Wednesday, April 10, 2024

12 - Α 4-Ever: To Πάρτι

Στο πάρτι της Α, που προσήλθα χωρίς την συνοδεία του Λ (που θα περνούσε για ευχές και κέρασμα αργότερα), έχοντας καταναλώσει καθ’ οδόν δυο-τρεις μπύρες και τις ανάλογες ενέσεις θάρρους που παρέχουν. Έγινα καλοδεχούμενος στην πόρτα από το ζεστό και εγκάρδιο χαμόγελο της Α και είχα την τιμητική μου. Από τους πρώτους στο διαμέρισμα, μου προσφέρθηκε η μοναδική πολυθρόνα δίπλα σε ένα τραπεζάκι με ποτά, και ένα ποτήρι που γέμιζε τακτικά είτε από την Α, είτε με δικιά μου πρωτοβουλία -με λευκό κρασί και αργότερα με μαρτίνι, που πρώτη φορά δοκίμαζα. Τα αθώα αγγίγματα της Α, που κάθε λίγο, μετά από κουβέντες με τους καλεσμένους της, ερχόταν και καθόταν στο χερούλι της πολυθρόνας, τα βλέμματα μας που συχνά διασταυρώνονταν με χαμόγελα, και μερικά δευτερόλεπτα χορού αγκαλιασμένοι στον ήχο κάποιων blues, όλα αυτά ήταν υποσχέσεις για τις λίγες μέρες πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Δεν θυμάμαι πολλά από κείνη τη βραδιά. Προς το τέλος της, το αλκοόλ με είχε φέρει στα πρόθυρα της μέθης, αλλά ευτυχώς παρέμεινα κύριος του εαυτού μου. Αποχώρησα από τους τελευταίους, χωρίς φιλί και αυτήν την φορά, αλλά με ένα τρυφερό γνέψιμο στο χέρι και την αίσθηση ότι το δεύτερο συναπάντημα μας έφερε λίγο πιο κοντά, λίγες ανάσες πριν την κατάκτηση. Οι οιωνοί ήταν καλοί. Το πάρτι του Λ σε λίγες μέρες θα γινόταν ο καταλύτης, πίστευα.

Το βράδι της γιορτής του Λ και της εξασφαλισμένης συνάντησης με την Α σε αυτό, το περίμενα με εξαιρετική ανυπομονησία. Σαν μιαν ευκαιρία, ανεκτίμητη και μοναδική, να βρω μια κοπέλα επιτέλους, και να ερωτευτώ για πρώτη φορά στη ζωή μου, ο,τιδήποτε και να σήμαινε αυτός ο ξακουστός άγνωστος έρωτας. Ξεκίνησα νωρίς, όπως συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις, αφενός γιατί έτσι έμαθα μικρός από τη Μάνα (κάτι σαν ένα είδους ψυχικού καταναγκασμού που μου καλλιεργήθηκε), αφετέρου για να εξοικειωθώ με το περιβάλλον υποδοχής και μετριάσω τις συστολές μου, πριν αρχίζουν να μαζεύονται πολλά και μη οικεία άτομα που η παρουσία τους συνήθως με απομονώνει. Λουσμένος, με το μαλλί περιποιημένο, ένα ελαφρώς αξύριστο πρόσωπο (που ο Λ είχε σχολιάσει ότι μου πήγαινε), κολωνιαρισμένος με κάποιο σπρέι, τα μανίκια του πουκάμισου κάτω από το πανωφόρι –όπως πάντα μαζεμένα πάνω από τους αγκώνες, πήρα το λεωφορείο μέχρι το Σιντριβάνι. Περπάτησα κατά μήκος της Εγνατίας, στο «νέο» κτίριο του Πολυτεχνείου έστριψα και ανέβηκα το δρόμο προς το αθλητικό κέντρο του πανεπιστημίου, και διέσχισα την Αγίου Δημητρίου στο ύψος του Καυταντζόγλειου. Περιτριγύρισα το γήπεδο κάτω από τις κερκίδες, κατά μήκος των ερημωμένων θυρών του, και θυμήθηκα τα κυριακάτικα απογέματα που με τον Κωστάκη παρακολουθήσαμε ματς του Ηρακλή με τον Άρη. Ανηφόρησα τα στενά πίσω από τη βορεινή του πλευρά προς τις Σαράντα Εκκλησιές. Το σκοτάδι είχε απλωθεί στα δρομάκια της περιοχής από ώρα. Εκείνες οι γειτονιές μου ήταν άγνωστες, αλλά το χαρτάκι με τον αυτοσχέδιο χάρτη που είχε ζωγραφίσει και δώσει ο Λ το μεσημέρι στο κυλικείο με βοήθησε.

 Άπειρος από τέτοιου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις πήγα με άδεια χέρια. Μετά από καιρό και μερικές ακόμα προσκλήσεις σε νεανικά πάρτι κατανόησα την σημασία τέτοιων χειρονομιών (ή τον αντίκτυπο των αντίστοιχων παρατυπιών) και ότι ένα στοιχειώδες savoir vivre του ευρύτερου milieu, απαιτούσε να έφερνα μαζί του τουλάχιστον το ισοδύναμου των ποτών που θα κατανάλωνα στο πάρτι. Εν πάση περιπτώσει, ο Λ δεν θα παρεξηγούσε τέτοια αμέλεια, και στα πλαίσια της φοιτητικής ζωής στην Ελλάδα περνούσαν απαρατήρητες. Μετά από μερικά ποτά στην κουζινούλα -με τον Λ, τον αδερφό του, τον χοντρό συγκάτοικό του Σ, και άλλους, οριζοντιώθηκα εγκάρσια πάνω στο στρώμα του υπνοδωματίου του Λ με το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα μαξιλάρι κολλημένο στον τοίχο δίπλα στη δίφυλλη γερμένη ντουλάπα που έκρυβε μέρος της πόρτας. Και ένα ποτήρι φτηνό κρασί στο χέρι -εν αναμονή της Α. Η συνάντηση μας είχε χωρίς την παραμικρή αμφιβολία συμφωνηθεί από την επίσκεψή μου μέρες πριν στο σπίτι της. Άνθρωποι, συνάδερφοι, σύντροφοι μπαινόβγαιναν, ενώ υπό την επήρεια του πιοτού τα φράγματα που μια ξεμέθυστη αντικοινωνικότητα ορθώνονταν μέσα μου ξεπερνιούνταν, τα σύννεφα των δισταγμών ανάμεσα σε κόσμο διαλύονταν. Αλκοόλ, αυτό το φάρμακο των ντροπαλών και συνεσταλμένων! Βρισκόμουν πλέον σε μια προχωρημένη ευθυμίας όταν έφτασε η Α, σε ένα σκούρο καφέ παντελόνι –που πρόβαλλε τα γεμάτα πόδια της, όπως κι έναν στρογγυλό, αλλά ελκυστικό πισινό, και ένα λαδί πουλόβερ. Είχε το πρόσωπό της ελαφριά μακιγιαρισμένο, με ανοιχτοκόκκινη απόχρωση στο κραγιόν της. Εμφανίστηκε πίσω από την ντουλάπα που έκρυβε την πόρτα, με το χαμόγελο που πλάταινε και στρογγύλευε το ήδη στρογγυλό, ελαφρά γερμένο στα πλάγια πρόσωπο -σα να έψαχνε, εμένα πίσω από το ογκώδες έπιπλο της ντουλάπας. Με αποφασιστικό βήμα και το ελαφρό λίκνισμα των γλουτών που διέκρινε το βάδισμά της κατευθύνθηκε προς το στρώμα όπου κειτόμουν· με την σιγουριά και αυτοπεποίθηση σα να ήταν όλα όσα προηγήθηκαν, από την ώρα που έφυγε από το σπίτι της μέχρι την διαδρομή από την εξώπορτα στην κάμαρα του Λ,  προσχεδιασμένα. Σα να ήξερε εκ των προτέρων που βρισκόμουν, αραγμένος διακριτικά και αθέατος από τον πολύ κόσμο του πάρτι, και ανυπομονούσε να με δει. Πριν σκύψει από πάνω μου, πρόλαβα, και με μερικά ελαφριά χτυπηματάκια στο στρώμα της έκανα νόημα να καθίσει δίπλα μου, Μάλλον προσχηματικά. Κατά βάθος ξέραμε και οι δυο μας ότι η προφανής αμοιβαία έλξη εκεί θα την έφερνε.

Από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος κύλησε ασυνεχής, η διαστολή και συστολή του έγινε ανώμαλη, ενώ στη μνήμη άρχισαν να δημιουργούντα κενά και πρωθύστερα στην καταχώρηση της ακολουθίας των στιγμών, όσων από αυτές επέζησαν τα χρόνια. Φυσικά και οφειλόταν κυρίως στο πιοτό και σε αισθήματα που το πιοτό παραμορφώνει, σε αισθήσεις που εξασθενεί. Είχα από αρκετή ώρα στην βραδιά αποκτήσει την αυτοπεποίθηση και την κοινωνικότητα και κάτι τις παραπάνω από το μίνιμουμ του θάρρους που απαιτούσε η περίσταση. Αν εφεξής συνέχιζα να γεμίζω το ποτήρι μου δεν ήταν τόσο για να ανεβώ κι άλλο την σκάλα της ευθυμίας και της ευφορίας, όσο περισσότερο ως αποτέλεσμα της ευθυμίας που με είχε ήδη κυριεύσει, ίσως και μιας κατάστασης έκλυσης. Το πιοτό έχει τη δύναμη να θέτει τον συναισθηματικό κόσμο σε έναν βρόγχο θετικής ανάδρασης, μέχρι και τα όρια μιας τελικής σωματικής και ψυχικής κατάρρευσης, για την οποία όμως ελάχιστοι προνοούν.

Δεν έφταιγε όμως μόνο το ποτό για τη χρονική ασυνέχεια και τα ύστερα χάσματα στη μνήμη που δημιουργήθηκαν. Το κορμί της Α δίπλα μου, πρώτη φορά στην ζωή μου για τόση ώρα και σε τέτοια εγγύτητα, στο άγγιγμα δακτύλων και χεριών, και (επιτέλους!) στα αδιευκρίνιστης ποιότητας φιλιά που ακολούθησαν -πιθανόν άγαρμπα λόγω απειρίας, όσα τέλος πάντων διαδραματίστηκαν σ’ εκείνο το φοιτητικό στρώμα που διακριτικοί, αυτόπτες μάρτυρες μετά από μέρες στη σχολή, με ένα κλείσιμο στο μάτι, ανέφεραν σε γενικές γραμμές και «παρεμπιπτόντως» στις συζητήσεις περί την Α και τον υποφαινόμενο· εκείνες οι επαφές δύο αναμμένων σωμάτων, χωρίς πολλές κουβέντες ή με λίγες μπερδεμένες λέξεις στη ζαλάδα τους, είχαν βυθίσει την ψυχή μου στη δίνη ενός πρωτόγνωρου και για τους δυο μας έρωτα, μιας κορύφωσης της ευτυχίας παρά την αναισθητική δράση της μέθης. Η σκέψη σχεδίαζε και πρόβαλλε ένα εφικτό πλέον μέλλον αγάπης και έρωτα και σεξ. Το παρόν είχε ξεχαστεί για χάρη του μέλλοντος. Ο έρωτας αναδείκνυε το μέλλον, λαμπρό και άκρως επιθυμητό.

Πρέπει να περάσαμε αρκετές ώρες σε εκείνο το στρώμα, επιλήσμονες και αδιάφοροι για το τι συνέβαινε γύρω μας. Οι θαμώνες του πάρτι μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο, έριχναν μια ματιά γύρω τους, σα να έψαχναν κάτι. Η ματιά τους σίγουρα έπεφτε σε δυο αγκαλιασμένους νέους που φιλιόταν, αλλά χωρίς κουβέντες, σεβόμενοι την ιδιαιτερότητά μας αποχωρούσαν. Ίσως και να είχαν προμηνυθεί σχετικά από τον Λ και άλλους, που γνώριζαν τι «ψηνόταν» εκ των προτέρων. Ήταν αργά, μετά τα μεσάνυχτα, όταν συμφωνήσαμε να αφήσουμε το πάρτι και τον κόσμο του, και να φύγουμε. Μαζί: η Α και εγώ. Εγώ σχεδόν σε κατάσταση μέθης, που όμως η αδρεναλίνη στο αίμα μου επέτρεψε να σηκωθώ και εν γένει να συμπεριφερθώ με αξιοπρέπεια -τουλάχιστον στον βαθμό που η επίδραση του αλκοόλ επιτρέπει κάποιον να είναι κύριος του εαυτού του και να έχει επίγνωση των ενεργειών του. Το σμίξιμο μας με την Α, ένα γιγαντιαίο βήμα στον πρώτο έρωτα, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Έπλεα, όπως λένε, σε πελάγη ευτυχίας.

Κατηφορίσαμε τα στενά κάτω από τις Σαράντα Εκκλησιές στη υγρή, δεκεμβριάτικη νύχτα της Θεσσαλονίκης, νιώθοντας τα σταγονίδια της κορεσμένης από την υγρασία ατμόσφαιρας στο πρόσωπο μας, βλέποντας τον αχνό από τις εκπνοές μας. Ήταν κρύα η νύχτα, αλλά το αλκοόλ και η Α δίπλα μου με είχαν ζεστάνει -ψυχή τε και σώματι. Τα στενά και οι δρόμοι που οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο είχαν βυθιστεί στην ησυχία μιας πόλης που κοιμόταν, και το σκοτάδι κάτω από τον αδιαπέραστο και βαρύ ουρανό έσπαζε από το αμυδρό φως των στύλων της ΔΕΗ στις γωνιές των δρόμων. Στα ανοίγματα τους προς τον Θερμαϊκό, η Θεσσαλονίκη απλωνόταν με σκόρπια φώτα μέχρι τη φωτεινή γραμμή της Νέας Παραλίας και τη μελανιασμένη θάλασσα. Το σκηνικό ήταν κινηματογραφικά ερωτικό.

Η συμπεριφορά μου στη διαδρομή πρόδωσε τον πρωτάρη σε ερωτικές σχέσεις. Για μερικά λεπτά την αγκάλιαζα σφικτά από τον ώμο, ενώ η ίδια έφερνε το χέρι της γύρω από τη μέση μου. Κάθε τόσο κοντοστεκόμαστε για να φιληθούμε άγαρμπα στα χείλια τα φιλιά των πρωτάρηδων. Άλλοτε περίκλεια το μικρό, ζεστό της χέρι στην παλάμη μου και περπατούσαμε, όπως είχα δει ερωτευμένα ζευγάρια να περπατούν στους δρόμους της πόλης και την παραλία. Στο Πολυτεχνείο την τράβηξα να ανεβούμε τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου, άγνωστο γιατί… Ίσως, χάριν σε μιαν ενδόμυχη κενόδοξη περηφάνια που ένιωθα κάθε τρεις και λίγο, ως φοιτητής του Πολυτεχνείου, ως ανήκων εξ παραδόσεως στην αφρόκρεμα της σπουδαστικής μάζας, ως φιλόδοξος μηχανικός. Της έσφιγγα το χέρι υπερβολικά, εν μέρει εξαιτίας απειρίας, εν μέρει γιατί ήθελα να τονίσω (θεμιτό, πίστευα, σε προ-σεξουαλικές καταστάσεις σαν και κείνην) τη μυϊκή δύναμη και την αρρενωπότητα που τέτοια χειρονομία φανέρωνε. Η Α, μην μπορώντας να αντέξει το παρατεταμένο σφίξιμο του μικρού της χεριού, παραπονέθηκε με γλυκό τρόπο ότι την πονούσα. Ζήτησα συγγνώμη και χαλάρωσα τη λαβή. Τελικά άπλωσα τον βραχίονα με φιλική απαλότητα στον ώμο της και συνεχίσαμε την πορεία κατά μήκος της Εγνατίας προς την Καμάρα.

Το κρύο, το περπάτημα, η μείωση της ροής της αδρεναλίνης άρχισαν να με επαναφέρουν σε μια πιο νορμάλ κατάσταση. Ένα ηπιότερο αίσθημα ευτυχίας, μετά την κορύφωση, το συνόδευσε μια γαλήνη, αυτήν που έχει τυλίγει κάποιον όταν το μέλλον του εμφανίζεται στρωμένο με καινούργιες δυνατότητες, σε «απόσταση» αναπνοής πλέον, και σχεδόν ώριμες να τις αδράξω. Παράλληλα, έθεσε υπό καλύτερο έλεγχο την συνείδηση μου μου: πρόσεχα τα λόγια, τους τρόπους και τις κινήσεις μου, καθώς μερικές έμφυτες συστολές επανέρχονταν στην επιφάνεια, παρά τα κέρδη σε αυτοπεποίθηση που είχα αποκομίσει.

Καληνύχτισα την Α στη γωνία της Αγαπηνού, μπροστά στο παρεκκλήσι της Υπαπαντής, με ένα φιλί στα πάντα χαμογελαστά ζεστά της χείλη, που ο βιασμός τους από τα αναρίθμητα φιλιά είχαν ξεθωριάσει το κραγιόν της. To να την συνόδευα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας σκέφτηκα ότι μπορεί να γινόταν παρεξηγήσιμο, ίσως να έδινε την εντύπωση κάποιου σε απόγνωση να κοιμηθεί με γυναίκα. Στην στάση του αστικού μια παρέα νεαρών στέκονταν αμίλητοι καπνίζοντας. Μια κοπέλα, ζαρωμένη στο πανωφόρι της, κρυμμένη στο μισοσκόταδο κάτω από το προπύλαιο της Εθνικής ατένιζε την έρημη πλατεία απέναντι αποφεύγοντας τα βλέμματα νεαρών και των περαστικών. Το «10» της Χαριλάου της ξεπρόβαλλέ μέσα από την καταχνιά πάνω από το υγρό οδόστρωμα της Εγνατίας. Έριξα μια ματιά προς τα πάνω, προς τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας, και είδα το φως του δωματίου Α πίσω από τα κλειστά παντζούρια. Στο μυαλό της, όπως και στο δικό μου, θα στριφογύριζαν χωρίς τάξη και συνοχή στιγμές από την επεισοδιακή και σημαδιακή βραδιά που περάσαμε με τα ευχάριστα σκουντήματα του έρωτα. Ένιωσα το στήθος μου να φουσκώνει και πάλι από την προσδοκία της ευτυχίας που φέρνει, για την οποία ήμουν απόλυτα σίγουρος θα με τύλιγε με την μαγεία της, μολονότι δεν ήμουν σε θέση να εκτιμήσω το μέγεθος της, το πως ακριβώς θα έπλαθε το μέλλον, τι επί μέρους χαρές θα μου φανέρωνε. Για εκείνη ώρα τέτοιες σκέψεις δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Θα ξαναβρισκόμαστε το ερχόμενο βράδι.

Friday, April 5, 2024

11 - Α 4-ever: Το προξενιό

 Ήταν αργά απόγεμα μιας Πέμπτης, πρώτες μέρες του Δεκέμβρη του έτους 1982, του δεύτερου έτους των σπουδών μας. Βράδιαζε, και η καταχνιά απλωνόταν στη Θεσσαλονίκη από νωρίς. Στο κυλικείο η ώρα της αιχμής είχε παρέλθει κι ο φοιτητόκοσμος που το ξεχείλιζε καθημερινά άρχιζε να αραιώνει. Παρακολούθησα ένα από τα μαθήματα, το τελευταίο στο ωρολόγιο πρόγραμμα της μέρας με άλλους λίγους ταλαίπωρους, σχετικά συνεπείς, συναδέρφους. Δεν είχα πολλά καλύτερα να κάνω· είτε θα ανέβαινα στην Ένωση για καμιά παρτίδα σκάκι παρά, είτε θα γυρνούσα από νωρίς στο σπίτι. Η απέραντη ανία ενισχυόταν όσο πλησίαζε ένα ακόμη αδιάφορο Σαββατοκύριακο με ανύπαρκτες έως ελάχιστες προοπτικές, πέρα από το σκάκι στην λέσχη, λίγο διάβασμα στη διάρκεια της μέρας, ίσως καμιά τσόντα -αν το βράδι με έβρισκε πλήρως βαρεμένο και πνιγμένο στην μοναξιά των τεσσάρων τοίχων. Το φως το κυλικείου έλαμπε σαν φάρος στο βάθος του κεντρικού διαδρόμου της Σχολής, που ήταν έρημος και μισοσκότεινος, καθώς τα διάφορα στρώματα από αφίσες παρατάξεων και τα χάρτινα πανό, κρεμασμένα στα τζάμια των παραθύρων του, μπλόκαραν το αναιμικό φως από τους στύλους του προαύλιου.

Στο κυλικείο, ανάμεσα στου λιγοστούς θαμώνες που είχαν απομείνει, σε έναν πάγκο στη γωνιά μπροστά από την άδεια από τυρόπιττες βιτρίνα του κυλικείου καθόταν ο Λ. Με έναν φραπέ-με-γάλα-γλυκό στο πλαστικό ποτήρι, τo πακέτο Sante με την φλογερή ξανθιά που είχε μπροστά του, και τον αναπτήρα Bic τοποθετημένο πάνω στο πακέτο. Με το σώμα του γυρισμένο προς το κέντρο του κυλικείου, το τσιγάρο στο αριστερό χέρι και τον αγκώνα του στον πάγκο, το ένα πόδι πάνω στο άλλο, μιλούσε με κάποιον γνωστό του απέναντι. Σπάνια ο Λ εμφανιζόταν στο Κυλικείο τέτοια ώρα. Συνήθως ξυπνούσε μεσημεριανές ώρες, και από το διαμέρισμα που νοίκιαζε με τον αδερφό και άλλους δυο συντοπίτες του πίσω από το Καυταντζόγλειο, κατηφόριζε, νυσταγμένος και τα μάτια πρησμένα, για το καφεδάκι, τον πρώτο καφέ της μέρας του, καμιά φορά συνοδεία με την εκάστοτε γκόμενα με την οποία πέρασε τη νύχτα. Για να πει καμιά μαλακία, ένα-δυο καλαμπούρια, να πειράξει δυο-τρεις συντρόφους ή συμφοιτητές -κατά προτίμηση θηλυκού γένους, μετά να πάει στη Λέσχη για το μεσημεριανό φαγητό, και έπειτα ό,τι ήθελε προκύψει: καμιά πρέφα ή μπουρλότο σε κάποιο καφενείο στο Σιντριβάνι ή το Ναβαρίνο, έναν δεύτερο καφέ αργότερα, ένα ποτάκι ακόμα πιο αργά, μετά το βραδινό γεύμα, για λόγους οικονομίας επίσης στη Λέσχη. Καμιά φορά, όταν τις πρώτες μέρες του μήνα τα οικονομικά το επέτρεπαν, θα κατηφόριζε σε ένα φοιτητικό μαγειρείο με πέντε-έξι τραπέζια σε ένα στενό πίσω από το Λευκό Πύργο ή στην καλύτερη περίπτωση στο κάπως αξιοπρεπέστερο και ακριβότερο «Ζάππειο» στην Πρίγκηπος Νικολάου, που το σύχναζαν οι περισσότεροι εύποροι -σαν τον Β και Α. Αλλά στο Κυλικείο τέτοια βραδινή ώρα, μετά το τέλος παραδόσεων που ουδέποτε παρακολουθούσε, όταν η πραγματική ζωή στη Θεσσαλονίκη ξεκινούσε μιαν αργόσυρτη και μακρόσυρτη λιτανεία προς την βαθιά νύχτα, τον Λ πρώτη φορά τον έβλεπα.

Μόλις με είδε να κατεβαίνω τα σκαλιά, σήκωσε ψηλά το δεξί του χέρι να μου τραβήξει την προσοχή. «Που είσαι, ρε μαλάκα;» Ο Λ δεν με αποκαλούσε ποτέ σύντροφο, αλλά «μαλάκα», στις πιο αθώες των περιστάσεων, και «ρε παιδί μου» όταν ήθελε να πει κάτι σοβαρό ή να επιχειρηματολογήσει και να δώσει έμφαση στην άποψη του. Πήρα ένα κουτάκι ΑΜΣΤΕΛ από το κυλικείο και έκατσα δίπλα τους, όσο θα τέλειωνε τον καφέ του και ένα ακόμα τσιγάρο. Μετά από λίγα λεπτά, ο συνομιλητής του έφυγε. Το να «Πάμε να επισκεφτούμε μια συμπαθητική κοπέλα στην Καμάρα!», που μου απεύθυνε, αφού έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε, ήταν ένα προστακτικό ερώτημα. «Γιατί όχι», σκέφτηκα. Στην κατεύθυνση της Ένωσης ή της στάσης του αστικού θα περπατούσαμε, αλλά και το ότι επρόκειτο για «κοπέλα» τι το κακό μπορούσε να προμηνύει.

Πήραμε το δρόμο μας κατά μήκος της Εγνατίας προς το Σιντριβάνι και την Καμάρα. Να περπατώ δίπλα στο Λ, και γενικά ψηλούς ανθρώπους σαν το Λ, δεν ένιωθα πολύ άνετα, όντας -μάλλον κληρονομικά- «βεβαρημένος» με μέτριο ανάστημα και κουβαλώντας σχετικά κόμπλεξ εμφυτευμένα από το περιβάλλον και, άθελα, την οικογένειά μου -μεταξύ σοβαρών και αστείων σχολίων. Έτσι, όταν ο Λ ήθελε να μου πει κάτι στον θόρυβο της κίνησης της λεωφόρου έστριβε και έσκυβε προς το μέρος μου το κεφάλι, ενώ εγώ ατένιζα το πεζοδρόμιο μπροστά μας. Η συζήτηση μας, πάντως, ένα γενικό κουτσομπολιό για συντρόφισσες και συμφοιτήτριες κυλούσε ομαλά, χάριν του ευχάριστου ύφους και χιούμορ που διέθετε, και χάριν επίσης της χαλαρωτικής μπύρας που είχα πιει στο κυλικείο. Σε μια φάση γύρισε και μου είπε: «Να σε ρωτήσω κάτι, ρε μαλάκα;... Την Π την πήδηξες;» με σχετική έμφαση στο δεύτερο σκέλος, στην ουσία της ερώτησης. «Όχι, ρε μαλάκα! Δεν γίνονται τέτοια πράγματα...» του απάντησα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν μπορούσα παρά να είμαι ειλικρινής. «Καλά, παρθένα, την άφησες, ρε;» συνέχισε. «Να δεις ότι ούτε αυτός ο φλούφλης, ο αρραβωνιαστικός που τρέχει από πίσω της, δεν την έχει γαμήσει...» Και άρχισε να γελάει το σπάνιο γέλιο του, από εκείνα τα μεταδοτικά και ρυθμικά που είχε ο Λ .

Πριν την Παναγία Δεξιά διασχίσαμε την Εγνατία, ανάμεσα σε ταξί και τα λεωφορεία που ανεβοκατέβαιναν την λεωφόρο, και στρίψαμε στο δρομάκι της Αγαπηνού. Στην εσοχή της γκρίζας, πολυώροφης, παλιάς οικοδομής, που στεκόταν θεόρατη πίσω από την ασήμαντη, βυθισμένη κάτω από το ύψος του πεζοδρομίου αρχαία εκκλησία της Υπαπαντής, ο Λ χτύπησε το θυροτηλέφωνο κάποιου διαμερίσματος από τα πάνω πατώματα. Του απάντησε μια απαλή, γλυκύτατη, μακρόσυρτη, φωνή, με χανιώτική προφορά, το θηλυκό είδωλο της προφοράς και φωνής του Λ: «Ναιαιαια; Ποιός είναι;». «Ο φούφουτος...», απάντησε απότομα ο Λ. Στο στενό ασανσέρ που μας ανέβαζε αργά στον τέταρτο όροφο, αμίλητους, ο Λ κοιτούσε ήρεμος και σκυφτός στο πάτωμα και τα χέρια στην τσέπη, ενώ εγώ με το κεφάλι τεντωμένο προς την οροφή έριχνα κλεφτές ματιές προς τον καθρέφτη πίσω μας. Κάτω από το μπλε σπορ μπουφάν φορούσα ένα πολυφορεμένο άθλιο πουκάμισο, με καρουδάκια καφέ αποχρώσεων, και τα μανίκια, όπως πάντα, διπλωμένα πάνω από τους αγκώνες, ώστε να μη χρειάζεται να τα μαζεύω κάθε φορά που θα έβγαζα το μπουφάν. Πίστευα ότι τα σηκωμένα μανίκια πρόβαλλαν το σχετικά φαρδύ στήθος και ώμους μου, και κατ’ επέκταση μιαν αρρενωπότητα. Το μαλλί μου ήταν κατάμαυρο, πυκνό και φουντωμένο, ατημέλητο -όπως σχεδόν κάθε μέρα. Η impromptu «επίσκεψη σε κοπέλα» με είχε βρει μάλλον απροετοίμαστο.   

Στην πόρτα του τέταρτου ορόφου, που άνοιξε να μας υποδεχτεί, η κορμοστασιά του Λ επισκίασε το σώμα της Α. Αρκετά κοντύτερη μου σκέφτηκα, κάτι που απάλυνε ένα σημαντικό μέρος από τις ανησυχίες μου. Δεν μπόρεσα να αποκτήσω καλύτερη εικόνα του παρουσιαστικού της, πριν περάσουμε από το μικρό χολ πίσω από την εξώπορτα στο σαλονάκι, που μια κλειστή πόρτα με τζαμαρία το χώριζε από το υπνοδωμάτιο της Α. «Να σου συστήσω το ομορφότερο και εξυπνότερο παιδί του έτους... που είναι πρώτος στα μαθήματα και πρώτος στους αγώνες. Αλλά πολύ μαλάκας, παρόλα αυτά.» Και κοιτάζοντας προς εμένα πρόσθεσε: «Καλά δεν τα λέω, ρε μαλάκα;» Δεν είπα τίποτε με δεδομένο το έλλειμμα ευστροφίας, ετοιμολογίας και ευφυολογίας, που με διέκρινε, απλώς χαμογέλασα: ένα χαμόγελο λύνει προβλήματα και σε κουβαλάει μακριά σε τέτοιες περιστάσεις. «Και από εδώ η Α…ούλα μας! Την φέραμε από τα Χανιά, μπας και βρει και γνωρίσει κανένα ευπαρουσίαστο κοπέλι...». «Λ...άκι, κάτσε φρόνιμα, ρε!», απάντησε η Α με την αξιαγάπητη φωνή.

Ένα μάλλον ακριβό, πρόσφατα φορεμένο άρωμα μου διαπέρασε τη μύτη. Έγειρε το κεφάλι της πίσω από το σώμα του Λ για να με δει στα μάτια και μου χαμογέλασε με οικειότητα. Το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι με είχε ξαναδεί, μάλλον προσέξει, ίσως στο φεστιβάλ. Το πρόσωπο της, όμως, δεν μου θύμιζε τίποτε από εκείνες τις άκαρπες από ερωτοτροπίες με συντρόφισσες βραδιές. Στην κίνηση μας προς το σαλονάκι, της έσφιξα το χέρι. Δυνατά, καθώς πίστευα από μικρός, χάριν σε πατρικές νουθεσίες, ότι μια δυνατή χειραψία, επιδεικνύει αρρενωπό σφρίγος, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, και τα λοιπά, και δημιουργεί καλές πρώτες εντυπώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις πρώτων γνωριμιών. Ιδιαίτερα εν προκειμένω, καθώς, όπως άκουγα από παλιούς ότι οι γυναίκες στην συντροφιά του άντρα προσβλέπουν κυρίως στην προστασία και την ασφάλεια. Ένιωσα ένα μικρό χεράκι να περικλείεται από το δικό μου, αλλά από την κίνηση, το ύψος του Λ κυριαρχούσε στο μικρό χώρο και τη γενικότερη έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης, δεν κατάφερα να προσέξω ούτε το κορμί, ούτε την φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά της Α στις λεπτομέρειές τους.

Το σαλονάκι ήταν λιτά επιπλωμένο, αν και όχι φτωχικά. Όπως θα περίμενε κανείς από ένα διαμέρισμα κοντά στο πανεπιστήμιο, νοικιασμένο από μικροαστική οικογένεια της επαρχίας για τις σπουδές της κόρης ή του γιου: μια πολυθρόνα με ξύλινα μπράτσα από τη δεκαετία του ’60, ένας καναπές, μια καρέκλα μπροστά στην μπαλκονόπορτα, ένα μικρό τραπεζάκι του καφέ. Ο Λ απλώθηκε στον καναπέ, με άνεση σαν στο σπίτι του, την άνεση ενός συντοπίτη και παλιόφιλου, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψε ένα από τα Sante του. Εγώ έκατσα χωρίς σκέψη στη μοναδική πολυθρόνα του. Η Α πέρασε από μπροστά μου, και τα λίγα δευτερόλεπτα πριν καθίσει στην καρέκλα απέναντι μου μου δόθηκε αρκετός χρόνος για να την κόψω από πίσω, και να σχηματίσω μια πρώτη εντύπωση. Έδινα πάντα μεγαλύτερη προσοχή και σημασία στο πίσω μέρος του γυναικείου κορμιού και τα πόδια σε σχέση με το μπροστινό. Και, σαφώς, δεν ήμουν μοναδικός σε τέτοιου είδους προτεραιότητες και προτιμήσεις, που μάλλον πηγάζουν από βαθιά κτηνώδη ένστικτα. Η Α είχε καμπυλωτή μέση και σχετικά καλές αναλογίες για το σχετικά κοντό της ανάστημα. Το σώμα της έκλινε προς αυτό που λέμε γεματούτσικο, αλλά είχε το σφρίγος των δεκαεννιά χρόνων. Το κορμί της όμως δεν είχε τίποτε εξαιρετικό και αξιοθαύμαστο, που θα τραβούσε αυθόρμητα την προσοχή περαστικών και αγνώστων, που θα «γυρνούσε κεφάλια» όπως λέμε στα πεζοδρόμια όπως λέμε, ή, πόσο μάλλον, θα προκαλούσε σχόλια και ψιθύρους σε αντρικά πηγαδάκια.   

Φορούσε μια ροζ κασμιρφανέλα, πάνω από μια απλή καφεδιά φούστα. Ανεκτός συνδυασμός χρωμάτων, αλλά ομολογουμένως όχι του γούστου μου. Μια χρυσή αλυσίδα με ένα  μικρού μεγέθους, απροσδιόριστου σχήματος τιρκουάζ μενταγιόν κρεμόταν από έναν εξαιρετικό, κύκνειο λαιμό. Διαπίστωσα για πρώτη φορά τότε ότι σε μια γυναίκα το σχήμα και το μέγεθος του λαιμού συσχετίζεται, έστω και χαλαρά, με τη χροιά και γλυκύτητα της φωνής της. Και κάτι που επισκίαζε τη γενικά μέτρια εξωτερική εμφάνιση της Α ήταν η τρυφερή, μελιστάλαχτη φωνή, που στην ομιλία της την διαμόρφωνε και εμπλούτιζε με πληθώρα χαριτωμένων τόνων και εντάσεων.

Είχε πρόσωπο στρογγυλό με πλατιά μάγουλα, στρογγυλά και αυτά, μικρό στόμα και μύτη, έξυπνα καστανόμαυρα μάτια που χαμογελούσαν και άστραφταν με το υπόλοιπο του προσώπου, ή συνοφρυώνονταν, μαζί με το στρογγύλεμα των χειλιών, σε σοβαρές στιγμές ή ως αντίδραση στα πειράγματα του Λ. Τα φρύδια ήταν λεπτά, γεωμετρικά καμπυλωτά, σαν χαραγμένα με μαύρο μολύβι και περιποιημένα επιμελώς με τσιμπιδάκια -που όμως δεν ήταν. Ίδιο χρώμα με τα πλούσια καστανόμαυρα μαλλιά, κομψά κομμένα στο ύψος του λαιμού. Είχε ένα δέρμα μεσογειακό, που το μαύρισμα από τον καλοκαιρινό ήλιο της Κρήτης, δεν είχε ακόμα ολότελα υποχωρήσει, με μικρές, διάσπαρτες ελίτσες. Κάποιος θα είχε πει της Α ότι στο πρόσωπο έμοιαζε ελαφρώς αυτό της Sharon Stone, κάτι που όχι άμεσα αλλά με κάποιο τρόπο αυτάρεσκα υπονοούσε σε μελλοντικές ευκαιριακές συζητήσεις για την ηθοποιό και, ιδιαίτερα, περί του Basic Instinct, αργότερα έκανε θραύση ανάμεσα σε διψασμένους για σεξ ή ερωτοτροπούντες νέους, με ζωηρές φαντασιώσεις. Η αλήθεια ήταν ότι στο σχήμα προσώπου της Α, στα ζυγωματικά ιδιαίτερα, εκ πρώτης όψεως κάποιος διαπίστωνε ομοιότητες με αυτό της ηθοποιού και μοιραζόταν μερικά στοιχεία γοητείας της. Αλλά το να λεγόταν ότι το προσέγγιζε αισθητά σε ομορφιά και γοητεία θα μας μετατόπιζε στο πεδίο της κολακείας και υπερβολής.

Μετά από δυο-τρεις ματιές φευγαλέες στο πρόσωπο της, χωρίς η ίδια να το παρατηρήσει, ένιωσα την ένταση των χτύπων της καρδιάς μου, που δονούσαν το στήθος μου κατά την είσοδό μας στο διαμέρισμα, να εξασθενίζουν. Μιαν αυτοπεποίθηση άρχισε να ξεπροβάλλει μέσα από τα τέλματα της εγγενούς συστολής μου. Η κοπέλα, αν και κάθε άλλο παρά πανέμορφη, διέθετε γλυκύτητα και ζέση στους τρόπους της, και αβίαστα δημιουργούσε μιαν άμεση οικειότητα. Ήταν στα μέτρα μου! Τουλάχιστον! Αν σκεφτόμουν και πάλι με γνώμονα τον εγωκεντρισμό ή ναρκισσισμό μου και χρησιμοποιούσα ως αποκλειστικό κριτήριο την εξωτερική εμφάνιση, θα έθετα τον εαυτό μου λίγα σκαλιά παραπάνω. Αλλά αυτό ήταν βέβαια μια υποκειμενική εκτίμηση. Και, άλλωστε, τα τεκμηριωμένα ελαττώματα στην προσωπικότητά μου, θα μείωναν αισθητά την δύναμη της έλξης από οποιαδήποτε φυσική ομορφιά, και, ίσως, στις περισσότερες των περιπτώσεων να έγερναν την πλάστιγγα που ζυγίζει την συμβατότητα και το ταίριασμα δυο ανθρώπων εις βάρος μου. Χώθηκα ήρεμος και χαμογελαστός πλέον, πιο βαθιά στη μοναδική πολυθρόνα.

«Δεν θα μας προσφέρει τίποτε το μωρό μου;» πετάχτηκε σε λίγο ο Λ. «Έχεις φέρει καμιά καλή τσικουδιά, ρε;» συνέχισε σε πιο σοβαρό ύφος. Η Α είχε και τσικουδιά και μπύρα και μαρτίνι. «Μια μπυρούλα για μένα, σε παρακαλώ, Α…» ζήτησα πολιτισμένα, συνάδων με την ανατροφή και το ήθος μου. Στο δρόμο της για την κουζίνα με την άκρη του δείκτη της μου άγγιξε ανεπαίσθητα το μπράτσο. Η μικρή διάρκεια της επίσκεψης, όσο πήρε τον Λ να πιεί δυο ποτηράκια τσικουδιάς και να καπνίσει άλλα τόσα Sante, η Α να τελειώσει τον καφέ που είχε ετοιμάσει για την ίδια πριν καταφτάσουμε, επίσης με τσιγάρα αλλά από μια πιο ελαφριά μάρκα, κι εγώ την μπύρα μου, πέρασε κυρίως με τα δύο Χανιωτάκια να συνομιλούν για διάφορους «…άκηδες», για το Σ, τον συνάδερφο της Α, κοινό φίλο, και συγκάτοικο του Λ, γενικά τους συντοπίτες από τη μικρή κοινωνία των Χανίων που βρέθηκαν να σπουδάζουν, οι περισσότεροι μάλλον άθελά τους στην Σαλονίκη.  Αναφέρθηκαν με γούστο και σε μια Α-Κ, στενή φίλης της Α, μια καλλονή από την εύπορη αστική οικογένεια των Μ, που θα ανέβαινε σύντομα στη Θεσσαλονίκη και το Πολυτεχνείο της, η οποία όμως έμαθα εκείνο το βράδι ότι είχε «καπαρωθεί» το τελευταίο καλοκαίρι ως «γκόμενα» από τον αρχισυνδικαλιστή μας στην οργάνωση -προς απογοήτευση φυσικά του υπόλοιπου αρσενικού πληθυσμού, σε κόμμα και πανεπιστήμιο. Ελάχιστα συμμετείχα σε κείνη την κουβέντα, αλλά απολάμβανα την γλυκιά και μελωδική φωνή της Α, την όμορφη κρητική διάλεκτο των δυο Χανιωτών και το κουτσομπολιό τους. Πιο πολύ κοιτούσα προς το μέρος της και την επεξεργαζόμουν, με μέγιστη διακριτικότητα (ούτως ώστε να μη δώσω την εντύπωση του ερωτικά στερημένου ή του άγαρμπου σε φλερτ) τις λεπτομέρειες του προσώπου της, απολαμβάνοντας περισσότερο τη γλυκύτητα του λόγου και την εξυπνάδα των σχολίων της. Όποτε γελούσε, ξεφυσούσε από το στόμα της μικρά κύματα καπνού στους ρυθμούς του γέλιου της. Ο Λ σπάνια χαμογελούσε, πόσο μάλλον γελούσε. Στις  παύσεις της κουβέντας ή όταν φαινομενικά αδιάφορα άκουγε την Α, σήκωνε το πρόσωπο προς το ταβάνι και με τα χείλια του σχημάτιζε άψογες θηλιές από τον καπνό που εξέπνεε.

Από τη μεριά της η Α μου έριχνε σύντομες, συχνές, χαμογελαστές ματιές. Είχα οδηγηθεί στα εξής συμπεράσματα: πρώτον, με είχε ξαναδεί κάπου στο πρόσφατο παρελθόν και μάλλον κέντρισα κάποιαν από την προσοχή και ενδιαφέρον της· δεύτερον, η όλη, δήθεν[LI1]  impromptu επίσκεψη ήταν προσυνεννοημένη, ίσως μετά από επιθυμία της ίδια της Α· τρίτον και σημαντικότερο, η Α με έβρισκε ελκυστικό. Πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου ότι μπορεί και να με είχε «ερωτευτεί εκ πρώτης όψεως», αλλά το ίδιο αίσθημα μάλλον δεν μπορούσα να ισχυριστώ για μένα. Ούτε είχα τις εμπειρίες για να γνωρίζω καλά-καλά τις διαχωρίζει το «έρωτα εκ πρώτης όψεως» από άλλους έρωτες. Μέσα από τέτοιες σκόρπιες σκέψεις και υποθέσεις άρχιζα να φαντασιώνομαι ένα ερωτικό μέλλον με την Α δίπλα μου, στην αγκαλιά μου, την πρώτη ερωτική μου σχέση. Ίσως, το αδιευκρίνιστο και πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένιωσα τότε και ξεκινούσε από το στομάχι και σωθικά μου, και ανεβοκατέβαζε του παλμούς της καρδιάς μου, να ήταν το πρώτο άνθισμα ενός έρωτα. Αλλά που να ήξερα; Το είχα νιώσει και σε περιπτώσεις που μόνον εκ παραδρομής ή επιφανειακή ή διεστραμμένη σχέση είχαν με το σεξ και τον έρωτα, αν είχαν καν κάποια σχέση. Κάτι όμως συνέβαινε, αυτό ήταν βέβαιο.  Και ήταν ευχάριστο.

Πριν φύγουμε από το διαμέρισμα κατευθύνθηκα προς την μπαλκονόπορτα και τράβηξα την κουρτίνα. Από κάτω βυθισμένη κάτω από το πεζοδρόμιο η εκκλησία της Υπαπαντής, και τα κεραμίδια της στο ύψος των περαστικών της Εγνατίας. Η Παναγία Δεξιά απέναντι και η πλατεϊτσα της, όπου μαθητές από φροντιστήρια και φοιτητές από το πανεπιστήμιο πηγαινοέρχονταν, διέσχιζαν με βιασύνη τη Εγνατία, ανάμεσα σε ορδές από μπλε ταξί και λεωφορεία. Μερικοί κατηφορίζουν ευδιάθετοι για κάποιο στέκι της πλατείας Ναβαρίνου ή ανηφόριζαν προς κάποιο μπαρ της Μελενίκου. Τα φώτα από την Εκκλησία, την Καμάρα, τους στύλους κατά μήκος του δρόμου, τα παράθυρα των πολυκατοικιών αγωνιζόταν να διαπεράσει την αχλή και να φωτίσει κάθε γωνία της πλατείας. Κάτω από την Καμάρα του Γαλερίου μερικές όρθιες σκιές περίμεναν το ραντεβού τους. Ένα ζευγάρι, καθισμένο σε ένα από τα παγκάκια της πλατείας αγκαλιασμένο στο κρύο και την υγρασία και την ομίχλη του Δεκεμβριάτικου βραδινού, φιλιόταν για λεπτά της ώρας, αδιάφορο για τον κόσμο που περνούσε. Από καιρό άκουγα πόσο ερωτική πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη. Κι ο ερωτισμός της άρχισε να μου γίνεται περισσότερο αισθητός πίσω από το παράθυρο της Α, πάνω από την κίνηση και τα θολά φώτα της πλατείας, στην καταχνιά.

Μετά από λίγο αποχωρήσαμε. Όπως και στον ερχομό δεν τόλμησα να την αποχαιρετήσω με φιλί, σαν αυτό που της έδωσε ανενδοίαστα ο Λ. Δεν ήταν καιρός για κάτι τέτοιο, ίσως και όχι πρέπον. Ήμουν άπειρος και σεμνός και ντροπαλός. Είπα ένα ξερό «καληνύχτα», ωστόσο με το εύκολο και ζεστό και παρατεταμένο χαμόγελο που με διακρίνει, ένα «θα τα πούμε ξανά σύντομα» και αποχωρήσαμε. Θα τα ξαναλέγαμε όντως σύντομα. Μας είχε καλέσει στο μικρό πάρτι για τη γιορτή της σε λίγες μέρες. Θα ακολουθούσε και το πάρτι του Λ στην δική του γιορτή μια βδομάδα μετά, στο διαμέρισμα σε ένα παλιό διώροφο που νοίκιαζε πίσω από το Καυταντζόγλειο. Στη στάση του «10» για τη Χαριλάου έδωσα το χέρι μου στο Λ, που μου έκλεισε με νόημα το μάτι. «Καλή κοπέλα, η δικιά σου...» Το βράδυ άργησε να με πάρει ο ύπνος. Ο νους μου κυριεύτηκε από φαντασιακές παρεμβολές και υπερβολές, προεκτάσεις στο μέλλον και όνειρα για αυτό με την Α. Αρμένιζα στη θάλασσα της ελπίδας και της λαχτάρας πάνω στον ευχάριστο και αμέριμνο κούνημα του κυματισμού τους. Όταν θα έβγαινα στην στεριά, μια απέραντη πεδιάδα, μια terra incognita ανοιγόταν συναρπαστική μπροστά μου.

Monday, April 1, 2024

10 - Φοιτητικά: Χαμηλές Προσδοκίες

H περίοδος μιας εξ ορισμού σεξουαλικά παρθενικής ύπαρξης θα παρατεινόταν πέρα από το πρώτο έτος της σχολής, για αρκετό και δυσβάσταχτο καιρό ακόμα. Είχα κλείσει τα δεκαεννιά χρόνια χωρίς να έχω νιώσω τον ερωτικό «σεισμό», όπως προσδοκούσα ότι προκαλεί η πραγματική και πλήρης ερωτική πράξη, και που εξακολουθούσα καθημερινά να φαντάζομαι και διακαώς να ποθώ. Ένα αίσθημα λύπης, ψυχικού πόνου, καμιά φορά απόγνωσης και απελπισίας. Το βάρος στην καρδιά μεγάλωνε ιδιαίτερα στα μοναχικά σαββατόβραδα στο πατρικό διαμέρισμα, στους τέσσερις τοίχους του δωματίου. Η Π, που εμφανίστηκε σαν αμυδρό φως ελπίδας προς εκείνη την κατεύθυνση του έρωτα και της σεξουαλικής ολοκλήρωσης, ανήκε οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν, μαζί με την ζήλια και την ταπείνωση των τελευταίων ημερών της σχέσης μας, σχέσης που δεν κατάφερα να χαρακτηρίσω με ακρίβεια. Το αντίδοτο στην ερωτική δίψα σε μιαν έρημο χωρίς οάσεις στον ορίζοντα το έβρισκα (ξανά!) σε μοναχικές βόλτες στα βρώμικα τσοντάδικα της πόλης, στην συνέχεια των συνηθειών αυτοϊκανοποίησης των μαθητικών μου χρόνων, ή και στις «τσάρκες» στο Βαρδάρη που όμως, λόγω μιας εκ φύσεως ανυπέρβλητης συστολής και ελλείμματος θάρρους εξαντλείτο σε μερικά στριφογυρίσματα έξω από πόρτες με κόκκινο λαμπάκι, στην καλύτερη περίπτωση σε κλεφτές ματιές πίσω από το κρόσσια μιας πόρτας ή τις σκιές πίσω από τις κουρτίνες γκριζο-κοκκινωπών παραθύρων στα Λαδάδικα. Το λειψό ξεδίψασμα της ερωτικής ματαίωσης θα ερχόταν σε κάποια γωνιά ενός σκοτεινού σινεμά, από τη Λαγκαδά μέχρι την Κωνσταντινουπόλεως, από την Παπαναστασίου μέχρι την Τούμπα, ή αργά τις νύχτες του Σαββάτου, στα βογγητά ηδονής της γειτόνισσας που αδιάλειπτα ακολουθούσαν την επιστροφή τους από τη Σαββατιάτικη έξοδο και την άφιξη του ασανσέρ στον όροφο μας.  

Μετά την μοναχική τουριστική παρωδία, το άπρακτο «ήλθον, είδον και απήλθον» στη Ρόδο, περίμενα με ανυπομονησία το τέλος ενός λησμονήσιμου καλοκαιριού και το δεύτερο έτος στη σχολή, με τις ελπίδες ελαφρά αναζωπυρωμένες. Υπήρχαν οι φιλίες με τους συντρόφους της ΚΝΕ του έτους. Στα σπάργανα μεν, αλλά άρχισαν μετά από την παρεξήγηση του Ιούνη να περπατούν με σταθερό βηματισμό, ώστε να βλέπω με αισιοδοξία τον εαυτό να κινείται και να συζητά και να τρώει και πίνει ανάμεσα σε ανθρώπους, ακόμα γυναίκες. Υπήρχε αυτή-καθαυτή η οργάνωση και οι συναναστροφές μέσα από τις δραστηριότητές της, όπου ανάμεσα σε πολλές καταναγκαστικές και ανεπιθύμητες, υπήρχαν και μερικές περισσότερο θεμιτές, που πρόσφεραν δυνατότητες ανθρώπινης επικοινωνίας και γνωριμιών, και βέβαια ψυχαγωγίας. Υπήρχε και το κυλικείο της ζύμωσης με ανθρώπινες ψυχές, γνωστές και άγνωστες, με ανταλλαγές βλεμμάτων και καμιά φορά χαμόγελων. Στο τέλος, σκεφτόμουν ότι κάτι καλό, ίσως κάτι συναρπαστικό, θα συνέβαινε, ένας «μαύρος κύκνος» θα εμφανιζόταν, που θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα της συναισθηματικής μου ζωής, και η ψυχή θα αναθαρρούσε, τουλάχιστον μέχρι το επόμενο σαββατοκύριακο. 

Ο Οκτώβρης και ο Νοέμβρης πέρασαν σχεδόν αδιάφορα χωρίς πολλές εντυπώσεις, χωρίς περιπέτειες. Ως νέος σύντροφος, τα καθήκοντα που μου είχαν ανατέθηκαν εν όψει της διοργάνωσης του καθιερωμένου φθινοπωρινού Φεστιβάλ ήταν ελαφρά: μιαν έκθεση φωτογραφίας για την ΕΠΟΝ δεν απαιτούσε παρά μόνον μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής», την αγορά ενός λευκώματος (με προσωπικά έξοδα) και το καρφίτσωμα αυτών των φωτογραφιών σε μερικά ταμπλό σε μια γωνιά, μέσα στη σκόνη μιας τεράστιας αλάνας στην Σταυρούπολη όπου το φεστιβάλ θα λάμβανε χώρα. Όπως αναμενόταν, η έκθεσή μου ελάχιστο ενδιαφέρον άσκησε στους επισκέπτες του Φεστιβάλ, που σε τέτοιες εκδηλώσεις συνήθως συνωστίζονται γύρω από εξέδρες με καλλιτεχνικά προγράμματα, στο σουβλατζίδικο, και λιγότερο στο βιβλιοπωλείο και δισκοπωλείο. Αυτό δεν επηρέασε τον ενθουσιασμό μου. Η μουσική, τα τραγούδια, τα πηγαδάκια, ο παλμός από τα συνθήματα και τις κόκκινες σημαίες, η κοσμοσυρροή (ένδειξη ίσως παραπλανητική της επιρροής στις μάζες της πολιτική ιδεολογίας που εκείνο το διάστημα είχα ενστερνιστεί) είχαν  δυσανάλογη επίδραση στην ψυχή του πρωτάρη-επαναστάτη με ένα αξιοσημείωτο μαρξιστικό υπόβαθρο.

Το σουλατσάρισμα στους διαδρόμους και αίθουσες των πτερύγων της σχολής για παρακολούθηση μαθημάτων συνεχίστηκε, αν και άρχισε να γίνεται περισσότερο επιλεκτικό και περιστασιακό, όπως συμβαίνει μετά από λίγο καιρό στην σχολή με την πλειοψηφία των φοιτητών. Μετά το «ψάρεμα» των πρώτων μηνών η παρακολούθηση δεν ήταν αναγκαία συνθήκη για καλές αποδόσεις στη μάθηση, και ελάχιστοι οι διδάσκοντες που θα μπορούσαν να διατηρήσουν ξύπνιους μερικούς κουρασμένους από ξενύχτια φοιτητές. Αλλά το κυλικείο από τις προχωρημένες ώρες του πρωϊνού μέχρι αργά το απόγεμα βούιζε από κόσμο και φωνές. Ήταν η «Αγορά», ήταν η καρδιά της σχολής και της φοιτητικής ζωής. Το αίμα της, φοιτητές και νέοι διδάσκοντες, σε κάποιες φάσεις της «εργάσιμης» ημέρας θα περνούσαν από εκεί, μια και δυο και περισσότερες φορές, σαν από συνήθεια ή χάριν της ανεξήγητης έλξης που ασκούσε, όχι μόνο για τον κατά παραγγελία φραπέ και τη ζεστή, φρέσκια μυζηθρόπιτα. Για μένα έγινε ο καθημερινός φάρος ελπίδας.