Sunday, March 19, 2023

Ένα Παιδί - 25 Πρωτοποριδαίοι: Ενα Απόγεμα Αποκαλύψεων

Πίσω στο διαμέρισμα της Βασιλίσσης Όλγας, η κηδεμόνευση μου από το Β, σαν από έναν μεγαλύτερο αδερφό, συνεχιζόταν και άπτονταν θεμάτων περί των οποίων οι πραγματικοί κηδεμόνες μου δεν είχαν είτε άποψη, είτε διάθεση, είτε θέληση να ανοίξουν συζητήσεις.  Ένα σαββατιάτικο απόγεμα είμαστε καθισμένοι μπροστά στο state of the art στερεοφωνικό σύστημα, που μου προκαλούσε δέος και το ζήλευα -χάρη στα πολλαπλά επίπεδα, τα κουμπιά με τις δυνατότητες δυνατότητες, το μέγεθος και την ισχύ των δυο μεγάφωνων κι από τις δυο πλευρές των ραφιών που τα σήκωναν. Την ισχύ και πιστότητα τους ο Β επεδείκνυε αυξομειώνοντας την ένταση στο μέγιστο εύρος της και προσανατολίζοντας το αυτί του στην κατεύθυνσή τους. Τα ράφια ήταν γεμάτα από δίσκους βινυλίου που τα εξώφυλλά τους περιεργαζόταν. Ανάμεσά τους διάλεγε κάποιο άλμπουμ και κατόπιν, με αχαρακτήριστη επιμέλεια, τραβούσε κάποιον δίσκο από την θήκη του ώστε να ακούσουμε κάποιο κομμάτι της αρεσκείας του. Σε μια παύση με ρώτησε: «Εσύ, τι μουσική ακούς;»

Τι απάντηση θα μπορούσα να δώσει ένα παιδί που η αξιοθρήνητη εμπειρία του σε μουσικά ακούσματα περιοριζόταν στα λαϊκά σουξέ της εποχής που έπαιζαν σε ράδιο, τηλεόραση, τα jukebox ταβερνών ή εκείνα που ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα και μπαλκόνια της λαϊκής μου γειτονιάς; Τι να απαντήσει το παιδί με τη μουσική παιδεία που του παρείχε η μια ώρα Ωδικής στο σχολείο, με ανεπαρκέστατες πηγές μουσικής, ανύπαρκτη δισκοθήκη και, κατά συνέπεια, πλήρη αδυναμία διάκρισης ανάμεσα σε καλλιτεχνικές νοοτροπίες, ροπές και στυλ, ξένης ή ελληνικής, μοντέρνας ή κλασσικής μουσική, πόσο μάλλον εκτίμησης και απόλαυσης ενός μουσικού κομματιού; «Ελαφρολαϊκή...» απάντησα μονολεκτικά, σχεδόν ντροπιασμένος Όσο ήξερα, τόσο απάντησα. Ο ένας και μοναδικός δίσκος βινυλίου, 45 στροφών, δώρο μιας από τις θείες μου, που τον έπαιξα στο πικάπ σε ένα από τα παιδικά μου γενέθλια, είχε δυο τραγούδια του Καλαντζή: «Το Δελφίνι, Δελφινάκι»  από την μια πλευρά, τον «Επιπόλαιο» από την άλλη – σουξέ της εποχής και τα δύο. Α, ξέχασα... Υπήρχαν και μερικές σκόρπιες ήδη ξεχασμένες μελωδίες από τα πρώτα βήματα του έντεχνου λαϊκού και του «Νέου Κύματος» σε μια μαγνητοταινία του Πατέρα, η οποία όμως δεν παιζόταν πλέον στο χαλασμένο μαγνητόφωνο, καθώς και μια χούφτα δίσκοι, γρατζουνισμένοι πριν καν παιχτούν στο πεπαλαιωμένο πικάπ -το Ob-La-Di, Ob-La-Da των Beatles το μόνο που θυμάμαι ανάμεσά τους.

Η ερώτηση του Β ήταν καλοπροαίρετη. Ήθελε να διαλέξει κάποιο κομμάτι από την δισκοθήκη του με σεβασμό στις προτιμήσεις μου, αν είχα κάποιες, ώστε να βρει κάτι σχετικό από την πλούσια συλλογή του και να το βάλει να το ακούσουμε. Το μουσικό του αυτί ήταν σαφώς πιο καλλιεργημένο και εκλεπτυσμένο, αλλά δεν ειρωνεύτηκε την απάντησή μου. Αντί για κάτι «ελαφρολαϊκό», λοιπόν, με καλές προθέσεις πάντα, διάλεξε και έβαλε στο πικάπ το πλησιέστερο διαθέσιμο του είδους: τα «Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» του Θεοδωράκη, μουσική απαγορευμένη από την λογοκρισία της δικτατορίας· ήταν ένας δίσκος-άλμπουμ που οι Πρωτοποριδαίοι έφεραν, δήθεν ημι-λαθραία κρυμμένο στα μπαγάζια τους, από το Παρίσι, ως τεκμήριο μικρής, πλην όμως γενναίας, αντίστασης στη δικτατορία. Ηχογραφήσαμε το άλμπουμ σε κασέτα. Παρά τις φοβίες και διαμαρτυρίες της Μάνας θα τα άκουγα, ευχάριστα σαν κάτι διαφορετικό, στο ΦΙΑΤ μας, χωρίς όμως ακόμα να συνεπαίρνομαι και δονούμαι από τους εξεργετικούς ρυθμούς της μουσικής του Θεοδωράκη.

Μετά τα «Λιανοτράγουδα», με το δείχτη και αντίχειρα κάθε χεριού να αγγίζει διακριτικά και με την ίδια εξαιρετική προσοχή την περιφέρεια ενός άλλου δίσκου, σα να κρατούσε το πλέον πολύτιμο, εύθραυστο αντικείμενο, τοποθέτησε στο πικάπ έναν που στο εξώφυλλο του φιγουράριζε η φωτογραφία ενός αερόπλοιου Zeppelin. Ήταν από τα πρώτα άλμπουμ των Led Zeppelin, από τα ψώνια και αυτά του Β και της οικογένειας του στο Παρίσι, προφανώς επιλογής του ίδιου του Β. Καθισμένοι ωκλαδόν δίπλα στα ηχεία, την ένταση του ενισχυτή να ρυθμίζεται σε ψηλότερες κλίμακες, μετά από τα λίγα δευτερόλεπτα του χαρακτηριστικού θορύβου που δημιουργεί η βελόνα με το άγγιγμα του βινυλίου, τα αυτιά μας δόνησαν και την ψυχή μας γέμισαν, διαπεραστικός και κρυστάλλινος ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας του Jimmy Page και η ωμή και δυνατή φωνή του Robert Plant. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα από rock μουσική τότε, πόσο μάλλον από τις πλέον νεωτεριστικές εκδοχές της, όπως η heavy metal, και φυσικά ούτε τους Led Zeppelin είχα ακουστά. Θα περνούσαν πολλά, πάρα πολλά χρόνια από κείνη την ημέρα μουσικής υστέρησης και καθυστέρησης, για να ανακαλύψω κανονικά αυτό και τόσα άλλα είδη και ακούσματα της μοντέρνας μουσικής σκηνής ή ακόμα και της κλασικής κληρονομιάς, κάθε τι που έφτανε στην μικρή πατρίδα από μέρη μακρινά, πολιτισμένα, μουσικά προηγμένα. Η pop και rock μουσική, ξενόφερτη και άγνωστη, ακουγόταν πάντα ως «φασαρία» και «βαβούρα» στα αυτιά της Μάνας και του Πατέρα. Θα έβραζα, λοιπόν, για αρκετά χρόνια ακόμα στο νεροζούμι της ελληνικής ελαφρολαϊκής μουσικής.  

Η διαφώτιση συνεχίστηκε εκείνο το απόγευμα σε άλλα επίπεδα. Στο ακατάστατο δωμάτιο, ο Β, ξαπλωμένος στο ντιβάνι του, ξεφυλλίζοντας κόμικς του Αστερίξ, πέταξε -εν ψυχρώ- μια δεύτερη απροσδόκητη ερώτηση, αυτήν με ένα σαρδόνιο μειδίαμα. «Ξέρεις τι θα πει ‘γαμάω’;» Όχι, δεν ήξερα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι επρόκειτο για το ρήμα μιας βρισιάς που ακουγόταν, σε συνδυασμό με ποικιλία ασύνδετων ουσιαστικών αντικειμένων, έμψυχων ή άψυχων (όπως «μπελάς», «στανιό», συγγενικά ακόμα και θεία πρόσωπα, κτλ.) -στα γήπεδα, στη γειτονιά, σε ηπιότερες εκδοχές ακόμα και από τον ίδιο τον Πατέρα σε στιγμές θυμού ή εκνευρισμού. Κατάλαβα ότι εισερχόμαστε σε περιοχές ταμπού. Μου εξήγησε με το ίδιο χαμόγελο υπεροψίας και πονηριάς: την σημασία της λέξης και τι κατά προσέγγιση κάνουν τα αγόρια σε κορίτσια με το «πουλί» τους. Σα να μου αποκάλυπτε ο Β ένα παγκόσμιο μυστικό, που κρύβουν όσο μπορούν οι γονείς από τα παιδιά με την ελπίδα ότι κάπου, κάπως, κάποιος τρίτος θα το φανερώσει, και θα τους απαλλάξει έτσι από το βάρος μιας κρυμμένης, πολυπόθητης αλήθειας, που αναπόφευκτα μια μέρα θα φανερωθεί ει δυνατόν απουσία τους. Μυήθηκα πλέον κι εγώ στο Μυστικό της Ζωής. Ήμουν δεν ήμουν έντεκα χρονών. Έμαθα. Σε μια στιγμή, χωρίς να το έχω αντιληφθεί, ανέβηκα ένα μεγάλο σκαλί στη σκάλα της ενηλικίωσης. Εκείνο το απόγευμα πέρασα το κατώφλι της εφηβείας με όλα τα παρελκόμενα.

Την ίδια περίοδο, στην τελευταία τάξη του Δημοτικού καθόμουν στο δεύτερο θρανίο, με το Νίκο τον Ζ. δίπλα μου. Η ρουτίνα μου στην τάξη, στρυμωγμένος ανάμεσα στο Δρ. και τον Ζ. κάπου στη μέση της δεξιάς συστοιχίας από περίπου δέκα θρανία, όπου κάθονταν σε τριάδες τα αγόρια της τάξης, διακόπηκε προς όφελός μου από τον κ. Ευγενίδη, μετά από μιαν μάλλον εξωτερική παρέμβαση. Η χαρά από τη μετακίνηση εκείνη ήταν διπλή. Από τη μια έβρισκα και τους δύο ενοχλητικούς bullies, καθώς στην ανία της τάξης δεν έχαναν ευκαιρία να κοροϊδεύουν και να «μου την μπαίνουν», από την άλλη στο δεύτερο θρανίο που μεταφέρθηκα, θα καθόμουν πίσω από το πρώτο κάτω από την έδρα και μοναδικό θρανίο κοριτσιών μπροστά από τη συστοιχία των αγοριών. Πίσω ακριβώς από την Κική! Η Κική ήταν από τα πιο χαριτωμένα κορίτσια της τάξης, με μαύρα κοντά μαλλιά, μικρή, «γαλλική» κοίλη μύτη, ανάμεσα σε δυο αστραφτερά, στρόγγυλα μαύρα μάτια, και πλατιά, ρόδινα, αξιοπρόσεκτα χείλη, εύσχημα και εύπλαστα από την ομιλία της. Οι τελευταίες ανιαρές μέρες της τελευταίας τάξης του Δημοτικού θα αποκτούσαν σημασία και ενδιαφέρον. Καθισμένος πίσω από την Κική θα παρακολουθούσα κάθε κίνησή της, θα προσπαθούσα να προσελκύσω την προσοχή της, θα παρίστανα τον έξυπνο σε κάθε ερώτηση που θα μου έκανε. Είμαστε και οι δύο, ως δασκαλοπαίδια, επιμελείς και καλοί μαθητές και το ενδιαφέρον για τα μαθήματα κι επιδόσεις μας κυμαινόταν πάνω από τον μέσο όρο της τάξης. Σε ένα παιχνίδι-μικροκαβγά στο διάλειμμα την έσπρωξα προς την έδρα κι ένιωσα μιαν πρώιμη αντρική περηφάνια όταν, αντί να θυμώσει, μίλησε κολακευτικά για την δύναμή των χεριών μου.

Στην τελευταία εκδρομή του σχολείου στην Παναγία Σουμελά, ξεκομμένος από τις παρέες των αγοριών, παρά τον διακαή πόθο να παίξω μπάλα, την παρακολουθούσα από μακριά στους περιπάτους, το σχοινάκι, το κουτσό και τα άλλα παιχνίδια με τις φίλες της, προσπαθούσα να προσελκύσω την προσοχή της. Μάταια. Όπως μάταιες απέβησαν και οι ανάλογες προσπάθειες του ενοχλητικού και επιθετικού Δρ., του αντιπαθή και άμοιρου αντεραστή μου τους τελευταίους μήνες του σχολείου.  Ένιωθα μια ακατανίκητη, όσο και μονοσήμαντη και χωρίς ανταπόδοση έλξη, κάποιο ενστικτώδες, θολό, απόκρυφο συναίσθημα, μια φλόγα να καίει στο υπογάστριο: ένιωθα τον έρωτα, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα του τι σημαίνει έρωτας, τι μπλέκεται στη διαδικασία του πέρα από ένα χαμόγελο, ένα φευγαλέο άγγιγμα, ίσως κι ένα ρομαντικό φιλί – στο μάγουλο ή οπουδήποτε.

Οι συζητήσεις εκείνου του απογέματος με το Β όμως είχαν αλλάξει άρδην τον χορό των ανθρώπινων σχέσεων στο μυαλό μου. Στήθηκε πλέον ένα πιο χρωματιστό συναισθηματικό και ερωτικό σκηνικό, η φαντασία μου έκτοτε φτερουγούσε και πετούσε ανεξέλεγκτη σε ουρανούς και τόπους ανεξερεύνητους. Ξαπλωμένος στο ντιβάνι, με τα μάτια κλειστά, αλλά το σώμα και το νου σε κατάσταση υπερδιέγερσης φαντασιωνόμουν αυτό που μου είχε περιγράψει άκομψα ο Β: με την Κική, εγώ από πάνω της, εκείνο το κάτι τις που δυνάμει συμβαίνει ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια στη μοναξιά δύο γυμνών κορμιών. Και οι πεταλούδες πετούσαν στο στομάχι μου, ένιωθα την αναστάτωση αχαμνά μου, μιαν σχεδόν επώδυνη σκληράδα στο εσώρουχο, μιαν ματαίωση που μάταια ανέμενε διέξοδο. Θα περνούσαν μερικοί ακόμα μήνες πριν περάσω στο επόμενο των φαντασιώσεων στάδιο.

Η Κική δεν θα βρισκόταν ποτέ «τω σώματι» δίπλα μου. Θα έμενε για πάντα μια τέτοια ανεκπλήρωτη φαντασίωση. Μετά το Δημοτικό οι δρόμοι μας χώρισαν, σε Γυμνάσιο Αρρένων εγώ, σε Θηλέων εκείνη. Εξίσου απελπισμένος για θηλυκή συντροφιά o Δρ., την έψαξε σε θυροτηλέφωνα οικοδομών στην Κωνσταντινουπόλεως και την πέτυχε μετά από μήνες έξω από την πολυκατοικία της. Απογοητευμένος, μου είπε, ότι «χάλασε κι ασχήμαινε», «δεν ψήλωσε καθόλου, έμεινε κοντοστούπα». Σιγά τα αυγά, υπήρχαν και πολύ καλύτερες. Οι φαντασιώσεις μου, όμως, με το ξεθωριασμένο από τον καιρό είδωλο της Κικής συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα. Και με τον καιρό σε αυτές προστέθηκαν τα πιο ζωντανά είδωλα των κοριτσιών της γειτονιάς που με προσπερνούσαν στους δρόμους για το σχολείο ή στο παραλιακό πάρκα όπου συχνάζαμε με τον Δρ. ή από φωτογραφίες σε περιοδικά. Τελικά ανακάλυψα την διέξοδο σε αυτοσχέδια αιδοία και την πρακτικότερη και απλούστερη λύση: το χέρι μου. Η διέξοδος δεν ήταν απλά μια ανακούφιση από το βάσανο και την ματαιότητα των διεγέρσεων, ήταν ένα απτό, πραγματικό, σχεδόν ονειρικό κορύφωμα της ικανοποίησης, της χαράς, ήγαν μια τζάμπα και αβίαστη απόλαυση σε μια περίοδο έντονων ορμονικών διαταραχών. Το σεξουαλικό ένστικτο, που η περιγραφή κι «εξήγηση» του Β έβγαλε από το κουτί που κρυβόταν, βγήκε στην επιφάνεια και ανυψώθηκε δυσθεώρητο μέσα από το είναι μου. Άρχιζε μια νέα περίοδος όπου θα πάλευα με το νου τα ταμπού και τις ενοχές που ένα καταπιεστικό περιβάλλον επέβαλε, να δαμάσω το ένστικτο, να το διοχετεύσω μέσα από τα ελάχιστα διαθέσιμα κανάλια. Γινόταν απογοητευτικά πολύχρωμος ο κόσμος της εφηβείας, ένας κόσμος απότομων ψυχικών σκαμπανεβασμάτων, με ώρες ατέλειωτες -ώρες τρομακτικής μοναξιάς κι αφόρητης καταπίεσης, που άνοιγε μπροστά μου.  Ήταν ο κόσμος μιας αδιάκοπης πάλης με όνειρα και φοβίες, φαντασιώσεις και ονειρώξεις, αόρατες ορμόνες να στήνουν χορό μέσα μου, τον ίδιο μου τον εαυτό που άλλαζε καθημερινά, αυτός που με υποδέχτηκε. Ο χρόνος επιβραδύνθηκε, σαν να περίμενε υπομονετικά το τέλος που θα γινόμουν άντρας και μπορεί να έβρισκα κάποια μορφή ισορροπίας με τον εαυτό του. Την ώρα που θα έπαιρνα τα χέρια τη ζωή μου, και θα την έστρεφα σε μιαν πορεία, τον εαυτό μου έτοιμο να παλέψει για κάποιο μερτικό στην ζωή.

No comments:

Post a Comment