Το ξενοδοχείο Wow στο Yesilkoy
της Πόλης είναι ένα περιφραγμένο συγκρότημα από δύο δίδυμους, πολυώροφους
πύργους, δυο μοντέρνα άσπρα κουτιά με συμμετρικές προσόψεις, δίχως χαρακτήρα
και ψυχή, σαν κάποια αποκλιμακωμένη εκδοχή αμερικάνικου ξενοδοχείου στο Λάς
Βέγκας. Στέκεται στις παρυφές ενός shopping mall, από αυτά που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο στις
μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, χάριν σε μιαν χωρίς ανάσα καπιταλιστική ανάπτυξη.
Από μακριά η αρχιτεκτονική του δεν ξεχωρίζει πολύ μέσα στο δάσος των
πολυκατοικιών και γραφείων που είναι η Ιστανμπούλ του 21ου αιώνα. Ιδανικός χώρος
φιλοξενίας το Wow, θα έλεγε κανείς, για
επαγγελματίες, businessmen από τη Δύση
και την Ανατολή, που σμίγουν για δουλειές στην Πόλη, αλλά και για γκρουπ
τουριστών και νεαρών με επιφανειακά γούστα, καμιά φορά και ζευγάρια Τούρκων που
βρίσκουν ερωτικό καταφύγιο για ένα βράδι· με λίγα λόγια, για όσους θέλουν ή
χρειάζεται να κοιμηθούν ένα-δυο βράδια με χαμηλό σχετικά κόστος σε κάποιο στρατηγικό
σημείο της μεγαλούπολης, με εύκολη πρόσβαση στο διεθνές αεροδρόμιο.
Εκεί, σε ένα από τους πάνω
ορόφους, με το “Kemal Ataturk” και τους διαδρόμους προσγείωσης και
απογείωσης ορατούς από το παράθυρό μου στην πίσω όψη του κτηρίου μόλις ενάμιση
χιλιόμετρο παραπέρα, πέρασα δύο άυπνες νύκτες. (Αυπνίες και κακο-υπνίες αδιάρρηκτο
χαρακτηριστικό ταξιδιών αστραπής για business.) Με τα
αεροπλάνα να απογειώνονται και προσγειώνονται
αδιάκοπα με λιγοστές ώρες παύσης τις μικρές ώρες της νύχτας, τον αχό από
τα εργοτάξια που δούλευαν ολονυχτίς στις επεκτάσεις του αεροδρομίου, τον θόρυβο
του κλιματιστικού, την ζέστη που χρειαζόταν δευτερόλεπτα για να σκεπάσει το
δωμάτιο όταν το έκλεινα, τους αναστεναγμούς από τον έρωτα του ζευγαριού του
διπλανού δωματίου ή τα καζανάκια της τουαλέτας από πάνω, πως να κοιμηθεί κανείς;
Πίστεψα, λαθεμένα, ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσω το θόρυβο που
διαπερνούσε τα τζάμια ήταν να τον αφουγκραστώ, να τον μεταφέρω από τις
αισθήσεις και τη συνείδηση, στα βάθη της αναισθησίας και του ασυνείδητου. Η
ανατολή του ήλιου με βρήκε άγρυπνο να στέκομαι στο παράθυρο και ν’ ατενίζω προς
τη μεριά του αεροδρόμιου. Πιο πέρα στο νότο, πίσω από τους διαδρόμους του
αχανούς αεροδρομίου διαφαινόταν η ακτογραμμή της θάλασσας του Μαρμαρά και η
αντανάκλαση του πρωϊνού ήλιου στα νερά του.
Μια στενή λουρίδα κατοικιών στις
παραθαλάσσιες γειτονιές του Αγιαστέφανου, του San Stefano για τους
Λεβαντίνους- Γενοβέζους, Βενετσιάνους και Φράγκους- που εγκαταστάθηκαν στην
Πόλη και τα περίχωρά της μετά την τέταρτη Σταυροφορία, μόλις διακρινόταν στο
βάθος, πίσω από την αχνή, μολυσμένη ατμόσφαιρα πάνω και πιο πέρα από την
απεραντοσύνη του αεροδρομίου. Ήταν εκείνη την αυγή που βρέθηκα πιο κοντά από
κάθε άλλη φορά στις ρίζες της φαμίλιας, από της Μάνας μου το σόι, το «σιμσιλέ»,
στην Πόλη. Αυτή η ανεπαίσθητη σύνδεση με ένα μακρινό παρελθόν διήρκεσε μόλις
μερικές στιγμές. Στον χώρο θα ήταν όσο κοντά βρέθηκα.
Ο
Κωνσταντίνος, ο Κωστής, ο «Κωτής» για τους φίλους, γνωστούς και συνεταίρους του,
ο παππούς της Μάνας, γεννήθηκε κάποτε στα τέλη του 19ου αιώνα, και έφτιαξε το
σπιτικό του στον Αγιαστέφανο, στο τότε κοσμοπολίτικο παραλιακό προάστιο της
Πόλης, στο σημείο όπου πρώτα ξεμπάρκαραν οι Βενετσιάνοι του Enrico Dandolo πριν στην συνέχεια την αλώσουν και ανάψουν το φυτίλι για
το τέλος του Βυζαντίου. Λένε ότι το επίσημο επίθετο του, που το άφησε πίσω στην
Πόλη μαζί με τα περισσότερα υπάρχοντά του, ήταν Νικολαΐδης -βυζαντινό. Μαλίκ
μπέης, τσιφλικάς, και συνάμα μεγαλέμπορος ξηρών καρπών και ζαρζαβατικών, θα
ανήκε στα μεσαία μέχρι και ψηλά στρώματα μιας εύπορης, ακμάζουσας μέχρι τους
πολέμους, και σε μεγάλο βαθμό άρχουσας οικονομικά τάξης Ελλήνων στην καρδιά της
Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ενόσω πλήρωνε τους φόρους της στην Πύλη
πορεύονταν στη ζωή χωρίς πολλούς αντιπερισπασμούς. Στο τσιφλίκι και τους
μπαχτσέδες του, που στον καιρό του θα ευδοκιμούσαν κάτω από τη άσφαλτο του
αεροδρόμιου, καλλιεργούσε τους ξηρούς καρπούς και τα άλλα εποχιακά καλά του και
μετά τα εμπορευόταν στις μεγάλες, ντόπιες αγορές.
Ήταν παντρεμένος με την Δομνίκη
του γένους Κουντουρά, που το χριστιανικό όνομά της, όπως και αυτών των εγγονών
της -Στέλλα, Δομνίκη, Αλίκη- και τα χλωμά, ανοιχτά χρώματα του δέρματος και το
ξανθωπό των μαλλιών τους, παραπέμπει σε φράγκικες καταβολές. Αμφιβάλλω αν ο
ίδιος ο Κωτής και η γυναίκα του έκρυβαν μέσα τους ή φανέρωναν προς τα έξω
κάποια ελληνική συνείδηση και ελληνικότητα, είτε, πόσο μάλλον, αν θεωρούσαν
τους εαυτούς απόγονους και συνεχιστές ενός χαμένου από πολλούς αιώνες πριν Βυζαντινού ελληνισμού, είτε αν είχαν κάποια
στοιχειώδη επίγνωση της ιστορίας της Πόλης όπου γεννήθηκαν και έζησαν την ακμή της
ύπαρξής τους, είτε, ακόμη, αν είχαν στοιχειώδη συναίσθηση της οποιασδήποτε
ιστορικής κληρονομιάς προηγούμενων γενιών που πάνω της στήριξαν το βιός τους.
Μιλούσαν τα ελληνικά τόσο καλά, όσο και τα τουρκικά. Ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι
τουλάχιστον στο όνομα, από προσηλυτισμό ή παράδοση κανείς δεν ξέρει. Στο
χωνευτήρι της Πόλης και του προαστίου τους σμίξανε με το πέρασμα του χρόνου λαοί
διάφοροι: Τούρκοι, Αρμένιοι, οι Ρωμιοί του Βυζαντίου, Φράγκοι, Βενετσιάνοι και
Γενοβέζοι, και κατέλαβαν διάφορα κοινωνικά και οικονομικά στασίδια και θέσεις,
σε μια κατά κύριο λόγο φεουδαρχική και μεταπρατική κοινωνία. Στη μοναχοκόρη
τους τη Βασιλική έδωσε την ανατροφή που Έλληνες τσιφλικάδες και μεγαλέμποροι, με
φωτισμένα μυαλά και πλούτο, προόριζαν για τα παιδιά τους, με γυμνασιακή
μόρφωση, με κατ' οίκον διδασκαλία Γαλλικών και μαντολίνου. Ο Πατέρας αργότερα
αστειευόταν ότι οι συζητήσεις περί τα κληρονομικά της γιαγιάς της Βασιλικής και
κάποιες δήθεν προφορικές υποσχέσεις για την παραχώρηση των οικοπέδων στο χωριό
γίνονταν στα Γαλλικά ώστε να μην τους καταλαβαίνει κανείς.
Η καταστροφή του ’22 και η
ανταλλαγή των πληθυσμών, το βαρύ αόρατο χέρι της ιστορίας, τους έσπρωξε στην
καινούργια Ελλάδα, στις όχι και από πολύ καιρό πριν απελευθερωμένες από Τούρκους
και Βούλγαρους περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Η εφαρμογή της συνθήκης της
Λοζάνης είχε τροχοδρομηθεί. Ο Κωτής με τη γυναίκα του τη Δομνίκη και το κορίτσι
τους, την όμορφη Βασιλική, 17 χρονών κοπέλα τότε, αποχαιρέτησαν τον Αγιαστέφανο
κάποιο ηλιόλουστο πρωϊνό του 1924. Δεν πρόδιδε καμιά εξέγερση, καμιά αναστάτωση
τριγύρω εκείνο το πρωϊνό, ήταν σαν κάθε άλλο ανοιξιάτικο πρωϊνό στα παράλια του
Μαρμαρά, τα νερά του άστραφταν όπως με κάθε ανατολή του ήλιου. Η
αποχαιρετιστήρια φωτογραφία τους δείχνει να στέκονται, τρείς νηφάλιες
φυσιογνωμίες, μαζί με γείτονες, μπροστά από το διώροφο σπιτικό που θα άφηναν με
τους σιέλ-γκρίζους τοίχους· αγέλαστοι και ανέκφραστοι, μπροστά στο κατώφλι της
παραδοσιακής εξώπορτας ενός ψηλοτάβανου ισόγειου, που τα ψηλά στόρια στην
πρόσοψή θα έκρυβαν άδειες πλέον από αγαθά αποθήκες· κάτω από το μεγάλο μπαλκόνι
του πρώτου ορόφου και τη σοφίτα παραπάνω. Φαινόταν μεγάλο και πλούσιο το
σπιτικό τους στην αναμνηστική, επικήδεια μιας ζωής φωτογραφία, κι ο Κωτής, ο καθόλα
σεβαστός και φιλότιμος οικογενειάρχης, πραγματικός μπέης – επιβλητικός, με
γεροδεμένο στήθος και ώμους, παχύ μουστάκι, διαπεραστική ματιά, κάτω από
χτενισμένα, τραβηγμένα προς τα πίσω γκρίζα μαλλιά. ‘Ό,τι μπόρεσε κι έφτιαξε στη
ζωή του, το σπιτικό, τα χωράφια, μαζί με τους ανθρώπους που αγάπησε, που τον
σεβάστηκαν σαν αφεντικό, θα τ’ άφηνε πίσω άπαξ δια παντός. Η ξεθωριασμένη φωτογραφία
ξέμεινε αποτύπωση ενός τέλους, τελευταία ανάμνηση από μια διαδρομή που εν
αγνοία και άθελα τους έμελλε να αλλάξει προς μονοπάτια που οδηγούσαν στο
άγνωστο, στερνή στάση αξιοπρέπειας απέναντι στις αναπάντεχες αντιξοότητες της
ιστορίας. Από μιαν άλλη, πανοραμική και «αντικειμενική» σκοπιά, αυτός ο
ξεριζωμός ήταν μιαν ακόμη παράπλευρη απώλεια, άγραφη λεπτομέρεια στο περιθώριο
του πολέμου και της καταγραμμένης ιστορίας.
Αν με τις σχεδόν βίαιες και
άτακτες ανταλλαγές πληθυσμών και της
κακήν-κακώς εθνοτική κάθαρση της εποχής η φυγή του Κωτή έγινε συνειδητά κι
εθελοντικά και ψύχραιμα ή κάτω από το φόβο αντίποινων και της εκδικητικότητας
κι αγριάδας που καιροφυλακτούσε με την ανάδυση της νέας μεταπολεμικής Τουρκίας
του Kemal, κανείς δεν ξέρει.
Εικάζομαι το τελευταίο. Στο κάτω-κάτω της γραφής ποιος εθελοντικά θα άφηνε τον κόσμο που έκτισε ο ίδιος και
γενιές προγόνων πίσω του, ολάκερο το βιός του που λένε, για ένα σχεδόν άτακτο
φευγιό στο μακρινό και το άγνωστο, σε ένα κενό μέλλοντος. Κάθε αποχαιρετισμός,
καθολικός και τελειωτικός, προς ζωντανούς και νεκρούς, τόπους και πράγματα,
είναι μια μαχαιριά στην καρδιά, μια τραγωδία. Ακόμα και για τους πλέον δυνατούς φέρνει συγκίνηση και
δάκρυα, στενοχώρια και σφίξιμο στην καρδιά, για τους αδύναμους κλάμα και
οδυρμούς. Μοναδικό γιατρικό ο χρόνος και η λήθη που φέρνει το πέρασμά του, ίσως
και ο θάνατος.
Τέλος πάντων, έριξαν τη μαύρη
πέτρα πίσω στη γη που τους ανάθρεψε και ανάδειξε, κι ο Κωτής με τη Δομνίκη και
τη Βασιλική, την χήρα αδερφή του, την Ελισάβετ, με τα δυο παιδιά της, τον
Λεωνίδα και την Παρασκευή, άφησαν σπιτικό και χωράφια, μάζεψαν όσα μπόρεσαν από
τα υπάρχοντά της για τη μαούνα της προσφυγιάς που παραλία-παραλία θα τους
έφερνε κατά Θερμαϊκό και Θεσσαλονίκη μεριά. Οι χαμηλές προσδοκίες που μάλλον θα
είχαν από τη ζωή που τους περίμενε θα καταρρεύσαν στα βάραθρα της απόγνωσης,
όταν το μπαούλο με τα χρυσαφικά και τα άλλα τιμαλφή τους, όλος ο πλούτος που θα
μπορούσε υπό τις συνθήκες της προσφυγιάς του να διασωθεί, έπεσε από το γάντζο
που του γερανού που φόρτωνε τις αποσκευές των προσφύγων στη μαούνα στη θάλασσα.
Δεν τους έμενε πια τίποτε με κάποια σημαντική και αναγνωρίσιμη, στη νέα τους πατρίδα,
ανταλλακτική αξία. Το διάβα τους στους καινούργιους τόπους ίσως να διαγραφόταν
πολύ διαφορετικό αν αυτό το μπαούλο με τα χρυσαφικά δεν χανόταν στο βυθό του
Μαρμαρά.
No comments:
Post a Comment