Τα καλοκαίρια κυλούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν σε έφηβους, το camping γερνούσε μαζί με τους παραθεριστές του, κι έχανε την άσπιλη και νεανική του γοητεία. Ο «χουντικός» διοικητής, απόστρατος αξιωματικός που επέβαλλε πειθαρχία και τάξη και καθαριότητα στρατοπέδου στους απέραντους χώρους αντικαταστάθηκε έναν Μποβολή, «φυτευτό» της τότε κυβέρνησης, που κατά τα φαινόμενα είχε ελάχιστη πείρα και ακόμα λιγότερες ικανότητες στη διοίκηση μιας τέτοιου μεγέθους τουριστικής επιχείρησης. Εφάρμοσε τις γνώριμες τακτικές και παραδόσεις της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Τα μετρημένα bungalows, που τις πρώτες saison φιλοξενούσαν παραθεριστές στη βάση του first-come & first-serve, «καπαρώνονταν» πλέον από πολύ νωρίς, ακόμα και από τον προηγούμενο χρόνο, από «γνωριμίες», και γνωριμίες γνωριμιών, που είχαν κάποια πρόσβαση στη διοίκηση: ευνοιοκρατία και στις θερινές διακοπές.
Ο Πατέρας, ακολουθώντας το παράδειγμα των Πρωτοποριδαίων,
αγόρασε σκηνή (φυσικά, μικρότερη και χαμηλότερων προδιαγραφών από εκείνη του
φίλου του) που έπρεπε να φέρουμε στο camping από νωρίς το καλοκαίρι, ώστε να
την στήσουμε και να εξασφαλίσουμε έναν από τους λιγοστούς προνομιούχους χώρους
που δεν είχαν ακόμα καταληφθεί από κατασκηνωτές με κάποιο μέσο και προτού
δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Το κοκκαλιάρικο, προεφηβικό κορμί μου ανέλαβε το
στήσιμό της στο λιοπύρι, στο σκληρό από τη ξεραΐλα έδαφος. Ο Πατέρας δεν ήταν
γεννημένος για πολλά φυσικό ζόρια, κινείτο συνήθως στο πεδίο του πνεύματος, και
περιορίστηκε σε οδηγίες και εντολές. Την έστησα με φιλότιμη προσπάθεια, αλλά
στην ουρά του self-service, περιμένοντας με το
δίσκο μου την μερίδα της μακαρονάδας και μια κόκα-κόλα, λιποθύμησα. Ξύπνησα σε
ένα δωματιάκι παραδίπλα κάτω από το χαμόγελο μιας άγνωστης κυρίας, μάλλον
νοσοκόμας: «Δεν έχει τίποτε το παλληκάρι...Κουράστηκε…» Ένιωσα την πρωτόγνωρη
φρεσκάδα κι ευεξία, την αναζωογόνηση από το οξυγονωμένο αίμα να επιστρέφει και
στριφογυρίζει σαν βουνίσια ρυάκια στο κρανίο μου.
Και κείνες οι διακοπές στο αντίσκηνο θα ξεκινούσαν με τις προετοιμασίες
που επέβαλε η προεφηβική φάση της ζωής: καινούργια μπάλα, adidas ρουχισμό, Converse All Star για
το μπάσκετ, όλα αγορασμένα από κάποιον Γκιουλέκα, έναν κηφήνα έμπορο αθλητικών
ειδών δίπλα στο Θεαγένειο, από το χαρτζιλίκι που κατάφερνα να αποταμιεύσω χωρίς
να πάρουν είδηση ο Πατέρας και η Μάνα. Και Fred Perry μπλουζάκι για τις βραδινές εξόδους,
και Speedo μαγιό για το μπάνιο... Ευδιάκριτα σύμβολα από φίρμες να
προβάλλονται σε διάφορα σημείο στο ντύσιμο κάποιου, για κάθε περίσταση, αποτελεί
για άγουρες υπάρξεις ένδειξη σχετικού status, τις ανυψώνει ανάμεσα στις παρέες και τους ομόλογους τους,
δημιουργεί στιγμιαίες εντυπώσεις, καμιά φορά θαυμασμό και φθόνο. Με έσυρε και
μένα ασυναίσθητα το ρεύμα κι έγινα ένας ακόμα «φιγουρατζής» στην προσπάθεια να
κερδίσω την προσοχή και τις εντυπώσεις, την επιβεβαίωση και την αναγνώριση. Για
το παιδί που δεν μιλούσε πολύ, σχεδόν καθόλου, που ήταν κλεισμένο στον εαυτό
του, ήταν μια πρόχειρη και υποσυνείδητη εξωτερίκευση ενός φανταστικού modus vivendi από τα όσα έβλεπα
γύρω μου· ρηχού, αν αντιμετωπιστεί από μιαν ώριμη και μεθύστερη ανασκόπηση του παιδικού
εαυτού. Τότε όμως δεν υπήρχαν ούτε οι εμπειρίες ζωής, ούτε η γνώση, ο τόπος και
το βάθος της σκέψης για τέτοιου είδους ψυχικές ενδοσκοπήσεις. H κυρίαρχη κουλτούρα
και τα ρεύματα που κυριαρχούσαν στο milieu μου τα επέβαλλαν, κι εγώ ως ανώριμος
τα υιοθετούσα χωρίς αντίσταση. Δεν με βοήθησαν, αποδείχτηκε, στο ελάχιστο ζητούμενο:
να προσελκύσω τις ματιές των κοριτσιών που ποθούσα, πόσο μάλλον τη γνωριμία και
τις φιλίες τους. Αγόρια της ηλικίας μου χρησιμοποιούσαν παρόμοιες ταχτικές με
μένα, ίσως περισσότερο φαντασμαγορικές ή και αποτελεσματικές -ιδιαίτερα όταν
συνδυαζόταν με θάρρος, το λέγειν και άλλα χαρίσματα, αλλά όφειλα, για να
επιπλεύσω σε έναν κόσμο με ισχυρότερα εγώ και προσωπικότητες, να ακολουθήσω μισότυφλα
τέτοια ρεύματα. Υπέθετα με την άγουρη αφέλεια της ηλικίας ότι η προσωπικότητα
μου θα μεγεθυνόταν και αναγνωριζόταν τεχνητά μέσα από παγκόσμια αναγνωρισμένες μάρκες
και σύμβολα. Τέτοιες υποθέσεις και αυταπάτες δοκιμάζονταν, μέχρις και κατέρρεαν
από την πραγματικότητα. Αργότερα στη ζωή θα εμπέδωνα την σοφή κουβέντα του Leonard Cohen και
άλλων: η πραγματικότητα είναι μια δυνατότητα που δεν μας παίρνει να την αγνοούμε.
Στεκόμαστε έξω από τη σκηνή των Πρωτοποριδαίων, λίγο
παραπέρα από την δικιά μας, όταν μια οικογένεια Ούγγρων, πάρκαρε το Dacia τους,
έξω από το προσχεδιασμένο, περιφραγμένο από θάμνους χώρο για αντίσκηνο που
είχαν καταλάβει για την saison
ο Πρωτοποριδαίοι, στην ακάλυπτη έκταση πράσινου ανάμεσα σε τέτοιους χώρους, ώστε
να στήσουν το δικό τους αντίσκηνο. Οι κανονισμοί στο camping είχαν προ καιρού χαλαρώσει κάτω
από την πίεση του τουριστικού ρεύματος, και ο καθένας έφερνε κι έστηνε σκηνές
κατά βούληση, κατά προτίμηση κοντά στις ανέσεις που πρόσφερε το camping, όχι όμως πολύ κοντά στις
κοινόχρηστες τουαλέτες, και, φυσικά, κάτω από κάποια σκιά από τα διάσπαρτα
δέντρα, που τη δροσιά τους απολάμβαναν οι πλέον προνομιούχοι χώροι – αδιαμφισβήτητο
και αδιαπραγμάτευτο προνόμιο των τακτικών παραθεριστών. Η ζωή σε μια σκηνή ήταν
εκτεθειμένη στον βάναυσο, ντάλα ήλιο του καλοκαιρινού μεσημεριού, και ανυπόφορη
χωρίς την προστασία κάποιας σκιάς από δέντρα. Ο κύριος Ν δεν ήθελε την ουγγρική
και μάλλον οποιαδήποτε οικογένεια ξένων δίπλα στο χώρο του. Ήθελε απλοχωριά
γύρω από το «κάστρο» του, το επιβλητικό αντίσκηνό του. Ελλόχευε και ο -όχι
μόνον ελληνικός- ατομικισμός που συνήθως στέλνει σε περίπατο ιδεαλισμούς όπως η
«πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία»: δύσκολο έως απίθανο ο κύριος Ν να συμβιβαστεί,
εκεί και τότε, στις λίγες μέρες των διακοπών, για χάρη κάποιων τουριστών από
χώρα πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα». Μας κάλεσε, κατά προτεραιότητα εμένα,
να βοηθήσω ως μεταφραστής, με τα Αγγλικά που υποτίθεται χειριζόμουν άνετα μετά
από αρκετά χρόνια στο φροντιστήριο της γειτονιάς, για να εκφράσω τη δυσθυμία, τις
αντιρρήσεις, και να αιτιολογήσω ευκρινώς την κατηγορηματική άρνησή του. Δεν
πρόλαβα να συγκεντρώσω το μυαλό μου στο επί τάπητος καθήκον που μου ανατέθηκε
ξαφνικά και με κυρίευσε η έλλειψη θάρρους και η νευρικότητα από την χαμηλή
αυτοπεποίθηση. Συνέβαινε συχνά όταν βρισκόμουν αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες
καταστάσεις και ανεξερεύνητες θάλασσες, και μερικές φορές προκαλούσε έναν
εσωτερικό πανικό. Ανέλαβε χωρίς δισταγμούς ο Β, ευθαρσής πάντα, με τη χαρακτηριστική
άνεση και ετοιμότητα, που τον διέκρινε σε τέτοιες περιπτώσεις. Στάθηκα αμίλητος
στο περιθώριο να παρακολουθώ την κουβέντα. Οι κουβέντες, κάτω από το υπεροπτικό
χαμόγελο και με τον στόμφο του κυρίου Ν, ξεκινούσαν με τα επιρρήματα του
μελλοντικού πολιτικάντη: «Ασφαλώς...» «Εν πάση περιπτώσει, κύριοι...», «Τέλος
πάντων...» Απευθυνόταν στους Ούγγρους τουρίστες σαν διπλωμάτης πολιτικός,
κοιτώντας τους αφ’ υψηλού με μιαν εχθρική ειρωνεία στα μάτια, με μετρημένες,
επαγγελματικές παύσεις ανάμεσα στις φράσεις του για να επιτρέψει χρόνο στο Β να
μεταφράσει το λόγο του στα Αγγλικά, ενώ για να τους διώξει από τη γειτονιά του
αντίσκηνού δεν χρειαζόταν εμπεριστατωμένος διάλογος με επιχειρήματα. Μέσα στη γενική
αταξία του χώρου επιχειρήματα περί τάξεως και υπακοής σε κανονισμούς δεν είχαν σοβαρό
στήριγμα στη λογική. Οι Ούγγροι τελικά, απέναντι στην πέτρινη αδιαλλαξία του κυρίου
Ν, μάζεψαν το σκελετό της σκηνής τους. Πριν φύγουν με έντονο αλλά αξιοπρεπές
ύφος του απάντησαν: «Ήρθαμε πολλές φορές Ελλάδα, επισκεφτήκαμε πολλά μέρη της,
αλλά πρώτη φορά μας φέρθηκαν έτσι». Ο κύριος Ν επιβλήθηκε με το λόγο και
«ασφαλώς», όπως θα έλεγε, ικανοποιήθηκε από την τελική έκβαση της φιλονικίας. Ο
Β βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο μιας απαιτητικής διαδικασίας και η αυτοπεποίθηση
και σιγουριά του έλαμψαν. Εγώ ντράπηκα και στενοχωρήθηκα, ίσως χωρίς σοβαρό
λόγο, για την οικογένεια των κατατρεγμένων Ούγγρων, ενώ εγώ βρέθηκα, όπως σε
πολλές άλλες εκδηλώσεις, υποδεέστερος του Β και στο περιθώριο, παρά τον adidas ρουχισμό.
Υπάρχουν ανώτερες φυλές, υπάρχουν και ανώτεροι άνθρωποι εντός της ίδιας φυλής. Το
τι ρούχα φορά κανείς, μπορεί τεχνητά να ανασηκώνει την αυτοεκτίμηση μέσα μας,
αλλά μόνον λίγη βοήθεια προσφέρει για να μας ανυψώσει στα μάτια των άλλων. Ή, η
μορφή πρέπει να εμπεριέχει κάποια ουσία.
Οι μέρες και κείνων των διακοπών κύλησαν σχετικά ξέγνοιαστα,
χωρίς τραυματικά για τον ακόμα υπό διαμόρφωση χαρακτήρα μου επεισόδια. Νωρίς τα
απογέματα, ως συνήθως, έπαιρνα το δρόμο με το ποδήλατο και την μπάλα
παραμάσχαλα για τα γήπεδα μπάσκετ, πριν ακόμα τολμήσει να ξεμυτίσει κανείς κάτω
από το βάρος της αποπνιχτικής ζέστης του απογέματος και αντιμετωπίσει την
βαρβαρότητα του ήλιου του μεσοκαλόκαιρου. Ο ήλιος, ο ήλιος! που αναπόφευκτα με
έστειλε μετά από δυο-τρία τέτοια καυτά απογέματα στο Ιατρείο του camping με σοβαρά εγκαύματα στην
πλάτη. Καταμεσής της πυρωμένης ασφάλτου των γηπέδων, ένα ασπρουλιάρικο, κοκκαλιάρικο,
ιδρωμένο κορμί με μόνη παρέα και αντίπαλο τον εαυτό του, εξασκούταν σε βολές
και ντρίπλες και μπασίματα. Μετά από λίγη ώρα, ένας-ένας εμφανίζονταν γνωστοί,
δυνάμει γνωστοί και άγνωστοι από τον κόσμο της νεολαίας του camping: ο Τάκης, ψηλότερος και από τον
Β, αλλά με σχετικά «χαμηλή νοημοσύνη», όπως έλεγε η Μάνα, που τα κρεμασμένα
χείλη πρόδιναν· το παιδί από την Αθήνα και το καταπληκτικά μυώδες κορμί για την
ηλικία μας, που όπως μου έλεγε το χρωστούσε σε μια καθημερινή δίαιτα από πολλά
αυγά, και μιαν οξύτατη -κατά τον ίδιον- όραση που οφειλόταν στα πολλά καρότα· ο
Λαρισαίος, εύσωμος και με αγνούς, ευχάριστους τρόπους, παρά την επαρχιώτική προφορά
του θεσσαλικού κάμπου που κουβαλούσε· στη χάση και τη φέξη, πάντα μετά το πέρας
του υποχρεωτικού απογευματινού του ύπνου, ερχόταν ο Πατέρας, για ένα ή δυο σουτ·
και αναπόφευκτα οι πολλοί, πάρα πολλοί Γιουγκοσλάβοι, οι οποίοι κατέφθαναν
αργότερα -αθλητικοί τύποι που έφερναν μαζί τους τον αέρα ψημένων αθλητών μέσα
από την οργάνωση και μαζικότητα και ανωτερότητα των σοσιαλιστικών χωρών στα
σπορ. Γίναμε μια κοινωνία μπασκετόφιλων, τακτικών θαμώνων και παικτών σε εκείνα
τα γήπεδα. Μια μικρή συντροφιά που έπαιρνα τα παιχνίδια της σοβαρά.
Ο Β δεν συμμετείχε σε κείνα τα απογευματινά ομαδικά παιχνίδια.
Είχε πλατυποδία, αλλά και «κακή αντίληψη» της κίνησης της μπάλας, όπως έκρινε ο
Πατέρας. Το ελιτίστικο τένις, όμως, ήταν ένα παιχνίδι που διακαώς επιθυμούσε να
παίξει μαζί μου και την ακριβή ρακέτα του που είχε εφοδιαστεί. Ως ατομικό σπορ δεν
με συγκινούσε ιδιαίτερα, αλλά τον αντιμετώπισα ως αντίπαλο μερικές φορές μάλιστα
υπό το βλέμμα της όμορφης Τίνας, και, παρά την απειρία και φτηνότερη και υποδεέστερη
ρακέτα μου, επικρατούσα εύκολα. Καλά έλεγε ο Πατέρας: ήταν μια δεξιότητα που
διέθετε σε μικρό ή μεγάλο βαθμό το μυαλό του καθένα μας.
Στο τέλος εξοντωτικών αθλοπαιδιών -ψωμοτύρι των παιδικών μου
διακοπών, όταν η περιφέρεια του ήλιου άγγιζε την κορυφογραμμή του Ολύμπου και μετά
από κάποιο βιαστικό φρεσκάρισμα από τη σκόνη και τον ιδρώτα και σουλούπωμα,
περνούσα από τη σκηνή των Πρωτοποριδαίων. Θα βρίσκονταν ήδη μαζεμένη μια
μεγάλη παρέα «μεγάλων» σε έναν κύκλο από πτυσσόμενες καρέκλες στη δροσιά του
ηλιοβασιλέματος, να πίνουν καφέ και να χαριεντίζονται, ενώ ο Β μπορεί να έπαιζε,
με ερασιτεχνικό τρόπο, όσο κι επαγγελματικό ζήλο, την κιθάρα του – μου φαινόταν
επιδεικτικά. Τις πρώτες εκείνες μέρες θα κατεβαίναμε στο κεντρικό «πλακόστρωτο»
για φαγητό, ποτά και ψυχαγωγία: στα ποδοσφαιράκια και τα μπιλιάρδα, αργότερα
στην ντίσκο. Το πλακόστρωτο, με τη γωνιά της νεολαίας, ήταν πεδίο
κοινωνικότητας, συναναστροφών, γνωριμιών, ακόμα και φλερτ. Ήταν εκεί που ο Β
γνώρισε (μέσω εμού!) το μπασκετόφιλο Λαρισαίο, όπως και τον κουτό Τάκη, γόνο
οικογενειακών φίλων της Μάνας. Η καινούργια
γνωριμία με τον Λαρισαίο εκείνη απέκτησε για τον Β ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έγιναν
κολλητοί με πρωτοβουλία περισσότερο του τελευταίου, για τον απλό λόγο ότι το
παιδί αυτό συνδεόταν στενά με δυο κοπέλες, γειτόνισσες και οικογενειακές φίλες
στη Λάρισα, αρκετά συμπαθητικές ώστε να φουντώσουν τα ήδη ξύπνια σεξουαλικά
ένστικτα του Β. Λίγα βράδια μέσα στην περίοδο των διακοπών, ο Β θα χόρευε
μπλουζ, κάτω από τους ήχους του “Hotel of California”, στο αδιάλειπτο φινάλε του προγράμματος του DJ, με την ελκυστικότερη από
τις δυο κοπέλες, την πιο μικροκαμωμένη και χαριτωμένη. Το ερχόμενα πρωϊνό στη
θάλασσα, κανόνιζαν με τον Λαρισαίο έναν ημερήσιο περίπατο κατά μήκος της ακτής μέχρι
το κάστρο του Πλαταμώνα, όπου ο τελευταίος θα έφερνε και τα κορίτσια. Με
ρώτησαν αν ενδιαφερόμουν και απάντησα καταφατικά, παρόλο που ο αντικειμενικός
σκοπός της εκδρομής ήδη φανερωνόταν διάφανος στο νου μου από όσα είχαν
προηγηθεί, από όσο ήξερα τον Β, και από τα κρυφά χαμόγελα και ψιθύρους. Άρχισα να
νιώθω παρείσακτος και μειονεκτικός, πριν ακόμα να έχει οργανωθεί τίποτε το οριστικό.
Το πότε ακριβώς, το αν τελικά θα μας συνόδευαν τα δυο κορίτσια... Η άποψη μου
για τις λεπτομέρειες μιας φιλόδοξης εκδρομής ούτε ζητήθηκε, ούτε θα μετρούσε,
αλλά η ιδέα της εκδρομής κατά μήκος της ακροθαλασσιάς μου φάνηκε ελκυστική
περισσότερο ως περιπέτεια παρά ως ευκαιρία για φλερτάρισμα.
Το πρωϊνό της μεθεπόμενης μέρας που πέρασα από τη σκηνή έμαθα
από την κυρία Κ ότι είχαν ήδη φύγει για την εκδρομή τους. Οι τέσσερις τους, τα
δυο ζευγάρια· είχα προφανώς περισσεύσει ή αγνοηθεί μέσα στην ζάλη προσδοκώμενων
ερωτοτροπιών. «Καλά, δεν σε πήραν μαζί τους στην εκδρομή στο κάστρο; Ντροπή
του! Θα του τα ψάλλω όταν επιστρέψουν!», με ρώτησε ρητορικά η κυρία Κ, με
γνήσια έκφραση αμηχανίας και απογοήτευσης. «Δεν πειράζει...» είπα, καβάλησα το
ποδήλατο και συνέχισα με τα υπολείμματα μιας ακόμα μέρας από τις ίδιες κι
απαράλλαχτες μέρες των διακοπών στο camping: το ανιαρό μπάνιο στη θάλασσα με την παρουσία της Μάνας,
ναπολιτάνα ή μπολονέζ μακαρονάδα και κόκα-κόλα για μεσημεριανό, τις ατέλειωτες
ώρες μπάσκετ το απόγεμα. Άθελά μου, ενάντια στην κάθε κρυφή επιθυμία μου, έγινε
οικογενειακό θέμα, κάτι που μεγάλωσε το μέγεθος της ταπείνωσης, ξεγύμνωσε τη
μειονεξία μου ως προς το Β, τις παρέες, ακόμα και τους μεγάλους, δακτυλοέδειξε
τη μοναξιά μου. Το Βίλη τον μάλωσαν, και μάλιστα παρουσία μου, και του
επέβαλλαν να μου ζητήσει συγγνώμη. Αλλά όλα αυτά δεν επούλωσαν καμιά πληγή στον
εγωϊσμό μου, αν μη τι άλλο την έξυσαν. Δεν είχαμε θέση, ο ένας δίπλα στον άλλο σε
εκείνο το camping, στις
παρέες. Μιαν ασύμμετρη και κατακερματισμένη φιλία μας, που είχε επιβληθεί
άνωθεν, δοκιμάστηκε και σημαδεύτηκε ανεπανόρθωτα.
Το προτελευταίο καλοκαίρι μας στη Σκοτίνα ήταν το ταραγμένο
και καυτό του 1974. Τα νερά της
παραθαλάσσιας γαλήνης και της χαλάρωσης ήρθε να ταράξει η εισβολή των
Τούρκων στην Κύπρο. Έφερε δημόσια παραληρήματα σαν εκείνο το: «’Έμπαινε,
Ανδρουτσόπουλε!» του κουτού μας φίλου Τάκη, μετά από κάθε ανακοινωθέν από την
Κύπρο για απώλειες των Τούρκων εισβολέων. Έφερε και την πιο μετρημένη, αλλά διάχυτη
ανησυχία στις κουβέντες των μεγάλων στις βραδινές συνάξεις τους γύρω από τα
αντίσκηνα ή την καφετέρια. Τελικά ήρθε η επιστράτευση του Πατέρα ως έφεδρου
αξιωματικού που τον ξαπέστειλε σε μια μονάδα πυροβολικού στο Πόρτο Λάγος. Όχι
απροσδόκητα, ακολούθησε το οικογενειακό σοκ που έφερε κλάματα στη Μάνα, και τον
κύριο Ν, αξιόπιστο και γνήσιο φίλο, να την παρηγορεί στην αγκαλιά του και να
την διαβεβαιώνει ότι θα στεκόταν δίπλα της σε κάθε ενδεχόμενο και δεν έπρεπε να
φοβάται τίποτε. Όσο να ‘ναι σημάδευσε και την δική μου ψυχή… Μαζέψαμε την σκηνή
με την βοήθεια του Ν, και ο θείος ήρθε να μας πάρει πίσω στη Θεσσαλονίκη. Έμεινε
από εκείνο το καλοκαίρι η φωτογραφία της Μάνας με τα κοντά, ξανθά βαμμένο μαλλί
να ποζάρει με τον Πατέρα, σε στολή εκστρατείας με τα δυο αστέρια του έφεδρου
υπολοχαγού στην παραλία της Καβάλας.
x
No comments:
Post a Comment