Sunday, July 23, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 9 - Παραγωγικότητα, Κεφάλαιο, Κέρδος (Γ)

ΑΝΤΕΝΕΡΓΟΝΤΕΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

H έκφραση του ποσοστού κέρδους που χρησιμοποιώ: r=s/(c+v), όπου s είναι η υπεραξία και c & v το σταθερό και μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου που επενδύονται σε κάθε μια περίοδο παραγωγής, αντίστοιχα, υποδεικνύει μια σειρά από παράγοντες που δρουν στην αντίθετη κατεύθυνση προς τις πτωτικές τάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Για αυτό το λόγο η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν είναι μονοτονική. Περίοδοι πτώσης μπορεί να διαδέχονται από τυχαίες στο χρόνο αποκορυφώσεις του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα των κινήσεων μιας διαρκώς και με γενικά απρόβλεπτο τρόπο μεταβαλλόμενης αγοράς. Για τον ίδιο λόγο, η διαμόρφωση ενός γενικού, ιστορικού κανόνα που να επαληθεύει την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους στην πορεία του καπιταλισμού προς το μηδέν (μέσα από moving averages και χρονικά μεταβαλλόμενες μέσες τιμές  που θα συμπεριλαμβάνουν το σύνολο της οικονομίας (μανουφακτούρα, υπηρεσίες, υποδομές, κέρδη από το εμπορικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κρατικούς παραγωγικούς τομείς, κτλ.) στην παγκόσμια διάστασή της, παραμένει δύσκολο, αν όχι αδύνατο εγχείρημα. Αυτούς τους παράγοντες που αντενεργούν στην πτωτική τάση εντός μιας ή περισσότερων περιόδων boom & bust, που προδίδουν στο φαινόμενο το χαρακτήρα ροπής μάλλον αντί τάσης, τους συνοψίζω παρακάτω:

1.    Η άνοδος της παραγωγικότητας επηρεάζει, με επίσης πτωτικές τάσεις, την ανταλλακτική αξία των μέσων παραγωγής, πρώτων και βοηθητικών υλών, ενέργειας κτλ. με αποτέλεσμα μειωτικές τάσεις στο λόγο (β) του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο και αντίστροφες ροπές στο ποσοστό κέρδους. Παρ’ όλα αυτά, αποδεικνύεται ότι μια πτώση της τιμής των μέσων παραγωγής, δηλαδή των συστατικών του σταθερού κεφαλαίου (ή τουλάχιστον των συστατικών των κυκλοφορόντων συντελεστών του, όπως πρώτες και βοηθητικές ύλες, ενέργεια, κόστος επικοινωνιών, κτλ.), ούτως ώστε το ποσοστό κέρδους στον τομέα παραγωγής αυτών των συστατικών του σταθερού κεφαλαίου να ισοσταθμίσει το νέο χαμηλότερο ποσοστό κέρδους στον τομέα στον οποίο προμηθεύει αυτά τα στοιχεία, δεν είναι αρκετή να αναστρέψει την πτώση στα αρχικά ποσοστά κερδοφορίας, κι ο νέος κύκλος γενικά ξεκινά από σχετικά χαμηλότερα ποσοστά κέρδους για το σύνολο της οικονομίας, εφόσον δεν εξασκούνται παράλληλα άλλοι αντενεργούσες δυνάμεις.

2.    Αύξηση του ποσοστού υπεραξίας διαμέσου της εντατικοποίησης της εργασίας, της επέκτασης του χρόνου απασχόλησης για την ίδια αμοιβή, κτλ., δηλαδή την σχετική συμπίεση του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου προς το σταθερό μέρος του και το turnover της επιχείρησης: τη μείωση, με άλλα λόγια, του λόγου β που εκφράζει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και, όπως έγινε φανερό, αυξάνει γενικά με την τεχνολογική πρόοδο και την άνοδο της παραγωγικότητας. Στην πράξη αυτή η εντατικοποίηση σημαίνει μεγαλύτερο όγκο παραγωγής με το ίδιο κόστος εργασίας.

3.    Η ίδια συμπίεση του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου προς το σταθερό και του κόστους εργασίας μπορεί βέβαια να πραγματοποιηθεί και με μείωση των μισθών, δηλαδή της τιμής της εργασιακής ισχύος σε επίπεδα χαμηλότερα από την πραγματική της αξία, παρενέργεια της οποίας είναι μείωση πραγματικών εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, που επακόλουθα όμως ενεργεί στην κατεύθυνση μείωσης της ζήτησης αγαθών, μείωσης τιμών και τελικά κερδών.

4.     Στην ίδια κατεύθυνση γενικής μείωσης των μισθών δρα η αύξηση της ανεργίας, η οποία είναι αποτέλεσμα αφενός της πτώσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, αφετέρου του ανταγωνισμού και της μη ανταγωνιστικότητας ατομικών επιχειρήσεων ειδικά, και εθνικών οικονομιών γενικά, και που καταλήγει σε πτωχεύσεις και χρεοκοπίες. Αύξηση της ανεργίας, εν ολίγοις, μειώνει τους μέσους μισθούς και το κόστος εργασίας, και δρα αντίθετα προς την τάση μείωσης των κερδών.

5.    Το υπερεθνικό εμπόριο και η κίνηση κεφαλαίων, αγαθών και εργαζομένων. Τέτοιου είδους ανταλλαγές μεταξύ κοινωνιών δύνανται να έχουν πολύπλευρες θετικές επιπτώσεις στην κερδοφορία επιχειρήσεων και σε διάφορα επίπεδα. Παραδείγματος χάριν, με την εισαγωγή φτηνής εργασιακής ισχύος από χώρες με χαμηλότερα επίπεδα ανάπτυξης (και αντίστοιχα αξίας της εργασιακής ισχύος)·  με τη μεταφορά επιχειρήσεων σε τέτοιες χώρες με στόχο ακριβώς την αξιοποίηση αυτών των χαμηλότερων τιμών εργασιακής ισχύος· την εξασφάλιση φτηνών πρώτων υλών ως ανταλλαγή συνήθως αγαθών υψηλής ενσωματωμένης εργασιακής ενέργειας (προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, μηχανήματα, αεροπλάνα, κτλ.)· την επέκταση των γεωγραφικών ορίων προσφοράς ενός αγαθού, της αγοράς του, και κατά συνέπεια της συγκράτησης της πτωτικής τάσης των σχετικών τιμών, και τη διατήρηση τους πάνω από την ανταλλακτική τους αξία.

6.    Επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής σε νέους, ιστορικά μη κερδοσκοπικούς τομείς (όπως η ασφάλεια, η εκπαίδευση, η υγεία, κτλ.) ή διαμέσου της εξαγοράς δημόσιας περιουσίας σε τιμές χαμηλότερες της πραγματικής της αξίας.

7.    Ο σχηματισμός μονοπωλίων ή καρτέλ επιχειρήσεων που ελέγχουν μεγάλο μέρος της αγοράς αγαθών με ανελαστική ζήτηση ή όπου καταναλωτής αυτών των αγαθών είναι το κράτος (όπως με τις αμυντικές δαπάνες, κρατικές προμήθειες, κτλ.) και έχουν τη δυνατότητα να θέτουν τιμές υπεράνω της πραγματικής ανταλλακτικής τους αξίας.

8.    Ανάλογα αυθαίρετες τιμές, σε αναντιστοιχία με την πραγματική τους αξία, και φυσικά αυθαίρετα μεγέθη κερδοφορίας, εμφανίζονται στο χώρο της μαύρης οικονομίας, του λαθρεμπορίου, κτλ. 

9.    Φυσικοί παράγοντες, πόλεμοι, κτλ. που βίαια καταστρέφουν ή απενεργοποιούν κεφάλαια  και επαναφέρουν τα ποσοστά κέρδους σε υψηλά επίπεδα.

10. Δημογραφικές ανακατατάξεις λόγω μετανάστευσης, πολέμων, επιδημιών, κτλ. 

Άρα, σε καθημερινή βάση και στον παγκόσμιο πλέον χώρο, υφίστανται και δρουν πολλαπλές δυνάμεις, συχνά με απρόβλεπτο τρόπο και μέγεθος αποτελέσματος, που όχι μόνον συγκρατούν το μέσο ποσοστό του καπιταλιστικού κέρδους, αλλά και αναστρέφουν την πτωτική πορεία που, εν τέλει, η άνοδος της παραγωγικότητας στη βάση της αλλοίωσης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός δυνητικά επιφέρουν, όπως περιεγράφηκε παραπάνω.

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 9 - Παραγωγικότητα, Κεφάλαιο, Κέρδος (B)

ΚΥΚΛΟΙ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ

Σημειώνω, επίσης, ότι το έναυσμα ενός νέου παραγωγικού κύκλου στον καπιταλισμό δεν δίνεται μόνον και απαραίτητα από ένα άλμα στην παραγωγικότητα, αλλά, ενδεχόμενα, είτε από ραγδαίες υποτιμήσεις ή διαγραφές κεφαλαίων που προηγουμένως έλαβαν χώρα λόγω πολέμων, φυσικών καταστροφών, δημογραφικών ανακατατάξεων, εξαιτίας και πάλι πολέμων και επιδημιών-πανδημιών αλλά και μετανάστευσης, είτε από προσδοκίες που η ανακάλυψη νέων αγορών, φυσικών πόρων, ενεργειακών αποθεμάτων, φτηνής εργασιακής ισχύος, κτλ. φέρνουν στην επιφάνεια. Θα αρκεστώ εδώ στην περιγραφή των αποτελεσμάτων ενός ανοδικού βήματος στην παραγωγικότητα. Είναι δουλειά του ιστορικού ματεριαλισμού να μελετήσει τα κύρια αίτια πίσω από την αφετηρία προηγούμενων κύκλων boom & bust στην ιστορία του καπιταλισμού.

Τούτο, λοιπόν, το άλμα στην παραγωγικότητα (ή κάποιο αντίστοιχο έναυσμα) που λαμβάνει χώρα στην επιχείρηση του κεφαλαίου Α (ή και ταυτόχρονα σε ένα αριθμό επιχειρήσεων στον συγκεκριμένο ή παρεμφερείς τομείς παραγωγής) αποτελεί αφετηρία σε μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις και φαινόμενα στο οικονομικό πεδίο:

(α) Πραγματοποίηση της αξίας S=K×P, όπου Κ΄Κ, και η νέα τιμή προσφοράς του εμπορεύματος P’ είναι μικρότερη ή ίση της επικρατούσης μέχρι τούδε τιμής αγοράς του αγαθού (ή ομοειδών του). Βεβαίως, στα πλαίσια του ανταγωνισμού εφόσον αυτός δεν έχει παραμορφωθεί από τον σχηματισμό μονοπωλίων ή παρεμβάσεις του κράτους ή άλλων οργανισμών, το κεφάλαιο Α μπορεί να προσφέρει το εμπόρευμά του σε μικρότερες από τις επικρατούσες στην αγορά τιμές με σκοπό τη διεύρυνση του μεριδίου του στην αγορά εις βάρος των κεφαλαίων  B, C,… που δρουν στην ίδια σφαίρα, ενώ ταυτόχρονα να διατηρεί στο ακέραιο ή και να αυξάνει την κερδοφορία του. Ενίοτε, η ρύθμιση και των δύο μεγεθών K, Pπου χαρακτηρίζουν την παραγωγή ενός εμπορεύματος σε μια περίοδο ΔΤ, δηλαδή της ποσότητας και της τιμής του, γίνεται θυσιάζοντας ένα μέρος του ποσοστού κέρδους που το κεφάλαιο Α είναι σε θέση δυνάμει να απολαμβάνει. Από τα κεφάλαια B, C, … κτλ. εκείνα που θα κατορθώσουν να ισοφαρίσουν την παραγωγικότητα και αντισταθμίσουν το πλεονέκτημα της επιχείρησης Α στην κερδοφορία του (ο ανταγωνισμός και ροή κεφαλαίων τείνει να ισοσταθμίζει τα ποσοστά κέρδους μεταξύ επιχειρήσεων σε έναν τομέα, αλλά και μεταξύ ανομοιογενών τομέων και διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών), και εφόσον το αγαθό και τα ομοειδή του θα προσφέρονται πλέον σε χαμηλότερες τιμές, θα έχει ως αποτέλεσμα γενικά χαμηλότερες τιμές στην εν λόγω κατηγορία. Η τιμή του προϊόντας διαμέσου του ανταγωνισμού και της ισοστάθμισης των κεφαλαιακών αποδόσεων θα συγκλίνει προς την πραγματική, ανταλλακτική τους αξία με δεδομένη τη μικρότερη εργασιακή ενέργεια που κάθε εμπόρευμα, εξαιτίας της ανόδου στην παραγωγικότητας, ενσωματώνει. Τα υπόλοιπα κεφάλαια είτε θα πτωχεύσουν, είτε θα απορροφηθούν υποτιμημένα μέσω εξαγορών (acquisitions). 
 
(β) Επιτάχυνση της συσσώρευσης της υπεραξίας s και του κεφαλαίου με την πραγματοποίηση αξιών και του turnover S. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο (μετά από μερίσματα στους μετόχους και κατόχους του, τοκοχρεολύσια, φόρους, ενοίκια, κτλ.) μετά από έναν ή περισσότερους κύκλους παραγωγής (ΔΤ) είτε επανεπενδύεται περιοδικά στην επέκταση της χωρητικότητας της παραγωγής με γνώμονα προσδοκίες ως προς την αύξηση των μονάδων Κ’ αγαθού με το χρόνο (ή παρεμφερών ή ομοειδών αξιών χρήσης), είτε αποταμιεύεται και παραμένει άεργο με τη μορφή χρήματος εν αναμονή μελλοντικών επενδυτικών ευκαιριών, είτε ενσωματώνεται ή μεταμορφώνεται σε κάποιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και για να φέρει έσοδα από ετερογενείς επενδύσεις αυτού του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τόκους, είτε χρησιμοποιείται για την εξαγορά μικρότερων επιχειρήσεων στον ίδιο ή συμπληρωματικούς τομείς, είτε μεταφέρεται σε άλλες σφαίρες παραγωγής ή και χώρες. 

Συνοψίζοντας, ένα άλμα ή μια ραγδαία επιτάχυνση της κερδοφορίας υποκινούμενη από ένα αντίστοιχο βήμα στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, απελευθερώνει και ενισχύει, σε συνδυασμό με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, μια σειρά από οικονομικές δυνάμεις και συνιστά δυνάμει έναυσμα στις παρακάτω τάσεις που αφορούν στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής:

1.    Σε τάσεις μείωσης των τιμών ή και της αύξησης του όγκου των αγαθών που παράγονται, το τελευταίο συνήθως με πολλαπλασιασμό ομογενών, ετερογενών ή νέων αξιών χρήσης (π.χ. καινοτομίες στις τηλεπικοινωνίες και την πληθώρα των κινητών συσκευών που πλέον παράγονται). Η μείωση της τιμής, φαινομενικά αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, στην ουσία της οφείλεται στο ότι κάθε αγαθό πλέον ενσωματώνει λιγότερη εργασιακή ενέργεια σε σχέση με την προηγούμενη φάση παραγωγής που χαρακτηριζόταν από σχετικά χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας. Η αύξηση του όγκου των αγαθών εντός της ίδιας σφαίρας παραγωγής πολλές φορές εκδηλώνεται με τον πολλαπλασιασμό των αξιών χρήσης, δηλαδή παράγωγων, διαφοροποιημένων προϊόντων που εξυπηρετούν διαφορικές κλιμακώσεις της ίδιας ανάγκης. Άλλες φορές, μια τεχνολογική ανακάλυψη ή καινοτομία και η εφαρμογή της σε νέες αξίες χρήσης οδηγεί στην εμφάνιση νέων κατηγοριών αγαθών: στα αρχικά στάδια της παραγωγής τους, μέχρις ότου οι δυνάμεις της αγοράς (της προσφοράς και ζήτησης) και του ανταγωνισμού των κεφαλαίων εξισορροπηθούν, η κατηγορία αυτή παραγωγής χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα τιμών και κερδών. Και δύναται να καταλήξει σε κρίσεις υπερπροσφοράς και υπερπαραγωγής αγαθών με διόγκωση απούλητων αποθεμάτων από τις επιχειρήσεις, ραγδαίες πτώσεις τιμών, και την τελική υποβάθμιση και καταστροφή του μέρους του κεφαλαίου που τα αδιάθετα εμπορεύματα συνιστούν.

2.    Σε πτώχευση ή εξαγορά επιχειρήσεων, που ισοδυναμεί με υποτίμηση ή και εγκατάλειψη, καταστροφή και μηδενισμό κεφαλαίων που δεν επιβιώνουν σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και η δημιουργία ολιγοπωλίων και μονοπωλίων εντός της συγκεκριμένης σφαίρας παραγωγής. Ταυτόχρονα, η είσοδος νέων κεφαλαίων στην ίδια, πλέον «ώριμη» από την άποψη των ρυθμών ανάπτυξης της, σφαίρα παραγωγής γίνεται δυσκολότερη λόγω του μεγέθους που μια ανταγωνιστική επένδυση στην ίδια κατηγορία αξιών χρήσης απαιτεί, ενώ η ένταση του ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση το κίνητρο για αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται.

3.    Συσσώρευση & υπερσυσσώρευση κεφαλαίου χάριν στο valorisation (διατίμησή) που η υψηλότερη παραγωγικότητα και η, έστω προσωρινή και παροδική, αύξησης της κερδοφορίας επιτρέπει. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο, η net asset value της επιχείρησης ή, όπως αποτιμείται από την αγορά με βάση προσδοκίες, το market capitalization της ανά πάσα στιγμή, σε κάποια φάση αναζητεί εκ νέου επενδύσεις, παράλληλα με νέες αγορές που η μεγέθυνση του όγκου παραγωγής που η άνοδος της παραγωγικότητας προσφέρει και η ανάγκη, βέβαια, της πραγματοποίησης της αξίας που παράγεται και των κερδών, δηλαδή του valorization του κεφαλαίου. Σε ώριμες σφαίρες παραγωγής μεγάλης κλίμακας, σε μεγάλο βαθμό μηχανοποιημένες και αυτοματοποιημένες, με υψηλό λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο, ένα μέρος αυτού συσσωρευμένου κεφαλαίου επανεπενδύεται εντός της παραγωγής στο χρονικό σημείο στο οποίο απαιτείται η αναπλήρωση αυτού του εξοπλισμού λόγω φθοράς. Λόγω της συσσώρευσης του κεφαλαίου, βέβαια, το ποσοστό κέρδους υπολογιζόμενο ως προς το συνολικό κεφάλαιο θα τείνει να μειώνεται με το χρόνο.

Είναι φανερό ότι όλες οι παραπάνω πρωταρχικές τάσεις που αναπτύσσονται θα δρουν προς την κατεύθυνση της μείωσης του ποσοστού κέρδους. Ενώ το κεφάλαιο ενθαρρύνει και αξιοποιεί την ενίσχυση της παραγωγικότητας, ενόσω και εφόσον αυτή δρα στην κατεύθυνση της αύξησης του ποσοστού κέρδους του, αυτή καθαυτή η άνοδος της παραγωγικότητας αναπτύσσει δυνάμεις που εν τέλει έρχονται σε αντίφαση ή θέτουν φραγμούς στην αύξηση του ποσοστού κέρδους. Με άλλα λόγια, άλματα στην παραγωγικότητα ενώ τονώνουν την κερδοφορία σε απόλυτα (μάζα κέρδους) και σχετικά μεγέθη (μέσο ποσοστό κέρδους) και είναι προϋπόθεσή της, από την άλλη, χάριν στον ανταγωνισμό και την τάση ισοστάθμισης των ποσοστών κέρδους με τη ροή κεφαλαίων εντός μιας σφαίρας παραγωγής και της οικονομίας γενικότερα, αυτή η αυξημένη κερδοφορία δημιουργεί φραγμούς σε αυτές τις αυξητικές τάσεις του κέρδους και την περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας. Περίοδοι εντατικής παραγωγής και υψηλής κερδοφορίας, αύξησης του όγκου των εμπορευμάτων ή και των τιμών τους (σχετικά πάντα με την έμφυτη ανταλλακτικής αξία και την εργασιακή ενέργειά που ενσωματώνουν) και ενδεχόμενα των μισθών, διαδέχονται από φάσεις υπερπαραγωγής και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, και συνακόλουθα φάσεις πτώσης, πολλές φορές ραγδαίας, αυτής της κερδοφορίας, και τελικά υποτίμησης και καταστροφής κεφαλαίων (μηχανήματα και εγκαταστάσεις σε αχρησία, πτωχεύσεις επιχειρήσεων και διαγραφή χρεών προς το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, κτλ.): μείωση της παραγωγής (υφέσεις) και οικονομικές κρίσεις που εξαπλώνονται λόγω του κοινωνικοποιημένου χαρακτήρα της παραγωγής από μια σφαίρα στη γενικότερη οικονομία.

“The periodical depreciation of existing capital— one of the means immanent in capitalist production to check the fall of the rate of profit and hasten accumulation of capital-value through formation of new capital — disturbs the given conditions, within which the process of circulation and reproduction of capital takes place, and is therefore accompanied by sudden stoppages and crises in the production process.” Με άλλα λόγια, οι καπιταλιστικές υφέσεις και κρίσεις είναι συμφυείς του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής και αποτέλεσμα της θεμελιώδους αντίθεσής του, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό και την εσωτερική, φυσική ροπή του για την αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης πλούτου.  “Capitalist production seeks continually to overcome these immanent barriers, but overcomes them only by means which again place these barriers in its way and on a more formidable scale. The real barrier of capitalist production is capital itself. It is that capital and its self-expansion [that] appear as the starting and the closing point, the motive and the purpose of production; that production is only production for capital and not vice versa, the means of production are not mere means for a constant expansion of the living process of the society of producers.”

Friday, July 21, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 9 - Παραγωγικότητα, Κεφάλαιο, Κέρδος (Α)

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Η τεχνολογική ανάπτυξη, με την αξιοποίηση της συσσωρευμένης γνώσης και κύριο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας μιας κοινωνίας (την αύξηση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται από έναν πληθυσμό ανά άτομο), συμβαδίζει στον καπιταλισμό σχεδόν αδιάλειπτα με την τάση για μεγιστοποίηση των κερδών και ρυθμών συσσώρευσης πλούτου από το κεφάλαιο, ανατροφοδοτείται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και από μια άποψη είναι προϋπόθεση διατήρησης και αύξησης των ποσοστών κέρδους. Αυτή η ανάπτυξη συνήθως συμβαίνει με ασυνεχή τρόπο, με τυχαία άλματα ή μικρά ή μεγάλα βήματα και διαδίδεται από το μερικό και την εστία του (τη μεμονωμένη επιχείρηση, τον μικροοικονομικό-παραγωγικό οργανισμό ή κρατικό, υπερεθνικό ή ιδιωτικό ερευνητικό φορέα), στο γενικό (διαχέεται στη σφαίρα παραγωγής και μετέπειτα στην εθνική και παγκόσμια οικονομία). Και οι δύο τάσεις, της ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου, όντας παράγωγες της θεμελιώδους αντίθεσης, οδηγούν στην άλλη συνακόλουθη αντίφαση, χαρακτηριστική του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής και σημαντική ως προς την ιστορική εξέλιξη του: στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει. Μια πτωτική τάση που παρουσιάζεται εμφανέστερη και εντονότερη μετά από περιόδους επιτάχυνσης της κερδοφορίας και συσσώρευσης κεφαλαίων, ενώ ταυτόχρονα ορθώνεται ως φραγμός στην περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της κερδοφορίας και της κοινωνικής παραγωγής εν γένει. 
 
Αυτή η τάση διαπιστώθηκε κατ’ αρχήν από τους κλασικούς της πολιτικής οικονομίας, όπως οι Smith και Ricardo, και κατόπιν διεξοδικότερα από τον Μαρξ, αλλά τελικά καταγράφηκε, αναλύθηκε και εξηγήθηκε στη βάση της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας στα πλαίσια της μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού. Συνιστά αντίφαση, με την έννοια ότι δρα σε κατεύθυνση αντίθετη προς τις συστημικές δυνάμεις και τις συμφυείς ροπές του κεφαλαίου, δηλαδή αντενεργεί προς την έμφυτη ροπή του συστήματος προς μεγιστοποίηση αυτού του ποσοστού κέρδους και των διάφορων λογιστικών εκδοχών του. Ως ιστορική τάση απαιτεί διεξοδικότερη περιγραφή, διεισδυτικότερη προσέγγιση και μελέτη, λαμβάνοντας βέβαια υπόψιν τις δυσκολίες που παρουσιάζει η μελέτη τέτοιων ιστορικών τάσεων στο ποσοστό κέρδους και τη συσσώρευση κεφαλαίων και πλούτου, μέσα από διαφορετικές σφαίρες παραγωγής που εμφανίζονται στο προσκήνιο, ωριμάζουν και πολλές φορές μεταλλάσσονται ή παρέρχονται, μέσα σε ένα παγκόσμιο πεδίο παραγωγής όπου συνυπάρχουν διαφορετικά εθνικά μοντέλα καπιταλιστικής ανάπτυξης (κρατικά-γραφειοκρατικά μοντέλα, μικτές οικονομίες με διαφορετικούς λόγους συμμετοχής στο κοινωνικό προϊόν του κρατικού προς τον ιδιωτικό τομέα, νέο-αποικιακά, laissez-faire, κτλ.) Ως τέτοια παραμένει αμφιλεγόμενη και, επομένως, εξακολουθεί να προτάσσεται ως υπόθεση, επιδεχόμενη εμπειρικής επαλήθευσης, αλλά με τις προφανείς, συνακόλουθες δυσκολίες που η τελευταία ενέχει- όπως ήδη αναφέρθηκε. Πριν όμως με απασχολήσουν οι οποιεσδήποτε ενδείξεις, εμπειρικές, στατιστικές και άλλες, αυτής της τάσης στην ιστορική της διάσταση, θα σταθώ αρχικά σε κάτι που είναι πλέον εμφανές και ρουτίνα στην παρατήρηση της μέχρι τούδε πορείας του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής: τις περιοδικές αυξομειώσεις της κερδοφορίας του κεφαλαίου, τις υφέσεις και κρίσεις, στις οποίες σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγουν περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης και υψηλής κερδοφορίας, και τις υποβόσκουσες δυνάμεις που δρουν σε αυτές τις κατ’ ουσία αντίθετες φάσεις της ανόδου και πτώσης των μέσων ποσοστών κέρδους του κεφαλαίου, μεταξύ περιόδων φαινομενικής σταθερότητας και ισορροπίας. Το αν η καμπύλη που παρεμβάλλεται σε αυτήν την εμπειρικά αποδεδειγμένη κυκλική και ταλαντευτική συμπεριφορά του μέσου ποσοστού κέρδους (επιχειρηματικού, εμπορικού, επιτοκίων δανεισμού, ενοικίων, κτλ.) κατά την ιστορική πορεία του συστήματος τείνει σε χαμηλότερα μεγέθη και με ποιο ρυθμό εξασθένισης, και το αν οι ταλαντώσεις αυτές ανάμεσα σε «τοπικά» μέγιστα και ελάχιστα αποσβένονται, είναι εξίσου σημαντικά ζητήματα και αφορούν στον παροδικό ή απόλυτο χαρακτήρα του συστήματος, αλλά θα με απασχολήσει αργότερα. 

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ & ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ 

Ας ξεκινήσουμε με αφετηρία την εργασιακή βάση της αξίας και, κατά λογική επέκταση, της υπεραξίας× η τελευταία συνιστά και αντικατοπτρίζεται στο καπιταλιστικό κέρδος και εφόσον η αξία των εμπορευμάτων υλοποιείται με τη μετατροπή της ανταλλακτικής αξίας τους σε χρήμα, το κεφάλαιο διατιμείται και «πραγματοποιείται» (valorized) στην αγορά. Αν και το κεφάλαιο ούτε εκτιμά, ούτε υπολογίζει, ούτε μετράει αποδόσεις, valorization, κτλ. στη βάση ανταλλακτικών αξιών και υπεραξίας, αλλά στη βάση τιμών αγοράς και κερδών εκπεφρασμένων σε μονεταριστικές μονάδες, η χρήση όρων αξίας και υπεραξίας δεν αφαιρεί στο ελάχιστο την ισχύ των επιχειρημάτων, ούτε παραμορφώνει τα φαινόμενα προς ανάλυση. Το αντίθετο: προσφέρει αφαιρετικές δυνατότητες και αποκαλύπτει την ουσία πίσω από το κέλυφος και τον μανδύα με τον οποίο αυτά τα οικονομικά φαινόμενα και οι κινήσεις στην αγορά εμπορευμάτων και κεφαλαιακών αξιών παρουσιάζονται σε μας καθημερινά.

Το επιχειρηματικό κεφάλαιο αποσυντίθεται σε σταθερό (σταθερά μέσα παραγωγής – κτίρια, μηχανήματα, κτλ., πρώτες και βοηθητικές ύλες, ενέργεια κίνησης, κτλ.), έστω c, και μεταβλητό (εργασιακή ενέργεια), έστω v, σε διαφορετικούς λόγους μεγεθών των δύο συστατικών του (v/c), ένας λόγος που εξαρτάται από τον τομέα παραγωγή και, εντός των ορίων μιας κοινωνίας στο βαθμό που αυτά διαγράφονται σε έναν παγκόσμιο χώρο, από το βαθμό τεχνολογικής ανάπτυξης της. Το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, η εργασία, θέτει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, το σταθερό μέρος του κεφαλαίου, για την παραγωγή συνολικής αξίας S=K×P (ή Κ μονάδων εμπορεύματος σε τιμής αγοράς P) εντός μιας περιόδου ΔΤ. (Υποθέτω ότι σε συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, όπου η τιμή συμπίπτει με την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος, αυτή η αξία ενσωματώνει τη μέση κοινωνική εργασιακή ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή του.) Η εργασία, που το κόστος της στοιχειοθετεί το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, προσθέτει αξία (δημιουργεί υπεραξία, επιπλέον του κόστους πρώτων υλών και απόσβεσης μηχανημάτων, δηλαδή μιας ήδη «αντικειμενικοποιημένης» εργασίας που απλά μεταφέρεται στην αξία του τελικού αγαθού) ίση με s=S-(v+c). Το ποσοστό υπεραξίας ως προς το κόστος εργασίας (v), ως μέτρο εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, εκφράζεται ως a=s/v , ενώ το ποσοστό κέρδους ως προς το συνολικό κεφάλαιο (συμπεριλαμβανομένης και της απόσβεσης σταθερών συστατικών του, όπως μηχανήματα, εγκαταστάσεις, κτλ.) που επενδύθηκε στην αρχή αυτής της περιόδου θα είναι r=s/(c+v).

Μια τεχνολογική ανακάλυψη και καινοτομία (ένα καινούργιο μηχάνημα ή ρομπότ, σύστημα αυτοματισμού, ισχυρότερες δυνάμεις επεξεργασίας και υπολογισμού, αποτελεσματικότερη χρήση της ενέργειας ή νέες φτηνότερες μορφές της, κτλ.) ή μια νέα μέθοδος οργάνωσης της παραγωγής που εισάγεται σε μια επιχείρηση εντός ενός τομέα παραγωγής, δυνάμει επιτρέπει στην ίδια περίοδο αναφοράς ΔΤ την παραγωγή περισσότερων μονάδων προϊόντων με το ίδιο κόστος και χρόνο εργασίας ή, ισοδύναμα, την ίδια ποσότητα μονάδων σε μικρότερο χρόνο και χαμηλότερο κόστος, δηλαδή λιγότερους εργαζόμενους απασχολούμενους τον ίδιο χρόνο ή τον ίδιο αριθμό εργαζομένων απασχολούμενων για λιγότερο χρόνο. Σε κάθε περίπτωση συζητάμε για αύξηση της παραγωγικότητας μιας επιχείρησης, όπου η ίδια ή περισσότερη αξία, ο ίδιος ή μεγαλύτερος όγκος αγαθών, παράγεται με χαμηλότερο κόστος εργασίας, και αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε αλλοίωση της «οργανικής» σύνθεσης του κεφαλαίου, από c=β×v  σε c=β’×v’ όπου c’ η νέα αξία του τμήματος του σταθερού κεφαλαίου που μεταφέρεται στο τελικό αγαθό και v’=vv το νέο μειωμένο κόστος εργασίας που επιτυγχάνει η αύξηση της παραγωγικότητας.

Το ατομικό κεφάλαιο (Α) που προχωρά στην αύξηση της παραγωγικότητάς του με κάποιο τρόπο προσδοκά την πραγματοποίηση της ίδιας (ή μεγαλύτερης) αξίας σε σχέση με την αρχική, S, αλλά οπωσδήποτε με υψηλότερο ποσοστό κέρδους (ή στη χειρότερη περίπτωση ίσο με το μέσο ποσοστό κέρδους που επικρατεί στον συγκεκριμένο τομέα):

Κατ’ αρχήν, η παραπάνω ανισότητα συνεπάγεται c'<cv, που σημαίνει ότι η οποιαδήποτε ενίσχυση της παραγωγικότητας έχει για το ατομικό κεφάλαιο νόημα εφόσον η μείωση του κόστους εργασίας υπερκεράζει τη νέα αξία των μέσων παραγωγής που μεταφέρεται στο τελικό αγαθό (την απόσβεση των σταθερών στοιχείων και την αξία των πρώτων και άλλων βοηθητικών υλών). Με άλλα λόγια, η αύξηση της παραγωγικότητας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά επιδιώκεται εφόσον έχει κάποιον προσδοκώμενο αντίκτυπο σε υψηλότερη κερδοφορία. Σε κάθε περίπτωση, ενίσχυση της παραγωγικότητας (και αυτό ανεξάρτητα του τομέα παραγωγής) αλλοιώνει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου β σε β’, κατά κανόνα υπέρ του σταθερού και εις βάρος του μεταβλητού μέρους του (αν και η παραπάνω ανισότητα επιτρέπει το c’ να είναι αυθαίρετα μικρότερο του αρχικού c), δηλαδή εν γένει β΄>β. [Σημ.: Εφαρμογή μιας τεχνολογίας που θα αυξάνει την κεφαλαιακή απόδοση, σε σχέση με τη μέχρι τούδε ή κάποιο επιχειρηματικό benchmark, προϋποθέτει μιαν αρχική επένδυση ΔC σε σταθερό κεφάλαιο, που είναι έξοδο (cash outflow) για τους κατόχους του, επιπλέον της αξίας των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων ή της NAV της επιχείρησης, και στο σχηματισμό της απόφαση για την εν προκειμένω επένδυση υπεισέρχονται πιο σύνθετες αναλύσεις στη βάση NPV μελλοντικών εσόδων (cash inflows) ή καθαρών κερδών.]

Sunday, July 9, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 8 - Καπιταλισμός: αντιθέσεις (Β)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ 

Η αγορά, η οποία όντως στέκεται απέναντι και υπεράνω της δράσης των ατομικών κεφαλαίων και λειτουργεί και κινείται από τις συνιστάμενες δυνάμεις των απειράριθμων παραγόντων που ενεργούν στο εσωτερικό της (υπερεθνικοί οργανισμοί, εθνικά κράτη, τάξεις, πολυεθνικές επιχειρήσεις, μικρά και μεγάλα κεφάλαια, ατομικοί παραγωγοί και καταναλωτές, φύση και φυσικοί πόροι, κλίμα και καιρός), φτάνει στο οριακό σημείο που δεν μπορεί να απορροφήσει ή να αποπληρώσει πλέον ή να συναλλαχθεί στους ίδιους ρυθμούς: στο σημείο της επιβράδυνσης, τη συναίσθησης της πραγματικότητας και της προσγείωσης σε αυτήν, στο σημείο αναστροφής της συλλογικής ψυχολογίας. Τα κεφάλαια εκπίπτουν και υποτιμούνται με γνώμονα ρεαλιστικές πλέον ή χαμηλότερες αποδόσεις. Επέρχεται κρίση στο σύστημα· το σύστημα κυριεύεται από την κρίση που το ίδιο δημιούργησε.
 
Παραμένοντας στο οικονομικό πεδίο, η ίδια θεμελιώδης αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, κέρδους και κόστους παραγωγής, και ο συνεπακόλουθος αυτής της αντίθεσης καπιταλιστικός ανταγωνισμός ουσιαστικά καθορίζει την προσφορά και ζήτηση στο χώρο τον εμπορευμάτων και είναι η κύρια αιτία των διακυμάνσεων, αντιφάσεων και ανισορροπιών στο σύστημα [υπερ-προσφορά, υπερ-χωρητικότητα στην παραγωγή και στις υποδομές της, χαμηλή ζήτηση λόγω μειωμένης αγοραστικής δύναμης, αυξομειώσεις στις τιμές και τα αποθεματικά εμπορευμάτων από επιχειρήσεις και χρήματος στις τράπεζες, πληθωρισμό και αποπληθωρισμό (πίστης και τιμών), αυξομειώσεις στο δανεισμό και την πίστη, μέχρι και ασυνέχειες και σοβαρές διαταραχές στη διακίνηση εμπορευμάτων και την κυκλοφορία του χρήματος.] Από την άλλη μεριά, αντίστοιχες αυξομειώσεις στη ζήτηση της εργασιακής δύναμης, ως του ιδιαίτερου εμπορεύματος στον καπιταλισμό στον πυρήνα της παραγωγής αξίας, συνεπάγεται αυξομειώσεις στην ανεργία και την τιμή της εργασιακής ισχύος. 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Στο κοινωνικό πεδίο οι οικονομικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος, βέβαια, αντανακλώνται στην οικονομική-εισοδηματική διαστρωμάτωση, στις διακυμάνσεις στην κινητικότητα μεταξύ των οικονομικών στρωμάτων και τάξεων, στη διασπορά της κατανομής των εισοδημάτων, στην σχετική και απόλυτη φτώχια και τις ψυχοσωματικές επιπτώσεις της στον κοινωνικό άνθρωπο, καθώς και δημογραφικές ανακατανομές και τις επίδραση που έχει η παραγωγή και υπερ-παραγωγή στο περιβάλλον, στους διαθέσιμους φυσικούς πόρους και στο κλίμα. Ενώ στο πολιτικό πεδίο, η αντίθεση μεταφράζεται σε πολιτικές διαμάχες γύρω από τις μακροοικονομικές πολιτικές που πρέπει να ακολουθηθούν για την εξισορρόπηση του συστήματος, τη δημοσιονομική ή αναδιανεμητική πολιτική,  τη στήριξη ή απομείωση του κράτους πρόνοιας, κτλ.  

Σε μιαν παγκοσμιοποιημένη οικονομία η σύγκρουση ανάμεσα στην ιδιοκτησία από «ατομικά» κεφάλαια των μέσων παραγωγής και την κοινωνικοποιημένη εργασία και καταμερισμένη παραγωγή, ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και το κέρδος, ανάμεσα στα ατομικά κεφάλαια προς μεγιστοποίηση των ατομικών κερδών και του μερίδιού τους στην αγορά διαμέσου κυρίως της αύξηση της παραγωγικότητας, έχει παρόμοιες παράπλευρες συνέπειες: την ανισόμετρη ανάπτυξη και την ιστορική διαμόρφωση εθνικών ή υπερεθνικών οικονομικών πόλων, στη δημιουργία πολυεθνικών εταιριών, στη μεταφορά εθνικών ή υπερεθνικών κεφαλαίων από μια γεωγραφική περιοχή σε άλλη, σε εμπορικές συμφωνίες ή εμπορικούς πολέμους και προστατευτισμό, στις σχέσεις εξάρτησης, οικονομικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής ανάμεσα σε αναπτυγμένες και υπανάπτυκτες εθνικές οικονομίες, στην οικονομική μετανάστευση, σε τοπικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και την παγκόσμια κλιματική αλλαγή, κτλ. Αν και η σχέση ανάμεσα στην θεμελιώδη αντίθεση του συστήματος και των επιμέρους φαινομένων δεν είναι πάντα προφανής, και για κάθε ένα από αυτά απαιτείται διεξοδική ανάλυση με τη μεθοδολογία του ιστορικού και διαλεκτικού ματεριαλισμού προς τη διασύνδεση κάθε αποτελέσματος με τις αιτίες του, το γεγονός και μόνον ότι τα φαινόμενα αυτά εμφανίστηκαν, προέκυψαν και αναδείχτηκαν μέσα από την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού είναι εμπειρική απόδειξη της συσχέτισης αυτών των συγκρούσεων με τη βασική συστημική αντίθεση και τις παραγώγους της. 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΒΑΣΙΚΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

Δίνω έμφαση σε δύο σχετικά με τη θεμελιώδη αντίθεση συμπεράσματα. Πρώτον, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής από την μια μεριά έχει ως αποτέλεσμα ανισορροπίες ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση σε μικροοικονομικό επίπεδο, στο ενός συγκεκριμένου τομέα παραγωγής ή κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων της εργασιακής ισχύος και του χρήματος, να έχουν παράπλευρες επιπτώσεις σε παρεμφερείς τομείς και τη γενικότερη οικονομία. Δεύτερον, η αντιφατική σχέση ανάμεσα στο κόστος της εργασίας και παραγωγής, αφενός, και του καπιταλιστικού κέρδους από την άλλη επιδρά στην προσφορά και ζήτηση αγαθών, της εργασιακής ισχύος και του χρήματος, αλλά και επηρεάζεται από αυτές, δηλαδή κέρδος και κόστος παραγωγής από τη μια, και η προσφορά και ζήτηση από την άλλη βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση αλληλεπίδρασης και ανατροφοδοτούνται. Στο βρόγχο ανάδρασης αναπτύσσονται τάσεις, ενδογενείς ή από εξωγενείς πηγές (π.χ. διαταράξεις σε κύρια στοιχεία της παραγωγής όπως η ενέργεια, αγροτικά προϊόντα εξαιτίας καιρικών ή κλιματικών αλλαγών, δημογραφικές ανακατατάξεις εξαιτίας πολέμων, μετανάστευσης, κ.α.), που μπορεί να μετατοπίσουν αισθητά το σύστημα από μιαν φαινομενική κατάσταση ισορροπίας σε αστάθεια.

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 8 - Καπιταλισμός: αντιθέσεις (Α)

Η ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

To παγκοσμιοποιημένο πλέον καπιταλιστικό σύστημα βρίθει από αντιφάσεις και συγκρούσεις που εκδηλώνονται συνεχώς και με διάφορες εντάσεις, σε οικονομικό και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, εθνικό και παγκόσμιο. Στη ρίζα αυτών των συγκρούσεων λανθάνει η πρώτη θεμελιώδης αντίθεση στον καπιταλισμό: ανάμεσα στους δύο πόλους και όρους της παραγωγικής διαδικασίας και της συσσώρευσης πλούτου σε αυτόν, στο κεφάλαιο και την εργασία. Αυτή η αντίθεση ερμηνεύεται σε δύο εκδοχές. 

Στην πρώτη της εκδοχή, η αντίθεση έγκειται ανάμεσα, από τη μια μεριά, στο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, που είναι κοινωνικά καταμερισμένη και εξειδικευμένη, εν ολίγοις «κοινωνικοποιημένη», με φορά περαιτέρω τέτοιας κοινωνικοποίησης και καταμερισμού και, από την άλλη μεριά, στην ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής, την ιδιοκτησία αυτών και τη διαχείριση των παραγόμενων αγαθών από ατομικά, συγκεκριμένα και αυτόνομα κεφάλαια-ιδιοκτήτες αυτών των μέσων παραγωγής. Κατά κανόνα, κεφάλαια που κινούνται εντός του ίδιου τομέα παραγωγής και βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας έχει ως αποτέλεσμα τη μόρφωση μιας αλυσίδας τομέων παραγωγής και επιχειρήσεων που η μια προμηθεύει και κατά συνέπεια εξαρτάται (ως προς τη διάθεση και πώληση των εμπορευμάτων της, την κερδοφορία της, κτλ.) από την άλλη, ενώ οι επιχειρήσεις καταναλωτικών αγαθών εξαρτώνται από τον ατομικό καταναλωτή και την αγοραστική του δύναμη. Σε τελική ανάλυση το ατομικό και εξειδικευμένο κεφάλαιο έρχεται (για τη ρευστοποίηση, valorisation του) αντιμέτωπο με μια αγορά, σε μεγάλο βαθμό χαοτική και άναρχη (ως προς τον αριθμό των κόμβων συναλλαγής αγαθών και εμπορευμάτων και το μέγεθος αυτών των συναλλαγών), για την οποία αγορά και τις κινήσεις της έχει περιορισμένη γνώση και διαθέτει ανά πάσα στιγμή πεπερασμένου μεγέθους πληροφορία. Η αγορά (κεφαλαιακών και καταναλωτικών αγαθών), που χαρακτηρίζεται από αναρίθμητες καθημερινές ανταλλαγές χρήματος και εμπορευμάτων και κεφαλαιακών αξιών και εξαπλώνεται στο παγκόσμιο στερέωμα, ξεπερνάει κατά πολύ το ατομικό κεφάλαιο, οι μικροοικονομικές αποφάσεις σε επίπεδο επιχείρησης (για τη επιβίωση στον ανταγωνισμό, επέκταση ή συρρίκνωση των εργασιών τους και τη διατήρηση ή αύξηση της κερδοφορίας) βασίζονται σε μερική και αποσπασματική γνώση αυτής της αγοράς. Η θεμελιώδης, λοιπόν, αντίθεση παρουσιάζεται και μπορεί να επαναδιατυπωθεί ως αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη εργασία και το εξατομικευμένο κεφάλαιο που δρα σε μια χαοτική αγορά. 

Η δεύτερη εκδοχή της θεμελιώδους αντίθεσης έγκειται στη σύνθεση της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος και στην αντίφαση ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και το κέρδος: ανάμεσα στην εργασία που πληρώνεται από το κεφάλαιο, είτε είναι αυτή αντικειμενικοποιημένη στα μέσα παραγωγής, είτε η ζωντανή εργασία που τα θέτει σε κίνηση, και την υπεραξία που αυτή η ζωντανή εργασία δημιουργεί. Αύξηση του ποσοστού κέρδους επιτυγχάνεται με μείωση του κόστους εργασίας και, αντίστροφα, αύξηση του κόστους εργασίας σε μικρο- και μακρο-οικονομικό επίπεδο συνεπάγεται γενικά μείωση του ποσοστού κέρδους -της ατομικής επιχείρησης ή του μέσου ποσοστού κέρδους σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτό είναι καταφανές. Με μιαν εναλλακτική διατύπωση: στην κοινωνική παραγωγή ουσιαστικά συμπράττουν δύο κοινωνικές τάξεις με αντιφατικές οικονομικές προοπτικές, επιδιώξεις και συμφέροντα. Αύξηση του πλούτου και του εισοδήματος της μιας γενικής τάξης, αυτής των κύριων κατόχων του κεφαλαίου που επιδιώκει τη συγκέντρωση πλούτου διαμέσου της αύξησης των κεφαλαιακών αποδόσεων, συγκρούεται με την αύξηση του εισοδήματος και του σχετικού πλούτου της άλλης. Ένα πεπερασμένο κοινωνικό προϊόν μοιράζεται άνισα στις διάφορες τάξεις, και βέβαια σε δυσαναλογία ως προς τη συμμετοχή κάθε ατόμου, ομάδας, στρώματος, τάξης στην παραγωγή του.

Στο σύγχρονο καπιταλισμό, το κράτος ως επιτηρητής και το νομικό πλαίσιο που αυτό επιβάλλει στην κοινωνία την οποία επιχειρεί είτε να συγκαλύψει την ουσία αυτής της θεμελιώδους ταξικής αντίθεσης (π.χ., πίσω από έναν μανδύα άλλοτε εθνικής συνύπαρξης,  με την αναφορά σε «λαό» ή έθνος ή public ως μια μάζα με κοινά συμφέροντα, είτε ως κράτος ατόμων-πολιτών με φαινομενικά ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες) , είτε να την αμβλύνει (π.χ., μέσω της δημοσιονομικής του πολιτικής ή του κράτους προνοίας). Αναφέρω ως υποσημείωση ότι, ιδιαίτερα στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού που υψηλοί δείκτες παραγωγικότητας αναδεικνύουν σχετικά εύπορα μικρομεσαία εισοδηματικά στρώματα ενίοτε με μερίδιο στην υπεραξία και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αυτή η αντίθεση επισκιάζεται περαιτέρω, γίνεται λανθάνουσα, τουλάχιστον σε περιόδους επέκτασης της παραγωγής και ανάπτυξης, ενώ αναζωπυρώνεται σε περιόδους κρίσεων και βαθιών υφέσεων. 

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ & Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

Μέσα από τούτη τη θεμελιώδη αντίθεση κοινωνικής εργασίας και κεφαλαίου προκύπτουν μια σειρά από δευτερογενείς, τριτογενείς, κτλ. αντιφάσεις και συγκρούσεις. Αυτές οι παραφύουσες από τον κεντρικό κορμό του οικονομικού συστήματος αντιθέσεις εκδηλώνονται σε διάφορα επίπεδα της σύγχρονης κοινωνίας: οικονομικό κατ’ αρχήν, και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό. 

Στο οικονομικό επίπεδο, η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και των τελικών αγαθών που παράγονται από (ανώνυμο ή επώνυμο, ιδιωτικό ή θεσμικό ή και κρατικό) κεφάλαιο, αν και αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας -στη βάση πάντα της εργασιακής θεωρίας της αξίας, σε συνδυασμό με τις προσδοκίες αποδόσεων και κερδοφορίας και της όσο δυνατόν ταχύτερης επιστροφής στο κεφάλαιο της αρχικής χρηματικής επένδυσης, της όσο το δυνατόν ταχύτερης συσσώρευσης κεφαλαίων και πλούτου, τροφοδοτεί τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό εντός μιας σφαίρας παραγωγής: τη σύγκρουση κεφαλαίων μεταξύ τους για κατάκτηση μεγαλύτερου μεριδίου μιας πεπερασμένης αγοράς, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση και αύξηση των ποσοστών κέρδους και της αξίας πραγματοποίησης (ρευστοποίησης ή valorisation) και αναπαραγωγής αυτών των κεφαλαίων. 

Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός μεταξύ ατομικών επιχειρήσεων συνήθως ενεργοποιείται και τίθεται σε κίνηση από τεχνολογικές ανακαλύψεις για νέες ή βελτιωμένες αξίες χρήσης, ακόμα νέους τομείς παραγωγής ή την ενίσχυση της παραγωγικότητας (όπως στις συγκοινωνίες και μεταφορές με το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, κτλ., στις τηλεπικοινωνίες με τις ασύρματες, ευρυζωνικές και κινητές εκδοχές τους, στη ταχεία διακίνηση μεγάλου όγκου πληροφορίας με το internet, στην ηλεκτρονική και τον αυτοματισμό, στους υπολογιστές και τη ρομποτική, σε ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, κτλ. κτλ.), ενώ αυτός ο ανταγωνισμός ανατροφοδοτείται και μετατοπίζεται σε νέα επίπεδα από την συνεπακόλουθη αύξηση της παραγωγικότητας. (Η ιστορία του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται, άλλωστε, από ταχείς ρυθμούς τεχνολογικής ανάπτυξης, με μικρές και μεγάλες τεχνολογικές ανακαλύψεις να έρχονται στο προσκήνιο της παραγωγικής διαδικασίας και να εμπορευματοποιούνται, να οδηγούν σε πολλαπλασιασμό των σφαιρών παραγωγής και των αξιών χρήσης εντός τους, παράλληλα με την ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας.) Σε εθνικό επίπεδο, οι εντάσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ατομικών, ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων και μπορεί να ενισχύονται σε περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας για το μερίδιο σε μια διευρυνόμενη αγορά, τις όσες φορές αυτές οι συγκρούσεις φτάνουν σε οριακό σημείο καταπραΰνονται με καταλήξεις όπως πτωχεύεις, mergers & acquisitions, πολλές φορές μέσα από κρατικό παρεμβατισμό, άλλες φορές οδηγούν στην ανάδειξη κυρίαρχων κεφαλαίων εντός κάθε σφαίρας παραγωγής, ολιγοπωλιακών και μονοπωλιακών καταστάσεων στην οικονομία: στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου εν γένει. Άλλοτε, πυροδοτούμενες και πάλι είτε από επαναστατικές τεχνολογικές καινοτομίες, είτε από αυτήν καθαυτή την υπερ-συσσώρευση υπεραξίας και κεφαλαίων, μάζες αυτών των κεφαλαίων προσανατολίζονται και κατευθύνονται στη βάση προσδοκιών μελλοντικών αποδόσεων, σε έναν τομέα επενδύσεων και παραγωγής (π.χ., ενέργεια από υδρογονάνθρακες στο παρελθόν, «νέες τεχνολογίες», κατοικία) μορφώνοντας ταυτόχρονα μια συλλογική επενδυτική ψυχολογία που αναδρά θετικά στην αύξηση των τιμών, του όγκου της τραπεζικής πίστης και ιδιωτικού ή δημόσιου χρέους, και τελικά στην δημιουργία συνθηκών υπερ-παραγωγής (π.χ. κατοικίας), υπερ-χωρητικότητας (π.χ. τηλεπικοινωνιακών υποδομών), υπερ-χρέωσης.