Wednesday, June 29, 2022

Υπαρξιακά - 2 Η Ζωή του Ανθρώπου

 Αλλά η ζωή του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, αξίζει και δικαιούται πολύ περισσότερα από μια μονοσήμαντη επίκληση της τύχης, ακόμα και από σποραδικές σε τούτη την τύχη αναφορές, ή την άβουλη υποταγή στις προδιαγραφές κάποιου πεπρωμένου, ισοδύναμη με παραίτηση από κάθε αντίσταση απέναντι στις δυνάμεις που ασκεί στη μια ή την άλλη κατεύθυνση ο κόσμος γύρω μας, την κατάπνιξη της δημιουργικής σκέψης και βούλησης μέσα μας. Παρά τη σχετική ασημαντότητα και μηδαμινότητα της, αυτή η ζωή είναι μοναδική. Η μηδαμινότητα με μια έννοια αντιφάσκει τη μοναδικότητα και αυτή η αντίφαση ελλοχεύει στην υπαρξιακή ανησυχία του ανθρώπου. Με τις ελάχιστες εξαιρέσεις μιας σειράς ιδιοφυών και ιστορικών προσωπικοτήτων ή ανθρώπων που κατάφεραν και συσσώρευσαν πλούτη και δύναμη, που οι πορείες τους στον κόσμο έγιναν θρύλοι, τα έργα τους αφέθηκαν κληρονομιά σε μεταγενέστερους, αυτή η μοναδικότητά της κοινής ανθρώπινης ζωής δεν θα έχει οικουμενικούς μάρτυρες στο μέλλον. Όμως, αυτό που είναι ο άνθρωπος έγκειται ακριβώς εδώ: στην ατομικότητα και μοναδικότητά του.

Η ύπαρξη και συνείδηση αυτού του ανεπανάληπτου όντος θα εμφανιστεί φευγαλέα πάνω στη γη, για μερικές στιγμές του ιστορικού χρόνου, μια σταγόνα στον απέραντο ωκεανό ζώντων και πεθαμένων ψυχών, θα διαγράψει τροχιές παράλληλες και τεμνόμενες με άλλες υπάρξεις και συνειδήσεις μέσα από ένα ασύλληπτο πλέγμα διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων. Αυτό, το ένα και μοναδικό ον, που αναλαμβάνει και κουβαλάει στο κορμί και νου του την κληρονομιά των προηγούμενων γενιών, τη γνώση και τα χτίσματα και πράγματα που άφησαν πίσω τους, συλλαμβάνει και νοεί, μέσω της συνείδησής του την ύπαρξή του, την εμπλουτίζει και την πλάθει, ετεροπροσδιορισμένη από τους συνανθρώπους τους, στους χώρους που μορφώθηκαν γύρω του, επηρεασμένη από τις ενέργειες και πράξεις τους, και τα γεγονότα που αυτές οι πράξεις προκαλούν, στο περιβάλλον και το milieu του.

Άρα, η κατανόηση «αυτού που είμαι», η ολοκλήρωση της συναίσθησης του είναι και της ύπαρξης μου -όσο θα βρίσκομαι στο εδώ και τώρα, στον κόσμο τούτο όπως λένε, πρέπει να ξεκινούν από την περιγραφή και ανάλυση των συνειδήσεων που πλαισίωσαν τη ζωή μου, των χώρων και τόπων, των πολιτειών και κοινωνιών όπου μεγάλωσα, ερωτεύτηκα, δούλεψα, έζησα. Αυτό καθαυτό το είναι μου προσδιορίζεται ανά πάσα στιγμή, στο τώρα του, από το παρελθόν της ύπαρξης μου μέχρι το εκάστοτε τώρα. Μπορεί να ανιχνευθεί μέχρι και να δικαιολογηθεί, ίσως και να αποκτήσει νόημα αποκλειστικά μέσα μου (που είναι καμιά φορά αρκετό), ακόμα και με την απλή παράθεση της κάθε μικρής ή μεγάλης εμπειρίας που βίωσα στη σχέση μου με το περιβάλλον και τις κοινωνίες των σύγχρονων συνανθρώπων μου. Αυτή η παράθεση (από μένα για μένα) ατομικών εμπειριών, μαζί με την περιγραφή και προσπάθεια αντίληψης και στοιχειώδους κατανόησης του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου που φιλοξένησε την ύπαρξη μου, και στο βαθμό του δυνατού της μέχρι τούδε ιστορικής πορείας, προϋπόθεση άλλωστε για την κατανόηση κάθε ύπαρξης, προσθέτουν αξία, λίγη και πρόσκαιρη είναι αλήθεια, στη δική μου και αυτών που με άφησαν ή αυτών που θα αφήσω πίσω. Αν μη τι άλλο, ενόσω γράφω τα όσα γράφω καθαίρουν την ψυχή από τα πολλά στίγματα και λεκέδες που αφήνει η καθημερινότητα και η συχνά ασυνείδητη καταβύθιση απορρόφηση από τον κόσμο που με πλαισιώνει. 

Υπαρξιακά - 1 Μοίρα και Τύχη

Εκεί, κάπου, στις γειτονιές της παλιάς Θεσσαλονίκης, σπάρθηκαν οι σπόροι της ζωής του Πατέρα και κατ’ επέκταση της δικής μου. Στη μοναδικότητα και το απειροστό τους, στην ασημαντότητά τους μέσα στο άπειρο και την ασύλληπτη μεγαλειότητα του κόσμου και των διαστάσεών του: του χώρου και χρόνου, χωρίς αρχή και τέλος, παρά και πέρα από εμάς. Ο νους, η αυτοσυνείδηση και αυτοσυναίσθηση της ύπαρξης μας -ενόσω αυτή η ύπαρξη διαρκεί, στοιχεία που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από άλλα όντα, κατακλύζεται και συγκλονίζεται μπροστά στο απειράριθμο αιτιών, δυνάμεων και γεγονότων, είτε άφαντων και τετριμμένων, είτε ευδιάκριτων και ιστορικών, που συνέτρεξαν και συνέκλιναν στη στιγμή μιας ατομικής ύπαρξης.

Στη μοίρα και το πεπρωμένο του ανθρώπου, που σημαίνει κάτι προδιαγραμμένο (από ποιον, άραγε;), μία άνωθεν ή έξωθεν, υπερβατική, υπερφυσικά επιβεβλημένη πορεία στον κόσμο αυτό, ποτέ, ως επιστήμονας, δεν πίστεψα. Λίγοι θρησκόληπτοι, δεισιδαίμονες και ανόητοι καταφεύγουν πλέον στο χιλιοειπωμένο «η μοίρα το είχε γραφτό», ανήμποροι να εξηγήσουν πως και γιατί κάποιος γεννήθηκε αυτός που γεννήθηκε, παντρεύτηκε, αρρώστησε, πέθανε, και έκαμε στη ζωή του αυτό που τελικά έκαμε. Οι περισσότεροι, ακόμα και στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη μοίρα εξαιτίας είτε κάποιας αδυναμίας της στιγμής, είτε κάποιου ανολοκλήρωτου συνειρμού, είτε κάποιας ελλιπούς σκέψης, κατά βάθος δεν πολυπιστεύουν σε αυτήν. Σε στιγμές εσωτερικής αντανάκλασης σε γεγονότα και συμβάντα, σε κάθε «κλήση στην συνείδηση», αναζητούν και αγωνιούν για το γιατί και το πως και, ενίοτε, για το τι μέλλει γενέσθαι, με αφετηρία την παρούσα στιγμή και κατεύθυνση στο παρελθόν ή το μέλλον. Πολλές φορές συντρίβονται από την αδυναμία μιας λογικής εξήγησης ή της αβεβαιότητας να προδιαγράψουν το μέλλον. Άλλωστε, ο άνθρωπος διαθέτει σε έναν βαθμό, μικρό ή μεγάλο, την ελεύθερη βούληση να επηρεάσει την πορεία της ζωής του, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις από ένα μονοπάτι που φαινομενικά επιβάλλεται εξωγενώς, πάντα μέσα στα όρια και περιθώρια που επιβάλλει η ιστορική εποχή κι ο περίγυρος, ματεριαλιστικός κι ανθρώπινος, εθνικός και γεωγραφικός. Το αν η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών και των οικονομιών τους ακολουθεί μια ντετερμινιστική πορεία, που διαγράφεται, και ίσως δύναται να προδιαγραφεί, από ισχυρές, ευδιάκριτες, μακροχρόνια ασκούμενες τάσεις το παρακάμπτω, καθώς οι φάσεις και τα στάδιά της, όπως διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλές φορές με παλινδρομήσεις και πισωγυρίσματα ή με αφετηρία επαναστάσεις και πολέμους, καλύπτουν περίοδο πολλών ανθρώπινων γενεών, και ξεπερνούν σε χρονικές τάξεις μεγέθους τα όρια μιας ζωής. Μόνο με το απόμακρο μάτι του ιστορικού του μέλλοντος ίσως μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Για τον εαυτό μου, την ύπαρξή μου, διάλεξα την παραίνεση του Σαρτρ: «Να ζούμε χωρίς πέπλα και φκιασίδια αυτή τη σπαραχτική, την αφόρητη κατάσταση που λέγεται ‘ανθρώπινη μοίρα’… Το μυστικό ενός ανθρώπου είναι το σύνορο της ελευθερίας του.»

Ούτε και στην τύχη έμαθα να πιστεύω. Γιατί, κυρίως, ούτε κι η τύχη, η φαινομενική τυχαιότητα πολλών γεγονότων, ξεδιψάει τη δίψα για γνώση κι εξήγηση και φέρνει ισορροπία και αρμονία στο νου και την ψυχή. Σε προσωπικό επίπεδο, αναγωγή στην τυχαιότητα πολλών από όσα μας συμβαίνουν θα μας απάλλασσε από διάφορα συναισθήματα: μεταμέλεια, τύψεις, τη χαρά της επιτυχίας, το αίσθημα εκπλήρωσης κι άλλα, που ξέρουμε ότι είναι συνυφασμένα με την ανθρώπινη φύση. Αλλά, παρόλα αυτά, πολλοί από εκείνους που ερωτώνται ή αναρωτιούνται ‘γιατί τα πράγματα συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς’ απαντούν χωρίς πολύ περίσκεψη: κατά τύχη ή από την τύχη. Αλλά τι σημαίνει τύχη; Η τύχη σε έναν έστω στοιχειωδώς συναφή, συνεκτικό και αιτιοκρατικό κόσμο, όπου όμως κάθε αιτιατό και αποτέλεσμα (που με τη σειρά του γίνεται αίτιο σε μια ατέρμονη αλληλουχία γεγονότων και φαινομένων) φέρει από πίσω του μιαν επίσης ατέρμονη ακολουθία αιτιών. Η τυχαιότητα που φαινομενικά χαρακτηρίζει μικρά ή μεγάλα γεγονός ή συστάδες γεγονότων που στοιχειοθετούν μικρές ή μεγάλες ιστορίες, προσωπικές ή κοινωνικές, όπως τέτοιες ιστορίες ζωής διαγράφονται και περιγράφονται από φανερά, παρατηρήσιμα και περιγράψιμα, καμιά φορά μετρήσιμα, αποτελέσματα δυνάμεων, είτε προφανών και εμφανών, είτε αφανών και υπογείων, αυτή η αναγωγή στην τύχη, λοιπόν, δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από αδυναμία εξήγησης και παραίτηση, αποποίηση ευθύνης, αποστροφή μιας κατάστασης ή της πραγματικότητας, φόβος για τις συνέπειες και του τι θα ακολουθήσει. Είναι μια λέξη δίχως περιεχόμενο, συγκεκριμένο και αφηρημένο, που η επίκλησή της δεν ωφέλησε ποτέ κανέναν. Στην καλύτερη περίπτωση γίνεται συνώνυμη της υπεκφυγής και της αδυναμίας και απλά χρησιμεύει για να υποδηλώνει τον ασήμαντο βαθμό κατανόησης των φαινομένων, του «γιατί» των γεγονότων . Είναι η σιωπή και αμηχανία στο ερώτημα για το νόημα και το λόγο αυτής της στοιχειώδους και σύντομης παρουσίας μας σε αυτόν τον κόσμο, των προγόνων και απογόνων μας, και της ζωής που έζησαν, ζουν ή θα ζήσουν.

Και στην αδυναμία μας να εξηγήσουμε όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας και μέσα μας, πάνω στα θεμέλια του ό,τι μεγαλειώδους και ασύλληπτου προηγήθηκε στην ιστορία του κόσμου, πάνω στη λίγη συσσωρευμένη γνώση της ανθρωπότητας, πάνω στις καταχτήσεις, στις «πλάτες» των προηγούμενων γενεών, καταφεύγουμε στην τύχη. Η ζωή μπορεί να εμφανίζεται ενώπιον μας σαν μια σειρά ασύνδετων και τυχαίων συμβάντων, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ψευδοτυχαία ή φαινομενικά τυχαία ακολουθία× με την έννοια ότι κάθε συμβάν, κάθε στροφή της στη μιαν κατεύθυνση ή την άλλη, είναι δυνητικά εξηγήσιμη από ένα σωρό αιτιών που απλώνονται σε ένα τεράστιο εύρος και βάθος χρόνου, ώστε η συλλογή και ταξινόμηση τους, και η εκτίμησή τους ως παράγοντες στην τελική έκβαση να είναι πρακτικά αδύνατη.

Tuesday, June 14, 2022

Ευδοξία και Λεωνίδας - 25 Κάτω από την Σκεπή των Ι.

Η γιαγιά η Ευδοξία δεν διέθετε κάποια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά το πρόσωπό της είχε για κείνη την εποχή αρκετά ελκυστικά χαρακτηριστικά, που η κατά δύναμιν «κοκέτα» προσέδιδε κάποιαν επιπλέον γοητεία. (Έδινε τη δέουσα προσοχή στην περιποίηση και την κομψότητα και διέθετε καλό γούστο, παρά τους λιγοστούς πόρους.) Στις παλιές φωτογραφίες των νιάτων της ξεχώριζε ένα φουντωτό, κοντοκομμένο, ελαφρά κυματιστό μαλλί, που εξαιτίας της πυκνότητάς του δύσκολα κτενιζόταν και συμμαζευόταν γύρω από το άσπρο δέρμα του μικρού της προσώπου. Αυτά τα μαλλιά γκρίζαραν και τελικά άσπρισαν γρήγορα· και ήταν λίγο-πολύ κάτασπρα κοντά στα εξήντα χρόνια της ζωής της και από τότε που άρχισα να θυμάμαι. Τα μάτια της ήταν μικρά σε ένα μικρό περίγραμμα προσώπου, αλλά σπινθηροβόλα, ακόμα κι όταν ο καταρράκτης είχε αρχίσει να θολώνει τον χιτώνα τους, ακόμα και όταν το χρώμα της ίριδας άρχισε να ξεθωριάζει προς μια γκριζογάλανη απόχρωση. Η γραμμή των πυκνών φρυδιών έπεφτε πάνω στα βλέφαρα και έδινε στο βλέμμα βάθος και διαπεραστικότητα που σε λίγους ανθρώπους συναντάει κανείς. Στον έξω κόσμο, αυτό το πρόσωπο, τα μάτια κυρίως, απέπνεαν αποφασιστικότητα και θέληση, ευθύτητα και ειλικρίνεια, ήταν η αμεσότητα ενός ψυχικού κόσμου και χαρακτήρα που είχε μια αξιοπρέπεια, ίσως και μεγαλοπρέπεια, παρά τις ταπεινές ρίζες. Η ίδια είχε μάλλον αυτογνωσία αυτών των ματιών, τα οποία κληρονόμησε σχεδόν αυτούσια σε σχήμα και βάθος στο μεγάλο της γιο, τον Πατέρα. Πόσες φορές μου διηγήθηκε για εκείνα τα ψιθυρίσματα των κοριτσιών που πέρασαν μπροστά από την αυλή του σπιτιού της Τούμπας μετά την Κατοχή και πήρε το αυτί της: «εδώ μένει, καλέ, αυτός με τα ωραία, μεγάλα μάτια!»

H Ευδοξία ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, αν όχι καχεκτική, όπως μικροκαμωμένοι ήταν και οι περισσότεροι από το σόι των Κ., γονιδιακά βεβαρημένοι από τη μεριά του πατέρα τους. Ήταν και ασθενικός άνθρωπος, αλλά στο τελευταίο συνετέλεσαν και οι αντιξοότητες της ζωής, οι κακουχίες της προσφυγιάς και οι ματεριαλιστικές συνθήκες της παραγκούπολης, όπως, για πολλούς κατοίκους της πόλης αργότερα, η φτώχια και πείνα της κατοχής. Κόλλησε από κάπου φυματίωση πριν τον πόλεμο και πριν την ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης, όταν, στα πρώτα στάδια της, η αρρώστια αντιμετωπιζόταν με πνευμονεκτομές και τεχνητούς πνευμοθώρακες. Κι έτσι, κουτσά-στραβά, γιατρεύτηκε με τα μέσα που διέθετε ο τόπος και η εποχή. Κατάφερε κι επέζησε μιαν αρρώστια που οδηγούσε πολλούς σε πρόωρο τέλος, αλλά με περίπου το μισό πνευμόνι από αυτό που ο θεός της είχε χαρίσει. Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, δεν απόκτησε καμιά στοιχειώδη μόρφωση. Την όποια ανάγνωση κουτσά-στραβά κατάφερνε ήταν από εδώ και από εκεί, από ταμπέλες και πρωτοσέλιδα εφημερίδων και επικεφαλίδες περιοδικών. Δεν μάθαμε πως ακριβώς, ίσως από τις εφημερίδες που έφερνε ο Λεωνίδας, ίσως από ημερολόγια της εκκλησίας, ίσως από τους καταλόγους του ΟΤΕ, τα λιγοστά έντυπα που έβρισκε κανείς στο σπιτικό τους, μπόρεσε και συνέταξε ένα προσωπικό τηλεφωνικό καρνέ, πλήρες με ονόματα, τηλέφωνα και μερικές φορές διευθύνσεις μελών της οικογένειας, συγγενών και φίλων. Εν ολίγοις, τις στοιχειώδες γνώσεις ανάγνωσης και γραφής, αρκετές για να επιπλεύσει στον κόσμο που ζούσε, τις όφειλε στην αυτοδιδαχή.

Μια φίλη παιδική από τα χρόνια της προσφυγιάς, η Δήμητρα, που ξέφυγε από τη μιζέρια της παραγκούπολης και στέριωσε λίγο παρακάτω, κατά Φλέμινγκ μεριά, έφτιαξε το προξενιό ενός γειτονόπουλου, του Λεωνίδα, με την παλιά της φίλη την Ευδοξία, τη ράφτρα από την Τούμπα. Τα επιφωνήματα της γιαγιάς: «Δήμητρα, ανέβα, καλέ, για καφέ!» από το μπαλκόνι της στο σπιτικό της παλιάς μας γειτονιάς ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου. Τέτοιες φιλίες μόνον ο θάνατος τις σπάει. Αν και κατά ένα ή δύο σκαλιά παρακατιανή στην κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης η Ευδοξία, σχεδόν λούμπεν, καθότι προσφυγοπούλα από κάποια κωμόπολη της Μικρασίας, χωρίς προίκα, χωρίς μόρφωση, με μια σχεδόν απλήρωτη δουλειά του ποδαριού, έγινε δεκτή από την προγιαγιά Κατίνα, την de facto κεφαλή των Ι. και τα Μελενικιώτικα αδέρφια του Λεωνίδα στο σπιτικό τους, δέχτηκαν αθόρυβα μιαν αθόρυβη ύπαρξη στους κόλπους της οικογένειας των Ι. Η Κατίνα πίστευε ότι ένας γάμος με την ήρεμη και ταπεινή προσφυγοπούλα θα έβαζε τον παππού, που πάντα είχε τα νεύρα και τις λόξες του, και ήταν δύσκολος άνθρωπος, σε κάποια καλούπια, θα τον έστρωνε κι έκαμε πιο λογικό άνθρωπο από αυτόν που κατά τα φαινόμενα εμφανιζόταν. Το προξενιό, που στήθηκε στο παλιό πατρικό της Δεληγιώργη (η παραγκούπολη με κανέναν τρόπο δεν προσφερόταν για κάτι αξιοπρεπές υπό τις συνθήκες) με καφέδες και «υποβρύχιο» βανίλια ή γλυκά του κουταλιού, αποδείχτηκε κάπως πετυχημένο· με τα λιγοστά, απλά κριτήρια που τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας της Σαλονίκης έκριναν τότε την επιτυχία ενός γάμου μεταξύ δύο αγνώστων από διαφορετικά μονοπάτια της ζωής που απίθανες συγκυρίες τα σμίγουν.

Η Ευδοξία ήταν μια εξαιρετικά στωική και καρτερική και υπομονετική γυναίκα. Καλή νοικοκυρά και ικανότατη μαγείρισσα, χωρίς τα δεκανίκια που προσφέρουν σε νοικοκυρές σήμερα συνταγές από τσελεμεντέδες και το internet και την τεχνολογία και τα εξαρτήματα της μοντέρνας κουζίνας. Τις συνταγές με τα περίτεχνα μυστικά τους που κουβάλησε στο μυαλό της από την Μικρά Ασία: τα ντολμαδάκια, τα φασόλια γίγαντες, τα σμυρναίικα κεφτεδάκια, τα γιουβέτσια και τα κοκκινιστά (στις εποχές κάποιας σχετικής ύστερης ευημερίας που παρείχαν κρέας στο τραπέζι), το ραβανί και τα φοινίκια, κατέγραψαν οι νύφες της, και από γενιά σε γενιά, γεύσεις που είχα την ευτυχία να απολαύσω ως παιδί. Η Ευδοξία και ο Λεωνίδας ταίριαξαν, λοιπόν, στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν, και ζήσαν τα χρόνια τα νεανικά και της ωριμότητάς τους, πάντα φτωχικά, αλλά σε μια σχετική αρμονία, με τα δεδομένα νεύρα του μεν να αντιμετωπίζονται με υπομονή και κρυφά σιχτιρίσματα από την δε. Με τον Λεωνίδας να παλεύει να κερδίζει φιλότιμα το ψωμί τους σε κακοπληρωμένες δουλειές, την Ευδοξία να αναλαμβάνει περιστασιακές ψιλοδουλειές ραπτικής από γείτονες, και κυρίως το μεγάλωμα των δυο γιους τους μέσα τις αντίξοες συνθήκες και τα πολλά στραβοπατήματα της εποχής.

Saturday, June 11, 2022

Ευδοξία και Λεωνίδας - 24 Στέριωμα στην Σαλονίκη

 Από τη γενιά των προσφύγων της γιαγιάς και του παππού, από την Μικρά Ασία και το Μελένικο, από τα σόγια των Κ. και των Ι. που χάριν στην Ευδοξία και τον Λεωνίδα σμίξανε και συμπεθέριασαν και άφησαν μερικά  εγγράμματα στη μνήμη μιας χούφτας ζωντανών απογόνων, τελικά λίγοι, ίσως οι πιο προικισμένοι, ίσως οι πιο τυχεροί, κατάφεραν και έσπασαν τα δεσμά της χαμηλής κοινωνικής τάξης στην οποία τους καθήλωσε η ζωή. Και αυτοί οι λίγοι μόνον λίγα κοινωνικά σκαλοπάτια ανέβηκαν. Άλλωστε, οι ευκαιρίες ήταν τότε λίγες και άνισες και τα χτυπήματα της ιστορίας, για του λόγου τους περισσότερο, ανελέητα. Τη μετέπειτα ραγδαία πρόοδο του τόπου και της ανθρωπότητας, που μείωνε την πάλη για τα απαραίτητα προς το ζην, και παρείχε τα εργαλεία που αυξάνουν την κινητικότητα ανάμεσα σε στρώματα και τάξεις, την εντροπία της κοινωνίας, όλα αυτά τα δεδομένα στις δικές μας μεσαίες ηλικίες μόλις και τα πρόλαβαν.

Ο Βασίλης, ο μεγαλύτερος αδερφός των Κ., έστησε μια μικρή ταβέρνα που την δούλεψε μέχρι τον θάνατό του. Αυτό είχε μάθει στα νιάτα του στο Μπαϊντίρι, αυτό έκαμε. Ο Στέλιος, ένας κοντακιανός με ρουφηγμένα μάγουλα, δούλεψε τα χρόνια μέχρι την Κατοχή εργάτης σε ένα εργοστάσιο στην περιοχή του Άη-Φανούρη, που τα συντρίμμια του ακόμα υπάρχουν δίπλα στο ρέμα της Τούμπας. Ο Γιάννης, ο μικρότερος άνοιξε κι αυτός ένα ταβερνάκι στη Φλέμινγκ, δυο-τρία σπίτια κάτω από την Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πέθανε νέος από χτικιό λίγο μετά την Κατοχή. Το χώρο της ταβέρνας του Γιάννη τον ανάλαβαν και μετέτρεψαν σε μανάβικο ο Στέλιος με τον κουνιάδο του, τον παππού το Λεωνίδα, και το δούλεψαν συνέταιροι για δυο-τρία χρόνια στη μετακατοχική μιζέρια. Τους βοηθούσε όσο μπορούσε, με την προθυμία ενός δεκάχρονου παιδιού, ο Πατέρας στις σχολικές του διακοπές. Το μικρομάγαζο όμως δεν τα πήγε καλά και το έκλεισαν. Ο Λεωνίδας ξανάγινε κλητήρας στο σύλλογο των καπνεμπόρων έως ότου βγήκε στην σύνταξη. Ο Στέλιος ξαναγύρισε στη δουλειά του εργοστασίου, μέχρι να μαζέψει κι αυτός αρκετά ένσημα προς μιαν από τις πενιχρές συντάξεις του ΙΚΑ. Συνταξιούχος πλέον, κατέβαινε τις κατηφοριές της Τούμπας που-και-που τα μεσημέρια να επισκεφτεί τη γιαγιά στις παλιές μας γειτονιές της Αγίας Τριάδας, μέχρι που γέρασε και τον πήρε αθόρυβα ο θάνατος. Ήταν η αγαπημένη του αδερφή. Πάντα η Ευδοξία του πρόσφερε καφέ και, αν είχε έτοιμο φαΐ, να κάτσει να φάει, πάντα ο Στέλιος αρνιόταν, έλεγε δυο κουβέντες στεκάμενος στην πόρτα της κουζινούλας, πείραζε το μικρό παιδί που ήμουν κι έφευγε. Σκέφτομαι πως αν εκείνο το μαγαζάκι του Στέλιου και του Λεωνίδα στέριωνε και το εμπόριο λαχανικών και φρούτων στην παλιά γειτονιά γινόταν κερδοφόρο κι έβγαζε τουλάχιστον τον επιούσιο, ίσως να ήταν διαφορετική η τύχη τους μακριά από τις άθλιες φάμπρικες της μεταπολεμικής πόλης, όπως διαφορετική δυνητικά και η μοίρα πολλών από τους απογόνους τους. Μια διαφορετική στροφή, μια απειροελάχιστη παρέκκλισή στον καθ’ οδόν βίον, μια λίγο διαφορετική επιλογή από όσες παρουσιάζονται στον άνθρωπο να επιλέξει με την κατ’ επίφαση «ελεύθερη βούληση» του, φέρνει πάνω-κάτω τον μικρόκοσμο της ζωής και των επόμενων γενιών, της ζωής των μικρών και αδύναμων ανθρώπων όπως το σόι των Κ. της γιαγιάς, αν και δεν αλλάζει τον ρου της ιστορίας.

Η Χρύσα, η μεγάλη αδερφή, με τον άντρα και τα παιδιά της, έμειναν στις παράγκες της Τούμπας,  μέχρις ότου ο Καραμανλής τις ισοπέδωσε χάριν του, πολλοί λένε στρεβλού, εκσυγχρονισμού της πόλης. Τους έδωσαν ένα μικρό και λιτό, αλλά για τα δεδομένα της εποχής μοντέρνο διαμέρισμα στις νεόκτιστες τότε εργατικές πολυκατοικίες του Φοίνικα. Το επισκεπτόμασταν συχνά, μικρό παιδί τότε με τη γιαγιά την Ευδοξία, η γιαγιά για να «τα πει» με τη Χρύσα και τις κόρες της, την Διαμάντω και την Δέσποινα, όπως μπορούν και τα λένε με τις ώρες, χωρίς τελειωμό, κι ευχαριστιούνται με τις κουβέντες τους οι γυναίκες, κι εγώ για να παίξω με τα δεύτερα ξαδέρφια μου στις ανοιχτωσιές των παρυφών της πόλης, μακριά από το οικοδομικό πήξιμο που άρχισε να πνίγει τις παλιές γειτονιές της Σαλονίκης. Τα χτίσματα στον οικισμό του Φοίνικα ήταν χαμηλά, με λίγα πατώματα, και αραιά διασπαρμένα γύρω από πλατεϊτσες με πεύκα και παγκάκια. Είχε κοντά παιδικές χαρές και περίπτερα, αναψυκτήρια και λούνα-παρκ τα καλοκαίρια, εκατέρωθεν του κυρίως δρόμου που διέσχιζε την συνοικία: της Λεωφόρου Εθνικής Αντίστασης όπως λέγεται σήμερα, που σε πήγαινε στην Περαία, στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ, στη Νέα Μηχανιώνα και την Επανομή, και τους άλλους κοντινούς προορισμούς για τα κυριακάτικα καλοκαιρινά μπάνια του λαουτζίκου της πόλης.

Από τις δυο κόρες της Χρύσας, η Διαμάντω, ήταν η νεότερη και ομορφότερη. Κάποιο καλοκαιράκι στις Φώκιες της Χαλκιδικής, το χωριό όπου είχε καταλήξει από την Σμύρνη και στέριωσε για να ασχοληθεί με την γεωργία το παρακλάδι της οικογένειας της γιαγιάς από τη μεριά της μάνας της κι έγινε το μόνιμο θέρετρο των καλοκαιρινών διακοπών της ανάμεσα σε ξαδέρφια και ανίψια, η Διαμάντω ερωτεύτηκε και τελικά παντρεύτηκε ένα αξιόλογο παλικάρι του εμπορικού ναυτικού, τον Ξένο τον  Μπ. Είχε μυαλό ξυράφι και ταλέντο σε εκτιμήσεις ο Ξένος και έγινε εμπειρογνώμων σε ναυάγια και ζημιές σε καράβια, αναρριχήθηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια της εφοπλιστικής εταιρίας του, και με τη Διαμάντω και τα παιδιά τους εγκαταστάθηκαν και πρόκοψαν στο Λονδίνο. Η άλλη κόρη της Χρύσας, η Δέσποινα, δεν είχε την ίδια τύχη κι εμπειρίες. Εργάτρια σε υφαντουργείο, μέχρι που βγήκε, γριά και κουρασμένη κι αυτή, στην ασήμαντη σύνταξη του ΙΚΑ. Πέθανε γεροντοκόρη κι ανύπαντρη παρθένα, έσβησε ανέραστη και μόνη στο παραμελημένο από τα χρόνια διαμέρισμα του Φοίνικα. Ήταν από εκείνες τις ανύπαρκτες υπάρξεις που κατασπαταλούνται αλόγιστα στο πέρασμα του χρόνου, απαρατήρητες ανάμεσα σε σειρές αργαλειών ή στους τέσσερις τοίχους ενός φτωχικού εργατικού διαμερίσματος, που μοιραζόταν με τη γριά μάνα της. Σαν ένας μοναχικός περίπατος σε μια ερημιά, που, μέχρι τέλους, τίποτε δεν του τράβηξε την προσοχή, ούτε η ίδια τράβηξε την προσοχή άλλων και που δεν  παρέκκλινε από το μονότονο, ίσιο δρόμο της ρουτίνας και καθημερινότητας και της αναλλοίωτης ακολουθίας ανεπαίσθητων, μηχανικά επαναλαμβανόμενων ενεργειών. Το ανάξιου λόγου συμβάν που ήταν η διαδρομή της Δέσποινας σε αυτόν τον κόσμο, ασημαντότερη και από μια σταγόνα στον ωκεανό φέρνει το νου στα όρια της φιλοσοφίας του παραλόγου, στο καίριο ερώτημα που θέτει: άξιζε τον κόπο;