H πολυπλοκότητα, έως και το αδύνατον, του εγχειρήματος -αυτού της ανάλυσης των νόμων και σχέσεων που διέπουν τη λειτουργία των οργανισμών των Όντων, της Φύσης, των Κοινωνιών και της Ιστορίας τους, είναι προφανής και αυτονόητη. Στην περίπτωση των ανθρώπινων κοινωνιών, η πορεία προσέγγισης προς την ουσία [essence] των «πραγμάτων», η συγκρότηση και διαμόρφωση εννοιών [notions] και ιδεών, η πορεία που ξεκινά από τη σύλληψη από τον ανθρώπινο νου, με την εμπειρία και την παρατήρηση, των φαινομένων και των σχέσεων τους, των αντικειμένων του υπαρκτού κόσμου, διαμέσου της κρίσης και συλλογισμού σε ιδέες και επαληθεύσιμους (από την πράξη και το πείραμα) νόμους για τις σχέσεις και κίνηση αυτών των αντικειμένων της συνείδησης, είναι μια διαρκής και εξίσου επίπονη διαδικασία. Και αυτό παρά τα διαθέσιμα τεχνολογικά εργαλεία (παρατήρησης, υπολογισμού, μετάδοσης της πληροφορίας, κτλ.) που ο ανθρώπινος νου επινόησε, εφαρμόζει και συνεχώς βελτιώνει. Με δεδομένους τους ρυθμούς εμφάνισης και εξαφάνισης φαινομένων, της επέκτασης των δικτύων τους σε ολοένα και ευρύτερα γεωγραφικά πλάτη, τους πολλαπλούς βαθμούς αλληλεξάρτησης τους, την τυχαιότητα στο χρόνο που διακρίνει επιστημονικές ανακαλύψεις, την υστέρηση της ιστορικής έρευνας σε σχέση με την εξελικτική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών, τον εξωτερικό μανδύα που αναπόφευκτα καλύπτει την ουσία φυσικών και κοινωνικών φαινομένων, η νόηση [cognition] του κόσμου που μας περιβάλλει, αυτή η σύγκλιση και παγκοσμιοποίηση των ιδεών και αναβάθμισή τους σε νόμους, η προσέγγιση της αλήθειας (της τελικής σύμπτωσης της ιδέας με την αντικειμενική πραγματικότητα) ακολουθούν ένα ατέρμονο και ασύμπτωτο μονοπάτι. Cognition is the eternal, endless approximation of thought to the object” [Lenin, 1972.]
H διαμόρφωση και διατύπωση επαληθεύσιμων νόμων της κίνησης των κοινωνιών και της ιστορικής τους εξέλιξης καθίσταται προβληματική, εξαιτίας κυρίως της αδυναμίας πειραματικής επαλήθευσης, του απειράριθμου των μη μετρήσιμων δυνάμεων και σχέσεων που αναπτύσσονται, της εμφάνισης πρωτόγνωρων φαινομένων, τους ρυθμούς εναλλαγής, μετάβασης και μετάλλαξης (ποιοτικής αλλαγής) καταστάσεων. Ελλείψει, λοιπόν, επαληθευμένων, γενικών και παγκόσμιων νόμων, και βάσει μόνον προσεγγιστικών κυρίως αναλύσεων της πραγματικότητας, επιπλέον προβληματική, αν όχι ακατόρθωτη, γίνεται η προδιαγραφή και πρόβλεψη -με σχετική ακρίβεια- μελλοντικών καταστάσεων, της ακριβούς αντιστοίχισης αιτίας και αιτιατού σε ένα δίκτυο φαινομένων και των μεταβατικών καταστάσεων τους. Ωστόσο, αυτό δεν αποθαρρύνει τον άνθρωπο από την ανάγκη εντατικής έρευνας προς την αναζήτηση των νόμων που διέπουν τις σχέσεις και την κίνηση των κοινωνικών φαινομένων, και εν τέλει των νόμων που καθορίζουν ή που μέχρι τώρα έχουν διαμορφώσει την κοινωνική εξέλιξη και τη ροή της ιστορίας, του «πως και γιατί», του «γιατί έτσι και όχι αλλιώς» ή του τι θα προκύψει από συνδυασμούς γεγονότων και καταστάσεων που αλληλοεπιδρούν. Ούτε, βέβαια, τον αποθαρρύνει από την εφαρμογή ιδεών και της πολιτικής πράξης στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο δια της «δοκιμής και λάθους». (Αλλά η επαληθευσιμότητα τέτοιων ιδεών και κοινωνικοοικονομικών θεωριών μέσω της πολιτικής πράξης, θα με απασχολήσει σε άλλο κείμενο.) Εν πάση περιπτώσει, η νόηση [cognition] του κόσμου από τον άνθρωπο, η γνώση, θα αναβαθμίζεται διαρκώς και με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς.
Η περιγραφή των κοινωνικών φαινομένων από την απλή παρατήρηση και καταγραφή και τη μέχρι στιγμής λογική ανάλυση της ιστορικής εμπειρίας, εν συντομία η συσσωρευμένη ιστορική γνώση, ορίζει και υποδεικνύει μια σειρά από λογικές έννοιες [notions] και κατηγορίες (πνεύμα, νους και ύλη, υποκείμενο και αντικείμενο, άτομο, οικογένεια και κοινωνία, κράτος και πολίτης, δημοκρατία και δικτατορία, παραγωγή και κατανάλωση, αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, εργασία και κεφάλαιο, χρήμα και προϊόν, πλούτος και φτώχια, πόλεμος και ειρήνη, εξάρτηση και ανεξαρτησία, ελευθερία και δουλεία, δημοκρατία, κτλ.) που μια επαρκής μέθοδος ανάλυσης των σύγχρονων κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων χρησιμοποιεί ως θεμέλιο. Αν και αφηρημένες, συνιστούν το απαύγασμα της ανθρώπινης εμπειρίας και διανόησης, έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς συμπυκνώνουν την ιστορική εμπειρία και την αντικειμενική πραγματικότητα, είναι αυτή καθαυτή η επαναλαμβανόμενη εμπειρία και πράξη, παγιωμένη στο νου του ανθρώπου, και η αντιστοίχιση της σε έννοιες και λέξεις. Αντιστοιχούν στις «στιγμές της νόησης [γνώσης] του κόσμου από τον άνθρωπο». Ωστόσο, αυτή και μόνον η κατηγοριοποίηση, η στατική και περιγραφική ανάλυση και αποσύνθεση σε λογικές κατηγορίες, δεν επαρκεί, με δεδομένη την αέναη κίνηση που διέπει τον κόσμο και τη συνεχή εξέλιξη του.
Tα φαινόμενα παρουσιάζονται, αντιμετωπίζονται και αντιλαμβάνονται, όχι αυτόνομα και απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με τις περιβάλλουσες συνθήκες, παρεμφερή ή συναφή φαινόμενα, παρεμφερή τόσο με τη χρονική, όσο και τη χωρική (γεωγραφική) σημασία του όρου. Πάντως όχι αποσπασματικά, χωρίς παράθεση επιλεκτικών παραδειγμάτων και την αυθαίρετη γενίκευσή τους σε νόμους ή τη μόρφωση θεωριών που, αν και επεξεργασμένων λογικά, βασίζονται σε αναπόδεικτες αξιωματικές αρχές και προτάσεις. Μια φαινομενική κατάσταση είναι σε κάθε στιγμή συνάρτηση των δυνάμεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της, αλλά και εξωγενών δυνάμεων που εξασκεί σε αυτήν το περιβάλλον της. Η σκέψη και ο συλλογισμός πρέπει να στοχεύουν στον εντοπισμό αυτών των σχέσεων δράσης και αντίδρασης, αμοιβαιότητας, των επιμέρους συνιστωσών δυνάμεων – της δράσης, κατεύθυνσης και έντασης τους, ενδεχόμενα μια ισχυρότερης συνισταμένης και του αποτελέσματός της στο χρόνο. Αυτό ισχύει και για γενικές κατηγορίες και ενότητες κοινωνικών φαινομένων (πολιτική, οικονομία, παιδεία, δημογραφία και μετανάστευση, εργασία, οικονομική εξάρτηση, τεχνολογική πρόοδος, υγεία, κτλ.) που αν και συνήθως διαφοροποιούνται και παρουσιάζονται αυτόνομες, ωστόσο συγκοινωνούν, είναι συνεκτικές, και σε διαφορετικές φάσεις μια ή περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες συγχέονται ή, ακόμα, συγκλίνουν και συγχωνεύονται. Πάντα υπάρχει ένας βαθμός συσχέτισης, από απειροελάχιστος έως μεγάλος, φαινομένων εκ πρώτης όψεως ανεξάρτητων, και αυτός ο βαθμός συσχέτισης μεταβάλλεται χρονικά. Με λίγες λέξεις, η αναλυτική μέθοδος οφείλει να αντιμετωπίζει ένα φαινόμενο όχι απομονωμένα και αυτόνομα, αλλά στο σύνολο και την πολλαπλότητα των σχέσεων του με τα άλλα. Κάθε φαινόμενο συνδέεται αναπόφευκτα με άλλα με αιτιοκρατικές σχέσεις και σχέσεις αμοιβαιότητας (ή «δράσης-αντίδρασης»).
Το φαινόμενα, λοιπόν, στην κίνηση και εξέλιξή τους αναπτύσσουν ενδογενείς δυνάμεις που αναδρούν σε αυτό καθαυτό το φαινόμενο, το επηρεάζουν και ανατροφοδοτούν, ενδεχόμενα, το μεταλλάσσουν ποιοτικά, καθώς και εξωστρεφείς δυνάμεις που το αρχικό φαινόμενο εξασκεί στα παρεμφερή του, που τα θέτουν σε κίνηση ή συγκρούονται με αυτά. Αντίστροφα, όπως ήδη επισημάνθηκε, κάθε φαινόμενο επηρεάζεται από δράσεις εξωγενείς, που αναπτύσσονται από τα παρεμφερή (πάντα σε χρονική και τοπική συσχέτιση με αυτό) φαινόμενα. Η ουσιαστική ερμηνεία των φαινομένων και, τελικά, η αντίληψη του κόσμου προϋποθέτει την αναγνώριση, καταγραφή και ανάλυση των εκάστοτε ή, τουλάχιστον, των κύριων δυνάμεων και δράσεων που καθορίζουν την σύγχρονη και, με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, της μελλοντικής τους τροχιά, καθώς και των ισχυρότερων διαγραφόμενων τάσεων που σχηματίζονται. Η συνιστάμενη αυτών των δυνάμεων διαμορφώνει την πορεία της κοινωνίας και, γενικότερα, της ιστορία της. Συμπερασματικά, ο κόσμος και τα φαινόμενα του, τα αντικείμενα της ανθρώπινης συνείδησης, πρέπει να γίνονται αντιληπτά, να συλλαμβάνονται και νοούνται, στη (διαρκή) κίνηση, μεταβατικότητα και τελικής, ενδεχόμενης μετάλλαξης της υπόστασής τους, στη σχέση, αλληλεξάρτηση και αμοιβαιότητά τους, στις αντιφάσεις, αντιθέσεις ή συγκρούσεις, που αυτή η κίνηση προκαλεί, αλλά και αντίστροφα ως σε έναν κλειστό βρόγχο ανάδρασης, την αντίληψη της κίνησης και αμοιβαιότητας, ως αποτέλεσμα πολώσεων, αντιφάσεων, αντιθέσεων ή συγκρούσεων ανάμεσα σε καταστάσεις.
Η διαλεκτική μέθοδος αναβαθμίζει τη στατική, «νεκρή» περιγραφή της κοινωνίας και της ιστορίας, καθώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό κόσμο στην κίνηση και τη μεταβατικότητα και μετάλλαξή του, παράλληλα με την αμοιβαιότητα και αλληλεπίδραση των φαινομένων που η πραγματικότητα αυτή παρουσιάζει στη ανθρώπινη συνείδηση. Να σημειωθεί ότι αυτές οι σχέσεις αμοιβαιότητας και «σύγκρουσης» των αντικειμένων των ανθρώπινων αισθήσεων και σκέψης, του αντικειμενικού κόσμου, αντικατοπτρίζεται στη σκέψη, τις έννοιες και ιδέες· οι ιδέες και η γνώση συνιστούν μια διαδικασία, ακολουθούν μια εξελικτική πορεία, που προϋποθέτει και ξεκινά από τη ζωή (το νου) και καταλήγει στην αντικειμενική αλήθεια, διαμέσου των διαλεκτικών διαφορών, του διαλόγου και της σύγκρουσης απόψεων, αλλά οπωσδήποτε και της πράξης. Κεντρικός στόχος της διαλεκτικής μεθόδου οφείλει, λοιπόν, να είναι η αντιμετώπιση των φαινομένων στην εξέλιξη τους στο χρόνο και η αποκάλυψη των δυνάμεων (ενδογενών και εξωγενών), των τάσεων και συγκρούσεων, που αναπτύσσονται τόσο εσωτερικά, όσο και στις σχέσεις, στην πολυπλοκότητα και πολλαπλότητά τους, με άλλα φαινόμενα, στην αλληλεπίδραση των φαινομένων μεταξύ τους. Η ανακάλυψη των δυνάμεων και τάσεων που αναπτύσσονται στο δίκτυο των κοινωνικών φαινομένων, θέτει τα θεμέλια της αιτιοκρατικής ανάλυσης της αντικειμενικής πραγματικότητας και, ενδεχόμενα, της μελλοντικής τους πορείας και μετεξέλιξης αυτών των φαινομένων, όπου η ανάλυση θα διαδεχτεί από τη σύνθεση και τη διαμόρφωση ιδεών.
Η κίνηση και εξέλιξη, προς τη μια κατεύθυνση ή την άλλη, ενός ή μιας ομάδας συναφών φαινομένων, είναι αποτέλεσμα της διαφοράς και προϋποθέτει την διαφορά: την πόλωση, αντίφαση, άρνηση, σύγκρουση. (Μια εξέλιξη που μπορεί να είναι μονότονη και προοδευτική, άλλοτε παρουσιάζει παλινδρομήσεις (retrogressions) ή κυκλικές κινήσεις ή να είναι παρορμητική και ασυνεχής.) Η μεθοδολογική αυτή αρχή, ότι η κίνηση ή η άσκηση δύναμης ή η έκλυση ενέργειας και παραγωγή έργου, προϋποθέτει τη διαφορά, την πόλωση, κτλ. είναι βεβαίως δεδομένη στα φαινόμενα του φυσικού κόσμου, αλλά ισχύει επίσης και πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της μεθοδικής προσέγγισης των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων, και, εν τέλει, της διαλεκτικής μεθόδου προς τη διεξοδική ανάλυσή τους. Για παράδειγμα, η μετανάστευση προϋποθέτει τη (συν)ύπαρξη αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων κοινωνιών και οικονομικές ανισότητες, τα προσφυγικά κύματα και ο βίαιος ξεριζωμός ομάδων είναι αποτέλεσμα συρράξεων και συγκρούσεων, που με τη σειρά τους ξεκινούν από αντιθέσεις διαφόρων λογιών. Η οικονομία προϋποθέτει την παραγωγή και κατανάλωση, ενώ η παραγωγή τη σύμπραξη κεφαλαίου και εργασίας. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες συνυπάρχει ο πλούτος και η φτώχια. Η πολιτική και το νομοθετικό έργο στο αστικό κράτος διαμορφώνεται από το συγκερασμό αντιθέτων τάσεων και συμφερόντων, συνήθως προς το όφελος μιας κοινωνικής ομάδας εις βάρος άλλης, με εναλλαγές – κυκλικές ή ασυνεχείς, και παρακάμψεις. Η μετάδοση της πληροφορίας και της γνώσης, τον πομπό, την πηγή της, και το αποδέκτη της. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Μια ορθολογική ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων στην εξέλιξή τους, λοιπόν, προαπαιτεί την αναγνώριση των θετικών και των αρνητικών πόλων που το συνθέτουν και το θέτουν σε κίνηση, την ανακάλυψη της αντίθεσης και τη θεώρησή τους ως ενότητα αντιθέτων. Η Χεγκελιανή γενίκευση: το «πράγμα» είναι ενότητα, σύνθεση αντιθέτων, αν και πρόκειται για μεταφορά από το πεδίο των φυσικών φαινομένων, ισχύει απόλυτα στον κόσμο των ανθρώπινων όντων.
Θα επαναλάβω ότι η διαδικασία παρατήρησης και ανάλυσης οφείλει να είναι συνεχής, να παρακολουθεί την οποιαδήποτε τροχιά εξέλιξης τους στο χρόνο. Η ποσοτικοποίηση ενός φαινομένου, όπου αυτή είναι δυνατή, έστω και προσεγγιστική, όπως η δημογραφική εξέλιξη μιας κοινωνίας, οι μεταναστατευτικές ροές και ο χαρακτήρας τους, τα διάφορα οικονομικά μεγέθη και οι βαθμοί συσχέτισής τους, η διαθεσιμότητα και τα αποθέματα φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, κτλ. συνεισφέρει σημαντικά στην ακριβή διαγραφή αυτής της τροχιάς τους, αλλά και του βαθμού συσχέτισης και αλληλεξάρτησης με παρεμφερή φαινόμενα εντός ενός ευρύτερο δικτύου των κοινωνικών φαινομένων. Κυριότερα, βοηθάει στην ανακάλυψη άλλων υπολανθανόντων απόψεων, σχέσεων, κτλ., συντελεί στην ποιοτική πλέον αποτίμηση φαινομένων και καταστάσεων, στην ανίχνευση μεταβάσεων (οποιαδήποτε χαρακτήρα – συνεχούς ή αλματώδους) και στην ποιοτική τους μετάλλαξη.
Και η διαδικασία αυτή, η διαδικασία της
εμβάθυνσης της ανθρώπινης γνώσης της φύσης και της κοινωνίας των όντων με τα
εργαλεία της λογικής και της διαλεκτικής που περιεγράφηκαν παραπάνω, είναι
ατέρμονη. Όπως το έθεσε ο Λένιν, «η νόηση είναι η ατέλειωτη προσέγγιση της
σκέψης στο αντικείμενο». Ίσως, στο βάθος των αιώνων να οδηγήσει στην αλήθεια. Αλλά
κάθε μέρα γνωρίζουμε περισσότερα από ό,τι γνωρίζαμε χτες.
No comments:
Post a Comment