Ο Λόγος και το Παράλογο
Cogito ergo sum: όσο υπάρχουμε, σκεπτόμαστε. Ανιλαμβανόμαστε αντικείμενα, φαινομένα και καταστάσεις και σχηματίζουμε συλλογισμούς και ιδέες, μέσα από αυτήν την αντίληψη και τις εντυπώσεις στο νου του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, ξεκινώντας είτε από οικουμενικές αλήθειες, είτε από εύλογες υποθέσεις, επεξεργαζόμαστε τα φαινόμενα όπως παρουσιάζονται γύρω μας ή περιγράφονται, αναζητούμε και διερευνούμε, πολλές φορές με ένταση και πάθος, άλλοτε εις βάθος, και ενίοτε καταλήγουμε σε, είτε υιοθετούμε με καλή ή κακή πίστη αλήθειες, στις οποίες υποτάσσουμε τους περαιτέρω συλλογισμούς, τον ειρμό των σκέψεων και εν τέλει τη συνείδησή μας. Καταλήγουμε σε πορίσματα και παράγωγες ιδέες (idea ideae), σε «πιστεύω» που ο εαυτός μας θα ενστερνιστεί ή αλήθειες που θα γίνουν αποδεκτές με το χρόνο από τον κοινό νου. Κινούμαστε στον κόσμο κι εκφράζουμε απόψεις ή εφαρμόζουμε αυτές τις ιδέες και πράττουμε ή, ίσως, επιλέγουμε τη σιωπή και την απραξία. Κατά τις στιγμές της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και της εσωτερικής περισυλλογής και αντανάκλασης, αλλά και μέσα από τη συνεργασία, διαρκώς θέτουμε ερωτήματα και διερευνούμε λογικές απαντήσεις, καταλήγουμε είτε σε συμπεράσματα που γίνονται άξονες της ύπαρξης, ατομικής και κοινωνικής, διαμορφώνουν τη βούλησή και καθοδηγούν την πράξη, είτε σε λογικά και ψυχικά αδιέξοδα, για να ξεκινήσουμε τανάπαλι από την ίδια ή άλλες αφετηρίες έναν ακόμα κύκλο συλλογισμών και σκέψης.
Από μια τέτοια στάση, οι αξίες της γνώσης και της σκέψης παραμένουν αλώβητες, ακόμα και αν στοχεύουν στο αδύνατο, δηλαδή την ενοποίηση του απειροστού και του απείρου, τη σύνθεση ενός κατά- και πολυ-κερματισμένου κόσμου. Η συνειδητοποίηση του κόσμου ως «παράλογου», δηλαδή η παραδοχή των ορίων της λογικής ανάλυσης και ερμηνείας από την ίδια τη σκέψη δεν σημαίνει, βέβαια, και το τέλος της σκέψης -της δημιουργικής σκέψης. Η λαχτάρα του ανθρώπου για ανάλυση και εξήγηση εξωτερικών φαινομένων, φυσικών, βιολογικών και κοινωνικοοικονομικών, καθώς και των ατομικών συναισθημάτων, της ατομικής ψυχοσύνθεσης και ψυχολογίας, δηλαδή του ψυχικού του κόσμου, διατηρείται ακέραια. Σε αυτό που κυρίως ωφελεί η σκέψη, όντας αναπόσπαστη της ανθρώπινης ύπαρξης και φύσης, είναι ότι γίνεται ο πολύτιμος οδηγός της συνείδησης, έτσι ώστε αυτή να εστιαστεί στις παραστάσεις, τα ερεθίσματα και τις ιδέες που την αφορούν, και σχετίζονται άμεσα με την ανθρώπινη φύση και ύπαρξη: “One must not sleep but must keep alert until the consummation. He stands in the absurd world and points out its ephemeral character. He seeks his way amidst the ruins.”
Cogito ergo sum: όσο υπάρχουμε, σκεπτόμαστε. Ανιλαμβανόμαστε αντικείμενα, φαινομένα και καταστάσεις και σχηματίζουμε συλλογισμούς και ιδέες, μέσα από αυτήν την αντίληψη και τις εντυπώσεις στο νου του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, ξεκινώντας είτε από οικουμενικές αλήθειες, είτε από εύλογες υποθέσεις, επεξεργαζόμαστε τα φαινόμενα όπως παρουσιάζονται γύρω μας ή περιγράφονται, αναζητούμε και διερευνούμε, πολλές φορές με ένταση και πάθος, άλλοτε εις βάθος, και ενίοτε καταλήγουμε σε, είτε υιοθετούμε με καλή ή κακή πίστη αλήθειες, στις οποίες υποτάσσουμε τους περαιτέρω συλλογισμούς, τον ειρμό των σκέψεων και εν τέλει τη συνείδησή μας. Καταλήγουμε σε πορίσματα και παράγωγες ιδέες (idea ideae), σε «πιστεύω» που ο εαυτός μας θα ενστερνιστεί ή αλήθειες που θα γίνουν αποδεκτές με το χρόνο από τον κοινό νου. Κινούμαστε στον κόσμο κι εκφράζουμε απόψεις ή εφαρμόζουμε αυτές τις ιδέες και πράττουμε ή, ίσως, επιλέγουμε τη σιωπή και την απραξία. Κατά τις στιγμές της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και της εσωτερικής περισυλλογής και αντανάκλασης, αλλά και μέσα από τη συνεργασία, διαρκώς θέτουμε ερωτήματα και διερευνούμε λογικές απαντήσεις, καταλήγουμε είτε σε συμπεράσματα που γίνονται άξονες της ύπαρξης, ατομικής και κοινωνικής, διαμορφώνουν τη βούλησή και καθοδηγούν την πράξη, είτε σε λογικά και ψυχικά αδιέξοδα, για να ξεκινήσουμε τανάπαλι από την ίδια ή άλλες αφετηρίες έναν ακόμα κύκλο συλλογισμών και σκέψης.
“What I know, what is certain, what I cannot deny, what I cannot reject- this is what counts. I can negate of that part of me that lives on vague
nostalgia, except this desire for unity, this longing to solve, this need for
clarity and cohesion… I don’t know if this world has a meaning that transcends
it. But I do not know that meaning and that it is impossible for me just to know
it… I can understand only in human terms.” Απλά γραφόμενο, ζούμε με αυτά που μαθαίνουμε, μέσα από την
απόκτηση γνώσης και τις εντυπώσεις που αποτυπώνονται στη μνήμη ως αποτέλεσμα καθημερινών
εμπειριών. Κάθε ερχόμενο βήμα μας, κάθε επόμενη σκέψη και πράξη, στηρίζεται κατά
κανόνα σε αυτό που ήδη μάθαμε, κατανοοήσαμε και γνωρίζουμε. H
σκέψη και οι ιδέες μας θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από την εσωτερική αντανάκλαση
κι επεξεργασία ερεθισμάτων και εντυπώσεων στο νου του υλικού κόσμου που τον
περιβάλλει, από τις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις μας με συνανθρώπους
του, τη ζύμωση με τις πληροφορίες, εμπειρίες εμπειρίες και τη γνώση, που αυτές
οι σχέσεις προσφέρουν καθημερινά και εισαγάγουν στο είναι.
Ο κόσμος διακρίνεται για την απειρότητα και διαφορετικότητα των αντικειμένων, των έμψυχων και άψυχων όντων που περιλαμβάνει, την απειρότητα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, των φαινομένων όπως αυτά παρουσιάζονται σε μια διαδικασία αέναης κίνησης και ως αποτέλεσμα αναρίθμητων παραγόντων· πάντοτε στη βάση της αιτιοκρατίας, με την έννοια ότι κάθε γεγονός είναι το αποτέλεσμα παρελθοντικών και συντρεχόντων αιτιών. Η αντανάκλαση του κόσμου και της διαρκούς κίνησής του στο νου οδηγεί στην ποσότητα των παραστάσεων και εντυπώσεων και την ποικιλία της γνώσης που αποκομίζουμε καθημερινά. Αυτονόητο και αυταπόδεικτο είναι ότι ο άνθρωπος, ατομικά ή ως μέλος μιας κοινότητας και συλλογικότητας ή συνεταιρισμού, αδυνατεί να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητα του, αλλά αποκτά μια πολύ περιορισμένη και συχνά παραμορφωμένη εικόνα ενός ασήμαντου κομματιού αυτής της ολότητας, κάτι που καθιστά τη σύνθεση ιδεών και τη συγκρότησή τους σε ενιαίες θεωρίες προβληματική. Δεν υπάρχει ούτε κάποια θεωρία που να εξηγεί τα πάντα, τη φύση, το νου και το ανθρώπινο σώμα σε αυτήν, τις κοινωνίες των ανθρώπων, την ιστορία τους, και που να λύνει κάθε πρόβλημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι· η μαθηματική λογική και η επιστημονική μέθοδος, παρά την οικουμενική αποδοχή και εφαρμοσιμότητα τους στις φυσικές επιστήμες, δεν παρουσιάζουν την ίδια αποτελεσματικότητα σε άλλες σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο.
Από την άλλη μεριά, η συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, μετά από χιλιετίες ανθρώπινης ιστορίας, παραμένουν εξαιρετικά ανεπαρκείς για να να ερμηνεύσουν λογικά και εξηγήσουν πλήρως γεγονότα και καταστάσεις γύρω μας, να λύσουν κάθε απορία γι αυτά που συμβαίνουν, να απαντήσουν στο κάθε «πως» και «γιατί», να ξεδιαλύνουν το πολυσύνθετο πλέγμα αιτιών και παραγόντων που οδηγούν σε ένα τετελεσμένο γεγονός, πόσο μάλλον καταστάσεων εν εξελίξει. Ο μικρόκοσμός μας είναι χωρικά και χρονικά εξαιρετικά περιορισμένος, οι ορίζοντές στενοί, ώστε ν’ αδράξουμε την απειρότητα του κόσμου, να αιτιολογήσουμε ικανοποιητικά τις συγκρούσεις, τις διαφωνίες, τις διεκδικήσεις κι εξεγέρσεις, τα ανθρώπινα δράματα και τραγωδίες, ανήμποροι να διαγράψουμε σε ποιά κατάσταση, όλα όσα στοιχειοθετούν την προηγούμενη και σύγχρονή ιστορία του ανθρώπινου γένους, επηρεάσουν και μορφώσουν το μέλλον – αν έχει, βέβαια, σημασία να σχηματίσουμε ένα έστω πρόχειρο σκίτσο του πως αυτό το μέλλον, εντός τουλάχιστον του χρονοδιαγράμματος της ύπαρξής μας, θα διαγραφεί. Ασφαλώς, τίποτε δεν έχει εξαντληθεί, ούτε πρόκειται να εξαντληθεί στην διάρκεια της ζωής μας, παρά το μόχθο και την επιμονή για ανάλυση, ερμηνεία και εξήγηση. Σε κάθε προβληματική περίπτωση, ακόμα και ανάμεσα στις πλέον κραυγαλέες και προφανείς, υπάρχουν περιθώρια για αμφιβολίες, αμφισβήτηση, αντιρρήσεις και αντίλογο. Κι όμως επιμένουμε: στη δουλειά, στην πνευματική και υλική παραγωγή προς τη συσσώρευση κεφαλαίων – ιδιωτικών και κοινωνικών, στις πολιτικές κουβέντες, στις διαμαρτυρίες, στην ατομική άρνηση, αντίσταση και εξέγερση, στις διαλεκτικές και πραγματικές συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο.
Σε διάφορα σημεία της καθ’ οδόν πορείας και του αγώνα της ζωής, με δεδομένη την ανικανοποίητη παρόρμηση για εξήγηση και απαντήσεις, ο «σκεπτόμενος» και συνειδητά αφυπνισμένος άνθρωπος βρίσκεται φυσικά αντιμέτωπος με λογικές αντιφάσεις και αδιέξοδα, με αυτό που ο Camus αποκαλεί παράλογο (absurd). “The absurd is born of this confrontation between the human need and the unreasonable silence of the world.” O άνθρωπος διψά για εξήγηση και αρμονία, αναζητά συγκατάβαση και δικαίωση για αυτό που είναι και πράττει, προσβλέπει σ’ ένα αντίκρυσμα, μιαν ανταπόκριση, πέρα από την υλική ανταμοιβή έναντι της εργασίας- για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του, αναζητά μιαν ελάχιστη δικαιολόγηση για την ίδια του την ύπαρξη απέναντι σε έναν κόσμο γενικά αδιάφορο, που συνεχίζει να γράφει την ιστορία του, να πάιζει ένα βιολί σε ρυθμούς πολλές φορές αλλότριους και ξένους και με τους οποίους ο άνθρωπος αδυνατεί να εναρμονιστεί· ή, αν περιστασιακά και μερικώς το επιτυγχάνει, τούτο συμβαίνει συνήθως εις βάρος της ίδιας της ύπαρξης, της ελευθερίας και ευτυχίας του, κάτω από το ένα πέπλο αλλοτρίωσης και αποξένωσης και τσακισμένου χρόνου. “What is absurd is the confrontation of the irrational and wild longing for clarity whose call echoes in the human heart... The absurd is lucid reason noting its limits… It is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, my nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together... Τhat denseness and that strangeness of the world is the absurd.” Τελικά, και σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, επέρχεται η διαπίστωση από τον σκεπτόμενο άνθρωπο των ορίων της λογικής του και του μεγέθους της πάλης που απαιτείται για το ξεπέρασμα κι απώθηση αυτών των ορίων.
Η αναγνώριση του «παραλόγου» του κόσμου, όταν ο άνθρωπος είτε βρίσκεται αντιμέτωπος με γεγονότα και φαινόμενα ανήμπορος να τα εξηγήσει, είτε άλλες φορές περικυκλώνεται από καταστάσεις που αδυνατεί να ξεπεράσει με ορθολογική σκέψη και δράση, εν ολίγοις αυτός ο προσωπικός συμβιβασμός με τα όρια και τις δυνάμεις του, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ανάγκης και προσπάθειας για κατανόηση, ερμηνεία και εξήγηση, σαφήνεια και συνάφεια, συνοχή και διαύγεια, σε έναν κόσμο φαινομενικά «πυκνό» κι «αδιαφανή», αδιαπέραστο και απροσπέλαστο. Ούτε η λαχτάρα του ανθρώπου για εξερεύνηση και ερμηνεία ανασχετίζεται από αυτήν την παραδοχή και συμβιβασμό· oύτε αυτή η αναγνώριση σημαίνει την απόρριψη της λογικής και της επιστημονικής μεθόδου, της μόνης ίσως αποτελεσματικής μεθόδου σε αυτήν τη μελέτη και προσπάθεια. Απλώς, σημαίνει τη διαπίστωση κι επίγνωση ότι, πέρα από τα όρια που καταφέρνει και αγγίζει η λογική, υπάρχει το «παράλογο», που περιχαρακώνει αυτά τα όρια σε κάθε φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο ίδιος σκεπτόμενος άνθρωπος, ο συνειδητός της ύπαρξής του άνθρωπος, ο «παράλογος» άνθρωπος του Camus, από τη μια μεριά ενστερνίζεται τη γνώση και τα δεδομένα της εμπειρίας, επιμένει στον αγώνα, πολλές φορές μάταια και ατελέσφορα, μιας διαρκούς αναζήτησης και ανάλυσης και ερμηνείας, δεν απορρίπτει τη λογική και την επιστημονική μέθοδο, ούτε περιφρονεί τις δυνατότητες και αποτελεσματικότητα τους, αλλά από την άλλη μεριά αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης και της λογικής ανάλυσης, το πεπερασμένο των εμπειριών μιας σύντομης χρονικά διαδρομής, ώστε να στηρίξει και επενδύσει ολόκληρο το ρευστό και πεπερασμένο κεφάλαιο της ύπαρξής του στην αδιάκοπη και πολλές φορές στείρα και φρούδα αναζήτηση λύσεων. Ως εκ τούτου, εμφανίζεται επιφυλακτικός να υιοθετήσει συμπεράσματα προτού εξαντλήσει την έρευνα και μηδενίσει τις πιθανότητες πλάνης και, οπωσδήποτε, ορθώνεται σκεπτικός απέναντι σε προτάσεις και πορίσματα, ιδιαίτερα τέτοια που ισχυρίζονται ότι αποδίδουν νόημα στη ζωή, διεκδικώντας παράλληλα παγκόσμια και διαχρονική ισχύ, ενώ δεν διαθέτουν επαρκή δικαιολόγηση και στηρίζονται σε αναπόδεικτες ή μη επαληυθέσιμες υποθέσεις και θεωρίες. Αμφισβητεί τις παγκόσμιες αρχές και κοσμοθεωρίες ή θεσφατα που παρουσιάζονται ως οδηγοί και φάροι στην προσωπική ζωή του και το μέλλον της κοινωνίας του και της ανθρωπότητας. Η σχέση του «παράλογου» ανθρώπου με τη γνώση, τη λογική ανάλυση και τις ερμηνείες που μπορεί να προσφέρουν διατηρείται, λοιπόν, μετριοπαθής και ζυγισμένη. “What I touch, what resists me – that is what I understand. And these two certainties – my appetite for the absolute and for unity and the impossibility of reducing this world to a rational and reasonable principle – I also know that I cannot reconcile… What I believe to be true I must therefore preserve. What seems to me so obvious, even against me, I must support. What the absurd man demands of himself is to live solely with what he knows, to accommodate himself to what is and to bring in nothing that is not certain. He is told than nothing is. But this is at least a certainty. And it is with this that he is concerned: he wants to find out if it is possible to live without appeal.”
Ο κόσμος διακρίνεται για την απειρότητα και διαφορετικότητα των αντικειμένων, των έμψυχων και άψυχων όντων που περιλαμβάνει, την απειρότητα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, των φαινομένων όπως αυτά παρουσιάζονται σε μια διαδικασία αέναης κίνησης και ως αποτέλεσμα αναρίθμητων παραγόντων· πάντοτε στη βάση της αιτιοκρατίας, με την έννοια ότι κάθε γεγονός είναι το αποτέλεσμα παρελθοντικών και συντρεχόντων αιτιών. Η αντανάκλαση του κόσμου και της διαρκούς κίνησής του στο νου οδηγεί στην ποσότητα των παραστάσεων και εντυπώσεων και την ποικιλία της γνώσης που αποκομίζουμε καθημερινά. Αυτονόητο και αυταπόδεικτο είναι ότι ο άνθρωπος, ατομικά ή ως μέλος μιας κοινότητας και συλλογικότητας ή συνεταιρισμού, αδυνατεί να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητα του, αλλά αποκτά μια πολύ περιορισμένη και συχνά παραμορφωμένη εικόνα ενός ασήμαντου κομματιού αυτής της ολότητας, κάτι που καθιστά τη σύνθεση ιδεών και τη συγκρότησή τους σε ενιαίες θεωρίες προβληματική. Δεν υπάρχει ούτε κάποια θεωρία που να εξηγεί τα πάντα, τη φύση, το νου και το ανθρώπινο σώμα σε αυτήν, τις κοινωνίες των ανθρώπων, την ιστορία τους, και που να λύνει κάθε πρόβλημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι· η μαθηματική λογική και η επιστημονική μέθοδος, παρά την οικουμενική αποδοχή και εφαρμοσιμότητα τους στις φυσικές επιστήμες, δεν παρουσιάζουν την ίδια αποτελεσματικότητα σε άλλες σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο.
Από την άλλη μεριά, η συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, μετά από χιλιετίες ανθρώπινης ιστορίας, παραμένουν εξαιρετικά ανεπαρκείς για να να ερμηνεύσουν λογικά και εξηγήσουν πλήρως γεγονότα και καταστάσεις γύρω μας, να λύσουν κάθε απορία γι αυτά που συμβαίνουν, να απαντήσουν στο κάθε «πως» και «γιατί», να ξεδιαλύνουν το πολυσύνθετο πλέγμα αιτιών και παραγόντων που οδηγούν σε ένα τετελεσμένο γεγονός, πόσο μάλλον καταστάσεων εν εξελίξει. Ο μικρόκοσμός μας είναι χωρικά και χρονικά εξαιρετικά περιορισμένος, οι ορίζοντές στενοί, ώστε ν’ αδράξουμε την απειρότητα του κόσμου, να αιτιολογήσουμε ικανοποιητικά τις συγκρούσεις, τις διαφωνίες, τις διεκδικήσεις κι εξεγέρσεις, τα ανθρώπινα δράματα και τραγωδίες, ανήμποροι να διαγράψουμε σε ποιά κατάσταση, όλα όσα στοιχειοθετούν την προηγούμενη και σύγχρονή ιστορία του ανθρώπινου γένους, επηρεάσουν και μορφώσουν το μέλλον – αν έχει, βέβαια, σημασία να σχηματίσουμε ένα έστω πρόχειρο σκίτσο του πως αυτό το μέλλον, εντός τουλάχιστον του χρονοδιαγράμματος της ύπαρξής μας, θα διαγραφεί. Ασφαλώς, τίποτε δεν έχει εξαντληθεί, ούτε πρόκειται να εξαντληθεί στην διάρκεια της ζωής μας, παρά το μόχθο και την επιμονή για ανάλυση, ερμηνεία και εξήγηση. Σε κάθε προβληματική περίπτωση, ακόμα και ανάμεσα στις πλέον κραυγαλέες και προφανείς, υπάρχουν περιθώρια για αμφιβολίες, αμφισβήτηση, αντιρρήσεις και αντίλογο. Κι όμως επιμένουμε: στη δουλειά, στην πνευματική και υλική παραγωγή προς τη συσσώρευση κεφαλαίων – ιδιωτικών και κοινωνικών, στις πολιτικές κουβέντες, στις διαμαρτυρίες, στην ατομική άρνηση, αντίσταση και εξέγερση, στις διαλεκτικές και πραγματικές συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο.
Σε διάφορα σημεία της καθ’ οδόν πορείας και του αγώνα της ζωής, με δεδομένη την ανικανοποίητη παρόρμηση για εξήγηση και απαντήσεις, ο «σκεπτόμενος» και συνειδητά αφυπνισμένος άνθρωπος βρίσκεται φυσικά αντιμέτωπος με λογικές αντιφάσεις και αδιέξοδα, με αυτό που ο Camus αποκαλεί παράλογο (absurd). “The absurd is born of this confrontation between the human need and the unreasonable silence of the world.” O άνθρωπος διψά για εξήγηση και αρμονία, αναζητά συγκατάβαση και δικαίωση για αυτό που είναι και πράττει, προσβλέπει σ’ ένα αντίκρυσμα, μιαν ανταπόκριση, πέρα από την υλική ανταμοιβή έναντι της εργασίας- για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του, αναζητά μιαν ελάχιστη δικαιολόγηση για την ίδια του την ύπαρξη απέναντι σε έναν κόσμο γενικά αδιάφορο, που συνεχίζει να γράφει την ιστορία του, να πάιζει ένα βιολί σε ρυθμούς πολλές φορές αλλότριους και ξένους και με τους οποίους ο άνθρωπος αδυνατεί να εναρμονιστεί· ή, αν περιστασιακά και μερικώς το επιτυγχάνει, τούτο συμβαίνει συνήθως εις βάρος της ίδιας της ύπαρξης, της ελευθερίας και ευτυχίας του, κάτω από το ένα πέπλο αλλοτρίωσης και αποξένωσης και τσακισμένου χρόνου. “What is absurd is the confrontation of the irrational and wild longing for clarity whose call echoes in the human heart... The absurd is lucid reason noting its limits… It is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, my nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together... Τhat denseness and that strangeness of the world is the absurd.” Τελικά, και σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, επέρχεται η διαπίστωση από τον σκεπτόμενο άνθρωπο των ορίων της λογικής του και του μεγέθους της πάλης που απαιτείται για το ξεπέρασμα κι απώθηση αυτών των ορίων.
Η αναγνώριση του «παραλόγου» του κόσμου, όταν ο άνθρωπος είτε βρίσκεται αντιμέτωπος με γεγονότα και φαινόμενα ανήμπορος να τα εξηγήσει, είτε άλλες φορές περικυκλώνεται από καταστάσεις που αδυνατεί να ξεπεράσει με ορθολογική σκέψη και δράση, εν ολίγοις αυτός ο προσωπικός συμβιβασμός με τα όρια και τις δυνάμεις του, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ανάγκης και προσπάθειας για κατανόηση, ερμηνεία και εξήγηση, σαφήνεια και συνάφεια, συνοχή και διαύγεια, σε έναν κόσμο φαινομενικά «πυκνό» κι «αδιαφανή», αδιαπέραστο και απροσπέλαστο. Ούτε η λαχτάρα του ανθρώπου για εξερεύνηση και ερμηνεία ανασχετίζεται από αυτήν την παραδοχή και συμβιβασμό· oύτε αυτή η αναγνώριση σημαίνει την απόρριψη της λογικής και της επιστημονικής μεθόδου, της μόνης ίσως αποτελεσματικής μεθόδου σε αυτήν τη μελέτη και προσπάθεια. Απλώς, σημαίνει τη διαπίστωση κι επίγνωση ότι, πέρα από τα όρια που καταφέρνει και αγγίζει η λογική, υπάρχει το «παράλογο», που περιχαρακώνει αυτά τα όρια σε κάθε φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο ίδιος σκεπτόμενος άνθρωπος, ο συνειδητός της ύπαρξής του άνθρωπος, ο «παράλογος» άνθρωπος του Camus, από τη μια μεριά ενστερνίζεται τη γνώση και τα δεδομένα της εμπειρίας, επιμένει στον αγώνα, πολλές φορές μάταια και ατελέσφορα, μιας διαρκούς αναζήτησης και ανάλυσης και ερμηνείας, δεν απορρίπτει τη λογική και την επιστημονική μέθοδο, ούτε περιφρονεί τις δυνατότητες και αποτελεσματικότητα τους, αλλά από την άλλη μεριά αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης και της λογικής ανάλυσης, το πεπερασμένο των εμπειριών μιας σύντομης χρονικά διαδρομής, ώστε να στηρίξει και επενδύσει ολόκληρο το ρευστό και πεπερασμένο κεφάλαιο της ύπαρξής του στην αδιάκοπη και πολλές φορές στείρα και φρούδα αναζήτηση λύσεων. Ως εκ τούτου, εμφανίζεται επιφυλακτικός να υιοθετήσει συμπεράσματα προτού εξαντλήσει την έρευνα και μηδενίσει τις πιθανότητες πλάνης και, οπωσδήποτε, ορθώνεται σκεπτικός απέναντι σε προτάσεις και πορίσματα, ιδιαίτερα τέτοια που ισχυρίζονται ότι αποδίδουν νόημα στη ζωή, διεκδικώντας παράλληλα παγκόσμια και διαχρονική ισχύ, ενώ δεν διαθέτουν επαρκή δικαιολόγηση και στηρίζονται σε αναπόδεικτες ή μη επαληυθέσιμες υποθέσεις και θεωρίες. Αμφισβητεί τις παγκόσμιες αρχές και κοσμοθεωρίες ή θεσφατα που παρουσιάζονται ως οδηγοί και φάροι στην προσωπική ζωή του και το μέλλον της κοινωνίας του και της ανθρωπότητας. Η σχέση του «παράλογου» ανθρώπου με τη γνώση, τη λογική ανάλυση και τις ερμηνείες που μπορεί να προσφέρουν διατηρείται, λοιπόν, μετριοπαθής και ζυγισμένη. “What I touch, what resists me – that is what I understand. And these two certainties – my appetite for the absolute and for unity and the impossibility of reducing this world to a rational and reasonable principle – I also know that I cannot reconcile… What I believe to be true I must therefore preserve. What seems to me so obvious, even against me, I must support. What the absurd man demands of himself is to live solely with what he knows, to accommodate himself to what is and to bring in nothing that is not certain. He is told than nothing is. But this is at least a certainty. And it is with this that he is concerned: he wants to find out if it is possible to live without appeal.”
Από μια τέτοια στάση, οι αξίες της γνώσης και της σκέψης παραμένουν αλώβητες, ακόμα και αν στοχεύουν στο αδύνατο, δηλαδή την ενοποίηση του απειροστού και του απείρου, τη σύνθεση ενός κατά- και πολυ-κερματισμένου κόσμου. Η συνειδητοποίηση του κόσμου ως «παράλογου», δηλαδή η παραδοχή των ορίων της λογικής ανάλυσης και ερμηνείας από την ίδια τη σκέψη δεν σημαίνει, βέβαια, και το τέλος της σκέψης -της δημιουργικής σκέψης. Η λαχτάρα του ανθρώπου για ανάλυση και εξήγηση εξωτερικών φαινομένων, φυσικών, βιολογικών και κοινωνικοοικονομικών, καθώς και των ατομικών συναισθημάτων, της ατομικής ψυχοσύνθεσης και ψυχολογίας, δηλαδή του ψυχικού του κόσμου, διατηρείται ακέραια. Σε αυτό που κυρίως ωφελεί η σκέψη, όντας αναπόσπαστη της ανθρώπινης ύπαρξης και φύσης, είναι ότι γίνεται ο πολύτιμος οδηγός της συνείδησης, έτσι ώστε αυτή να εστιαστεί στις παραστάσεις, τα ερεθίσματα και τις ιδέες που την αφορούν, και σχετίζονται άμεσα με την ανθρώπινη φύση και ύπαρξη: “One must not sleep but must keep alert until the consummation. He stands in the absurd world and points out its ephemeral character. He seeks his way amidst the ruins.”