Η έννοια της αξίας ενός αγαθού
(a good, product or service produced or offered) [ή με τη στενότερη σημασία του: εμπόρευμα (commodity)]
είναι διττή, κατά την κλασσική οικονομική και μαρξιστική αντίληψη, αλλά και
κατά τον κοινό νου της εποχής που ζούμε. Για αυτόν που παρέχει ή παράγει ένα
προϊόν ή μια υπηρεσία ή, ακόμα, πληροφορίες και ιδέες ή συμβουλές, όχι για
προσωπική ή εσωτερική κατανάλωση αλλά με μοναδικό ή κύριο σκοπό τη διάθεση του
αγαθού στην αγορά, το αγαθό αυτό έχει δυνάμει
(μέχρι την πραγματοποίηση της συναλλαγής) ανταλλακτική
αξία, και αποκλειστικά τέτοιας
μορφής αξία. Σημειώνω ότι ο παραγωγός (ή πάροχος) μπορεί να είναι είτε ο
κάτοχος κεφαλαίου και ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, δηλαδή της επιχείρησης
(το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κράτος ή κάποιο ταμείο, συνδικάτο, κτλ. του
οποίου ιδιοκτησία είναι η επιχείρηση), είτε μια ομάδα-κολεκτίβα ανθρώπων που
συνεργάζονται, είτε ένας μεμονωμένος παραγωγός. Ο παραγωγός του αγαθού, λοιπόν, το προσφέρει με αντίτιμο ή αντάλλαγμα
χρήμα ή άλλα αγαθά στις αγορές
ανταλλαγής αγαθών.
Να σημειώσω πριν από την περαιτέρω
επέκταση στο ίδιο θέμα ότι η τιμή του
αγαθού σε χρήμα, το αντίτιμό του, είναι μια προσεγγιστική, ποσοτική έκφραση αυτής
της ανταλλακτικής του αξίας, όπως ποσοτική είναι η σχέση του με άλλα ανταλλάξιμα
αγαθά με το χρήμα ως κοινό παρονομαστή της σχέσης αναλογίας τους. Παραδείγματος
χάριν, μια μονεταριστική μονάδα σε ένα μέρος του πλανήτη κατά μια χρονική
στιγμή αγοράζει Χ μονάδες του αγαθού Α και Υ μονάδες του αγαθού B, άρα η ανταλλακτική αξία X μονάδων Α ισοδυναμεί με την ανταλλακτική αξία Υ μονάδων
του αγαθού Β.
Από την άλλη μεριά, γι’ αυτόν
που προσφέρει χρήμα για την απόκτηση και οικειοποίηση ενός αγαθού το αγαθό αποκτά
και έχει αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα, αξία χρήσης. Προορίζεται είτε για προσωπική άμεση κατανάλωση ή αισθητική απόλαυση ή
ανάλωση στη διάρκεια μια μικρής ή μεγάλης χρονικής περιόδου (μια περίοδος που για αντικείμενα διαρκείας όπως ένα
σπίτι, ένα καράβι, ένα αυτοκίνητο, κτλ., μπορεί
να είναι παρατεταμένη, και σε μερικές περιπτώσεις να ξεπερνά τα χρονικά
όρια ζωής του ανθρώπου που το απέκτησε), είτε για να χρησιμοποιηθεί
(επεξεργαστεί, ενσωματωθεί, κτλ.) ως συστατικό στοιχείο, πρώτη ύλη κτλ. σε ένα
άλλο αγαθό, είτε ως εργαλείο ή μέσο ή βοήθημα παραγωγής μέσα σε αυτήν καθαυτή
τη διαδικασία της (για παράδειγμα, όταν μια επιχείρηση αγοράζει από άλλην
πρώτες ύλες ή μηχανολογικό ή ηλεκτρονικό εξοπλισμό που «αναλώνεται»,
«φθείρεται», «αποσβένεται», κτλ. σε μια μέση, προσδοκώμενη χρονική περίοδο.)
Η εργατική δύναμη ή δυναμικό ή ισχύς (labour power)- η ικανότητα
προς εργασία (σε διάκριση από αυτήν καθαυτή την εργασία)- με την
αυτοματοποίηση, τη διάδοση της χρήσης ρομπότ και ηλεκτρονικών υπολογιστών, της
ανάπτυξης των τηλεπικοινωνιών, κτλ. μπορεί να ακούγεται ιστορικά ξεπερασμένος
όρος καθώς παραπέμπει σε φυσική ή χειρωνακτική εργασία ή σε άμεση επαφή του
εργαζόμενου με τα εργαλεία και μέσα παραγωγής σε μια γραμμή παραγωγής, αλλά
είναι αυτή η ικανότητα ή δύναμη που σε συνδυασμό με ή κύρια στη διανοητική της
διάσταση, χρησιμοποιείται στην παραγωγή των αγαθών. Περισσότερο κατάλληλο,
τουλάχιστον για τους σκοπούς αυτών των σημειώσεων, αν και πάλι όχι απόλυτα
ακριβή, θεωρώ τον όρο συλλογική εργασιακή ενέργεια,
με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον χρόνο επί
την ένταση της εργασίας, πνευματικής είτε φυσικής, είτε συνδυασμού των δύο, ο οποίος αφιερώνεται από τους
εργαζόμενους, από τον καθένα ξεχωριστά και σε συνεργασία μεταξύ τους ή ατομικά, προς την παραγωγή ενός αγαθού συνήθως έναντι κάποιας χρηματικής αμοιβής, έναντι μισθού για το χρονικό διάστημα που εξασκείται. Φυσικά, με δεδομένες
τις διαφοροποιήσεις στην ικανότητα, πνευματική και σωματική, και στις ατομικές
δεξιότητες των εργαζομένων, της διαφοροποίησης στην παραγωγικότητα μεταξύ
επιχειρήσεων και κοινωνιών (μονάδες αγαθών που παράγονται ανά μονάδα χρόνου ανά
εργαζόμενο ανά επιχείρηση ή από το άθροισμα των επιχειρήσεων ανά κοινωνία), ο
χρόνος αυτός προς την παραγωγή ενός συγκεκριμένου ή μιας κατηγορίας αγαθών
εντός του ίδιου τομέα παραγωγής μπορεί να εκλαμβάνεται ως μέσος όρος (συλλογικός,
κοινωνικός, ακόμα και παγκόσμιος) και επομένως είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί
επακριβώς.
Με αυτήν την έννοια της εργασίας, ο εργαζόμενος προσφέρει το
χρόνο του, τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις σε μια διαδικασία παραγωγής
(κατά κύριο λόγο κεφαλαιοκρατική, με την ευρύτατη δυνατή σημασία του κεφαλαίου:
κρατικού, ιδιωτικού, μικτού, μικρού ή μεγάλου, κτλ.) έναντι μισθού για αυτό τον
χρόνο που αφιερώνει. Η εργασία που προσφέρει έχει ανταλλακτική αξία από τη μεριά του εργαζόμενου, καθώς εισπράττει
μισθό για το χρόνο και την προσπάθεια που αφιερώνει, ενώ έχει αξία χρήσης για αυτόν που τη
χρησιμοποιεί: το κεφάλαιο, την επιχείρηση, την υπηρεσία, τον οργανισμό που τον
απασχολεί έναντι μισθού. Προφανώς, οι δύο εκφάνσεις της εργασίας ταυτίζονται
στις περιπτώσεις ατομικά ή οικογενειακά ή κολεκτιβιστικά απασχολούμενων
εργαζόμενων.
Θεωρώ ως σαφές, και ως κάτι που
προκύπτει από τον ορισμό της αξίας και την αντίληψης της έννοιας του αγαθού (ή
εμπορεύματος ή προϊόντος ή υπηρεσίας) στα πλαίσια των κοινωνικών σχέσεων που
αφορούν την παραγωγή και την κατανάλωση, την προσφορά και τη ζήτηση, ότι κάθε
αγαθό για να αντιμετωπίζεται και προσδιορίζεται ως τέτοιο έχει αξία με τη
δυαδική της μορφή (ανταλλακτική και ωφελιμιστική ή χρήσης) – στη διαλεκτικής
τους σύνθεση. Ή, διαφορετικά, κάτι που στερείται αξίας δεν θεωρείται αγαθό. Καταλήγουμε
στην ισοδυναμία ή ταυτοσημία των εννοιών του αγαθού και της αξίας στη σφαίρα
πάντα της οικονομίας, δηλαδή της παραγωγής και της κατανάλωσης, αφού η μία έννοια
προϋποθέτει και υπονοεί την άλλη.
No comments:
Post a Comment