Μαθαίναμε από νωρίς στη ζωή μας ότι η ελευθερία μου, η ελευθερία σου, αυτή του συνανθρώπου μας, μιας ανθρώπινης κοινωνίας ή έθνους, είναι ένα πολύτιμο αγαθό, ίσως αδιάρρηκτο με την ύπαρξή μας, αναπόσπαστο της οντότητας μας∙ ότι σκοπός ενός σκεπτόμενου ανθρώπου είναι ο καθημερινός αγώνας για την κατάκτηση και τη διεύρυνσή της. Έρχονται αναπόφευκτα στιγμές στη ζωή μας, ολοένα και πιο συχνά καθώς τα χρόνια περνούν, που διερωτόμαστε αν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, αν βιώσαμε μια ελεύθερη ζωή∙ τι βαθμό ελευθερίας κατακτήσαμε και στα χρονικά περιθώρια που απομένουν, αν υπάρχει η μια προτελευταία, τελευταία δυνατότητα ή δοθεί η ευκαιρία να την διευρύνουμε στα απώτερα άκρα που προσφέρει ο κόσμος γύρω μας και η ιστορική στιγμή που ζούμε. Το ερώτημα είναι αποκλειστικά υπαρξιακό, συνδέεται με τα ελάχιστα εναπομείναντα φιλοσοφικά ερωτήματα στα οποία καλούμαστε να δώσουμε μια σαφή απάντηση: αν η ζωή και η ύπαρξή μας στον κόσμο δικαιολογείται, αν η ζωή μας αξίζει όπως τη ζήσαμε και αν εξακολουθεί να αξίζει να τη ζούμε. Μοιραία, λοιπόν, στην αντανάκλαση του το ερώτημα θέτει ένα άλλο, περισσότερο θεμελιακό, προϋπόθεση για μια απάντηση στο πρώτο: τι είναι ελευθερία και με ποια κριτήρια και σταθμά μπορούμε να αποφανθούμε αν τελικά και σε ποιο βαθμό την κατακτήσαμε. Μια σειρά σημειώσεων επιχειρούν, μάλλον με ασήμαντες πιθανότητες επιτυχίας, να απαντήσουν σε αυτό το θεμελιακό ερώτημα.
Ξεκινώντας από έναν γενικό (λεξιλογικό) ορισμό της ελευθερίας ή της ελεύθερης βούλησης, όπως λένε, και ας είναι δεδομένο το ανθρωπιστικό και οντολογικό επίκεντρο αυτών των σκέψεων: ελευθερία ή ελεύθερη βούληση είναι η δυνατότητα ή ισχύς (power) του ανθρώπου να σκέφτεται και να πράττει χωρίς εξωτερικούς από τον εαυτό του περιορισμούς. Αν και η ελεύθερη βούληση per se είναι μια εκ γενετής ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, ο γενικός της ορισμός παρουσιάζει τα παρακάτω προβλήματα: (α) η φαινομενική διαχρονικότητά και στατικότητα του οδηγεί σε αντιφάσεις, καθώς εξωτερικοί περιορισμοί, υπήρχαν και θα υπάρχουν, η φύση και το μέγεθός τους διέφερε στις διάφορες φάσεις της ιστορίας (β) πρόκειται (δικαιολογημένα για το σκοπό που εξυπηρετεί) περί αφαίρεσης και εξιδανίκευσης, οδηγεί σε μια διαζευκτική σχέση θέσης και αντίθεσης: η ελευθερία ορίζεται όχι ως κάτι εφικτό, αλλά ως κάτι ιδανικό, αφού ο άνθρωπος θα έρχεται πάντα αντιμέτωπος με “περιορισμούς” που είτε θα ξεπερνά, είτε θα υποτάσσεται και καταπιέζεται από αυτούς; (γ) η ελεύθερη βούληση εξατομικεύεται, δηλαδή αφορά αποκλειστικά το άτομο ως υποκείμενο, κλειστό στον εαυτό του, και δεν συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις του με του συνανθρώπους του.
Ο αυτοπροσδιορισμός του ως ελευθέρου ή ο προσδιορισμός του βαθμού της ελεύθερης βούλησης που διαθέτει από τον ίδιο είναι μια υποκειμενική, εσωστρεφής κρίση που αυτοεξαντλείται, αφού σε τέτοια περίπτωση η ελευθερία δεν μετρείται με αντικειμενικά σταθμά, ούτε χρησιμοποιείται κάποιοι σημείο αναφοράς για σύγκριση ή την ποιοτική αποτίμησή της: "... τhe unmistakable intuition of virtually every human being that he is free to make the choices he does and that the deliberations leading to those choices are also free flowing." [Gregg D. Caruso, 2012]. Το ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο ή περισσότερο ελεύθερο είναι φράση χωρίς αντικείμενο και, συνεπώς, χωρίς νόημα. "Feelings or intuitions per se never count as self-evident proof of anything..." [T W Clark, 1999] Η ελευθερία του υποκειμένου και ο βαθμός ή ποιότητά πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζεται και προσδιορίζεται αντικειμενικά. Κατά δεύτερο λόγο, αυτή η μέτρηση ή ποιοτική αποτίμηση μπορεί μόνο να επιτευχθεί μέσω της σχέσης και αλληλεπίδρασης με άλλους και των αποτελεσμάτων στον ίδιο και τους άλλους, δηλαδή διαμέσου της κοινωνικής σχέσης και σύγκρισης. Μια σκέψη ή πράξη που διαγράφει την τροχιά ενός κύκλου γύρω από το άτομο, χωρίς σχέση επίδρασης με τους άλλους, την άμεση κοινότητα ή την κοινωνία, μια βόλτα στο πάρκο ή η ικανοποίηση βασικών αναγκών αυτοσυντήρησης, δεν εντάσσεται στη γενική συζήτηση περί ελεύθερης βούλησης, καθώς δεν θέτει ή δεν αγγίζει οποιαδήποτε εξωτερικά όριο, εξαντλείται στον εαυτό της.
Ξεκινώντας από έναν γενικό (λεξιλογικό) ορισμό της ελευθερίας ή της ελεύθερης βούλησης, όπως λένε, και ας είναι δεδομένο το ανθρωπιστικό και οντολογικό επίκεντρο αυτών των σκέψεων: ελευθερία ή ελεύθερη βούληση είναι η δυνατότητα ή ισχύς (power) του ανθρώπου να σκέφτεται και να πράττει χωρίς εξωτερικούς από τον εαυτό του περιορισμούς. Αν και η ελεύθερη βούληση per se είναι μια εκ γενετής ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, ο γενικός της ορισμός παρουσιάζει τα παρακάτω προβλήματα: (α) η φαινομενική διαχρονικότητά και στατικότητα του οδηγεί σε αντιφάσεις, καθώς εξωτερικοί περιορισμοί, υπήρχαν και θα υπάρχουν, η φύση και το μέγεθός τους διέφερε στις διάφορες φάσεις της ιστορίας (β) πρόκειται (δικαιολογημένα για το σκοπό που εξυπηρετεί) περί αφαίρεσης και εξιδανίκευσης, οδηγεί σε μια διαζευκτική σχέση θέσης και αντίθεσης: η ελευθερία ορίζεται όχι ως κάτι εφικτό, αλλά ως κάτι ιδανικό, αφού ο άνθρωπος θα έρχεται πάντα αντιμέτωπος με “περιορισμούς” που είτε θα ξεπερνά, είτε θα υποτάσσεται και καταπιέζεται από αυτούς; (γ) η ελεύθερη βούληση εξατομικεύεται, δηλαδή αφορά αποκλειστικά το άτομο ως υποκείμενο, κλειστό στον εαυτό του, και δεν συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις του με του συνανθρώπους του.
Ο αυτοπροσδιορισμός του ως ελευθέρου ή ο προσδιορισμός του βαθμού της ελεύθερης βούλησης που διαθέτει από τον ίδιο είναι μια υποκειμενική, εσωστρεφής κρίση που αυτοεξαντλείται, αφού σε τέτοια περίπτωση η ελευθερία δεν μετρείται με αντικειμενικά σταθμά, ούτε χρησιμοποιείται κάποιοι σημείο αναφοράς για σύγκριση ή την ποιοτική αποτίμησή της: "... τhe unmistakable intuition of virtually every human being that he is free to make the choices he does and that the deliberations leading to those choices are also free flowing." [Gregg D. Caruso, 2012]. Το ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο ή περισσότερο ελεύθερο είναι φράση χωρίς αντικείμενο και, συνεπώς, χωρίς νόημα. "Feelings or intuitions per se never count as self-evident proof of anything..." [T W Clark, 1999] Η ελευθερία του υποκειμένου και ο βαθμός ή ποιότητά πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζεται και προσδιορίζεται αντικειμενικά. Κατά δεύτερο λόγο, αυτή η μέτρηση ή ποιοτική αποτίμηση μπορεί μόνο να επιτευχθεί μέσω της σχέσης και αλληλεπίδρασης με άλλους και των αποτελεσμάτων στον ίδιο και τους άλλους, δηλαδή διαμέσου της κοινωνικής σχέσης και σύγκρισης. Μια σκέψη ή πράξη που διαγράφει την τροχιά ενός κύκλου γύρω από το άτομο, χωρίς σχέση επίδρασης με τους άλλους, την άμεση κοινότητα ή την κοινωνία, μια βόλτα στο πάρκο ή η ικανοποίηση βασικών αναγκών αυτοσυντήρησης, δεν εντάσσεται στη γενική συζήτηση περί ελεύθερης βούλησης, καθώς δεν θέτει ή δεν αγγίζει οποιαδήποτε εξωτερικά όριο, εξαντλείται στον εαυτό της.
No comments:
Post a Comment