Saturday, September 24, 2022

Ένα Παιδί - 10 Πρωθύστερη Παρένθεση: Οι κουμπάροι μας, οι Β…ιδαίοι

Η κυρία Λόλα ήταν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ταιριαστά παντρεμένη με τον κύριο Λάμπη, έναν πόντιο δικηγόρο της παλιάς ελληνικής δικονομικής σχολής, με φτωχικές καταβολές, που όμως «πιάστηκε» και αναδείχτηκε στην πιάτσα μέσα από διάφορα αλισβερίσια που αφορούσαν τίτλους ιδιοκτησίας χαλκιδικιώτικης γης, ιδιοκτησίας διεκδικούμενης από αγράμματους κι αφελείς χωρικούς της περιοχής και τους κληρονόμους τους. Μιας γης, βέβαια, σε περιοχή όπου οι κρυστάλλινες θάλασσες, οι αμμουδιές, τα πευκοδάση που κατέβαιναν μέχρι τις ακρογιαλιές, η γειτνίαση με τη συμπρωτεύουσα υποσχόταν πολλά, πάρα πολλά σε μελλοντικά πλούτη στους κατόχους της. Κάθε σπιθαμή της μετρούσε πολλά χιλιάρικα, κάθε στρέμμα εκατομμύρια. Μέσα από τέτοια εν πολλοίς αδιαφανή, ύποπτα για τους outsiders αλισβερίσια, τέτοιες «δουλίτσες» όπως τις χαρακτήριζε o ίδιος, και τους συνακόλουθους δικαστικούς μαραθώνιους, κατάφερε κι απέσπασε, έναντι αμοιβής, «οικοπεδάκια» μεγάλης αξίας κοντά σε όμορφες παραλίες, που η «βαριά βιομηχανία» της χώρας μελλοντικά θα αξιοποιούσε δεόντως με απληστία. Άλλα τα μοσχοπούλησε, άλλα θα τα έκτιζε.

«Τον πονηρό Χαλκιδικιώτη θα τον πατήσω! Θα τον λιώσω!», έλεγε με μιαν αγέρωχη αποφασιστικότητα και μεγάλη δόση περιφρόνησης κατά τη διάρκεια της διεκπεραίωσης εκείνων των χρυσοφόρων υποθέσεων που τελικά τον κατέστησαν πλούσιο μεγαλοδικηγόρο και, λόγω της πρότερης ταπεινής καταγωγή του, εξ ορισμού νεόπλουτο. Διέθετε ευφράδεια και ρητορική δεινότητά και στόμφο στο λόγο του – προϋποθέσεις πειθούς του κάθε αγράμματου και όροι επιτυχίας στο επάγγελμα. Είχε και μια εκκεντρική και μάλλον ελκυστική θηλυπρέπεια αυτός ο λόγος, αρκετά χαρακτηριστική για να παρεξηγηθεί από διάφορους προκατειλημμένους ή για να γίνει σημείο κακόβουλων φημών ανάμεσα σε εχθρούς και αντιπάλους. Αρκετά εμφανής, ώστε ακόμα και η συνάδερφος του, η θεία μου Λίτσα, να τον θεωρούσε και ανερυθρίαστα αποκαλούσε σε κάθε ευκαιρία, μπροστά στην Μάνα και άλλους, «τοιούτο» (έναντι πιο προσβλητικών εκφράσεων που χρησιμοποιούσε ο λαουτζίκος.) Η δικηγορική καπατσοσύνη και ρητορικός στόμφος, το φωτοστέφανο και μια μεγάλη επίκτητη αυτοπεποίθηση που οι επαγγελματικές επιτυχίες του φόρεσαν, σμίκρυναν κατά κάποιο μυστήριο τρόπο το κοντό του ανάστημα και αποπροσανατόλιζαν αδιάκριτες ματιές από το φαλακρό κεφαλάκι κι ένα άσχημο πρόσωπο με γαμψή μύτη. Την κυρία-Λόλα την θυμάμαι καθισμένη δίπλα του, με ένα απαλό χαμόγελο, γοητευμένη στην σκιά της προσωπικότητάς του, να τον ακούει σιωπηλή με θαυμασμό.  

Οι Β...ιδαίοι μας προσκαλούσαν καμιά φορά οικογενειακά στο εξοχική τους βίλα στη Σιθωνία, με την τεράστια έπαυλη κι ένα γήπεδο τένις (παρακαλώ!) δίπλα, σε αυτό του μπάσκετ, που ούτε ο κύριος-Λάμπης, πόσο μάλλον η κυρία Λόλα φαινόταν ικανοί να αξιοποιήσουν. Πιο συχνά, η Μάνα κι εγώ, καλούμασταν για απογευματινό καφέ στο διαμέρισμα στην ιδιόκτητη πολυκατοικία, που ο κύριος Λάμπης, μετά από έναν ακόμη δικαστικό μποναμά, είχε «κτίσει» στις Σαράντα Εκκλησιές, σε περίοπτη θέση στις παρυφές του πευκοδάσους του Σεϊχ-Σου. Οι δυο δασκάλες μετά από μια σειρά μεταθέσεων είχαν πλέον συγκλίνει στη Θεσσαλονίκη, η φιλία τους είχε στεριώσει και γίνει καρδιακή, και η Μάνα, εθελοντική νονά και κουμπάρα σε μια σειρά συναδέρφων, είχε βαφτίσει το πρώτο τους παιδί, τον Νίκο. Μαζί ντροπαλοί παίξαμε τα απογέματα των επισκέψεων μας μέχρι το χείλος του ρέματος που χώριζε το προαύλιο της πολυκατοικίας από το δάσος, καμιά φορές και μέσα στο ίδιο το δάσος, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των μανάδων μας από το μπαλκόνι όπου έπιναν τον καφέ τους. 

Η κοινωνική Μάνα κατάφερε και ανταπέδωσε μια ή δυο φορές εκείνες τις προσκλήσεις των Β…ιδαίων για επίσκεψη στο δικά μας, φτωχότερο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, με την απλότητα του «για μια πιτούλα με μπυρίτσα. Με μεγάλο κόπο και με την ψυχή στο στόμα -είναι αλήθεια, καθώς ήταν δεδομένη η χρόνια απροθυμία και αντιρρήσεις και κακόφωνες αντιδράσεις του Πατέρα για τέτοιου είδους μίνι σουαρέ. Εγώ είχα στο μεταξύ μεταμορφωθεί από το παιδάκι, το καθισμένο κάτω από την έδρα, τιμής ένεκεν στο πρώτο θρανίο, που μάθαινε τα πρώτα γράμματα, τη γραφή και ορθογραφία και τις άλλες δεξιότητες, όπως το τραγούδι και τη χειροτεχνία, που  η κυρία Λόλα μου δίδαξε σε εκείνη την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου της Κρύα Βρύση. Σε ένα τέτοιο σουαρέ της Μάνας, βρέθηκα μάλλον τυχαία κι άθελα, αμήχανος πρωτοετής φοιτητής, που άρχιζα να ξεκόβομαι από παρέες μεγάλων. Η κυρία Λόλα καθόταν στο πλάι του κυρίου Λάμπη, μόνιμα στη σκιά της προσωπικότητάς του (όπως, είναι αλήθεια, και η Μάνα σε αυτήν του Πατέρα σε τέτοιες εκδηλώσεις), παρέμενε σιωπηλή για μεγάλα διαστήματα, με ένα χαμόγελο συγκατάβασης στο στόμα για κάθε τι που λεγόταν από τον ίδιο ή τους άλλους, ενώ τις λιγοστές, κοινότοπες κουβέντες της χαρακτήριζαν η ντροπαλοσύνη κι αδεξιότητα, όπως και στην τάξη που με δίδαξε. Σε αντίθεση, ο λαλίστατος κύριος Λάμπης, καθισμένος στην άκρη της πολυθρόνας με τεντωμένη τη μέση, με ευφράδεια και γλαφυρότητα, και έναν επιβλητικό στόμφο από υπερτονισμένες λέξεις, κινήσεις έμφασης και σημασίας χεριών, σα να αγόρευε σε δικαστήριο, να βασιλεύει στην παρέα, παρά την παρουσία του Πατέρα, να πατρονάρει τους συνδαιτημόνες με δικηγορικό ταλέντο αδιαμφισβήτητο και διάχυτο.

Προς μεγάλη εσωτερική μου αναστάτωση, σε κάποιο σημείο με αφύπνισε από την εσωτερική μου γαλήνη και σιωπή σε μια γωνιά του σαλονιού, στη βαριεστημάρα που κυριεύει νέους που βρίσκονται απρόθυμα ανάμεσα σε παρέες και συζητήσεις μεγάλων, και με προκάλεσε ενώπιον των ενήλικων της βραδινής παρέας, όπως θα προκαλούσε και απευθυνόταν σε κάποιον αθώο, φοβισμένο μάρτυρα ενός δικαστηρίου, να εκφράσω τη γνώμη μου για κάποιο πολιτικό θέμα:

«Αγαπητέ Λ., θα ήθελα να συμμετάσχεις και εσύ σε αυτήν την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας... Λ., αναμένω τις απόψεις σου!!!», απαίτησε με σοβαροφάνεια που ξεπερνούσε την χαλαρότητα της μάζωξης.

Η κουβέντα περί ου ο λόγος εκείνο το βράδυ περιστρεφόταν γύρω από τις εντυπώσεις που αποκόμισαν οι Β...ιδαίοι από πρόσφατο ταξίδι αναψυχής σε χώρες του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού, περιττό να προσθέσω αρνητικές, αλλά η πρόσφατη στράτευση με το κόμμα, ως νεαρός και ενθουσιώδης φοιτητής-επαναστάτης και μάλιστα διαφωτιστής, μου επέτρεψε, με ψυχραιμία και σοβαρότητα και, εκ των υστέρων, έναν αυτοθαυμασμό να υπερασπιστώ τη γωνιά των απόψεών μου, που ο κύριος Λάμπης ήθελε για κάποιο λόγο να εκμαιεύσει. Ακολούθησε μια ανταλλαγή πολιτικών επιχειρημάτων, για τα υπέρ και κατά του σοσιαλισμού, η οποία, όπως πολλές τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις, δεν καταλήγουν πουθενά. Όλα κάτω από εκείνο το αδιάψευστο μειδίαμα ικανοποίησης, ίσως και περηφάνιας από τον Πατέρα. Μάλλον κουτοπόνηρα, υπέθεσα αργότερα ότι ίσως τέτοια ερωτήματα να προβάλλονταν εν είδη συνέντευξης στα πλαίσια της προξενιάς που μαγείρευαν η Μάνα και η κυρία Λόλα, ανάμεσα σε μένα και την κόρη των Γ…ιδαίων, που η μεγάλη προίκα που υποσχόταν ήταν το κύριο και, δυστυχώς, ένα από τα λίγα θέλγητρά της.  

Το κεφάλαιο της οικογενειακής σχέσης με του Β…ιδαίους, που άνοιξε στην πρώτη τάξη του δημοτικού της Κρύας βρύσης, συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ανάμεσα στην κυρία-Λόλα και την Μάνα: με επισκέψεις, τηλεφωνήματα για ευχές, για τον βαφτισιμιό της και τον κύριο-Φώτη, τηλεφωνήματα που όμως αραίωσαν με το χρόνο, μέχρι που τελικά διακόπηκαν με την επιδείνωση της αρρώστια της Μάνας. Η καλή της φίλη έγινε μια νεφελώδης ανάμνηση, μέχρι που σβήστηκε από το μυαλό της, καθώς χανόταν σε μιαν άβυσσο ένα μεγάλο κομμάτι από το παρελθόν και τον ίδιο της τον εαυτό. Έκλεισε με την κηδεία της Μάνας, όταν ο βαφτισιμιός της, ο Νίκος, με την αδελφή του, την επίδοξη για ένα διάστημα μνηστή μου, αναπάντεχα εμφανίστηκαν για να προσφέρουν τα συλλυπητήρια τους. Είναι μια από τις ελληνικές παραδόσεις, έμαθα εκ των υστέρων, οι βαφτισιμιοί να παρευρίσκονται στις κηδείες των νονών τους. Η κυρία-Λόλα δεν μπορούσε. Την θυμόταν την Μάνα, την καλή της φίλη και κουμπάρα, αλλά τα πόδια της δεν την σήκωναν πια. Πολλά χρόνια είχαν περάσει για όλους μας, διαπιστώσαμε.     

Saturday, September 17, 2022

Ένα Παιδί - 9 Κρύα Βρύση: Το Πρώτο Σχολιό

Δεν υπήρχαν πολλά πράματα να κάμω τα χειμωνιάτικα βράδια κάτω από το μελαγχολικό φως της λάμπας, στη γυμνή από ο,τιδήποτε δίνει στα παιδιά γέλιο και χαρά κάμαρα, πριν με κυριεύσει μια γλυκιά υπνηλία από τη θαλπωρή της σόμπας. Αλληλοεπιδρούσα μονοσήμαντα με το περιχαρακωμένο και περιορισμένο διανοητικό και γνωστικό σύστημα μιας επιμελούς και μεθοδικής δημοδιδασκάλισσας, κόρης δημοδιδασκάλου, ενσωματωμένης σε ένα οπισθοδρομικό σύστημα διδασκαλίας. Η αδιάκοπη και μονότονη και στείρα homework που έφερνα στο θρανιάκι κάθε βράδυ και την ολοκλήρωνα με στωικότητα και επιμέλεια ήταν η μοναδική μου ενασχόληση. «Σκότωνα» χρόνο ζωής από νωρίς στην ζωή μου. Από το νηπιαγωγείο, όπου εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας έπρεπε δια νόμου να ενταχθώ (και, πράγματι, κατά το γράμμα του νόμου το παρακολούθησα για ένα ελάχιστο, ξεχασμένο διάστημα, καθισμένος αδιάφορος δίπλα σε μια δεσποινίδα νηπιαγωγό που μας διάβαζε παραμύθια και μας μάθαινε την αλφάβητο δείχνοντας μας τεράστια γράμματα σε ένα πίνακα), μετά από κάποιες διαδιδασκαλικές συνεννοήσεις στα παρασκήνια βρέθηκα να παρακολουθώ άτυπα τα μαθήματα της πρώτης τάξης: ένα ολόκληρο έτος πριν την κανονική  μου ώρα! Όχι, βέβαια, στην τάξη που δίδασκε η Μάνα. Αυτό θα έδινε έναυσμα για ψιθύρους για μεροληψία και ειδική μεταχείριση και κουτσομπολιά (και τίποτε λιγότερο αθώο από αυτά) μεταξύ παιδιών και των γονιών τους, ακόμα και μερικών στριφνών δασκάλων. Κυρίως θα έφερνε- υποσυνείδητα σε αμήχανη και περιφρονητική ή στενάχωρη (σε αντιστοιχία με την κακή ή καλή θέλησή τους) θέση συμμαθητές στις συναναστροφές μαζί μου… όχι ότι αυτές ήταν συχνές. Δεν θα με απάλλασσε από την ετικέτα ή, όπως θα έλεγα αργότερα στον εαυτό μου, το στίγμα του «δασκαλόπαιδου» που κουβαλούσα ασυνείδητα, ως μικρός και άβγαλτος, στον καιρό μας στην Κρύα Βρύση, καθώς, ως τέτοιο παιδί, δασκαλοπαίδι, απολάμβανα μερικά ψιλοπρονόμια: σαν τον χρόνο, πριν και μετά από τις ώρες διδασκαλίες, και καμιά φορά στα διαλείμματα, που περνούσα στη ζεστασιά και καθαριότητα του γραφείου των δασκάλων ή τα κεράσματα που συχνά διακινούνταν σε αυτό και πάραυτα μου προσφέρονταν.

Τελικά, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω του τι συνέβαινε γύρω και πίσω από την πλάτη μου, μεταφέρθηκα στην Α΄ Τάξη του μικρού πέτρινου σχολείου, στην τάξη της κυρίας Λόλας, μιας κοντοστούπας και παχουλής, «στρογγυλής» με μια λέξη, άλλα εξαιρετικά καλοσυνάτης συναδέρφου της Μάνας, κατοπινής κουμπάρας και στενής οικογενειακής φίλης. Είχε μηχανιστικούς και αδέξιους τρόπους στη διδασκαλία της η κυρία Λόλα και ήταν ντροπαλή στις φιλικές της συναναστροφές. Αλλά είχε μια  απαλή και ευχάριστη στο άκουσμα φωνή, εξαιρετικά χαμηλών τόνων, με την οποία δεν θυμάμαι να μάλωσε κανέναν. Ίσως, εξαιτίας ενός ήπιου και συνεσταλμένου και, συνεπώς, αδύνατου χαρακτήρα να της είχε ανατεθεί η διδασκαλία στην ανώδυνη Α΄ τάξη του Δημοτικού. Ήταν η δύσκολη ζωή στην Κρύα Βρύση που στέριωσε τη φιλία της Μάνας με την κυρία Λόλα, όπως συμβαίνει πάντα με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κοινές αντιξοότητες σ’ έναν ξένο γι’ αυτούς τόπο. Και αυτή η φιλία επέζησε για τα πολλά ύστερα χρόνια, μέχρι τη σύνταξη και τα γεράματά τους, μέχρι που η αρρώστια της Μάνας έσβησε, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, και μιαν από τις καλύτερές της φίλες. Όσον αφορά εμένα, ισχύει το ότι «η πρώτη δασκάλα δεν ξεχνιέται», όσο και αν η επίδραση που είχε στη ζωή μια δασκάλα της πρώτης τάξης του σχολείου δεν μπορεί να είναι σημαντική.

Sunday, September 11, 2022

Ένα Παιδί - 8 Κρύα Βρύση: Η Καμαρούλα της κυρά-Μέλης

 Ήταν κρύος και μοναχικός τόπος η Κρύα Βρύση. Ήσυχος και ειρηνικός: της έλειπαν οι φωνές και η βοή των δρόμων της Θεσσαλονίκης. Τα πρωϊνά του χειμώνα της χρονιάς που την ζήσαμε, από το φυλλοβόλημα των δέντρων το φθινόπωρο μέχρι το άνθισμα των αμυγδαλιών, καταστάλαξαν στις πρώτες παιδικές αναμνήσεις μου σκοτεινά και παγωμένα. Το κρύο ήταν τσουχτερό όταν παίρναμε τον δρόμο μας κι ο ήλιος κρυμμένος, αλλά τελικά ανέτελλε πριν το άνοιγμα του σχολείου κι έδειχνε τα δόντια του, θαρρείς για να μας τραβήξει την προσοχή μέσα από έναν βαρετό, διαυγή ουρανό πάνω από τον απέραντο κάμπο. Το λαμπρό, κίτρινο φως του φώτιζε άπληστα τις αίθουσες του παλιού κτιρίου μέσα από τα ψηλά ορθογώνια παράθυρα σε όλο του το μήκος και πλάτος του σχολείου, σκεδαζόμενο από την αεικίνητη, πανταχού παρούσα σκόνη που σήκωναν τα πόδια των παιδιών. Οι λίγοι ίσιοι δρόμοι του χωριού οι παράπλευροι του κεντρικού, οδηγούσαν χωρίς εξαιρέσεις σε χωράφια και καλλιέργειες, δηλαδή για μένα και τη Μάνα στο πουθενά. Και η μοναδική απρόσωπη, άδεντρη, τετράγωνη πλατεϊτσα, ένα λευκό πλακόστρωτο, η «πλατεία του χωριού» όπως λέγεται, έρημη από ψυχές τις ώρες του σκότους, πρόσθεταν στο αίσθημα της μοναξιάς και απομόνωσης του χωριού και στην ανία των ανθρώπων που βρέθηκαν εκεί από τις πόλεις: στη συντριπτική τους πλειοψηφία περαστικοί και πρόσκαιροι, να περιμένουν ανυπόμονα την ώρα να δραπετεύσουν, να μοιράζονται στο μεταξύ τη ρουτίνα και την καθημερινότητα, όντας φυλακισμένοι μέσα στους ίδιους χαμηλούς ορίζοντες με τους ντόπιους.

Στην Κρύα Βρύση η Μάνα βρήκε και νοίκιασε μια κάμαρα, μια σταλιά. Ήταν κρυμμένη πίσω από μια πόρτα στη γωνιά μιας μακριάς, ορθογώνιας βεράντας πάνω από την περιφραγμένη εσωτερική αυλή, στον πρώτο και μοναδικό όροφο του σπιτιού μιας οικογένειας γεωργών: του κυρ-Γιώργου και της κυρά-Μέλης και των δυο αρκετά μεγαλύτερων από μένα αγοριών τους. Το σπιτικό τους ήταν δέκα βήματα από τη γωνιά της πλατείας όπου έστεκε το ένα και μοναδικό περίπτερο του χωριού, στη διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο του χωριού· πίσω από το «Βιβλιοχαρτοπωλείον Αβραμίδης κ Υιός», το οποίο προμήθευε τους μαθητές του χωριού (την κύρια και, ίσως, μοναδική πελατεία του) με τα απαραίτητα υλικά εφόδια της μάθησης. Τέτοια βιβλιοχαρτοπωλεία έγιναν, από εκείνη την πρώτη σχολική χρονιά που μας φιλοξένησε η Κρύα Βρύση, και στα σχολικά χρόνια που ακολούθησαν ακατανίκητοι, όσο κι ανεξήγητοι πόλοι έλξης, σχεδόν αδιάλειπτοι σταθμοί μετά το τέλος της σχολικής μέρας: για τα αναρίθμητα, πολύχρωμα εξαρτήματα και βοηθήματα, τη μυρωδιά του χαρτιού και των μολυβιών, των τετραδίων με τις διάφορες διαγραμμίσεις και τα πλαστικά καπλαντίσματα ή χαρτονένια εξώφυλλα και τα αδιάψευστα αρώματά τους. Είχα πειστεί, πιο πολύ από το συνάφι των δασκάλων γύρω μου, της Μάνας, του παππού και των συναδέρφων τους, ότι το διάβασμα και το γράψιμο, για να αποκτήσει ποιότητα και χάρη, ίσως νόημα και περιεχόμενο, είχε ανάγκη από όλα αυτά απαραίτητα, ανεξάντλητα σε αριθμό, εξαιρετικής απλότητας στη χρήση και λειτουργία εξαρτήματα που διέθεταν εν αφθονία εκείνα τα βιβλιοχαρτοπωλεία: χάρακες για υπογράμμιση και ευθυγράμμιση, μολύβια και στυλό διαφόρων χρωμάτων, που προσέδιδαν ομαλότητα και χρώμα στη γραφή, μια διαφορετική έμφαση σε γράμματα, λέξεις και προτάσεις, τάξη και καλαισθησία -να μην ξεχνάμε!, και ούτω καθ’ εξής. Εν ολίγοις, συντελούσαν στη βελτιστοποίηση με έναν τεχνητό τρόπο κάθε σχολικής -και όχι μόνον- εργασίας. Καθόλου μικρή υπόθεση η έμφαση στη μορφή και εμφάνιση, θα μάθαινα αργότερα, και ας ήταν πολλές εις βάρος του περιεχομένου. Κάτι έμενε, ακόμα και σε ένα κενό ουσίας.    

Ο κυρ-Γιώργος ήταν ένας λεπτοκαμωμένος άνθρωπος, με πρόσωπο χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες, και το σχεδόν αναπόφευκτο για το milieu του λεπτίγραμμο, ασορτί με τα πλούσια, γκρίζα και ακατάστατα μαλλιά του μουστάκι. Είχε, με άλλα λόγια, τη χαρακτηριστική ή στερεοτυπική φυσιογνωμία του αγρότη. Διαρκώς απασχολημένος με τις δουλειές του, τον πετυχαίναμε που-και-που τα πρωϊνά καβάλα στο τρακτέρ και την καρότσα που έσερνε καθ’ οδόν για τα χωράφια του, τα γύρω χωριά και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ή ποιος ξέρει για που αλλού. Πόσο λαχταρούσα να ανέβω στην θεσούλα του τρακτέρ, που έστεκε δελεαστικό και απαγορευμένο κάτω από το υπόστεγο της αυλής ανάμεσα σε σωρούς δέσμες αχύρου, να παίξω με το τιμόνι και τις ταχύτητες του, να προσποιηθώ τον οδηγό του! Η γυναίκα του, η κυρά-Μέλη, ήταν μια εύσωμη γυναίκα, με παχουλό στρογγυλό, κοκκινωπό πρόσωπο, πιο νεανικό από αυτό του άντρα της, με τα μαλλιά με ατημέλητο τρόπο μαζεμένα πίσω από το κεφάλι της. Προσωποποίηση και αυτή της τυπικής νοικοκυράς του χωριού, σχεδόν πάντα ντυμένη με μια ποδιά κουζίνας πάνω από ένα λουλουδάτο βαμβακερό φόρεμα, από το πρωί ως το βράδυ αφοσιωμένη σε δουλειές του σπιτιού, στο συγύρισμα της αυλής, στο τάισμα των πουλερικών και της κατσίκας, με μικρά διαλείμματα για καφέ και κουτσομπολιά, συχνά συνοδευόμενο από γλυκά κουταλιού, στη μεγάλη κουζίνα του ισόγειου με γειτόνισσες και, περιστασιακά, τη Μάνα ή τον εκάστοτε νοικάρη της. Τα παιδιά τους ήταν μάλλον πολύ μεγαλύτερα σε ηλικία -έτσι φαίνονται στα παιδικά μου μάτια- και με απροθυμία θα συναναστρεφόταν το συνεσταλμένο πεντάχρονο πιτσιρίκι που ήμουν. Καμιά-δυο φορές, υποθέτω με την προτροπή των γονιών ή ίσως από απλή συμπάθεια και καλοσύνη για το πιτσιρίκι που ήμουν, μου επέτρεπαν να συμμετέχω σε impromptu μπάλα στη μεγάλη αυλή του σπιτικού. Απουσία του κυρ-Γιώργου, του τρακτέρ και της καρότσας του, πρόσφερε αρκετή ευρυχωρία για ένα παιδικό κλοτσοσκούφι με γειτονόπουλα, όπου η αγάπη μου για την μπάλα απόκτησε τις πρώτες της ρίζες.

Η πόρτα του φτωχικού μας διαμερίσματος άνοιγε σε μιαν ασήμαντου μεγέθους κουζινούλα, τον πάγκο και το νιπτήρα της, κι ένα πρωτόγονο ηλεκτρικό φουρνάκι με δυο μάτια στο βάθος. Ένα άνοιγμα, χωρίς πόρτα, την συνέδεε με την κάμαρα, το υπνοδωμάτιο μας. Δεν είχε τουαλέτα. Αυτή ήταν μια τουρκικού στυλ τρύπα πίσω από μιαν άλλη πόρτα στην άκρη της βεράντας, αλλά οι σχετικές ανάγκες ήταν τριτεύουσας σημασίας τότε. Η επίπλωση της κάμαρας ήταν μινιμαλιστική και φτωχική. Το ντιβάνι που μοιραζόμασταν με τη Μάνα, κάτω από ένα σεντόνι κάτασπρο και μοσχοβολιστό, αλλά σχεδόν πάντα κρύο και υγρό στην αφή του, και μια ή δυο μάλλινες κουβέρτες βρισκόταν κολλημένο στον πέρα τοίχο. Ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, μια σόμπα πετρελαίου και το μπουρί της στη μια μεριά, και στην απέναντι, κάτω από ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στην παράπλευρη βεράντα του γείτονα, και το απαραίτητο για δασκαλοπαίδι ξύλινο μονοθέσιο θρανιάκι μου με την πράσινη τάβλα, που από κάτω της έκρυβα τα τετράδιά και μολύβια μου: τα απαραίτητα αξεσουάρ, όπως αναφέρθηκε, για έναν σχετικά έξυπνο και ελαφρώς προικισμένο γιο, μέσα αναγκαία προς την επίτευξη των ακαδημαϊκών ονείρων που οι γονείς που είχαν από νωρίς επενδύσει σε του λόγου μου. Όπως θα έπραττε, άλλωστε, και κάθε μικροαστική οικογένεια στην Ελλάδα του τότε και του σήμερα, μια-δυο ιστορικές γενιές παρακάτω· τέτοια ήταν, τέτοια παραμένουν τα μικροοράματά τους, με μικρού βάθους προοπτική στο απώτερο μέλλον.

Σε εκείνο το θρανιάκι, τα σκοτεινά, μοναχικά βράδια του χειμώνα μετά το σχολείο κάτω από τη διακριτική επιτήρηση της Μάνας και τον θλιμμένο φωτισμό μιας γυμνής λάμπας που κρεμόταν από το ταβάνι, επιδόθηκα κι εξάσκησα, με αξιοσημείωτο βαθμό επίτευξης, επίκτητες επιδεξιότητες στην καλλιγραφία και ορθογραφία, μέσα από αδιάκοπες, κουραστικές αντιγραφές παιδαριωδών κειμένων. Εξελίχθηκα έτσι σ’ έναν τελειομανή καλλιγράφο (κάτι που λίγοι τότε θα μπορούσαν να προεικάσουν ότι θα αποδεικνυόταν μελλοντικά περιττό και αντιπαραγωγικό!) και σε κάτι παραπάνω από επαρκή ορθογράφο μιας φορτικής και δυσνόητης γλώσσας. Μια «εθνική» γλώσσα που παρέμεινε τέτοια διαχρονικά, παρά τις κατά καιρούς απλοποιήσεις και εκσυγχρονισμούς, χαμένη κατά κάποιο τρόπο στο ιστορικό μονοπάτι που ξεκινούσε από μια πλούσια αρχαία μήτρα και βρέθηκε, κουρασμένη, γυμνή και πτωχευμένη κι αυτή, καταμεσής ενός πυκνού δάσους ξενόφερτων λεξιλογίων της επιστήμης, της τεχνολογίας και των ραγδαίων καινοτομιών της. Με λίγα λόγια, φτιαχνόμουν κάτω από την αποκλειστική (έστω και προσωρινά) επιρροή της Μάνας σ’ έναν συνολικά και απόλυτα νοικοκυρεμένο μαθητή του ελληνικού δημόσιου σχολείου, ένα πραγματικό και γνήσιο δασκαλοπαίδι. Αλλά ταυτόχρονα κληρονομούσα, άθελά μου, και ένα από τα ελαττώματα της Μάνας και των περισσότερων δασκάλων, στην πλειοψηφία ημιμαθών, όπως θα συμπέρανα αργότερα, των «δασκαλάκων» εκείνης της εποχής: την έμφαση στη μορφή και την εμφάνιση, σε βάρος του περιεχόμενου, της κριτικής και της δημιουργίας.