Friday, March 3, 2023

Ένα Παιδί - 24 Πρωτοποριδαίοι: Με την Φύση και την Τέχνη

 ‘Έμαθα πολλά από τον Β και την οικογενειακή μας σχέση με τους Πρωτοποριδαίους. Όπως με τις τέχνες, της λογοτεχνίας εξαιρουμένης, έτσι και με την φύση και την ομορφιά της ως οικογένεια δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε. Οι αποδράσεις από την πόλη στις εξοχές ήταν λιγοστές και περιορίζονταν στους καλοκαιρινούς μήνες. Οι κυριακάτικες εκδρομές στην Χαλκιδική και βδομάδες παραθέρισης στις παραλίες της Κατερίνης γίνονταν για τα μίνιμουμ υποχρεωτικά μπάνια, που τον αριθμό τους ο λαουτζίκος τον μετρούσε ως ένσημα, και βέβαια το φαγητό και την ραστώνη. Ο απογευματινός ύπνος του Πατέρα πάντα στοιχείο αδιάλειπτο και ιερό. Το χωριό της Μάνας δεν είχε κάτι ξεχωριστό κι ελκυστικό να προσφέρει. Περιβαλλόταν από μπαχτσέδες, χωράφια και εργοστάσια, και στις κυριακάτικες επισκέψεις εκεί έπαιζα με τα παιδιά που γέμιζαν τα δρομάκια γύρω από το σπίτι του παππού. Καμιά φορά περπατούσαμε με την Δ μέχρι το μικρό χωράφι στο Σαμπλί, κληρονομιά από την γενιά του εποικισμού, που ο παππούς το νοίκιαζε σε έναν ντόπιο γεωργό για μερικά κατοστάρικα τον χρόνο. Η Δ με πήγαινε εκεί για να μου το δείξει ως κομμάτι γης, «δικό μας περιουσιακό στοιχείο» της οικογένειας, για να δει αν είναι ακόμα εκεί, για να μάθω εγώ, ο κύριος κληρονόμος, που βρίσκεται. Στο γυρισμό περισυλλέγαμε ντομάτες το καλοκαίρι, σύκα το δεκαπενταύγουστο ή «πιάναμε τον Μάη», τις μαργαρίτες και πασχαλιές του, την πρωτομαγιά ή γιορτάζαμε «γραφικά» το Πάσχα του χωριού και την Ανάσταση στην εκκλησία του Άγιου Αθανάσιου στα μνήματα πέρα στις εξοχές. Μου έμεινε τελικά η μυρωδιά των πασχαλιών, όχι πολλά άλλα.    

Την πρώτη αξέχαστη εμπειρία με την φύση την είχα στη μοναδική βδομάδα διακοπών στο πατρικό του Ν στον Καταχά. Εκεί ένιωσα λιγάκι πιο βαθιά, αν και φευγαλέα, την ομορφιά και γαλήνη της· και στο βαθμό που μια παιδική ψυχή, περιτριγυρισμένη καθημερινά από την βαβούρα της λαχανιασμένης από «ανάπτυξη» τσιμεντούπολης θα μπορούσε να το κάνει, εκτίμησε ελάχιστα την αξία της όπως αυτή μετρείται από τα αποτυπώματα στη μνήμη. Θα περάσουν χρόνια και δεκαετίες από τότε, που η ομορφιά της θα με προσέλκυε ξανά και οριστικά και θα με επηρέαζε βαθύτερα, που θα την ανακάλυπτα στα μεγαλείο και πολυμορφία της, που θα την λαχταρούσα σε ένταση και ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογων του χρόνου που μου απομένει, που οι ώρες καταμεσής στην ερημιά της, στο χρώματα, τις μυρωδιές, τα ακούσματα, θα αποκτήσουν την αξία που πραγματικά αρμόζει στις ζωές μας. Λίγες εμπειρίες από το πέρασμα μας στον πλανήτη προσφέρουν τόσο γενναιόδωρα στις αισθήσεις μας.

Στο άλσος στις παρυφές του Καταχά, ελεύθεροι κάτω από τα πεύκα, καθισμένοι στις διάσπαρτες κοτρόνες κουβεντιάζαμε με τον Β και άλλα παιδιά του χωριού, παίζαμε κρυφτό ανάμεσα στα δέντρα και τα βράχια και εσοχές και λακκούβες του λόφου, σκαρφιζόμασταν κατασκευές με τις πευκοβελόνες, συλλέγαμε λουλούδια και φυτά για το φυτολόγιο μας. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν δεν ήταν θόρυβος. Ήταν αχός από το απαλό θρόισμα των ξερακιανών πεύκων ψηλά από πάνω μας, δροσερός για την ψυχή, όσο και η σκιά τους για το κορμί. Στο δρόμο για το πατρικό του Ν, στην άκρη ενός ξέφωτου, βρισκόταν το εργαστήριο γλυπτικής ενός Ευθύμη Καλεβρά, όπως έμαθα αργότερα. Στο μικρό προαύλιο, μπροστά από την είσοδο ενός απλού, τετράγωνου χτίσματος από τέσσερις τοίχους και χωρίς κεραμίδια, ήταν στημένο ένα άγαλμα πάνω σε μια κυβική αλάξευτη πέτρα. Το τι συνέβαινε στο σκοτεινά ενδότερα εκείνου του εργαστηρίου κέντριζε από την πρώτη μέρα την περιέργειά μας, μέχρι που ένα απόγευμα ο Ν, συγχωριανός και φίλος του Καλεβρά, μας έμπασε στο εργαστήρι του. Ο Καλεβράς ήταν όπως πάντα φανταζόμαστε τους εικαστικούς καλλιτέχνες: φορούσε μια μουτζουρωμένη ποδιά, είχε ατημέλητα γκρίζα μαλλιά και πυκνό γκρίζο μούσι. Η αταξία, οι πάγκοι με τα σφυριά, τις βελόνες, τα γλωσσάκια, τις σπάτουλες, λερωμένοι από απομεινάρια γύψου, καλούπια, ασμίλευτα κομμάτια μαρμάρου, νταμάρι σκεπασμένο από την σκόνη του, με απογοήτευσαν. Δεν υπήρχε ομορφιά, ούτε καλαισθησία σε κείνο τον χώρο. Πως γινόταν και μέσα από αυτή την δυσαρμονία, τη λευκή σκόνη και βρωμιά, και τα άμορφα κομμάτια πέτρας, να σχηματίζεται αρμονία και τάξη, κάτι όμορφο και συγκροτημένο σαν το άγαλμα που στεκόταν έξω; Φυσικά, η απάντηση και το μυστικό πίσω από το μυστήριο βρισκόταν στο νου και το χέρι του καλλιτέχνη. Όπως πάντα πίσω από τη μαγεία της δημιουργίας στη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη μουσική, την ποίηση βρίσκεται ο άνθρωπος, η ψυχή και έμπνευση του, το ταλέντο και η ιδιοφυΐα του. Ποτέ δεν κατάφερα αυτές τις τέχνες, τις καλές τις τέχνες, να δαμάσω. Μάλλον μου έλειπε από την μια μεριά κάποιο έμφυτο ταλέντο, από την άλλη ικανό βάθος και ευαισθησία ψυχής. Στην ψυχή μια σπίθα από κάθε τι φαινομενικά μικρό και ασήμαντο γύρω της γίνεται φωτιά, που θα μεταμορφώσει συναίσθημα και αισθησιακές εντυπώσεις σε έμπνευση, και την έμπνευση με το ταλέντο κι επιδεξιότητα σε δημιούργημα. Των δικών μου νιάτων η δημιουργικότητα θα εξαντλούνταν σε πιο πρακτικές και πεζές ασχολίες, που αργότερα θα γίνονταν βιοποριστικό επάγγελμα. Οι τέχνες στις οποίες δεν εντρύφησα στέκονται απέναντι μου για να με γοητεύουν, τους καλλιτέχνες πίσω από τα έργα τους να θαυμάζω για την επιδεξιότητα, το ταλέντο, και τον πλούτο της ψυχής.

 Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό κοντά στην Πρωτομαγιά, την par excellence γιορτή της Άνοιξης, όταν ο Ν μας πήρε, ένα τσούρμο παιδιά, για πεζοπορία στις εξοχές που περιέκλειαν το χωριό των πατεράδων του και γνώριζε καλά: για να μας δείξει τα απόκρυφα μονοπάτια που περπατούσε στη δική του παιδική ηλικία, που όσο πιο πολύ γερνάει ο άνθρωπος, τόσο πιο νοσταλγική γίνεται. Κατεβήκαμε του χωματόδρομους του χωριού, χαραγμένους από τα αυλάκια που άνοιγαν οι βροχές του χειμώνα. Διασχίσαμε ξεραμένους χειμάρρους, κάτω από τις φυλλωσιές διψασμένων πλατανιών. Σκαρφαλώσαμε κορμούς πεσμένων δέντρων. Παλέψαμε με τα ραβδιά από πεσμένα δέντρα τις τσουκνίδες και τα ζιζάνια που έκλειναν το δρόμο μας. Παραμονεύαμε με φόβο στην καρδιά για σφήκες, σαύρες, φίδια και άλλα ερπετά. Μονάχα φως, τα λουλούδια του Μάη και η βλάστηση και απλωσιές από γρασίδι που αψήφησε την ξερή γη, όλα κάτω από ένα αψεγάδιαστο γαλανό στερέωμα, όλα κάτω από έναν χαρούμενο και ζεστό ήλιο να φωτίζει και ευλογεί την πορεία μας. Στην απεραντοσύνη της γαλήνης τα τεντωμένα αυτιά μας  συλλάμβαναν κάθε παραμικρό και ασήμαντο θόρυβο: το βούισμα των μυγών, των  μελισσών, των ζουζουνιών, τα βήματα μας στο χώμα, τα ξερόκλαδα που πατούσαμε. Οι ανθρώπινες ψυχές, οι φωνές και κινήσεις τους, πέρα από τον αρχηγό Ν και την παρέα των παιδιών που πιστά τον ακολουθούσαν, απουσίαζαν μέχρι εκεί που μπορούσαμε να δούμε και ακούσουμε. Με την ήρεμη φωνή από την κορυφή της φάλαγγας ονομάτιζε τοπωνύμια, δέντρα, αγροκτήματα, διηγούνταν του καθενός την μικρή ιστορία. Επέστρεφε στο παρελθόν του, στην ηλικία μας. Ήταν το χωριό και η φύση του, τα ξαναζούσε και τα ένιωθε περισσότερο βαθύτερα από εμάς.

Ξαποστάσαμε στο αγρόκτημα με τις ροδακινιές και ξεδιψάσαμε από το νερό του πηγαδιού του. Ήταν φρέσκο και δροσερό. Στον πάγκο κάτω από τη σκιά του υπόστεγου μιας κλειδαμπαρωμένης αποθήκης φάγαμε το μεσημεριανό μας και γευτήκαμε μούσμουλα και πρώιμα ροδάκινα από τα δέντρα γύρω μας. Όταν πήραμε το δρόμο για την επιστροφή ο ήλιος άρχισε να γέρνει πίσω από τις κορυφογραμμές των Πιερίων. Ο δρόμος φάνηκε μακρύς και οδηγούσε στο χωριό από την άλλη μεριά του. Είμαστε κουρασμένοι από το περπάτημα και μια ιδρωμένη μέρα ψύχραινε και εξαντλούταν, το ηλιόφως χαμήλωνε γρήγορα πίσω από τις κορυφές των δέντρων. Και ο Ν, για να συναρπάσει τις παιδικές ψυχές, να φουντώσει αυτο το συναρπαστικό συναίσθημα της περιπέτειας στον ανοιξιάτικο περίπατο, να αμοληθούν πεταλουδίτσες στο στομάχι και να κάνουν να ξεχάσουμε τα κουρασμένα πόδια μας, ο Ν, με ένα συννεφιασμένο πρόσωπο προσποιήθηκε ότι χάσαμε τον δρόμο μας, ότι χαθήκαμε στη φύση και την ερημιά της. Έπρεπε να τον ξαναβρούμε πριν το σκοτεινιάσει για τα καλά.  Ίσως, πρόσθεσε, να αναγκαζόμασταν να διανυκτερεύαμε στην ύπαιθρο με τα άγρια της ζώα, τους θορύβους της νύχτας. Δεν το ήλπιζε και ευχόταν. Τον ακούγαμε με ανοικτό στόμα και την αγωνία για το άγνωστο.  

Τελικά, όμως, πριν από τη δύση του ήλιου, τα πρώτα σπίτια του χωριού ξεπρόβαλλαν μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων κάποιου δεντρόκηπου. Η μέρα έγινε ορόσημο: ως η πρώτη γνωριμία με έναν κόσμο έρημο, μοναχικό και πράο, μακριά από τις φωνές της γειτονιάς, τους ήχους της πολιτείας, που μέρα με  μέρα μας έζωνε πιο πυκνή από οικοδομές και αυτοκίνητα, μεγάλωνε σε ύψος, απλωνόταν στα δάση γύρω της, πληθαινόταν από ανθρώπινα όντα. Εκείνη η μέρα και η εντύπωσή που άφησε μέσα μου έγινε έμπνευση για «έκθεση ιδεών» στο σχολείο, κάτω από ένα θέμα απρόσωπο και μηχανικό, κάτι σαν: «Περιγράψατε μια Μέρα των Διακοπών σας». Αλλά κέρδισε τον έπαινο του δασκάλου και την διάβασα μπροστά σε όλη την τάξη. 

Η βδομάδα στον Καταχά, στο πατρικό του Ν, στο άλσος και τις εξοχές, ακόμα και στο εργαστήρι του Καλεβρά, ήταν από τις λίγες φορές που ένιωσα ίσος προς ίσο με το Β. Βοήθησε που τον είδα με κατεβασμένα μούτρα, ταπεινωμένο, μετά από μιαν μεσημεριανή κατσάδα του πατέρα του. Οι άγαρμποι θόρυβοι που κάναμε και τα ανόητα χαχανητά μας από το άλλο δωμάτιο, που συνεχίζαμε παρά κάποιες επιπλήξεις, εμπόδιζαν τον Ν να πάρει τον απογευματινό του ύπνο. Έμεινα ως τρίτος και φιλοξενούμενος στο απυρόβλητο της κατσάδας, παρόλο που είχα ίση ευθύνη στη φασαρία που κάναμε και την αναισθησία που επιδείξαμε. Η τρομακτικά στεντόρεια φωνή του Ν, εφάμιλλη αυτής του Πατέρα, διανθισμένη από διάφορα κοσμητικά ουσιαστικά για παιδιά, όπως «Γαϊδούρι! Παλιόπαιδο!», θα συντάραζε κάθε παιδί και θα βούλωνε κάθε παιδικό στόμα. Το μάλωμα αγοριών από πατεράδες κατατροπώνει και ισοπεδώνει χαρακτήρες κάτω από τις βροντές της αντρικής φωνής. Άρπαξε τον Β από το μπράτσο και τον πέταξε έξω από το σπίτι χωρίς να μου δώσει σημασία. Στεκόμουν μισοκρυμμένος πίσω από την πόρτα του μικρού δωματίου, προσπαθώντας μετά βίας να συγκρατήσω ένα νευρικό γέλιο στο δυνατά παλλόμενο στήθος, πίσω από με εξαιρετική δυσκολία ραμμένα χείλη. Με τη αγριάδα του Ν και την ταπείνωση του Β, ίσως για πρώτη φορά κι αυτό, ένιωσα το μοναδικό και ευδιάκριτο για τη γλυκύτητα του συναίσθημα της Schadenfreude, το «την πάτησε και το φχαριστήθηκα». Ακολούθησα τον Β στο υπόστεγο της αυλής, όπου αφού εκτονωθήκαμε στο γέλιο χάριν της θεατρικής μίμησης από τον Β της οργής του πατέρα του, συνεχίσαμε ψιθυριστά μια κουβέντα με ήσυχα επιτραπέζια παιχνίδια.

No comments:

Post a Comment