Sunday, October 1, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 5 Το μέλλον

Τα γραφήματα του GDP και των ρυθμών ανάπτυξης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών ή, έστω, η υψηλού βαθμού συσχέτιση ανάμεσα στην πορεία που ιστορικά διαγράφει αυτό το GDP και του κύκλους boom & bust της παραγωγικής οικονομίας, όπου περίοδοι ύφεσης συνοδεύουν πτώσεις της κερδοφορίας του κεφαλαίου και αντίστροφα, όπως επίσης και η εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού των κεντρικών τραπεζών της τελευταίας τριακονταετίας ή των χρηματιστηριακών δεικτών, όπως ο DJIA της τελευταίας τουλάχιστον εικοσαετίας, συνιστούν ένδειξη, αν όχι και ύστατη απόδειξη, των πτωτικών τάσεων του ποσοστού κέρδους στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικής οικονομίες. Και αυτό παρά τη δράση των αντενεργόντων παραγόντων και τους ταχείς ρυθμούς παγκοσμιοποίησης, που τείνει να ισοσταθμίζει τις γεωγραφικές διαφοροποιήσεις των μέσων ποσοστών κέρδους. Σε βάθος χρόνου, λοιπόν, πιθανότατα πέρα από τα όρια της γενιάς μου ή και των γενεών που θα ακολουθήσουν, ο καπιταλισμός έχοντας λίγο-πολύ υποτάξει κάθε οικονομική δραστηριότητα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, έχοντας πετύχει μερικά ακόμα άλματα στην παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας, θα κληθεί να λειτουργεί και να αναπαράγεται σε μια οικονομική πραγματικότητα με σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους. Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον του συστήματος και των εθνών και κοινωνιών, του συνόλου της ανθρωπότητας, που το έχει υιοθετήσει; 

Όπως είπε ο Neils Bohr: “prediction is notoriously difficult, especially about the future”. Οποιεσδήποτε εικασίες για κάποια «μετά»-καπιταλιστική εποχή και σχηματοποίηση σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κοινωνιών επαναστατικής διαδοχής ή μετεξέλιξης είναι μάταιες και αναξιόπιστες, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πείραμα του «υπαρκτού» σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα. Αν μη τι άλλο, οι πιθανότητες επιβίωσης σοσιαλιστικών νησίδων, παράλληλα και περιβαλλομένων από ένα πανίσχυρο, πολιτικά σχεδόν αδιάσπαστο πλέγμα  καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, σε έναν κοινό πλανήτη, είναι μηδαμινές και αυτό αποδείχτηκε ιστορικά με την κατάληξη οποιασδήποτε απόπειρας μετασχηματισμού με πολιτικά μέσα ή με άσκηση δυνάμεων μόνον από την κορυφή του κοινωνικοοικονομικού εποικοδομήματος, από πολιτικούς οργανισμούς και τις προσωπικότητες στην ηγεσία τους, με ειρηνικά ή επαναστατικά μέσα. Όπως, κατά τη γνώμη μου, μηδαμινές είναι και οι πιθανότητες οποιασδήποτε πρώιμης μετεξέλιξης του υφιστάμενου συστήματος, ταυτόχρονα και σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν αυτό δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη των παραγωγικών του δυνάμεων στο ιστορικά αόριστο και πρακτικά αδιευκρίνιστο διάστημα που αυτή η ολοκλήρωση αυτή θα απαιτήσει.

Όμως, μπορούμε να επισημάνουμε μερικές υποθέσεις και πρακτικές επιπτώσεις, και σενάρια μιας οικονομίας με πολύ χαμηλά ή μηδενικά ποσοστά καπιταλιστικού κέρδους. Κατ’ αρχήν δύο βασικές παρατηρήσεις: πρώτον, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, με τις γεωγραφικές ανομοιομορφίες και τα σκαμπανεβάσματα στο χρόνο, προσεγγίζει ασύμπτωτα το μηδέν και η χρονική διάρκεια που θα απαιτηθεί ώστε να μειωθεί κάτω από κάποιο κατώφλι, που θα αποθάρρυνε πλήρως και ενδεχομένως ακαριαία νέες κεφαλαιακές επενδύσεις, σε επέκταση της υφιστάμενης παραγωγής ή νέους τομείς, δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια× δεύτερον, μειωμένα ποσοστού κέρδους δεν είναι ασυμβίβαστα με αυξημένη μάζα κέρδους, από επαρκώς  συγκεντροποιημένα κεφάλαια. Σέ ένα μεσοπρόθεσμο μέλλον, λοιπόν, με ορίζοντα ίσως αρκετών δεκαετιών ή μερικών ακόμα γενεών, ο διεθνής καπιταλισμός, αξιοποιώντας στο έπακρο τους αντενεργόντες παράγοντες και ευκαιρίες, που είτε, κυρίως, η συνέχιση της παγκόσμιας εξάπλωσης του, είτε ο κρατικός παρεμβατισμός, είτε νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις θα του προσέφεραν προς κερδοσκοπική αξιοποίηση, θα καταφέρνει να στέκεται στα πόδια του. Και αυτό παρά τις δυσκολίες αναπαραγωγής του κεφαλαίου και την όξυνση των υφέσεων, ως άμεσο αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δυσκολίας αναπαραγωγής και της αναπλήρωσης των σταθερών κεφαλαίων που η μεγάλη κλίμακας αυτοματοποιημένη παραγωγή απαιτεί. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα σε ώριμους τομείς παραγωγής, και η παγίωση ολιγοπωλιακών έως μονοπωλιακών καταστάσεων σε αυτούς, παρά τα μικρά περιθώρια κέρδους θα εξασφαλίζει την ίδια, ίσως και διευρυνόμενη μάζα υπεραξίας και κερδών στους κατόχους του. 

Από τις μεθόδους διατήρησης και προσωρινής επανάκαμψης των ποσοστών κερδοφορίας είναι η ανάθεση στο σύνολο της κοινωνίας (ή κατ’ άλλους «το φόρτωμα στην πλάτη της»), διαμέσου κυρίως του κράτους-διαμεσολαβητή, των λιγότερο κερδοφόρων δραστηριοτήτων, κυρίως τέτοιων που απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε σταθερά κεφάλαια (όπως οι υποδομές, οι σιδηρόδρομοι, κτλ.). Από την άλλη μεριά, η συσσώρευση υπεραξίας από παραγωγικές δραστηριότητες και η μετενσάρκωσή της σε χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο συνοδεύεται  από τη διόγκωση του χρέους με το ιδιωτικό κεφάλαιο ως άμεσο ή έμμεσο πιστωτή σε πολίτες και κράτος. Η διόγκωση αυτού του χρέους σε σημείο αδυναμίας αποπληρωμής, από πολίτες ή έθνη, οδηγεί τελικά σε διαγραφή ή υποτίμηση κεφαλαίων και προσωρινή ανάκαμψη των ποσοστών κέρδους. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό της φυσικής καταστροφής και της υποτίμησης κεφαλαίων, μετά από πολέμους ή οξείες κρίσεις κερδοφορίας και υφέσεις. Το αν τέτοιες δραματικές υποτιμήσεις κεφαλαίων, και η οικονομική και πολιτική αστάθεια που αδιαλείπτως τις συνοδεύει, οδηγήσουν στο μέλλον σε οικονομική σύντηξη είναι μη προβλέψιμο. Και το τι θα μορφωθεί στις «στάχτες» μιας τέτοιας οικονομικής τήξης (μια κρατική-γραφειοκρατική κοινωνία όπου το κράτος θα λειτουργεί ως μόνος κάτοχος και διαχειριστής του κοινωνικού κεφαλαίου, μια αποκεντρωμένη αυτοδιαχειριστική, σοσιαλιστική κοινωνία όπου ένα κράτος ή κεντρικός οργανισμός θα είναι ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των οικονομικών σχέσεων και θα επιτηρεί και αποσβένει οποιεσδήποτε υποβόσκουσες ανταγωνιστικές τάσεις, κτλ.) είναι επίσης αδύνατο να προβλεφθεί. 

Τέλος, επισημάνω ότι η πορεία του καπιταλιστικού συστήματος (και οποιουδήποτε συστήματος παραγωγής επί του θέματος) είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την Φύση (το κλίμα και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους) και τον Άνθρωπο (τη συγκέντρωση και την πολιτιστική ανάπτυξη του πληθυσμού των διάφορων κοινωνιών του πλανήτη, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους) – την Ανθρωπότητα. Άμεση συνέπεια της δυστοκίας στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα των εν τέλει μειωμένων ρυθμών αύξησης του κοινωνικού κεφαλαίου (μηδενικά ποσοστά κέρδους σημαίνει, όπως γράφηκε, μηδενικός ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου), θε είναι οι βαθύτερες υφέσεις με το πέρας κάθε κύκλου μιας ολοένα μειωμένης κερδοφορίας. Σε συνθήκες όπου ο πληθυσμός θα αυξάνεται με υψηλότερους ρυθμούς από αυτούς της διεύρυνσης του κοινωνικού προϊόντος, αυτό θα σημαίνει νομοτελειακά τη διεύρυνση των καμπυλών των εισοδημάτων και της κατανομής του πλούτου (ένα σταθερό σε μέγεθος προϊόν θα κατανέμεται μη ομοιόμορφα ανάμεσα στους πολίτες ενός αυξανόμενου πληθυσμού), δηλαδή, έμμεσα, της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων εντός των ορίων μιας κοινωνίας, όπως και εκτός αυτής, μεταξύ εθνών ( το τελευταίο, με σημείο αναφοράς τη διανομή του παγκόσμιου πλούτου). Θα προσεγγίζουμε το σημείο όπου πλέον το κεφάλαιο, ένα ολοένα περισσότερο συγκεντροποιημένο κεφάλαιο, έρχεται αντιμέτωπο με το σύνολο της κοινωνίας ή οι αναπτυγμένες οικονομίες του πλανήτης με τις υπανάπτυκτές και τον τρίτο κόσμο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη Φύση. Η ανάγκη αναπαραγωγής του ιδιωτικού-συγκεντροποιημένου κεφαλαίου που ελέγχει το σύνολο της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και της πραγματοποίησης του με κάποιο κέρδος, και του κοινωνικού κεφαλαίου, στην ίδια και μεγαλύτερη κλίμακα, για τις ανάγκες ενός αυξανόμενου πληθυσμού, έρχεται σε αντίθεση με το πεπερασμένο των φυσικών πόρων (καλλιεργήσιμης γης, ενεργειακών πόρων, απαραίτητων πρώτων υλών, του νερού και της ατμόσφαιρας). Η ευρηματικότητα του ανθρώπου και νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις (σε τεχνητά υλικά, νέες μορφές ενέργειας, στην αύξηση της αποδοτικότητας μηχανών, κτλ.) υποβοηθούν το σύστημα και την ανθρωπότητα με την οποία είναι συνυφασμένο να ξεπερνάει προσωρινά, έστω και οριακά, τέτοιου είδους εμπόδια κατά μήκος του δρόμου, αλλά χωρίς μηδενικό αντίτιμο για τον πλανήτη. Οι κλιματικές αλλαγές, στο βαθμό που η ανθρώπινη δραστηριότητα συμβάλλει σε αυτές και τις προκαλεί, η Φύση στο ασύλληπτο μέγεθος και μεγαλείο της φαντάζει και υψώνεται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η σύγκρουση του καπιταλισμού με τη Φύση, όπως φαίνεται να γιγαντώνεται στις ερχόμενες εποχές της ιστορίας του πλανήτη, ξεπερνάει κατά πολλές τάξεις μεγέθους την πάλη των τάξεων και τις αντιθέσεις μεταξύ κρατών και εθνοτήτων για τη μοιρασιά του πλούτου. Κάτι θα πρέπει να δώσει.

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Δ)

ΡυθμOI συσσώρευσης κοινωνικοY κεφαλαίου και MEσο ποσοστό KEρδουΣ

Συνεπώς, ο ρυθμός αύξησης του GPD είναι ανάλογος του ποσοστού υπεραξίας που παράχθηκε προς το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, όπως ορίσθηκε και συντίθεται παραπάνω, και εκφράζει τους ρυθμούς συσσώρευσης αυτού του κοινωνικού κεφαλαίου. Ο λόγος αυτός της κοινωνικής υπεραξίας προς το κοινωνικό κεφάλαιο αναλογεί αναγκαστικά στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών επιχειρήσεων, αυτών δηλαδή που παράγουν αξία και υπεραξία·οι τελευταίες αποτελούν τον υποκείμενο συντελεστή, την κινητήρια δύναμη παραγωγής αξία και συσσώρευσης ατομικού και κοινωνικού πλούτου, στη βάση πάντα της εργασιακής θεώρησης της αξίας.

Το παρακάτω γράφημα δείχνει τους ρυθμούς αύξησης αυτού του κεφαλαίου και εμφανίζει πτωτικές τάσεις, σε αντιστοιχία προφανώς με τις πτωτικές τάσεις του μέσου ποσοστού κέρδους των παραγωγικών κεφαλαίων την τελευταία πενηντοκανταετία, μια περίοδο σχετικά ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Συμπληρωματικά με το GPD, η ιστορική πορεία άλλων παραμέτρων είναι επίσης ενδεικτική της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Επιγραμματικά αναφέρω: (α) Τα επιτόκια, όπως καθορίζονται από τις κεντρικές τράπεζες σε κάθε χώρα: “Profit is so fluctuating, that even in a particular trade, even more in trades in general, it would be difficult to state the average rate of it… The market rate of interest will lead us to form some notion of the rate of profits, and the history of the progress of interest afford us that of the progress of profits.” (Smith 2014), αλλά με τις σημαντικές επιφυλάξεις όπως διατυπώθηκαν από τον Ricardo και, λαμβάνοντας υπόψιν τις παραμορφώσεις που η πολιτική κυβερνήσεων μπορεί να δημιουργήσει: “If the market rate of interest could be accurately known for any considerable period, we should have a tolerably incorrect criterion, by which to estimate the progress of profits. But in all countries, from mistaken notions of policy, the State has interfered to prevent a fair and free market of interest… The rate of interest, though ultimately and permanently governed by the rate of the profit, is however subject to temporary variations from other causes.” (Ricardo 1821). (β) Θα πρόσθετα το κατά τη γνώμη μου λιγότερο αξιόπιστο μέτρο που παρέχουν οι εκτιμήσεις της αγοράς των ρυθμών συσσώρευσης των net asset value των επιχειρήσεων, δηλαδή της χρηματιστηριακής αξίας των επιχειρήσεων, και εκφράζεται προσεγγιστικά πάντα από τους κάθε λογής χρηματιστηριακούς δείκτες. 

Άρα, από τις ενδείξεις που ιστορική πορεία μακροοικονομικών μεγεθών, επιτοκίων κεντρικών τραπεζών και της χρηματιστηριακής αξίας των κεφαλαίων διαγράφεται ιστορικά μια πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, του λόγου της υπεραξίας που η κοινωνία παράγει, προς το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, το άθροισμα του σταθερού και μεταβλητού μέρους. Το αν αυτή η ιστορική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους οφείλεται είτε στην αλλοίωση της οργανικής σύνθεση του κεφαλαίου υπέρ του σταθερού μέρους του σε σχέση με το μεταβλητό (κόστος εργασίας) λόγω κύρια της μηχανοποίησης και αυτοματοποίησης της παραγωγής (κατά τη μαρξιστική αξίωση), είτε στην αύξηση της ανταλλακτικής αξίας της παραγωγικής εργασιακής ισχύος, είτε στη διοχέτευση μέρους της υπεραξίας (μέσω της κρατικής φορολογίας κ.ά.) στην κατανάλωση και μη παραγωγικές δραστηριότητες, είτε συνδυασμό αυτών των συντελεστών, αν και δεν επαληθεύει την εμπειρική μαρξιστική πρόταση, ωστόσο δεν διαψεύδει τη διαπίστωση αυτής της ιστορικής τάσης. Το ερώτημα που τίθεται: τι σημαίνει για το μέλλον του παγκοσμιοποιημένου πλέον καπιταλισμό αυτή η πτωτική τάση; 

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 To κοινωνικό κεφάλαιο (Γ)

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ GDP 

Κατά τη διάρκεια μιας αυθαίρετης χρονικής περιόδου, η κοινωνία διαμέσου της εργασίας της δημιουργεί αξία ή, καλύτερα, προσθέτει αξία στο υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο ή πλούτο, με κόστος την ανάλωση μέσων παραγωγής (ενέργειας, πρώτων υλών, και της φθοράς και απόσβεσης των υφιστάμενων σταθερών κεφαλαίων) και την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών, που κατά κύριο λόγο συντελούν στη συντήρηση και η αναπαραγωγή αυτής της εργασιακής ισχύος (ή γενικότερα, του πληθυσμού από τον οποίο η παραγωγή αντλεί αυτήν την ισχύ) και που η υποστήριξη της κεφαλαιακής και κοινωνικής παραγωγικότητας προϋποθέτει και επιβάλλει. Το «κοινωνικό προϊόν» είναι η αξία των αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών, προς κατανάλωση -με διαφορετικές χρονικές διάρκειες ζωής (το σκέλος της «κατανάλωσης» στην έκφραση του GDP) συν την αναπλήρωση ή επέκταση του σταθερού μέρους κεφαλαίων στην παραγωγή (το σκέλος των «επενδύσεων» στον ορισμό του GDP) συν την διαφορά της αξίας των εξαγόμενων προς εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Στο προσδιορισμό του GPD προστίθενται τα έξοδα του κράτους, ενώ τα έσοδα του προκύπτουν κατά κύριο λόγο από τη φορολόγηση της υπεραξίας (που παρουσιάζεται ως ακαθάριστο κέρδος διάφορων μορφών κεφαλαίου) και των εισοδημάτων από μερίσματα (υπεραξία) και μισθούς (αξία της εργασιακής ισχύος).

Ενώ το GDP, λοιπόν, είναι δυνατό να αντιπροσωπεύει, βάσει ορισμού, μιαν εκτίμηση της αξίας του συνολικού κοινωνικού προϊόντος και της εξέλιξής του με το χρόνο, όπως και της μεγέθυνσης ή της συρρίκνωσης του πλούτου μιας κοινωνίας στο ίδιο χρονικό διάστημα, μπορεί επίσης, αν και με προσοχή και επιφυλάξεις, να χρησιμοποιείται ως μέτρο προσέγγισης της υπεραξίας, της αξίας υπεράνω της υφιστάμενης, που η εργασία δημιουργεί και δεν καταναλώνεται είτε από τους πολίτες, είτε εντός των πλαισίων της παραγωγής. Αυτή η υπεραξία, που ως μέρος της ανταλλακτικής αξίας των αγαθών παράγεται στην παραγωγική σφαίρα της οικονομίας, δηλαδή αυτής που κυριαρχείται από τη δράση των παραγωγικών κεφαλαίων διαφορετικών μεγεθών και φύσης ιδιοκτησίας, και βρίσκει τη μονεταριστική της έκφραση στο ακαθάριστο κέρδος επιχειρήσεων, διαχέεται σε άλλες σφαίρες της οικονομικής δραστηριότητας, ως κέρδος εμπορικών και χρηματικών κεφαλαίων, ένα μέρος εμφανίζεται ως εισόδημα των μετόχων αυτών των επιχειρήσεων, ένα μέρος παρακρατείται από το κράτος για να καλύψει τα λειτουργικά έξοδά του ή να την αναδιανομή του μέσω του κράτους προνοίας ή να το επενδύσει σε τομείς που τα ιδιωτικά κεφάλαια δεν έχουν προσχωρήσει, λόγω του μεγέθους της επένδυσης που απαιτείται ή της ιστορικά χαμηλής κερδοφορίας, ένα άλλο μέρος επανεπενδύεται άμεσα στην επέκταση της παραγωγής, ενώ ένα άλλο αποταμιεύεται, ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, σε χρηματική μορφή με απώτερο σκοπό την επανεπένδυση μελλοντικά (σε σταθερά κεφάλαια και εργασιακή ενέργεια) εντός ή εκτός μιας συγκεκριμένης επιχείρησης. Συνεπώς, ένα μέρος της υπεραξίας στοιχειοθετεί το καταναλωτικό σκέλος του GDP (κυρίως της κατανάλωσης από εισοδήματα κατόχων κεφαλαίου, στελεχών με σημαντικό μερίδιο στα κέρδη μιας επιχείρησης, μετόχων, στελεχών και εργαζομένων σε μη παραγωγικές σφαίρες της οικονομίας, όπως πρόκειται με τους τόκους του πιστωτικού κεφαλαίου), ένα άλλο παρακρατείται ως φόρος από το κράτος:
(GDP) = (Consumption of non-durable goods and services) +
(Spending on New Housing) +
(Business Investment excl. buying financial products) +
(Government Spending) + (Exports-Imports)

Αλλά ας σταθούμε στον παραπάνω ορισμό του GDP και ας το δούμε από την πλευρά εισόδου (κόστους εργασίας και σταθερού κεφαλαίου) και εξόδου (αξία παραγόμενων αγαθών) σε μια οικονομία και κοινωνική παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα διευρύνουμε και συναθροίζουμε το σύνολο των κοινωνιών που συναλλάσσονται μεταξύ τους και το μέγεθος του GPD συμπεριλαμβάνει, ούτως ώστε ο όρος που αφορά το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ χωρών να εξαλείφεται. Στην αρχή μιας περιόδου μέτρησης, οι δύο πρώτοι όροι στην έκφραση του GDP προσεγγίζουν το εισόδημα των πολιτών της κοινωνίας και το συνολικό κόστος εργασίας για το κοινωνικό κεφάλαιο, ενώ το ίδιο ισχύει και για το κύριο μέρος καθώς αποτελούν κόστος προς τη συντήρηση ή αναπλήρωση του σταθερού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου που ανήκει στο κράτος (εξοπλισμοί, κρατικές προμήθειες και παρόμοιες δραστηριότητες), είτε για τους μισθούς υπαλλήλων του που προστίθεται στο σύνολο. Ο τρίτος όρος αφορά επένδυση σε σταθερά κεφάλαια επιχειρήσεων και αναλογεί στο κόστος της απόσβεσης σταθερών κεφαλαίων που εισέρχεται στην αξία των παραγόμενων αγαθών. Στο τέλος της περιόδου μέτρησης του GDP, θεωρούμε ότι αυτό εκπροσωπεί την αξία των αγαθών που η οικονομία παράγει, υπό την υπόθεση ότι οι δαπάνες του κράτους ισοδυναμούν με τα έσοδα από τη φορολόγηση της συνολικής παραγόμενης αξίας. Με την παραπάνω έννοια, το ποσοστό αύξησης του GDP με το χρόνο μιας χώρας ή ενός συνόλου χωρών με αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές οικονομίες, προσεγγίζει την κερδοφορία του κοινωνικού κεφαλαίου και, συγκεκριμένα, των παραγωγικών κεφαλαίων (ιδιωτικών, μικτών και κρατικών) που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της και δημιουργούν αξία και υπεραξία.