Ούτε ο Πατέρας γεννήθηκε για τη Μάνα, ούτε η Μάνα γεννήθηκε για να ταιριάξει με τον Πατέρα, όπως λέει ο κόσμος. Και οι δυο στα νιάτα τους είχαν ομορφιά. Ο Πατέρας ένα βαθύ και διαπεραστικό βλέμμα μέσα από μεγάλα ανοιχτά καστανά μάτια, στεφανωμένα από αρρενωπά και καλλίγραμμα φρύδια -αυτό το βλέμμα το χρωστούσε στη γιαγιά. Το πλατύ μέτωπο του, που πήρε από τον παππού και το σόι του, πρόβαλλε ανοιχτό, γεμάτο νου και πνεύμα, κάτω από σκούρα, ελαφρώς σπασμένα, καλοχτενισμένα προς τα πίσω μαλλιά, τα οποία, μέχρι βαθιά γεράματα, σένιαρε κάθε πρωί στον καθρέφτη. Άρχιζαν να γκριζάρουν από νωρίς προσθέτοντας κύρος και πνευματικότητα στο γενικό παρουσιαστικό, με το ξερακιανό κορμί και πάνω από το μέσο όρο ανάστημα, στο οποίο αργότερα το βάρος και το στομάχι της μέσης ηλικίας πρόσθεσε επιβλητικότητα. Η Μάνα είχε το ωραίο στόμα και χαμόγελο, που πήρε από τη γιαγιά τη Βασιλική, τη γλυκιά, απαλή φωνή, εκλεκτή και άξια της χορωδίας της Ακαδημίας, τα χρυσόξανθα μαλλιά με την πλεξούδα να πέφτει στη ράχη της, στο μικροκαμωμένο, αλλά με καλές αναλογίες κορμί της. Τα δασκαλίστικα γυαλιά με τον κοκάλινο σκελετό προσέδιδαν, επιφανειακά τουλάχιστον, ένα βάθος πνευματικό. Εκ πρώτης όψεως και από φυσική επιφανειακή σκοπιά, ο οιοσδήποτε καλοπροαίρετος θα έβρισκε την Μάνα και τον Πατέρα ταιριαστές φυσιογνωμίες. Ο καθένας τους, χωρίς αμφιβολία, προσελκύστηκε από τα χαρίσματα του άλλου. Η αρμονία των φυσικών χαρακτηριστικών είναι συχνά προϋπόθεση στον έρωτα και σμίξιμο δύο ανθρώπων.
Αν και τα κοινωνικοοικονομικά φόντα των τόπων όπου
μεγάλωσαν, εκείνου του μονότονου και λίγο-πολύ αταξικού του χωριού, από τη μια
μεριά, και των πολύχρωμων γειτονιών και ζωής στην πόλη, από την άλλη, διέφεραν
σημαντικά, αυτά των οικογενειών παρουσίαζαν μια μικρή, αλλά διακριτή συμβατότητα.
Η οικογένεια της Μάνας εγκαταστημένη σ’ ένα χωριό στις παρυφές της δυτικής
πόλης, με χωράφια και μπαχτσέδες γύρω από τις νησίδες με εργοστάσια και
μηχανουργεία που ξεφύτρωναν τριγύρω χάρη στη γρήγορη μεταπολεμική εκβιομηχάνιση
της Θεσσαλονίκης, ήταν από μιαν άποψη ημι-επαρχιακή, από μιαν άλλην ημι-αστική.
Μπορεί ο καθημερινός νους των ανθρώπων να προκαταλαμβανόταν από τις αγροτικές
δραστηριότητες της Νέας Μαγνησίας, αλλά η πόλη κι οι πειρασμοί της βρίσκονταν
κοντά -μισή με μια ώρα με το ΚΤΕΛ της γραμμής. Στην κεφαλή της, η οικογένεια του
χωριού, είχε τον παππού, το διακεκριμένο στην τοπική κοινωνία
δημοδιδάσκαλο-διευθυντή, με τις παραδοσιακές αρχές ενός παλιού-«καλού» καιρού που
εφάρμοζε και επέβαλλε στο σχολείο και σπιτικό του. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές όμως
είχαν ανθίσει νεωτεριστικές για την εποχή αντιλήψεις, όσον αφορά τουλάχιστον στις
ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις, καθώς και «προοδευτικές» πολιτικές απόψεις, ενώ
είχε παντρευτεί μιαν όμορφη, κομψή και κατά βάθος σχετικά καλλιεργημένη γυναίκα
από εύπορη οικογένεια της Πόλης, παρόλο που το περισσότερο βιός και πλούτος της
είχε χαθεί καθ’ οδόν της προσφυγιάς. Από την άλλη μεριά, το ένα πόδι της
οικογένειας του Πατέρα βρισκόταν στην εργατιά και οι ρίζες της στις φτωχογειτονιές
της Τούμπας, όπου οι στερήσεις της Κατοχής άφησαν δυσεπούλωτα τραύματα στις συνειδήσεις
των ανθρώπων, το άλλο πόδι στη μικροαστική έως και μεσοαστική διανόηση της
πόλης. Στο σπιτικό και καθημερινότητά της οικογένειας αναμείχθηκαν ωραία στοιχεία
από την αρχοντιά των Μελενικιωτών και την κιμπαροσύνη των Σμυρνιών. Εν ολίγοις,
θέμα ταξικών ή άλλων προκαταλήψεων ανάμεσα στα δύο σόγια δεν τίθετο, ούτε, εν
προκειμένω, υπήρχε έδαφος, πρόθεση ή και η παραμικρή διάθεση για αλισβερίσια περί
προικών. Ο Πατέρας, άλλωστε, από νωρίς στεκόταν υπεράνω τέτοιων κοινωνικών αναχρονισμών,
χάριν στο ανοιχτό μυαλό, τις συναναστροφές με θείους, προκομμένα ξαδέρφια και
καλούς φίλους. Δεν ήταν κάποιος εξτρεμιστής ριζοσπάστης, αλλά ο μετριοπαθής προοδευτικός
κι εκσυγχρονιστής, με αντιλήψεις που στιλβώθηκαν από τις εμπειρίες της Κατοχής,
του Εμφύλιου, της μεταπολεμικής ανάπτυξης και σχετικής ευημερίας, και βέβαια
της πανεπιστημιακής μόρφωσης που απέκτησε.
Τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής τους έφεραν κάτω από
την ίδια επαγγελματική στέγη, στα ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια κάποιου Κατσικόπουλου,
ανάμεσα στα Διαβατά και τη Νέα Μαγνησία από τη μια μεριά, και τα Ελευθέρια και
το Νέο Κορδελιό από την άλλη, στην άσχημη, δυτική, βιομηχανική μεριά της πόλης,
εις το διηνεκές υποβαθμισμένη. Θα μας φαινόταν σήμερα περίεργη περιοχή για να
στήσει κάποιος ιδιωτικό σχολείο, αλλά τα κοινωνικά στρώματα της πόλης δεν είχαν
ακόμα περιχαρακωθεί σε ταξικά διακριτές συνοικίες. Η αστική ανάπτυξη ήταν
ρευστή, όσο και ταχεία, κι ο σχηματισμός των συμπαγών τάξεων της μεταπολεμικής βιομηχανικής
κοινωνίας βρισκόταν σε εξέλιξη. Εκεί, στο ίδιο σχολείο, σμίξανε κι αγαπηθήκανε την
ίδια εποχή ο Νίκος ο Α., στενός φίλος του Πατέρα από τα φοιτητικά χρόνια και κατά
τις δεκαετίες των νιάτων και της ωριμότητας που ακολουθούσαν, με την Κική, του
καλλιτεχνικού γένους των Τζ., μια νεαρή, πνευματώδη και τσαπερδόνα φιλόλογο·
για να παντρευτούν λίγο καιρό αργότερα με τον Πατέρα ως τον εκλεκτό κουμπάρο. Έκτοτε
τα δυο ζευγάρια, θ’ ακολουθήσουν παράλληλες και συμμετρικές πορείες, και καθ΄ οδόν
ζήσαμε εμείς καλά κι εκείνοι μάλλον μιαν καλύτερη, επιφανέστερη, κι ευπορότερη
ζωή. Αλλά προτρέχουμε στο μονοπάτι της ζωής…
Ο Κατσικόπουλος, λοιπόν, ο καθηγητής-ιδιοκτήτης και το αδιαμφισβήτητο
αφεντικό των επώνυμων εκπαιδευτηρίων, ήταν για πολλούς που τον γνώριζαν ένας
μπαγαπόντης και παραδόπιστος επιχειρηματίας. Έλεγαν ότι χαρτόπαιζε. Καθόλα πιθανό,
καθώς η μανία για τζόγο συχνά συνάδει με την φιλοχρηματία. «Αχρείο» τον
χαρακτήριζε ο Πατέρας στις κουβέντες μας, συνοψίζοντας με μια λέξη όλα τα
παραπάνω ελαττώματα. Υποτίθεται ότι ο Κατσικόπουλος διέθετε πανεπιστημιακή
μόρφωση, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το εύκολο χρήμα μέσα από το
εμπόριο παιδείας και την εκμετάλλευση νεαρών απόφοιτων του Πανεπιστημίου, που
διψούσαν για κάποια δουλειά και ήταν πρόθυμοι να την προσφέρουν όσο-όσο στο
ξεκίνημα της καριέρας τους. Και οι περισσότεροι απόφοιτοι από σχολές σαν του
Πατέρα την χρειαζόταν επιτακτικά, τουλάχιστον μέχρις ότου προκύψει κάποιος
διορισμός στο Δημόσιο. Φημολογείτο ότι ο εν λόγω κύριος προσέλαβε τη Μάνα ώστε
να διατηρήσει κάποιες σχέσεις με τον παππού τον Γιάννη, που ως διευθυντής
γειτονικού δημοτικού σχολείο ήταν δυνάμει πάροχος πελατείας από τις τάξεις των
μαθητών του. Αυτά μου μαρτυρούσε η ενδεχόμενα ελαφρώς προκατειλημμένη άποψη του
Πατέρα για τον Κατσικόπουλο. Διότι δεν τα πήγε ποτέ καλά με το πρώτο αφεντικό
του. (Να προσθέσουμε παρεμπιπτόντως ότι ο Πατέρας δεν τα πήγε καλά με σχεδόν
κανέναν από τους προϊστάμενούς του λόγω κυρίως ενός υπερβάλλοντος εγωϊσμού.) Όμως,
οι χαρακτηρισμοί και ισχυρισμοί και Πατέρα για τον Κατσικόπουλο πρέπει να είχαν
κάποια βάση, ακόμα κι αν δεχτούμε μιαν ηπιότερη εκδοχή του ποιόντος εκείνου του
ανθρώπου.
Κάποιος έρωτας, απροσδιόριστης χροιάς κι έντασης, με
αφετηρία όπως πάντα μια πρώτη ματιά και μια φυσική έλξη –αναγκαία συνθήκη κάθε
έρωτα, αναπτύχθηκε και ζωήρεψε στην καθημερινότητα των Εκπαιδευτηρίων. Ότι του
γάμου προϋπήρξε έρωτας πιστεύω ακράδαντα, παρόλο που δεν έγινα ποτέ αυτόπτης
μάρτυς οιωνδήποτε εκδηλώσεων του ανάμεσα στους γονιούς μου, έστω ανεπαίσθητων εκδηλώσεων
κάποιου τινά υποβόσκοντος έρωτα, έστω εξασθενημένου με το πέρασμα των χρόνων. Ούτε
υπάρχουν μαρτυρίες για τέτοιες εκδηλώσεις από τρίτους. Δέχομαι ότι η
επικρατούσα κουλτούρα και ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν εμφανείς δημόσιες
ερωτοτροπίες, και το ξεπέρασμα τέτοιων φραγμών απαιτούσε διαφορετικούς
χαρακτήρες από εκείνους των γονιών μου. Ψήγματα αυτού του έρωτα, όμως, κάπως φανερώνονταν
σε φωτογραφίες από εκδρομές της εποχής, mementos και νοσταλγικές διηγήσεις από τα
νιάτα ενός μακρινού παρελθόντος, και παρά την πορεία που ακολούθησε η συζυγική
σχέση (και αυτής ήμουν αυτόπτης μάρτυς!), η πίστη αυτή, ότι κάποτε έστω και για
λίγο, υπήρξε αγάπη και έρωτας φέρνει σε μένα, τον καρπό αυτού του γάμου, μια
μικρή ικανοποίηση.
Ο Camus έγραψε ότι το να μην αγαπηθεί κάποιος στη ζωή του είναι κακή τύχη, το
να μην αγαπήσει είναι δυστυχία. Kαι το είδα αυτό στις ζωές πολλών ανθρώπων της
προηγούμενης γενιάς. Ο χαρακτήρας κι η δύναμη εκείνου του έρωτα φυσικά θα παραμείνουν
κρυφά μυστικά των δυο ψυχών που με γέννησαν. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο
έρωτας, αυτή η πνευματική-ψυχική-βιοχημική σύνθεση απειράριθμων αισθήσεων και
συναισθημάτων, ρεύματα που συναντιούνται στους αναρίθμητους κόμβους της ψυχής και
του νου και μετά απομακρύνονται από αυτούς σε μια διαδικασία συνεχούς κίνησης
και παλινδρομήσεων, ξεχωρίζει για τη μοναδικότητα, ιδιαιτερότητα και
υποκειμενικότητά του. Χαρακτηρίζει αποκλειστικά τις δύο οικουμενικά μοναδικές
συνειδήσεις που συνδέει, και συνήθως οχυρώνεται και κρύβεται πίσω από αυτές.
Σχετίζεται με την εποχή, το χώρο και την κουλτούρα της κοινωνίας που περιβάλει
αυτές τις συνειδήσεις. Μόνον ο αριθμός των έργων τέχνης που τον εξέφρασαν ανά
τους αιώνες μπορεί να συγκριθεί με τον αριθμό των παραλλαγών του έρωτα που με κάποιον
τρόπο εξωτερικεύθηκαν από τους καλλιτέχνες τους. Πιο απλά και, ίσως, καλύτερα γραμμένο:
οι έρωτες είναι τόσοι όσο και τα δισεκατομμύρια ανθρώπων που είχαν την τύχη να
αγαπήσουν και να ερωτευτούν. Κι ανήκει αποκλειστικά στους δυο ανθρώπους που τον
βιώνουν, μένει σε μεγάλο βαθμό το απόκρυφο μυστικό τους, που στην πορεία του
μόνον ελάχιστα δείγματα παρουσιάζονται στον έξω κόσμο: με το χαμόγελο, το
τραγούδι, την καλλιτεχνική δημιουργία. Η τελευταία μένει κληρονομιά στις
επόμενες γενιές μόνο και μόνο για να αντιληφθούν την ύπαρξη και σημασία του και,
αν το καταφέρουν, να συγκινηθούν από το μεγαλείο του και τις κορυφογραμμές που
μπορεί ν’ αγγίξει, ίσως ακόμα και για να τον νιώσουν κι εμπεδώσουν καλύτερα οι
ίδιοι.
Είχαν κι οι δυο τους άλλες, μετρημένες ευκαιρίες ν’
ακολουθήσουν διαφορετικά μονοπάτια. Υπήρξαν κι άλλα νεανικά χτυποκάρδια στα
πρώτα βήματά τους στον κόσμο των μεγάλων και ώριμων. Σε τέτοιες ηλικίες, στην
ακμή του ανθρώπινου κορμιού και του κάλους της ανθρώπινης φύσης, ο έρωτας
καιροφυλαχτεί από πολλές μεριές, απτόητος από τα οποιαδήποτε στεγανά του στενού
οικογενειακού περιβάλλοντος, του κοινωνικού περίγυρου και της κουλτούρας κάθε
εποχής. Η φράση του Σοφοκλή, που δεν μας δίδαξαν στο σχολείο, ακούγεται ως
κλισέ: «Έρως ανίκατε μάχαν...» O Λάμπουρας, ένας νεαρός μαθηματικός στη δούλεψη
του Κατσικόπουλου κι αυτός, την προσέγγιζε στα περιθώρια της δουλειάς στο
εκπαιδευτήριο και την περιτριγύριζε διακριτικά, δεδομένης (και επιβεβαιωμένης) της
ευγένειας του. «Τι καλό παιδί!» έλεγε η Μάνα (το ισοδύναμο του αγγλοσαξονικού “What a gentleman!”) με μια δόση νοσταλγίας, ενώ ο
Πατέρας μετά από κάθε αναφορά στο όνομά του χαμογελούσε συγκαταβατικά, μπορεί
και σαρδόνια. Ο θάνατος δεν του χαρίστηκε πριν καν το άνθος της ηλικίας του.
Σκοτώθηκε τραγικά, καταπλακωμένος από το ασανσέρ μια πολυκατοικίας, έχοντας ο
ίδιος πέσει στο βάραθρό του πίσω από την πόρτα ενός ορόφου. Χωρίς να γευτεί τον
έρωτα ή έστω την αγάπη και τη συμπάθεια της Μάνας. Μόνον έναν χορό μαζί της στο
ρεβεγιόν κάποιον Χριστουγέννων που αποθανατίστηκε σε μια φωτογραφία. Χαράκτηκε όμως
βαθιά στη μνήμη της -και αυτήν του Πατέρα: ο Λάμπουρας, ο νεαρός, ο ευγενικός
μαθηματικός.
Από την άλλη μεριά της σύγκλισης των γονιών στο ίδιο
μονοπάτι της ζωής, με τα όχι λίγα στραβοπατήματα και πισωγυρίσματα που θα λάμβαναν
χώρα καθ’ οδόν, είχαμε τη Μαίρη, την κόρη της περίφημης στην παλιά γειτονιά και
πλέον θρυλικής Χαρίκλειας, επιστήθιας φίλης της γιαγιάς. Καλή κοπέλα η Μαίρη κι
όμορφη, κι ένα φεγγάρι φάνταξε ως υποψήφια, αν όχι απαραίτητα και επίδοξη νύφη.
Ο Πατέρας, απ’ όσο έχω καταλάβει από τα σχετικά λεγόμενα της Μάνας, «την άρεσε
και την ήθελε» τη Μαίρη. Πριν όμως ακόμα τα πρώτα μπουμπούκια κάποιου δυνητικού
έρωτα άρχιζαν ν’ ανθίζουν, η Χαρίκλεια έθεσε βέτο -ενστικτωδώς, χωρίς εξηγήσεις:
διαφέντευε την κατάσταση και την κόρη της. Την διακατείχε μια αδιάσειστη
διαίσθηση, χάριν στο μητρικό ένστικτο τροφοδοτημένο από διάφορες ενδείξεις, για
τις προοπτικές που θα επεφύλασσε στην κόρη της ο προβληματικός χαρακτήρας του Πατέρα.
Ενδείξεις όπως φανερώνονταν από τη συμπεριφορά του Πατέρα παρουσία της
Χαρίκλειας, στις επισκέψεις της για καφέ και κουτσομπολιό στη γιαγιά, ή από
αυτά καθαυτά τα κουτσομπολιά που θα είχε πιάσει το αυτί της από γνωστούς και
φίλους κι έκαναν το γύρο της γειτονιάς και πιο πέρα. Έτσι απέκλεισε, με
κατηγορηματικό κι ακαριαίο τρόπο, να μοιραστεί η Μαίρη το μέλλον της με τον Πατέρα. Εκ των υστέρων ίσως να αποδείχτηκε
σωστή η διαίσθηση της Χαρίκλειας για το μέλλον της κόρης της με τον Πατέρα
(ποιος ξέρει;), και ως τέτοια παρουσιάζεται στις αφηγήσεις της Μάνας. Πολλές
φορές, στα χρόνια μετά το γάμο και τη γέννησή μου, με πίκρα και λύπη
συλλογιζόταν στη φαντασία της μιαν ανεκπλήρωτη, μέχρι και χαραμισμένη ζωή, ίσως
και μιαν άδικη μοίρα. Αν μόνο βρισκόταν κάποια «Χαρίκλεια» που θα τη συμβούλευε
έγκαιρα κι αποφασιστικά, χωρίς μισόλογα, για τον Πατέρα και τα τερτίπια του…
Παρόμοιες επιφυλάξεις για το «δύσκολο» κι «επιθετικό»
χαρακτήρα του Πατέρα, για τον εγωισμό και το πείσμα και αδιαλλαξία του,
εξέφρασε κι ο Κατσικόπουλος σε συζητήσεις με τον κυρ-Γιάννη: «Κύριε Ο., την
κόρη σας τη βλέπω συχνά στη στάση του λεωφορείου με αυτόν τον Ι., να κουβεντιάζουν
-φιλικά μου φαίνεται… Βλέπω όμως να χαμογελάνε
και να χαριεντίζονται... Να έχετε το νου σας περί των συναναστροφών της κόρης
σας με τον Ι. Είναι δύσκολος άνθρωπος. Μας δημιουργεί πολλά προβλήματα στα
συμβούλια και στις σχέσεις με τους άλλους διδάσκοντες...» Ίσως έφτασε στο
σημείο να χαρακτηρίσει τον Πατέρα και ως «ανάποδο». Από την άλλη μεριά, και για
να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο Πατέρας, σ’ εκείνα τα σχολικά συμβούλια υπό
την καθοδήγησή του μάλλον «άθλιου» υποκειμένου που ήταν ο Κατσικόπουλος, είμαι βέβαιος
ότι θ’ αμυνόταν ευθαρσώς των πεποιθήσεων και της γωνιάς του, της δικιάς του και
άλλων συναδέρφων. Τέτοιες πεποιθήσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό ακλόνητες, ακατάβλητες
ακόμα κι από καλοπροαίρετο και πειστικό διάλογο, υπερασπισμένες με υπεροπτικό
πνεύμα, την ισχυρογνωμοσύνη και το πείσμα που τον διέκριναν, κι επιπλέον της
επιβλητικά δυνατής και διαπεραστικής φωνής του ως εύχρηστο εργαλείο επιβολής
απόψεων και γνώμης. Οι προστριβές και συγκρούσεις με τον Κατσικόπουλο και πιθανότατα
μερικούς άλλους διδάσκοντες, που τους φαντάζομαι αμήχανα και σιωπηρά ή δουλικά να
συμπλέουν με τις απόψεις του αφεντικού τους, θα βρισκόταν στην καθημερινή
σχεδόν διάταξη της ζωής του Εκπαιδευτηρίου. Εν πάση περιπτώσει, δεν ξέρω τι
συζητήσεις μεσολάβησαν ανάμεσα στον κυρ-Γιάννη και τη Μάνα, αλλά η παρέμβαση
του Κατσικόπουλου δεν φαίνεται να επηρέασε την εξέλιξη των πραγμάτων. Όλη αυτή
η συμπεριφορά, το «πνεύμα», ο «δυναμισμός» και η αυτοπεποίθηση του Πατέρα, συν
τοις άλλοις, θα άσκησαν μια γοητεία στη Μάνα. Πολλά χρόνια αργότερα, ο μικρός Αδερφός
σημείωσε ορθώς ότι «η Μάνα επιζητούσε κάποιον δυναμικό κι επιβλητικό χαρακτήρα
στη ζωή της.» Σίγουρα εκείνα τα ασήμαντα επεισόδια δεν προϊδέαζαν το μέλλον και
τη διάρκεια μιας, όπως τελικά αποδείχτηκε, εξαιρετικά μακροχρόνιας συμβίωσης.
Το πρώιμο τέλος του Λάμπουρα, το βέτο της Χαρίκλειας, η ασήμαντη επίδραση που είχε η κριτική του Κατσικόπουλου για τον Πατέρα στον παππού, η αμέλεια και πλαστικότητα της ψυχής της Μάνας, μπορεί από τη ζάλη και την ανεμελιά του πρώτου έρωτα, τροχοδρόμησαν πλέον τη σχέση των γονιών μου. Η αγάπη του Λάμπουρα, ένα μπουμπούκι που δεν άνθισε, κλαδεμένο από τον τραγικό του θάνατο, έμεινε μια γλυκιά ανάμνηση στη μνήμη της Μάνας. Η Χαρίκλεια με την κόρη της μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου εκείνη παντρεύτηκε έναν ωρολογά στις στήλες του Ολυμπίου Διός, κάτι που ο Πατέρας ανάφερε μερικές φορές αργότερα μ’ ένα τόνο απογοήτευσης και περιφρόνησης, εξαιτίας μάλλον κάποιας απόκρυφης ζήλιας ή ανεκπλήρωτου πόθου. Η Μαίρη και ο Πατέρας αγαπήθηκαν, ίσως και προσωρινά να πληγώθηκαν έτσι που ήρθαν τα πράγματα και αναγκάστηκαν να πάρουν διαφορετικούς δρόμους στη ζωή. Οποιαδήποτε σχέση που θα μπορούσε να ευδοκιμήσει έσβησε από την απόσταση. Το αίσθημα εκείνης της περιόδου όσο ισχυρό και να ήταν διαλύθηκε μέσα στη λήθη ενός ολοένα πιο απομακρυσμένου παρελθόντος. Η επικοινωνία τους έγινε σποραδικότερη. Ο πρόσκαιρος έρωτας, που δεν είχε κατάφερε κι αυτός ν’ ανθίσει, είχε ήδη σβήσει από καιρό και στο τέλος μόνον η μακρινή ανάμνησή του ξέμεινε, ξεθωριασμένη στις τυπικές χαιρετούρες δύο γερόντων. Τα τελευταία χρόνια τηλεφωνιόνταν για ευχές στην κοινή ονομαστική γιορτή τους, μέχρι τον πρόσφατο Δεκαπενταύγουστο ενός αθηναϊκού καύσωνα, που το καθιερωμένο τηλεφώνημα για ευχές δεν έγινε. Η Μαίρη, έμαθε ο Πατέρας, πέθανε από θερμοπληξία. («Έφταιγε ο έμπορος ο γιος της, που γέμισε το διαμερισματάκι της Πατησίων κιβώτια και μπλόκαρε κάθε χαραμάδα εξαερισμού», όπως με ενημέρωσε ο Πατέρας.)