οικογένεια του χωριού, είχε τον παππού, το διακεκριμένο στην τοπική κοινωνία δημοδιδάσκαλο-διευθυντή, με τις παραδοσιακές αρχές ενός παλιού-«καλού» καιρού που εφάρμοζε και επέβαλλε στο σχολείο και σπιτικό του. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές όμως είχαν ανθίσει νεωτεριστικές για την εποχή αντιλήψεις, όσον αφορά τουλάχιστον στις ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις, καθώς και «προοδευτικές» πολιτικές απόψεις, ενώ είχε παντρευτεί μιαν όμορφη, κομψή και κατά βάθος σχετικά καλλιεργημένη γυναίκα από εύπορη οικογένεια της Πόλης, παρόλο που το περισσότερο βιός και πλούτος της είχε χαθεί καθ’ οδόν της προσφυγιάς. Από την άλλη μεριά, το ένα πόδι της οικογένειας του Πατέρα βρισκόταν στην εργατιά και οι ρίζες της στις φτωχογειτονιές της Τούμπας, όπου οι στερήσεις της Κατοχής άφησαν δυσεπούλωτα τραύματα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, το άλλο πόδι στη μικροαστική έως και μεσοαστική διανόηση της πόλης. Στο σπιτικό και καθημερινότητά της οικογένειας αναμείχθηκαν ωραία στοιχεία από την αρχοντιά των Μελενικιωτών και την κιμπαροσύνη των Σμυρνιών. Εν ολίγοις, θέμα ταξικών ή άλλων προκαταλήψεων ανάμεσα στα δύο σόγια δεν τίθετο, ούτε, εν προκειμένω, υπήρχε έδαφος, πρόθεση ή και η παραμικρή διάθεση για αλισβερίσια περί προικών. Ο Πατέρας, άλλωστε, από νωρίς στεκόταν υπεράνω τέτοιων κοινωνικών αναχρονισμών, χάριν στο ανοιχτό μυαλό, τις συναναστροφές με θείους, προκομμένα ξαδέρφια και καλούς φίλους. Δεν ήταν κάποιος εξτρεμιστής ριζοσπάστης, αλλά ο μετριοπαθής προοδευτικός κι εκσυγχρονιστής, με αντιλήψεις που στιλβώθηκαν από τις εμπειρίες της Κατοχής, του Εμφύλιου, της μεταπολεμικής ανάπτυξης και σχετικής ευημερίας, και βέβαια της πανεπιστημιακής μόρφωσης που απέκτησε.

Τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής τους έφεραν κάτω από την ίδια επαγγελματική στέγη, στα ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια κάποιου Κατσικόπουλου, ανάμεσα στα Διαβατά και τη Νέα Μαγνησία από τη μια μεριά, και τα Ελευθέρια και το Νέο Κορδελιό από την άλλη, στην άσχημη, δυτική, βιομηχανική μεριά της πόλης, εις το διηνεκές υποβαθμισμένη. Θα μας φαινόταν σήμερα περίεργη περιοχή για να στήσει κάποιος ιδιωτικό σχολείο, αλλά τα κοινωνικά στρώματα της πόλης δεν είχαν ακόμα περιχαρακωθεί σε ταξικά διακριτές συνοικίες. Η αστική ανάπτυξη ήταν ρευστή, όσο και ταχεία, κι ο σχηματισμός των συμπαγών τάξεων της μεταπολεμικής βιομηχανικής κοινωνίας βρισκόταν σε εξέλιξη. Εκεί, στο ίδιο σχολείο, σμίξανε κι αγαπηθήκανε την ίδια εποχή ο Νίκος ο Α., στενός φίλος του Πατέρα από τα φοιτητικά χρόνια και κατά τις δεκαετίες των νιάτων και της ωριμότητας που ακολουθούσαν, με την Κική, του καλλιτεχνικού γένους των Τζ., μια νεαρή, πνευματώδη και τσαπερδόνα φιλόλογο· για να παντρευτούν λίγο καιρό αργότερα με τον Πατέρα ως τον εκλεκτό κουμπάρο. Έκτοτε τα δυο ζευγάρια, θ’ ακολουθήσουν παράλληλες και συμμετρικές πορείες, και καθ΄ οδόν ζήσαμε εμείς καλά κι εκείνοι μάλλον μιαν καλύτερη, επιφανέστερη, κι ευπορότερη ζωή. Αλλά προτρέχουμε στο μονοπάτι της ζωής…

Ο Κατσικόπουλος, λοιπόν, ο καθηγητής-ιδιοκτήτης και το αδιαμφισβήτητο αφεντικό των επώνυμων εκπαιδευτηρίων, ήταν για πολλούς που τον γνώριζαν ένας μπαγαπόντης και παραδόπιστος επιχειρηματίας. Έλεγαν ότι χαρτόπαιζε. Καθόλα πιθανό, καθώς η μανία για τζόγο συχνά συνάδει με την φιλοχρηματία. «Αχρείο» τον χαρακτήριζε ο Πατέρας στις κουβέντες μας, συνοψίζοντας με μια λέξη όλα τα παραπάνω ελαττώματα. Υποτίθεται ότι ο Κατσικόπουλος διέθετε πανεπιστημιακή μόρφωση, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το εύκολο χρήμα μέσα από το εμπόριο παιδείας και την εκμετάλλευση νεαρών απόφοιτων του Πανεπιστημίου, που διψούσαν για κάποια δουλειά και ήταν πρόθυμοι να την προσφέρουν όσο-όσο στο ξεκίνημα της καριέρας τους. Και οι περισσότεροι απόφοιτοι από σχολές σαν του Πατέρα την χρειαζόταν επιτακτικά, τουλάχιστον μέχρις ότου προκύψει κάποιος διορισμός στο Δημόσιο. Φημολογείτο ότι ο εν λόγω κύριος προσέλαβε τη Μάνα ώστε να διατηρήσει κάποιες σχέσεις με τον παππού τον Γιάννη, που ως διευθυντής γειτονικού δημοτικού σχολείο ήταν δυνάμει πάροχος πελατείας από τις τάξεις των μαθητών του. Αυτά μου μαρτυρούσε η ενδεχόμενα ελαφρώς προκατειλημμένη άποψη του Πατέρα για τον Κατσικόπουλο. Διότι δεν τα πήγε ποτέ καλά με το πρώτο αφεντικό του. (Να προσθέσουμε παρεμπιπτόντως ότι ο Πατέρας δεν τα πήγε καλά με σχεδόν κανέναν από τους προϊστάμενούς του λόγω κυρίως ενός υπερβάλλοντος εγωϊσμού.) Όμως, οι χαρακτηρισμοί και ισχυρισμοί και Πατέρα για τον Κατσικόπουλο πρέπει να είχαν κάποια βάση, ακόμα κι αν δεχτούμε μιαν ηπιότερη εκδοχή του ποιόντος εκείνου του ανθρώπου.

Κάποιος έρωτας, απροσδιόριστης χροιάς κι έντασης, με αφετηρία όπως πάντα μια πρώτη ματιά και μια φυσική έλξη –αναγκαία συνθήκη κάθε έρωτα, αναπτύχθηκε και ζωήρεψε στην καθημερινότητα των Εκπαιδευτηρίων. Ότι του γάμου προϋπήρξε έρωτας πιστεύω ακράδαντα, παρόλο που δεν έγινα ποτέ αυτόπτης μάρτυς οιωνδήποτε εκδηλώσεων του ανάμεσα στους γονιούς μου, έστω ανεπαίσθητων εκδηλώσεων κάποιου τινά υποβόσκοντος έρωτα, έστω εξασθενημένου με το πέρασμα των χρόνων. Ούτε υπάρχουν μαρτυρίες για τέτοιες εκδηλώσεις από τρίτους. Δέχομαι ότι η επικρατούσα κουλτούρα και ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν εμφανείς δημόσιες ερωτοτροπίες, και το ξεπέρασμα τέτοιων φραγμών απαιτούσε διαφορετικούς χαρακτήρες από εκείνους των γονιών μου. Ψήγματα αυτού του έρωτα, όμως, κάπως φανερώνονταν σε φωτογραφίες από εκδρομές της εποχής, mementos και νοσταλγικές διηγήσεις από τα νιάτα ενός μακρινού παρελθόντος, και παρά την πορεία που ακολούθησε η συζυγική σχέση (και αυτής ήμουν αυτόπτης μάρτυς!), η πίστη αυτή, ότι κάποτε έστω και για λίγο, υπήρξε αγάπη και έρωτας φέρνει σε μένα, τον καρπό αυτού του γάμου, μια μικρή ικανοποίηση.

Ο Camus έγραψε ότι το να μην αγαπηθεί κάποιος στη ζωή του είναι κακή τύχη, το να μην αγαπήσει είναι δυστυχία. Kαι το είδα αυτό στις ζωές πολλών ανθρώπων της προηγούμενης γενιάς. Ο χαρακτήρας κι η δύναμη εκείνου του έρωτα φυσικά θα παραμείνουν κρυφά μυστικά των δυο ψυχών που με γέννησαν. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο έρωτας, αυτή η πνευματική-ψυχική-βιοχημική σύνθεση απειράριθμων αισθήσεων και συναισθημάτων, ρεύματα που συναντιούνται στους αναρίθμητους κόμβους της ψυχής και του νου και μετά απομακρύνονται από αυτούς σε μια διαδικασία συνεχούς κίνησης και παλινδρομήσεων, ξεχωρίζει για τη μοναδικότητα, ιδιαιτερότητα και υποκειμενικότητά του. Χαρακτηρίζει αποκλειστικά τις δύο οικουμενικά μοναδικές συνειδήσεις που συνδέει, και συνήθως οχυρώνεται και κρύβεται πίσω από αυτές. Σχετίζεται με την εποχή, το χώρο και την κουλτούρα της κοινωνίας που περιβάλει αυτές τις συνειδήσεις. Μόνον ο αριθμός των έργων τέχνης που τον εξέφρασαν ανά τους αιώνες μπορεί να συγκριθεί με τον αριθμό των παραλλαγών του έρωτα που με κάποιον τρόπο εξωτερικεύθηκαν από τους καλλιτέχνες τους. Πιο απλά και, ίσως, καλύτερα γραμμένο: οι έρωτες είναι τόσοι όσο και τα δισεκατομμύρια ανθρώπων που είχαν την τύχη να αγαπήσουν και να ερωτευτούν. Κι ανήκει αποκλειστικά στους δυο ανθρώπους που τον βιώνουν, μένει σε μεγάλο βαθμό το απόκρυφο μυστικό τους, που στην πορεία του μόνον ελάχιστα δείγματα παρουσιάζονται στον έξω κόσμο: με το χαμόγελο, το τραγούδι, την καλλιτεχνική δημιουργία. Η τελευταία μένει κληρονομιά στις επόμενες γενιές μόνο και μόνο για να αντιληφθούν την ύπαρξη και σημασία του και, αν το καταφέρουν, να συγκινηθούν από το μεγαλείο του και τις κορυφογραμμές που μπορεί ν’ αγγίξει, ίσως ακόμα και για να τον νιώσουν κι εμπεδώσουν καλύτερα οι ίδιοι.

Είχαν κι οι δυο τους άλλες, μετρημένες ευκαιρίες ν’ ακολουθήσουν διαφορετικά μονοπάτια. Υπήρξαν κι άλλα νεανικά χτυποκάρδια στα πρώτα βήματά τους στον κόσμο των μεγάλων και ώριμων. Σε τέτοιες ηλικίες, στην ακμή του ανθρώπινου κορμιού και του κάλους της ανθρώπινης φύσης, ο έρωτας καιροφυλαχτεί από πολλές μεριές, απτόητος από τα οποιαδήποτε στεγανά του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, του κοινωνικού περίγυρου και της κουλτούρας κάθε εποχής. Η φράση του Σοφοκλή, που δεν μας δίδαξαν στο σχολείο, ακούγεται ως κλισέ: «Έρως ανίκατε μάχαν...» O Λάμπουρας, ένας νεαρός μαθηματικός στη δούλεψη του Κατσικόπουλου κι αυτός, την προσέγγιζε στα περιθώρια της δουλειάς στο εκπαιδευτήριο και την περιτριγύριζε διακριτικά, δεδομένης (και επιβεβαιωμένης) της ευγένειας του. «Τι καλό παιδί!» έλεγε η Μάνα (το ισοδύναμο του αγγλοσαξονικού “What a gentleman!”) με μια δόση νοσταλγίας, ενώ ο Πατέρας μετά από κάθε αναφορά στο όνομά του χαμογελούσε συγκαταβατικά, μπορεί και σαρδόνια. Ο θάνατος δεν του χαρίστηκε πριν καν το άνθος της ηλικίας του. Σκοτώθηκε τραγικά, καταπλακωμένος από το ασανσέρ μια πολυκατοικίας, έχοντας ο ίδιος πέσει στο βάραθρό του πίσω από την πόρτα ενός ορόφου. Χωρίς να γευτεί τον έρωτα ή έστω την αγάπη και τη συμπάθεια της Μάνας. Μόνον έναν χορό μαζί της στο ρεβεγιόν κάποιον Χριστουγέννων που αποθανατίστηκε σε μια φωτογραφία. Χαράκτηκε όμως βαθιά στη μνήμη της -και αυτήν του Πατέρα: ο Λάμπουρας, ο νεαρός, ο ευγενικός μαθηματικός.   

Από την άλλη μεριά της σύγκλισης των γονιών στο ίδιο μονοπάτι της ζωής, με τα όχι λίγα στραβοπατήματα και πισωγυρίσματα που θα λάμβαναν χώρα καθ’ οδόν, είχαμε τη Μαίρη, την κόρη της περίφημης στην παλιά γειτονιά και πλέον θρυλικής Χαρίκλειας, επιστήθιας φίλης της γιαγιάς. Καλή κοπέλα η Μαίρη κι όμορφη, κι ένα φεγγάρι φάνταξε ως υποψήφια, αν όχι απαραίτητα και επίδοξη νύφη. Ο Πατέρας, απ’ όσο έχω καταλάβει από τα σχετικά λεγόμενα της Μάνας, «την άρεσε και την ήθελε» τη Μαίρη. Πριν όμως ακόμα τα πρώτα μπουμπούκια κάποιου δυνητικού έρωτα άρχιζαν ν’ ανθίζουν, η Χαρίκλεια έθεσε βέτο -ενστικτωδώς, χωρίς εξηγήσεις: διαφέντευε την κατάσταση και την κόρη της. Την διακατείχε μια αδιάσειστη διαίσθηση, χάριν στο μητρικό ένστικτο τροφοδοτημένο από διάφορες ενδείξεις, για τις προοπτικές που θα επεφύλασσε στην κόρη της ο προβληματικός χαρακτήρας του Πατέρα. Ενδείξεις όπως φανερώνονταν από τη συμπεριφορά του Πατέρα παρουσία της Χαρίκλειας, στις επισκέψεις της για καφέ και κουτσομπολιό στη γιαγιά, ή από αυτά καθαυτά τα κουτσομπολιά που θα είχε πιάσει το αυτί της από γνωστούς και φίλους κι έκαναν το γύρο της γειτονιάς και πιο πέρα. Έτσι απέκλεισε, με κατηγορηματικό κι ακαριαίο τρόπο, να μοιραστεί η Μαίρη το μέλλον της  με τον Πατέρα. Εκ των υστέρων ίσως να αποδείχτηκε σωστή η διαίσθηση της Χαρίκλειας για το μέλλον της κόρης της με τον Πατέρα (ποιος ξέρει;), και ως τέτοια παρουσιάζεται στις αφηγήσεις της Μάνας. Πολλές φορές, στα χρόνια μετά το γάμο και τη γέννησή μου, με πίκρα και λύπη συλλογιζόταν στη φαντασία της μιαν ανεκπλήρωτη, μέχρι και χαραμισμένη ζωή, ίσως και μιαν άδικη μοίρα. Αν μόνο βρισκόταν κάποια «Χαρίκλεια» που θα τη συμβούλευε έγκαιρα κι αποφασιστικά, χωρίς μισόλογα, για τον Πατέρα και τα τερτίπια του…  

Παρόμοιες επιφυλάξεις για το «δύσκολο» κι «επιθετικό» χαρακτήρα του Πατέρα, για τον εγωισμό και το πείσμα και αδιαλλαξία του, εξέφρασε κι ο Κατσικόπουλος σε συζητήσεις με τον κυρ-Γιάννη: «Κύριε Ο., την κόρη σας τη βλέπω συχνά στη στάση του λεωφορείου με αυτόν τον Ι., να κουβεντιάζουν -φιλικά μου φαίνεται…  Βλέπω όμως να χαμογελάνε και να χαριεντίζονται... Να έχετε το νου σας περί των συναναστροφών της κόρης σας με τον Ι. Είναι δύσκολος άνθρωπος. Μας δημιουργεί πολλά προβλήματα στα συμβούλια και στις σχέσεις με τους άλλους διδάσκοντες...» Ίσως έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τον Πατέρα και ως «ανάποδο». Από την άλλη μεριά, και για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο Πατέρας, σ’ εκείνα τα σχολικά συμβούλια υπό την καθοδήγησή του μάλλον «άθλιου» υποκειμένου που ήταν ο Κατσικόπουλος, είμαι βέβαιος ότι θ’ αμυνόταν ευθαρσώς των πεποιθήσεων και της γωνιάς του, της δικιάς του και άλλων συναδέρφων. Τέτοιες πεποιθήσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό ακλόνητες, ακατάβλητες ακόμα κι από καλοπροαίρετο και πειστικό διάλογο, υπερασπισμένες με υπεροπτικό πνεύμα, την ισχυρογνωμοσύνη και το πείσμα που τον διέκριναν, κι επιπλέον της επιβλητικά δυνατής και διαπεραστικής φωνής του ως εύχρηστο εργαλείο επιβολής απόψεων και γνώμης. Οι προστριβές και συγκρούσεις με τον Κατσικόπουλο και πιθανότατα μερικούς άλλους διδάσκοντες, που τους φαντάζομαι αμήχανα και σιωπηρά ή δουλικά να συμπλέουν με τις απόψεις του αφεντικού τους, θα βρισκόταν στην καθημερινή σχεδόν διάταξη της ζωής του Εκπαιδευτηρίου. Εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρω τι συζητήσεις μεσολάβησαν ανάμεσα στον κυρ-Γιάννη και τη Μάνα, αλλά η παρέμβαση του Κατσικόπουλου δεν φαίνεται να επηρέασε την εξέλιξη των πραγμάτων. Όλη αυτή η συμπεριφορά, το «πνεύμα», ο «δυναμισμός» και η αυτοπεποίθηση του Πατέρα, συν τοις άλλοις, θα άσκησαν μια γοητεία στη Μάνα. Πολλά χρόνια αργότερα, ο μικρός Αδερφός σημείωσε ορθώς ότι «η Μάνα επιζητούσε κάποιον δυναμικό κι επιβλητικό χαρακτήρα στη ζωή της.» Σίγουρα εκείνα τα ασήμαντα επεισόδια δεν προϊδέαζαν το μέλλον και τη διάρκεια μιας, όπως τελικά αποδείχτηκε, εξαιρετικά μακροχρόνιας συμβίωσης.

Το πρώιμο τέλος του Λάμπουρα, το βέτο της Χαρίκλειας, η ασήμαντη επίδραση που είχε η κριτική του Κατσικόπουλου για τον Πατέρα στον παππού, η αμέλεια και πλαστικότητα της ψυχής της Μάνας, μπορεί από τη ζάλη και την ανεμελιά του πρώτου έρωτα, τροχοδρόμησαν πλέον τη σχέση των γονιών μου. Η αγάπη του Λάμπουρα, ένα μπουμπούκι που δεν άνθισε, κλαδεμένο από τον τραγικό του θάνατο, έμεινε μια γλυκιά ανάμνηση στη μνήμη της Μάνας. Η Χαρίκλεια με την κόρη της μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου εκείνη παντρεύτηκε έναν ωρολογά στις στήλες του Ολυμπίου Διός, κάτι που ο Πατέρας ανάφερε μερικές φορές αργότερα μ’ ένα τόνο απογοήτευσης και περιφρόνησης, εξαιτίας μάλλον κάποιας απόκρυφης ζήλιας ή ανεκπλήρωτου πόθου. Η Μαίρη και ο Πατέρας αγαπήθηκαν, ίσως και προσωρινά να πληγώθηκαν έτσι που ήρθαν τα πράγματα και αναγκάστηκαν να πάρουν διαφορετικούς δρόμους στη ζωή. Οποιαδήποτε σχέση που θα μπορούσε να ευδοκιμήσει έσβησε από την απόσταση. Το αίσθημα εκείνης της περιόδου όσο ισχυρό και να ήταν διαλύθηκε μέσα στη λήθη ενός ολοένα πιο απομακρυσμένου παρελθόντος. Η επικοινωνία τους έγινε σποραδικότερη. Ο πρόσκαιρος έρωτας, που δεν είχε κατάφερε κι αυτός ν’ ανθίσει, είχε ήδη σβήσει από καιρό και στο τέλος μόνον η μακρινή ανάμνησή του ξέμεινε, ξεθωριασμένη στις τυπικές χαιρετούρες δύο γερόντων. Τα τελευταία χρόνια τηλεφωνιόνταν για ευχές στην κοινή ονομαστική γιορτή τους, μέχρι τον πρόσφατο Δεκαπενταύγουστο ενός αθηναϊκού καύσωνα, που το καθιερωμένο τηλεφώνημα για ευχές δεν έγινε. Η Μαίρη, έμαθε ο Πατέρας, πέθανε από θερμοπληξία. («Έφταιγε ο έμπορος ο γιος της, που γέμισε το διαμερισματάκι της Πατησίων κιβώτια και μπλόκαρε κάθε χαραμάδα εξαερισμού», όπως με ενημέρωσε ο Πατέρας.) 

Friday, July 15, 2022

Γονιοί - 2 Μόρφωση

Περιέργως, η εκπαίδευση των δυο αγοριών δεν επηρεάστηκε, παρ’ όλο που αυτή του Λεωνίδα δεν ξεπερνούσε το στοιχειώδες επίπεδο του Δημοτικού σχολείου, ενώ της αυτοδίδακτης Ευδοξίας ούτε καν αυτό. Οι ίδιοι παράμειναν, λοιπόν, από αδιάφοροι έως απαθείς απέναντι στην προοπτική οποιασδήποτε κατάρτισης και μόρφωσης των παιδιών τους, καθώς δεν διέθεταν το υπόβαθρο να εκφράζουν απόψεις επί θεμάτων παιδείας, ούτε να οραματίζονται τα φτερά που αυτή η παιδεία μπορεί να δώσει σε νέους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, όμως, υποθέτω ότι η αστική Μελενικιώτικη παράδοση που κουβαλούσε η ευρύτερη οικογένεια των Ι., οι πλέον έξυπνοι, ανοιχτόμυαλοι και πεφωτισμένοι θείοι, ο «αριστερός προλετάριος» Σωκράτης, ο «προοδευτικός αστός» και διανοούμενος Γιώργος Π. αφενός, ο «συντηρητικός αστός» Ηλίας αφετέρου, ενέπνευσαν και ενθάρρυναν τον Πατέρα με έμμεσους κι άμεσους τρόπους, δηλαδή συζητήσεις σε οικογενειακές μαζώξεις και επισκέψεις. Αυτή καθαυτή η παρουσία του Σωκράτη, του μέλους της εργατικής avant-garde, στο «πατρικό» κατά τα παιδικά χρόνια του Πατέρα, και των άλλων προσωπικοτήτων στα περιθώρια της οικογένειας του Λεωνίδα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Το λυχνάρι της γνώσης και της μόρφωσης θα παρέμενε, λοιπόν, αναμμένο σε δύσκολες εποχές και κάτω από αντίξοους αγέρηδες. Η μελλοντική ατομική ελευθερία, στο βαθμό που αυτή γίνεται εφικτή από τα όρια που κάθε φορά επιβάλλει το κοινωνικό περιβάλλον και ιστορικό πλαίσιο, η υλιστική βάση και προκοπή, η κατανόηση του γύρω κόσμου, η προσωπική ευτυχία όπως και να την αντιλαμβανόταν τότε κάποιος, όλα αυτά τα αφηρημένα και συγκεκριμένα φυσικά που επίσης στοιχειοθετούν ταξική άνοδο, αλλά και συμμετοχή στην κοινωνική πρόοδο, φυσικά προϋπέθεταν γνώση και μόρφωση. Αυτά τα χαρίσματα που προσφέρει η διαθέσιμη παιδεία, αναγκαστικά «δημόσια και δωρεάν» για τους απλούς ανθρώπους, χτίστηκαν λιθαράκι-λιθαράκι: τέσσερα χρόνια στο A΄ Αρρένων στο νεοκλασικό κτήριο της Βασιλίσσης ‘Όλγας, από την Παπάφη ποδαρόδρομος μέσα από ρέματα και τις προσφυγικές φτωχογειτονιές της Τούμπας· άλλα δύο χρόνια στην «Πρακτική Κατεύθυνση» (ή «θετική» όπως άρεσε στον Πατέρα να την αποκαλεί) που πρόσφερε το Ε΄ Αρρένων στην Ανάληψη, και όχι το Α΄ που, αν και υψηλότερου κύρους λόγω των πιο εύπορων γειτονιών που κάλυπτε, ήταν «Κλασσικής Κατεύθυνσης» και, επομένως, χωρίς σημαντικό μελλοντικό αντίκρισμα σε μια γρήγορα αναπτυσσόμενη ματεριαλιστική οικονομία. (Εδώ που τα λέμε, για την ανοικοδόμηση από τα συντρίμμια της Κατοχής και του Εμφύλιου το λιγότερο που χρειαζόταν η Ελλάδα από νέα χέρια και μυαλά ήταν η κλασσική φιλολογία και η αρχαιολαγνεία που τη συνόδευε, όπως σωστά θα σκεφτόταν ο Πατέρας και το μελενικιώτικο, εκ παραδόσεως παραγωγικό, συνάφι που τον επηρέαζε.) Έτσι, οι ορίζοντες του Πατέρα με τέτοια βήματα και τον καιρό θα διαπλατύνονταν.

Τα καλοκαίρια και τις διακοπές του σχολείου, φιλότιμος και αυτός σαν τον Λεωνίδα, αναγκαζόταν κι έκαμε περιστασιακές δουλειές του ποδαριού, πιο πολύ όμως για ένα πενιχρό χαρτζιλίκι και χάριν της ικανοποίησης μερικών πειρασμών της εφηβείας που πρόσφερε η Τούμπα και η πόλη. Καμιά φορά μάζευε συνδρομές από τα μέλη της Λέσχης Ελληνογαλλικού Συνδέσμου, από μιαν λίστα με ονόματα και διευθύνσεις που η χοντρή γραμματέας της, κάποια που σε σχήμα οξύμωρο απαντούσε στο όνομα Ευδοξούλα, του παράδιδε κάθε τόσο να επισκεφτεί και συλλέξει . Άλλες φορές βοηθούσε με θελήματα και μικρο-παραγγελίες έναν σχεδόν αγράμματο καπνέμπορα, ονόματι Πανίτογλου, ντιπ κουτό και άσχετο ως προς στοιχειώδεις πράξεις αριθμητικής και λογιστικών, τις οποίες, κανονικά, η επιβίωση κάθε επαγγελματία στο εμπόριο και κάθε επιχειρηματικό κουρμπέτι προϋπέθετε. Καθώς το μυαλό του Πανίτογλου δεν συλλάμβανε τι εξέφραζαν οι λογιστικοί αριθμοί σε λογιστικά βιβλία και τραπεζικούς λογαριασμούς , πόσο μάλλον να υπολογίζει τόκους κεφαλαίων που χρωστούσε ή του χρωστούσαν με βάση τα εκάστοτε επιτόκια και το χρόνο τοκισμού, ανάμεσα στις άλλες παραγγελίες του ποδαριού, άτολμα και απολογητικά, αλλά με τον ηλίθιο και χοντροκομμένο τρόπο που διακρίνει αφεντικά, ζητούσε από το γυμνασιόπαιδα πλέον Πατέρα να υπολογίσει και του εξηγήσει τέτοιους υπολογισμούς. Και απαιτούσαν εξαντλητική υπομονή και υπεραπλούστευση ώστε να γίνουν αντιληπτά από ένα χοντρό κεφάλι σαν τον Πανίτογλου. Γι’ αυτήν τη διανοητική αγγαρεία ο Πατέρας δεν πληρωνόταν, αλλά τουλάχιστον ακόνιζε το ήδη κοφτερό μυαλό του.

Πράγματι, ήταν δυνατό και κοφτερό και ανοικτό μυαλό ο Πατέρας. Θα μπορούσε να καταφέρει περισσότερα στη ζωή πέρα από μιαν άχρωμη και άοσμη εξέλιξη σε έναν δημόσιο οργανισμό, όσο κοινωνικά παραγωγικός και να θεωρείτο στην εποχή του. Έχοντας αποκτήσει αυτοσυνείδηση και πλήρη, ίσως και υπερφίαλη, επίγνωση της ευφυΐας του (δεν ήταν κάτι τέτοιο δύσκολο στο περιβάλλον που μεγάλωσε), ανάπτυξε μια στερεοτυπική, σχεδόν μανιχαϊστική αντίληψη περί ανθρώπων και των μυαλών που κουβαλούσαν: ως προς τα απαυγάσματα της σκέψης και τις ιδέες τους, περισσότερο ως προς την περιπλοκότητα παρά το βάθος ή την βαρύτητα και επιπτώσεις αυτών των ιδεών στον κόσμο γύρω τους. Η αφετηρία του σε τέτοιες κρίσεις ήταν ένας στενός και άκρως υποκειμενικός ορισμός της ευφυΐας, τα κύρια κριτήρια η δυνατότητα επίλυση λογικών γρίφων και μαθηματικών προβλημάτων, η λογική επεξεργασία φυσικών φαινομένων, η διαύγεια του λόγου και η ευφράδεια σε δημόσιες παρουσιάσεις, η ευκρινής και ευθύς διατύπωση της σκέψης σε παρέες. Ο κόσμος στο μυαλό του χωριζόταν σε δυο κατηγορίες: σε βλάκες, τους οποίους εκ προοιμίου αντιμετώπιζε αφοριστικά και με περιφρόνηση, μέχρι και την απόλυτη και κατηγορηματική απόρριψη, και τους ευφυείς, στους οποίους τακτικά απένεμε κολακευτικά σχόλια και επαίνους -τους παραδεχόταν και αποδεχόταν ως μέλη του ίδιου club που ανήκε κι αυτός, τους «άκουγε» κι ελάχιστες φορές ενστερνιζόταν τις ενδεχόμενα διαφορετικές απόψεις τους. Των υπόλοιπων οι απόψεις συντρίβονταν πάνω σε ένα τείχος προκατάληψης και εκ προοιμίου αντιλογίας. Ένα αντανακλαστικό πνεύμα αντίκρουσης και αντιλογίας, στην περίπτωση του Πατέρα παθολογικών διαστάσεων, είναι συχνά αποτέλεσμα υψηλής νοημοσύνης, που σπεύδει να διαχωρίζεται και αποστασιοποιείται από τον κοινό νου και τόπο. Ανάλογες απόψεις, ή μάλλον προκαταλήψεις, παρατήρησα σε πολλούς που είχαν την αυτοεπίγνωση και σιγουριά της δικής τους ευφυΐας, ως ενός εκ γενετής κυρίως χαρίσματος, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν συνοδευόταν από κάποια ανάλογη αναγνώριση από την κοινωνική και επαγγελματική ομάδα και τάξη στην οποία ανήκαν, ούτε από κάποια αντίστοιχη σημαντική κοινωνική και οικονομική ανάταση.

Πέρασε στο Πανεπιστήμιο Φυσικός, το 1953, χωρίς σπρωξίματα από κανέναν, με αποκλειστικά δική του προσπάθεια και πρωτοβουλία, ποιος ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες. Η επιτυχία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τους γονιούς και την γειτονιά και δεν συνοδεύτηκε από τα οικογενειακά πανηγύρια που ακολουθούν τέτοιου είδους επιτυχίας στη μοντέρνα Ελλάδα. Ήταν μεγάλη υπόθεση για κείνη την εποχή, όντας μάλιστα παιδί κάποιου κλητήρα του Συλλόγου Καπνεμπόρων Θεσσαλονίκης, μιας ασημαντότητας στην κοινωνική διαστρωμάτωση της αστικής Θεσσαλονίκης, ελάχιστα παραπάνω από τα εργατικά χέρια στις φάμπρικες επεξεργασίας καπνών, και μιας αγράμματης προσφυγοπούλας από το Μπαϊντίρι που μεγάλωσε στην παραγκούπολη της Τούμπας. Διότι όλα είναι σχετικά και πρέπει να αναφέρονται στο περιβάλλον και το χρόνο της ζωής κάποιου, στις τέσσερις διαστάσεις που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται κατά την διάρκεια της ύπαρξής του, και τις δυνάμεις, πολλές φορές ισχυρές και αξεπέραστες, που αυτός ο χωροχρόνος εξασκεί. Ως το ανήσυχο πνεύμα που ήταν ο Πατέρας, έφυγε για την Αθήνα, πρωτοδιορισμένος καθηγητής με σύμβαση, όπου παρακολουθούσε παράλληλα το μεταπτυχιακό Ραδιοηλεκτρολογίας κάποιου Αναστασιάδη. Ο Πατέρας πέτυχε, εν ολίγοις, ένα αξιόλογο κοινωνικό άλμα, από το φτωχικό σπιτικό των προλετάριων γονιών και του θείου Σωκράτη, και εντάχθηκε «με το σπαθί του» στην -ας την πούμε- μικροαστική ιντελιγκέντσια της πόλης.

Η Ελλάδα της εποχής των νεανικών του χρόνων θα αναπτυσσόταν με γρήγορα βήματα, όπως συνέβη άλλωστε και με τις περισσότερες μεταπολεμικές κοινωνίες της Ευρώπης που έπρεπε να αναστηθούν από τα ερείπια του πολέμου και σταθούν στα πόδια τους, με ή χωρίς εξωτερική βοήθεια. Με τις ατομικές επιλογές του, αξιοποίησε σε βέλτιστο βαθμό τα λίγα περιθώρια ελευθερίας που επέτρεψε το περιβάλλον του και τους πλατύτερους ορίζοντες που άνοιγαν σταδιακά τα σκαλοπάτια της μόρφωσης που ανέβηκα, και με ανοιχτό μυαλό καβάλησε αυτό το άρμα της οικονομικής ανάπτυξης του τόπου. Αλλά τα όρια της μικρομεσαίας αστικής κοινωνίας της Θεσσαλονίκης τελικά δεν θα κατάφερνε να τα ξεπεράσει παρά την αρχική, νεανική ορμή του και παρά το κοφτερό μυαλό και το πνεύμα που είχε και επεδείκνυε σε κάθε ευκαιρία. Αν είχε ο ίδιος συνείδηση αυτών των ορίων, φιλοδοξούσε να τα ξεπεράσει και κάπου κόλλησε, κάτι τέτοιο δεν τα γνωρίζω, ούτε θα το έλεγε αν ρωτούσα. Πιο πιθανή αιτία για το πλατό: αυτή η ευφυΐα του, το έντονο πνεύμα αντιλογίας, ο δύσκολος και προβληματικός χαρακτήρας ιδιαίτερα στις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, να ενέργησε τελικά ως τροχοπέδη στην καριέρα και τη ζωή του.

Sunday, July 10, 2022

Γονιοί - 1 Στις Λαϊκές Γειτονιές της Πόλης

 Τα πρώτα παιδικά χρόνια της ζωής του, τα σχετικά ήρεμα προπολεμικά χρόνια, ο Πατέρας τα έζησε σε μια πάροδο­ της Δεληγιώργη. Η οποία «οδός Δεληγιώργη» θα μπορούσε κι αυτή να χαρακτηριστεί «πάροδος», της Φλέμινγκ ίσως, σε μιαν αντικειμενική αξιολόγηση των δρόμων και σοκακιών της Θεσσαλονίκης. Ήταν και αυτή ένα στενό, χωμάτινο δρομάκι που σήκωνε σκόνη τα ξερά καλοκαίρια, ενώ μετά από κάθε βροχή γινόταν ένας άσχημος λασπόδρομος που τον διέσχιζαν αυλάκια νερού. Ελλείψει αποχετευτικού δικτύου, τα νερά των βροχών κυλούσαν μέσα από τις χαρακιές των δρόμων και φούσκωναν το ρέμα λίγο παρακάτω, που κατέβαινε από την Τούμπα και κατέληγε στο Θερμαϊκό. Ανήκε, εν ολίγοις, σε μια κατά κάποιο τρόπο λαϊκή, ίσως μικροαστική γειτονιά. Διαφυλάττω τον όρο φτωχογειτονιά για τις ακόμα πιο παρακατιανές περιοχές της  πόλης, κατά τον Βαρδάρη και τον σιδηροδρομικό σταθμό μεριά, για τις δυτικές προσφυγικές συνοικίες και τις παρυφές της Τούμπας. Σε μια πάροδο μιας παρόδου, λοιπόν, σ’ ένα διώροφο σπίτι που το εγκατέλειψαν οι Τούρκοι κάτοικοί του μετά από εκείνες τις τραυματικές ανταλλαγές πληθυσμών, τον έφεραν στο σπιτάκι, νεογέννητο, έναν Φλεβάρη του 1935, από το Ρωσικό Νοσοκομείο της Παπαναστασίου. Λίγα χρόνια μετά, πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ήρθε στον κόσμο και το ίδιο σπιτάκι ο μικρός αδερφός του, ο Μ. Εκείνο το μωρό και παιδί το φαντάζομαι γελαστό και χαρούμενο και καλόκαρδο, καθώς τα χρόνια που μεγάλωνα και τον έζησα από το διπλανό διαμέρισμα της πολυκατοικίας μας ποτέ δεν θυμάμαι να εκφράζει θυμό και μιζέρια, ποτέ να υψώνει εκνευρισμένος τη φωνή.

Μας έλεγαν ότι η Κατοχή αναποδογύρισε με αδυσώπητο τρόπο τις ζωές της πλειοψηφίας του πληθυσμού της πόλης, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στα χωριά της υπαίθρου. Έσπρωξε τους περισσότερους από κείνους που γεννήθηκαν σε χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και μεγάλωσαν στις προσφυγικές γειτονιές της πόλης σε δουλειές του ποδαριού, σε έναν ακατάπαυστο και ανυπόφορο, και εν πολλοίς ατελέσφορο αγώνα για αυτοσυντήρηση και την στοιχειώδη καθημερινή επιβίωση, σε αυτό που λέμε βιοπάλη: για να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι και μια στέγη πάνω από το κεφάλι, και ρεύμα και πόσιμο νερό. Σχέδια για το μέλλον δεν μπορούσαν να γίνουν, γιατί μέλλον δεν υπήρχε, ήταν χαμένο στα σκοτάδια· αδύνατο να προδιαγραφεί μέσα από την πυκνή ομίχλη που σκέπαζε το παρόν. Μόνο ένα κουτσό-στραβό σήμερα υπήρχε, άντε και ένα αύριο  -κακέκτυπο αντίγραφο του σήμερα. Με τις αναδουλειές που επικρατούσαν, η οικογένεια του Λεωνίδα στηρίχτηκε σε λίγες κότες, προσεχτικά φυλαγμένες από τα πεινασμένα μάτια του έξω κόσμου και, κυρίως, τους κλεφτοκοτάδες ανάμεσά τους, στην καχεκτική κατσίκα της αυλής για το γάλα, στους συγγενείς της γιαγιάς από τις Φώκιες που καλλιεργούσαν σιτάρι κι έφερναν στην χάση και την φέξη μερικές χούφτες αλεύρι και λίγες σταγόνες λάδι. Στην απελπισία των οικονομικών αδιεξόδων που βρήκαν στην πορεία, αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν τα λιγοστών υπάρχοντα με κάποια αξία, μερικά ασημικά και κειμήλια και, τελικά, τη ραπτομηχανή της Ευδοξίας, που ο οβολός από την ραφτική της τέχνη συνέβαλλε στο οικογενειακό εισόδημα τα προκατοχικά χρόνια. Όλη η οικογένεια, ιδιαίτερα τα δυο αγόρια στη φάση της παιδικής τους ανάπτυξης, αλλά κι ο Λεωνίδας με την Ευδοξία, κατέληξαν υποσιτισμένοι, με ρουφηγμένα μάγουλα και ευδιάκριτα πλευρά. Καταβεβλημένα, σκεβρωμένα σκιάχτρα κάτω από τον αδιάφορο ουρανό της  Θεσσαλονίκης, ανάμεσα σε καλοζωισμένους και αμέριμνους Γερμανούς και Βούλγαρους στρατιώτες, πούπουλα στη σκόνη και το κουρνιαχτό που σήκωνε ο Βαρδάρης. Τελικά όμως τα κατάφεραν. Επέζησαν.

Παρά τις μετρημένες ικανότητες και επιδεξιότητες, την στοιχειώδη, κατακερματισμένη και γενικά αχρείαστη στη ζωή του μόρφωση, την περιορισμένη κρίση και αντίληψη, παρά τα πολλά νεύρα και την συχνά τυραννική του συμπεριφορά προς την πιο παρακατιανή προσφυγοπούλα γυναίκα του, παρόλες αυτές τις αδυναμίες, ο Λεωνίδας, ο άνθρωπος, διέθετε αξιοσημείωτα αποθέματα φιλότιμου κι ακεραιότητας, ίσως, κι εργατικότητα.  Ήταν σε γενικές γραμμές πιστός και καλός οικογενειάρχης και νοικοκύρης, όπως το αντιλαμβανόταν ο τότε κοινός νους. Είχε, με άλλα λόγια, συναίσθηση της ευθύνης του ως πάτερ-φαμίλιας, κι επιπλέον τη στωικότητα, την επιμονή κι εγκαρτέρηση που επέβαλε η πραγματικότητα της Κατοχής και το ένστικτο της επιβίωσης κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όπως ήταν αναμενόμενο από τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν ραγδαία γύρω, αλλά μακριά κι έξω από τον έλεγχό του, στριμώχτηκε οικονομικά στη γωνιά, παρά την αξιέπαινη προσπάθειά του να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Οι πλανόδιες πωλήσεις ψιλικών με ένα κασελάκι κρεμασμένο από τον λαιμό του, αργότερα ένα αυτοσχέδιο μανάβικο που έστησε με το γαμπρό του τον Στέλιο στη Φλέμινγκ, δεν απέδωσαν αρκετά, σχεδόν τίποτε. Ο αδερφός του ο Σωκράτης, στο μεταξύ, συγκάτοικος και με μερτικό στο «πατρικό» σπίτι, χρειαζόταν χρήματα για να θεραπευτεί από τη φυματίωση που τον ταλαιπωρούσε. Ήθελε να ζήσει και ποιος μπορούσε να τον ψέξει για αυτό. Ζωσμένοι από τα φίδια σε μιαν κατάσταση συλλογικής απελπισίας, συμφώνησαν να πουλήσουν άρον-άρον, εν έτει 1942, δηλαδή στο αποκορύφωμα της Κατοχής και της δυστυχίας που έφερνε σε σώματα και ψυχές των φτωχότερων και πιο αδύναμων από τους κοινούς θνητούς της πολιτείας, το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, το σπιτικό της παρόδου της Δεληγιώργη: σ’ έναν μαυραγορίτη, ονόματι Δημόκα, έναντι πινακίου φακής. Μάζεψε την οικογένεια του ο Λεωνίδας και τις λίγες χρυσές λίρες που εκείνη η συναλλαγή απέφερε, πλήρωσαν για την περίθαλψη του Σωκράτη, και μετακόμισαν σε μιαν αυθαίρετη τρύπα δύο δωματίων, στην οδό Παπάφη, στο νούμερο 153 που αγόρασαν από κάποιον αξιωματικό.  

Με το τέλος της Κατοχής άρχισε κάπως να διαλύονται το σκοτεινά σύννεφα από το εγγύς μέλλον μπροστά και τις ψυχές τους. Οι συγκυρίες από τις δυνάμεις αισιοδοξίας που αναπτύσσονταν, από τους ούριους ανέμους της ανάκαμψης στον τόπο και την κοινωνία, άρχισαν να φυσάνε. Η θεά τύχη, όπως πολλοί συνοψίζουν με μια λέξη όλες τούτες τις ευνοϊκές συγκυρίες, άρχισε να ψιλοχαμογελά  στην οικογένεια ενός ανέκαθεν πολιτικά ουδέτερου, μέχρι και α-πολίτικου, με περιορισμένη κοινωνική και πολιτική διορατικότητα Λεωνίδα, αν όχι και στην ευρύτερη οικογένεια των Ι. που μερικά μέλη της μπλέχτηκαν στον Εμφύλιο μέσα από λάθος παράταξη και περπάτησαν, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, τη λάθος μεριά της ιστορίας. Σε εποχές μεγάλων αναστατώσεων, όπου κανείς δεν ξέρει από που θα του έρθει να τον χτυπήσει, ένα χαμηλό προφίλ, η πολιτική ουδετερότητα ή α-πολιτικότητα, ίσως αποτελεί μια ενδεδειγμένη και ωφέλιμη στάση.

Τέλος πάντων, παρά τ’ αρκετά ζοφερά προκείμενα, τα χειρότερα χρόνια, εκείνα του πολέμου και της Κατοχής, της πείνας και της μιζέριας, βρίσκονταν πλέον πίσω τους. Ο τότε πρωθυπουργός, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ακύρωσε όλες τις αγοραπωλησίες ιδιοκτησίας που συνέβησαν στη διάρκεια της Κατοχής. Άνοιξε έτσι την πόρτα να διεκδικήσουν δικαστικά το παλιό σπιτικό τους. Και το έκαμαν. Ένας δικαστικός κλητήρας επισκέφτηκε ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό του 1945 το χαμόσπιτο της Παπάφη, μ’ ένα πέτσινο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα, για να ελέγξει από πρώτο χέρι τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας με τα δυο ανήλικα αγόρια. Κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος θα τις έβρισκε ούτως ή άλλως άθλιες, αλλά η Ευδοξία, προειδοποιημένη έγκαιρα από τον Πατέρα που καιροφυλακτούσε εν αναμονή του κλητήρα στη στροφή του δρόμου, κλειδαμπάρωσε την πόρτα του δεύτερου δωματίου. ‘Για καλό και για κακό…’ Η εισήγηση του κλητήρα ήταν θετική. Λάδωμα δεν χρειάστηκε. Τους έβγαλαν από το χαμόσπιτο της Παπάφη, ή μάλλον εξωθήθηκαν από αυτό, και νοίκιασαν λίγο παραπέρα στην Προύσσης, σε μια περισσότερο ανθρώπινη κατοικία, μέχρις ότου εκδικαστεί η απόφαση για το «πατρικό» διώροφο της Δεληγιώργη, που ακόμα βρισκόταν στα χέρια του μαυραγορίτη. Εκεί στην Προύσσης έζησε η οικογένεια άλλα δύο χρόνια: ανάμεσα στο 1951 και 1952. Και μετά η τετραμελής οικογένεια επέστρεψε στο δρομάκι της Δεληγιώργη, στη γειτονιά όπου ο Λεωνίδας και η Ευδοξία θα ζούσαν το υπόλοιπο των ζωών τους. 

Friday, July 1, 2022

Υπαρξιακά - 4 Σύνοψη

 Η μεγαλύτερη αντινομία της ύπαρξης του ανθρώπου, αυτού του τραγικά ενσυνείδητου όντος που όσο «υπάρχει σκέπτεται», η Μεγάλη Αντίφαση που καιροφυλαχτεί σε κάθε γωνιά της συνείδησής του, είναι η επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξης, η αναγνώριση ότι η ζωή έχει αρχή και τέλος, η μαθηματική βεβαιότητα του θανάτου. Σε δεύτερη μοίρα στην πάλη με τη συνείδησή προσθέτω την αναγνώριση της σχετικής ασημαντότητάς της ατομικής ύπαρξης ως προς τα απόλυτα μεγέθη του χώρου και το χρόνου, παρόλο που το υποκείμενο βρίσκεται στο κέντρο των διαδραματιζομένων γύρω του. Ο άνθρωπος, με άλλα λόγια, στη διάρκεια της ύπαρξής του, αλλά μόνον τότε, βρίσκεται στο «κέντρο του κόσμου του», τοποθετημένο από τον ίδιο σε αυτό το βάθρο, περισσότερο όμως ως θεατής, με ελάχιστες δυνατότητες να επιδράσει ατομικά, από μόνος του, σε αυτόν τον κόσμο και αυτά που συμβαίνουν γύρω του.  

Με δεδομένες αυτές τις βεβαιότητες, τις ασυμβίβαστες αντιφάσεις (και κρίμα σε εκείνους που δεν τις έχουν διαπιστώσει ή, έστω, τουλάχιστον φευγαλέα ο νους τους δεν έχει αντικρύσει σε κάποιους ειρμούς σκέψης), αυτό που απομένει είναι το σφιχταγκάλιασμα με αυτή τη μοναδική ζωή μέσα στην φύση και τον κύκλο των συνανθρώπων, η συνάθροιση σκέψεων, συναισθημάτων, εμπειριών και αναμνήσεων, η ολοκλήρωση και το «κλείσιμο» αυτής της ύπαρξης και της γνώσης που αποκτάται στους δρόμους που παίρνει η ζωή πριν το οριστικό τέλος. Δεν θα μείνει τίποτε για τους επόμενους, αλλά ένα φως, μια λάμψη, η αγαλλίαση, ίσως μια φευγαλέα αίσθηση ικανοποίησης λίγες στιγμές πριν την τελευταία ανάσα, σαν ένα τελευταίο κοίταγμα στον καθρέφτη, ίσως, και δάκρυα για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Εκείνες τις στιγμές θα συνοψιστεί στο σύνολό του το είναι, το ‘being-in-itself’ και της ύπαρξης, τότε θα λάβει χώρα η διαλεκτική σύνθεση της ζωής και του θανάτου, τότε, η ύπαρξη, το είναι, θα συναντήσει την ανυπαρξία, το μηδέν. Αυτές οι εκλάμψεις της τελευταίας στιγμής, κατά την ολοκλήρωση και κλείσιμο της ύπαρξης, είναι υπεραρκετοί λόγοι για αυτό το εγχείρημα της σύνοψης μιας ζωής. Όπως έγραψε ο Σαρτρ -και τα λόγια του ασπάζομαι ως την τελευταία λέξη: «Από εδώ και μπρος, η ελευθερία μου είναι πιο καθαρή: η πράξη που κάνω σήμερα δεν θα έχει για αιώνιους μάρτυρες ούτε το θεό, ούτε τον άνθρωπο. Θα πρέπει να είμαι, σήμερα και στον αιώνα τον άπαντα, μόνος μάρτυρας του εαυτού μου.» 

Σκάλισα πολλές ιστορίες και γεγονότα του παρελθόντος, εικόνες και παραστάσεις που σωρεύτηκαν με την κάθε μέρα που περνούσε στο μυαλό, όπως μια ζωή – ο «μαστροχαλαστής» της οικογένειας κατά τη γιαγιά- έβρισκα ανεξάντλητο ενδιαφέρον στο να αποσυναρμολογώ ραδιόφωνα και κάθε λογής άχρηστη συσκευή, να σκαλίζω συρτάρια και ντουλάπια χωρίς απαραίτητα κάποιο σκοπό και αντικείμενο σε τέτοιες εξερευνήσεις, απλώς από μιαν παιδική περιέργεια· να διαβάζω βιβλία μέχρι την τελευταία συλλαβή και σύμβολο, να υπογραμμίζω και να αντιγράφω σκέψεις, να συμπληρώνω τα περιθώρια των βιβλίων με τις δικές μου, τελικά να προσπαθώ να τα βάλω όλα αυτά πίσω σε μια τάξη με τα χέρια μου, αν επρόκειτο για αντικείμενα, ή με το νου αν επρόκειτο για γνώση και συναισθήματα, σε μια ανώτερη σύνθεση και τάξη, όσο μπορούσα με το συνθετικό δυναμικό που διέθετα και τη λιγοστή δημιουργικότητα που με διέκρινε. Να συναρμολογήσω, συνδυάσω, συσχετίσω, οργανώσω, συνθέσω, τακτοποιήσω, με καθόλου, λίγο ή λίγο περισσότερο δημιουργικό αποτέλεσμα. Να σκέφτομαι, να αναλύω αδιάκοπα, και αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν αρκετό, ακόμα και χωρίς κάποιο τελικό χειροπιαστό κατόρθωμα ή «ποίημα». Η απλή παράθεση κι απαρίθμηση σκέψεων, εμπειριών και συναισθημάτων, λεπτομερειών, από «τον χαμένο χρόνο που όλοι ψάχνουμε», χωρίς ιεράρχηση και ειδικά βάρη ή εμφάσεις ή έντονες συναισθηματικές παλινδρομήσεις, με νοσταλγία για αυτά που έγιναν και πέρασαν, με γενναιότητα απέναντι σε αυτό που έρχεται, όπως διδάχτηκα από «Ξένο» του Καμύ, αποτελεί την σύνοψη μιας ζωής, κατά γενική ομολογία και μέσους όρους άχρωμης και άδοξης. Αυτή η σύνοψη θα πέσει στο κενό του χρόνου. Έχω πλήρη επίγνωση αυτή της τελικής πτώσης, του τελικού και απόλυτου μηδενός

Υπαρξιακά 3 - Αιτιολόγηση για μια Δικαίωση (Τι να Κάνουμε;)

Κι έτσι, λοιπόν, με αφετηρία μερικές πρωτόγονες σκέψεις και χιλιοειπωμένα, πολλές φορές δανεισμένα από σοφούς ή βγαλμένα από τον κοινό νου λόγια, ακόμα και κλισέ της καθημερινότητας, άρχισα να ανασύρω από τα βάραθρα της μνήμης, από κουβέντες με δικούς μου ανθρώπους και φίλους, από παράπλευρες και παράλληλες κι εφαπτόμενες ιστορίες, τα νήματα που με έφεραν στο εδώ και τώρα αυτού του κόσμου και αυτά που με οδηγούν στη στιγμή του θανάτου. Το κουβάρι της ζωής, μιας τόσο μικρής και ασήμαντης ζωής, είναι αδύνατο να το ξετυλίξω όσο μακριά σε τόπους και όσο πίσω στον χρόνο να γυρίσω και ψάξω για τις άκρες των νημάτων που ακόμα το πλέκουν. Αυτές χάνονται στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της γης. Το τελικό αποτέλεσμα; Το τίποτε! Το απόλυτο μηδέν! Μια μέρα θα φύγω, θα εξαφανιστώ από προσώπου γης μαζί με τις αράδες από σκέψεις και συναισθήματά. O Dickens υπενθυμίζει, σ’ εμένα και την ανθρωπότητα, πως ο άνθρωπος δεν φέρνει τίποτε σε αυτόν τον κόσμο και δεν παίρνει τίποτε όταν εξέρχεται από αυτόν. Το ήξερα και πριν τον διαβάσω. Το ξέρουν όλοι, αλλά πολλοί φοβούνται αυτό το ολοστρόγγυλο, μετα-υπαρξιακό μηδενικό και αρνούνται να το δεχτούν. Όμως, κουβαλάμε μαζί μας, «εφ’ όρου ζωής», τη δίψα για εξήγηση και αρμονία, κάποια έστω ψευδαίσθηση ενότητας σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και φαινομενικά άτακτο κι άναρχο, που κανείς δεν ξέρει προς τα που βαίνει. Κοπιάζουμε συνέχεια να κάνουμε ένα μικρό, απειροελάχιστο βήμα στην κατανόηση της ύπαρξης μας, να ψάχνουμε το τρεμουλιασμένο φως στην άβυσσο που είναι η ψυχή, να αποκτήσουμε μια στοιχειώδη αυτογνωσία, να απαντήσουμε στο γιατί και το πως είμαι αυτό που είμαι, ενόσω θα είμαι. Και μια τέτοια δίψα σε πολλούς είναι άσβηστη, παρά την πλήρη επίγνωση του θανάτου, παρά το βήμα στο κενό στο τέλος της ύπαρξης. Σε μένα τολμώ να πω ότι αυτή η δίψα ενισχύεται όσο γερνάω, όσο το τέλος με προσεγγίζει μονοτονικά και αμείλικτα, αξεπέραστο και ακατανίκητο χάριν περισσότερο στις εμπειρίες της ίδιας της ζωής, στις κουβέντες, στο διάβασμα, στις αδιάκοπες σκέψεις. Ίσως, να υπάρχει, πολλές φορές λανθάνουσα και ακόρεστη, και στους περισσότερους γύρω μου, όσο και να μην το δείχνουν και εκφράζουν. Σε τελική ανάλυση, οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον αυτοί που κέρδισαν τον σεβασμό των μελετητών τους έχοντας κηρύξει τις φιλοσοφίες τους με βάση το παράδειγμα της ζωής τους ή έχοντας προσαρμόσει τον τρόπο ζωής στις φιλοσοφίες τους, συμφωνούν σε ένα πράγμα: η ζωή παρουσιάζεται στον κάθε θνητό ως μοναδική πρόκληση και ευκαιρία να ζήσει και να δημιουργήσει. Πρέπει να την αδράξει και να την ζήσει στο μεγαλύτερο βάθος και εύρος που προσφέρει η εποχή και ο κόσμος του.