Saturday, October 20, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 17 Στη Σύνταξη

Ο κυρ-Γιάννης βγήκε στη σύνταξη λίγο πριν από τη χρονιά που γεννήθηκα. Όντας παιδί και γυμνασιόπαιδου, οι συναντήσεις μου με τον παππού ήταν περιστασιακές και η σχέσης μας, μέχρι το τέλος, παρέμεινε αδύναμη. Oι κουβέντες που ανταλλάξαμε -με κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο, πέρα από μερικούς τυπικούς χαιρετισμούς, πέρα από τα «Πως πάμε, Λ.;» από μέρους του και το ξερό και παιδικό, μονολεκτικό και υποτονικό, μη παρεξηγήσιμο από τους μεγάλους «Καλά…» από μέρους μου- λιγοστές. Οφειλόταν, από τη μια μεριά, στην απέραντη συστολή και αφόρητη ντροπαλοσύνη μου -αφόρητη για μένα, κυρίως, καθώς θα έτρωγε εσαεί τα δικά μου σωθικά- αυτό το διά βίου ανυπέρβλητο εμπόδιο στο λόγο να εκφραστώ με ευφράδεια κι αυθόρμητα με ανθρώπινη μιλιά. Από την άλλη μεριά, οφειλόταν στο δασκαλίστικο, πατερναλιστικό ύφος του παππού, που τοποθετούσε τους ανθρώπους γύρω του σε μιαν απόσταση και δημιουργούσε κάποιο χάσμα ψυχοπνευματικής φύσεως, μια ζώνη ψυχρότητας γύρω του. Αλλά και η σχετικά μεγάλη φυσική απόσταση για τα δεδομένα της εποχής του χωριού από το σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη -μια-δυο ώρες με τα λεωφορεία μέσα από την πολυσύχναστη πόλη, ούτε εκείνη βοηθούσε.

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν οι αναμνήσεις από τις βόλτες με τον παππού, από εκείνους τους λίγους περιπάτους μας όπου κρατώ χέρια αμίλητοι, όπως γίνεται με δύο ψυχρούς και συνεσταλμένους τύπους που τους χώριζαν δυο γενιές. Περίπατοι γύρω από τον Λευκό Πύργο, στο πάρκο της ΧΑΝΘ, στον υποτυπώδη ζωολογικό του κήπο με τους φασιανούς και μιαν θλιμμένη αρκούδα που μύριζε από μακριά· που κατέληγαν, εν είδη ψυχαγωγίας, σε μια ή δυο σβούρες στο στροβιλοδρόμιο με τα ξύλινα αλογάκια, πριν τον αποχαιρετισμό και την παράδοση μου, ασφαλή και ακέραιο (καθήκον ιερό παππούδων και γιαγιάδων που τους ανατίθεται η φύλαξη ενός παιδιού), στη Μάνα. Συχνά, τα μεσημέρια πριν τον αποχαιρετισμό, μεσολαβούσε κολατσιό με τοστ «ζαμπόν-κασέρι» και πορτοκαλάδα «Φλώρινα-Ξινό Νερό» για μένα, ουζομεζέδες για τον παππού, στο ξακουστό αναψυκτήριο του Ξαρχάκου, όπου οι σειρές από τα τραπέζια κάτω από τις πράσινες τέντες διχοτομούσαν τότε με μιαν ίσια απέραντη γραμμή το πάρκο, από το ύψος της ΧΑΝΘ μέχρι το Βασιλικό Θέατρο, και χώριζε ένα πεζόδρομο που βούιζε από Σαλονικιώτικες φαμίλιες τ’ ανοιξιάτικα, κυριακάτικα πρωϊνά και απογέματα και τα δροσερά καλοκαιρινά βράδια. Όλα αυτά τα σκόρπια θραύσματα μνήμης από τη μακρινή παιδική ηλικία, εντυπώσεις αμυδρές κι ακατάστατες, χρονολογικά άτακτες, υπερκεράστηκαν, σπρώχτηκαν στα βάθη του μυαλού ή και συνθλίβηκαν από το ακάθεκτο διάβα των χρόνων, από άλλες μεγαλύτερης βαρύτητας και έντασης εντυπώσεις. Η νοσταλγία, όμως, αυτό το πάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, το διακριτό γλυκόπικρο αίσθημα που μας κυριεύει που-και-που μέσα από αναπολήσεις, πιο συχνά όσο πλησιάζουμε το τέλος της ύπαρξης, ένα αίσθημα που επανεμφανίζεται σα μια ανεπούλωτη πληγή στην ψυχή, και που είναι δύσκολο να κλείσει ενόσω το μυαλό φτερουγίζει από τη μια απόμακρη ανάμνηση στην άλλη, αυτή η νοσταλγία φουντώνει αμείωτη κι ενίοτε ενισχυμένη με το πέρασμα των χρόνων, το αποτέλεσμα στην ψυχή δυσανάλογα ισχυρό σχετικά με το μέγεθος του αιτίου: τα θρύψαλα μνήμης, τα ασήμαντα γεγονότα ενός απομακρυσμένου παρελθόντος, το βάρος ενός καιρού που πέρασε χωρίς να το αντιληφθούμε.   

 Ήμουν πολύ μικρός τότε. Τον παππού δεν τον θυμάμαι να είχε περάσει από το σπίτι των παιδικών μου χρόνων στις παλιές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Ίσως εξαιτίας εκείνης της παροιμιώδους «οικ...αίϊκης» διακριτικότητας, του «να μη γινόμαστε βάρος σε άλλους», ενώ το ψυχικό βάρος που οι «Οικ...αίοι» ένιωθαν ήταν κάτι τις ποιοτικά και ποσοτικά αδιευκρίνιστο. Ποτέ δεν θα ερχόταν ακάλεστος και δεν θυμάμαι να τον κάλεσε η κόρη του και, οπωσδήποτε, ούτε ο Πατέρας. Καλεσμένος ή ακάλεστος, όμως, δεν θα ερχόταν κυρίως γιατί φοβόταν ή ένιωθε στενάχωρα στην παρουσία του Πατέρα. Η επίσης παροιμιώδης ευαισθησία του γένους του παππού θα υπέφερε δυσανάλογα από αναπόφευκτες μικρο-συγκρούσεις εξαιτίας του άκαμπτου πνεύματος και ιδεών, της ακατάπαυστης, παρορμητικής και κατηγορηματικής, σχεδόν επιθετικής αντιλογίας που διέκρινε τον Πατέρα, τον αντιφάσκοντα με αυτόν του συνομιλητή του λόγο, πολλές φορές με τον ίδιο του τον εαυτό -από τη μια δήλωση στην άλλη, ακόμα και από τη μια πρόταση στην επόμενη. Μιας αντιλογίας που οι συνομήλικοί του πολλές φορές έβρισκαν ανυπόφορη και την απέκρουαν εις είδος, ενώ σε έναν ηλικιωμένο σαν το παππού φαινόταν αποφευκτέα και θα γινόταν αφόρητη. Ο Πατέρας, από τη μεριά του, στις λίγες επισκέψεις του στη Μαγνησία, εκδηλωνόταν συνήθως μέσα από ένα στάνταρντ μενού ειρωνικών και υποτιμητικών, δήθεν «χιουμοριστικών» σχολίων, συμπεριφορών οι οποίες, αν και κρυμμένες πίσω από καλές προθέσεις, αβλαβείς και αθώες στο στενό οικογενειακό κύκλο που τον γνώριζε και που συνήθως τα προσπερνούσε με αδιαφορία ή ένα προσποιητό χαμόγελο, σε άγνωστους ή ευαίσθητους κύκλους παραχωρούσαν ικανό έδαφος για παρεξηγήσεις, μέχρι κι άσχημες αντιδράσεις και καυγάδες. Ο Πατέρας αυτοπροβαλλόταν τουλάχιστον στο χωριό της Μαγνησίας ως ένας διανοούμενος, δήθεν αστός, αν και το τελευταίο όχι εκ καταγωγής, πτυχιούχος ανώτατης σχολής -σε αντιδιαστολή με τα πνευματικά υποδεέστερα «χωριατάκια» γύρω του. (Τη Μάνα την αποκαλούσε συχνά «χωριατάκι», μεταξύ σοβαρού και αστείου. Αυτό το θυμάμαι. Το «σοβαρό» μέρος του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού ζύγιζε βαρύτερα, γιατί κάτι τέτοιο, αν και εκφραζόταν αρχικά ως αθώο πείραγμα που δυνητικά οδηγούσε σε αχρείαστους εκνευρισμούς.  Συνήθως και κατά βάθος, όμως, το εννοούσε.) Θεωρώ, λοιπόν, ότι εκείνο το «χιούμορ» του Πατέρα ούτε ο παππούς το εκτιμούσε ιδιαίτερα, ενώ ουδέποτε έδινε συνέχεια ή ανταπαντούσε σε επίμαχες συζητήσεις, ιδιαίτερα γύρω από οικονομικά και πολιτικά θέματα, αλλά συνήθως αποσυρόταν διακριτικά στο χώρο του. Παρόλα αυτά κρυφά στο νου του πρέπει να καλλιεργούσε κάποιον σεβασμό, ίσως και θαυμασμό, προς το μορφωμένο, τον ξύπνιο και καλοστεκούμενο μορφονιό και οπωσδήποτε ευθαρσή και δυναμικό γαμπρό του.

Μετά τη γέννηση του αδερφού μου, μας έπαιρνε στο τηλέφωνο κυριακάτικα απογέματα, μισοζαλισμένος από τα ούζα του καφενείου που είχαν προηγηθεί, πάντα με τη χαρακτηριστική ουβερτούρα σε δασκαλίστικη ημικαθαρεύουσα, όποτε ήμουν εγώ που σήκωνα το τηλέφωνο: 

«Με ποίον κύριον έχω την τιμήν να ομιλώ;»

«Ο Λ. είμαι, παππού...»

«Τι φκιάνουμε, ορέ Λ.; Τι γινόμεθα; Πως βαίνουν τα πράματα;»

«Ε, καλά είμαι...»

«…»

«Η μητέρα σου που βρίσκεται, ορέ;»

«Εδώ είναι…Μαμά!»

Η συνδιάλεξη κάπου εκεί τελείωνε αμήχανα, μάλλον απότομα, όποτε και παρέδιδα το τηλέφωνο στη Μάνα. Αλλά ούτε κι εγώ τιμούσα τον παππού και τη γιαγιά επαρκώς με την παρουσία μου στο σπιτικό τους, της Μαγνησίας ως παιδί, και σπανιότατα αργότερα ως έφηβος. Συνήθως επισκεπτόμαστε με τη Μάνα παίρνοντας το ΚΤΕΛ που τα κυριακάτικα, ηλιόλουστα πρωϊνά μας περίμενε στην ώρα του πίσω από τα Μπέη Χαμάμ, κι άλλες, λιγότερες φορές, συνοδεία του Πατέρα, του αδιαμφισβήτητου, καμαρωτού οδηγού των πρώτων ΦΙΑΤ της οικογένειας. Καθώς διασχίζαμε με το λεωφορείο ή το αυτοκίνητό μας τον κύριο δρόμο του χωριού μου έκαναν εντύπωση και ταυτόχρονα προκαλούσαν την αμηχανία, τα περίεργα, καρφωμένα –στο αυτοκίνητο και τους επιβάτες του- βλέμματα των χωρικών, των Μαγνησαλήδων, περαστικών ή καθισμένων στα καφενεία και τις βεράντες των σπιτιών της Μαγνησίας. Και παρέμεναν εκείνα τα μάτια τους κολλημένα πάνω μας, μέχρι που απομακρυνόμασταν μακριά από το οπτικό τους πεδίο. Είμαστε φάτσες αγνώστων, ξένων, και έπρεπε το μυαλό τους να διευκρινίσει τη σκούφια μας, την ταυτότητα, το σόι χωριανών που επισκεπτόμαστε. Για τον Πατέρα, φυσικά, εκείνα τα επίμονα βλέμματα των χωρικών της Μαγνησίας να παρακολουθούν την τροχιά μας, τα στραμμένα σε κάθε τι ξεχωριστό από τα πρόσωπα και αντικείμενα της καθημερινής τους ρουτίνας και οικειότητας, που ακόμα και σήμερα τ’ αντιλαμβάνομαι όταν οδηγώ στους δρόμους της, ανατροφοδοτούσαν τις αντιλήψεις του περί «χωριατιάς» και της πολιτιστικής καθυστέρησης που αυτή η έννοια υπονοεί.

Σε κάθε επίσκεψη στη Μαγνησία, οι κουβέντες που ανταλλάζαμε προσωπικά και κατ’ ιδίαν με τον παππού ήταν κι αυτές λιγοστές, ελάχιστες και μικρές για να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα στη μνήμη. Είμαστε κι οι δυο μας από τη φύση μας λακωνικοί, λακωνικότατοι, κάτι που βέβαια πάει χέρι-χέρι με τη συστολή και την αυτοεξέταση που χαρακτηρίζει ορισμένους ανθρώπους. Του ίδιου ο λόγος είχε κατηγορηματικότητα κ επιβλητικότητα, που δύσκολα επιδεχόταν αντίρρηση ή έστω κάποια αμφισβήτηση από το στο στενό του περιβάλλον στην οικογένεια και το χωριό, τουλάχιστον από τις παρευρισκόμενες γυναίκες, την κυρά-Βασιλική, τις θείες, τη Μάνα. Μόνον η θεία Α., όποτε ανέβαινε από την Αθήνα, παρατηρούσα ότι γινόταν πηγή και στόχος αντιπαράθεσης και κριτικής και ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, είτε για περιουσιακά θέματα, είτε για την αποκατάσταση των ακόμα ανύπαντρων θείων, που οδηγούσαν σε φωνές και διενέξεις, και το κατά τα άλλα περιβάλλον παραδειγματικής στο χωριό ηρεμίας διαταρασσόταν. Σ’ εκείνα τα περιστατικά, όπου η φωνή του κυρ-Γιάννη ανέβαινε σε ένταση και η γνώμη και λόγος του γίνονταν εμφατικοί, δεν θυμάμαι να έπαιρνε κανείς το μέρος της θείας Α. Στεκόταν αγέρωχη και απομονωμένη στο κέντρο της κουζίνας να εκφράζει με ανάλογης έντασης φωνή άφοβα δηκτικές απόψεις, ο παππούς απαντούσε με στόμφο από την θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, χωρίς να σηκώνει το κεφάλι από το φαγητό του, ενώ η κυρά-Βασιλική παρακολουθούσε ουδέτερη, αμίλητη από το ντιβάνι στον τοίχο. Οι υπόλοιπες αδερφές μπαινόβγαιναν στην κουζίνα και με λίγα λόγια σ’ εκείνες συζητήσεις, αλλά σε κάθε ευκαιρία την κακολογούσαν ψιθυριστά πίσω από την πλάτη της: η θεία Α. ήταν ήδη χαρακτηρισμένη ως η κακή και δύστροπη της οικογένειας, περισσότερου λόγω του αδιάλλακτου ύφους, παρά του ενός κατά βάθος ακέραιου χαρακτήρα

No comments:

Post a Comment