Tuesday, December 18, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 21 Το Τέλος του κυρ-Γιάννη

Στα τελευταία του χρόνια ο παππούς κόλλησε την αρρώστια της ηλικίας: την φιλαργυρία, όπως κάποτε έγραψε ο Σαρτρ για τον δικό του τον παππού και απέδωσε στη ανημποριά (ανημποριά, υποθέτω, για κάτι πιο δημιουργικό) και στο φόβο του θανάτου. Αν και το τελευταίο, η εξήγηση της φιλαργυρίας από τον φόβο του θανάτου που πλησιάζει, παρουσιάζεται φαινομενικά ως αντίφαση όρων, η σώρευση πλούτου και το παραγέμισμα του πουγκιού, ιδιαίτερα ανάμεσα σε αυτούς που κατάφεραν και ξέφυγαν από το δίχτυ της φτώχιας, μπορεί να ιδωθεί ως άρνηση, ως μια ψευδαίσθηση ότι το τέλος βρίσκεται μακριά: ακόμα δεν χρειάζεται να μας απασχολεί όσο τα τετριμμένα αυτού του κόσμου. Είναι κάτι που παρατήρησα κι εγώ, στον Πατέρα, στον εαυτό μου και σε άλλους γύρω μου: για κάποιο λόγο και κάποιο σκοπό, σκοπό που για την ώρα εξακολουθώ να θεωρώ ανεξήγητο αλλά πιθανότατα είναι ανύπαρκτος, όσο γερνάει ο άνθρωπος, όσο το καντήλι της ζωής του σβήνει, η οικονομική ανασφάλεια μεγεθύνεται. Μαζί της φουντώνει η έγνοια μέσα του να προστατέψει την περιουσία που έχει και ενισχύεται η παρόρμηση και θέληση να στοιβάξει κι άλλην. Και στο μεταξύ έχει πλήρη επίγνωση ότι δεν θα πάρει τίποτε μαζί του και αυτό που μένει θα εξανεμιστεί με το πέρασμα των γενιών και, αν και ο δημιουργός του μήτε λόγο θα έχει, μήτε μάρτυρας θα είναι στο τι θα απογίνει.  

Η στερνή κουβέντα με τον παππού, στην αυλή του σπιτιού, στο αξέχαστο πασχαλιάτικο τραπέζι του ’86 -αξέχαστο εξαιτίας της συμφοράς του Chernobyl, αλλά κυρίως επειδή ήταν το τελευταίο όπου εκπρόσωποι τριών γενιών της οικογένειας σμίξανε, έλαβε χώρα στη γωνιά του άδειου από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες τραπεζιού, κάτω από τη σκιά της πασχαλιάς στην άκρη της πλακοστρωμένης αυλής. Το γεύμα είχε τελειώσει, ο Πατέρας κι ο θείος Αλέκος αποσύρθηκαν στα μικρά υπνοδωμάτια για την απογεματινή σιέστα, οι γυναίκες στην κουζίνα για καφέ. Μαζί τους κι η γιαγιά Ευδοξία, σε μια από τις τελευταίες εξόδους της από τη Θεσσαλονίκη, μισοχαμένη, έχοντας ήδη περάσει τα πρώτα στάδια γεροντικής άνοιας. Ο παππούς μ’ ένα ποτήρι ρετσίνας στο χέρι, με εύθυμα μάτια να γυαλίζουν από την οινοκατάνυξη του μεσημεριού, αλλά με το λέγειν και το λόγο του ακέραιο, μου είπε: «Λ., να γνωρίζεις ότι έχω βάλει κάπου δέκα εκατομμυριάκια στην άκρη για τις θυγατέρες και τους μελλοντικούς απογόνους. Αλλά έχω ακόμα πολλά ψωμιά να φάω... Έχω αρκετό δρόμο ακόμα να τραβήξω...» Και μου έκλεισε το μάτι. Το τι ήθελε να μου πει εκείνο το απόγευμα, λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή μου για την ξενιτιά και έναν αποχαιρετισμό που θα αποδειχτεί οριστικός, το κατάλαβα πολλά χρόνια μετά. Μέχρι τότε, από τον παππού τον Γιάννη, που είτε από έναν ενδόμυχο σεβασμό που το περιβάλλον στο σπιτικό και το χωριό και οι ιστορίες γύρω από το πρόσωπό του μου καλλιέργησαν, είτε από την έμφυτη ντροπαλοσύνη μου, είτε εξαιτίας της χρόνιας φυσικής και συναισθηματικής απόστασης, ποτέ δεν αποκάλεσα «παππού» -όπως πιστεύω ότι θα τον χαροποιούσε ν’ ακούσει, ούτε ποτέ ρώτησα τις αφελείς και αθώες παιδικές ερωτήσεις που τέρπουν μεγάλους, από εκείνον τον άνθρωπο δεν ζήτησα ποτέ καμιά χάρι. Ήμουν όμως γι’ αυτόν, ως ο πρώτος και «ακαδημαϊκά (στα μάτια του) διακεκριμένος» εγγονός, δικαιωματικός κληρονόμος.    

Πέθανε στον καναπέ του πρόχειρου, εκεί όπου στη σύνταξη και τα γεράματα διάβαζε εφημερίδες και άκουγε το ράδιο μμε τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος, κοιτάζοντας το ταβάνι κάτω από κίτρινο, μελαγχολικό φως ενός γυμνού λαμπτήρα. Τις τελευταίες μέρες του το μικροκαμωμένο κορμί του είχε συρρικνωθεί σε ποιο λίγο από το μισό. Έτσι μου είπαν οι θείες που τον περίθαλψαν τις τελευταίες μέρες του. Βρισκόμουν στην ξενιτιά, όταν ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο καρκίνος του προστάτη, που λάνθανε εν αγνοία του μέσα στο σώμα του για χρόνια και δεκαετίες ίσως, έκαμε μετάσταση στα κόκκαλα και είχε γίνει πλέον αθεράπευτος. Κανένας μας, ούτε ο ίδιος, δεν φανταζόταν ότι τα νυχτερινά ανοίγματα της εξώπορτας για την τουαλέτα στη γωνιά της βεράντας, που μας ξυπνούσαν μαζί με τις άγριες φωνές μεθυσμένων από το καφενείο του Γραμμένου τις μυστήριες νύχτες της Μαγνησίας, προμήνυαν το οριστικό και σχεδόν ακαριαίο τέλος που θα ερχόταν. Ο παππούς έλεγε με περηφάνια ότι ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε ή κάλεσε γιατρό, αλλά για κάτι «κομμάρες» που ένιωσε, και θα ήταν κάτι περισσότερο από «κομμάρες», αναγκάστηκαν και τον κάλεσαν. Το βιβλιάριο υγείας του ήταν πράγματι tabula rasa. Και παρέμεινε ως τέτοιο: η πρώτη στη διάρκεια της ζωής του επίσκεψη γιατρού απλά πρόγνωσε το αναπόφευκτο τέλος. Τα φάρμακα που συνταγογράφησε ο γιατρός απλά θα απάλυναν τους αφόρητους πόνους της αρρώστιας του. Ευτυχώς δεν κράτησαν πολύ. Αυτό το τέλος, που πλησίαζε με τη μαθηματική στυγνότητα που διακρίνει το θάνατο στην ανθρώπινη μοίρα, του το κράτησαν μυστικό και μέχρι τις τελευταίες βδομάδες της ζωής του ο ίδιος προσδοκούσε ανάκαμψη κι επιστροφή του στην καθημερινή ρουτίνα.

Ένας αξιοσημείωτος άνθρωπος που ο θάνατος όπως και η ζωή του και τα λίγα ίχνη στις συνειδήσεις αυτών που άφησε πίσω και στον τόπο που στέριωσε, μαζεμένα στις λίγες παραγράφους παραπάνω, αναμνήσεις ξεθωριασμένες από τα χρόνια, θα προσπεραστούν γρήγορα από τον κόσμο γύρω και τελικά θα χαθούν μαζί μας. Το σπίτι που έχτισε στη Μαγνησία στέκεται και κατοικείται ακόμα, αλλά το τέλος κι αυτού είναι προδιαγραμμένο. O χρόνος θα κάνει, όπως πάντα, τη δουλειά του. Τότε, και oι τελευταίες πατημασιές του «οικ...αίϊκου» στον κόσμο αυτόν θα σβήσουν κάτω από τη μοναξιά και πλήξη της Μαγνησίας. 

Monday, December 17, 2018

Γιάννης και Βασιλική 20 - Ο Θάνατος μιας Γιαγιάς

Η Βασιλική έφυγε πρόωρα. Λίγο μετά το μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το καλοκαίρι του 1978 έπεσε κατάκοιτη, χτυπημένη βαριά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που την κατέστησε άλαλη και σχεδόν ολοκληρωτικά παράλυτη. Η Μάνα πίστευε ότι έφταιγαν κάποιοι γιατροί, που επιχείρησαν να χειρουργήσουν την ξεχαρβαλωμένη από τα αρθριτικά άρθρωση του μηρού της. «Την κατάφεραν», έλεγε. Έκτοτε χρησιμοποίησε αναρίθμητες φορές εκείνο το περιστατικό της εγχείρησης της γιαγιάς ως κάποιο αυταπόδεικτο σημείο αναφοράς, ως ένδειξη της ποιότητας των γιατρών στην Ελλάδα, και ως λόγο αποφυγής –στο απόλυτα δυνατό– κάθε εμπλοκής με γιατρούς και νοσοκομεία. Αλλά τέτοιες απόψεις κι η ανάλυση τους είναι, όπως λέμε, «άλλου παππά ευαγγέλιο».

Την τελευταία φορά που είδα τη γιαγιά ζωντανή, μερικούς μήνες πριν από το θάνατό της, ήταν ξαπλωμένη στο ντιβάνι της κουζίνας, ανήμπορη να σηκωθεί και να μιλήσει, με τα χλωμά, βαθουλωμένα μάγουλα του βαριά άρρωστου, μ΄ ένα πικρό, κουρασμένο χαμόγελα στο στόμα. Έσκυψα και την φίλησα τα δυο μάγουλα, όπως έκανα πάντα όταν επισκεπτόμουν υπό την παρότρυνση συνήθως της Μάνας. (Ακόμα και στα δεκαπέντε μου χρόνια μου έλεγε πότε και πως πρέπει να χαιρετήσω κι ευχαριστήσω.) Ένιωσα την ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών της γιαγιάς στα δικά μου μάγουλα. Μόλις που κατάφερε κι έστρεψε το κεφάλι, και με μεγάλη προσπάθεια ανασήκωσε τα δύο τρεμάμενα χέρια σε μια φρούδα προσπάθεια να με ασπαστεί. Ακόμα καταλάβαινε, ένιωθε. Ακόμα ήμουν ο «πασάς» της.  

Η κηδεία της ήταν η πρώτη και μοναδική που παραβρέθηκα σε παραπάνω από σαράντα χρόνια έκτοτε. Στην ίδια περίοδο πολλά συγγενικά και φιλικά πρόσωπα εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, αλλά μόνον ο τόπος και χρόνος των θανάτων και κηδειών τους μου έγιναν γνωστά, συνήθως τηλεφωνικά. Η κηδεία της γιαγιάς ήταν η πρώτη τέτοια τελετή που θα έδινα το παρόν και, μέχρι εκείνη τη μέρα, η πλησιέστερη προσέγγιση στο φάσμα του θανάτου, ένα γεγονός τόσο σπουδαίο όσο και η γέννηση, αλλά για νέους ανθρώπους ακατανόητο, ανεξερεύνητο και φευγαλέο, καλυμμένο μ’ ένα αδιάφανο πέπλο μυστηρίου. Λογικά, η μέρα της κηδείας θα γινόταν σημαδιακή κι έντονη εμπειρία και οι εντυπώσεις στο εφηβικό μου μυαλό και αίσθημα παρέμειναν ανεξίτηλες από τα πέρασμα των χρόνων. Φαίνεται ότι ως δεκαπεντάχρονο μαθητούδι τότε οι γονείς, οι οποίοι είχαν ακόμα την πρώτη και τελευταία λέξη σε τέτοια κοινωνικά θέματα, μ’ έκριναν ανώριμο ν’ αντικρύσω και αντιμετωπίσω την περίσταση και τη συναισθηματική φουρτούνα που το θέαμα ενός νεκρού ανθρώπου ενδεχόμενα θα προκαλούσε. Η γνώμη μου δεν εξαιτήθηκε, αλλά ούτε και θα λαμβανόταν υπόψιν αν είχε ζητηθεί.

Η Μάνα είχε έρθει στο πατρικό της από το προηγούμενο βράδι για το καθιερωμένο, στα χωριά τουλάχιστον, ξενύχτι και θρήνο, συχνά διάσπαρτο με κουτσομπολιά ακόμα και αστεία, δίπλα στο νεκροκρέβατο. Ο Πατέρας μ’ είχε φέρει λίγο πριν από την προγραμματισμένη ώρα της κηδείας με το αυτοκίνητο και μ’ άφησε μπροστά στο σπιτικό της Μαγνησίας. Αφού πάρκαρε λίγο παρακάτω, εξαφανίστηκε. Στάθηκα απ’ έξω, στο δρόμο, λίγο πιο πέρα από την καγκελόπορτα του παρτεριού της πρόσοψης με τις τριανταφυλλιές, κάτω από τη μουριά, που στεκόταν ψηλή, μοναχική και ξεχασμένη στη γωνιά του δρόμου απέναντι από το φούρνο του κυρ-Βασίλη. Πλησίαζε ο χειμώνας και τα πεσμένα φύλλα της είχαν αρχίσει να καλύπτουν τα μαύρα αποτυπώματα των σάπιων ή τσαλαπατημένων μούρων στο οδόστρωμα. O φούρνος είχε τα στόρια κατεβασμένα, το ίδιο και το μπακάλικο του Πέτρου απέναντι. Ήταν Κυριακή.

Αμφιβάλλω αν ο Πατέρας μπήκε μέσα στο σπίτι. Ίσως πήγε στο σπιτικό του θείου Λεωνίδα και των συγγενών δίπλα, ίσως να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη -το πιο πιθανό. Δεν θυμάμαι την παρουσία του στην τελετή κι ό,τι επακολούθησε. Από νέος έδειχνε εμφανή απέχθεια προς τέτοιου είδους θρησκευτικού χαρακτήρα τελετές της ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης, δηλαδή βαφτίσια, γάμους, κηδείες, μνημόσυνα, κτλ. εκτός αν οι συνθήκες καθιστούσαν την παρουσία του απολύτως αναγκαία. Κι η απροθυμία του συχνά εκδηλωνόταν από μιαν ανάλογη δυσφορία και εκνευρισμό, και καμιά φορά με τον χαρακτηριστικά απορριπτικό και ειρωνικό του λόγο. Τέλος πάντων, με άφησε εκεί, κάτω από τη μουριά, σύξυλο και μοναχό και δεν τον ξαναείδα εκείνη την μέρα. Υπέθεσα ότι θα έλαβε οδηγίες από τη Μάνα ή θα έκρινε κι αποφάσισε ο ίδιος να μην επιτρέψει ν’ αντικρύσω το νεκρό άνθρωπο, να με κρατήσει μακριά από το πτώμα της γιαγιάς. Θα μου στερούσε, έτσι, μια σπάνια και χρήσιμη εμπειρία στη φιλοσοφική και συναισθηματική ωρίμανση και ολοκλήρωση ενός νέου ανθρώπου. Από μιαν άλλη άποψη σκέφτομαι ότι ακόμα και κάτι τέτοιο, το να δω το νεκρό πτώμα της γιαγιάς, θα ήταν από μόνο του ανεπαρκές, μια εντύπωση του θανάτου στρεβλή και παραμορφωμένη. Σημασία μεγαλύτερη θα είχε να γινόμουν αυτόπτης μάρτυς του θανάτου, η προσωπική, εγγύς μαρτυρία των στιγμών που οδηγούν σε αυτόν, το ίδιο το γεγονός. Μόνο μια τέτοια μαρτυρία και εμπειρία θα τον απομυθοποιούσε, θα τον φώτιζε στο πλήρες μεγαλείο του, και όχι ενός «φτιαγμένου» πτώματος ξαπλωμένου σ΄ ένα νεκροκρέβατο ή φέρετρο, ενός προσώπου και κορμιού πιθανόν αγνώριστου σε σχέση με τον άνθρωπο που όχι πολύ καιρό πριν φανερωνόταν μέσα από μια ζωντανή ψυχή και ένα πνεύμα, με τον άνθρωπο που υπήρχε.    

 Ήταν ένα κρύο, ηλιόλουστο πρωϊνό στις αρχές του χειμώνα. Ο ήλιος, που μας κοιτούσε από τον  ασυννέφιαστο ουρανό, ήταν βαρύς και αδιάφορος, η λάμψη του ανήμπορη να αλαφρύνει τη θλίψη που είχε ζώσει το σπίτι της γιαγιάς, που ψυχή τε και πνεύματι το είχε πλέον εγκαταλείψει. Ακουμπισμένα από την μια και την άλλη μεριά του αψιδωτού προθάλαμου και την ανοιχτή εξώπορτα, στηριγμένα στα δυο τους ξύλινα πόδια υπήρχαν μια σειρά από στεφάνια από φύλλα δάφνης, άσπρα λουλούδια και σατέν κορδέλες με χρυσοκεντημένα συλλυπητήρια μηνύματα από γράμματα κρυμμένα μέσα τις δίπλες τους, που προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω. Μερικές σκόρπιες, ασύνδετες λέξεις  όπως «μητέρα», «λατρεμένη», «αγαπημένη»… Τις διάβαζα με δυσκολία εξαιτίας της συναισθηματικής σύγχυσης από την άγνοιά ως προς το τι θα ακολουθούσε και τι θ’ αντιμετώπιζα στη διάρκεια της μέρας, και της μικρής απόστασης μου από την εξώπορτα που με χώριζε από τον νεκρό. Αυτή έχασκε ορθάνοιχτή εκπέμποντας ένα μαύρο κενό, με γκρίζες φιγούρες να πηγαινοέρχονται μπροστά της. Φαντάστηκα τη γιαγιά να κείτεται σε κάποιο φέρετρο, στη μέση του καθιστικού, λίγα μέτρα από τη μουριά, πίσω από τα κλειδαμπαρωμένα παντζούρια, ένα λείψανο φωτισμένο από το φως των κεριών και τη διαπεραστική μυρωδιά του λιβανιού, που έφτανε μέχρις εκεί που στεκόμουν. Οι λέξεις στα στέφανα, οι φιγούρες που μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο του νεκρού προκάλεσαν μιαν ακατάσχετη συγκίνηση. Βούρκωσα κι έκλαψα ένα κλάμα γοερό πίσω από τις παλάμες μου. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήταν άδειος από ανθρώπους και αυτοκίνητα και κανένας δε μ΄ έβλεπε.  

Μετά από τα λίγα λεπτά ενός αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου θρήνου, στιγμών όπου κάθε λογική σκέψη παραμερίζεται από έναν βαρύ και άμορφο όγκο συναισθημάτων σα μαύρα σύννεφα που μαζεύονται πριν από καταιγίδα, πρόβαλλε στην εξώπορτα, μέσα από τα σκοτάδια του εσωτερικού του σπιτιού, η ξερακιανή φιγούρα του Αποστόλη, του περιπτερά, του θετού αδερφού της γιαγιάς. Κι αυτού του ανθρώπου ένα μικρό κομμάτι ζωής θα είχε ξεκολλήσει με το χαμό της. Κατέβηκε με δυσκολία τα σκαλιά με τα μακριά δύσκαμπτα πόδια του, κοντοστάθηκε κάτω από την γέρικη ακακία έξω από την καγκελόπορτα του φράχτη χωρίς να με προσέξει, άναψε ένα τσιγάρο, και με τις αργές και βαριές κινήσεις της αναπηρίας από τα κρυοπαγήματα του πολέμου, απομακρύνθηκε σκυφτός προς το περίπτερο της διασταύρωσης. Είχε πιεί αρκετά εκείνο το πρωί, πριν καταθέσει τους τελευταίους σεβασμούς του στην νεκρή αδερφή του -έτσι μας έλεγε η Λ. ως παραλειπόμενο. Στο σπίτι μέσα δεν μάζεψα το κουράγιο να κοπιάσω με δική μου πρωτοβουλία, ούτε πολύ θάρρος περίσσευε σ’ εκείνη την άγουρη ηλικία, αλλά ακόμα κι αν δια μαγείας το αποκτούσα, μόνο με κάποια επιτακτική πρόσκληση ή προσταγή ενήλικα θα διάβαινα και περνούσα στο σκοτεινό χάσμα πίσω από την εξώπορτα. Παράκαμψα την αυλή μπροστά και την πρόσοψη και μπήκα από την καγκελόπορτα στην πίσω αυλή. Εκεί στριφογύρισα πέρα-δώθε, άσκοπα, ανάμεσα σε δέντρα και ό,τι απόμεινε από τους γυμνούς κορμούς των τοματιών. Κατέληξα κάτω από το κλήμα του χαμόσπιτου, ο πελαγωμένος εαυτός μου βυθισμένος σε δάκρυα και κλάματα. Μέχρι την ώρα που ο Σπύρος κατέβηκε από την πίσω βεράντα, και με το συγκαταβατικό και συμπαθητικό βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του, άπλωσε το χέρι του στον ώμο μου και με περιμάζεψε: «Έλα, Λ., αγόρι μου. Μη στεναχωριέσαι... Έλα, πάμε μαζί…»

Το φέρετρο είχε ήδη τοποθετηθεί καλυμμένο πλέον στη νεκροφόρα, και η νεκρική πομπή των μαυροφορεμένων, από οικογένεια, γείτονες και συγχωριανούς, ακολούθησε πεζή, τράβηξε με αργά, συρτά και σεβάσμια βήματα πίσω από τη νεκροφόρα στο δρόμο για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στις εξοχές. Ο παππούς, ευθυτενής, με βλοσυρό ύφος σ’ ένα μαύρο φθαρμένο κουστούμι από άλλες εποχές, αλλά στεγνά από δάκρυα μάτια και πρόσωπο, κι η Μάνα και οι θείες στα μαύρα τους φορέματα, με σκυφτά τα βλέμματα δίπλα του, οδηγούσαν την πομπή, κρυμμένοι από τα πιο ψηλά κορμιά που ακολουθούσαν. Εγώ ξέμεινα παραπίσω, στην ουρά της πομπής, με τα μάγουλα ακόμα υγρά από το κλάμα που είχε προηγηθεί, δίπλα στον Σπύρο κι ανάμεσα σε άλλους, γνωστούς κι άγνωστους συγχωριανούς. Το περπάτημα στον χωματόδρομο που οδηγούσε έξω από το χωριό με στον ξερό και κρύο αέρα του μεσημεριού, με βοήθησε να ξεπεράσω τον παροξυσμό λύπης που με είχε κυριεύσει στην αυλή. Ο Αποστόλης είχε μείνει ακόμα πιο πίσω σέρνοντας τα πόδια του, σχεδόν τελευταίος, κουρασμένος και πιωμένος. Η νεκροφόρα σταμάτησε στο προαύλιο της εκκλησίας κι οι νεκροθάφτες μετέφεραν δίπλα σ’ έναν αποβραδίς προετοιμασμένο μνήμα το φέρετρο με τη γιαγιά μέσα, μέσα από την καγκελόπορτα του άσπρου τοίχου που περιέφραζε το νεκροταφείο. Το πλήθος ακολούθησε σιωπηλά. Ο Σπύρος που περπατούσε ίσαμε εκεί δίπλα έσμιξε με το πλήθος και μ’ άφησε πίσω. Για κάποια αδιευκρίνιστη αιτία, είτε επειδή, έχοντας παραιτηθεί στον ενστικτώδη φόβο και δισταγμό της στιγμής, κόμπιασα και δείλιασα, είτε γιατί κανένας, ένας οποιοσδήποτε γνωστός από το σόι της γιαγιάς δεν σκέφτηκε να με καλέσει, είτε γιατί υπήρχαν κάποιες ρητές οδηγίες να μην παρευρεθώ σε μια για πολλούς οδυνηρή διαδικασία, στάθηκα αφημένος και ξεχασμένος εκεί, κάτω από ένα ψηλό κυπαρίσσι, μοναχικό κι αυτό. Την καγκελόπορτα του νεκροταφείο δεν τη διάβηκα. Το φέρετρο κι ο κόσμος χάθηκε πίσω από την πύλη και τον τοίχο του νεκροταφείου. Ξέμεινα, μια ψυχή αιωρούμενη, ανάμεσα στο φράκτη και τη μικρή αίθουσα τελετών της εκκλησίας. Πιο κοντά στο νεκρό σώμα της γιαγιάς δεν βρέθηκα από εκείνα τα λίγα μέτρα του τοίχου και πίσω από την καγκελόπορτα δεν τόλμησα να κρυφοκοιτάξω -από ντροπή και φόβο. Τις ψαλμωδίες του παππά δεν άκουσα, ούτε τις σπαρακτικές στιγμές που συνόδευσαν το κατέβασμα του φέρετρου στον τάφο είδα.

Μετά το τέλος της ταφής, ο παππάς, ακολουθούμενος από τον κόσμο που «συνόδευσε τη γιαγιά στην τελευταία της κατοικία», πλαισιωμένος από τον παππού και τον τελετάρχη-οδηγό της νεκροφόρας, μαζεύτηκαν στη αίθουσα τελετών, ένα δωμάτιο που οι γυμνοί του τοίχοι αντηχούσαν κάθε ανθρώπινο ψίθυρο, για τα κόλλυβα, τον πικρό καφέ και λίγο κονιάκ. H αίθουσα, παρά την παρουσία του κυπαρισσιού μπροστά από την πόρτα του μικρού κτιρίου που ήταν σαν παρεκκλήσι, φωτιζόταν επαρκώς από τις αχτίδες του παράταιρου και θρασύ ήλιου της μέρας μέσα από τις τζαμαρίες της πρόσοψης και το μικρό παράθυρο της πλάγια όψης. Το μεσημέρι είχε κορυφωθεί και οι άσπροι τοίχοι της εκκλησία και της περίφραξης του νεκροταφείου έγιναν από υπόλευκοι, εκθαμβωτικά λευκοί. Κάθισα σιωπηλός δίπλα στη Μάνα, παραδίπλα του παππού. Λόγια, ιδιαίτερα για την πεθαμένη γιαγιά δεν ειπώθηκαν, θα είχαν εξαντληθεί κατά το νυχτερινό θρήνο. Μόνον λίγες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων και οι τυπικές συλλυπητήριες ευχές... Κάτι «θα τη θυμόμαστε», «ζωή σε λόγου σας» ή το υπερφυσικό «αιωνία της η μνήμη» πήραν τ’ αυτιά μου, σε μια γαλήνια ατμόσφαιρα όπου οι λυγμοί είχαν κοπάσει, από τον κόσμο, που μετά τον καφέ και το κονιάκ και μια χούφτα κόλλυβα σε ένα πετσετάκι, άρχισε ένας-ένας ν’ αποχωρεί. Μερικοί έσφιξαν το χέρι του παππού. Στο τέλος, μου φάνηκε, σε μιαν ατμόσφαιρα από όπου η λύπη είχε σηκωθεί, ότι θα ήμουν ο μόνος ανάμεσα στον κόσμο της κηδείας που έκλαψα τόσο πολύ, έχυσα τόσα πολλά δάκρυα για τη γιαγιά. Και παρ’ όλα αυτά κυριεύτηκα από αμφιβολίες κι ενοχές για το αν απέτισα το δέοντα φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που – το ήξερα και ένιωσα εκ βαθέων αυτό- με είχε αγαπήσει γνήσια και πολύ, με είχε περιποιηθεί, με τα πιττάρια, τα μπουρέκια, τις πίτες και τα κουλουράκια, με  μικροπράγματα που ξεχείλιζαν καλοσύνη και αγάπη, με λιγοστά μέσα κι ακόμα λιγότερες δυνάμεις από ένα εξασθενημένο κορμί κι ένα σερνάμενο πόδι.

Οι κοντινοί συγγενείς κατέληξαν στο σπίτι για το επικήδειο γεύμα, στην κουζίνα με το ντιβάνι όπου κειτόταν η γιαγιά την τελευταία φορά που την είδα ζωντανή. Κι εκεί πάλι πολλά λόγια δεν ειπώθηκαν. Οι περισσότεροι παράμειναν σιωπηλοί και μελαγχολικοί και σκυμμένοι στη σούπα και τις σκέψεις τους, μερικοί σε χαμηλούς τόνους κάθε άλλο παρά για τη νεκρή συζητούσαν. Ασφαλώς και δεν είχε ξεχαστεί ακόμα η γιαγιά, αλλά ποιο το όφελος παρατεταμένων αναφορών σε μια ζωή που είχε έλθει και παρέλθει από αυτόν τον κόσμο; Έχει νόημα για τους ζωντανούς η παράταση της οδύνης με την υπενθύμιση της απώλειας μιας ζωής που έφυγε ανεπιστρεπτί;

Το μικρό δωμάτιο με την ξυλόσομπα έγινε, μετά το γεύμα, το τελικό καταφύγιο του στενότατου πλέον οικογενειακού κύκλου για συνειδητοποίηση του χαμού και του κενού που ο θάνατος επέφερε στο σπιτικό, για αντανάκλαση πάνω στο γιγάντιο θέμα της ζωής και του θανάτου που πάντα θα ξεπερνάει τον ανθρώπινο νου και ύπαρξη. Σε ένα κύκλο καθισμένοι, στο ντιβάνι εγώ, η Μάνα και οι μια-δυο από τις αδερφές της, ο παππούς σε μια καρέκλα μπροστά στην κουρτίνα της μπαλκονόπορτας. Ο ήλιος εκείνου του χειμερινού απογέματος άρχισε να δύει. Η ξυλόσομπα μας νάρκωνε και οδηγούσε όλους, ήδη ψυχικά και σωματικά εξαντλημένους στα όρια των αντοχών μας. Κανένας δεν έκλαιγε, καθώς ο κύκλος του βαριού θρήνου είχε κλείσει. Η Δόμνα είπε κάτι τις: «Δεν ξέρω, αλλά αισθάνομαι ήρεμη. Δεν ένιωσα την ανάγκη να κλάψω σήμερα. Ίσως να βρίσκομαι ακόμα υπό την επίδραση των ηρεμιστικών που πήρα το πρωί.... Δεν ξέρω…», και αναστέναξε.

Ο παππούς, που ως τότε καθόταν σιωπηλός σε μια από τις παλιές μαύρες καρέκλες των καφενείων με την ημικύκλια πλάτη, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, είπε με ικανοποίηση κάτι για το πόσο πολύς κόσμος παραβρέθηκε και θυμήθηκε τη γιαγιά και απέτισε τις τιμές που της άρμοζαν, και πως όλα είχαν οργανωθεί άψογα από τον τελετάρχη. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο δεν είχε καμιά σημασία για το πρόσωπο της γιαγιάς, αφού ως νεκρή δεν θα μπορούσε να είχε γίνει μάρτυρας της κηδείας της. Αν και κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και άτοπο, θα το επιθυμούσαμε όλοι μας μεταθανάτια, καθώς θα βοηθούσε στο ν’ αποτιμήσουμε τη ζωή μας με τον αριθμό των ανθρώπων που λυπήθηκαν από τον χαμό μας. Για τον σχολαστικό παππού, που ήθελε τα πάντα στην εντέλεια, είχε σημασία. Κατόπιν μου απευθύνθηκε σ’ έναν ανεξήγητο πληθυντικό μη οικειότητας, με ένα θλιμμένο, όσο και ψυχρό κι αυστηρό κοίταγμα από τα στρογγυλά του μάτια κάτω από το πλατύ ρυτιδωμένο μέτωπο, με παύσεις σιωπής ανάμεσα στις ερωτήσεις, σύντομες όσο κι αφόρητες, σαν σε αυτές τις παύσεις να προσδοκούσε άμεσα λογικές απαντήσεις:

«Λ., πότε εμάθατε ότι αρρώστησε η γιαγιά; ... Πόσες φορές ήρθατε να την δείτε από τότε; ... Δεν ενιώσατε την ανάγκη να την επισκεφτείτε όλο αυτόν τον καιρό;  Ούτε να παραβρεθείτε στην κηδεία της;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω σε τέτοια πικρά ερωτηματικά, από μια πρωτόγνωρη εξέταση ήθους, βγαλμένα από έναν άνθρωπο που ίσως ήθελε να εκτρέψει τη βαθιά του θλίψη ή να διαλύσει κάποιες προσωπικές ενοχές. Ένιωσα ότι είχα διαπράξει κάποιο σχεδόν ασυγχώρητο ηθικό παράπτωμα. Άρχισα να δακρύζω και πάλι. Η ενοχή που είχα αισθανθεί στο προαύλιο της εκκλησίας έξω από την είσοδο του νεκροταφείου ξαναβγήκε στην επιφάνεια της συνείδησης. Η σύγχυση και το συναισθηματικό χάος επανήρθε και με κυρίευσε. Δεν είπα τίποτε ως απάντηση, μόνο δάκρυσα με χαμηλωμένο το κεφάλι, χωρίς να μπορώ να αντικρύσω το βλέμμα του παππού. Κάποιος παρενέβη, η Λ. νομίζω, πριν ο παππούς συνεχίσει με ένα από τα αφοριστικά του λογύδρια: «Άφησε το παιδί, μπαμπά. Την αγαπούσε τη γιαγιά του και την έκλαψε.»  Μετά από λίγο, όταν ο παππούς πήγε στο δωμάτιο να ξεκουραστεί, οι θείες με καθησύχασαν, με διάφορες ερμηνείες, κατασκευασμένες ή γνήσιες δεν έμαθα, για το τι ήθελε να πει ο παππούς. Δεν έθεσε, μου είπαν, σε αμφισβήτηση την αγάπη μου προς τη γιαγιά  και το αν έπραξα το ηθικό, τελετουργικό καθήκον μου προς μια γιαγιά που με λάτρευε. Αυτό  το καθήκον, όλοι γνωρίζαμε, δεν είναι υποχρέωση, δεν έχει ουσία, απαιτείται χάριν τύπων και για τα μάτια του κόσμου. Θα όφειλε να με συγχωρούσε -εγώ το λέω αυτό, αν είχα άγνοια ή μη πλήρη επίγνωση ενός τέτοιου «ηθικού καθήκοντος», της τυπικής όψης. (Άλλωστε, η ηθική του «οικ…αίϊκου» που μόρφωσε και επέβαλλε ο παππούς είχε διαφορετικές βάσεις και δομή από την δικιά μου και από τότε άρχισε να μου φαίνεται εκκεντρική και αναχρονιστική.) Απλώς ένιωσε – έτσι μου είπαν η Λ. και η Δ.- κάποιον καημό και στενοχώρια που με είδε έξω από την καγκελόπορτα του νεκροταφείο, έρημο, χαμένο, μοναχικό, θλιμμένο. Και την ανάγκη να με τραβήξει από το χέρι και να με φέρει κοντά στη γιαγιά που έφευγε και δεν θα την ξαναβλέπαμε. 

Saturday, December 1, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 19 Πολιτική Μεταμόρφωση

Βιβλία δεν διάβαζε και δεν υπήρχαν πολλά στο σπίτι. Μόνον εφημερίδες. Ξαπλωμένος τα απογέματα σε έναν καναπέ του πρόχειρου δωματίου, μικρόν και διθέσιο, αλλά αρκετά μεγάλο για το φύσει κοντό, μικροκαμωμένο και ζαρωμένο από τα γεράματα κορμί του, πάντα ντυμένος σε παρόμοιες κόκκινες βαμβακερές πιτζάμες, ξεκοκκάλιζε τις εφημερίδες του καθημερινά και με τις ώρες. Το ποια εφημερίδα θα επέλεγε να διαβάσει στην Ελλάδα εκείνων των δεκαετιών συνήθως αντανακλούσε και κατά κανόνα συμφωνούσε με τις εκάστοτε πολιτικές πεποιθήσεις ή, καλύτερα, κλίσεις και προτιμήσεις του, που μεταβάλλονταν γρήγορα και απρόβλεπτα στο άστατο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. Αλλά στην επιλογή των καθημερινών φύλλων λάμβανε υπόψιν του και τις αντιλήψεις που θα σχημάτιζαν γνωστοί, γείτονες, καφενόβιοι, πρώην συνάδερφοι, πελάτες του Συλλόγου Πολυτέκνων, κι άλλοι, που θα τον έβλεπαν να την κρατεί ή και να τη διαβάζει. Κι αυτό είχε σημασία, ιδιαίτερα με τα πάγια δεδομένα της ψυχοσύνθεσης του «οικ...αίϊκου» και το ιστορικό, πολιτικοποιημένο παρελθόν που θα ανακαλούσαν συνομήλικοι χωριανοί. Πολλά λέγονταν, του κυρ-Γιάννη παρόντος ή απόντος, στα καφενεία της πόλης και του χωριού που σύχναζε.

Οι εκδόσεις των εφημερίδων που αγόραζε άλλαζαν, λοιπόν, με τους καιρούς, χέρι-χέρι με τις διάφορες μεταμορφώσεις που λάμβαναν χώρα στην πολιτική του συνείδηση. Ξεκίνησαν από τα λίγα προοδευτικά έντυπα, όπως η Αυγή της προδικτατορικής εποχής, προσεκτικά αγορασμένης από τον ανώνυμο περιπτερά της Βενιζέλου και επιμελώς διπλωμένης και καμουφλαρισμένης μέσα σε πιο mainstream, «δεξιές» και συντηρητικές εφημερίδες, όπως η «Μακεδονία», και κατέληξαν σε κατά σύμβαση «αντιδραστικές» -από την σκοπιά των νιάτων μου. Ως ο νεοφώτιστος και ριζοσπάστης και «επαναστάτης» αριστερός των τελευταίων μαθητικών και φοιτητικών μου χρόνων, «ακροδεξιές» φυλλάδες, όπως η «Βραδυνή» ή ο «Ελληνικός Βορράς», ακόμα και πιο μετριοπαθείς δεξιές εφημερίδες σαν την «Μακεδονία», μου προκαλούσαν μιαν ενστικτώδη απέχθεια, όπως προκαλεί ο κάθε πολιτικός φανατισμός. Ειδικά στα χέρια του παππού, αρχικά μου έφεραν μια δυσάρεστη έκπληξη και μπέρδεμα, καθώς είχα ακούσει για το παρελθόν του, πριν την εγκατάσταση μέσα μου μιας μόνιμης απογοήτευσης, έως και περιφρόνησης. O μετεμφυλιακός όμως φόβος είχε σταδιακά μετριαστεί, η δικτατορία είχε παρέλθει, και, από μιαν άποψη, το ότι ήταν ήδη συνταξιούχος πρόσδιδε μια επιπρόσθετη ασφάλεια σε δημόσιες εκδηλώσεις πολιτικών πεποιθήσεων, όπως η αγορά κάποιου χρωματισμένου ή έστω προοδευτικού εντύπου και, όπως πάντα, δίνει περισσότερη ελευθερία στις δημόσιες πολιτικών σκέψεων. Τι και πόσο κακό θα μπορούσε να συμβεί; Αλλά αυτής της αποδέσμευσης και του ισχυρού ρεύματος ελευθερίας που φύσηξε μετά τη δικτατορία, χρήση καλή δεν έκαμε. Στην πολιτική ζέση των νιάτων του δεν επέστρεψε, στην σκέψη ρίζωσε σταδιακά η αρρώστια των γηρατειών: ένας αρτηριοσκληρωτικός συντηρητισμός. Ο καιρός κάνει πάντα τη δουλειά του, στο σώμα και το πνεύμα.

Δίπλα στον καναπέ όπου ξάπλωνε ήταν στημένο ένα τραπεζάκι μ’ ένα παλιό ραδιόφωνο που το είχε αγοράσει στα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή από την εξορία. Κουρασμένος από τα διάβασμα της εφημερίδας τα απογέματα ή πριν τον πάρει ο ύπνος τα βραδινά, στη διάρκεια της επταετίας το συντόνιζε σε ελληνικά προγράμματα που εξέπεμπαν σταθμοί όπως της Deutsche Welle ή του BBC, ακόμα και σε σταθμούς πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα», της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Πολλά δεν θα καταλάβαινε από εκείνες τις σλαβικές διαλέκτους. Το άκουσμά τους όμως του ασκούσε μιαν ανεξήγητη έλξη και γοητεία, και όποτε ήμουν παρών σε τέτοιες ακροάσεις συχνά μου μετάφραζε πανσλαβικές λέξεις όπως слобода (ελευθερία) ή работа (δουλειά) ή леб (ψωμί), κι άλλες παρόμοιες, λέξεις-κλειδιά που κατά κανόνα είχαν να κάνουν με την οικοδόμηση σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα σοσιαλιστικά ιδανικά των νεανικών του χρόνων δεν είχαν ακόμα εντελώς ξεριζωθεί. Το αίμα δύσκολα γίνεται νερό, και οι ιδέες κι απόψεις που το μυαλό μορφώνει κι ασπάζεται στα νιάτα ανασύρονται στην επιφάνεια, άλλες φορές ενστικτωδώς ή ως αυθόρμητη αντίδραση σε πολιτικές καταστάσεις και φαινόμενα ενώπιον μας, άλλοτε ως απολιθωμένες προκαταλήψεις και ιδεολογία, άλλοτε ως ένας παγιωμένος και δοκιμασμένος τρόπος ανάλυσης και αντιμετώπισης πολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Ίσως, λέω, να ήταν κι ένας, κάποιος πλάγιος τρόπος να μεταδώσει στην νεαρά ψυχή μου τέτοιου είδους «προοδευτικά» ιδανικά· τότε που (ακόμα!) η ΕΣΣΔ κι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» γοήτευε πολλούς στην Ελλάδα, αριστερούς και δεξιούς. Αν είχε κατά βάθος ή υποσυνείδητα τέτοιο σκοπό, τότε μάλλον ο παππούς συνετέλεσε κάπως στην επίτευξή του.

Με τη μεταπολίτευση σιγά-σιγά εγκατέλειψε την παραδοσιακή αριστερά, μαγεύτηκε από το ΠΑΣΟΚ και την προσωπικότητα του Παπανδρέου και την προοδευτική δημαγωγία του, αλλά όταν αυτός απέσυρε την υποστήριξη του στην επανεκλογή στην προεδρία του Καραμανλή, του par excellence statesman της μεταπολεμικής Ελλάδας, εγκατέλειψε και το ΠΑΣΟΚ και στράφηκε προς μια ακόμα δεξιότερη κατεύθυνση στο πολιτικό φάσμα. Η πολιτική του μετάλλαξη, από τον φιλο-ΕΑΜίτη, φιλο-κομμουνιστή μετά την Κατοχή, στη πλέον συντηρητική (και αποκρουστική στα μάτια μου) εκδοχή της δεξιάς είχε ολοκληρωθεί. Αν και απίστευτο και απογοητευτικό για μένα και το νεανικό πολιτικό ενθουσιασμό μου τότε, σε μιαν περίοδο αριστερού ακτιβισμού στη ζωή μου, αργότερα κατανόησα ότι τέτοιου είδους μεταλλάξεις ειδικά Ελλάδα της μεταπολίτευσης, ακόμα και ανάμεσα σε ανθρώπους με παιδεία και πολιτικό υπόβαθρο, ήταν απόλυτα λογικές. Κινούνταν παράλληλα και σε διαλεκτική συσχέτιση με τις μεταμορφώσεις και ταλαντεύσεις της πολιτικής εξουσίας, της μεγάλης διάστασης ανάμεσα στα λόγια και την πράξη, που οδηγούσε σε αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, U-turns, και τα λοιπά. ΄Άλλωστε, το όλο πολιτικό σκηνικό ήταν τότε -και στην Ελλάδα, σχεδόν πάντα είναι– ρευστό, κι ο παππούς, και οι περισσότεροι σαν τον παππού, άφηναν να τους παρασύρει ή ακολουθούσαν μισο-υπνωτισμένοι κάποιες χαρισματικές προσωπικότητες κι ένα γενικό και αόριστο, συνήθως χωρίς αντικείμενο και όραμα, «ιστορικό» ρεύμα, που αυτές οδηγούσαν. Ή, απλώς παρακολουθούσε τις ιστορικές εξελίξεις, όπως αυτές διαγράφονταν ντόπια και παγκοσμίως και διαμορφώνονταν από άλλα μακρινά κέντρα αποφάσεων, με την επίγνωση της ασήμαντης επιρροής που είχαν σ’ αυτές. Ασφαλώς, η κύρια μέθοδος που επικρατούσε στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας της οικονομικής και τεχνολογικής εξάρτησης ήταν αυτή του «βλέπουμε και κάνουμε», της λήθης και ταχείας αποδέσμευσης από οποιεσδήποτε προεκλογικές υποσχέσεις, πέρα από προσωπικά «ρουσφέτια», χωρίς πολλά περιθώρια επιλογών, χωρίς όραμα, με κύριο στόχο τη νομή αυτής καθαυτής της εξουσίας από την παγιωμένη πολιτική τάξη και την εξυπηρέτηση, στα πλαίσια του δυνατού, ιδίων συμφερόντων και συμφερόντων του κύκλου της. Δεν ήθελε πολύ, για να αλλοτριώσει ή αποπροσανατολίσει τη σκέψη των απλών πολιτών, και του παππού ανάμεσά τους, παρά το στοιχειώδες υπόβαθρό και γνώσεις, ή να τους περιτυλίξει με αυταπάτες.

Sunday, November 11, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 18 Γηρατειών Καθημερινότητα

Η καθημερινή ρουτίνα του παππού είχε πολλά αξιοπρόσεκτα κι αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά. Αποτελείτο από εκείνες τις καθημερινές ασήμαντες πράξεις που παρά την prima facie ασημαντότητά τους, αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο μικρόκοσμο της οικογένειας, στα όρια του σπιτικού της Μαγνησίας και της γειτονιάς. Ο κύριος λόγος, βέβαια, βρισκόταν στην προσωπικότητα του, που κυριαρχούσε απόλυτα στο γύρω περιβάλλον, στις γυναίκες του σπιτικού, στο χωριό, ιδιαίτερα ανάμεσα σε αυτούς που τον ήξεραν και έρχονταν σε καθημερινή συναναστροφή μαζί του. Τα πρωϊνά, σχεδόν αδιάλειπτα, από το χαράματα πολλές φορές, σκυμμένος, φορώντας ένα αμάνικο φανελάκι ή ενίοτε και χωρίς αυτό, καλοκαίρια και χειμώνες και καταχείμωνα, με κάποια τετράγωνη μπάρα σαπουνιού και το κρύο νερό της βρύσης κάτω από την ακακία της πίσω αυλής, έλουζε με ζήλο το φαλακρό, άσπρο κεφάλι και το επίσης ασπριδερό πρόσωπο, που αποκτούσαν στη διαδικασία του πλυσίματος μια προσωρινά ροδοκόκκινη απόχρωση. Ο Σπύρος, ο πρωτότοκος γιος του Λεωνίδα, ο ένας εκ των δύο κληρονόμων του γειτονικού μπακάλικου, που είχε ήδη μετονομαστεί σε «Ι...ίδης & Υιοί», τον παρακολουθούσε συχνά από την ταράτσα του. Και σχολίασε ένα απόγεμα, ενώ πίναμε καφέ απουσία του κάτω από το κλήμα του χαμόσπιτου ότι «ο μπάρμπα-Γιάννης θα πάει ξαφνικά, μια κι έξω…» Ο Σπύρος διαψεύστηκε, γιατί ο παππούς ούτε ξαφνικά, ούτε νωρίς έφυγε, αλλά ούτε έφυγε εξαιτίας των κρύων πρωϊνών λουτρών στη χειμωνιάτικη παγωνιά. Μετά την πρωινή ρουτίνα της καθαριότητας και του νιψίματος και περιοδικού ξυρίσματος του κρανίου και της όψης, η Βασιλική θα του έφκιανε το πρωϊνό του: από γάλα, που το έφερνε σ’ ένα κιούπι ο γαλατάς του χωριού, και ψωμί από το φούρνο του κυρ-Βασίλη απέναντι, εν είδη βουτήματος συνήθως, καμιά φορά με βούτυρο και μέλι. Ακολουθούσε τούρκικος καφές. Το πρωϊνό, όπως και όλα τα γεύματα, τα απολάμβανε καθισμένος στην κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού της κουζίνας, ήσυχος και ήρεμος, πίσω από το μαγκάλι, δίπλα σ’ ένα ντιβάνι με ένα κιλίμι στον τοίχο κάτω από το παράθυρο.

Ένα ή δυο πρωϊνά της βδομάδας, αφού είχε πλέον βγει στη σύνταξη, φορούσε το γκρίζο κουστούμι, το φθαρμένο πλέον από το χρόνια του ως Διευθυντής και Επιθεωρητής δημοτικών σχολείων, περπατούσε με μικρά, γρήγορα βήματα μπροστά από το σχολείο του χωριού και την Εκκλησία, κι έχοντας καλημερίσει τους πρωινούς συγχωριανούς θαμώνες του κυλικείου απέναντι από το κτίριο της Κοινότητας, έπαιρνε το ΚΤΕΛ από τη στάση μπροστά και κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείτο με ζήλο και είχε εκλεγεί κατά κάποιον τρόπο Πρόεδρος του περιφερειακού Συλλόγου Πολυτέκνων, χάριν στις τέσσερις θυγατέρες και ενός πρόωρα χαμένου γιού, που εκ των πραγμάτων τον καθιστούσαν πολύτεκνο. Περισσότερο χάριν του σχετικού κύρους που διέθετε μέσα στο σχετικά στενό κύκλο των πολύτεκνων οικογενειών, που προέρχονταν κυρίως από τις Δυτικές συνοικίες της πόλης, τις φτωχές κι εργατικές, εκεί όπου αφιέρωσε τα περισσότερα του χρόνια ως δάσκαλος: τους Αμπελόκηπους, την Μενεμένη, τον Δεντροπόταμο και τις γύρω λασπογειτονιές των Τσιγγάνων, τα Ελευθέρια και το Κορδελιό. Θα το επεδίωξε κι ο ίδιος, ώστε να εξακολουθήσει μιαν εθελοντική ενασχόληση με τα κοινά, όπως κάμουν πολλοί συνταξιοδοτημένοι δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιαίτερα δάσκαλοι και καθηγητές, στην προσπάθεια να  παραμείνουν κατά δύναμιν αγκυλωμένοι στο άρμα του δημόσιου βίου -τελευταίο φράγμα αντίστασης απέναντι στον αποκλεισμό από την ενεργή κοινωνία που η τρίτη ηλικία μοιραία φέρνει.

 Έτσι, στα πρώτα χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση, διατηρούσε ένα γραφειάκι στα δυτικά της πόλης, κοντά στο Λιμάνι και τα Δικαστήρια, απ’ όπου εθελοντικά διεκπεραίωνε σχετικές υποθέσεις κι εξυπηρετούσε οικογένειες με πολλά παιδιά. Τα χρόνια δημογραφικά προβλήματα της Ελλάδας, η μετανάστευση κι η υπογεννητικότητα, σήμαιναν ότι οι λίγες πολύτεκνες οικογένειες απολάμβαναν κρατικά μικρο-προνόμια κι επιδόματα, για τον απλό λόγο ότι είχαν να ταΐσουν πολλά στόματα σε γενικές συνθήκες κοινωνικής φτώχιας και ανεπαρκούς και γραφειοκρατικής πρόνοιας. Οι περισσότεροι πελάτες του κυρ-Γιάννη ήταν, λοιπόν, από τα χαμηλά μέχρι και λούμπεν στρώματα της πόλης και ιδιαίτερα της περιοχής και, βέβαια, από τους πολλούς Τσιγγάνους ανάμεσά τους. Φτωχοί, αμόρφωτοι άνθρωποι, που η αξεστοσύνη τους συμβάδιζε με την καλοκαγαθοσύνη κι αφέλειά τους, και τους οποίους - μου λέγανε - ότι ο παππούς τους αντιμετώπιζε με υπομονή, καρτερικότητα κι αξιοπρέπεια. Ο νεανικός του ιδεαλισμός περί κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών, που ως δάσκαλος και συνταξιούχος δεν τον εγκατέλειψε (και δεν θα μπορούσε να τον εγκαταλείψει!) θα συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην ικανοποίηση που αντλούσε, ενώ για τους υπόλοιπους της οικογένειας φαινόταν μια άχαρη ενασχόληση. Άλλωστε, έσπαγε και την ρουτίνα και κοινωνική περιθωριοποίηση και μοναξιά που συνοδεύει και το βάρος τους μεγαλώνει με τα γηρατειά. Η θεία Λ., με το ταλέντο της να υποδύεται πρόσωπα και χαρακτήρες, μας διηγείτο αργότερα ένα περιστατικό που κάθε φορά προκαλούσε ξεκαρδιστό γέλιο στη ομήγυρή: Ο πατέρας μιας φαμίλιας Τσιγγάνων που περίμενε λίγη ώρα παραπάνω έξω από το γραφειάκι του Συλλόγου Πολυτέκνων, μόλις είδε τον παππού να εμφανίζεται στην άκρη του σκοτεινού διάδρομου σηκώθηκε από τον πάγκο και με ανοιχτά χέρια, ελαφρώς εκνευρισμένος, του είπε: «Που είσαι, Πρόεδρε, και σε περιμένουμε τόσες ώρες; Για χέσιμο πήγες;». Ο παππούς του απάντησε ψύχραιμα, αλλά συνοφρυωμένος και με στόμφο: «Τα πολλά λόγια δεν μου χρειάζονται…». Η οικογένεια των Τσιγγάνων, ασυναίσθητη της αναίδειας στη συμπεριφορά της, που ίσως να οφειλόταν σ’ έναν γνήσιο εκνευρισμό για την αδικαιολόγητα μακροχρόνια αναμονή, ίσως να ειπώθηκε ως ένα χοντροκομμένο χωρατό, αναμενόμενο από αμόρφωτους ανθρώπους, ακολούθησε τον κυρ-Γιάννη, με τον πατέρα Τσιγγάνο να οδηγεί σοβαρός και αγέλαστος, με μια λέξη τσαντισμένος, είτε από την άσκοπη αναμονή, είτε από τη μη αναγνώριση του παππού της χιουμοριστικής του διάθεσης. Τον ακολούθησε όπως το Ποίμνιο ακολουθεί κάποιον θεό-Πατέρα, παρατάχτηκε μπροστά στο μικρό γραφειάκι, ο πατέρας Τσιγγάνος, τα χέρια διπλωμένα με μπραβάντο μπροστά στο στήθος πάνω από μια μεγάλη στρογγυλή κοιλιά, ένα μωρό στην αγκαλιά της νεαρής γυναίκας του, αλλά δυο κουτσούβελα κρεμασμένα από το πλούσιο, πλουμιστό φόρεμά της. Η υπόθεση τους διεκπεραιώθηκε σε λίγα λεπτά χωρίς καμιά κουβέντα, χωρίς ευχαριστώ, χωρίς χαμόγελα, ένα τελικό: «Ορίστε, το πιστοποιητικό σας, κύριε!» από τον παππού, με τη σχολαστικότητα κι ευσυνειδησία που ανέκαθεν διέκρινε τον ίδιο -και το «οικ...αίϊκο» εν γένει.

Η καθαριότητα και επιμέλεια του σπιτιού, των δυο βεραντών, του μικρού παρτεριού στο μπροστινό μέρος, και της μεγάλης αυλής στο πίσω μέρος, που μέχρι τότε, πέρα από ένα τσιμεντένιο κομμάτι κάτω από τη βεράντα ήταν ένας αυτοσχέδιος κι ακατάστατος μπαχτσές λαχανικών με λίγα διάσπαρτα δέντρα φρούτων (μια καϊσιά, μια βερικοκιά και κανα δυο συκιές), το κλήμα με τα ξινοστάφυλλα μπροστά από τα χαμόσπιτο των προγόνων και το κοτέτσι, την ακακία πάνω από τη βρύση κοντά στην πόρτα του φράκτη, το χωρίς πολλές φορές νόημα και σκοπό καθημερινό σκούπισμα, το τάισμα των πουλερικών, το πότισμα των παρτεριών, όλες αυτές τις αναρίθμητες μικροδουλειές της καθημερινότητας στο χωριό, που γίνονται ασυνείδητα, κι ούτε απαριθμούνται, ούτε ανασκοπούνται στο τέλος της ζωής, μολονότι στη ζωή των γυναικών του χωριού εκείνης της εποχής καταλάμβαναν το μέγιστο κομμάτι της, γίνονταν με ζήλο κι επιμονή και σχολαστικότητα από τις δύο ανύπαντρες θείες μου. Και έδιναν, όπως γίνεται πάντα με ασχολίες ρουτίνας, μια ψευδαίσθηση σταθερότητας. Η γιαγιά, όσο καιρό βαστούσαν τα ποδάρια της, το ένα κουτσό με το ισχίο φθαρμένο από αρθριτικά, το άλλο να στηρίζει το μεγαλύτερο βάρος ενός σκεβρωμένου κορμιού που είχε από καιρό παραδοθεί στη φθορά του χρόνου, αν και μέτρια μαγείρισσα αναλάμβανε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγειρική, τις προμήθειες, την προετοιμασία του φαγητού, το καθάρισμα μετά.

Η συνεισφορά του παππού σε αυτό που λένε «οικιακά» ήταν  το τσάπισμα γύρω από τα δέντρα του «μπαχτσέ», την καϊσιά, τη βερικοκιά, τις συκιές, μερικές σειρές από ντοματιές. Προς τα τέλη του φθινόπωρου αναλάμβανε την τακτοποίηση των τόνων καυσόξυλων που ένα φορτηγό ξεφόρτωνε κι αράδιαζε σε ένα σωρό στην αυλή, και στη διάρκεια του χειμώνα με ένα τσεκούρι τακτικά το κόψιμό τους πριν γίνουν φωτιά στο μεγάλο μαγκάλι της κουζίνας και την ξυλόσομπα του μικρού καθιστικού. Σε εκείνες τις δραστηριότητες, ιδιαίτερα την τακτοποίηση των ξύλων σε σειρές στον τοίχο κάτω από το υπόστεγο, πάντα συμμετείχα με τον παιδικό ενθουσιασμό για δουλειές ενηλίκων. ΄Όπως βοηθούσα και στο κόψιμό τους με το τσεκούρι: αρχικά υπό την επίβλεψη του παππού και την καθοδήγησή του και, τελικά, αυτόνομα -καθώς μεγάλωνα, παρά τις επιφυλάξεις των γυναικών, τις ανησυχίες μην πάθω τίποτε. Τις εργασίες αναβάθμισης του σπιτιού και του μπαχτσέ, όπως αυτές της πρόσοψης και της βεράντας, την περίφραξη της αυλής, το κτίσιμο της καινούργιας τουαλέτας δίπλα στα σκαλιά της βεράντας από πίσω, ώστε ο παππούς να μη διανύει μεγάλη απόσταση στη νυχτερινή του ούρηση, τις άφηνε σε ντόπιους μαστόρους υπό την διακριτική επίβλεψή και καθοδήγησή του.

Το μεσημεριανό του φαγητό, που συνήθως το έτρωγε σιωπηλός, καθισμένος μόνος στην κεφαλή του τραπεζιού. Εξαίρεση αποτελούσαν εκείνα τα Σαββατιάτικα μεσημέρια που, πριν έρθει σπίτι, στο δρόμο του από το Σύλλογο των Πολυτέκνων ή την αγορά περνούσε από το καφενείο της στροφής για μερικά ούζα. Αν ήξερε ότι βρισκόμουν στη Μαγνησία έφερνε κομμάτια ψητής κότας και καμιά λιχουδιά από ένα ψητοπωλείο παραδίπλα. Όταν άνοιγε, χαμογελώντας και ελαφρώς κορδωμένος, το λαδόχαρτο μέσα στο οποία ήταν τυλιγμένα αυτά ανέδυαν μιαν καταπληκτική μυρωδιά που αναστάτωνε τις αισθήσεις και κορύφωνε την απογεματινή μου όρεξη μετά από ώρες παιχνιδιού. Τότε, ζαλισμένος κι από τα ούζα που προηγήθηκαν στο καφενείο, γινόταν ξάφνου λαλίστατος κι άρχιζε να απευθύνει οδηγίες και διαταγές γύρω του: «Για φέρε, βρε Λ., το ψωμί!»· «Γιατί δεν υπάρχει γιαούρτι εις το ψυγείον;»· «Εσύ, Δ. να στρωθείς να μάθεις μερικά γράμματα, να αποκτήσεις μόρφωση, γιατί δεν σε βλέπω να προκόβεις στην ζωή! Το απαιτεί η κοινωνία σήμερα…». Ή, θα πείραζε τη Βασιλική και το κουτσό δεξί της πόδι, το ανεπαίσθητο κουσούρι των νιάτων της που τα αρθριτικά χειροτέρευσαν κι έκαμαν εμφανές: «Θα πάμε στο νοσοκομείο να μου κόψουν το ποδάρι και να το φυτέψουν σε σένα…»· ή, στον πληθυντικό ευγενείας: «Όταν σας έβλεπα, κυρά μου, στα νιάτα σου επίστευα ότι μου εκάματε σκέρτσα με το περπάτημα σας!» 

Saturday, October 20, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 17 Στη Σύνταξη

Ο κυρ-Γιάννης βγήκε στη σύνταξη λίγο πριν από τη χρονιά που γεννήθηκα. Όντας παιδί και γυμνασιόπαιδου, οι συναντήσεις μου με τον παππού ήταν περιστασιακές και η σχέσης μας, μέχρι το τέλος, παρέμεινε αδύναμη. Oι κουβέντες που ανταλλάξαμε -με κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο, πέρα από μερικούς τυπικούς χαιρετισμούς, πέρα από τα «Πως πάμε, Λ.;» από μέρους του και το ξερό και παιδικό, μονολεκτικό και υποτονικό, μη παρεξηγήσιμο από τους μεγάλους «Καλά…» από μέρους μου- λιγοστές. Οφειλόταν, από τη μια μεριά, στην απέραντη συστολή και αφόρητη ντροπαλοσύνη μου -αφόρητη για μένα, κυρίως, καθώς θα έτρωγε εσαεί τα δικά μου σωθικά- αυτό το διά βίου ανυπέρβλητο εμπόδιο στο λόγο να εκφραστώ με ευφράδεια κι αυθόρμητα με ανθρώπινη μιλιά. Από την άλλη μεριά, οφειλόταν στο δασκαλίστικο, πατερναλιστικό ύφος του παππού, που τοποθετούσε τους ανθρώπους γύρω του σε μιαν απόσταση και δημιουργούσε κάποιο χάσμα ψυχοπνευματικής φύσεως, μια ζώνη ψυχρότητας γύρω του. Αλλά και η σχετικά μεγάλη φυσική απόσταση για τα δεδομένα της εποχής του χωριού από το σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη -μια-δυο ώρες με τα λεωφορεία μέσα από την πολυσύχναστη πόλη, ούτε εκείνη βοηθούσε.

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν οι αναμνήσεις από τις βόλτες με τον παππού, από εκείνους τους λίγους περιπάτους μας όπου κρατώ χέρια αμίλητοι, όπως γίνεται με δύο ψυχρούς και συνεσταλμένους τύπους που τους χώριζαν δυο γενιές. Περίπατοι γύρω από τον Λευκό Πύργο, στο πάρκο της ΧΑΝΘ, στον υποτυπώδη ζωολογικό του κήπο με τους φασιανούς και μιαν θλιμμένη αρκούδα που μύριζε από μακριά· που κατέληγαν, εν είδη ψυχαγωγίας, σε μια ή δυο σβούρες στο στροβιλοδρόμιο με τα ξύλινα αλογάκια, πριν τον αποχαιρετισμό και την παράδοση μου, ασφαλή και ακέραιο (καθήκον ιερό παππούδων και γιαγιάδων που τους ανατίθεται η φύλαξη ενός παιδιού), στη Μάνα. Συχνά, τα μεσημέρια πριν τον αποχαιρετισμό, μεσολαβούσε κολατσιό με τοστ «ζαμπόν-κασέρι» και πορτοκαλάδα «Φλώρινα-Ξινό Νερό» για μένα, ουζομεζέδες για τον παππού, στο ξακουστό αναψυκτήριο του Ξαρχάκου, όπου οι σειρές από τα τραπέζια κάτω από τις πράσινες τέντες διχοτομούσαν τότε με μιαν ίσια απέραντη γραμμή το πάρκο, από το ύψος της ΧΑΝΘ μέχρι το Βασιλικό Θέατρο, και χώριζε ένα πεζόδρομο που βούιζε από Σαλονικιώτικες φαμίλιες τ’ ανοιξιάτικα, κυριακάτικα πρωϊνά και απογέματα και τα δροσερά καλοκαιρινά βράδια. Όλα αυτά τα σκόρπια θραύσματα μνήμης από τη μακρινή παιδική ηλικία, εντυπώσεις αμυδρές κι ακατάστατες, χρονολογικά άτακτες, υπερκεράστηκαν, σπρώχτηκαν στα βάθη του μυαλού ή και συνθλίβηκαν από το ακάθεκτο διάβα των χρόνων, από άλλες μεγαλύτερης βαρύτητας και έντασης εντυπώσεις. Η νοσταλγία, όμως, αυτό το πάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, το διακριτό γλυκόπικρο αίσθημα που μας κυριεύει που-και-που μέσα από αναπολήσεις, πιο συχνά όσο πλησιάζουμε το τέλος της ύπαρξης, ένα αίσθημα που επανεμφανίζεται σα μια ανεπούλωτη πληγή στην ψυχή, και που είναι δύσκολο να κλείσει ενόσω το μυαλό φτερουγίζει από τη μια απόμακρη ανάμνηση στην άλλη, αυτή η νοσταλγία φουντώνει αμείωτη κι ενίοτε ενισχυμένη με το πέρασμα των χρόνων, το αποτέλεσμα στην ψυχή δυσανάλογα ισχυρό σχετικά με το μέγεθος του αιτίου: τα θρύψαλα μνήμης, τα ασήμαντα γεγονότα ενός απομακρυσμένου παρελθόντος, το βάρος ενός καιρού που πέρασε χωρίς να το αντιληφθούμε.   

 Ήμουν πολύ μικρός τότε. Τον παππού δεν τον θυμάμαι να είχε περάσει από το σπίτι των παιδικών μου χρόνων στις παλιές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Ίσως εξαιτίας εκείνης της παροιμιώδους «οικ...αίϊκης» διακριτικότητας, του «να μη γινόμαστε βάρος σε άλλους», ενώ το ψυχικό βάρος που οι «Οικ...αίοι» ένιωθαν ήταν κάτι τις ποιοτικά και ποσοτικά αδιευκρίνιστο. Ποτέ δεν θα ερχόταν ακάλεστος και δεν θυμάμαι να τον κάλεσε η κόρη του και, οπωσδήποτε, ούτε ο Πατέρας. Καλεσμένος ή ακάλεστος, όμως, δεν θα ερχόταν κυρίως γιατί φοβόταν ή ένιωθε στενάχωρα στην παρουσία του Πατέρα. Η επίσης παροιμιώδης ευαισθησία του γένους του παππού θα υπέφερε δυσανάλογα από αναπόφευκτες μικρο-συγκρούσεις εξαιτίας του άκαμπτου πνεύματος και ιδεών, της ακατάπαυστης, παρορμητικής και κατηγορηματικής, σχεδόν επιθετικής αντιλογίας που διέκρινε τον Πατέρα, τον αντιφάσκοντα με αυτόν του συνομιλητή του λόγο, πολλές φορές με τον ίδιο του τον εαυτό -από τη μια δήλωση στην άλλη, ακόμα και από τη μια πρόταση στην επόμενη. Μιας αντιλογίας που οι συνομήλικοί του πολλές φορές έβρισκαν ανυπόφορη και την απέκρουαν εις είδος, ενώ σε έναν ηλικιωμένο σαν το παππού φαινόταν αποφευκτέα και θα γινόταν αφόρητη. Ο Πατέρας, από τη μεριά του, στις λίγες επισκέψεις του στη Μαγνησία, εκδηλωνόταν συνήθως μέσα από ένα στάνταρντ μενού ειρωνικών και υποτιμητικών, δήθεν «χιουμοριστικών» σχολίων, συμπεριφορών οι οποίες, αν και κρυμμένες πίσω από καλές προθέσεις, αβλαβείς και αθώες στο στενό οικογενειακό κύκλο που τον γνώριζε και που συνήθως τα προσπερνούσε με αδιαφορία ή ένα προσποιητό χαμόγελο, σε άγνωστους ή ευαίσθητους κύκλους παραχωρούσαν ικανό έδαφος για παρεξηγήσεις, μέχρι κι άσχημες αντιδράσεις και καυγάδες. Ο Πατέρας αυτοπροβαλλόταν τουλάχιστον στο χωριό της Μαγνησίας ως ένας διανοούμενος, δήθεν αστός, αν και το τελευταίο όχι εκ καταγωγής, πτυχιούχος ανώτατης σχολής -σε αντιδιαστολή με τα πνευματικά υποδεέστερα «χωριατάκια» γύρω του. (Τη Μάνα την αποκαλούσε συχνά «χωριατάκι», μεταξύ σοβαρού και αστείου. Αυτό το θυμάμαι. Το «σοβαρό» μέρος του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού ζύγιζε βαρύτερα, γιατί κάτι τέτοιο, αν και εκφραζόταν αρχικά ως αθώο πείραγμα που δυνητικά οδηγούσε σε αχρείαστους εκνευρισμούς.  Συνήθως και κατά βάθος, όμως, το εννοούσε.) Θεωρώ, λοιπόν, ότι εκείνο το «χιούμορ» του Πατέρα ούτε ο παππούς το εκτιμούσε ιδιαίτερα, ενώ ουδέποτε έδινε συνέχεια ή ανταπαντούσε σε επίμαχες συζητήσεις, ιδιαίτερα γύρω από οικονομικά και πολιτικά θέματα, αλλά συνήθως αποσυρόταν διακριτικά στο χώρο του. Παρόλα αυτά κρυφά στο νου του πρέπει να καλλιεργούσε κάποιον σεβασμό, ίσως και θαυμασμό, προς το μορφωμένο, τον ξύπνιο και καλοστεκούμενο μορφονιό και οπωσδήποτε ευθαρσή και δυναμικό γαμπρό του.

Μετά τη γέννηση του αδερφού μου, μας έπαιρνε στο τηλέφωνο κυριακάτικα απογέματα, μισοζαλισμένος από τα ούζα του καφενείου που είχαν προηγηθεί, πάντα με τη χαρακτηριστική ουβερτούρα σε δασκαλίστικη ημικαθαρεύουσα, όποτε ήμουν εγώ που σήκωνα το τηλέφωνο: 

«Με ποίον κύριον έχω την τιμήν να ομιλώ;»

«Ο Λ. είμαι, παππού...»

«Τι φκιάνουμε, ορέ Λ.; Τι γινόμεθα; Πως βαίνουν τα πράματα;»

«Ε, καλά είμαι...»

«…»

«Η μητέρα σου που βρίσκεται, ορέ;»

«Εδώ είναι…Μαμά!»

Η συνδιάλεξη κάπου εκεί τελείωνε αμήχανα, μάλλον απότομα, όποτε και παρέδιδα το τηλέφωνο στη Μάνα. Αλλά ούτε κι εγώ τιμούσα τον παππού και τη γιαγιά επαρκώς με την παρουσία μου στο σπιτικό τους, της Μαγνησίας ως παιδί, και σπανιότατα αργότερα ως έφηβος. Συνήθως επισκεπτόμαστε με τη Μάνα παίρνοντας το ΚΤΕΛ που τα κυριακάτικα, ηλιόλουστα πρωϊνά μας περίμενε στην ώρα του πίσω από τα Μπέη Χαμάμ, κι άλλες, λιγότερες φορές, συνοδεία του Πατέρα, του αδιαμφισβήτητου, καμαρωτού οδηγού των πρώτων ΦΙΑΤ της οικογένειας. Καθώς διασχίζαμε με το λεωφορείο ή το αυτοκίνητό μας τον κύριο δρόμο του χωριού μου έκαναν εντύπωση και ταυτόχρονα προκαλούσαν την αμηχανία, τα περίεργα, καρφωμένα –στο αυτοκίνητο και τους επιβάτες του- βλέμματα των χωρικών, των Μαγνησαλήδων, περαστικών ή καθισμένων στα καφενεία και τις βεράντες των σπιτιών της Μαγνησίας. Και παρέμεναν εκείνα τα μάτια τους κολλημένα πάνω μας, μέχρι που απομακρυνόμασταν μακριά από το οπτικό τους πεδίο. Είμαστε φάτσες αγνώστων, ξένων, και έπρεπε το μυαλό τους να διευκρινίσει τη σκούφια μας, την ταυτότητα, το σόι χωριανών που επισκεπτόμαστε. Για τον Πατέρα, φυσικά, εκείνα τα επίμονα βλέμματα των χωρικών της Μαγνησίας να παρακολουθούν την τροχιά μας, τα στραμμένα σε κάθε τι ξεχωριστό από τα πρόσωπα και αντικείμενα της καθημερινής τους ρουτίνας και οικειότητας, που ακόμα και σήμερα τ’ αντιλαμβάνομαι όταν οδηγώ στους δρόμους της, ανατροφοδοτούσαν τις αντιλήψεις του περί «χωριατιάς» και της πολιτιστικής καθυστέρησης που αυτή η έννοια υπονοεί.

Σε κάθε επίσκεψη στη Μαγνησία, οι κουβέντες που ανταλλάζαμε προσωπικά και κατ’ ιδίαν με τον παππού ήταν κι αυτές λιγοστές, ελάχιστες και μικρές για να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα στη μνήμη. Είμαστε κι οι δυο μας από τη φύση μας λακωνικοί, λακωνικότατοι, κάτι που βέβαια πάει χέρι-χέρι με τη συστολή και την αυτοεξέταση που χαρακτηρίζει ορισμένους ανθρώπους. Του ίδιου ο λόγος είχε κατηγορηματικότητα κ επιβλητικότητα, που δύσκολα επιδεχόταν αντίρρηση ή έστω κάποια αμφισβήτηση από το στο στενό του περιβάλλον στην οικογένεια και το χωριό, τουλάχιστον από τις παρευρισκόμενες γυναίκες, την κυρά-Βασιλική, τις θείες, τη Μάνα. Μόνον η θεία Α., όποτε ανέβαινε από την Αθήνα, παρατηρούσα ότι γινόταν πηγή και στόχος αντιπαράθεσης και κριτικής και ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, είτε για περιουσιακά θέματα, είτε για την αποκατάσταση των ακόμα ανύπαντρων θείων, που οδηγούσαν σε φωνές και διενέξεις, και το κατά τα άλλα περιβάλλον παραδειγματικής στο χωριό ηρεμίας διαταρασσόταν. Σ’ εκείνα τα περιστατικά, όπου η φωνή του κυρ-Γιάννη ανέβαινε σε ένταση και η γνώμη και λόγος του γίνονταν εμφατικοί, δεν θυμάμαι να έπαιρνε κανείς το μέρος της θείας Α. Στεκόταν αγέρωχη και απομονωμένη στο κέντρο της κουζίνας να εκφράζει με ανάλογης έντασης φωνή άφοβα δηκτικές απόψεις, ο παππούς απαντούσε με στόμφο από την θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, χωρίς να σηκώνει το κεφάλι από το φαγητό του, ενώ η κυρά-Βασιλική παρακολουθούσε ουδέτερη, αμίλητη από το ντιβάνι στον τοίχο. Οι υπόλοιπες αδερφές μπαινόβγαιναν στην κουζίνα και με λίγα λόγια σ’ εκείνες συζητήσεις, αλλά σε κάθε ευκαιρία την κακολογούσαν ψιθυριστά πίσω από την πλάτη της: η θεία Α. ήταν ήδη χαρακτηρισμένη ως η κακή και δύστροπη της οικογένειας, περισσότερου λόγω του αδιάλλακτου ύφους, παρά του ενός κατά βάθος ακέραιου χαρακτήρα

Sunday, October 7, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 16 Χρόνια ομαλότητας

Στο σπίτι επικρατούσε ένας παραδοσιακός πατερναλισμός, αυστηρός και μη αμφισβητήσιμος, όπως θα περίμενε κανείς από μια οικογένεια χωρίς άρρενα πλην του παππού μέλη. Αυτός ήταν η αδιαφιλονίκητη κεφαλή της. Το δασκαλίστικο ύφος, οι σοφιστείες και σαρκασμοί, οι ισχυρές, μη ανοιχτές σε διάλογο γνώμες, οι οδηγίες και διαταγές, οι περιστασιακές αγορεύσεις, με φράσεις πάντα άψογα συντεταγμένες και το στήριγμα ενός πλούσιου, ασυνήθιστου για την κουλτούρα του χωριού λεξιλογίου, οι βαρυσήμαντες λέξεις κι εκφράσεις κι ο στόμφος προς τις γυναίκες του σπιτιού ιδιαίτερα και σχεδόν καθημερινά, αλλά και προς μαγαζάτορες, πραγματευτάδες και μαστόρους κατά δεύτερο λόγο, δεν γίνονταν ως τέτοιες εύκολα επιδεκτικές προς αμφισβήτηση. Εξαιτίας της μορφής και στυλ περισσότερο, παρά αυτού καθαυτού του περιεχομένου, άφηναν αποσβολωμένο και με δέος τον αποδέκτη του λόγου του. H κυρά-Βασιλική μοιραία ζούσε στο περιθώριο της οικογενειακής ζωής, στη βαριά σκιά του κυρ-Γιάννη, του δάσκαλου, του διευθυντή. Η κοινωνική της ζωή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και αναλωνόταν στα όρια του μικρού χωριού, πέρα από λίγες ψυχαγωγικές επισκέψεις στην Θεσσαλονίκη. Έσερνε το κουτσό πόδι, με αρθριτικά από την κλιμακτήριο να χειροτερεύουν με το χρόνο, την αρτηριακή πίεση υπό έλεγχο με φάρμακα, και με τα χρόνια να περνούν η Βασιλική περιοριζόταν σε μικρές διαδρομές από τον μπαχτσέ και το μαγειρείο της βεράντας στην τραπεζαρία, το πολύ μέχρι το μπακάλικο απέναντι, στις γιορτές στην εκκλησία και τα πανηγύρια. Η περισσότερη ενέργειά της εξαντλούνταν σε μαγείρεμα και την καθαριότητα, οι κοινωνικές της συναναστροφές στις λιγοστές κουβέντες από το φράκτη του μπαχτσέ στην τουρκική γλώσσα με τους Προυσσαλήδες γείτονες ή στα ελληνικά με τους Νταρντωναίους λίγο παραπάνω στο δρομάκι ή περαστικούς συγχωριανούς. Με αγαπούσε λογικά και με τρυφερότητα, σαν το πρώτο εγγόνι που γνώρισε, και την αγάπη της την εκδήλωνε με πίττες, τα πιττάρια με ζάχαρη, τα μπουρέκια, και τις άλλες πολίτικες σπεσιαλιτέ που ετοίμαζε όταν επισκεπτόμαστε. Πάντα με ρωτούσε αν τα εδέσματα μου άρεσαν, πάντοτε απαντούσα καταφατικά χωρίς πολλά «ευχαριστώ» και, πάντα, ως ένδειξη ικανοποίησης και έκφρασης ευγνωμοσύνης για τις καταφατικές μου απαντήσεις και την χαμογελαστή και εύχαρι αποδοχή και κατανάλωση εκ μέρους μου των εδεσμάτων της,  με προσφωνούσε με τούρκικα επιφωνήματα, όπως «αχ, πασά μ’», «αχ, γιαβρί μ’», «μπαμπατζί μ’».

Τις κόρες του ο κυρ-Γιάννης τις ώθησε να σπουδάσουν. Πάση θυσία και πολλές φορές με το ζόρι. Με εξαίρεση την Αλίκη, την αντάρτισσα του σπιτιού με τον δυναμικό χαρακτήρα, που για κάποιο λόγο έγινε νοσοκόμα και έφυγε νέα για την Αθήνα όπου και βρήκε τον δρόμο και την τύχη της, η Λίτσα, η οποία εμφανιζόταν γενικά απρόθυμη για ανώτερη μόρφωση, καθώς η ζώνη μέσα στην οποία αισθανόταν άνετα με τον εαυτό και ευχαριστημένη ήταν ο στενός περίγυρος του σπιτιού, πέρασε τελικά μετά από αρκετές προσπάθειες στη Νομική. Εξάσκησε, εξίσου απρόθυμα και με το στανιό, το επάγγελμα του δικηγόρου σε μιαν απόλυτη, άχρωμη βάση του, συνεπίπεδη με διεκπεραίωση γραφειοκρατικών διαδικασιών και θελημάτων, που δεν απαιτούσαν τίποτε περισσότερο από γραφή κι ανάγνωση, ενώ η κύρια πελατεία της ήταν ανασυρμένη από την μάζα των  αγράμματων ή αστοιχείωτων χωρικών. Η μικρότερη αδερφή, η Δόμνα, χαριτωμένη όσο και ευαίσθητη, επίσης μετά ανάλογων βασάνων και δακρύων «έβγαλε» την κατά σύμβαση τότε υποδεέστερη ΠΟΕ Θεσσαλονίκης, έμαθε μεταξύ άλλων γαλλικά και δακτυλογραφία ως συμπληρωματικά προσόντα, αλλά παρέμεινε μια ζωή ανεπάγγελτη, χωρίς κάποια ανιχνεύσιμη προσπάθεια και πρωτοβουλία από μέρους της να απασχοληθεί κάπου. Μάλλον δεν την τραβούσε η δουλειά ή οποιαδήποτε δουλειά της φαινόταν ένα δυσθεώρητο βουνό που την φόβιζε να ανέβει.   

Η Μάνα ήταν κάπως περισσότερο κοινωνική, κοσμοπολίτικη και ικανή, αν και, κατά τα φαινόμενα, λιγότερο δυναμική από την Αλίκη, ίσως ακόμα και από την Λίτσα, αν και η τελευταία απέφευγε τα μεγάλα εμπόδια που βάζει μπροστά μας η ζωή ώστε να μετρηθεί ο δυναμισμός και η καπατσοσύνη της. Πέρασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία με την πρώτη φορά το 1956. Με τον αντικομουνισμό στο απόγειό του, η εγγραφή στην Ακαδημία όμως χρειαζόταν «Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων», το ίδιο που χρειάστηκε και για το οποίο πάλεψε ο παππούς ώστε να αναδιοριστεί ως δημοδιδάσκαλος. Έτσι, Μάνα και κυρ-Γιάννης ένα πρωϊνό, καλοντυμένοι, κουμπωμένοι και «τρακαρισμένοι»,  κατέφτασαν στο Αστυνομικό Τμήμα που κρατούσε τα οικογενειακά του στοιχεία –το «φάκελο» του, κοντά στο πρώην 4ο  Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης στη Συγγρού κάτω από το Διοικητήριο. Τον κυρ-Γιάννη και το παρελθόν του οι προϊστάμενοι αξιωματικοί τα γνώριζαν και καλά μάλιστα. Εκεί κοντά, εντός των ορίων δικαιοδοσία του Τμήματος,  είχε ανακριθεί και φυλακιστεί πριν την εξορία της Λήμνου. Ο φάκελος του δεν είχε ακόμα μαζέψει αρκετή σκόνη στα αρχεία της Ασφάλειας. Ο εντεταλμένος μοίραρχος αστυνομικός ήταν άσπονδος εχτρός του. Όχι ότι υπήρχε κάποια ανοιχτή προσωπική βεντέτα, αλλά κάποιες μέρες, κάποια λόγια και πράξεις, εις βάρος ίσως μελών του συναφιού του, είχαν κολλήσει σε κάποια γωνιά της μνήμης του. Και το καθήκον στην διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας του έθνους, καθήκον.

Ο κυρ-Γιάννης δεν πλησίασε στο Τμήμα των εφιαλτών του παρελθόντος του, αλλά περίμενε έξω από το απέναντι περίπτερο με τα χέρια στην τσέπη του γκρίζου παντελονιού, προσποιούμενος το διάβασμα επικεφαλίδων των εφημερίδων. Η Μάνα, τρεμάμενο φυλλαράκι δεκαοχτώ χρονών, σ’ ένα εμπριμέ και νεανικό, αλλά σεμνό φόρεμα, μπήκε στο γραφείο που χορηγούσε το ζητούμενο πιστοποιητικό, με το χαρτί της αίτησης στα χέρια της, στάθηκε μπροστά στο γραφειάκι του αξιωματικού της υπηρεσίας και ψέλλισε:

«Λέγομαι Οικονόμου Θεοδώρα του Ιωάννου και αιτούμαι Πιστοποιητικό Φρονημάτων… για την εγγραφή μου στην Ακαδημία που πέρασα... Παρακαλώ!»

«Για ποια Ακαδημία;» τη ρώτησε απότομο ο συνοφρυωμένος αξιωματικός, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την πρωτοκολλημένη αίτηση μπροστά του.   

«Την Παιδαγωγική, στην Αρχαιολογικού Μουσείου... Πέρασα από τις πρώτες.»

Ο αξιωματικούς αφού τράβηξε ένα ταλαιπωρημένο και λιγδιασμένο ντοσιέ, σχετικά ευμέγεθες, από την αρχειοθήκη πάνω στο γραφείο του, το ξεφύλλισε κι απάντησε με ένα σχεδόν σαρδόνιο, στραβό χαμόγελο, που εξαντλήθηκε γρήγορα με μια εκπνοή αυτοϊκανοποίησης από τη μύτη:

«Αχά! Tου δάσκαλου του Ο. η κόρη είσαι, κοπέλα μου! Δεν μου ‘λες, ο μπαμπάς σου σε έστειλε;»

«Ναι, κύριε… Με περιμένει απ’ έξω.»

«Δεν έχει το θάρρος ο μπαμπάς να έρθει ο ίδιος επάνω να μας δει;»  

Κοίταξε τη Μάνα, που στεκόταν όρθια μπροστά στο γραφείο του, την όμορφη, μικροκαμωμένη νέα κοπέλα με τα ξανθωπά μαλλιά και την πλεξούδα ριγμένη στην πλάτη της, τα δασκαλίστικα γυαλιά με το μαύρο κοκάλινο σκελετό της εποχής, με τη μια παλάμη να κρύβει την άλλη πάνω στο καλοκαιρινό φόρεμά, την κοίταξε με την αγριάδα των ματιών που κοιτάνε προς τα πάνω - πίσω από τα γυαλιά, με τα χείλι κλειστά και προς τα έξω, το στόμα να σχηματίζει καμπύλη προς τα κάτω υπό την πίεση της κάτω γνάθου στην πάνω, ένδειξη μίγματος απογοήτευσης κι αυστηρότητας, ενώ το κεφάλι ήταν ακόμα σκυμμένο στο γραφείο. Έβαλε την αίτηση στο ανοιχτό το ντοσιέ, έβγαλε τα γυαλιά του και αφού τα άφησε διπλωμένα παραπέρα στο γραφείο του, σαν να έλεγε «τετέλεσθαι», με γαλήνιο, αλλά κλινικό τρόπο είπε:

«Δεν έχει πιστοποιητικό για σένα, κοπέλα μου. Ο μπαμπάς σου τα πρόκοψε σα δάσκαλος τα ελληνόπουλα, τώρα θέλει να τα προκόψεις κι εσύ!»

Η Μάνα έφυγε σα μια βρεγμένη γάτα ψιθυρίζοντας μισο-κλαμένη ένα: «Καλά… Χαίρετε...», παντελώς αδύναμη μπροστά στα επιφάνεια της άκαμπτης εξουσίας, πήρε τον παππού που καρτερικά περίμενε απ’ έξω και γύρισαν και οι δυο τους κατηφείς και αμίλητοι σπίτι. Μερικές βδομάδες αργότερα θα μεσολαβούσε ξανά, με ένα απλό τηλεφώνημα, ο Πέτρος ο Γαρουφαλιάς, ο πολιτικός από την Άρτα, όπως συμπαραστάθηκε ως συμπατριώτης, φίλος και μακρινός συγγενής στον αναδιορισμό του παππού μετά την εξορία. Και η Μάνα τελικά υπερέβη τον σκόπελο του διεστραμμένου ασφαλίτη εγγράφηκε στην Παιδαγωγικής Ακαδημία. Έτσι τακτοποιούνταν πολλές παρόμοιες υποθέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, και σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα, ένδειξη, λένε, της χαμηλής πολιτικής στάθμης και πολιτιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, μέσα από, και ίσως παρά, τις ταραχώδεις πτυχές της νεότερης ιστορίας. Στην περίπτωση της οικογένειας του παππού τέτοια μέσα επιστρατεύθηκαν για να υπερβληθούν άδικα και αυθαιρέτως στημένα εμπόδια. Με πιο ευθείς τρόπους θα αποδεικνύονταν ανυπέρβλητα και η μη υπέρβαση τους θα άλλαζε τον ρου της οικογενειακής μου ιστορίας. Τέτοια «μέσα» ασκήθηκαν σαν αντίβαρο σε μια κατάφορη αδικία, χωρίς να παραγνωριστεί η συνεισφορά της τύχης και των συγκυριών: η ύπαρξη κάποιου ισχυρού πολιτικού προσώπου στο στενό, προσβάσιμο κύκλο του παππού, και το μακρύ του χέρι.

Θα ήταν και το τελευταίο αξιοσημείωτο επεισόδιο στη ζωή της οικογένειας της Μάνας. Έκτοτε, τα τετριμμένα και καθημερινά εν οίκω και στον μικρής εμβέλειας επαγγελματικό (του σχολείου των Αμπελοκήπων), και κοινωνικό (του χωριού) κόσμο του κυρ-Γιάννη η κατάσταση εξομαλύνθηκε, παρά τις πολιτικές αναταράξεις ένθεν κι εκείθεν. Πιστεύω ότι ο κυρ-Γιάννης διατήρησε έναν πυρήνα προοδευτικών ιδεών, αλλά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Τις περίβαλλε με ένα πέπλο αδιαφάνειας, αρκετής ώστε να μην φανερώνεται  στο περιβάλλον ένα πιο «αγωνιστικό» παρελθόν. Στο σχολείο που ήταν Διευθυντής, στη διαπαιδαγώγηση των μαθητών και στο μάνατζμεντ των νεότερων δασκάλων, στην υπεύθυνη κι ευσυνείδητη ενημέρωση των κηδεμόνων για την πρόοδο των παιδιών και τη λειτουργεία του σχολείου, εναρμονίστηκε ως ένας άπταιστος, αδιάφθορος από επαναστατικά ή δυνάμει «ανατρεπτικά» δόγματα δημόσιος λειτουργός, εναρμονιζόταν με κυβερνητικές εγκυκλίους κι επιταγές, χωρίς αντιρρήσεις, ούτε καν κάποια ανεπαίσθητη πρωτοποριακή παρέκκλιση και πρωτοβουλία, παρά τις πολλές άσβηστες φωτιές στην πολιτική αρένα της Ελλάδος. Διάβαζα σε μια από τις ομιλίες του, γραμμένη πρόχειρα λίγο πριν από τη γέννηση μου προς εκφώνηση στο σχολικό εορτασμό της επετείου της «Επανάστασης του 1821», ίσως κάτω από τον ψυχικό καταναγκασμό του δασκαλίστικου-διευθυντικού καθήκοντος. Περιλάμβανε ασυνήθιστο για το επίπεδο του ακροατηρίου, αν και επιφανειακό και μη επίμαχο, πολιτικό περιεχόμενο. Από όσον τον γνώρισα, δεν θα εννοούσε πολλές από τις στερεότυπες φράσεις, ωστόσο απαραίτητες παρεμβολές σε ομιλίες κατά τις εθνικές επετείους -παρουσία παππάδων, τοπικών αρχών, κτλ., που έπρεπε να ακουστούν:   

«Οι Έλληνες του ’21 μπαίνουν με καλές προϋποθέσεις στον εθνικό τους αγώνα… Είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και έχουν συνείδησιν για τα δημοκρατικά τους δικαιώματα της ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Οι ήρωες το ’21 είναι κληρονόμοι της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως. Έχουν τοποθέτησιν χριστιανικήν και εμπνέονται στον εθνικό τους αγώνα από τις ιδέες του χριστιανισμού για αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, για δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, για ισότητα… Παραμένει ακόμα άλυτο το θέμα της Κύπρου… Ας ελπίσωμεν πως η νέα πολιτική δημοκρατική ηγεσία της Ελλάδος, η προελθούσα εκ των εκλογών της 16ης Φεβρουαρίου, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του βετεράνου πολιτικού αρχηγού Πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπανδρέου, και την συμπαράστασιν των ελευθέρων και δημοκρατικών λαών του κόσμου, να εύρη και το Κυπριακόν θέμα την λύσιν του με βάση την αυτοδιάθεσιν, την δημοκρατικήν αρχήν. Και τώρα φίλοι ακροαταί και δια να μην σας κουράζω περισσότερο σας καλώ να ζητωκραυγάσωμεν υπέρ του Έθνους, και της 25ης Μαρτίου και του νέου δημοκρατικού βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου: Ζήτω το Έθνος!!! Ζήτω η 25η Μαρτίου!!! Ζήτω ο Βασιλεύς!!!».

Η ιδεολογικοπολιτική μεταμόρφωση, από τον ασπασμό κάποιων υποτιθέμενων αριστερών δογμάτων την εποχή του τέλους της Κατοχής και του Εμφυλίου στην υιοθέτηση των εθνικών στερεοτύπων και την αποδοχή του status quo, δεν θα αργούσε να ολοκληρωθεί με την συνταξιοδότηση και τα γηρατειά. Ένας πολιτικός κύκλος, με τη μεταπολεμική εξομάλυνση και την εγκαθίδρυση μιας, κατά τα δυτικά πρότυπα, αστικής δημοκρατίας είχε κλείσει. Η ευθυγράμμιση με τα κυρίαρχα εθνικιστικά δόγματα που θα παγιωθούν στη μεταπολεμική Ελλάδα, τη δεμένη πλέον για τα καλά στο άρμα των Αμερικάνων και της Δύσης, ευθυγράμμιση έστω συμβολική, έστω και για τα μάτια εκείνου του απλοϊκού κόσμου που δεν σκάμπαζε πολλά περί την πολιτική και την ιδεολογία, του λαουτζίκου της Μενεμένης και των Αμπελοκήπων, ήταν πλήρης. Αυτά που διάβαζα ένα απόγεμα στους ξεθωριασμένους φακέλους με τις ομιλίες του δεν αντιστοιχιζόταν στην εικόνα που είχα σχηματίσει για τον παππού - από τις διηγήσεις των θυγατέρων του, από τον οικογενειακό θρύλο γύρω από την ιστορία και τ’ όνομά του. Αλλά η εικόνα αυτή, για τις ιδέες και απόψεις που κουβαλούσε από νέος ίσως να μην ανταποκρινόταν στην πραγματική, ίσως οι δικές μου πεποιθήσεις (και αντίστοιχες προκαταλήψεις, ασφαλώς!) εκείνης της εποχής να την παρέσυραν και να τη μόρφωσαν μέσα από τα δικά μου ύστερα μεταπλασμένα καλούπια και προκατασκευασμένα πρότυπα. Άλλωστε, είτε τέτοιες απόψεις από τη φύση τους ρέουν και η ουσία τους μεταβάλλεται διαρκώς, είτε, ελλείψει ουσίας, συνθέτουν ένα πολύχρωμο συνονθύλευμα, πολλές φορές από ζωηρές χρωματικές αντιθέσεις που συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα ή διαδέχονται χρονιά η μια την άλλη στη ζωή του ανθρώπου.

Στην οικογένεια του επέβαλλε από μιαν σαφή θέση κύρους και σεβασμού, αλλά επ’ ουδενί διαμέσου εξαναγκασμού με φωνές, καυγάδες ή κάποια μορφή ψυχικής βίας, μιαν ιδιόμορφη κουλτούρα, και διαμόρφωσε, μαζί ίσως με απροσδιόριστες γενετικές καταβολές, στις τρείς κόρες που έμειναν κοντά στην οικογένεια πολλά κοινά χαρακτηριστικά, και μιαν ιδιότυπη οικογενειακή ιδιοσυγκρασία. Στους διευρυμένους οικογενειακούς κύκλους αργότερα πολλές φορές άκουγα τα παρακάτω: «Έτσι είμαστε εμείς οι Οικ…αίοι»  ή «το οικ…αίϊκο δεν είναι για αυτά τα πράματα...». Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της «οικ…αίϊκης» ιδιοσυγκρασίας ήταν η υπερβολική ευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα, όπως τα λόγια ή οι ενέργειες του άλλου, που μέσα από μια δαιδαλώδη και διαδικασία μιας υπερανάλυσης τετριμμένων και παροδικών κατά τον κοινό νου συμβάντων, μιας αντιδιαλεκτικής απομόνωσης λέξεων ή αποσπασμένων από την ακολουθία και συσχέτισή τους γεγονότων και ενεργειών, οδηγούσε συχνά σε παρερμηνείες, παρεξηγήσεις, δυσανασχέτηση, στενοχώρια και θυμούς, αποκλεισμούς, εν ολίγοις δυσανάλογες και ασύμμετρες αντιδράσεις, και αρκετές φορές ένα οξύ αίσθημα αμηχανίας και ντροπής κι άλλες παρόμοιες ψυχικές φουρτούνες. Η αντανάκλαση της «οικ…αίϊκης» προσωπικότητας στον καθρέφτη συνοψιζόταν από μιαν σχεδόν μόνιμη ανησυχία, σε βαθμό παράνοιας, για τα «μάτια του κόσμου» που την κοίταζαν αδιάκριτα, «για το τι θα πει ή πως θα μας δει ο κόσμος» για το πως θα φανεί στον κόσμο κάθε πράξη που θα γινόταν, πως θα ακουστεί κάθε φράση που θα λεγόταν, κάτι που πολλές φορές οδηγούσε σε προσποίηση για το «θεαθήναι» και στη διπλοπροσωπία. Και αυτή η συναισθηματική υπερευαισθησία σε μια υποβόσκουσα ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και αρνητικής προδιάθεσης ως προς την έκβαση οποιουδήποτε προβλήματος, αυτο-ανατροφοδοτείτο από την οικογενειακή εσωστρέφεια κι έναν σχετικό με αυτήν κώδικα συμπεριφοράς, όπου η μια αδερφή θα κουβέντιαζε και θα υπερανέλυε ad nauseum με την άλλη το ένα και το αυτό περιστατικό, από κάθε δυνατή σκοπιά, όρθιο και αναστραμμένο, μέσα από έναν ένα αέναο κύκλο τηλεφωνημάτων και επισκέψεων. Στο τέλος, σχεδόν πάντα, η όλη αναμπουμπούλα αποδεικνυόταν ατελέσφορη, η αναλωμένη ισχύς εξ ολοκλήρου άεργη, ακόμα και όταν – σε ελάχιστες περιπτώσεις – αυτές οι αναλύσεις και συζητήσεις στόχευαν σε κάτι. Τέτοιου είδους ψυχικές εντάσεις γρήγορα εξασθενίζονταν, μέχρι την επόμενη κορύφωσή τους.

Η οικογενειακή εσωστρέφεια από την άλλη μεριά, ένα αδιευκρίνιστο, αλλά ισχυρό κέντρο βάρους προς το οποίο συνέκλιναν ανέκαθεν οι τρεις αδερφές, ίσως εν μέρει να καλλιεργήθηκε από το παρελθόν του κυρ-Γιάννη, ίσως να επιβλήθηκε υποσυνείδητα από τον ίδιο, ίσως να οφείλεται στη ζωή στη μικρή κοινωνία του χωριού, την πολιτιστικά υποδεέστερη από την πόλη που μεγάλωσα, ίσως από περιορισμένες έμφυτες δυνατότητες, ίσως (και το πιο πιθανό) να οφείλεται στο σχετικά μεγάλο έλλειμμα εμπειριών και τριβής με τον πλατύτερο έξω κόσμο – μέσα από τη δουλειά, τις σπουδές, την πολιτική ή και το μεγάλωμα παιδιών, καθώς οι δυο από τις αδερφές δεν απέκτησαν παιδιά. Το λογικό αποτέλεσμα ήταν μια αδυναμία αντιμετώπισης και ξεπεράσματος των εμποδίων που παρουσιάζει η ζωή μπροστά μας, πέρα των τετριμμένων προβλημάτων με προφανείς λύσεις, η αναποφασιστικότητα ενώπιον υπαρξιακών διλλημάτων που επιζητούν επιλογές, καλές ή κακές, και η ανάληψη ευθυνών απέναντι στις πιθανές συνέπειές τους, οι χαμηλοί, πολλοί χαμηλοί ορίζοντες× η επαναληπτική βίωση της καθημερινότητας, η βασανιστική επανάληψη των τετριμμένων και άχρωμων συστατικών της – οι δουλειές του σπιτιού, τα ψώνια από τη λαϊκή, το καφεδάκι με τη γειτόνισσα, το τηλέφωνο στις αδερφές, και τανάπαλι.

Και τα γράφω όλα αυτά για το «Οικ…αίϊκο» γιατί, με την ωρίμανση και τις αντανακλάσεις του εαυτού μου στη συνείδηση, στους διαλόγους με αυτήν, διαπίστωσα ότι κληρονόμησα, εν μέρει από τις εντυπώσεις που δημιούργησαν και άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην εύπλαστη παιδική ψυχή οι ανθρώπινες συμπεριφορές, τα οικογενειακά modus operandi και η επικρατούσα ενδοοικογενειακά νοοτροπία, πιο πολύ από τη Μάνα, λιγάκι από τον παππού και τις θείες, και εν μέρει, βέβαια, γενετικά, όπου οι συνδυασμοί, οι αποχρώσεις και συμψηφίσεις στην τελική φυσιογνωμία του ανθρώπου είναι άπειρες για να απομονωθούν και προσδιοριστούν ως τέτοιες. Πολλά από αυτά τα κληροδοτημένα οικογενειακά χαρακτηριστικά - σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό: μιαν αρκετά υψηλότερη από το μέσο όρο συναισθηματική ευαισθησία, την απαισιοδοξία ως φόντο κάθε κρίσης και κάθε επιλογής, και το σχεδιασμό στη βάση πάντα του χείριστου πιθανού σεναρίου, την προδιάθεση προς την αποποίηση ενός μεγάλου βάρους ευθύνης απέναντι σε κακοτυχίες που αφορούσαν εμένα και άλλους, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό επιλογές στον καθ’ οδόν βίον. Παρόλες όμως αυτές τις αντιδραστικές δυνάμεις (αν μπορούσε κάποιος να τις χαρακτηρίσει ως τέτοιες) και τα δεσμά που η κληρονομικότητα μας δένει με τους προγόνους του, στην πορεία μιας κατά κάποιο τρόπο αυτόνομης και «ριζοσπαστικής» ανάπτυξης της προσωπικότητας, δηλαδή μιας προσωπικότητας που τελικά απομακρύνεται και σχεδόν ολοκληρωτικά αποκόπτεται από οικογενειακές κι άλλες παραδόσεις, κατάφερα τουλάχιστον και πλάτυνα τους ορίζοντες της ζωής μου, στο μέτρο του δυνατού που το εκάστοτε περιβάλλον και ο χρόνος επιτρέπουν. Και όντας ενσυνείδητος της πραγματικότητας που κάθε φορά βίωνα και του οριστικού τέλους που αναπόφευκτα η ανθρώπινη μοίρα μας επιφυλάσσει, προσπαθούσα συνεχώς και με κάθε τρόπο να ταράζω τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινής ρουτίνας και να συγκρούομαι με τα δεσμά του χαρακτήρα που κληρονόμησα και μόρφωσα, όσο δύσκολο πολλές φορές να ήταν.      

Sunday, September 16, 2018

Διαβάζοντας τον Kafka

Μετά από δυο και τρείς αναγνώσεις των βιβλίων και ιστοριών του Kafka εξακολουθώ να επιστρέφω στις ιστορίες του, για κάτι που με μαγνητίζει σε αυτές, σχεδόν απροσδιόριστο και αινιγματικό: πως κατά βάθος σκέφτεται, τι τελικά θέλει να μoυ πει ο συγγραφέας, εφόσον, βεβαίως, θέλει να μου πει κάτι... (Διότι θεωρώ ότι το γράψιμο εκφράζει κατά κύριο λόγο μιαν αυθόρμητη ανάγκη εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σκέψεων του ή, έστω, αυτοκάθαρσης - κατά το dixi et salvavi aminam meam, χωρίς δηλαδή ν’ απευθύνεται απαραίτητα σ’ ένα κοινό, αλλά πολλές φορές στο στενό κύκλο ή και αποκλειστικά στο είδωλο του εαυτού του συγγραφέα.) Την πρώτη εμπειρία από το έργο του, εκείνη ενός ερασιτέχνη κι άπειρου αναγνώστη την απόκτησα στα νιάτα μου, όταν, όντας πνευματικά και ψυχικά ανώριμος, παράπαια ανάμεσα σε φιλοσοφικά ρεύματα και καταπιανόμουν από «δημοφιλείς» λογοτεχνικές άκρες, αποκλειστικά για ψυχαγωγία και, θα πρόσθετα, κάποια επιφανειακή αισθητική ικανοποίηση: ψήγματα συγκίνησης και το περιστασιακό χαμόγελο ή δάκρυ. Κι  επαφιόμουν γι’ αυτό κυρίως στην τύχη που επεφύλασσαν οι επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία και η φήμη των συγγραφέων της παγκόσμιας κληρονομιάς, πέρα από τους κατά γενική παραδοχή στενούς ορίζοντες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, και συστάσεις από φίλους και συγγενείς – ‘word of mouth’ που λένε.  Έτσι ανακάλυψα κι αξιώθηκα να διαβάσω την «Αμερική», τη «Δίκη», τον «Πύργο» και τη «Μεταμόρφωση», από αδόκιμες, χωρίς κάποια κριτική θεώρηση ή σημείο αναφοράς, ελληνικές μεταφράσεις.

Ήταν η ανάγνωση εκείνων των βιβλίων, ομολογώ, μια επίπονη και πνευματικά φορτική διαδικασία, που τελικά γινόταν ανιαρή, με μόνο κίνητρο το πείσμα (ή τον ψυχικό καταναγκασμό, θα ισχυριζόταν κανείς) να ολοκληρώνω πάντα κάθε βιβλίο που αρχίζω, ανεξάρτητα του βαθμού στον οποίο θα με κέντριζε. Στο επίκεντρο της μέχρι τότε φιλοσοφίας μου (και των αναγνωσμάτων μου) βρισκόταν ο ιστορικός και διαλεκτικός ματεριαλισμός του Marx. Πριν όμως από τα πρώιμα μαρξιστικά μου διαβάσματα, είχα γοητευτεί από το φιλοσοφικό λυρισμό του «Μύθου του Σίσυφου» και του «Επαναστατημένου Άνθρωπου» του Albert Camus, τον οποίο όμως γρήγορα προσπέρασα κι εγκατέλειψα ξεχασμένο για πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω μου ένα μάτσο σημειώσεις. (Ήμουν από τα μαθητικά χρόνια ένας επίδοξος φιλόσοφος...) Η προσπάθεια να βρω λογική σύνδεση και ειρμό σε διαλόγους και παραστάσεις, που ακροβατούσαν ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, τη λογική και το παράλογο, τη συνείδηση και το σουρεαλισμό του υποσυνείδητου, δεν μου απέδιδε την αναμενόμενη ικανοποίηση, εξαιτίας εν μέρει της ακαμψίας πραγματικών ή δήθεν «επιστημονικών» δογμάτων που είχα ενστερνιστεί και της μαθηματικής λογικής και μεθόδου που χρησιμοποιούσα ως αδιαμφισβήτητο εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας. Ο νους μου πλασμένος από επιστημονικές εντρυφήσεις, είχε κατακτηθεί κατά κράτος από το ρεαλισμό και τον ορθολογισμό: για κάθε φαινόμενo υπήρχε κάποια επεξηγηματική αιτία και θα επαρκούσε ικανή προσπάθεια από έναν σκεπτόμενο αναγνώστη, το στύψιμο του μυαλού του, με τη βοήθεια πάντα του συγγραφέα και των νοούμενων και υπονοούμενών του, για την αποκάλυψή της. Κατ’ επέκταση, από τις νουβέλες προσδοκούσα, ως προϋπόθεση κατάταξης και ιεράρχησής τους στο επιπόλαιο και ανεπεξέργαστο σύστημα αξιών μου, να παρουσιάζουν ρεαλιστικά ανθρώπινους βίους και βιώματα και εμπειρίες πάνω στη γη και τον υλικό κόσμο, και οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες τους, όσο και αυτοί να είναι αποκυήματα της φαντασίας του συγγραφέα, να έχουν κάποια συνάφεια με την (όπως με αυταρέσκεια θα λέγαμε ως πρωτάρηδες μαρξιστές) «αντικειμενική πραγματικότητα» γύρω τους. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να ήταν δυνατή η συσχέτιση προσώπων και γεγονότων είτε με την ιστορική πραγματικότητα, είτε με το σύγχρονο κόσμο που βίωνα, χωρίς υπερφυσικές, υπερβατικές προεκτάσεις, πάντα στη βάση του δυνατού και εξηγήσιμου, εντός των ορίων ενός αυστηρά αιτιοκρατικού κόσμου. Ασφαλώς, αντιλαμβανόμουν παράλληλα ότι τέτοιοι όροι και προϋποθέσεις περιορίζουν το πεδίο δράσης, και κατά συνέπεια τη δημιουργικότητα του συγγραφέα. Άλλωστε ο ρόλος του συγγραφέα μιας νουβέλας, του λογοτέχνη, είτε ρομαντικού, είτε σουρεαλιστή, είτε ακόμη και του πιστού στις φόρμες του σοσιαλιστικού (και όχι μόνον) ρεαλισμού, δεν είναι ούτε να «εξηγήσει», ούτε να απαντήσει σε ερωτήματα, κοσμοθεωρητικής ή κοσμοϊστορικής φύσεως, ούτε να καταλήξει σε παγκόσμιες αλήθειες και διδάγματα, όσο, περισσότερο, να θέσει ερωτήματα και να τα διαπραγματευτεί μέσα από τις διάφορες υποκειμενικές σκοπιές των ηρώων που, όπως ο ηθοποιός, παίρνει τη θέση τους, υποδύεται.
 
Τριάντα χρόνια έκτοτε, ο κύκλος του Marx στο νου μου έκλεισε ή μάλλον οι δυνατότητες ανάλυσης και εξήγησης που παρέχει ο μαρξισμός εξαντλήθηκαν. Ως μέθοδο κι εργαλείο ανάλυσης εξακολουθώ να τον θεωρώ αναντικατάστατο και χρήσιμο. Οδηγεί σε αληθοφανείς και, τουλάχιστον, εύλογες απαντήσεις απέναντι σε πολλούς γρίφους και ερωτήματα που η καθημερινότητα στο κοινωνικό επίπεδο εμφανίζει ενώπιον μας, μολονότι αρκετές φορές σχηματικές, δοκιμαστικές και μη επαληθεύσιμες στα όρια της ζωής μας. Αλλά ο άνθρωπος με την ωρίμανση του – μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τις αισθητικές απολαύσεις που του προσφέρει η τέχνη και η φύση, τις συναισθηματικές επιδράσεις που ασκούν οι συναναστροφές με άλλα ανθρώπινα όντα, ακόμα και μέσα από τον ίδιο τον πυρήνα διαπραγμάτευσης του μαρξισμού, την ανθρώπινη εργασία, διαπιστώνει ότι οι δυνατότητες τόσο του μαρξισμού, όσο και κάθε άλλου φιλοσοφικού συστήματος, υπολείπονται αισθητά σε ό,τι αφορά στην ανάλυση, εμβάθυνση και εξήγηση κάθε φαινομένου. Είτε αυτό εμφανίζεται ως προσωπικό, γεννιέται και μορφώνεται μέσα στις σκέψεις και τις ιδέες του ανθρώπου, του ανθρώπου στη μοναξιά με τον εαυτό του (στο «μηδέν που η ελευθερία του εκκρίνει», κατά τον Sartre, ανάμεσα στις πολλές φορές ασυνείδητες επαφές και τριβές με τον εξωτερικό του κόσμο), είτε όπως σχηματίζεται μέσα από τις αισθήσεις κι εντυπώσεις από τον κόσμο γύρω του, είτε διαπροσωπικό, δηλαδή έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση συναισθημάτων από ατομικές σχέσεις που αναπτύσσονται εντός των ορίων της κοινωνίας και της φύσης.

Η νουβέλα συνίσταται σε τέτοιας λογής σχέσεις και συγκρούσεις υποκειμένων, των συνειδήσεων και χαρακτήρων τους, την έκφραση των συναισθημάτων και συλλογισμών τους, τη ζωή που όλα αυτά τα σκόρπια κομμάτια συναισθημάτων, συλλογισμών και πράξεων στοιχειοθετούν, χωρίς την προϋπόθεση κάποιας κατάληξης, συμπεράσματος ή ερμηνείας. Συνίσταται στην πολυχρωμία, την πληθώρα, την απειρότητα αυτών των συνειδήσεων, των σκέψεων και συναισθημάτων μέσα στα οποία το ανθρώπινο ον βυθίζεται, χωρίς κάποιο κοινωνικό ή ιστορικό αποτέλεσμα, κάτι που μόνον η νουβέλα μπορεί να εκφράσει και αποδώσει. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ως ιερό και απαράβατο το δικαίωμα να είναι open-ended, ανοικτή σε κάθε λογής ερμηνείες και προεκτάσεις, όπως και να της παραχωρήσουμε το δικαίωμα των αντιφάσεων και του παραλόγου. Αν ο διαλεκτικός ματεριαλισμός επιχειρεί να αναλύσει ορθολογικά τον κοινωνικό μακρόκοσμο, η νουβέλα – και το λογοτεχνικό έργο γενικότερα, σκύβει και επεξεργάζεται, χωρίς κάποια μέθοδο ή απαραίτητα κάποια κατάληξη, τον μικρόκοσμο του ατομικού ανθρώπου, των σχέσεων του με άλλα άτομα του κόσμου του, τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις τους, ενώ οι ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις και ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος, αν και δεν παραβλέπονται, διατηρούν τη σημασία τους και διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, αν όχι στο επίκεντρο, αλλά είτε υπεράνω, είτε παραδίπλα - στο περιθώριο της ζωής των ανθρώπινων όντων-χαρακτήρων:  η κοινωνία υπάρχει και παραμένει στο παρασκήνιο της κίνησης και δράσης των χαρακτήρων του δράματος ή την περικλείει διακριτικά.

Από την άλλη μεριά, “no art can completely reject reality…” - στο βαθμό που ο συγγραφέας περιβάλλεται από και ζει και κινείται σ’ έναν πραγματικό, υλικό κόσμο. Ξεκινώ λοιπόν από την αρχή ότι μια νουβέλα – και ένα έργο τέχνης, γενικότερα – στο μέτρο του ρεαλισμού που ενέχει: (α) εκφράζει την προσωπικότητα, το χαρακτήρα, τον ψυχολογικό κόσμο του συγγραφέα, εν ολίγοις, τον εκάστοτε εσωτερικό κόσμο σκέψεων και συναισθημάτων, που μερικώς παραμορφωμένα, φιλτραρισμένα κι ενδεχομένως αποσπασματικά αποτυπώνεται στα γραπτά του· (β) την εμπειρία του από τις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις του περίγυρου, των γεγονότων και φαινομένων που συμβαίνουν γύρω του, και που, καμιά φορά, πέρα από την παράθεση και περιγραφή του ως κατακερματισμένες και ασύνδετες εικόνες, επιχειρείται η ανάλυση, η εξήγηση, η προσέγγιση, έστω δίχως ελπίδα, μιας σύνδεσης, συγκρότησης και ενότητας ιδεών στον κόσμο του συγγραφέα · (γ) τις εντυπώσεις που διαμέσου των αισθήσεων αποτυπώνει η φύση, η ζωντανή φύση στην αγνότητα και ομορφιά της, η νεκρή φύση μέσα από τα χτίσματα, τις φάμπρικες, του δρόμους και τις γέφυρες, τα πρακτικά δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας· (δ) τις εντυπώσεις από τις αισθήσεις και συνακολούθως την επεξεργασία τους από την ανθρώπινη συνείδηση της ανεξάντλητης αισθητικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς του ανθρώπινου γένους, της οποίας, δυστυχώς, μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι μπορεί να βιωθεί στα όρια της ζωής μας.

Ο Kafka μπήκε και αυτός σε μια σειρά μετά την επανεκκίνηση των λογοτεχνικών μου περιπλανήσεων, μέσα από μιαν άλλη, διαφορετική προοπτική - στην τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μου, μαζί με άλλους κλασσικούς συγγραφείς των δύο τελευταίων αιώνων. Όπως είπε ο Umberto Eco, το διάβασμα είναι ένας μοναδικός τρόπος να ζήσεις περισσότερες από μια ζωή – σε άλλους κόσμους κι άλλες εποχές, από αυτήν που σου αποδόθηκε χάριν σε μια στατιστικά ασήμαντη συγκυρία της φύσης. Στη δεύτερη ανάγνωση του The Myth of Sisyphus το μυαλό μου κοντοστάθηκε σένα σχόλιο Camus: “The whole art of Kafka consists in forcing the reader to reread it.” Στη Wikipedia ανάτρεξα τα κύρια σημεία της σύντομης ζωής του: γόνος μεσοαστικής, εβραίικης οικογένειας, που γρήγορα απομακρύνθηκε από το θρησκευτικό κύκλο (ή, καλύτερα, κλοιό) της κοινότητας του· που έβρισκε τις δουλειές του, αρχικά ως υπάλληλος κι αργότερα ως συνέταιρος σε επιχείρηση, άχαρες κι ανεπιθύμητα εμπόδια στην απασχόληση που τον ικανοποιούσε και ολοκλήρωνε: να γράφει ιστορίες·  που το μικρό δημοσιευμένο έργο του πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από το λογοτεχνικό milieu της εποχής, ενώ ο ίδιος, χωρίς ενδοιασμούς, έκαψε το μέγιστο κομμάτι των χειρόγραφων του, και ό,τι απέμεινε πριν πεθάνει το παρέδωσε στο στενό φίλο Max Brod, με ρητές οδηγίες να το καταστρέψει· που η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε από ένα σωρό φοβίες κι ανασφάλειες και κυριεύτηκε από τη μελαγχολία, από τις αδέξιες και προβληματικές σχέσεις μ’ έναν «κυρίαρχο και υποκριτικό» πατέρα, από τη ματαίωση ή μη ολοκλήρωση μιας έντονης σεξουαλικής επιθυμίας κι ατελέσφορες σχέσεις με γυναίκες - πόρνες ή αρραβωνιαστικιές, και, φυσικά, από το χτικιό που τον έτρωγε και τελικά τον αποτελείωσε. Υποθέτω ότι οι παρακάτω φράσεις, σ’ ένα από το μισοτελειωμένα αποσπάσματα μιας μικρής ιστορίας, θα γράφηκαν όταν ένιωθε ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του: “I am here, more than that I do not know, further than that I cannot go. My ship has no rudder, and it driven by the wind that blows in the undermost regions of Death.”

Χάρη, λοιπόν, στο επίγραμμα του Camus, χάρη στη συνήχηση πολλών από τις πλευρές της ζωής του Kafka, έσπευσα και ξαναδιάβασα, στην πιο φιλική προς τα γερμανικά των πρωτότυπων αγγλική μετάφραση: The Trial, The Castle, America και το σύνολο των μικρών και μεγάλων ιστοριών του: The Metamorphosis, The Judgement, The Penal Colony, The Great Wall of China, Blumfeld: an Elderly Bachelor, The Village Schoolmaster, The Warden of the Tomb, The Burrow, The Hunger Artist, Investigations of a Dog, Josephine: the Singer, και άλλες πολλές, οι περισσότερες ελεγείες πάνω στη ματαιότητα της ατομικής ανθρώπινης ζωής σ’ έναν αποξενωμένο και πολλές φορές εχθρικό κόσμο.
 
Φυσικά, η μελαγχολία του Kafka, η ανασφάλεια και οι φοβίες που τον διακατείχαν, αναπόφευκτα διαχέεται στις ιστορίες του και εμπνέει την ατμόσφαιρα και ατμοσφαιρικότητά τους, όπου ακόμα και στο χιούμορ ή στα πιο φωτεινά και «αισιόδοξα» στιγμιότυπα διακρίνεται ένας υποκείμενος σαρκασμός, ειρωνεία και πικρότητα. Oι ορατοί χαρακτήρες, κάτω από ένα αδιαφανές στερέωμα που αποκρύπτει την εξουσία ή κάποιον άβατο, επικυρίαρχο κόσμο, υπάρχουν και δρουν μέσα σε μιαν ανάλογη ατμόσφαιρα, από την οποία μοιραία έλκεται και στην πλαισιώνεται ο αναγνώστης, από την αρχή της κάθε ιστορίας μέχρι το τέλος της. Οι χώροι του Kafka είναι από γκρίζοι μέχρι κατασκότεινοι, οι φιγούρες των ηρώων του κινούνται επί το πλείστον στα όρια μιας αυλής, ενός πανδοχείου, ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός καθεδρικού ναού: χώροι ανάεροι, περικλεισμένοι, ψυχροί και απρόσωποι, με φτωχή επίπλωση ή ακόμα και γυμνοί από αυτήν, ελλιπή ή ανύπαρκτο φωτισμό, όπου ακόμα και οι ακτίνες του ήλιου στο εξωτερικό δυσκολεύονται να διεισδύσουν, ενίοτε υπόγειοι και σκοτεινοί: εν γένει, χώροι σκιών, βαμμένοι με αποχρώσεις του γκρίζου. Το λιγοστό φώς στις ιστορίες του είτε προέρχεται από κάποια αδύναμη λάμπα, είτε από τις φευγαλέες ακτίνες του ήλιου, ενός παγερού φεγγαριού, είναι συχνά το φως του σούρουπου ή το λυκόφως της αυγής: 

“Although there was no direct source of daylight the place was not entirely dark… Some light penetrated.”

His eyes turned next to the window, and the overcast sky – one could hear raindrops beating on the window gutter – made him quite melancholy.”

“This impression was reinforced today by the early dusk, the longer K. looked, the less he could make out, the deeper everything sank into semi-darkness.

 Όποτε οι ανθρώπινες ψυχές του βρίσκονται έξω από κάποιο σπίτι, από το πανδοχείο, από το δικαστήριο, από συστοιχίες γραφείων, σε κάποια αυλή ή σε κάποιο δρόμο, περιβάλλονται κι εκεί από το σκοτάδι, από έναν μουντό καιρό, από το κρύο, το χιόνι ή τη βροχή, σε χώρους που αν και υπαίθριοι παρουσιάζονται εξίσου περιορισμένοι, μέχρι αδιέξοδοι και ασφυκτικοί:
 
The courtyard into which he was looking down was small and square, there were offices all around, all the windows were already dark apart from a gleam of moonlight in the top ones.” 

“Snow was falling, the sky was still dark.”

“… all around them nothing but the grey of snow and fog.”

… Εκεί όπου η φύση, ο λαμπερός ήλιος, το μπλε του ουρανού απουσιάζουν, μαζί με κάθε διάθεση λυρισμού. Αλλά κάτι τέτοιο ίσως θα προδίκαζε κάποια διαφορετική κατάληξη από το αναπόφευκτο του θανάτου. Η ομίχλη, οι σκιές του Κάστρου, τ’ απρόσωπα έως και άσχημα και μίζερα σπίτια, πανδοχεία και κτίρια, οι μισοσκότεινοι εσωτερικοί χώροι υποθέτω ότι πιθανότατα αντανακλούν μια σχεδόν μόνιμη, ανάλογη ψυχική διάθεση, ίσως απλά εξαιτίας των ωρών που αφιέρωνε ο Kafka στη συγγραφή των ιστοριών του, μετά από μιαν καθημερινή, άχαρη δουλειά, ίσως εξαιτίας της ατμόσφαιρας και των ουρανών της Πράγας, του Βερολίνου, της Βιέννης, εκείνης της εποχής, τους σκοτεινούς, ομιχλώδεις δρόμους που ατένιζε από το παράθυρο του δωματίου του. Σ’ ένα από τα γράμματά του στη Milena Jesenská έγραψε: “Today I saw a map of Vienna. For a moment I couldn’t understand why they build such a great city, when after all you need only one room.

Ο χρόνος, όπως η διαδοχή των σκηνικών σε μια θεατρική παράσταση, πειθαρχημένα οργανωμένος σε μια μονοτονική ακολουθία διαστημάτων είναι ασυνεχής και δεν έχει πισωγυρίσματα. Σα να συγχρονίζεται με τους χτύπους ενός ρολογιού τοίχου, που όμως ποτέ δεν σημάνει την ώρα ή τη μέρα: χρόνος υπερβατικός, παρά πραγματικός. Το μόνο που είναι συνεχές και παραμένει διαρκές και επίμονο, όσο κι επίπονο, είναι η σκέψη και η διανοητική αγωνία των ηρώων - ζωντανές ακόμα και μέσα σε καταστάσεις πλήρους εξουθένωσης, ηρώων φαινομενικά αποσπασμένων από τον ίδιο το συγγραφέα, αν και συνδεδεμένων με τη διάνοια και τον ψυχισμό του. Ο άνθρωπος παραμένει αυτόνομος και μοναχικός στο περιβάλλον του, αποξενωμένος από τον κόσμο γύρω του, ακόμα κι αν περιβάλλεται από άλλους, περιχαρακωμένος ακόμα και στη διάρκεια διαλόγων και αντιπαραθέσεων. Στις σχέσεις με συνανθρώπους υπεισέρχεται μια συχνά αγεφύρωτη απόσταση διαφορετικών υποκειμένων και συνειδήσεων. Ακόμα όταν υπάρχει κάποια συναισθηματική έλξη, η περιστασιακή προσέγγιση ή εναρμόνιση, οι σχέσεις παραμένουν εφαπτόμενες ή επιφανειακές. Οποιοδήποτε συναισθηματικό βάθος, ακόμα και η ερωτική αποκορύφωση εμφανίζονται ως παρενθέσεις:  περιστατικά, πρόσκαιρα και φευγαλέα. Ο έρωτας δεν γιατρεύει κανέναν από την αγωνία του:
 
"Darling, oh my darling' she whispered, but without touching K. she lay on her back as if swooning with love and threw her arms wide, doubtless time stretched eternal before her blissful love, she sighed more than sang some little ditty. Then she started up, K. having remained lost in thought, and began to tug at him like a child: 'Come, it's suffocating under here' they embraced, the little body burning in K.'s hands, in a state of oblivion from which K. tried repeatedly yet vainly to extricate himself they rolled several steps, thudding into Klamm's door, then lay in the little puddles of beer and the rest of the rubbish covering the floor. There hours passed, hours of breathing as one, hearts beating as one, hours in which K. constantly had the feeling that he had lost his way or wandered farther into a strange land than anyone before him, a strange land where even the air held no trace of the air at home, where a man must suffocate from the strangeness yet into whose foolish enticements he could do nothing but plunge on, getting even more lost." [F. Kafka, The Castle, Penguin, 1997]
 
Η κοινωνία του Κάφκα αποτελεί το σκεπασμένο μ’ ένα στρώμα πυκνής ομίχλης σκηνικό της δράσης των ηρώων του. Είναι ταξική και αυστηρά ιεραρχημένη. Κάτω από μιαν αδιαπέραστη, αόρατη και απρόσιτη άρχουσα τάξη (το officialdom, οι authorities, οι gentlemen, οι officials, οι magistrates και judges, oι chief clerks), συμπαγής αλλά και βαθμονομημένη, σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, κάτω από ένα Κράτος και την αδιαμφισβήτητη εξουσία του, που διαθέτει την ισχύ να ρυθμίζει τους κανόνες λειτουργίας και τη μοίρα της υπόλοιπης κοινωνίας, υφίσταται μια μικροαστική τάξη, από την οποία ο Kafka επιλέγει τους χαρακτήρες του (ο Joseph Κ. της Trial, o Κ.  του Castle, ο Gregor Samsa της Metamorphosis, o εργένης Blumfeld, ο Schoolmaster,...) Αυτή η τάξη, στο σύνολό της κομφορμιστική, συναναστρέφεται απρόθυμα κι ωφελιμιστικά με κατώτερα, χειραγωγημένα και άβουλα στρώματα: υπηρέτες, κατώτατους υπάλληλους του μηχανισμού, πόρνες, καθαρίστριες, προλεταριοποιημένους μικροεπιχειρηματίες, κτλ. Ατενίζει με δέος το Κράτος και την Εξουσία, ταλαντώνεται ανάμεσα σε στενά κοινωνικά περιθώρια από εφήμερες καταστάσεις, κοινωνικές σχέσεις και διαλόγους, αλλά τελικά υποτάσσεται στη μοίρα της.  Στις περιπτώσεις που ο ήρωας αποστασιοποιείται ή εξεγείρεται, αυτή η εξέγερση του, η πνευματική και φυσική ισχύς που αναλώνεται είναι άεργη και αναποτελεσματική, δεν έχει κατάληξη, δεν οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα. Η περιπλάνησή των χαρακτήρων του στον κόσμο, τα μονοπάτια που επιλέγουν, δεν καθορίζονται από την ελεύθερή τους βούληση, αλλά από κάποιες εξωτερικές δυνάμεις, που η πηγή τους είναι απρόσιτη. Η πορεία της ζωής παρουσιάζεται διάσπαρτη από εμπόδια που εισάγουν εξωτερικές δυνάμεις και οδηγούν σε άλλα μονοπάτια με επιπρόσθετα εμπόδια και ερωτήματα, και τελικά στο αδιέξοδο της σκέψης και της ύπαρξης.

Το ανθρώπινο είναι παλεύει μέσα από τους συλλογισμούς και συνειρμούς του, λέξεις και φράσεις, σε εξαντλητικούς διαλόγους με τρίτους ή με την ίδια τη συνείδηση του. Στο τέλος κάθε ιστορίας γεννιέται στον αναγνώστη το ερώτημα: προς τι αυτή η διανοητική σπατάλη, καθώς το ζητούμενο δεν αποκαλύπτεται και η κεντρική Απορία εξακολουθεί να αιωρείται; Ο ήρωας προσπαθεί με την εσωτερική αγωνία που εμφανώς τον κατατρέχει, να εξηγήσει το ρόλο του, την κατάστασή του, την ίδια την ύπαρξη, αποξενωμένος σ΄’ έναν παράλογο, ελάχιστα συμπαθητικό χώρο γύρω του. Στα χρονικά όρια αυτής της ύπαρξης έρχεται αντιμέτωπος με προβλήματα που επιχειρεί να κατανοήσει και ξεδιαλύνει. Μάταια! Κάθε εξήγηση είναι προσωρινή κι ακυρώνεται από την επόμενη κατάσταση.  Στην πορεία του ανθρώπου προς την λύση της Απορίας το ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο ακολουθείται από ένα άλλο, προς το αδιέξοδο: στη Trial η εκτέλεση του Joseph Κ., ο θάνατος ως κατηγορηματική διάψευση και ολοκληρωτική ακύρωση της ελπίδας και της δικαίωσης· στη Metamorphosis ο θάνατος του τεράστιου εντόμου στο οποίο ανεξήγητα μεταλλάχτηκε o Gregor Samsa, μιας μοιραίας μετάλλαξης της οποίας, τραγικά, έχει πλήρη επίγνωση, ξεχασμένος στην κάμαρη του οικογενειακού του σπιτιού· στον ανολοκλήρωτο Castle ο θάνατος του ίδιου του συγγραφέα, χωρίς ο τοπογράφος ήρωάς του, ο K., να έχει δικαιολογήσει το παραμικρό του ερχομού του και της ταλαίπωρης ύπαρξης του στο χωριό στην περιφέρεια του Πύργου· στη Judgment, η παράλογη αυτοκτονία μετά από την ανεξήγητη ετυμηγορία-κατάρα του πατέρα· o Hunger Artist επιμένει στην παράστασή του μέχρι θανάτου, ξεχασμένος στο κελί του από το θιασάρχη και το κοινό που αδιάφορα το προσπερνάει.

Η κατάκτηση της αλήθειας ή έστω κάποιων ψηγμάτων της, κάποιας στοιχειώδους αρμονίας, κάποιας διανθρώπινης ή κοινωνικής σύνδεσης και ενότητας, ενός ανθρωπισμού σ’ έναν κόσμο παράλογο, σε μια κοινωνία κατακερματισμένη σε ατομικές συνειδήσεις κάτω από το ανυπόφορο βάρος μιας αόρατης εξουσίας, συνειδήσεις που κι αυτές με τη σειρά τους αδυνατούν να προσφέρουν μια σαφή εξήγηση για το τι και πως συμβαίνει, τίθεται εξαρχής ως στόχος, αλλά τελικά αποδεικνύεται στόχος ανέφικτος. Ο άνθρωπος - συνειδητός του εαυτού και της ύπαρξής του, κινείται και συνδιαλέγεται ακατάπαυστα για μια, κάποια εξήγηση, για το συμβιβασμό των αντιφάσεων, για την κατάκτηση κάποιας αλήθειας, που ωστόσο παραμένει φρούδα. Αυτός ο αγώνας για εξήγηση, ερμηνεία, αρμονία και εν τέλει την ατομική απελευθέρωση, που η απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα και που η γνώση μέσα από την πυκνή ομίχλη του περιβάλλοντος που την παραμορφώνει ή αποκρύβει θα επέφερε, διέρχεται αναγκαστικά μέσα από την αμφισβήτηση και την άρνηση, ακόμα και την εξέγερση μπροστά στον επίτροπο ή το δικαστή· όμως, τελικά εξαντλείται και διαλύεται σε ατέλειωτους διαλόγους, παράθεση και αντιπαράθεση επιχειρημάτων και αντι-επιχειρημάτων, που ελάχιστα ικανοποιούν τον σκεπτόμενο άνθρωπο, δεν αποτινάσσουν τα δεσμά της άγνοιας κι αγωνίας του. Στον αγώνα αυτό ο θάνατος δεν τον απασχολεί, ούτε καν συζητιέται, αγνοείται σχεδόν παντελώς, ίσως θεωρείται δεδομένος, αναπόφευκτος και τόσο προφανής που δεν χρίει αναφοράς και διαπραγμάτευσης. Μέχρι τη στιγμή που επέρχεται. Σαν κόλαφος, σαν αδυσώπητη ματαίωση της ελπίδας, στη μελαγχολία της νύχτας, του κρύου και της βροχής, στη μοναξιά ενός δωματίου, ενός κελιού. Είναι η ματαίωση του ειρμού της σκέψης, αλλά και το τέλος της αγωνίας. Ίσως, από την άλλη μεριά, αυτός ακριβώς ο αδιάκοπος αγώνας against the odds, η αγανάκτηση και στιγμιαία εξέγερση, αν και άσκοπη και χωρίς αποτέλεσμα, να συνιστά και το περίγραμμα της ελευθερίας του.

Γράφτηκε ότι “the search for the meaning of [Kafkas] stories is seemingly endless. Ίσως, στο έργο του να υπάρχουν υπονοούμενα για τις κοινωνικές και πολιτικές δομές της εποχής του, περί ολοκληρωτισμού ή απολυταρχίας, περί κρατικής γραφειοκρατίας, κρυμμένα πίσω από το δράμα των τελευταίων ημερών του Joseph K. της Trial και του πιθανότατα ενδεχόμενου θανάτου του Κ. του Castle.  Ίσως, στη ματαιότητα των ιδεών και της ύπαρξης να αποτυπώνονται μερικά από τα αδιέξοδα κι ένα κομμάτι της συνείδησης (ή της μη συνειδητοποίησης) της τάξης του. Με βεβαιότητα, όμως, μπορεί να γραφεί ότι οι παραστάσεις και οι συλλογισμοί και η αγωνία και ανησυχίες των ηρώων του αντανακλούν τον εσωτερικό του κόσμο: “The novel is me, I am my stories”. Και στην αποτελεσματικότητα αυτού του εγχειρήματος έγκειται η ιδιοφυΐα του Kafka.

Εγώ, ο τελικά και ολοκληρωτικά συνεπαρμένος αναγνώστης, συγκράτησα την σημασία της σκέψης, της αδιάκοπης πάλης της συνείδησης του ανθρώπου ν΄ ανακαλύψει μια σημασία στην ύπαρξή του, να περιγράψει τα όρια της ελευθερίας του, όσο και άκαρπη αυτή η προσπάθεια να είναι σ’ έναν φαινομενικά χαοτικό, όσο και καταπιεστικά οργανωμένο κοινωνικό σύστημα, συχνά ξένο και εχθρικό, μέσα στο οποίο κινείται μόνος, αποξενωμένος. Η βεβαιότητα του θανάτου καθιστά αυτήν την προσπάθεια μάταιη. Η ύπαρξη, η «μοίρα» του ανθρώπου στον κόσμο, καθορίζεται και κατευθύνεται από ασύμμετρες δυνάμεις και νόμους και κανονισμούς έξω από αυτήν, που η ανακάλυψη και εξήγησή τους ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνάμεις του, παραμένει μια απλησίαστη προοπτική. Η ελευθερία του ανθρώπου αναδιπλώνεται στη σκέψη και συνείδησή της ύπαρξης του: είναι η ελάχιστη εφικτή ελευθερία αυτή της σκέψης του, που τον συνοδεύει ως το τέλος· που όσο ζει οφείλει να την αδράξει στο μέγιστο δυνατό.