Sunday, November 27, 2022

Ένα Παιδί - 18 Η Παλιά Γειτονιά: ο Κωστάκης και ο Χρηστάκης

Αντίκρυ από την πολυκατοικία κάτω από το μπαλκόνι της γιαγιάς, βρισκόταν το παλιό και κουρασμένο από το χρόνια το μονώροφο των Καζ_ηδων· του γέρου Καζ_έρη, της γυναίκας του, της κυρά-Μαρίκας, της κόρης τους Κατίνας, μιας γεροντοκόρης νοσοκόμας, και του γιου τους, του φοβερού και τρομερού Γιάννη. Στο μπροστινό του μέρος, στο γάμμα που σχηματιζόταν από το κύριο κτίσμα και την προέκταση του σε μια ανοικτή στον ουρανό και τα στοιχεία βεράντα, ανοιγόταν μια περιτειχισμένη αυλή, σαν χαγιάτι χωρίς σκεπή, σαν εκείνες τις αυλές που είδα σε τουρκικά σπίτια ξεχασμένων εποχών. Το ψηλό τοιχίο με κεραμίδια της πρόσοψης έκρυβε την αυλή από τους λίγους περαστικούς που έστριβαν αποπροσανατολισμένοι στο δρομάκι μας, όπως έκρυβε και τα αθώα, αυτοσχέδια παιχνίδια των πρώτων παιδικών μας χρόνων που διαδραματιζόταν σε αυτήν: το «δίτερμα» ή «τρίτερμα» με την μπάλα, τα «μαγειρεία» και «εστιατόρια» που «δουλεύαμε» με κούτσουρα για τραπέζια, τις πέτρες και τα ζιζάνια της αυλής για φαγητό, και ό,τι άλλο σκαρφιζόταν το ανήσυχο παιδικό μυαλό στο βωμό λιγοστών στιγμών χαράς. Η αυλή ήταν μια στρώση τσιμέντου, πάντα με επιμέλεια σκουπισμένου από τις δύο γυναίκες του σπιτικού. Πίσω και από τη μια μεριά της ξύλινης και γερασμένης, σχεδόν ετοιμόρροπης αυλόπορτας, που την θυμάμαι πάντα κλειδαμπαρωμένη από μέσα, παρόλο που μια αδύνατη σπρωξιά θα την έριχνε χάμω, βρισκόταν το τετράγωνο στόμιο ενός πηγαδιού ασφαλισμένου με λαμαρίνα. Ποτέ δεν μας επιτράπηκε να τη σηκώσουμε για να δούμε τι κρυβόταν κάτω από την λαμαρίνα, αλλά υπακούγαμε παρόλο που μας έτρωγε η περιέργεια. Ήταν μιαν επικίνδυνα βαθιά τρύπα ενός άχρηστου και βρωμερού πλέον πηγαδιού, μας είπαν. Από μια μεριά  της αυλής, ξεκινούσε ένα μικρό παρτέρι με γλάστρες, περιφραγμένο από ένα αδύναμο, ξεχαρβαλωμένο συρματόπλεγμα, κατά μήκος ενός χαμηλού τοίχου. Αυτός χώριζε την αυλή από τον στενό διάδρομο που οδηγούσε στο γειτονικό σπίτι από την πίσω μεριού του σπιτικού των Καζ…ηδων, στην όχθη του ρέματος. Το σκεπαστό πηγάδι, το παρτέρι, κάτι καδρόνια και λαμαρίνες ακουμπισμένα στο τοιχίο της πρόσοψης, κούτσουρα για το μαγκάλι του πλυσταριού, οι μπουγάδες της κυρά-Μαρίκας και της Κατίνας, περιόριζαν το χώρο για μεγαλεπήβολα σχέδια παιχνιδιών. Αλλά ήταν αρκετός για τα λίγα που σκαρφιζόμασταν και υλοποιούσαμε στην πράξη και, συνάμα, ασφαλές καταφύγιο για τις ευάλωτες ψυχές κορμιά της τότε ακόμα άγουρης παιδικής ηλικίας.

Από το μπροστινό μπαλκόνι του διαμερίσματος μας είχα πανοραμική θεά της αυλής και της βεράντας απέναντι. Την παλιά πόρτα της αυλής των Καζ_ηδων, όμως, τη διάβηκα αρκετές φορές, πάντα με την εκ των προτέρων συγκατάνευση της κυρά-Μαρίκας, για να παίξω στα ενδότερα του σπιτικού με τον Κωστάκη τον Γρ_άδη, το εγγόνι της, τον κάλλιστο στο πάνθεο φίλων και συμμαθητών των παιδικών μου χρόνων. Έμαθα πολλά από τον Κωστάκη και περάσαμε χαρούμενες στιγμές παίζοντας και μεγαλώνοντας μαζί, και οι αναμνήσεις από εκείνο τον καιρό στην παρέα του θα με συνοδεύουν στο υπόλοιπο της ζωής μου, με νοσταλγία ανάλογη με το χρονικό χάσμα από εκείνη την μακρινή φάση της ζωής. Η φιγούρα του Κωστάκη ήταν αυτή του απλού, κοινού, λαϊκού γειτονόπουλου. Συνομήλικος, με το ίδιο μέτριο, έως κοντό ανάστημα με μένα, μάλλον περισσότερο αθλητικός, με ανοιχτά καστανά μάτια και ξανθωπό μαλλί, συνήθως κουρεμένο με την ψιλή, δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο στη φυσιογνωμία του, που θα μου επέτρεπε να τον αναγνωρίσω μετά από πενήντα και περισσότερα χρόνια. Έτσι, στην αυλή και το δρομάκι και στην γειτονιά γύρω αναπτύχθηκε μια κλασική, αγνή και αθώα παιδική φιλία, οργανικά και σε ανυποψίαστο χρόνο, ανάμεσα σε δύο συμβατά γειτονόπουλα, που δεν βιάζονταν να μεγαλώσουν μέσα από τη δίψα για παιχνίδι και χαρά.   

Ενίοτε την παρέα μας τη συμπλήρωνε ο μικρότερός κατά ένα-δυο χρόνια, ο Χρηστάκης ο Τσ_ας, το άλλο γειτονόπουλο της παρόδου. Προσεταιρίστηκε ως τρίτο μέλος της παρέας, παρά την υποτιμητική και περιφρονητική συμπεριφορά του Κωστάκη, που συχνά ξεπερνούσε τα όρια της φιγούρας, της επίδειξης και παλικαροσύνης και ενός μεγαλοαδερφισμού, κι άγγιζε αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν bullying. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τέτοιες άγαρμπες επιδείξεις ανωτερότητας οδηγούσαν τον Χρηστάκη να εγκαταλείπει τα παιχνίδια μας και να επιστρέφει πικραμένος και πολλές φορές κλαμένος στο σπίτι του. Σε τέτοιες αντιπαραθέσεις τον λυπόμουν, αλλά κρατούσα τον θυμό από την αδικία μέσα μου και παρέμενα σιωπηλός, Συνήθως, όμως, ο Χρηστάκης μας ακολουθούσε πιστά και πρόθυμα στα παιχνίδια και αποδράσεις μας από τον κόσμο των μεγάλων, υπακούοντας στις επιταγές της θέλησης και διαταγές του Κωστάκη.

Η αυλή των Κ…ηδων, όσο μικρή και να φαινόταν, γινόταν ένας παιδικός παράδεισος ειδικά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Μπορούσαμε, μακριά από διαμαρτυρίες και κατσάδες γειτόνων, κάτω από τη διακριτική επιτήρηση της κυρά-Μαρίκας και καμιά φορά της Κατίνας και της Φούλας -της μάνας του Κωστάκη, να οργανώσουμε απερίσπαστοι το καινοτόμο μας «τρίτερμα»: με μια από τις εστίες, την πλέον ευάλωτη σε σουτ και επιθέσεις, στην δίφυλλη εξώπορτα που οδηγούσε έξω στην πάροδο, τη δεύτερη στην πόρτα της αποθήκης κάτω από τη τετράγωνη βεράντα της κουζίνας του πρώτου πατώματος, εκεί που ο γέρο-Κ…ης έπινε αμίλητος τον καφέ του τα καλοκαιρινά πρωϊνά και τα ζεστά φωτεινά απογεύματα πριν πέσει ο ήλιος αμίλητος τον καφέ του, και την τρίτη, την πλέον απόκρυφη και προστατευμένη, κάτω από το υπόστεγο της κύριας εισόδου στο σπιτικό, στη πόρτα του ισόγειου πλυσταριού. Παιχνίδι για αφηνιασμένα παιδιά, που παιζόταν σε έναν ξέφρενο ρυθμό, πολλές φορές με ανίερες συμπράξεις των δύο παικτών εναντίον του τρίτου, και που αδιαλείπτως έχανε ο καημένος ο Χρηστάκης. Ήττες που τις δεχόταν αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα, ως κάτι το φυσιολογικό απέναντι σε μεγαλύτερους σε ηλικία φίλους. Αδιαμφισβήτητος νικητής στο πλείστο των περιπτώσεων ήταν ο Κωστάκης: ο δυναμικότερος κι ανταγωνιστικότερος της παρέας, o πεισματάρης και ο ανέκαθεν sore loser.  

Στο ισόγειο, εκτός από το πλυσταριό κι ένα σκοτεινό χολ με την εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο, υπήρχε και μια μυστήρια κάμαρα. Το ένα παράθυρο της έβλεπε  στην περιτειχισμένη αυλή πίσω από κάτι αδιάφανες κουρτίνες, και το άλλο, με τα μόνιμα μανταλωμένα παραθυρόφυλλα στο δρομάκι. Την νοίκιαζαν κατά καιρούς σε μεροκαματιάρηδες. Τον θυμάμαι τον τελευταίο νοικάρη εκείνης της κάμαρας, έναν φουκαρά ελαιοχρωματιστή, με μιαν άσπρη φόρμα λεκιασμένη από λαδομπογιές, να παίρνει το δρόμο για κάποιο μεροκάματα με τα σύνεργα της δουλειάς: τη σκάλα που φορτωνόταν σαν το σταυρό του Χριστού, τον κουβά γεμάτο με βούρτσες, ταβανόβουρτσες, σπάτουλες και τα άλλα εξαρτήματα του ελαιοχρωματιστή. Ένα βραδινό, η γειτονιά, πρώτοι και καλύτεροι εμείς από τα πάνω μπαλκόνια της πολυκατοικίας μας, αναστατωθήκαμε από τις κραυγές της Κατίνας. «Πρόστυχε, παλιάνθρωπε! Να φύγεις από δω! Ανώμαλε, άνθρωπε! Έξω, τώρα! Έξω, αμέσως!» Μόνο ένα χλωμό φως από το πλυσταριό έφεγγε. Κανείς απ’ όσους κρεμάστηκαν στα μπαλκόνια δεν κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά την επόμενη στα κουτσομπολιά που έπιασε το αυτί μου ξεσκεπάστηκε η αιτία της αναστάτωσης. Ειπώθηκε ότι ο ελαιοχρωματιστής «έκανε μάτι» από κάποιο άνοιγμα της πόρτας του πλυσταριού την Κατίνα, που γυμνή ή μισόγυμνη έκανε το λουτρό της. Ίσως, και να επιχείρησε να περάσει στο άβατο του λουτρού από κάποια σεξουαλική παρόρμηση και να την πλησιάσει. Η Κατίνα δεν ήταν καμιά καλλονή, τα νιάτα της περασμένα. Μια σχετικά άσχημη γεροντοκόρη ήταν. Αλλά και πάλι, για έναν μοναχικό μεροκαματιάρη, που το τέλος μιας μέρας σκληρή δουλειάς, και κάθε μέρας απαράλλαχτης με την προηγούμενη, τον έβρισκε κλεισμένο στους τέσσερις τοίχους μια καταθλιπτικής κάμαρας, μόνον με τις σκέψεις και φαντασιώσεις του, ο πειρασμός θα ήταν σε κάθε περίπτωση υπαρκτός, και ψίχουλα ψυχαγωγίας όπως η εικόνα μιας γυμνής Κατίνας, οποιασδήποτε Κατίνας, αντικείμενα αυτό-ικανοποίησης. Ή, ακόμα και η παρουσία ενός θηλυκού δίπλα να αναζωπύρωνα κάποιαν απίθανη ελπίδα πραγματικής σεξουαλικής συνεύρεσης. ‘Η, θα μπορούσε να ήταν κάποιο ατύχημα, κάποια ασήμαντη και απρόσεκτη αδιακρισία, που η λανθάνουσα παράνοια μιας γεροντοκόρης να το μεγέθυνε πέρα από κάθε λελογισμένη διάσταση. Οι Καζ…ηδες, με κύριο μοχλό το φόβητρό όλων, τον Γιάννη, την κεντρική αντρική φιγούρα του σπιτικού, τον επίσης ανύπαντρο αδερφό της Κατίνας, έναν ογκώδη πρώην πολίστα τους Ηρακλέους με μια τεράστια κοιλιά προταγμένη κάτω από φαρδιούς ώμους, νυν τελωνειακό υπάλληλο του λιμανιού, κόουτς μερικής απασχόλησης στο κολυμβητήριο πάνω από το Πανεπιστήμια, μια, εν ολίγοις, διαβρωμένη και διεφθαρμένη προσωπικότητα, πέταξαν τον φουκαρά τον μπογιατζή έξω από το σπιτικό τους το επόμενο πρωί. Από τότε η κάμαρα έμεινε ανοίκιαστη και κλειδωμένη, για να διαφυλαχτεί έτσι η αξιοπρέπεια και, εσαεί, η παρθενιά της Κατίνας.

Saturday, November 19, 2022

Ενα Παιδί - 17 Η Παλιά Γειτονιά: Ο Παππούς και η Γιαγιά

Το διαμερισματάκι της γιαγιάς και του παππού, που είχε την πόρτα του στο άλλο σκοτεινό πέρας του διαδρόμου, ήταν λιτά επιπλωμένο και φτωχικό. Τους συντηρούσε η ασήμαντη εργατοϋπαλληλική σύνταξη του παππού. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά τα πράματα στο λυκόφως της ζωής του συνταξιούχου κλητήρα ενός ήδη παρηκμασμένου καπνεμπορίου και μιας νοικοκυράς, για λίγο καιρό μοδίστρας, που ξέφυγε, με τις προσδοκίες μιας κάπως καλύτερης ζωής, από την παράγκες και τα λασπόνερα της προσφυγιάς. Έπιπλα και οικιακός εξοπλισμός του σπιτικού τους ήταν μετρημένα, παλιά και πολυμεταχειρισμένα, αλλά σε αξιοπρεπή και λειτουργική κατάσταση ώστε να ασκεί την παραδοσιακή σμυρναίικη μαγειρική της.

Απέναντι από την εξώπορτα, στον τοίχο του μικρού χολ, η ρουστίκ βερνικωμένη εταζέρα, με ένα πορσελάνινο σετ φλυτζανιών και μερικά ασημικά πάνω σε χειροποίητες δαντέλες που η γιαγιά σκαρφίστηκε στον ελεύθερο χρόνο των γηρατειών της, ένα φτηνό τραπεζάκι με το τηλέφωνο, ένα χαμηλό ψάθινο σκαμπό, τα πιο πολλά πράματα κατάλοιπα προηγούμενων γενιών ή μιαν αμελητέα προίκα. Η γιαγιά αγαπούσε το τηλέφωνό της και το αξιοποίησε στο μέγιστο δυνατό από την πρώτη μέρα που ο γιος της, τομεάρχης ΟΤΕτζής πλέον, μπορούσε και κινούσε νήματα για εγκαταστάσεις, σε μιαν εποχή που αιτήσεις για τηλεφωνικό νούμερο έπαιρναν για να απαντηθούν από το δυσκίνητο ελληνικό δημόσιο, και ακόμα  περισσότερο να υλοποιηθεί σε μια περιπόθητη τηλεφωνική γραμμή η δίψα για τηλεπικοινωνία των αιτούντων. Και παρά την αγραμματοσύνη της, κατάφερε και συνέταξε ένα ευανάγνωστο κι εντυπωσιακό σε οργάνωση τηλεφωνικό ευρετήριο.

Η κρεβατοκάμαρα, αριστερά απέναντι από την εξώπορτα, ίσα-ίσα χωρούσε ένα διπλό ντιβάνι, κι αυτό κολλημένο στον τοίχο, πλαισιωμένο ασύμμετρα από ένα κομοδίνο, «δρύινο» ασορτί με μια βαριά ντουλάπα σκανδιναβικής τεχνοτροπίας με γυαλιστερό καπλαμά και κωνικά ποδάρια. Στη πάνω γωνιά απέναντι από το κρεβάτι ήταν το εικόνισμα της Παναγιάς με το πάντα αναμμένο καντήλι. Αντικείμενο περιφρόνησης από τους άθρησκους γιούς και διαρκών επιπλήξεων ως δυνάμει εστία πυρκαγιάς. Ο ίσιος, στενός διάδρομος εκατέρωθεν της εξώπορτας, που συνέδεε την κουζινούλα με το πρόχειρο, έγινε χώρος του πρώτου ατυχήματος της ζωής μου, πριν το τραυματικό πέσιμο μου στην πυρά της πλατείας της Κρύας Βρύσης. Ήμουν τεσσάρων-πέντε χρονών και δεν είχα ακόμα αποκτήσει πλήρη συνείδηση της ύπαρξής μου, αλλά το συμβάν έμεινε έκτοτε απομεινάρι στο υποσυνείδητό. Ως νήπιο, στο σπίτι της γιαγιάς με ενδιέφερε ως νήπιο κάθε μικροδουλειά που την έβλεπα αποκλειστικότητα των μεγάλων γύρω μου, και αυτές οι δουλειές με συνάρπαζαν αρκετά ώστε από την αυτοσυγκέντρωση να βγάζω τη γλώσσα έξω. Ήταν ένα πρωινό και η γιαγιά, που απόντων των γονιών στις δουλειές τους είχε αναλάβει την φροντίδα μου, που μαγείρευε στην κουζίνα. Με ένα βρεγμένο πανί απολάμβανα, έξω από το οπτικό της πεδίο, το ξεσκόνισμα επίπλων και τοίχων. όταν ανάμεσα στις επιφάνειες η τάση της μοναδικής πρίζας του διαδρόμου με τίναξε μερικά μέτρα παραπέρα. Το επεισόδιο προκάλεσε σοκ σε μένα και την γιαγιά, και το ακολούθησε η δέουσα αναταραχή στην οικογένεια. Ο θείος Μάριος, που στην αναμπουμπούλα κατέβηκε για να καθησυχάσει τη γιαγιά και να μας απαλύνει από το σοκ, έκτοτε το ανάφερε σε οικογενειακές συνάξεων στις αναδρομές του σε ιστορίες του παρελθόντος.

Στην κουζινούλα, ο φούρνος με τα μάτια και το ψυγείο ήταν από αυτά των πρώτων μεταπολεμικών γενιών ηλεκτρικών συσκευών, αλλά επέζησαν και τον παππού και τη γιαγιά. Ένα μικρό τραπέζι ήταν κολλημένο στον τοίχο απέναντι από τον πάγκο, κάτω από κάτι ντουλάπια με μπλε γυαλιστερή φορμάικα. Είχε καρέκλες για τρείς, δεν χρειάζονταν περισσότερες. Πάνω από το μουσαμαδένιο  τραπεζομάντηλο για τις ώρες του φαγητού, η γιαγιά έριχνε μια χειροποίητη δαντέλλα τις άλλες ώρες της ημέρας: του καφέ, του κουτσομπολιού με τις γειτόνισσες, του κεντήματος και του ραψίματος, της ανάγνωσης των τίτλων κάποιας μπαγιάτικης εφημερίδας. Έφαγα δεκάδες φορές σε εκείνο το τραπέζι, από μικρό παιδί μέχρι τελειόφοιτος φοιτητής, καθισμένος από την μεριά της μπαλκονόπορτας, στην άκρη του μπαλκονιού που συνόρευε με το ασήμαντα μικρό της κυρά-Βαγγελίας. Κεφτεδάκια, τηγανητά και σμυρναίικα, κολοκυθάκια τηγανητά με σκορδαλιά, λαχανιές και άλλα μαγειρευτά της κατσαρόλας, φακές και φασολάδες, ραβανί, απίθανα φοινίκια και κουραμπιέδες τις μέρες των γιορτών. Όλα αγαπημένα εδέσματα, συχνά αποκλειστικά προετοιμασμένα για χάριν του αγαπημένου της εγγονού. Την μαγειρική της τέχνη και τεχνική τις μετάδωσε προφορικά στις νύφες της, και, μέσω της Μάνας, εν μέρει και σε μένα. Οι μαγειρικές της ικανότητες εξασθένησαν με τα χρόνια και τα γηρατειά, κι εκείνος ο πλούτος της μικρασιάτικης κουζίνας συρρικνώθηκε στα λίγα βασικά. Η λαχτάρα και χαρά να με φιλεύει έμεινε μέσα σε αραιότερα με τον χρόνο μεσημεριάτικα προσκαλέσματα, μέχρι που η ξενιτιά με πήρε μακριά της.

H άλλη μεριά του διαδρόμου οδηγούσε στο «πρόχειρο», το καθημερινό τους δωμάτιο. Ένας παλιός, φθαρμένος καναπές «έβλεπε» την μπαλκονόπορτα, το μπροστινό μπαλκονάκι και απέναντι και αφ’ υψηλού το μονώροφο των Κ…ηδων με την περικλεισμένη από έναν τοίχο αυλή με μιαν αρχαία ξύλινη πόρτα. Υπήρχε κι ένας δεύτερος καναπές, πιο πολύ ντιβάνι παρά καναπές, με δαντελωτά μαξιλάρια, κολλημένος κι αυτός στον τοίχο, απέναντι από το τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες- vintage στυλ από μαόνι, στην άλλη άκρη: τα ακριβότερο σετ επίπλων του σπιτικού που μόλις μετά βίας αναβάθμιζε το καθιστικό σε «σαλοτραπεζαρία». Ποτέ δεν τρώγαμε σε κείνο, ποτέ δεν είχαμε οικογενειακές μαζώξεις. Το μικρό τραπεζάκι του καφέ με δυο πολυθρόνες στη μέση, χαμηλών προδιαγραφών, ήταν σχεδόν μόνιμα τοποθετημένο δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Εκεί καθόταν, με θέα την αυλή των Κ…ηδων απέναντι, οι μοναχικοί επισκέπτες της γιαγιάς για καφέ και λόγια.

H ορθόδοξη χριστιανική πίστη παρέμεινε ακλόνητη σε όλη τη διάρκεια της ζωής της γιαγιάς, χωρίς η ίδια να καταλαβαίνει πολλά από το περιεχόμενο των ατέρμονων λειτουργίες της εκκλησίας, που τις παρακολουθούσε ζωντανές ή, όταν τα πόδια της έπαψαν να την βαστάν, από την τηλεόραση.  Μέχρι που η γεροντική άνοια, μαζί με τον εαυτό της και τους ανθρώπους γύρω της έσβησε, μαζί με το καντήλι της κρεβατοκάμαρας, τις εικόνες του θεού και της παναγίας που πίστευε, αν και μηχανικά και ασυνείδητα σε διάφορα ερεθίσματα, οπτικά και ακουστικά, σταυροκοπιόταν. Όσο μπορούσε, όσο ήμουν ακόμα παιδί, η κυριακάτικη επίσκεψη στην εκκλησία και οι θείες κοινωνίες ήταν στοιχεία μιας ευλαβικής ρουτίνας, αλλά και σε μεγάλο βαθμό της κοινωνικής ζωής και ψυχαγωγίας. Η Κυριακή ήταν το επίκεντρο μιας, για αρκετό καιρό μετά την μεταπολίτευση, εξαήμερης βδομάδας: για εργαζόμενους, συνταξιούχους, νοικοκυρές, μαθητές, όλους τους Σαλονικιούς  και τον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας. Η γιαγιά ντυνόταν στα καλά της, σέ ένα σκουρόγκριζο, σχεδόν μαύρο ταγεράκι με την καρφίτσα στο πέτο, ίσως η μοναδική ημιεπίσημη φορεσιά στη γκαρνταρόμπα της, και κάθε ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό (γιατί μόνον ηλιόλουστα θυμάμαι τα κυριακάτικά πρωϊνά των παιδικών μου χρόνων) έπαιρνε το δρόμο από την πάροδο, περνούσε μπροστά από την κλειστή πόρτα της αμαρτωλής ταβέρνας της Τσαπατσάραινας, διάβαινε το γεφυράκι της Δεληγιώργη, έβγαινε στη Φλέμινγκ, την κατηφόριζε μέχρι να στρίψει αριστερά στη Δελφών προς την εκκλησία της «Μεταμορφώσεως του Σωτήρος», την εκκλησία της ενορίας μας. Καμιά φορά, σε θρησκευτικές γιορτές ή για τη μετάληψή μου έσερνε την Μάνα και εμένα μαζί της.

Στην ίδια ενορία ήταν διασπαρμένοι πολλοί συγγενής από το σόι της γιαγιάς, το σόι των Κ: ο αδερφός της ο Στέλιος, το ανίψι της η Ελένη, και άλλοι, και συχνά σταματούσε στα σπιτικά τους για καφέ μετά το τέλος της λειτουργίας. Πιο σπάνια έπαιρνε το αστικό για την μακρινή διαδρομή στις εργατικές πολυκατοικίες του Φοίνικα. Για να δει την αδερφή της τη Χρύσα και την εργάτρια, γεροντοκόρη της Δέσποινα. Ή, για την Τούμπα σε κάποια από τις φίλες των νιάτων της, όπως η θρυλική Χαρίκλεια κι η όμορφη κόρη της Μαίρη. Η Μαίρη... Το αμόρε των νιάτων του Πατέρα που παραλίγο να γινόταν σύζυγος, αν η σκληρή Χαρίκλεια δεν είχε αναγνωρίσει το δύσκολο χαρακτήρα του και δεν είχε θέσει βέτο σε κάθε απόπειρα να σμίξουν. Ή, τα απογέματα της κυριακάτικης ραστώνης θα υποδεχόταν στο καθιστικό της την καλή γυναίκα και εξίσου θρήσκα, την Φούλα, με το χρυσό δόντι στο χαμόγελό της που μου είχε κάνει εντύπωση, και που στις επισκέψεις της στη γιαγιά πάντα μου έφερνε μια σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου. Το μικρό δωράκι, που ποτέ δεν ξεχνούσε, έγινε κατοστάρικο όταν έγινα έφηβος. Απλή η ζωή τη γιαγιάς, και μικρές χαρές που οι συναναστροφές της πρόσφεραν, αρκετές όμως για να γεμίζουν εκείνη τη ζωή, που δεν θα μπορούσε, στον κόσμο που γεννήθηκε, μεγάλωσε και γέρασε, να την φανταστεί καλύτερη.

Ήταν όμως μια από κείνες τις χειμωνιάτικες Κυριακές, που ξεκινούσαν με την λειτουργία το διάφανο πρωϊνό τους και κατέληγαν σε ένα πρώιμο μουντό σούρουπο, όταν στο δρόμο για το σπίτι από κάποια επίσκεψη, στο κράσπεδο του γεφυριού της Δεληγιώργη, η γιαγιά γλίστρησε κι έσπασε το δεξί της πόδι -στο ύψος του μηρού. Χρειάστηκε μεταλλική λάμα προσθετική για ξανασταθεί στα πόδια της και περπατήσει, κι αυτό το δύσκολο πλέον περπάτημα θα γινόταν κουτσά-στραβά με μπαστούνι. Κανείς δεν ξέρει από που και πότε κακή (ή καλή) τύχη θα τον πάρει και σηκώσει. Έκτοτε και για το υπόλοιπο της ζωής της κούτσαινε, με τα χρόνια ολοένα και πιο σκυφτή και γερμένη προς το κοντύτερο δεξιό ποδάρι. Η θέληση κι η επιμονή, η έμφυτη αισιοδοξία και στωικότητά που πάντα την διέκριναν, σμιλεμένες από την καταστροφή των παιδικών της χρόνο, η εξωστρέφεια και η λαχτάρα για ανθρώπινη επικοινωνία και κοινωνικότητα που η μικρασιατική καταγωγή της κληροδότησε κράτησαν το ζαρωμένο κορμί πάνω στο ενάμιση ποδάρι μέχρι τους τελευταίους μήνες της ζωής της. Δυστυχώς, πέρα από την επιμονή και λιγοστή θέληση ενώπιον των δυσκολιών μπροστά μου, κάποια κιμπαροσύνη, όλα τα υπόλοιπα όμορφα στοιχεία του χαρακτήρα της γιαγιάς δεν πέρασαν στον δικό μου.

Ο παππούς άφησε το διαμερισματάκι και την Ευδοξία του κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Υπέφερε από κάποια ακατανόητη για τον παιδικό μου νου, τότε ακόμα και για γιατρούς-επιστήμονες, νευρασθένεια, ίσως και ψυχασθένεια. Η ξαδέρφη το απέδωσε στην κατάθλιψη από τα χημικά στις καραμέλες που πουλούσε (και πολλές κατανάλωνε) ως πλανόδιος στη διάρκεια της κατοχής, αλλά τέτοιες θεωρίες ίσως θα μπορούσαν να αποκλειστούν ως επιστημονικά αβάσιμες κι επιπόλαιες. Είχε, όπως και πολλοί της γενιάς του, δύσκολη ζωή σε δύσκολες καμπές της ιστορίες. Στις κρίσεις της αρρώστιας του ταραζόταν ολάκερη η ψυχή και κατ’ επέκταση το κορμί του. Έκρυβαν προσεκτικά οι γονείς τέτοιες κρίσεις από την παιδική μας ματιά και περιέργεια. Από τα λίγα που είδα και περισσότερα που άκουγα, ένα τρέμουλο κυρίευε χέρια, πόδια και κεφάλι και πολλές φορές εκδηλωνόταν με άσκηση αδικαιολόγητης βίας με αντικείμενο κυρίως την καημένη την Ευδοξία. Της φώναζε, την έσπρωχνε, μερικές φορές την χαστούκισε. Μετά από μια από κείνες τις κρίσεις οι γιοι τον μετέφεραν σ’ ένα ψυχιατρείο της πόλης στο δρόμο προς τους Νέους Επιβάτες. Ο Πατέρας με έπαιρνε μαζί του σε μερικά από τα κυριακάτικα επισκεπτήρια για να παραδώσει ένα σακουλάκι με σπιτικό φαγητό, λίγα φρούτα και μερικά άλλα εδέσματα που ετοίμαζε η Ευδοξία, καμιά αλλαξιά. Στην αρχή, είχαν και τσιγάρα εκείνα τα σακουλάκια. Θυμάμαι τον γέροντα με τ’ άσπρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω σε ένα μεγάλο κούτελο που θα πρόδιδε διανοούμενο και το ασπροκόκκινο ανέκφραστο πρόσωπο, να στέκεται στο προαύλιο στην κόκκινη μεταξωτή πιτζάμα του. Τον Πατέρα από πίσω, με το χέρι στον ώμο μου να με ωθεί να τον χαιρετίσω. Από την ντροπή τις πιο πολλές φορές δεν έλεγα τίποτε. Απλά χαμογελούσα, όταν ο παππούς με τσιμπούσε τρυφερά το μάγουλο με το δείκτη και τον αντίχειρά του, κι έλεγε: «Βρε, το Λ...δάκι! Πως μεγάλωσε;»

Τον έβγαλαν από την κλινική παραμονές του Μουντιάλ του 1974. Η θεραπεία με τα ψυχοφάρμακα είχε, υποτίθεται, φέρει κάποια απτά αποτελέσματα, κατευνασμό των νευρικών κρίσεων. Στην τελευταία εικόνα του παππού τον είδα να κάθεται ήσυχος, με το μπλε κιμονό πάνω από τις κόκκινες πιτζάμες, ανέκφραστος, αμίλητος, αποσβολωμένος στη μοναχική πολυθρόνα, δίπλα στον καναπέ του «πρόχειρου» μας, απέναντι στη μαυρόασπρη τηλεόραση που έδειχνε ένα ματς εκείνου του Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας. Ήταν ποδοσφαιρόφιλος ο παππούς, από νωρίς παράγοντας αθλητικών σωματείων, όπως η ΜΕΝΤ, περισσότερο για την κοινωνική διέξοδο που τέτοια ενασχόληση πρόσφερε. Ένα μέρος της αγάπης του για το ποδόσφαιρο τη μετέδωσε στον Πατέρα και κατ’ επέκταση σε μένα, όπως συμβαίνει συχνά με τρόπους ζωής και νοοτροπίες εντός οικογενειών και από την μια γενιά στην άλλη. Ένα ενδιαφέρον και μια αγάπη για την μπάλα που μεγάλωσε, και σε διάφορες φάσεις της ζωής έγινε πάθος. Το ίδιο βράδυ, μετά το τέλος του ματς, ο παππούς κατέβηκε στο διαμερισματάκι κι επιτέθηκε στη γιαγιά, για ασήμαντη ή καθόλου αφορμή. Ακούστηκαν φωνές και κλάματα από τη σκάλα. Ο Πατέρας, ο θείος, οι νύφες που πρόστρεξαν τη βρήκαν καθισμένη στο σκαμπό δίπλα στο τηλέφωνο του χολ, με το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσα στα δύο της χέρια, να κλαίει. Την είχε χαστουκίσει, ανεξήγητα, σε μιαν απρόβλεπτη επιδείνωση και κρίση της ψυχικής του αρρώστιας. Η γιαγιά έμεινε σε μας να κοιμηθεί, ο θείος κάτω με τον παππού. Την άλλη μέρα τον μετέφεραν πίσω στην κλινική των Νέων Επιβατών. Χώρισαν οριστικά για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Μετά από μήνες, ένα Κυριακάτικο φωτεινό χειμωνιάτικο μεσημέρι, το τηλέφωνο, δίπλα στην τηλεόραση, στο ίδιο καθιστικό που βλέπαμε ποδόσφαιρο, κτύπησε. Ήμουν μόνος στο διαμέρισμα· οι γονείς κι ο Αδερφός βρίσκονταν δίπλα, στου θείου, σ’ ένα από τα τραπεζώματα που οργάνωνε η νουνά Κυριακές, για να φιλέψει κόσμο με την αξιοσημείωτη και αξιέπαινη δεξιοτεχνία της στη μαγειρική. Το σήκωσα ανέμελος:

«Πως σε λένε, αγόρι, μου;»
«Λ...»
«Είναι ο πατέρας σου εκεί;»
«Όχι, είναι δίπλα στου θείου μου.»
«Είμαι μια νοσοκόμα και σε παίρνω από την κλινική. Να πεις στο μπαμπά ότι ο παππούς πέθανε. Έτσι, αγόρι μου;»
«Ναι.»
«Άντε, γεια σου τώρα.»
«Χαίρετε.»

Η λέξη «πέθανε» πρώτη φορά αρθρωνόταν στο αυτί μου για μέλος της οικογένειας από γνωστό ή άγνωστο. Το άκουσμά της με τάραξε, οι χτύποι της καρδιάς μου γίναν γρήγοροι και δυνατοί, σχεδόν λαχάνιασα. Έτρεξα τον μικρό διάδρομο στο διαμέρισμα απέναντι. Με άνοιξε η μικρή ξαδέρφη, με τον αδερφό μου πίσω της. Το φαγοπότι είχε τελειώσει και όλοι κάθονταν γύρω-γύρω στο μεγάλο σαλόνι, που σχημάτιζε ένα γάμα με την τραπεζαρία, οι γυναίκες έπιναν καφέ, λέγαν τα δικά τους, ο Πατέρας κάπνιζε και συζητούσε με τον αδερφό του λίγο πριν την απογεματινή σιέστα. Στάθηκα στο κατώφλι της ανοιχτής τζαμόπορτας του σαλονιού και με σπασμένη από τη συγκίνηση φωνή είπα: «Πήρε μια κυρία τηλέφωνο από την κλινική. Ο παππούς πέθανε...»

Δεν υπήρξε έκπληξη, μόνο σιωπή που κράτησα κάτι δευτερόλεπτα. Μετά θυμάμαι μια κινητικότητα, μερικά μουρμουρητά, χωρίς πανικό και υστερίες, τον θείο στο τηλέφωνο, τον Πατέρα και τις γυναίκες στο χολ γύρω του αμίλητοι να αφουγκράζονται, τον Αδερφό και την ξαδέρφη να τους έχουν κλείσει διακριτικά στο παιδικό δωμάτιο με μερικά παιχνίδια, όσο πιο μακριά γινόταν από το γεγονός. Επέστρεψα στο διαμέρισμα μας και το δωμάτιο μου, κάθισα στο δρύινο γραφειάκι, και βυθίστηκα σε αναμνήσεις και συλλογισμούς. Οι μνήμες του παππού στη μέχρι τότε νεαρή ζωή μου ήταν μετρημένες στα δάχτυλα: τα λουκούμια και κουβερτούρες και τις σοκολάτες υγείας που έφερνε τα πρώτα χρόνια, πιο πολύ για μένα -το μονάκριβο εγγόνι της γιαγιάς, το ένα και μοναδικό ματς που παρακολουθήσαμε με τον παππού και τον Πατέρα, καθισμένος ανάμεσα τους στις κερκίδες του Καυταντζόγλειου κάτω από το φως των προβολέων, τις επισκέψεις με το πρώτο FIAT του Πατέρα στο ψυχιατρείο, επισκέψεις που προσπαθούσα να αποφύγω. Και την τελευταία φορά, τον παππού γερασμένο και αμίλητο, μπροστά από την τηλεόραση, το βράδυ του επεισοδίου με τη γιαγιά που ακολούθησε και ήταν η αρχή της τελικής ευθείας μέχρι την κατάληξη μιας άσημης, όσο και δύσκολης ζωής: από τη φυγή από το Μελένικο στη μονοκατοικία της γειτονιάς, άκληρος με την οικογένεια του στην Τούμπα, την αποκατάσταση και επιστροφή στο σπιτικό, την αντιπαροχή και εγκατάσταση στο διαμερισματάκι της Παρόδου, στην ψυχιατρική κλινική, το μουντό και τετριμμένο τέλος. Κατάφερε λίγα για τα παιδιά και τα εγγόνια του, δυο διαμερίσματα από την αντιπαροχή, μια μικρή σύνταξη για τη γιαγιά, και μια χούφτα λίρες χρυσές της Ελισάβετ που έμειναν να μου τον θυμίζουν. Έκανε, όμως, ό,τι μπορούσε ο παππούς με περιορισμένες δυνατότητες, λιγοστές δυνάμεις και τις ακόμα λιγότερες ευκαιρίες που του έδωσε η ζωή απέναντι στις αντιξοότητες που του πέταξε στο δρόμο. Ίσως, να μην μπορούσε να γίνει καλύτερα. Το «ο παππούς πέθανε» της νοσοκόμας αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, ανακατωμένο με εκείνες τις λίγες, ξεθωριασμένες αναμνήσεις που στριφογύριζαν στο νου, και η ψυχή βάραινε από την απώλεια αυτού που τις δημιούργησε. Έκλαψα γοερά, για πρώτη και τελευταία φορά, μόνος στο δωμάτιο, για τον παππού που έφυγε. Ήταν ο πρώτος από τα κοντινά, οικογενειακά μου πρόσωπα που πέθανε.   

Η γιαγιά επιβίωσε πολλά χρόνια μετά το θάνατο του παππού χάρη στη στωικότητα και δύναμη, έμφυτη ή και εκείνη που η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά και έπειτα η σκληρή ζωή της κατοχής είχαν ενσταλάξει σε πολλούς ανθρώπους της σειράς και της καταγωγής της. Θα παρέμενα, εφ’ όρου ζωής, ο εκλεκτός, ο αγαπημένος της εγγονός, ο «πρωτότοκος» της τελευταίας γενιάς της οικογένειας. Συχνός επισκέπτης τα μεσημέρια για φαγητό στη κουζινούλα, ως μαθητής, καθόμασταν στο τραπέζι κάτω από την μπλε εταζέρα με τα πιατικά και κουβεντιάζαμε -ό,τι καθημερινό θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν δυο άνθρωποι που τους χώριζαν 60 χρόνια ζωής και τους ένωνε το ίδιο αίμα. Στο αποχαιρετιστήριο γλέντι με τους συμμαθητές του Λυκείου το 1981 σε μια ταβέρνα της Δελφών, δυο-τρεις κακοήθεις bullies της τάξης με μέθυσαν ύπουλα ρίχνοντας στάχτη στη ρετσίνα μου. Πριν το τέλος της συνεστίασης είχα καταστεί σχεδόν παράλυτος. Παρά τη βαριά και πρωτόγνωρη μέθη, την σχεδόν πλήρη τύφλα, κατάφερα και οδήγησα ενστικτωδώς τον Ζώη και τον Δημητρόπουλο, τα δυο μοναδικά παιδιά από την τάξη που είχα τότε κάποια χαλαρή φιλική σχέση, στην παλιά μας πολυκατοικία. Με κουβάλησαν σερνάμενο από τους ώμους τα λίγα βήματα μέχρι την παλιά μου γειτονιά. Η ώρα ήταν μεταμεσονύκτια και ξυπνήσαμε την γιαγιά αναπάντεχα. Κι εκεί, αφού με ξάπλωσαν στο μονό πλέον ντιβάνι της κρεβατοκάμαρας με το εικόνισμα της Παναγίας να σβουρίζει από πάνω μου, με παρέδωσαν στην φροντίδα της. Δεν πανικοβλήθηκε, ούτε καν πτοήθηκε. Σα να είχε αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις τέτοιας ακραίας, σχεδόν θανάσιμης μέθης στο παρελθόν. «Αχ, Μάνα, Μάνα! Γιατί δεν σε άκουσα…» ψέλλιζα στην παραζάλη ενός μεθυσμένου έφηβου. Αφού κάλεσε τη Μάνα από τη Χαριλάου, μου έδωσε να καταπιώ μια κουταλιά τούρκικου καφέ με μπόλικο νερό, αντίδοτο στην επίδραση του αλκοόλ, κάτι που η Μάνα, όταν έφτασε, επιδοκίμασε ως σωστή και ενδεδειγμένη ενέργεια. Πως το ήξερε μια γυναικούλα που ούτε η ίδια, ούτε ο άντρας της, δεν είχαν πιει ποτέ παραπάνω από μια γουλιά λικέρ;  

Όταν αργότερα η φοιτητική ζωή η καλοπέραση με φίλους και συναναστροφές απορροφούσαν τον πιο πολύ καιρό μου, ένα μικρό κομμάτι του χρόνου και της ελευθερίας μου το θυσίαζα πάντα για τη γιαγιά. Μου τηλεφωνούσε μια-δυο φορές το μήνα για να με καλέσει για μεσημεριανό, όσο κι αν αυτο με τα χρόνια που περνούσαν γινόταν πιο πρόχειρο και απλό. Οι δυνάμεις του σώματος και του μυαλού της στέρευαν. Κι όταν o Πατέρας μου αγόρασε το Yugo, την οδηγούσα μετά το μεσημεριανό γεύμα, για ν’ αγοράσει τα φάρμακά της από ένα φαρμακείο πίσω από τον Ευκλείδη. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πηγαίναμε ως εκεί για μερικά φάρμακα, αλλά περισσότερο ανεξήγητο ήταν το γεγονός ότι η γιαγιά αρνιόταν συστηματικά να την περίμενα να την φέρω πίσω και επέμενε, κούτσα-κούτσα και το μπαστούνι να περπατήσει την απόσταση μόνη της. Μια επιμονή, μια μεγάλη θέληση, θέληση για ζωή, έγιναν παράδειγμα.

Την αποχαιρέτησα συγκινημένος, μετά από ένα τέτοιο μεσημεριανό τραπέζι, το τελευταίο, το 1986 για να πάρω το δρόμο  για την Αμερική. «Ποιος θα πηγαίνει τώρα να παίρνω τα φάρμακα, Λ…:» μου είπε αστειευόμενη πιο πολύ. Τα πρώτα συμπτώματα της άνοιας είχαν αρχίσει να γίνονται εμφανή στο νονό και τη νουνά που ακόμα έμεναν από πάνω, αλλά και σε μένα κι άλλους παρευρισκόμενους στο πασχαλιάτικο γεύμα στη Μαγνησία τον ίδιο χρόνο. Η απώλεια μνήμης, ξεχασμένα ή μπερδεμένα πρόσωπα και πράγματα, θα ήταν γι’ αρκετό καιρό ακόμα αντικείμενο οικογενειακών καλαμπουριών. Θα την ξαναδώ για τελευταία φορά λίγο πριν απολυθώ το 1992, καλεσμένη με την οικογένεια του θείου στο σπίτι μας στη Χαριλάου. Η άνοια της είχε εξελιχθεί, το μυαλό είχε πάψει να σκέφτεται, περιορίστηκε στις λίγες διαταγές στην καρδιά και το σώμα. Με είχε ξεχάσει: «Ποιο είναι αυτό το παλικάρι;» Το βλέμμα της από τα μισοκλεισμένα μάτια από στον λαμπερό απογευματινό ήλιο, στην οικογενειακή φωτογραφία στο μπαλκόνι του σπιτιού έβλεπε την κάμερα σχεδόν ανέκφραστο, παρόλο που είχε διατηρήσει την καρτερικότητα και αποφασιστικότητα των καιρών που πέρασαν, και μολονότι μέσα από ένα κενό έκφρασης, την διαπεραστικότητα των νιάτων της. Ανάμεσα στα εγγόνια της δεν ήξερα ποιον από μας θυμόταν και με τι όνομα. Δεν έλεγε πολλά και το χαμόγελο και χωρατά του θείου δεν τη διασκέδαζαν.  Ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα, είτε ζωντανή, είτε πεθαμένη, κι όμως δεν συγκινήθηκα όσο στον αποχωρισμό μας το 1986 πριν πάρω το δρόμο για την Αμερική. Είτε γιατί τα χρόνια στην ξενιτιά και ο στρατός με είχαν σκληρύνει, είτε γιατί ήξερα ότι ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού της είχε πλέον χαθεί, μαζί με τον καιρό που περάσαμε μαζί. Τα νέα του θανάτου της τα έμαθε σ’ ένα διαμερισματάκι του Rochester. «Η γιαγιά έσβησε σαν κεράκι», μου είπε ο Πατέρας από το τηλέφωνο. O θείος και νονός μου, ο δεύτερος της γιος είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν. Όταν την είχαν φέρει στο δωμάτιο που κειτόταν νεκρός, η γιαγιά ρώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο κύριος που κοιμάται εκεί;» Το παρελθόν της είχε σβήσει, ο εαυτός και το είναι της, είχαν πεθάνει από καιρό.   


Tuesday, November 8, 2022

Ενα Παιδί - 16 Η Παλιά Γειτονιά: Ο Κόσμος της Πολυκατοικίας

 Μια μινιμαλιστικής σχεδίασης εξώπορτα, από καθαρό τζάμι κι ένα ξεθωριασμένης πράσινης απόχρωσης μεταλλικό πλαίσιο, χωρίς περιττό καλλωπισμό, άνοιγε στην πρώτη διακλάδωση του κλιμακοστάσιου. Η αριστερή μεριά οδηγούσε σε ένα σκοτεινό υπόγειο με δύο διαμερίσματα που τα παράθυρα τους, μοναδική πηγή φωτός και οξυγόνου, άνοιγαν στο ύψος του ατροφικού και συνήθως βρώμικου από σκόνη ή λάσπη πεζοδρομίου της πρόσοψης. Το στενό δρομάκι δεν προσφερόταν για γενναίες καλλωπιστικές παρεμβάσεις μπροστά από την εξώπορτα – τότε και ποτέ στην ιστορία του. Ούτε και η είσοδος της πολυκατοικίας.

Δεν θυμάμαι στα χρόνια μου εκείνα τα υπόγεια διαμερίσματα να είχαν κατοικηθεί από ψυχές. Κι έτσι έμειναν από τον εργολάβο: αδιαμόρφωτα, σκοτεινά και κρύα, άδεια και ξεχασμένα. Τότε που η ανάπτυξη σκέπαζε, κάτω από ένα φτηνό χαλί είναι αλήθεια, τα τελευταία απομεινάρια της μεταπολεμικής φτώχιας, τα περισσότερα υπόγεια δεν φαίνονταν σχεδιασμένα για ανθρώπινη διαβίωση στα σκοτάδια και την υγρασία τους· ήταν κατάλληλα μόνο για τα φαντάσματα της παιδικής μας φαντασίας, κακοποιούς και τέρατα. Χρόνια μετά, με το κύμα της μετανάστευσης από την Αλβανία και την ανατολική Ευρώπη, σε μια βόλτα από την παλιά γειτονιά κάπου στις αρχές της χιλιετηρίδας, είδα τα παντζούρια των δύο υπόγειων διαμερισμάτων ανοικτά και κουρτίνες να κρέμονταν από πίσω από τα τζάμια των παραθύρων: μετανάστες ή άστεγοι, εξαθλιωμένοι μπαγαπόντηδες το έκαναν σπίτι τους ή κάποια μαφία γιάφκα της. Αργότερα στην ιστορία της πολυκατοικίας, τα booms και busts στην κατοικία που ακολούθησαν ή, το λιγότερο πιθανό, η αστυνομία έδιωξε τους όποιους πρόσκαιρους κατοίκους τους.

Ο διάδρομος που συνέδεε τις εισόδους των διαμερισμάτων του υπογείου ήταν πάντα θεοσκότεινος και τρομακτικός, πνιγμένος στην υγρασία, και κατέληγε στην άκρη του σε ένα τυφλό τσιμεντένιο αδιέξοδο. Το φως από τον κεντρικό φωτισμό του κλιμακοστάσιου δεν ξεπερνούσε τα λιγοστά σκαλιά προς τα κάτω. Ούτε ο εργολάβος, ούτε κανείς από τους ενοίκους μερίμνησαν να βάλουν κάποια λάμπα,  ένα φως που τουλάχιστον θα απάλυνε τους φόβους μας τα χειμωνιάτικα βράδια που καθόμαστε και λέγαμε ιστορίες στην είσοδο. Μια μεριά του διαδρόμου άνοιγε μέσα από μια μόνιμα κλειδωμένη σιδερόπορτα στον μεγάλο, τον κύριο φωταγωγό στην αθέατη από διαβάτες πλευρά της πολυκατοικίας. Φωταγωγό και υπόγειο τα ένωνε μια μόνιμη μυρωδιά κλεισούρας και μούχλας. Εκεί κάτω κατέβαινε κανείς που-και-που μόνον για να μαζέψει το ρούχο που θα έπεφτε από τις κρεμασμένες για στέγνωμα μπουγάδες ή το παιχνίδι που θα ξέφευγε μέσα από τα κάγκελα των μπαλκονιών. Μόνες παρουσίες ζωής τα ποντίκια, οι βιαστικές κινήσεις τους από τη μια γωνιά στην άλλη πολλές φορές ορατές από τα μπαλκόνια, και η περιστασιακή γάτα που σουλατσάριζε αδέσποτη και πεινασμένη. Ήταν φορές που τα ποντίκια ξεπερνούσαν τις φοβίες τους και σκαρφάλωναν τις αποχετεύσεις, σε τολμηρές περιπλανήσεις προς αναζήτηση τροφής στις κουζίνες και τουαλέτες των διαμερισμάτων του πρώτου ακόμα και του δεύτερου, του δικού μας, ορόφου. Η θέα τους, -ακόμα και η ιδέα της παρουσίας τους στο σπιτικό, έσπερνε πανικό ανακατεμένο με αηδία στη Μάνα και την παιδική μου ψυχή.

Η δεξιά μεριά της σκάλας οδηγούσε στον ημιώροφο, στο μικρό διαμέρισμα της οικογένειας του γέρο-Ιατρίδη. Στις «μύξες» του η Μάνα αναφερόταν συχνά, δεν έμαθα ακριβώς με ποια αφορμή. Μάλλον μεταφορικά, σαν ένδειξη των χαμηλών προδιαγραφών καθαριότητας και υγιεινής της οικογένειας. Ίσως, ο χαρακτηρισμός εκείνος, που η συχνή επανάληψη του μου είχε κάνει εντύπωση, να είχε περισσότερη σχέση με τη φτώχια και την παρακατιανοσύνη των Ιατρίδηδων και κάποιες ταξικές προκαταλήψεις εκ μέρους της Μάνας και των κατοίκων υψηλότερων ορόφων. Είχε ήδη καθιερωθεί ένα μικρο-apartheid ανάμεσα στην μοναδική οικογένεια του ημιώροφου και τις υπόλοιπες των ψηλότερων ορόφων και ρετιρέ, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα σε πολυκατοικίες στις μικροαστικές γειτονιές της πόλης. Οι Ιατρίδηδες δεν έμειναν πολύ καιρό στη γειτονιά μας για να τους γνωρίσω καλά, τους ίδιους και την πραγματική ή φανταστική βρωμιά τους. Δεν άντεξαν τη φτώχια που τους είχε ζώσει, ενώ τα πλούτη του Βορρά δελέασαν ιδιαίτερα τους νεότερους. Τα μάζεψαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετανάστευσαν, γέροι και νέοι, στη Σουηδία. Τι απέγιναν δεν ξέρω, αλλά το μοναδικό διαμερισματάκι του ημιώροφου έμεινε ακατοίκητο και στοιχειωμένο στο υπόλοιπο της διαμονής μας στην πολυκατοικία.

Το διαμέρισμα της γιαγιάς και του παππού μοιραζόταν με άλλα τρία την έκταση του πρώτου ορόφου. Το υπερκάλυπτε το δικό μας στον περισσότερο προνομιούχο, από άποψη φωτός κυρίως, δεύτερο όροφο, που τον μοιράζονταν οι δυο γιοί. Ως νέοι πλέον, στην ακμή της ζωής τους, όντας ήδη οικογενειάρχες, είχαν καταλάβει αδιαμφισβήτητα τα καλύτερα κομμάτια από την κατανομή της αντιπαροχής. Ασανσέρ δεν διέθετε η πολυκατοικία. Μια σκάλα μιας στροφής, με σκαλιά καμωμένα από αυτό που η πιάτσα των εργολάβων αποκαλούσε «μωσαϊκό» (τίποτε περισσότερο από χαλίκια διαφόρων αποχρώσεων σε ένα μίγμα ραφιναρισμένου τσιμέντου) σε έφερνε από τον ημιώροφο του Ιατρίδη στον πρώτο όροφο της γιαγιάς και του παππού. Δεν το έβλεπε ήλιος και φως εκείνο το κλιμακοστάσιο. Το ελάχιστο και αχνό δραπέτευε από το τετράγωνο άνοιγμα της ταράτσας στο μπλε του ουρανού από πάνω, καταπιεσμένο και κουρασμένο και θολό μέσα από τα τζάμια των παράθυρων του «μικρού φωταγωγού». Σαν ένα πηγάδι μερικών μέτρων ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, όπου έβλεπαν οι κοντόστενες βεράντες πίσω από τις κρεβατοκάμαρες των διαμερισμάτων. Διαρρύθμιση σχεδιασμένη, όπως λογικά θα σκέφτηκε ο αρχιτέκτονας, με την πρόθεση να διασφαλίζεται απρόσκοπτος ο πολύτιμος μεσημεριανός ύπνος των εργαζόμενων ενοίκων, ιδιαίτερα τα λαμπερά καλοκαιρινά απογέματα της Θεσσαλονίκης, όπου ήλιος και ζέστη γινόταν εχθροί. Κι εκείνη η ελάχιστη ένταση του φωτός που κατάφερνε και διαπερνούσε το άνοιγμα του φωταγωγού προς τους χαμηλότερους ορόφους τελικά μηδενιζόταν από μονίμως κλειστά παντζούρια· το σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας της Μάνας και του Πατέρα, ακόμα και ντάλα καλοκαίρι, με τον ήλιο να χάσκει για λίγα λεπτά πάνω από το άνοιγμα του φωταγωγού, ήταν σφιχτό και πηχτό σαν αυτό μιας κόλασης. Αλλά όσο ανέβαινε κάποιος στους παραπάνω ορόφους, προς τα ρετιρέ της πολυκατοικίας, το φως διαχεόταν εντονότερο, μέχρις ότου στον τελευταίο όροφο, κάτω από την ταράτσα, το τετράγωνο του ουρανού γινόταν ορατό, μέσα από τα σκοτάδια εκτυφλωτικό. Και στην ταράτσα, τον πόθο και κρησφύγετο και καταφύγιο των παιδικών μου χρόνων, μόνον φως και ουρανός και η ελευθερία του βλέμματος να αγναντεύει πάνω από τις ταράτσες των ακόμα λίγων πολυκατοικιών μέχρι τον Θερμαϊκό και, τις διάφανες ημέρες, μέχρι τις κορυφές του Όλυμπου.  

Στον όροφο της γιαγιάς, στην άλλη μεριά του στενόμακρου διαδρόμου, έμεναν οι Λ…λήδες και δίπλα τους η οικογένεια της κυρά-Βαγγελίας. Ήταν μια εύσωμη κυρία, η κυρά-Βαγγελία, αρκετών χρόνων μετά την αναπαραγωγική της ακμή· μια απλή αμόρφωτη νοικοκυρά με χρυσαφένια καρδιά, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον μικρό αδερφό μου όταν ήταν ακόμα νήπιο. Τον φρόντιζε για ένα διάστημα με το ψευδό-αντίτιμο της γκουβερνάντας σε μια μικροαστική γειτονιά, κάπου ενάμιση χιλιάρικο το μήνα, και αυτό σήμαινε λίγες ώρες περίπου στη διάρκεια της εργάσιμης βδομάδας όταν και οι δυο γονείς βρίσκονταν στις δουλειές τους. Η γιαγιά δεν πολύ-ήθελε, ίσως και να μην μπορούσε. Ήμουν κι εγώ στη μέση, μικρός, με την πρώτη μου ξαδέρφη, ακόμα μικρότερη, που χρειαζόμαστε επιτήρηση. Τα «Αχ! Αγάπη μου!» και κάτι ζουμερά, χοντροκομμένα φιλιά στο μάγουλο, ο Γιάννος τα ανταπέδιδε με βρισιές (απίθανα χρωματισμένες για ένα νήπιο), ζωηρά σπρωξίματα αντίστασης και δυσαρέσκειας, μέχρι και χτυπήματα. Στο φτωχικό της διαμέρισμα έτρωγα πρωϊνό, την παπάρα με τα μπισκότα Παπαδοπούλου ή μπαγιάτικο ψωμί με ζάχαρη, καμιά φορά ανακατεμένη με λίγη σκόνη κακάο για μια πιο ανεκτή γεύση στα παιδικά στόματα, πριν αναχωρήσω για το σχολείο και αφήσω τον Αδερφό, συνήθως με κλάματα οργής στην αγκαλιά της. Ο άντρας της, ο λαχειοπώλης, από αυτούς τους αξιολύπητους βιοπαλαιστές που σεργιανούσαν τη μέρα στα καφενεία και τα βράδια στις ταβέρνες και τα καφεζαχαροπλαστεία της πόλης, ίσως και ο μεγάλος γιος που παραδούλευε κάπου, έφερναν το μοναδικό εισόδημα του σπιτικού της κυρά-Βαγγελίας.

Η ζωή τους όμως έμελλε να αλλάξει σύντομα, όταν κέρδισαν μια σειρά του λαϊκού λαχείου, πολλά λεφτά για κείνη την εποχή. Σύντομα μετακόμισαν στην Καλαμαριά στην κατ’ εξοχήν μεσοαστική συνοικία της ανατολικής Θεσσαλονίκης. Την κυρά-Βαγγελία την ξαναείδα μια-δυο φορές, χωρίς τη φθαρμένη ποδιά της νοικοκυράς, αλλά αξιοπρεπώς ντυμένη, να επισκέπτεται τη γιαγιά, τη γειτόνισσά της για τόσα χρόνια, τη σχεδόν καθημερινή παρέα της στον πρωϊνό καφέ στα μπαλκόνια του φωταγωγού ή στα κουζινάκια τους. Άκουγα από την Μάνα ότι συμπεριφέρονταν σα νεόπλουτοι, όμως τότε δεν είχα εικόνα του τι ακριβώς σημαίνει νεόπλουτος και αν ήταν κάτι κακό ή καλό. Τέτοια αλλαγή συμπεριφοράς και τρόπου ζωής μου φαινόταν απόλυτα φυσιολογική για όσους ένα παιχνίδι της τύχης, μια στιγμιαία ασυνέχεια, ταρακούνησε μιαν μονότονη, μίζερη, λίγο-πολύ προδιαγραμμένη μοίρα, και βρέθηκαν με λεφτά να ξοδέψουν και να την αλλάξουν. Με τον καιρό μοιραία απομακρύνθηκαν από τον παλιό κύκλο της φτωχογειτονιάς που με την ανάπτυξη υποβαθμιζόταν. Χάθηκαν και θα έκλεισαν τον κύκλο της ζωής τους, η κυρά-Βαγγελία και ο ασήμαντος λαχειοπώλης άντρας της, καλύτερη από εκείνην τη ζωή που τα πρωϊνά με τον Αδερφό στην κουζινούλα της κυρά-Βαγγελίας και τα καφεδάκια της με την γιαγιά είχαν σχηματίσει στην παιδική μου μνήμη.

Οι Λ…λήδες της διπλανής πόρτας της κυρίας-Βαγγελίας πάντοτε μου έδιναν την εντύπωση μιας οικογένειας σε αρμονία με την καθημερινή ρουτίνα, φιλειρηνικής και ήσυχης, χαμηλών τόνων, που κοίταζε τη δουλειά της· σε αντιδιαστολή τουλάχιστον με τη δική μου -δεδομένων των συχνών εκνευρισμών και βροντερών φωνών του Πατέρα, που ξεπερνούσαν πολλές φορές τα όρια της πολυκατοικίας και της παρόδου. Σπάνια συναντιόμαστε αμίλητοι στις σκάλες διότι καταγίνονταν με τις καθημερινές δουλειές, όντας, κατά τα λεγόμενα στη γειτονιά, φιλότιμοι και εργατικοί άνθρωποι: ο άντρας ελαιοχρωματιστής, η γυναίκα σε περιστασιακές δουλειές φροντίδας ηλικιωμένων. Ο γιος τους, ο Λεωνίδας, ο «Λεωνιδάκος», με τον συνομήλικο και συμμαθητή Αδερφό μου άρχισαν να μεγαλώνουν ως παιδιά σε μια περίοδο όπου το παιχνίδι στα δρομάκια και αλάνες της γειτονιάς είχε αρχίσει, εξαιτίας της ανελέητης οικοδόμησης, των αυτοκινήτων, της τηλεόρασης, να περιορίζεται· όταν μεγάλες παρακάμψεις από τη διαδρομή ανάμεσα στο σχολείο και την πολυκατοικία μας ενείχαν κινδύνους και γινόταν μόνο μετά από άδεια ή την επιτήρηση κάποιου ενήλικα. Ένα μεσημέρι, ο ως τότε στη ζωή μου σχεδόν ανύπαρκτος Λεωνιδάκος κτύπησε το κουδούνι της πόρτας μας, λίγο μετά από την ώρα του σχολάσματος του Δημοτικού: για να ανακοινώσει, λαχανιασμένος, με ένα πρόσωπο κοκκινισμένο από την ανησυχία και μια τρεμάμενη φωνή που πρόδιδε πανικό, ότι τον Αδερφό τον «πάτησε ένα αυτοκίνητο»· στην Ξενοφώντος, στο δρόμο που τα δυο παιδιά διέσχιζαν από το Δημοτικό για να γυρίσουν σπίτι. Άθελα του έσπειρε πανικό με την παιδική, αφελή παράφραση. «Τον πάτησε» για τη μάνα, που άνοιξε την πόρτα, και για μένα, που άκουγα επιφυλακτικός και περίεργος πίσω της, σήμαινε ότι ένα αυτοκίνητο πέρασε από το σώμα του αδερφού, τον άφησε ανάπηρο στην καλύτερη περίπτωση, ή στον τόπο, με ένα τραγικό τρόπο, στην χειρότερη. Το μαντάτο προκάλεσε αλάφιασμα και υστερία στην Μάνα, σε βαθμό που ποτέ δεν την είδα να ξεπερνάει από τότε. Ήταν όμως η φυσική, ενστικτώδης αντίδραση μιας Ελληνίδας μάνας. Από την μεριά μου, ένιωσα το τάραγμα που αυξάνει τους χτύπους της καρδιάς και την ματώνει. Συγκινήθηκα και βούρκωσα σχεδόν ακαριαία, ίσως να με πήραν μερικοί λυγμοί. Στο μυαλό μου εμφανίστηκε η εικόνα ενός μικρού, χλωμού νεκρού αδερφού, ένιωσα έναν πρωτόγνωρο ψυχικό πόνο, παρά την διαφορά ηλικίας, την αντιζηλία και τις καθημερινές προστριβές δυο αδερφών που καλούνται να μοιραστούν μιαν όχι πολύ συναρπαστική καθημερινότητα. Σαν τον πόνο που άξαφνα βαριά χτυπήματα από αυτό που αποκαλούμε μοίρα (κάτι όμως μη προδιαγραμμένο, αλλά τυχαίο και με δυσανάλογες επιπτώσεις) επιφυλάσσει καμιά φορά, εντελώς απροσδόκητα σε ανύποπτα ανθρώπινα όντα. Άλλωστε, λένε ότι το αίμα νερό δεν γίνεται.

Η Μάνα δεν γύρισε να με αντικρύσει. Με άφησε πίσω σύξυλο, ίσως από έλλειψη ψυχραιμίας, ίσως από κάποια φευγαλέα σκέψη ότι ο ακόμα παρθένος από τραύματα ψυχικός μου κόσμος πληγωθεί με ένα δυνητικά τραγικό θέαμα. Έτσι τουλάχιστον τα ανήσυχα μάτια του μικρού Λεωνίδα σε αντιστοιχία με τη λακωνική, ωμή και απότομη περιγραφή του συμβάντος υπονοούσαν. Πέταξε την ποδιά της κουζίνας, τη ρόμπα, φόρεσε την πρώτη τυχαία φούστα από τη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, κατέβηκε άρον-άρον τα σκαλιά με τα χέρια της να προσπαθούν να τραβήξουν το φερμουάρ και να ισιώσουν τη φούστα. Έτρεξε, με τον αναπτυγμένο και εύσωμο για τα χρόνια του Λεωνίδα να την οδηγεί ένα-δυο βήματα μπροστά της, στη γωνιά του ατυχήματος: Ξενοφώντος και Γαμβέτα γωνία. Ο Γιάννος ήταν καλά. Ξεπερνούσε το σοκ από το χτύπημα του προφυλακτήρα που τον πέταξε λίγο παραπέρα στο πεζοδρόμιο, καθισμένος, με ξεραμένα δάκρια στα μάτια, σε ένα από τα τραπεζάκια του γαλακτοζαχαροπλαστείου της γωνίας και ένα ποτήρι νερό μπροστά του. Δεν υπήρξε συνέχεια. Στο μέλλον θα πρόσεχε όταν διέσχιζε δρόμους, όσο στενοί, μικροί κι αν είναι, όσο λίγα τα αυτοκίνητα  περνάνε. Για μένα το γεγονός ήταν ένα από τα πρώτα, φευγαλέα συναπαντήματα με το θάνατο και το δρεπάνι του, από την άλλη μεριά του δρόμου. Και ήταν συνταρακτικό.  

Στη άλλη άκρη του σκοτεινού διαδρόμου, απέναντι από αυτήν την γιαγιάς ήταν η πόρτα ενός ανεπρόκοπου και από όλες τις ενδείξεις αρχιτεμπέλη: του Φάνη, ενός γκριζο-ξανθωπού άντρα, με ίσιο μαλλί μέχρι το σβέρκο χωρίς χωρίστρα, σαν φτηνή περούκα. Έμενε με τη χήρα μάνα του μέχρι που και αυτή πέθανε. Ο Φάνης μου φαινόταν τότε ήδη κάποιας ηλικίας, αν και η ηλικία κάθε ανθρώπου όπως και το ανάστημα του μεγεθύνεται στα μάτια ενός παιδιού, σε αναλογία με τη διαφορά στα χρόνια. Την ελαφρότητα της προσωπικότητάς του, στο περιβάλλον και γίγνεσθαι της φτωχογειτονιάς, που σήμερα πολλοί θα την έβρισκαν εκνευριστικά παρασιτική και ανυπόφορη, την έκρινα τότε, άγουρο παιδί ακόμα, από την ελαφρολαϊκή μουσική που άκουγε ή την τηλεόραση που έπαιζε πίσω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, τον τουρκικό καφέ που έπινε τα απογέματα στο μπαλκόνι, τις πιτζάμες από την απογευματινή σιέστα που φορούσε μέχρι να πέσει ο ήλιος, τις σαγιονάρες να ξεπροβάλλουν από το πρεβάζι του μπαλκονιού, καθώς μας χάζευε να παίζουμε μπάλα κι άλλα παιχνίδια στο δρόμο αποκάτω. Μια-δυο φορές, όταν ο αδερφός του, νεότερος, συμπαθητικότερος και με περισσότερο τσαγανό, επισκεπτόταν από την Αθήνα, ο Φάνης κατέβαινε μαζί του και συμμετείχε στο κλοτσοσκούφι με τα υπόλοιπα παιδιά, στην παραπλήσια αλάνα ή μαζί μας μπροστά στην πολυκατοικία. Ποιο είναι αντίθετο του «μικρομέγαλος» στο ελληνικό λεξιλόγιο; Ο θόρυβος, τις βραδινές ώρες που έβλεπε τηλεόραση, τον ενοχλούσε, και όποτε, παιδιά εμείς χοροπηδούσαμε και τρέχαμε πέρα-δώθε στο καθιστικό από πάνω, ξέγνοιαστοι και ακούραστοι, ο Φάνης με το στειλιάρι της σκούπας χτυπούσε με θυμό το ταβάνι. Ενίοτε διαμαρτυρόταν στη γιαγιά, κι εκείνη μετέφερε τα παράπονα με μια χειρονομία του χεριού που σήμαινε: «ας τον να λέει, μη δίνετε και πολλή σημασία». Αργόσχολος, εργένης, χωρίς φίλους, χωρίς μεγάλες προσδοκίες από τη ζωή, ίσως και χωρίς καμιά προσδοκία, κανένα όνειρο, είχε -φαίνεται- ως μοναδικό σκοπό να περάσει τη μέρα του ήσυχα και «καλά», στην πλέον βασική και αποστεωμένη σημασία της λέξης «καλά» σαν τον κηφήνα Oblomov του Goncharev. Δεν κατάλαβα ποτέ πως και από ποια εισοδήματα συντηρούσε τον εαυτό του. Φήμες και ψίθυροι λέγανε ότι ζούσε από κάποια επιδόματα, αναπηρίας ή τα σχετικά, μπαγαποντιές χωρίς κάποια ιατρική τεκμηρίωση και από κάτι νοίκια που εισέπραττε από κάποιο πατρικό κληροδότημα. Και την σύνταξη της μάνας του όσο αυτή ζούσε. «Την είδε καλά τη δουλειά, ο Φάνης…», λέγανε. Ήταν η προσωποποίηση της «αραχτής» που χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία, το αραλίκι σε όλο το μεγαλείο του.

Από τους απόηχους της γειτονιάς που αφήσαμε μετά χρόνια, μάθαμε ότι τελικά παντρεύτηκε κι άφησε πίσω του τη νυσταγμένη και θλιμμένη πραγματικότητα της παρόδου, που για αυτόν, όσο κρίναμε από τα φαινόμενα, γέμιζε σε ικανοποιητικό βαθμό τη ζωή του εκείνα τα χρόνια: όταν η «νεόκτιστη» πολυκατοικία απέναντι είχε πλέον καταργήσει κάθε υποψία ορίζοντα ορατού από το μπαλκόνι και οι τελευταίες ηλιαχτίδες τα καλοκαιρινά απογεύματα χάθηκαν. Μαζί με τη σκιά της μάνας του στο κατώφλι της εξώπορτας να κουτσομπολεύει με τη γιαγιά, μαζί με τη φιγούρα του στο μπαλκονάκι, με τον καφέ, τις πιτζάμες, τις σαγιονάρες, και τον Καλατζή και αργότερα τον Λοϊζο να παίζει πίσω από τα ανοιχτά παντζούρια το «Καλημέρα Ήλιε». Μαζί με το κλοτσοσκούφι στο δρόμο από κάτω με μοναδικό θεατή τον Φάνη.

Από πάνω μας άρχιζαν το ρετιρέ με τις μεγάλες βεράντες, μιας από τις λαχτάρες που είχα ως παιδί: τις έβλεπα ως χώρους για αυτοσχέδια παιχνίδια με μπάλα ή μια μικρή τέντα τις ιδρωμένες νύχτες του καλοκαιριού. Οι κοινωνικές επαφές της οικογένειας μου με τους ιδιοκτήτες των ρετιρέ ήταν αραιές. Το ύψος επέβαλλε μικρά φράγματα, ίσως και λίγο φθόνο απέναντι σε ένα σχετικά περισσότερο προνομιούχο περιβάλλον διαβίωσης, μολονότι η οικονομική επιφάνεια των οικογενειών που τα κατοικούσαν δεν απείχε πολύ από τη δική μας. Ήταν οικονομικοί όροι, πιθανότατα επιβεβλημένοι από τον εργολάβο, που περιόρισε τις επιλογές των δύο αδερφών στα δυο διαμερίσματα του δεύτερου και αυτό του παππού και της γιαγιάς στον πρώτο.

Στον τρίτο όροφο από πάνω μας ζούσε μια χήρα, η κυρία-Ευτυχία, περιστασιακή παρέα της Μάνας σε impromptu απογεματινούς καφέδες, που πάντα λάμβαναν χώρα στη βεράντα του ρετιρέ της τα καλοκαίρια ή στο λιτό σαλονάκι της το χειμώνα. Η κυρία-Ευτυχία είχε δύο μεγαλύτερα από εμένα αγόρια. Ο ένας, με το ένδοξο, αριστοκρατικό και αρχαϊζον όνομα Κλέων. Όντας γυμνασιόπαιδο κι εμείς παιδιά του δημοτικού, κοντοστεκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας για να πει μερικές κουβέντες, τις περισσότερες φορές σε ύφος αφ’ υψηλού στα πιτσιρίκια που είμαστε και τον ακούγαμε άφωνοι και με απροθυμία. Έκρυβε, όπως μου φαινόταν, καλές προθέσεις. Ο λίγο μικρότερος αδερφός του Κλέωνος, ο Νίκος, ήταν συνεσταλμένος και γενικά άφαντος από την πολυκατοικία. Είχαμε λίγα χρόνια πριν μετακομίσει από τη γειτονιά, όταν μάθαμε από εφημερίδες και κουτσομπολιά, ότι το Νίκο τον σκότωσαν στη Συγγρού όπου περιφερόταν ως τραβεστί. Τα κίνητρα ενός ακόμα ανεξιχνίαστου εγκλήματος παρέμειναν βαθιά θαμμένα, μέχρι που εξαφανίστηκαν στον υπόκοσμο της μαστροπείας και των ναρκωτικών, του περιθωρίου και άγνωστων στους περισσότερους από εμάς των πτυχών και παθών που υποθάλπει, ενός περιθωρίου που από νωρίς βούλιαξε τη ζωή του. Της ευπρεπούς χήρας ο γιός με τον σοβαρό αδερφό -ποιος θα το περίμενε!

Τον μικρόκοσμο της οικοδομής τον συμπλήρωναν οι Ασλανίδηδες του τελευταίου ορόφου, του πάνω ρετιρέ. Οι επαφές μαζί τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Περιοριζόταν σε ψυχρές «καλημέρες» ή «καλησπέρες», τυπικές χάριν ευγένειας στις σκάλες, και στις μαζώξεις των ενοίκων για την κατανομή των δαπανών των κοινοχρήστων, που συχνά κατέληγαν σε έντονες αντιπαραθέσεις και μικρο-καυγάδες για το κατοστάρικο και που από τον ημιώροφο όπου λάμβαναν χώρα διαμέσου του αντηχείου που διαμόρφωνε το κλιμακοστάσιο έφταναν μέχρι το δωμάτιό μου.  Ίσως να μας έβλεπαν αφ’ υψηλού, απομακρυσμένοι από τον πυρήνα της πολυκατοικίας. Ίσως το αντίστροφο: η οικογένεια μου να τους αντιμετώπιζε ως parvenue, χαμηλότερης μορφωτικής στάθμης και χωρίς περγαμηνές, δηλαδή πτυχία, στο όνομά τους. Για μένα, το Ασλανίδης ήταν ένα κακόηχο επίθετο που στεκόταν στην κορυφή με τα ονόματα στο θυροτηλέφωνο της εξώπορτας. Δεν θα το προτιμούσα από το δικό μας. Λίγες φορές μέσα από τα κάγκελα του μπαλκονιού έτυχε και πρόσεξα τον γέρο-Ασλανίδη. Είχε την φήμη ενός δύσκολου και δύστροπου ανθρώπου, μόνιμα με κατεβασμένα μούτρα. Μια φύση και συμπεριφορά που χειροτέρεψε μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη και εκδηλωνόταν με μουγκρητά αγανάκτησης και ματαίωσης προς την γυναίκα ή την κόρη του, όταν τον έβγαζαν για βόλτα στο τετράγωνο. Μέχρι που έμεινε κατάκοιτος.