Tuesday, July 31, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 12 Κατοχή στο Χωριό

Δεν άργησε να μείνει έγκυος η Βασιλική μετά το γάμο τους. Και δεν άργησε να χτυπήσει το σπιτικό τους η πρώτη κακοτυχία, από τις πολλές που θα ακολουθούσαν μέχρις ότου να κατασταλάξουν τα πράματα κι οι ζωές κάτω από την κοινή στέγη, μέσα στην κοινότητα και γύρω από τις δουλειές του Γιάννη, του δημοδιδάσκαλου. Δυο μηνών έγκυος αρρώστησε βαριά από ελονοσία. Η περιοχή που έχτισαν το σπιτικό τους στο χωριό της Νέας Μαγνησίας κι εκεί που στέριωσαν, συνόρευε τότε με βαλτότοπους ανάμεσα στο Γαλλικό και τον Αξιό ποταμό. Τα κουνούπια ήταν μάστιγα. Παρέμεινε και στα χρόνια μας, από τη δύση μέχρι την ανατολή του ήλιου του καλοκαιριού, καθημερινό βάσανο, όχι και τόσο απειλητικό για τους ανθρώπους της περιοχής. Τότε όμως δυνάμει θανατηφόρα. Ούτε ο γιατρός που σύστησε κινίνα σε ποσότητες χωρίς προδιαγραφές, ούτε και η Βασιλική είχαν ιδέα τι επιπτώσεις μπορούσαν να είχαν εκείνα τα φάρμακα, αν είχαν, στο έμβρυο που κουβαλούσε. Η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και δεν υπήρχε ο χρόνος και η συσσωρευμένη γνώση κι εμπειρία για να ζυγιστούν παρενέργειες στην ίδια και το έμβρυο που κουβαλούσε. Την έκαναν καλά. Το αν έβλαψαν την υγεία του εμβρύου μόνον αναπόδεικτες υποθέσεις θα μπορούσαν να γίνουν.

Ο Γιώργος ο Οικονόμου γεννήθηκε σωματικά αδύνατος και καχεκτικός, ένα χλωμό, ασθενικό παιδί με πνευματική καθυστέρηση. Τον περίθαλψαν και φρόντισαν όσο μπόρεσαν στο σπιτικό της Μαγνησίας, μέχρι που συνάντησε τον πρόωρο, όσο κι αναμενόμενο θάνατό στα δεκαεπτά του χρόνια. Παρέμεινε ο μυστικός καημός της οικογένειας, κρυμμένος από τον έξω κόσμο, κλεισμένος μέσα στους τοίχους τους σπιτιού, στην αυλή και τον περιφραγμένο μπαχτσέ- ολάκερος ο κόσμος μιας σύντομης ζωής. Ένα τέτοιο παιδί, καχεκτικό και καθυστερημένο, στη μικρή, οπισθοδρομική κοινωνία της Μαγνησίας -αλλά και πολύ πιο πέρα από αυτήν, στις μεγαλουπόλεις της Ελλάδας, εθεωρείτο κάτι σαν στίγμα, αιτία μιας ανεξήγητης ντροπής. Μαθαίναμε, όχι από τα σχολικά βιβλία, ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες πετούσαν τα άρρωστα και ανάπηρα παιδιά τους στον Καιάδα. Στην Ελλάδα των δεκαετιών του 1930 και 1940, απλώς ντρέπονταν να τα δείξουν στον έξω κόσμο, να τα πάρουν από το χέρι μαζί τους σε πανηγύρια, γιορτές κι αναστάσεις, να απολαύσουν σαν οικογένεια τις μικροχαρές της ζωής.  Ήταν οι προκαταλήψεις, η έγνοια του τι θα ψιθύριζε ο κόσμος πίσω από τις πλάτες τους, τι θα κουτσομπόλευες σε σπίτια και αυλές με το καφεδάκι, ήταν τα βλέμματα και καμιά φορά τα δάκτυλα ξένων που στρέφονταν προς τη μεριά τους, ήταν τα αισθήματα οίκτου που θα προκαλούσε για τους δυο, κατά τ’ άλλα, περήφανους και τίμιους γονείς. Ένα φαινόμενο δύσκολο να αναλυθεί με τις πολιτιστικές και κοινωνικές παραμέτρους, του χτες ή του σήμερα, ένα ακατανόητο συναίσθημα ντροπής, συνυφασμένο με την ελληνική κουλτούρα και τις προκαταλήψεις της. Εν μέρει, ίσως, εξαιτίας των συμπλεγμάτων ανωτερότητας σε σχέση με άλλους γειτονικούς λαούς κι έθνη ή παρακατιανούς ομοεθνείς μας, κατωτερότητας ως προς περισσότερο προνομιούχες κοινωνίες. Ή κι εξαιτίας του ανυπόφορου βάρους της αρχαίας ιστορίας που φορτώθηκε στην πλάτη μας από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, των όποιων ιστορικών μύθων και υπερμεγεθών και παραμορφωμένων αληθειών με τις οποίες γαλουχηθήκαμε.

Ούτε η Μάνα, ούτε καμιά από τις αδερφές του που μεγάλωσαν μαζί με το Γιώργο δεν ανάφεραν ποτέ για τις μέρες και την ύπαρξη του. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια από το θάνατο του, σε μια αυθόρμητη επίσκεψη με τις θείες στο κοιμητήριο του Άγιου Αθανάσιου, στο θλιβερό οστεοφυλάκιο -μια αποπνικτική, μισοσκότεινη αποθήκη με σκονισμένα σανίδια εν είδει ραφιών γύρω-γύρω, δίπλα στα κόκκαλα του παππού και της γιαγιάς, ένα άλλο κασελάκι με το όνομα Γιώργος Ο. τράβηξε την προσοχή μου. Υπήρξε σε αυτόν τον κόσμο κι ένας αδερφός, παραδέχθηκε η θεία μου, με ψιθυριστή κι ένοχη φωνή, ένας άνθρωπος με το ίδιο αίμα με το δικό μας, που ποτέ δεν έτυχε να γνωρίσω από φωτογραφίες ή διηγήσεις. Και για την ζωή του τίποτε κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξεστομίσει στις διάφορες οικογενειακές συνάξεις και εξιστορήσεις και εξομολογήσεις που μεσολάβησαν. Είχε εξαφανιστεί στις απόκρυφες, σκοτεινές γωνιές της οικογενειακής λήθης.   

H κακοτυχία που τους έλαχε με το πρώτο τους παιδί, η αναπηρία του Γιώργου και η ντροπή τους, δεν πτόησε τον Γιάννη και τη Βασιλική. Στα γαλήνια χρόνια πριν τον πόλεμο και την Κατοχή, προσπάθησαν ξανά να κάνουν παιδιά, να μεγαλώσουν και «διαιωνίσουν» την οικογένεια τους. Έφεραν στον κόσμο την Αλίκη, τον πλέον δυναμικό και τελικά κυρίαρχο κι αυταρχικό κι αυστηρό χαρακτήρα μέσα στην οικογένεια· μετά από λίγα χρόνια, το 1938, τη Μάνα με την ετεροθαλή δίδυμη αδερφή της, που θα αποδεικνύονταν στη ζωή περισσότερο εύπλαστες και λυγερές και αδύνατες προσωπικότητες. Η χωρίς πολλά συμβάντα καθημερινότητα του χωριού, με τον Κωτή και την Δομνίκη στο μικρό σπιτάκι του «Εποικισμού», τον κυρ-Γιάννη και τη Βασιλική στο πιο ευρύχωρο και νεόχτιστο, την κύρια απασχόληση  στο σχολείο, τις παράπλευρες δουλειές που ο μπαχτσέ και το χωράφι απαιτούσαν, το χτίσιμο πετραδάκι-πετραδάκι της μικρής τους έπαυλης, η διακριτική φροντίδα του Γιώργου, πίσω από αδιάκριτες ματιές συγχωριανών, το μεγάλωμα των κοριτσιών, διακόπηκε απότομα από τον πόλεμο τον χειμώνα του 1940: την εθνική μας εποποιία, για την οποία τόσα ακούσαμε στο σχολείο. Ο παππούς έφυγε με τον Αποστόλη, τον Λεωνίδα και άλλους συγχωριανούς να πολεμήσουν τους Ιταλούς. Γύρισαν νικητές μετά από μερικούς μήνες, βρώμικοι και κατάκοποι, αλλά οι περισσότεροι, δόξα τω Θεώ, σώοι και αβλαβείς, στη νηνεμία της καθημερινότητας και τη σχετικά ανεπηρέαστη από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής ηρεμία της Μαγνησίας, έχοντας διαπράξει στο ακέραιο το καθήκον τους προς την πατρίδα.

Στα χωριά, όπου το μεγάλο μέρος της εργασίας των περισσότερων αφοσιωνόταν στην παραγωγή για οικογενειακή κατανάλωση, όπου τα βασικά αγαθά για τη συντήρηση τους, το γάλα, το ψωμί, τα λαχανικά, τα αυγά, πάντα βρίσκονταν στο τραπέζι, αναστατώσεις σαν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ακόμα και σαν τη γερμανική κατοχή που θ’ ακολουθούσε, δεν επηρέασαν σημαντικά μιαν σχεδόν αδιατάραχτη στην ηρεμία της καθημερινής ρουτίνας διαβίωση -από ματεριαλιστική άποψη τουλάχιστον.  Ήταν βασική αυτή η διαβίωση, οι απαιτήσεις λιγοστές, και παρέμεινε απλή και οι άνθρωποι του χωριού στις ζωές τους αυτάρκεις. Και μετά κατέφτασαν οι Γερμανοί. Ξεπρόβαλλαν ως γκρίζες φιγούρες μέσα από τον αχό και τη σκόνη των μηχανοκίνητων ταγμάτων τους, το τρίξιμο της μπότας στους ξεραμένους από τον καλοκαιρινό ήλιο δρόμους, έξω από ασφαλισμένα παραθυρόφυλλα. Η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της απέκτησαν σε κείνη τη φάση του πολέμου κάποια σημασία, αν και πιθανώς μια υποσημείωση κάπου στην «περιφερειακή στρατηγική» και τα μεγάλα σχέδια του Χίτλερ. Το σπίτι του Γιάννη και της Βασιλικής, όπως και το διπλανό του Λεωνίδα, της γυναίκας του της Φανής και των παιδιών τους, επιτάχτηκε από τους Γερμανούς. Στην πράξη σήμαινε ότι σ’ ένα-δυο από τα υπνοδωμάτιά τους θα κοιμόντουσαν επ’ αόριστον Γερμανοί αξιωματικοί της τοπικής φρουράς. Οι σχέσεις εκείνων των αξιωματικών με τον Γιάννη, τον Κωτή, το Λεωνίδα και τους άλλους άντρες του χωριού, με λίγες εξαιρέσεις, διαμορφώθηκαν σε τυπικές, συμβιωτικές του κατακτημένου με τον κατακτητή, μοιραίων και ανήμπορων υποταγμένων μιας κλειστής στον εαυτό της κοινότητας με τον πορθητή.  Σχέσεις ανοχής και απρόθυμης υπακοής από τον ανίσχυρο κι άοπλο, που ο ρυθμός της ζωής του αναπάντεχα αναστατώθηκε, προς έναν ισχυρό, υπεροπτικό κατακτητή, με πλήρη επίγνωση της δύναμής του, που διέταζε κι επέβαλε τις διαταγές μιαν άνωθεν ιστορική θέλησή με το έτσι-θέλω. Κι άρπαζε ό,τι χρειαζόταν. Σε μιαν ατμόσφαιρα εκρηκτική, νευρικότητας και χαμηλών ψιθύρων, από τη μια πλευρά, και προστακτικών, άγριων φωνών από την άλλη.

Υπήρχαν τότες και οι λίγοι, οι «συνεργάτες» που όχι μόνον στωικά έσκυψαν το κεφάλι, αλλά και ενεργά συμπαραστάθηκαν: έγλειψαν, κατέδωσαν, πούλησαν και μεταπούλησαν με κέρδος, παρέδωσαν εκτός από τη γη και το ύδωρ κι ανθρώπινες ψυχές. Σε κάθε απότομη στροφή της ιστορίας ο οπορτουνισμός, είτε από δειλία και το ένστικτο αυτοσυντήρησης παρακινούμενος, είτε από απληστία, ελλοχεύει. Παρά την βαριά ατμόσφαιρα που εγκαταστάθηκε και απλώθηκε στο χωριό, τα κορίτσια του Γιάννη, ιδιαίτερα οι ξανθωπές και χαριτωμένες δίδυμες αδερφές, έγιναν αντικείμενο συμπάθειας των αξιωματικών της Βέρμαχτ που εγκαταστάθηκαν στο πατρικό. Πέρα από τα μικρο-πειράγματα σε μιαν ακαταλαβίστική για αυτές και τους γονιούς τους γλώσσα, βγάζαν από τις τσέπες και πρόσφεραν ταχτικά καραμέλες και σοκολάτες, κι αυτά τα τραταρίσματα γίνονταν από τις δυο πιτσιρίκες δεκτά με χαμόγελα. Στον ψυχρό κι ανήλεο κι απρόσωπο κατακτητή της ιστορίας λάνθανε κάπου κρυμμένο, πίσω από τα ιστορικά αφηγήματα που συνήθως παρακάμπτουν την ατομική ψυχή και είναι, ένα γνήσια ανθρώπινο πρόσωπο μιας διαχρονικής ανθρώπινης φύσης.

 Τελικά, οι Γερμανοί όπως ήρθαν στο χωριό, έτσι και απήρθαν, χωρίς πολλή φωτιά κι ατσάλι, χωρίς εκτελέσεις και σκοτωμούς. Αλλά και τι να έκαιγαν και κατέστρεφαν σε ένα τέτοιο χωριό, πέρα από τις γέφυρες του Γαλλικού και του Αξιού, και το σιδηρόδρομο που περνούσε από τις παρυφές του; Ποιον να σκότωναν καταμεσής της εύφορης Σαλονικιώτικης πεδιάδας και των μπαξέδων της Μαγνησίας, μακριά από τα βουνά των ανταρτών, όταν όλοι οι κάτοικοι σκυμμένοι υποτάχτηκαν στις διαταγές τους, συνέχισαν όπως κατάφερναν με τις ζωές τους, και μερικοί από αυτούς, προύχοντες ή μη, συνεργάστηκαν με ζήλο και όρεξη;

Η υποχώρηση και η τελική αποχώρηση των κατακτητών δεν έφερε «εν μία νυκτί» την ειρήνη και την τάξη για τους πολλούς από τους χωρικούς που την προσδοκούσαν. Η ανοχή προς τους Γερμανούς μετατράπηκε μέσα από τους ψιθύρους και τα νέα που ξεχείλιζαν ανά την επικράτεια από το ράδιο, τις εφημερίδες που περνούσαν από χέρι σε χέρι, από τις κουβέντες και τις πολιτικές ζυμώσεις στα καφενεία, σε συμπάθεια προς τον απελευθερωτή, προς εκείνες τις αόρατες, φαντασμαγορικές, μέχρι και θρυλικές για τους χωρικούς φυσιογνωμίες που αντιστάθηκαν και πολέμησαν τους Γερμανούς – το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Υποδέχτηκαν τους αντάρτες, ίσως ενστικτωδώς, ως τον μοναδικό και νόμιμο εκπρόσωπο των μαζών αγροτών, εργατών, και διανοούμενων και μερικών θαρραλέων μικροαστών, σε συνοικίες πόλεων και χωριά μέσα από τη μέθη και ευδαιμονία της απελευθέρωσης, το ηθικό και τις ελπίδες για το μέλλον ανορθωμένες. Ο Κωτής τους χαιρέτιζε, βλοσυρός κι ανέκφραστος πίσω από το γκρίζο μουστάκι του, με υψωμένη την αριστερή του γροθιά μπροστά στην εξώπορτα του χαμόσπιτου του Εποικισμού. Δεν σκάμπαζε από σοσιαλισμό ή «λαοκρατία». Ο κυρ-Γιάννης, ο δάσκαλος, ο de facto διανοούμενος του χωριού εκφωνούσε πανηγυρικές ομιλίες σε μαζώξεις χωρικών και ανταρτών στο σχολείο και την πλατεϊτσα μπροστά από την κοινότητα: σε λαϊκές ολομέλειες παλλόμενες από τη χαρά της απελευθέρωσης, χωρίς όμως σημαντικό υλιστικό για τους ίδιους αντίκτυπο, και τον ενθουσιασμό για ένα καινούργιο όσο και ομιχλώδες ως προς τις προοπτικές του μέλλον. Διανθισμένες ήταν εκείνες οι ομιλίες του κυρ-Γιάννη με συννεφώδεις για το πόπολο (ίσως και για τον ίδιο), αλλά γοητευτικές λέξεις, όπως «λαοκρατία» και «λαϊκή εξουσία», ευθυγραμμισμένες με τα συνθήματα και τους γενικά αδιευκρίνιστους, μη αποκρυσταλλωμένους και αδιάφανους πολιτικούς στόχους των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.  Μέσα σε ένα, λοιπόν, γενικό, αόριστο και ιδεαλιστικό περιεχόμενο (καθώς ήταν κυρίως «πανηγυρικές» και χαρμόσυνες σαν την Ανάσταση του Χριστού) θα αποκτούσαν, όπως και να το κάνουμε, για τα αυτιά αρκετών χροιά φιλοκομμουνιστική. Η απειλή του κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων στην Ελλάδα και τον κόσμο είχε πλέον εντοπισθεί, προπαγανδιστεί ανάλογα, κι εμπεδωθεί× σε μια καμπή της ιστορίας όπου όλα ήταν ρευστά, όπου όλοι προσπαθούσαν να περιμαζέψουν ότι απέμεινε από το βιός τους και, τουλάχιστον οι διανοούμενοι ανάμεσά τους, να βάλουν σε μια σειρά και τάξη πολιτικές σκέψεις, να πιαστούν από κάποιες αξίες ή κοσμοθεωρίες, να συγκροτήσουν και μεταδώσουν πεποιθήσεις και ιδέες. Η πάλη και οι συγκρούσεις τέτοιων σκέψεων και ιδεών βρισκόταν σε ένα ιστορικό αποκορύφωμα. Η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, που ο ηρωϊκός Κόκκινος Στρατός της είχε προελαύσει μέχρι το Βερολίνο, φανταζόταν για τους άλλους της αντιπέρα όχθης το σύμβολο ενός εφικτού, υπαρκτού σοσιαλισμού και πυρσός τους ιστορικού μέλλοντος της ανθρωπότητας. Ποιος όμως θα μπορούσε να προβλέψει τον εμφύλιο διχασμό και πόλεμο που θα έφερνε το τέλος της Κατοχής στη μικρή, κατεστραμμένη και κουρασμένη Ελλάδα;  

Tuesday, July 3, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 11 Στη Μαγνησία

Τέλος πάντων, ο κυρ-Γιάννης έριξε μια μαύρη πέτρα πίσω, στο χωριό και την Άρτα, και μετανάστευσε. Κατάφερε και σπούδασε δάσκαλος στην Παιδαγωγική Ακαδημία των Αθηνών, αξιοθαύμαστη προσωπική κατάχτηση και σημαντική υπόθεση για κείνη την εποχή και τις συνθήκες. Ολοκλήρωσε, επιπλέον, με επίσης αξιέπαινο τρόπο, ένα μεταπτυχιακό στην Παιδαγωγία που η Φιλοσοφική Σχολή οργάνωνε τότε. Βρήκε το χρόνο κι ανάπτυξε επιδεξιότητα στο βιολί, ένα βιολί που ακόμα σώζεται στο σπίτι της Μαγνησίας, αλλά που δεν τον άκουσα ποτέ να παίζει. Με λίγα λόγια, τα φώτα της γνώσης και της μόρφωσης φώτισαν το μυαλό του κι ανέλαβε στην ακμή της ζωής του το φως αυτό να το μεταδώσει στη γενιά της προσφυγιάς.

Το πως από την Αθήνα κατέληξε στη Μακεδονία και τελικά στα φτωχικά, δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης, με τα σύνθετα, πολύπλοκα και πολύχρωμα εθνικά χαρακτηριστικά του μεσοπολέμου, την δύσκολα να ξετιναχτεί, σχεδόν ασήκωτη, βαλκανική κληρονομιά, παραμένει άγνωστο. Σε μιαν ιστορική φάση που διακρινόταν, αν μη τι άλλο, από την αβεβαιότητα του τι θα φέρει το αύριο και έντονη κοινωνική ρευστότητα, είναι δύσκολο να φανταστώ τον παππού που ως παιδί γνώρισα, τον λογικό και μετρημένο, τον συνετό και νουνεχή, να αναλάμβανε με δική του και μόνον παρόρμηση ένα εγχείρημα με τόσο προσωπικό ρίσκο και ενδεχόμενα κόστος στην καριέρα του· μιαν καριέρα που φαίνεται να έχτισε με αρκετό μόχθο και δόσεις φιλότιμου. Δεν ήταν ρομαντικός, αλλά πραγματιστής. Υποθέτω ότι κάποια υπουργικό διάταγμα διορισμού ή μετάθεσης τον ανάγκασε προς τα ‘κει και λιγότερο μια αυτοφυής πρωτοβουλία σε αναζήτηση της πρόκλησης του άγνωστου και της διαφορετικότητας. Στο κάτω-κάτω της γραφής, οι πληθυσμοί της Ήπειρος και των επαρχιών της νέας Ελλάδος συνέκλιναν ομοθυμαδόν προς την Αθήνα. Η επικεντρωμένη γραφειοκρατία, και η αστυφιλία, χέρι-χέρι με την οικονομική ανάπτυξη βάδιζαν με γοργούς ρυθμούς, ώστε να υφίσταντο άξιες λόγου φυγόκεντρες δυνάμεις από την πρωτεύουσα. Διορίστηκε, λοιπόν, δάσκαλος στη Μαγνησία και λίγο αργότερα ανέλαβε διευθυντής σε κάποιο σχολείο στη γειτονιά του Βόσπορου, στην προσφυγική Μενεμένη. Ποια καινούργια συνοικία της Θεσσαλονίκης τότες δεν ήταν προσφυγική; Το σχολείο στο οποίο αφιέρωσε τη διδακτική του ενέργεια και μεράκι και το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του έγινε γνωστό στους ντόπιους ως το «σχολείο του Ο», ανεπίσημος τίτλος αναγνώρισης και τιμής. Αλλά ήταν ακόμα μικρός ο κόσμος τότε. Λένε ότι τελικά, πριν βγει στη σύνταξη και παρά τις μεταπολεμικές περιπέτειες πολιτικής φύσεως στις οποίες μπλέχτηκε, έγινε επιθεωρητής στη Γουμένισσα και τους Αμπελόκηπους, άγγιξε την κορυφή μιας εθνικής διδασκαλικής καριέρας, αν και σε μιαν παρακατιανή περιφέρεια.  

Τότε, στα χρόνια του μεσοπολέμου, πρωτοδιορισμένος δάσκαλος στο χωριό, γνώρισε τη γιαγιά την Βασιλική, την όμορφη και μονάκριβη κόρη του Κωτή. Κάποιο προξενιό θα οργανώθηκε (έτσι γινόταν τα πράγματα έτσι, με έναν καφέ και ένα κουταλάκι γλυκό ή βανίλια), που το παρασκήνιο, τα εμπλεκόμενα μέρη, o προξενητής, και οι λεπτομέρειες θα παραμείνουν άγνωστα. Παντρεύτηκαν κάτω από ένα δέντρο, με κουμπάρο τον προξενητή και τις ευλογίες ενός παπά, του Κωτή και της Δομνίκης, αλλά όχι της οικογένειας του κυρ-Γιάννη. Ο πατέρας και η μάνα είχαν πεθάνει από καιρό κι ο ίδιος στα χαρτιά δηλωνόταν ορφανός. Αδέρφια και ξαδέρφια έκαμαν το μεγάλο ταξίδι από την Άρτα για τους αρραβώνες, για να γνωρίσουν την νύφη και το σόι της. Δεν τους άρεσαν: ούτε η Βασιλική, ούτε η οικογένεια του Κωτή, ούτε ο νέα πατρίδα που διάλεξε ο κυρ-Γιάννης. Πολλά πράγματα τους ξίνισαν. Και το έκαναν φανερό. Η δυσθυμία και δυστροπία εκείνη, παρακινούμενη μόνον από προκαταλήψεις και μυαλά που τα κατσάβραχα των Τζουμέρκων είχαν ξεράνει, προκάλεσε την οργή του κυρ-Γιάννη. Τους έδιωξε οργισμένος για να μην ξαναδεί αδέρφια και συγγενείς από την Ήπειρο μέχρι το τέλος της ζωής του. Το προξενιό όμως αποδείχτηκε εκ των υστέρων πετυχημένο, καθώς οδήγησε, αν όχι σε έναν «βίο ανθόσπαρτο» (δεν είναι στο χέρι κανενός ζευγαριού κάτι τέτοιο!), σε έναν ειρηνικό, ικανοποιητικό και, θα έλεγε κανείς, ήπια ευτυχισμένο γάμο, με τα δεδομένα πάντα της γενιάς κι εποχής εκείνης. Να ξαναπούμε ότι Βασιλική ήταν όμορφη γυναίκα – αυτό έδειχναν όλες οι φωτογραφίες της εποχής, και με γνώμονα την εξωτερική εμφάνιση «έπεφτε πολλή» στον κυρ-Γιάννη. Αλλά η Βασιλική είχε και καλλιέργεια χάριν στη σχετική ευμάρεια της πρώτης ζωής στην Πόλη, αν και όχι κάποια ακαδημαϊκή μόρφωση και πτυχία – εξαιρετικά δύσκολο για γυναίκες τότε. Δεν ήταν καθόλου παρακατιανή στο πνεύμα σε σύγκριση με το κυρ-Γιάννη. Χαρακτηρισμοί του είδους «Εσύ! Γυναικούλα του λαού…» που ο κυρ-Γιάννης χρησιμοποιούσε περιπαιχτικά σε βάρος της ήταν άδικοι, όσο κι αν γίνονταν με χιούμορ και καλή διάθεση.

Τα περισσότερα δεδομένα, λοιπόν, έδειχναν ότι ο κυρ-Γιάννης και η Βασιλική θα περνούσαν μιαν από πολλές απόψεις καλή ζωή στο χωριό. Και τελικά θα αγαπιόνταν -σαν άνθρωποι που φτιάξανε οικογένεια και μοιράστηκαν ένα σπιτικό και μια ζωή μαζί, ανεξάρτητα από τα αν υπήρξε ή όχι έρωτας από την πρώτη τους συνάντηση, κεραυνοβόλος και στιγμιαίος ή κάποιας διάρκειας. Η άγραφη συμφωνία ανάμεσα στον Κωτή και την αδερφή του τηρήθηκε. Στην προίκα της Βασιλικής, στο κομμάτι γης μπροστά από το χαμόσπιτο του «Εποικισμού» και τον μπαχτσέ, δίπλα στο μπακάλικο του θείου Λεωνίδα, οι νιόπαντροι έχτισαν το σπιτικό τους, με προσωπική δουλειά και δυο τρεις μαστόρους του χωριού, θα έκαναν τα παιδιά τους, και θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους.  

Sunday, July 1, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 10 Ο κυρ-Γιάννης από τα Τζουμέρκα

Η σκούφια του παππού του Γιάννη βαστούσε από την άλλη μεριά της ηπειρωτικής Ελλάδας, από τις Πηγές της Άρτας, την παλιά Βρεστενίτσα -τον τόπο των φτελιών, ένα χωριό χτισμένο πάνω σε ένα μικρό, βουκολικό, πράσινο υψίπεδο, σκαρφαλωμένο ανάμεσα στα Τζουμέρκα και τ’ Αηδόνια. Μέρη τότε τουλάχιστον δύσβατα, σχεδόν άβατα, ώστε ν’ απορεί κανείς πως άνθρωποι μάζεψαν δυνάμεις, θέληση και βρήκαν το κουράγιο και τους πόρους να τ’ ανεβούν και να φκιάσουν το βιός τους σε τέτοιες άκρες. Ίσως, να κατέφυγαν εκεί σε κάποιο σταυροδρόμι της ιστορίας, κατατρεγμένοι από άπληστες ορδές, κατευθυνόμενες από τον εκάστοτε απόλυτο μονάρχη και πλουτοκρατών του τόπου, που άρπαξαν από το σφρίγος της μικρής πεδιάδας παρακάτω και της θάλασσας παραπέρα. Ο Κίτσος και άλλοι Μποτσαραίοι, Σουλιώτες πολιορκημένοι στη Μονή Σέλτσου από τους Αρβανίτες του Αλή Πασά και αρματολούς των Αγράφων, τα γυναικόπαιδα που πέσαν στον γκρεμό του Ζαλόγγου, χαμένες ανθρώπινες ψυχές της ιστορίας, σημάδεψαν το μακρινό παρελθόν της Μονής, της Βρεστενίτσας, και της γύρω περιοχής. Ίσως, όμως, να ήταν τα βουνά κι οι βράχοι, τα δάση και τα ρυάκια, η ζωή κοντά στα σύννεφα, το ξάστερο στερέωμα των κατάμαυρων νυχτών, η εγγύτητα στο θεό τους, που άσκησαν κάποια πνευματική έλξη. Ίσως, για λίγους, να ήταν ακόμα και η μοναχικότητα που πρόσφερε το βουνήσιο κοινόβιο μακριά από τη σκόνη, την ανακατωσούρα και βαβούρα της πολιτείας στους πρόποδες. Terra incognita για μένα και πολλούς σύγχρονούς μου. Ο μόνος, σκουριασμένος από τους αιώνες, σύνδεσμος μου με κείνον τον τόπο ήταν ότι γέννησαν τον παππού, τον κυρ-Γιάννη, τον δάσκαλο.

Μια και μοναδική φορά επιχείρησα να ανέβω με αυτοκίνητο τις πλαγιές των Τζουμέρκων προς αναζήτηση του χωριού του παππού, περαστικός από την Άρτα, τη μεγαλύτερη και κοντινότερη πόλη στους πρόποδές τους. Ήταν προχωρημένη άνοιξη, οι πορτοκαλεώνες της πεδιάδας ζεσταμένες στη λιακάδα, ντυμένες στο άσπρο των ανθών τους, κι οι πλαγιές των βουνών καταπράσινες στο φόντο των γκρίζων κορυφογραμμών παραπέρα και του γαλάζιου ουρανού. Ο δρόμος στενός, κακήν-κακώς ασφαλτοστρωμένος προ αμνημονεύτων χρόνων, με ατέλειωτες στροφές, κάτω από μια πυκνή βλάστηση από βελανιδιές, φτελιές, οξιές. Λίγα έλατα ήταν διάσπαρτα στους θεόρατους γυμνούς βράχους που υψώνονταν γύρω μας. Η απέραντη, εξοντωτική ανηφοριά χωρίς πολλά ξέφωτα μέσα στο όργιο βλάστησης, απρόσμενα διακοπτόταν από απότομες κατηφοριές και μικρές χαράδρες από κρυστάλλινα ρυάκια. Τις διαδέχονταν σχεδόν κατακόρυφες αναβάσεις που θαρρείς κατέληγαν σε γκρεμούς. Μοναδικό δείγμα ζωής, στο δρόμο μας, ο τσομπάνης με τα πρόβατα του σε κάποιο πλάτωμα, με απορία να παρακολουθεί την διαδρομή των απρόσμενων περαστικών. Τελικά, η ατέλειωτη διαδρομή κι αγριάδα της φύσης που την πλαισίωνε μας αποθάρρυναν, κι εγκαταλείψαμε την ανάβαση. Με την παρέα δίπλα μου είχαμε άλλα πράγματα στο νου μας και λίγο χρόνο. Ήταν μια από εκείνες τις μικρο-υπαρξιστικές επιλογές για τις οποίες εκ των υστέρων μετάνιωσα. Κι ήταν όσο κοντά βρέθηκα στη γενέτειρα του παππού και στο ένα από τα παρακλάδια του γενεαλογικού μου δέντρου.

Σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι του τόπου εκείνου μπορεί να είχαν τα κρυστάλλινα νερά, το δροσερό και αφράτο αέρα, τα δέντρα και τον ουρανό τους, τις κατάμαυρες νύχτες, τ’ αστέρια και το φεγγάρι στο ξάστερο στερέωμα φωτεινά όσο πουθενά αλλού στην Ελλάδα, τις λαμπρές ηλιόλουστες μέρες, ο τόπος και το τοπίο να τους ανήκε ολοκληρωτικά, αλλά ζούσαν μια δύσκολη ζωή, έναν καθημερινό αγώνα. Το σύμπαν και η ομορφιά του γύρω τους περνάει από συνήθεια στο παρασκήνιο. Πριν τις τουριστικές και φυσιολατρικές εποχές, που ακολούθησαν την ανάδυση της μπουρζουαζίας κι έκρηξη της αστυφιλίας, όταν ο παππούς ήταν ακόμα μικρό παιδί, ο καθημερινός αγώνας για τις ανάγκες της επιβίωσης τους έτρωγε και μαράζωνε. Τελικά, η ματεριαλιστική πρόοδος της ανθρωπότητας διαχύθηκε και σ’ εκείνες τις άκρες. Μερικοί από τους κραδασμούς της βιομηχανικής επανάστασης θα βούιξαν μέχρι πάνω στα βουνά της Ηπείρου και τους ανθρώπους τους. Και τις σειρήνες ενός νέου ανθρώπινου πολιτισμού να τους πλησιάζει και ζώνει δύσκολα θα τις αντιστεκόταν, ιδιαίτερα οι νέοι ανάμεσά τους. Τίνος νέου, εδώ που τα λέμε, η άμυνα θα αντιστεκόταν στο δέλεαρ μιας πλουσιότερης ζωή; Το άρμα της προόδου ή θα το καβαλούσες, όσο σου έμενε καιρός, χάριν μιας πολύ βάσιμης υπόθεσης και πάμπολλων ενδείξεων για μια καλύτερη ζωή ή θα σε άφηνε πίσω του οριστικά και αμετάκλητα. Όταν το ρολόι της ύπαρξης σημαίνει μεσάνυχτα, όπως παντού, πάντα και για όλους κάμει με μαθηματική στυγνότητα, το βάρος της πίκρας και της μετάνοιας θα βαραίνει ασήκωτο στην καρδιά του θνητού που δεν άδραξε τη μια ή δυο ευκαιρίες κι έχασε το τραίνο για έναν άλλο κόσμο, αλλά πάνω στην ίδια γη. Η μετανάστευση από την ασύμμετρη και καμιά φορά απελπιστική φτώχια, από το ανυπόφορο χάσμα ανάμεσα στην Το χωριό του παππού μαράζωσε από νιάτα και σφρίγος, ερημώθηκε. Όπως ξεγυμνώθηκαν από ανθρώπινα πλάσματα και ζωή τα περισσότερα ορεινά χωριά της Ηπείρου.

Το ότι ο πατέρας του κυρ-Γιάννη ήταν ιεροδιδάσκαλος στις Πηγές και τη μικρή ενορία των γύρω χωριών και καταυλισμών, από τους ελάχιστους εγγράμματους ανάμεσα σε πλήθη αναλφάβητων, βοήθησε αποφασιστικά: του «έδωσε βάσεις», που λένε, και χάραξε έναν δρόμο και μια προοπτική ανάμεσα σε άλλες, περισσότερο τετριμμένες και πεζές. Ίσως, ο παπάς-πατέρας του να τον στήριξε υλικά και ηθικά και με άλλους πρακτικούς τρόπους, ώστε να δραπετεύσει από εκείνη την αδιέξοδη αγροτική καθημερινότητα και την σχεδόν ολοκληρωτική πολιτιστική απομόνωση του χωριού. Υπήρχαν και κάποιοι συγγενείς στην Άρτα, γεφύρι για τόπους μακρινούς με ευρύτερους ορίζοντες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέτρεξαν, μαζί (όπως πάντα!) με μιαν σημαντική υποκειμενική παρόρμηση και θέληση, και τον οδήγησαν μακριά – μ’ ένα ταγάρι και αρκετά χιλιόμετρα καθημερινό ποδαρόδρομο στο διδασκαλείο, να μάθει γράμματα, να μορφωθεί, να φκιάσει τη ζωή του σε ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο από αυτόν του βουνίσιου χωριού. Θα ήταν σημαντική αυτή η θέληση και νους, διότι ο κυρ-Γιάννης τον εγκατέλειψε νέος τον θεό που ο Πατήρ-πατέρας υπηρέτησε -φαντάζομαι με ευλαβική ειλικρίνεια και όχι υποκρισία, και κατήχησε στο γιο του και άλλους. Αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τέτοιου είδους κοινωνικά άλματα και μεταμορφώσεις, η ατομική θέληση, τα προσωπικά χαρίσματα και πρωτοβουλία δεν επαρκούν. Ακόμα και αυτά πλάθονται από το περιβάλλον κι ενισχύονται από ούριους ανέμους: τον παππά Πατέρα που ήξερε λίγα γράμματα σε έναν ωκεανό αναλφαβητισμού, τη μικρή βιβλιοθήκη στο σπίτι, κάποιο ακόμα περισσότερο προικισμένο συγγενολόι έξω από το χωριό, στην Άρτα. Όπως, παράλληλα, συντρέχουν αναρίθμητες απειροστές δυνάμεις και συνθήκες, ασυναίσθητες και ανεπαίσθητες στον άνθρωπο, που η συνισταμένη τους τον σπρώχνει στη μια κατεύθυνση ή τον έλκει στην άλλη. Πάντα, όπως είπε κάποιος, η παράδοση των προηγούμενων γενιών «βαραίνει σαν εφιάλτης» στη συνείδηση των νέων. Και πάντα παρουσιάζονται ενώπιον τους συνθήκες, άλλοτε αξεπέραστα εμπόδια, άλλοτε διάπλατοι διάδρομοι ν’ ακολουθήσουν, που δεν είναι της δικιάς τους επιλογής, και ίσως να μην πέρασε ποτέ από το μυαλό τους ότι θα συναντήσουν.