Sunday, August 27, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 3 Οργανική σύνθεση του παραγωγικού κεφαλαίου και ποσοστό κέρδους

Επιστρέφω στην αρχική έκφραση του ποσοστού κέρδους με αναφορά σε όρους αξίας και υπεραξίας, που όπως τονίστηκε είναι αδιόρατες για το κεφάλαιο, όπως και για το γενικότερο αστικό πολιτικοοικονομικό οικοσύστημα, αν και βρίσκονται στον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής -αντί για όρους τιμών, μισθών και κερδών της καθημερινής πραγματικότητας. Η αξία, όπως και η υπεραξία, είναι συνάρτηση της εργασίας και αποκλειστικά αυτής, δηλαδή του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου, αυτού που το κεφάλαιο καταβάλλει ως αντάλλαγμα για την χρήση της εργασιακής ισχύος και αυτού που θέτει σε κίνηση και «αξιοποιεί» το σταθερό μέρος του, και που δίχως αυτήν την ισχύ καμιά παραγωγή αξίας δεν θα ήταν δυνατή. 

Η εργασιακή ενέργεια που ενσωματώνεται σε ένα αγαθό είναι γραμμική συνάρτηση του χρόνου, προκύπτει από το γινόμενο της μέσης (κοινωνικά) αναγκαίας εργασιακής ισχύος (ή, καλύτερα, του συνδυασμού επιμέρους ειδικοτήτων και επιδεξιοτήτων με διαφορετικές κοινωνικά προσδιορισμένες μέσες ανταλλακτικές αξίες και ειδικά βάρη στο σύνολο του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου) και του χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή εφαρμόζεται στην παραγωγή του αγαθού. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ του μισθού και της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος των εργαζομένων, με την έννοια ότι οι εργαζόμενοι πληρώνονται με βάση το χρόνο της απασχόλησης τους δηλαδή του χρόνου εφαρμογής των πνευματικών και σωματικών τους δυνάμεων στην παραγωγή ενός εμπορεύματος, είτε με την απόδοση (output) που είναι επίσης γραμμική συνάρτησή του χρόνου. Άρα, όπως υφίσταται μια γραμμική σχέση μεταξύ της αξίας που η εργασία δημιουργεί, δηλαδή της εργασιακής ενέργειας που ενσωματώνεται στο αγαθό κατά τη διαδικασία της παραγωγής, και της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος, με το χρόνο και τη διάρκεια της παραγωγής (το λόγο αυτών των μεγεθών), μια επίσης γραμμική σχέση αναλογίας θα υφίσταται μεταξύ της αξίας του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου (του ποσοστού της αξίας που η εργασία παράγει και επιστρέφεται ως αμοιβή ή μισθός στους εργαζόμενους) και της υπεραξίας. Όπως παραπάνω, α=s/v, όπου ο συμβολικός παράγοντας α, ουσιαστικά εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, ενώ s είναι η υπεραξία και v το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, αυτού που επενδύεται σε ζωντανή εργασία. Στην πράξη, αυτή η σχέση αναλογίας δυνητικά μεταφράζεται στον ποσοτικά συγκεκριμένο λόγο των πωλήσεων μιας επιχείρησης προς το κόστος εργασίας ή το turnover ανά εργαζόμενο, και υπόκειται βέβαια στις βραχυ- και μακρο-πρόθεσμες αυξομειώσεις και ταλαντώσεις με το χρόνο  τιμών και μισθών, που χαρακτηρίζουν το σύστημα και επηρεάζονται από τον ανταγωνισμό και, συνήθως, από παράγοντες εξωγενείς ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Το ποσοστό κέρδους ξαναγράφεται ως εξής: 
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού εκ φύσεως χέρι με χέρι με αυτήν της τεχνολογίας, δείχνει, και αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ώριμων τομέων παραγωγής όπως η κατοικία, η διατροφή, η ένδυση, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και συγκοινωνίες, κτλ., ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, ο παράγοντας β της παραπάνω σχέσης, αυξάνει: “It has been shown to be a law of the capitalist mode of production that its development does in fact involve a relative decline in the relation of the variable capital to constant... This is just another expression for the progressive development of the social productivity of labour, which is shown by the way that the growing use of machinery and fixed capital generally enables more raw and ancillary materials to be transformed into products in the same time by the same number of workers.[Karl Marx, Capital, Vol. III, 1990]. Ο καπιταλισμός, οδηγούμενος από τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό και την εσωτερική (intrinsic) τάση για μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους και των αποδόσεων του κεφαλαίου που κάθε φορά επενδύεται, θα ενθαρρύνει και επιδιώκει την αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία κατά κύριο λόγο επιτυγχάνεται με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή. Φυσικά, διαφοροποιήσεις στον συντελεστή β και της μεταβολής του με το χρόνο μεταξύ τομέων παραγωγής και γεωγραφικών περιοχών με διαφορετικά επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης πάντα θα υφίστανται. Ο ανταγωνισμός, οι κινήσεις κεφαλαίων και οι διακυμάνσεις τιμών θα τείνουν να ισοσταθμίζουν τέτοιες διαφοροποιήσεις. Επομένως, υπό την προϋπόθεση ότι ο συντελεστής a, το ποσοστό υπεραξίας ή ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας που υποτάσσεται στο κεφάλαιο παραμένει σταθερός, η ιστορική τάση κατά την εξελικτική πορεία του καπιταλισμού και των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρωπότητας, σε ό,τι αφορά στο ποσοστό κέρδους, θα είναι πτωτική.  

Υπάρχουν βέβαια οι προφανείς παράγοντες που συνοψίστηκαν παραπάνω και οι οποίοι αντενεργούν στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να ελαττώνεται μονοτονικά με το χρόνο και, τουλάχιστον, ως προς το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια σφαίρα παραγωγής. Η ανάκαμψη της κερδοφορίας συνήθως αποτελεί την αφετηρία για ένα νέο κύκλο ανάπτυξης, ο οποίος και πάλι, σχεδόν αναπόφευκτα, εξαιτίας των λόγων που αναπτύχθηκαν παραπάνω, θα θέσει φραγμούς στην αύξηση αυτής της κερδοφορίας, πτωτικές δυνάμεις θα εμφανιστούν εκ νέου που θα οδηγήσουν σε ύφεση ή και οικονομική κρίση, και ούτω καθ’ εξής. Τίθεται το εξής ερώτημα: τι έχει συμβεί με το ποσοστό κέρδος στη μακρόχρονη πορεία του καπιταλισμού, δηλαδή πέρα από τις περιοδικές αυξομειώσεις του και του κύκλους boom & bust που το χαρακτηρίζουν, και που πολλές φορές είναι γεωγραφικά εντοπισμένες; Η υπόθεση του Μαρξ και άλλων ότι η αυτή η τάση, αποτέλεσμα της ανόδου της παραγωγικότητας και της μηχανοποίησης της παραγωγής που ο καπιταλισμός ασυνείδητα ενθαρρύνει, της μεταβολής της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου εις βάρος του μεταβλητού του μέρους και της ζωντανής εργασίας που προσθέτει αξία, που δημιουργεί αξία και υπεραξία, θα καταλήξει σε σχεδόν μηδενικά ποσοστά κέρδους, δηλαδή αδυναμία αναπαραγωγής του κεφαλαίου που επενδύεται, και το τέλος του οικονομικού συστήματος όπως το γνωρίζουμε; Aυτή η υπόθεση είναι επαληθεύσιμη με τα υπάρχοντα δεδομένα κα τη μέχρι τούδε ιστορική εμπειρία;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτής της ιστορικής τάσης ενός μέσου παγκόσμιου ποσοστού κέρδους ενέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες: 

1.    Η υποταγή της παγκόσμιας παραγωγής και οικονομίας στο κεφάλαιο δεν έχει ολοκληρωθεί. Η εκμετάλλευση νησίδων στο παγκόσμιο στερέωμα όπου το κόστος εργασίας παραμένει χαμηλό και η μετατόπιση κεφαλαίων σε αυτές που θα τείνει να ισοσταθμίσει και εξισορροπήσει διεθνικές διαφορές στα ποσοστά κέρδους παραμένει σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια παραγωγή συμπεριλαμβάνει σφαίρες και γεωγραφίες με σημαντικές διαφορές σε συγκεκριμένα ή τοπικά μέσα ποσοστά κέρδους, ενώ το αποτέλεσμα της κίνησης κεφαλαίων ανάμεσα σε σφαίρες παραγωγής και έθνη, που οδηγεί στην εξομάλυνση τέτοιων ασυμμετριών, απαιτούν χρόνο ώστε να γίνει στατιστικά αισθητό και μετρήσιμο.

2.    Ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου μιας κοινωνίας, ίσως το σημαντικότερο σε μέγεθος, όπως αυτό προκύπτει από τα φορολογικά έσοδα επί της αξίας που η οικονομία παράγει, διαχειρίζεται από το κράτος, το οποίο επενδύει σε έργα υποδομής ή κοινής ωφελείας (συγκοινωνίες, υγεία και παιδεία, κτλ.) πολλές φορές ασήμαντο, μηδενικό ή και αρνητικό (εις βάρος των κρατικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους). Ο συνυπολογισμός αυτού του χαμηλού ποσοστού κέρδους κρατικών κεφαλαίων μετατοπίζει αισθητά προς τα κάτω το μέσο κεφαλαιακό κέρδος μιας κοινωνίας. Επίσης προσθέτω ότι ο κρατικός παρεμβατισμός (με φοροαπαλλαγές, εξαγορές, επενδυτικά κίνητρα, κτλ.) ενεργεί προς την κατεύθυνση αναστολής της πτωτικής τάσης κέρδους ιδιωτικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης και κρίσης, με σχεδόν αδιάλειπτα την επιβάρυνση του κρατικού ελλείμματος και δημόσιου χρέους, που διογκώνονται ιδιαίτερα μετά από τέτοιες περιόδους συνακόλουθες πτωτικής κερδοφορίας κεφαλαίων. 

3.    Η δράση μονοπωλίων στην αγορά (ιδιωτικών ή κρατικών), που έχουν τη δυνατότητα να θέτουν τιμές προϊόντων υψηλότερες από τη μέση ανταλλακτική αξία (τη ρικαρντιανή natural price) ή να εμποδίζουν την είσοδο νέων κεφαλαίων στην αγορά τους με αποτέλεσμα την εξασθένιση του ανταγωνισμού εντός αυτής και των τάσεων ισοστάθμισης που επιφέρει. 

4.    Η δράση των εξω-οικονομικών παραγόντων επίσης δυνάμει αντενεργεί στην πτωτική τάση του κέρδους, όπως είναι οι συνέπειες της μετανάστευσης, του υπερπληθυσμού και της ανεργίας, της διαθεσιμότητας των ενεργειακών πόρων, κτλ. Το αποτέλεσμα είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, ενώ οι ίδιοι παράγοντες μπορεί να έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο.

5.    Η δυσκολία με τον ακριβή προσδιορισμό του ποσοστού κέρδους ως προς το συνολικό κεφάλαιο (σταθερό και μεταβλητό) που επενδύεται κάθε φορά στην παραγωγή, ιδιαίτερα της απόσβεσης (της αξίας και του χρόνου) μεγάλης διάρκειας κεφαλαιακών αγαθών που η αξία τους και η απόσβεσή της μεταφέρεται στο τελικό προϊόν. Ένας τέτοιος ακριβής υπολογισμός προσκρούει σε διάφορα λογιστικά standards και τεχνικές που καπιταλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν και ενίοτε, για διάφορους λόγους, παραμορφώνουν. 

6.    Τα διάφορα λογιστικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των κερδών και σχετικών ποσοστών κέρδους (ΕΒΙΤDA, EBIT, net income, ROIC, etc.) μπορεί να δίνουν σημαντικά αποκλίνουσες εκτιμήσεις του ποσοστού κέρδους από αυτές της θεωρητικής του έκφρασης στη βάση της της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής αξίας του προϊόντος και της υπεραξίας. Η δυσκολία «μετάφρασης» λογιστικών κερδών σε μέσο, κοινωνικό κεφαλαιακό ποσοστό κέρδους συνδέεται με το πρόβλημα του μετασχηματισμού – της ενοποίησης του αφηρημένου μοντέλου της αξίας και της μονεταριστικής, λογιστικής πραγματικότητας. 

7.    Ο λογιστικός προσδιορισμός του σταθερού μέρους του κεφαλαίου των επιχειρήσεων και της απόσβεσής του, δηλαδή της μεταφοράς αξίας από το σταθερό κεφάλαιο στο τελικό αγαθό που παράγεται, και ο οποίος προσδιορισμός παρέχει μία μόνον μονεταριστική προσέγγιση της πραγματικής αξίας του σταθερού μέρους και της οργανικής σύνθεσης του συνολικού κεφαλαίου που επενδύεται. Επίσης προσεγγιστικά είναι και τα διάφορα μοντέλα απόσβεσης του σταθερού κεφαλαίου, ιδιαίτερα για στοιχεία νέας τεχνολογίας και μεγάλης διάρκειας ζωής, ενώ κατά κανόνα βασίζονται σε ιστορικές αξίας αυτών των στοιχείων που η εξέλιξη της τεχνολογίας διαρκώς μεταβάλλει. 
     
Συμπερασματικά, η εμπειρική επαλήθευση μιας πτωτικής τάσης ή έστω κάποια διαγραμματική περιγραφή τέτοιων ιστορικών τάσεων που θα υπερέκτειναν και προέβλεπαν τη θνησιμότητα ενός συστήματος, με τη σύγκλιση στο μηδέν του ποσοστού που αποτελεί το σύμβολο και λόγο ύπαρξης αυτού του συστήματος, είναι τουλάχιστον προβληματική. Οποιαδήποτε εγχειρήματα συλλογής και επεξεργασίας των αναλυτικών διαθέσιμων στοιχείων, της «μέτρησης των δοντιών του αλόγου» και στατιστικής περιγραφής του μέσου ποσοστού κέρδους και της εξέλιξης αυτού με το χρόνο εγείρουν, και δικαιολογημένα, αμφισβητήσεις, με γραμμές αμύνης πάντα τους «αντενεργόντες παράγοντες» που αναφέρθηκαν παραπάνω. Παραδείγματος χάριν, η γενικά αποδεκτή πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους στην περίοδο 1947-1974 αποδόθηκε κυρίως ή εν μέρει στην αύξηση της τιμής της εργασιακής ισχύος μεταπολεμικά και όχι σε άνοδο του συντελεστή της οργανικής σύνθεσης των κεφαλαίων. Παράλληλα, η δυσκολία προσδιορισμού ενός μέσου ποσοστού κέρδους, έστω και εντός των πλαισίων του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, έδωσε εύλογο έδαφος σε θεωρίες περί απροσδιοριστίας του. Συνεπώς, τη μακροχρόνια εξέλιξη του μέσου ποσοστού κέρδους στον καπιταλισμό θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε άλλους δείκτες.

Saturday, August 26, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 2 Παρένθεση: διάφορες μορφές αυτόνομων κεφαλαίων

Το κεφάλαιο και κατ’ επέκταση η συσσώρευση κεφαλαίων και υλικού πλούτου γενικά λαμβάνει διάφορες μορφές. Από τη μια μεριά έχουμε παραγωγικά κεφάλαια (ατομικά, ιδιωτικά, ανώνυμες εταιρίες, κρατικά, μικτά, κτλ.) που επενδύουν στην παραγωγή αγαθών (προϊόντων και υπηρεσιών) και εμπορευμάτων, δηλαδή ανταλλακτικών αξιών & υπεραξίας για λογαριασμό του εκάστοτε κεφαλαίου, και επομένως κινούνται στη σφαίρα αυτού που αποκαλούμε «πραγματική» ή παραγωγική οικονομία. Αυτά τα παραγωγικά κεφάλαια, με τη σειρά τους, είναι επενδυμένα είτε σε πρωτογενείς τομείς (την αγροτική οικονομία, την παραγωγή πρώτων υλών, ενέργειας και αξιοποίησης φυσικών πόρων, όπως το νερό, γενικά τον έλεγχο και τη χρήση των φυσικών πόρων του πλανήτη), είτε στη σφαίρα παραγωγής (υλικών) καταναλωτικών αγαθών και αξιών χρήσης για τον άνθρωπο με διάφορες διάρκειες ζωής (από στιγμιαίες όπως η διατροφή, η ενέργεια για θέρμανση, φωτισμό, κτλ., κτλ., ενδιάμεσες όπως η ένδυση, οικιακές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα, κτλ.  ή μακροχρόνιες όπως το αυτοκίνητο, η κατοικία, κτλ.), είτε μέσων παραγωγής, δηλαδή των βασικών στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου στη βιομηχανία (μηχανήματα, υπολογιστές, οχήματα, αεροπλάνα, κτλ.), είτε υποδομών (εγκαταστάσεις, σιδηρόδρομοι, αεροδρόμια, κτλ.), είτε υπηρεσίες (υγεία, παιδεία, μεταφορές, επικοινωνίες, διασκέδαση, ψυχαγωγία, κτλ.) προς άτομα-πολίτες και επιχειρήσεις. Παραπλεύρως των παραγωγικών κεφαλαίων, δρουν άλλα κεφάλαια, κατά κύριο λόγο το εμπορικό & μεταπρατικό και το χρηματικό κεφάλαιο (χρηματο-πιστωτικό & -οικονομικό), που μόνον έμμεσα συμμετέχουν στη δημιουργία αξίας, με την έννοια ότι υποστηρίζουν την «πραγματική» οικονομία ή παρέχουν βοηθητικές υπηρεσίες προς το παραγωγικό κεφάλαιο της οικονομίας.

 Ο κύριος ρόλος του εμπορικού κεφαλαίου, όντας η διεπαφή (interface) του παραγωγικού κεφαλαίου με την αγορά,  είναι μετατροπή της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος σε χρήμα, δηλαδή του valorisation του παραγωγικού κεφαλαίου, αν και αυτό μπορεί και μόνον μερικώς να συνεισφέρει στη δημιουργία αξίας (παραδείγματος χάριν, με τη μεταφορά, συσκευασία, οργάνωση και ταξινόμηση, κτλ. αγαθών) με τα όρια πολλές φορές ασαφή. Ως αποτέλεσμα της κύριας δραστηριότητας του αποσπά ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται στην πραγματική οικονομία, το οποίο εμφανίζεται και ως κύριο μέρος του κέρδος του. 

Από την άλλη μεριά, το χρηματικό κεφάλαιο παρουσιάζεται σε διαφορετικές εκδοχές: (α) επενδυτικό, το οποίο άμεσα ή έμμεσα επενδύει στην παραγωγική οικονομία και, διαμέσου μερισμάτων, κερδών και τόκων, εισπράττει ένα μέρος της υπεραξίας που δημιουργείται σε αυτήν ή με πραγματικούς όρους των ακαθάριστων κερδών μιας παραγωγικής επιχείρησης· (β) εμπορικό & λογιστικό, το οποίο απλά διαχειρίζεται τους χρηματικούς λογαριασμούς (χρέη και αποταμιεύσεις) ατόμων και επιχειρήσεων, αγοροπωλησίες στη σφαίρα της κατανάλωσης ή της κίνησης από κυκλοφορόν μέρος του κεφαλαίου, μισθούς εργαζομένων, κτλ., ενώ τα κέρδη του προκύπτουν από τη διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια δανεισμού και αποταμίευσης· (γ) χρηματιστηριακό, που εμπορεύεται κεφάλαια, μετοχές σε ανώνυμα κεφάλαια, χρηματιστηριακά παράγωγα, κεφαλαιακές αξίες ή τίτλους ιδιοκτησίας. Εν ολίγοις, ο ρόλος του χρηματικού κεφαλαίου είναι η διαχείριση εισοδημάτων που προκύπτουν από την πραγματοποίηση της αξίας εμπορευμάτων και της υπεραξίας που παράγεται από το παραγωγικό κεφάλαιο. Ενόσω το χρηματικό κεφάλαιο διαχειρίζεται την αξία και υπεραξία, τις εκπεφρασμένες σε χρήμα ή της διατιμημένης αξίας που έχει δημιουργηθεί στην πραγματική οικονομία, αυτό καθαυτό το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγει αξία και με αυτή την έννοια η δραστηριότητα του δεν είναι παραγωγική. Τα κέρδη του χρηματικού κεφαλαίου είναι και αυτά μέρισμα της συνολικής πραγματοποιημένης υπεραξίας (των ακαθάριστων κερδών),  χρηματική έκφραση της υπεραξίας (του πλεονάσματος του κοινωνικού προϊόντος που έχει διατιμηθεί, αλλά δεν έχει άμεσα καταναλωθεί ή επανεπενδυθεί) και που η παραγωγική δραστηριότητα μιας κοινωνίας έχει δημιουργήσει. 

Όλα αυτά τα κεφάλαια, που στην καπιταλιστική παραγωγή είναι κατά κύριο λόγο ιδιωτικά, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή του κράτους ή ομάδων και στρωμάτων του πληθυσμού (όπως, για παράδειγμα, με τα pension funds ή εταιρίες που το μετοχικό κεφάλαιο είναι διανεμημένο στους εργαζόμενους ή είναι ιδιοκτησία ασφαλιστικών ταμείων ή κάθε λογής συλλογικής οντότητας, όπως η εκκλησία, φιλανθρωπικά ιδρύματα, κτλ.) σε αυτά, έχουν ατομικό και αυτόνομο χαρακτήρα, δηλαδή συναλλάσσονται και ανταγωνίζονται, εντός των πλαισίων μια πεπερασμένης, με την έννοια των παραγωγικών και καταναλωτικών δυνατοτήτων, αγοράς μεταξύ τους, με τους πολίτες μια κοινωνίας και το κράτος, ως ανεξάρτητες (και στην εποχή της παραγωγής μεγάλης κλίμακας ως απρόσωπες οντότητες) ιδιωτικές οντότητες. Υπάρχουν και δρουν για το κέρδος και μόνον, αυτό, που θα επιτρέπει τη συσσώρευσή τους και τη συσσώρευση πλούτου με το χρόνο. Εξαίρεση μπορεί να αποτελούν κρατικά κεφάλαια, που συγκροτούνται κύρια από τη φορολόγηση εισοδημάτων και κερδών και επενδύονται σε τομείς με χαμηλή κερδοφορία ή μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες.

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 1 Το πρόβλημα του μετασχηματισμού

Η (ανταλλακτική) αξία των εμπορευμάτων και της εργασιακής ισχύος και η υπεραξία, η τελευταία ως το ωφέλιμο αποτέλεσμα της παραγωγής και το raison dtre του του κεφαλαίου, βρίσκονται στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πάνω στις οποίες μορφώνεται και διευρύνεται ένα περίτεχνο εποικοδόμημα και σύνθετο πλέγμα κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους σε σχετικά αυτόνομα επίπεδα (δικονομικό, πολιτικό, κτλ.) και με την οικονομική βάση πάνω στις οποίες στηρίζονται. Ωστόσο, αυτά καθ’ αυτά τα οικονομικά φαινόμενα παρουσιάζονται στον κοινό νου με μιαν εξωτερική όψη που περιγράφεται στη βάση και ως συνάρτηση τιμών, μισθών, κερδών και κεφαλαιακών αξιών, και ενός σωρού μονεταριστικών μικρο- και μακρο-οικονομικών μεγεθών, που λίγο-πολύ αποτελούν παράγωγα αυτών των παραμέτρων. Αυτά τα μεγέθη μεταβάλλονται συνεχώς υπό την επίδραση αυξομειώσεων στην προσφορά και τη ζήτηση, τον ανταγωνισμό και την κίνηση κεφαλαίων και τις τάσεις ισοστάθμισης των ποσοστών κέρδους που αυτή η διαρκής κίνηση επάγει σε διάφορες σφαίρες παραγωγής και, με την παγκοσμιοποίηση, γεωγραφικές περιοχές, όπως επίσης και υπό την ανάπτυξη της τεχνολογίας και άνοδο της παραγωγικότητας, τον κρατικό παρεμβατισμό, διαμέσου της φορολογίας και των δημόσιων δαπανών (σε παραγωγικές και μη δραστηριότητες), και πληθώρα άλλων συστημικών, οικονομικών ή και εξωγενών της οικονομικής σφαίρας κοινωνικοπολιτικών και φυσικών παραγόντων. Η ουσία, λοιπόν, των σχέσεων παραγωγής, η δημιουργία αξίας και υπεραξίας από την ανθρώπινη εργασία, επισκιάζεται από αυτήν την καθημερινότητα, παραβλέπεται ή και παραμορφώνεται. Με άλλα λόγια, το σύστημα των παραγωγικών σχέσεων βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση, ζύμωση και  εξέλιξη, και η κίνηση αυτή είναι δυνατό να περιγραφεί ποσοτικά από δημογραφικά και μονεταριστικά μεγέθη, ενώ αυτά τα κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα δεν είναι τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις και μορφές της ουσίας αυτών των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή αυτής καθαυτής της δημιουργίας αξίας (εμπορευμάτων με ανταλλακτική αξία) και υπεραξίας (κέρδη και συσσώρευση κεφαλαίων και πλούτου). 
Ο μετασχηματισμός και η αντιστοίχιση της αξίας και υπεραξίας και του σημαντικού βαθμού αφαίρεσης που αυτές οι έννοιες εισαγάγουν στις τιμές, τα εισοδήματα κάθε λογής και κέρδη των επιχειρήσεων και των χρηματικών συναλλαγών της καθημερινής πραγματικότητας, και της αποκρυστάλλωσης της εργασίας σε κεφάλαιο και κοινωνικό πλούτο στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού, μέσα από αυτήν την αδιάκοπη μεταβλητότητα και ταλαντώσεις τιμών, κερδών και κεφαλαιακών αξιών, και της εργατικής ισχύος της κοινωνίας, είναι δυνατή μόνο με συναθροιστικούς, κοινωνικούς, και πλέον παγκόσμιους χωροχρονικούς μέσους όρους, και αυτό μόνον κατά προσέγγιση με τις διαθέσιμες πληροφορίες και υπολογιστικά εργαλεία. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής ισχύος, που στη μαρξιστική  θεωρία (όπως και στη ρικαρντιανή) αναλογεί στη μέση αξία των αγαθών που η κάθε εργασιακή κατηγορία προϋποθέτει για την παραγωγή και αναπαραγωγή της (ένας προσδιορισμός που είναι απαραίτητος για τη συνεκτικότητα και το «κλείσιμο» της μαρξιστικής ανάλυσης) είναι εξίσου προβληματική. Η τεχνολογική ανάπτυξη και συσσώρευση γνώσης από το ανθρώπινο γένος παράλληλα με τη βιολογική του εξέλιξη, διαρκώς αντικαθιστά την απλή, βασική και μετρήσιμη με το χρόνο και τον όγκο [την απόδοσή (output)] κυρίως χειρωνακτικής εργασίας στην μανουφακτούρα από σύνθετες λειτουργίες που εμπλέκουν πνεύμα, γνώσεις, ευφυΐα. Αν και ο μισθός εργασίας, όπως αυτός μπορεί να προσδιορίζεται για τις διάφορες κατηγορίες παραγωγικών ειδικοτήτων από τις ανάγκες της παραγωγής, την αγορά και τον ανταγωνισμό, υπάρχουν και κατηγορίες εργασίας που δεν συνδέονται άμεσα με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή ή την παραγωγή αγαθών εν γένει ή, ακόμα, και με μη παραγωγικές δραστηριότητες, που η κοινωνία και το κράτος της με βάση κάποιες νόρμες αμείβει, κατανέμοντας ανάλογα ένα μέρος της αξίας και υπεραξίας από το παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας (κατά κύριο λόγο διαμέσου της φορολογίας που το κράτος, επί τιμών αγαθών, μισθών και κερδών επιβάλλει). Επιπλέον, το αποτέλεσμα της συνεργασίας, η αξία των αγαθών που η συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων δημιουργεί στους χώρους και της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας δεν είναι απλά αθροιστικό, και μπορεί. ανάλογα με το βαθμό οργάνωσης αυτής της συνεργασίας, να ξεπερνά ή να υπολείπεται της συνολικής αξίας των αγαθών που τα μέλη της ομάδας ατομικά θα παρήγαγαν στον ίδιο χρόνο. 

Εν ολίγοις, η μετάβαση από αυτό το αξιακό μοντέλο, ποιοτικό με μια έννοια, του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή ένα επίπεδο αφαίρεσης που χρησιμοποιεί όρους αξίας, υπεραξίας, εργασιακής ισχύος & ενέργειας (ισχύος επί του χρόνου εφαρμογής της) και των αντίστοιχων αξιών τους, κεφαλαίων και συσσώρευσης ή υποτίμησής του, από μια πραγματικότητα σε διαρκή κίνηση που εμφανίζεται και εκφράζεται με νούμερα, ποσοστά, μεγέθη και ποσότητες (σε μονεταριστικές μονάδες ή όγκο παραγωγής ανά χρονική περίοδο), δηλαδή από τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, εισοδήματα από μισθούς εργασίας, εισοδήματα από κέρδη (επιχειρηματικά, εμπορικά, κτλ.), ενοίκια και τόκους, κεφαλαιακές αξίες επιχειρήσεων και μετοχών, αυτή η μετάβαση και σύνδεση της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας και της οικονομικής πραγματικότητας είναι τουλάχιστον προβληματική. Εξίσου προβληματική με την ενοποίηση και τον συμβιβασμό μικρο-οικονομικών και μακρο-οικονομικών μοντέλων ή την ενοποίηση θεωριών της General Theory of Relativity & Quantum Field Theory της Φυσικής, που αφορούν στο μακρόκοσμο του σύμπαντος από τη μια και το μικρόκοσμο του ατόμου από την άλλη ή την κατανόηση της φυσιολογικής λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος & πνεύματος. Το μόνο που ένας τέτοιος μετασχηματισμός και αντιστοίχιση και συγκερασμός του μοντέλου της αξίας-υπεραξίας με αυτό του τρίδυμου της τιμής, των μισθών και του κέρδους θα μπορούσε να εξυπηρετήσει είναι κάποια εμπειρική ή «μαθηματική» επαλήθευση της μαρξιστικής θεωρίας και, ενδεχόμενα, η προδιαγραφή του μέλλοντος του καπιταλισμού μέσα από τις ιστορικές τάσεις που διαγράφονται στην πολιτική του οικονομία. Ένα πιθανότατα φρούδο εγχείρημα που κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει το ερώτημα: αντί της ανάλυσης και μόρφωσης εικασιών για το μέλλον του καπιταλισμού, γιατί να μην τον αφήσουμε να διαγράψει την ιστορική του πορεία, εκεί που θα τον οδηγήσουν οι αντιθέσεις και δυνάμεις που αναπτύσσονται εντός μιας οικονομίας που ακόμα δεν έχει εξαντλήσει την πορεία της παγκοσμιοποίησής της; 

Η δυσκολία ή και αδυναμία μιας τέτοιας σύνδεσης δεν αναιρεί, βέβαια, στο ελάχιστο την ισχύ και χρησιμότητα της εργασιακής θεωρίας της αξίας και υπεραξίας. Ούτε μειώνει τη σημασία της στο επίκεντρο κάθε κριτικής και ποιοτικής ανάλυσης κοινωνικοοικονομικών φαινομένων στον καπιταλισμό, αλλά και ως άξονα στην ποιοτική ανάλυση, ακόμα και την προσεγγιστική ποσοτικοποίηση αυτών των φαινομένων και των συσχετίσεων τους, και στην εξακρίβωση τουλάχιστον πρόσκαιρων του τάσεων που αναπτύσσονται, με δεδομένη πάντα τη σχετικά σύντομη ιστορία περίπου δύο αιώνων καπιταλισμού. Για παράδειγμα, όταν η αξία των αγαθών που μια κοινωνία καταναλώνει υπερβαίνει σε βάθος χρόνο την αξία του κοινωνικού προϊόντος που η εργασιακή της ισχύς, που αναλώνεται σε παραγωγικές δραστηριότητες παράγει (έναντι μη παραγωγικής εργασίας που αμείβεται, παραδείγματος χάριν, από το κράτος ή ανεργίας) αυτή η υπέρβαση αντανακλάται σε ελλείμματα ενός εθνικού ισοζυγίου εμπορευμάτων και υπηρεσιών που καλύπτεται από κρατικό δανεισμό. Η υπερχρέωση μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε αναπροσαρμογή της συνολικής κατανάλωσης αυτής της κοινωνίας μέχρις ότου ένα μέρος της παραγόμενης υπεραξίας να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος. 

Τέλος, νιώθω την ανάγκη να υπογραμμίσω ότι η αναγωγή στην ουσία των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων, στην εργασία και την αξία που αυτή, και μόνον αυτή, δημιουργεί είναι το πρίσμα, το απαραίτητο εργαλείο, στην κατανόηση της διάστασης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και των φαινομένων που αυτή η διάσταση και αντίθεση παρουσιάζει στη ζωή μας– των αντιθέσεων και συγκρούσεων (σποραδικά, αναταράξεων κοσμοϊστορικής σημασίας, όπως με το εγχείρημα του υπαρκτού σοσιαλισμού τον 20ο αιώνα), του ανταγωνισμού για μερίδιο και κέρδη εντός μιας πεπερασμένης αγοράς (όπως με τον αποικισμό, το νεοαποικισμό και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις κάθε λογής από οικονομικά ισχυρούς πόλους), της διανομής του πλούτου που παράγεται και των κοινωνικών ανισοτήτων, την αναντιστοιχία ανάμεσα στον όγκο της παραγωγής και την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού και την κατανάλωση, που η διεύρυνσή της οδηγεί σε υφέσεις, τη διαθεσιμότητα και διανομή των εξ ορισμού πεπερασμένων φυσικών πόρων του πλανήτη, τις αλλαγές στο περιβάλλον και το κλίμα, και τα λοιπά.