Wednesday, January 30, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (3)

Ο Λόγος και το Παράλογο
 
Cogito ergo sum: όσο υπάρχουμε, σκεπτόμαστε. Ανιλαμβανόμαστε αντικείμενα, φαινομένα και καταστάσεις και σχηματίζουμε συλλογισμούς και ιδέες, μέσα από αυτήν την αντίληψη και τις εντυπώσεις στο νου του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, ξεκινώντας είτε από οικουμενικές αλήθειες, είτε από εύλογες υποθέσεις, επεξεργαζόμαστε τα φαινόμενα όπως παρουσιάζονται γύρω μας ή περιγράφονται, αναζητούμε και διερευνούμε, πολλές φορές με ένταση και πάθος, άλλοτε εις βάθος, και ενίοτε καταλήγουμε σε, είτε υιοθετούμε με καλή ή κακή πίστη αλήθειες, στις οποίες υποτάσσουμε τους περαιτέρω συλλογισμούς, τον ειρμό των σκέψεων και εν τέλει τη συνείδησή μας. Καταλήγουμε σε πορίσματα και παράγωγες ιδέες (idea ideae), σε «πιστεύω» που ο εαυτός μας θα ενστερνιστεί ή αλήθειες που θα γίνουν αποδεκτές με το χρόνο από τον κοινό νου. Κινούμαστε στον κόσμο κι εκφράζουμε απόψεις ή εφαρμόζουμε αυτές τις ιδέες και πράττουμε ή, ίσως, επιλέγουμε τη σιωπή και την απραξία. Κατά τις στιγμές της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και της εσωτερικής περισυλλογής και αντανάκλασης, αλλά και μέσα από τη συνεργασία, διαρκώς θέτουμε ερωτήματα και διερευνούμε λογικές απαντήσεις, καταλήγουμε είτε σε συμπεράσματα που γίνονται άξονες της ύπαρξης, ατομικής και κοινωνικής, διαμορφώνουν τη βούλησή και καθοδηγούν την πράξη, είτε σε λογικά και ψυχικά αδιέξοδα, για να ξεκινήσουμε τανάπαλι από την ίδια ή άλλες αφετηρίες έναν ακόμα κύκλο συλλογισμών και σκέψης.

What I know, what is certain, what I cannot deny, what I cannot reject- this is what counts. I can negate of that part of me that lives on vague nostalgia, except this desire for unity, this longing to solve, this need for clarity and cohesion… I don’t know if this world has a meaning that transcends it. But I do not know that meaning and that it is impossible for me just to know it… I can understand only in human terms.” Απλά γραφόμενο, ζούμε με αυτά που μαθαίνουμε, μέσα από την απόκτηση γνώσης και τις εντυπώσεις που αποτυπώνονται στη μνήμη ως αποτέλεσμα καθημερινών εμπειριών. Κάθε ερχόμενο βήμα μας, κάθε επόμενη σκέψη και πράξη, στηρίζεται κατά κανόνα σε αυτό που ήδη μάθαμε, κατανοοήσαμε και γνωρίζουμε. H σκέψη και οι ιδέες μας θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από την εσωτερική αντανάκλαση κι επεξεργασία ερεθισμάτων και εντυπώσεων στο νου του υλικού κόσμου που τον περιβάλλει, από τις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις μας με συνανθρώπους του, τη ζύμωση με τις πληροφορίες, εμπειρίες εμπειρίες και τη γνώση, που αυτές οι σχέσεις προσφέρουν καθημερινά και εισαγάγουν στο είναι.

Ο κόσμος διακρίνεται για την απειρότητα και διαφορετικότητα των αντικειμένων, των έμψυχων και άψυχων όντων που περιλαμβάνει, την απειρότητα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, των φαινομένων όπως αυτά παρουσιάζονται σε μια διαδικασία αέναης κίνησης και ως αποτέλεσμα αναρίθμητων παραγόντων· πάντοτε στη βάση της αιτιοκρατίας, με την έννοια ότι κάθε γεγονός είναι το αποτέλεσμα παρελθοντικών και συντρεχόντων αιτιών. Η αντανάκλαση του κόσμου και της διαρκούς κίνησής του στο νου οδηγεί στην ποσότητα των παραστάσεων και εντυπώσεων και την ποικιλία της γνώσης που αποκομίζουμε καθημερινά. Αυτονόητο και αυταπόδεικτο είναι ότι ο άνθρωπος, ατομικά ή ως μέλος μιας κοινότητας και συλλογικότητας ή συνεταιρισμού, αδυνατεί να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητα του, αλλά αποκτά μια πολύ περιορισμένη και συχνά παραμορφωμένη εικόνα ενός ασήμαντου κομματιού αυτής της ολότητας, κάτι που καθιστά τη σύνθεση ιδεών και τη συγκρότησή τους σε ενιαίες θεωρίες προβληματική. Δεν υπάρχει ούτε κάποια θεωρία που να εξηγεί τα πάντα, τη φύση, το νου και το ανθρώπινο σώμα σε αυτήν, τις κοινωνίες των ανθρώπων, την ιστορία τους, και που να λύνει κάθε πρόβλημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι· η μαθηματική λογική και η επιστημονική μέθοδος, παρά την οικουμενική αποδοχή και εφαρμοσιμότητα τους στις φυσικές επιστήμες, δεν παρουσιάζουν την ίδια αποτελεσματικότητα σε άλλες σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο.

Από την άλλη μεριά, η συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, μετά από χιλιετίες ανθρώπινης ιστορίας, παραμένουν εξαιρετικά ανεπαρκείς για να να ερμηνεύσουν λογικά και εξηγήσουν πλήρως γεγονότα και καταστάσεις γύρω μας, να λύσουν κάθε απορία γι αυτά που συμβαίνουν, να απαντήσουν στο κάθε «πως» και «γιατί», να ξεδιαλύνουν το πολυσύνθετο πλέγμα αιτιών και παραγόντων που οδηγούν σε ένα τετελεσμένο γεγονός, πόσο μάλλον καταστάσεων εν εξελίξει. Ο μικρόκοσμός μας είναι χωρικά και χρονικά εξαιρετικά περιορισμένος, οι ορίζοντές στενοί, ώστε ν’ αδράξουμε την απειρότητα του κόσμου, να αιτιολογήσουμε ικανοποιητικά τις συγκρούσεις, τις διαφωνίες, τις διεκδικήσεις κι εξεγέρσεις, τα ανθρώπινα δράματα και τραγωδίες, ανήμποροι να διαγράψουμε σε ποιά κατάσταση, όλα όσα στοιχειοθετούν την προηγούμενη και σύγχρονή ιστορία του ανθρώπινου γένους, επηρεάσουν και μορφώσουν το μέλλον – αν έχει, βέβαια, σημασία να σχηματίσουμε ένα έστω πρόχειρο σκίτσο του πως αυτό το μέλλον, εντός τουλάχιστον του χρονοδιαγράμματος της ύπαρξής μας, θα διαγραφεί. Ασφαλώς, τίποτε δεν έχει εξαντληθεί, ούτε πρόκειται να εξαντληθεί στην διάρκεια της ζωής μας, παρά το μόχθο και την επιμονή για ανάλυση, ερμηνεία και εξήγηση. Σε κάθε προβληματική περίπτωση, ακόμα και ανάμεσα στις πλέον κραυγαλέες και προφανείς, υπάρχουν περιθώρια για αμφιβολίες, αμφισβήτηση, αντιρρήσεις και αντίλογο. Κι όμως επιμένουμε: στη δουλειά, στην πνευματική και υλική παραγωγή προς τη συσσώρευση κεφαλαίων – ιδιωτικών και κοινωνικών, στις πολιτικές κουβέντες, στις διαμαρτυρίες, στην ατομική άρνηση, αντίσταση και εξέγερση, στις διαλεκτικές και πραγματικές συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο.

Σε διάφορα σημεία της καθ’ οδόν πορείας και του αγώνα της ζωής, με δεδομένη την ανικανοποίητη παρόρμηση για εξήγηση και απαντήσεις, ο «σκεπτόμενος» και συνειδητά αφυπνισμένος άνθρωπος βρίσκεται φυσικά αντιμέτωπος με λογικές αντιφάσεις και αδιέξοδα, με αυτό που ο Camus αποκαλεί παράλογο (absurd). The absurd is born of this confrontation between the human need and the unreasonable silence of the world.” O άνθρωπος διψά για εξήγηση και αρμονία, αναζητά συγκατάβαση και δικαίωση για αυτό που είναι και πράττει, προσβλέπει σ’ ένα αντίκρυσμα, μιαν ανταπόκριση, πέρα από την υλική ανταμοιβή έναντι της εργασίας- για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του, αναζητά μιαν ελάχιστη δικαιολόγηση για την ίδια του την ύπαρξη απέναντι σε έναν κόσμο γενικά αδιάφορο, που συνεχίζει να γράφει την ιστορία του, να πάιζει ένα βιολί σε ρυθμούς πολλές φορές αλλότριους και ξένους και με τους οποίους ο άνθρωπος αδυνατεί να εναρμονιστεί·  ή, αν περιστασιακά και μερικώς το επιτυγχάνει, τούτο συμβαίνει συνήθως εις βάρος της ίδιας της ύπαρξης, της ελευθερίας και ευτυχίας του, κάτω από το ένα πέπλο αλλοτρίωσης και αποξένωσης και τσακισμένου χρόνου. What is absurd is the confrontation of the irrational and wild longing for clarity whose call echoes in the human heart... The absurd is lucid reason noting its limits… It is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, my nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together... Τhat denseness and that strangeness of the world is the absurd. Τελικά, και σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, επέρχεται η διαπίστωση από τον σκεπτόμενο άνθρωπο των ορίων της λογικής του και του μεγέθους της πάλης που απαιτείται για το ξεπέρασμα κι απώθηση αυτών των ορίων.

Η αναγνώριση του «παραλόγου» του κόσμου, όταν ο άνθρωπος είτε βρίσκεται αντιμέτωπος με γεγονότα και φαινόμενα ανήμπορος να τα εξηγήσει, είτε άλλες φορές περικυκλώνεται από καταστάσεις που αδυνατεί να ξεπεράσει με ορθολογική σκέψη και δράση, εν ολίγοις αυτός ο προσωπικός συμβιβασμός με τα όρια και τις δυνάμεις του, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ανάγκης και προσπάθειας για κατανόηση, ερμηνεία και εξήγηση, σαφήνεια και συνάφεια, συνοχή και διαύγεια, σε έναν κόσμο φαινομενικά «πυκνό» κι «αδιαφανή», αδιαπέραστο και απροσπέλαστο. Ούτε η λαχτάρα του ανθρώπου για εξερεύνηση και ερμηνεία ανασχετίζεται από αυτήν την παραδοχή και συμβιβασμό· oύτε αυτή η αναγνώριση σημαίνει την απόρριψη της λογικής και της επιστημονικής μεθόδου, της μόνης ίσως αποτελεσματικής μεθόδου σε αυτήν τη μελέτη και προσπάθεια. Απλώς, σημαίνει τη διαπίστωση κι επίγνωση ότι, πέρα από τα όρια που καταφέρνει και αγγίζει η λογική, υπάρχει το «παράλογο», που περιχαρακώνει αυτά τα όρια σε κάθε φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο ίδιος σκεπτόμενος άνθρωπος, ο συνειδητός της ύπαρξής του άνθρωπος, ο «παράλογος» άνθρωπος του Camus, από τη μια μεριά ενστερνίζεται τη γνώση και τα δεδομένα της εμπειρίας, επιμένει στον αγώνα, πολλές φορές μάταια και ατελέσφορα, μιας διαρκούς αναζήτησης και ανάλυσης και ερμηνείας, δεν απορρίπτει τη λογική και την επιστημονική μέθοδο, ούτε περιφρονεί τις δυνατότητες και αποτελεσματικότητα τους, αλλά από την άλλη μεριά αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης και της λογικής ανάλυσης, το πεπερασμένο των εμπειριών μιας σύντομης χρονικά διαδρομής, ώστε να στηρίξει και επενδύσει ολόκληρο το ρευστό και πεπερασμένο κεφάλαιο της ύπαρξής του στην αδιάκοπη και πολλές φορές στείρα και φρούδα αναζήτηση λύσεων. Ως εκ τούτου, εμφανίζεται επιφυλακτικός να υιοθετήσει συμπεράσματα προτού εξαντλήσει την έρευνα και μηδενίσει τις πιθανότητες πλάνης και, οπωσδήποτε, ορθώνεται σκεπτικός απέναντι σε προτάσεις και πορίσματα, ιδιαίτερα τέτοια που ισχυρίζονται ότι αποδίδουν νόημα στη ζωή, διεκδικώντας παράλληλα παγκόσμια και διαχρονική ισχύ, ενώ δεν διαθέτουν επαρκή δικαιολόγηση και στηρίζονται σε αναπόδεικτες ή μη επαληυθέσιμες υποθέσεις και θεωρίες. Αμφισβητεί τις παγκόσμιες αρχές και κοσμοθεωρίες ή θεσφατα που παρουσιάζονται ως οδηγοί και φάροι στην προσωπική ζωή του και το μέλλον της κοινωνίας του και της ανθρωπότητας. Η σχέση του «παράλογου» ανθρώπου με τη γνώση, τη λογική ανάλυση και τις ερμηνείες που μπορεί να προσφέρουν διατηρείται, λοιπόν, μετριοπαθής και ζυγισμένη.  What I touch, what resists methat is what I understand. And these two certainties – my appetite for the absolute and for unity and the impossibility of reducing this world to a rational and reasonable principle – I also know that I cannot reconcile… What I believe to be true I must therefore preserve. What seems to me so obvious, even against me, I must support. What the absurd man demands of himself is to live solely with what he knows, to accommodate himself to what is and to bring in nothing that is not certain. He is told than nothing is. But this is at least a certainty. And it is with this that he is concerned: he wants to find out if it is possible to live without appeal.

Από μια τέτοια στάση, οι αξίες της γνώσης και της σκέψης παραμένουν αλώβητες, ακόμα και αν στοχεύουν στο αδύνατο, δηλαδή την ενοποίηση του απειροστού και του απείρου, τη σύνθεση ενός κατά- και πολυ-κερματισμένου κόσμου. Η συνειδητοποίηση του κόσμου ως «παράλογου», δηλαδή η παραδοχή των ορίων της λογικής ανάλυσης και ερμηνείας από την ίδια τη σκέψη δεν σημαίνει, βέβαια, και το τέλος της σκέψης -της δημιουργικής σκέψης. Η λαχτάρα του ανθρώπου για ανάλυση και εξήγηση εξωτερικών φαινομένων, φυσικών, βιολογικών και κοινωνικοοικονομικών, καθώς και των ατομικών συναισθημάτων, της ατομικής ψυχοσύνθεσης και ψυχολογίας, δηλαδή του ψυχικού του κόσμου, διατηρείται ακέραια. Σε αυτό που κυρίως ωφελεί η σκέψη, όντας αναπόσπαστη της ανθρώπινης ύπαρξης και φύσης, είναι ότι γίνεται ο πολύτιμος οδηγός της συνείδησης, έτσι ώστε αυτή να εστιαστεί στις παραστάσεις, τα ερεθίσματα και τις ιδέες που την αφορούν, και σχετίζονται άμεσα με την ανθρώπινη φύση και ύπαρξη: “One must not sleep but must keep alert until the consummation. He stands in the absurd world and points out its ephemeral character. He seeks his way amidst the ruins.”

Sunday, January 20, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (2)

Ο Χρόνος 

Τέτοιου είδους συνειδησιακά ερωτήματα, οι περισσότεροι, έχοντας βυθίσει τη ζωή μας για πολλά χρόνια στη δίνη του χρόνου, υποβάλλουμε στον εαυτό μας συνήθως εκ των υστέρων. Πράγματι, όσο περνάν τα χρόνια τόσο, όσο τα «αύριο» λιγοστεύουν με ασυγκράτητο ρυθμό, τέτοια και παρεμφερή ερωτήματα στριφογυρίζουν στο νου σε μεγαλύτερη συχνότητα και σε βάθος. Πολλές φορές ορθώνονται ενώπιον μας σχετικά αργά, ώστε οποιαδήποτε αποτελεσματική μεταστροφή αντιλήψεων και πράξης να λάβει χώρα, και αυτή η συνειδησιακή μεταμόρφωση να αναλάβει τα ηνία του υπόλοιπου των ημερών μας. Ακόμα συχνότερα δεν συμβαίνει καθόλου. “One will never be sufficiently surprised that everyone lives as if no oneknew’. This is because in reality there is no experience of death.”

Κι όμως, στη διάρκεια της ενεργούς, μέσης ανθρώπινης ζωής, με τη δουλειά, τη φροντίδα της οικογένειας, το μεγάλωμα το παιδιών, το λιγοστό ελεύθερο χρόνο με τον σύντροφο και τους φίλους μας, την ανάλωση σε αναρίθμητες τετριμμένες δραστηριότητες -εν είδει συνηθειών που τείνουν να συμπιέζουν τον ψυχολογικό χρόνο και να επιταχύνουν το διάβα του, το πέρασμα του χρόνου ελάχιστα μας απασχολεί. During every day of an unillustrious life, time carries us. But a moment always comes when we have to carry it. We live on the future: ‘tomorrow’, ‘later on’, ‘when you have made your way’, ‘you will understand when you are old enough’. Such irrelevancies are wonderful, for, after all, it’s a matter of dying.”  Πράγματι, όπως ακριβώς έγραψε ο Camus, ο χρόνος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας κουβαλάει στη ράχη του και, όντας κλεισμένοι σε ένα σχετικά κλειστό σύστημα ρουτίνας και καθημερινότητας, ελάχιστη συναίσθηση αποκτούμε των ρυθμών και περιόδων του, και γενικά της ταχύτητας ροής του. Υιοθετούμε ένα μηχανιστικό τρόπο ζωής εις βάρος εντατικών συλλογισμών, της σκέψης, και της εμβάθυνσης αυτής της σκέψης, της συνειδησιακής αντανάκλασης κι ανασκόπησης. Στο τέλος όμως αυτού που μερικοί αποκαλούν «χρήσιμη» διάρκεια ζωής, βρισκόμαστε αντιμέτωποι και περιέργως αιφνιδιαζόμαστε («μα, πως πέρασαν έτσι τα χρόνια;») από την απόλυτη βεβαιότητα της προσεγγίζουσας θανατικής καταδίκης. Τότε καλούμαστε να κουβαλήσουμε ένα αυξανόμενο βάρος του χρόνου, μερικές φορές αφόρητο, από τη νοσταλγία του παρελθόντος και του συρρικνωμένου μέλλοντος, και ενώπιον του κενού που πλησιάζει. It happens that the stage-sets collapses. Rising, tram, four hours in the office or factory, meal, tram, four hours of work, meal, sleep and Monday Tuesday, Wednesday, Thursday, Friday and Saturday, according to the same rhythm -this path is easily followed most of the time. But one day the "why' arises and everything begins in that weariness tinged with amazement. ‘Begins’- this is important. Weariness comes at the end of the acts of a mechanical life, but at the same time it inaugurates the impulse of consciousness. It awakens consciousness and provokes what follows. What follows is the gradual return into the chain or it is the definitive awakening… Mere ‘anxiety’, as Heidegger says, is at the source of everything.

Ο άνθρωπος στέκεται μόνος του στον κόσμο και, σε αυτή και μέλλουσες φάσεις της ιστορίας, απαλλαγμένος από θεούς και το φόβο που ενέπνεαν ή την παρηγοριά και θαλπωρή που προσέφεραν ή την ελπίδα που καλλιεργούσαν, για κάτι τι από μας που διατηρείται και συνεχίζεται μετά τον θάνατο. Συνειδητοποιημένος, αποκτά πλέον πλήρη επίγνωση του πεπερασμένου της πορείας του, αναγνωρίζει με διαύγεια ότι η αιωνιότητα, αν και μπορεί να αφορά γενικά και αφηρημένα το σύμπαν και τους νόμους της φύσης ή την ολότητα του ανθρώπινου γένους και την ιστορία του μέσα σε αυτό το σύμπαν, αφήνει (και πρέπει να αφήνει) τον ίδιο προσωπικά αδιάφορο, καθώς η συνεισφορά του στο βάθος χρόνου του μέλλοντος της ανθρωπότητας τελικά εκμηδενίζεται. Και όμως αυτή τη ζωή αποφασίζει να τη ζήσει. Και θα τη ζήσει αναγκαστικά με πλήρη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου τέλους της. “Life is many days. This will end.” [J Joyce]. Όσο και να μας τρομάζει αυτό το τέλος το αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, σαν κάτι αναπόφευκτο: είναι η μοίρα του ανθρώπου, η μόνη στιγμή στο μέλλον του που είναι προβλέψιμη με μαθηματική βεβαιότητα. Ο άνθρωπος και η ζωή του, λοιπόν, «ανήκουν στο χρόνο», είναι το υποζύγιο και έρμαιό του. Ο χρόνος από μια άποψη είναι ο χειρότερος εχθρός του και πρέπει έγκαιρα να τον αναγνωρίσει κι αντικρύσει ως τέτοιον. Ο Mephistopheles είχε πεί όταν πλησίαζε το τέλος του Faust: “... But in the end// Time wins; so here you lie, my senile friend.” 

Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις, ο άνθρωπος καλείται να απορρίψει το μέλλον, γιατί στο μέλλον σε τελική ανάλυση βρίσκεται το κενό. Καλείτε να εστιάσει τις σκέψεις, τη νόηση και τη συνείδησή του στο παρόν, στο σήμερα. The present and the succession of presents before a constantly conscious soul is the ideal of the absurd man.” Το παρόν και η ακολουθία παρόντων γίνεται ο στόχος και το ιδανικό του ανθρώπου που έχει αποκτήσει συνείδηση της κατάστασής του.

Thursday, January 10, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (1)

Υπαρξιακά Ερωτήματα

Η μοναδική βεβαιότητα στη ζωή του ανθρώπου είναι το τέλος της, ο θάνατος του. Η νοσταλγία, η λύπη και, καμιά φορά, ο φόβος, ίσως κι ο τρόμος που επιφέρει η συνειδητοποίηση του, ιδιαίτερα στις στιγμές που συναντιόμαστε μόνοι με τον εαυτό μας, τις ώρες της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και αντανάκλασης που θα έγραφε ο Sartre - όταν διατρέχουμε τη χρονικότητα, ανατρέχουμε το παρελθόν, αναλύουμε το παρόν, και διαγράφουμε σχέδια για το μέλλον, σε τέτοιες στιγμές, ιδιαίτερα μετά από μια καμπή στην πορεία της ζωής, αρχίζουμε ολοένα και συχνότερα να αναλογιζόμαστε το τέλος στην απόλυτη μαθηματική ακρίβεια και βαναυσότητα του. H τραγικότητα αυτής της συνειδητοποίησης κι επίγνωσης μιας κατά τα άλλα τετριμμένης και κοινής αλήθειας, του truism ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, δεν αφορά αποκλειστικά τον σκεπτόμενο άνθρωπο, τον άνθρωπο που αποκτά και έχει συνείδηση της ύπαρξής του, αλλά είναι καθολική και οικουμενική. Απλά, ο σκεπτόμενος άνθρωπος εμβαθύνει κι επεξεργάζεται τις απορίες που γεννά τούτη η αλήθεια και τα τι μπορεί να συνεπάγεται. Κι ο επεκείμενος εσωτερικός διανοητικός αγώνας (και αγωνία) λαμβάνει χώρα, ενώ ο άνθρωπος ταυτόχρονα αναγνωρίζει, πέρα απά τα σύντομα όρια της ζωής του, τη συνέχεια της φύσης και του υλικού κόσμου γύρω του. Ενός κόσμου που το ανθρώπινο ον αδυνατεί να αδράξει στην ολότητά του, παρά να ξύσει μόνον επιφανειακά. Και η πάλη με τις σκέψεις του εκτυλίσσεται καθώς παρακολουθεί αυτόν τον κόσμο να κινείται ανεξάρτητα από την καθημερινή ατομική πράξη, με ασήμαντη, σχεδόν μηδαμινή, επίδραση στη ροή του· καθώς διαπιστώνει την αιωνιότητα κι απειρότητα του σύμπαντος που φαίνεται να λειτουργεί απερίσπαστα και χωρίς την παρουσία του, την ασημαντότητα της γνώσης που αποκτά και της κατανόησης του κόσμου που έχει· καθώς αντιλαμβάνεται το μη πεπερασμένο του ανθρώπινου γένους και της ιστορίας του, του οποίου αποτελεί έναν απειροελάχιστο κρίκο:

Alas! Each generation must
By Providence’s dispensation
Rise, ripen, fall, in quick succession,
Upon life’s furrows; in its wake
Others the same journey take.
So, our light-headed tribe, now roaming,
Grows up, gets animated, seethes,
Sees off its ancestors with wreaths.
But our time, too, is coming, coming,
And one fine day our grandsons will
Bundle us out with equal zeal!
[Pushkin, Eugene Onegin, Μετ. St. Matthews, Penguin Classics, 2008]

Από τούτη την κοινή και απόλυτη αλήθεια πηγάζουν δυο θεμελιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα. Το πρώτο, κεντρικό και κυρίαρχο, όπως προκύπτει από το μηδενισμό της ελπίδας για αιωνιότητα και την ενότητα ενός θρυμματισμένου κόσμου, από το αμελητέο αντίκρισμα που έχει κι η ανταπόκριση που βρίσκει η ζωή του κοινού ανθρώπου μέσα και από αυτόν τον περιβάλλοντα κόσμο και τις κοινωνίες που δημιουργήθηκαν στους κόλπους του, και τον αποκλεισμό του ίδιου από τη φαινομενική αιωνιότητα του σύμπαντος: αξίζει τον κόπο να ζήσει κανείς τη ζωή του ως το πικρό τέλος της; Η απάντηση του Albert Camus και των περισσότερων φιλοσόφων είναι καταφατική. Και η παραδοχή αυτή επιβεβαιώνεται τουλάχιστον στατιστικά, από το ποσοστό των ανθρώπων που αποφασίζουν συνειδητά και πρώιμα να τερματίσουν τη ζωή τους παρά τις οποιεσδήποτε, εκάστοτε υποκειμενικές συνθήκες διαβίωσης. Κάτι τις μάλλον αδιευκρίνιστο παρακινεί τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπινων όντων σ’ αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να γαντζωθεί  από τη σύντομη και μοναδική ύπαρξη της. Πιθανότατα κάποιο βιολογικό ένστικτο επικυριαρχεί και επίμονα αντιστέκεται στην άρνηση κι εξάλειψη κάθε ελπίδας, ακόμα και κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, ενώ η ορθολογική κρίση διαβλέπει ένα απόλυτο κενό μετά το τέλος: dum spiro spero.

Αδιαμφισβήτητα, η ιστορία του ανθρώπινου γένους είναι διάσπαρτη από παραδείγματα ηρωικών αυτοθυσιών, επαναστατών με ή δίχως αξίες, τρομοκρατών, περιπτώσεις ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους είτε οδηγημένοι από κάποιο αφηρημένο ή συγκεκριμένο σκοπό, προσβλέποντας σε αξίες προσαϊκές ή υπερβατικές της ζωής, είτε μηδενιστών που ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους μαζί με τη ζωή άλλων, χωρίς αντικείμενο και σε έναν κόσμο, κατά την άποψή τους εχθρικό και στερούμενο αξιών. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν εξαιρέσεις που βρίσκουν περίοπτη θέση στα δελτία ειδήσεων και δεν διαψεύδουν την κοινή εμπειρία που θέλει τον άνθρωπο να βρίσκει αξία στη ζωή του εις και παρά την «πολλή συνάφεια του κόσμου», αρκετή ώστε να κρατηθεί σε αυτήν και να την εξαντλήσει ως το πέρας της. 

Προδικάζοντας ή προϋποθέτοντας την καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα και με άξονα το ίδιο δεδομένο -αυτού του πεπερασμένου της ζωής και της καθολικής απόρριψη θεών και αιωνιότητας, τίθεται το δεύτερο σημαντικό ερώτημα: πως πρέπει να τη ζήσει, ούτως ώστε, όταν ατενίσει το παρελθόν του, αυτό που «ήταν», για τελευταία φορά στις στερνές του συνειδησιακές ανασκοπήσεις, να επέρθει συμβιβασμός και αρμονία με τον εαυτό του και η ήρεμη κατάληξη της σκέψης και ψυχής του. Εξαιρετικά περίπλοκο ν’ απαντηθεί με σαφήνεια και ευκρίνεια, αν όχι αδύνατο ν’ απαντηθεί καν. Χωρίς αμφιβολία, η απάντηση συνδέεται με τον κοινωνικό περίγυρο και την εποχή του ατομικού ανθρώπινου πλάσματος πάνω στη γη και δεν μπορεί να είναι ούτε διαχρονική, ούτε παγκόσμια. Αλλά, καθώς η ζωή είναι σύντομη, καθώς τα πάντα σβήνουν με το θάνατο για όλους, καθώς ο θάνατος εξακολουθεί να εμφανίζεται, από τη μεριά του, παγκόσμια και διαχρονικά τρομακτικός κι αποκρουστικός, υποθέτω ότι θα μπορούσαμε ν΄ ανασκαλέψουμε κάποιες γενικές αρχές ή, καλύτερα, να τοποθετήσουμε πρόχειρα μερικά σημεία: από τις γραφές των φιλοσόφων και τα παραλειπόμενα συγχρόνων συνανθρώπων μας, από τα λόγια και πεπραγμένα εξαιρετικών προσωπικοτήτων, γραμμές που δε θα συνιστούσαν ούτε συμβουλές, ούτε διδαχές, ούτε οδηγός, αλλά σκιώδη σημεία αναφοράς στη ζωή του συνειδητού ατόμου, του ατόμου που έχει απορρίψει την ελπίδα και αρνείται την αιωνιότητα σε κάθε όψη που αυτή μπορεί να παρουσιάζεται. Η συνείδηση θα εξακολουθεί να υπάρχει και να κινείται σε ένα μισοσκόταδο, αλλά με το ένα μάτι στραμμένο σε αυτά τα τρεμοσβήνοντα αστέρια προσανατολισμού, η κατεύθυνση όμως που ανά πάσα στιγμή θα προσφέρουν θα αποτελεί ίσως μια, σίγουρα μοναδική ευκαιρία να αδράξει τη ζωή του και να τη ζήσει στο μέγιστο δυνατό.

Ο άνθρωπος στη διαρκή προσπάθεια να δικαιολογήσει την ύπαρξη και να της δώσει κάποιο στοιχειώδες νόημα και συνοχή, να τη συγκροτήσει μέσα στη σχετική αφάνειά αυτής μιας κοινής ύπαρξης και κινούμενος μέσα σε έναν κόσμο εν γένει ψυχρό και αδιάφορο απέναντί της, έστω και για την επίτευξη μιας εσωτερικής συνειδησιακής αρμονίας, συνήθως κατευθύνει τη σκέψη του και προσαρμόζει τις ιδέες του και τη φιλοσοφία ζωής του στο μέρχι τότε παρελθόν και εμπειρίες του είναι του, στις αποκρυσταλλωμένες εμπειρίες, εντυπώσεις, αναμνήσεις και γνώση που στοιχειοθετούν το καθ’ εαυτόν είναι του. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι συνειδητά επέλεξαν ένα μονοπάτι ζωής με αφετηρία κάποιες εμπνεύσεις ή άναρχες παρορμήσεις ή ενός προσεκτικά και εκ των προτέρων καταστρωμένου σχεδίου ή κάποιας προκείμενης ελεύθερης βούλησης, ενώ κάτι τέτοιο ποτέ δεν ισχύει απόλυτα, καθώς παραβλέπει, μέχρι και αγνοεί, την επίδραση  και τις δυνάμεις που ασκεί το περιβάλλον, και τις περισσότερες φορές πρόκειται περί αυταπάτης: “feelings or intuitions per se never count as self-evident proof of anything..." Αυτό είναι κατανοητό: ενώπιον του αναπόφευκτου τέλους ενστικτωδώς αναδιπλωνόμαστε για να δικαιολογήσουμε αυτό που είμαστε, καθώς η αναγνώριση κι η παραδοχή ότι κάποιος «πήρε τη ζωή του λάθος» προσθέτει άγχος κι αγωνία στην τραγικότητα του τελικού συμβάντος. Ωστόσο, η απορία θα μας εξακολουθεί να μας βασανίζει μέχρι τέλους: το “what if” ή πως συγκρίνεται η ζωή μας σε σχέση με τους άλλους ή αν ήταν «γεμάτη» και «ικανοποιητική» με τα πρόχειρα κριτήρια που θέσαμε εξ αρχής ή θέτουμε καθ’ οδόν, και την εμπειρία έξω από το παράθυρο που μας ανοίχτηκε από τους τόπους και τους καιρούς μας, και αν τελικά η ζωή μας «έδωσε αυτό που ονειρευόμαστε» ή σχεδιάζαμε.