Friday, June 16, 2017

Σύντομη Παράκαμψη: για τις Θεωρίες περί Ποσότητας του Χρήματος

Σύμφωνα με την Quantity Theory of Money, οι τιμές των αγαθών εντός των ορίων μιας κοινωνίας μεταβάλλονται σε αναλογία με τη διαθέσιμη ποσότητα χρήματος. Αυτή η θεμελιακή αρχή ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι το χρήμα δεν έχει αξία χρήσης, αλλά μόνον ανταλλακτική αξία. Αυτή η αξία προσδιορίζεται αποκλειστικά από τα εμπορεύματα (τα οποία έχουν βέβαια αξία χρήσης για τον καταναλωτή ως καταναλωτικά αγαθά ή τον παραγωγό ως μέσα παραγωγής και πρώτες ύλες) που το χρήμα μπορεί να αγοράσει ή το χρήμα που η πώληση εμπορευμάτων εκ μέρους του παραγωγού αποφέρει. Το χρήμα που κατέχουν στο σύνολό τους οι πολίτες μιας κοινωνίας αντιστοιχεί στην αγοραστική τους δύναμη, δηλαδή τη δυνατότητα να αγοράσουν K μονάδες ενός αγαθού (ή διάφορες ποσότητες ετερογενών αγαθών με σταθερές αναλογίες των ανταλλακτικών τους αξιών). Αν η τιμή κάθε μονάδας αγαθού είναι P, τότε στην απλούστερη της μορφή η περίφημη Quantity Theory of Money (QTM) μας λέει ότι η ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία θα είναι N=P×K

Η εξίσωση μπορεί να επεκταθεί στην περίπτωση που η κοινωνία ικανοποιεί ένα μέρος της κατανάλωσης (K) τοις μετρητοίς, ενώ ένα άλλο μέρος μονάδων, K’, που εκφράζει δυνητική ή μελλοντική κατανάλωση (ιδιαίτερα για αγαθά μεγάλης αξίας και διάρκειας ή για capital goods) διατηρείται στις τράπεζες με τη μορφή καταθέσεων. Οι τράπεζες διατηρούν ένα ποσοστό του K’ ως αποθεματικό, έστω r×Κ’. Η απλή σχέση αναλογίας μεταξύ της ποσότητας του χρήματος Ν και των τιμών P εξακολουθεί να ισχύει: N=P×(K+r×K). Ας σημειωθεί όμως μια υπέρβαση στην τελευταία εξίσωση της QTM: οι μονάδες προϊόντος Κ αντικαθίστανται από χρήμα, κάτι που παρακάμπτει τη διάσπαση των ανταλλαγών ΕΜ και ΕΜ και ουσιαστικά ταυτίζει τα εμπορεύματα που ανταλλάσσονται ή πρόκειται να ανταλλαχθούν μελλοντικά με το χρήμα, το ρευστό, σε τρέχοντες λογαριασμούς και λογαριασμούς καταθέσεων σε τράπεζες. Τα εμπορεύματα στα οποία η ποσότητα του χρήματος αντιστοιχεί στην παραπάνω εξίσωση θεωρούνται άμεσα ρευστοποιήσιμα, χωρίς να είναι απαραίτητα.

Είναι φανερό ότι οι παράμετροι Κ και Κ’, που το άθροισμά τους (Κ+Κ’) αναλογεί στην αξία του κοινωνικού προϊόντος και στη χρηματική τους μορφή εκφράζουν εισοδήματα από κέρδη, μισθούς και συντάξεις, προσόδους από ενοίκια και τόκους, κρατικούς φόρους για κατανάλωση ή αναδιανομή από το κράτος, αποθεματικά ταμείων, κτλ., αφενός εξαρτώνται από τον πλούτο μιας κοινωνίας και, φυσικά, από τη διανομή αυτού του πλούτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις και στρώματα, αφετέρου, από τις ροπές που αναπτύσσονται εντός των διαφόρων κοινωνικών τάξεων -προς κατανάλωση έναντι αποταμίευσης (αν πρόκειται για εργαζόμενους) και προς επένδυση έναντι κατανάλωσης ή αποταμίευσης (αν πρόκειται για κατόχους κεφαλαίων). Αυτές οι ροπές με τη σειρά τους είναι συνάρτηση (ή, καλύτερα, βρίσκονται σε μια αμφίδρομη σχέση διαλεκτικής αλληλεπίδρασης) με τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες, ντόπιες και παγκόσμιες, και την πολιτική, στο βαθμό που ο κρατικός παρεμβατισμός μπορεί να τις επηρεάσει. Από τη άλλη μεριά, ο έλεγχος της ποσότητας του χρήματος (N) και των αποθεματικών των τραπεζών (r) βρίσκεται στα χέρια της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως επίσης υπό τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται και ο καθορισμός του βασικού επιτοκίου δανεισμού στις άλλες τράπεζες, που είναι και το σημείο αναφοράς δανεισμού σε άτομα και επιχειρήσεις και καθορίζει πόσο «φτηνό» ή «ακριβό» είναι το χρήμα.

Στην παραπάνω εξίσωση στηρίζεται λίγο-πολύ η μονεταριστική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας ενός έθνους ή μιας ζώνης κοινού νομίσματος. Σκοπός της, σε συνδυασμό με την δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, είναι η εξομάλυνση των περιοδικών booms & busts ή των πιστωτικών κύκλων που χαρακτηρίζουν σχεδόν κάθε εθνική καπιταλιστική οικονομία, η αποφυγή υφέσεων και κρίσεων που θέτουν το σύστημα σε κίνδυνο ή ως μοχλός εξόδου από τέτοιες υφέσεις και κρίσεις, εν συντομία η διατήρηση της ισορροπίας του οικονομικού συστήματος από οποιεσδήποτε διαταραχές. Γενικά, σε περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας και αύξησης του ρυθμού και του όγκου των συναλλαγών τα Κ & Κ’ τείνουν να μειώνονται, ενώ τείνουν να αυξάνονται σε περίοδο υφέσεων.
Οι συνήθεις μονεταριστικές πρακτικές προσβλέπουν στην αντιστάθμιση τέτοιου είδους τάσεων στις χρηματικές ποσότητες K & Kκαι κατ’ επέκταση στις τιμές αγαθών ή τον πληθωρισμό και αποπληθωρισμό στο σύστημα, κυρίως με αυξομείωση του βασικού επιτοκίου: αυξητικές τάσεις, ιδιαίτερα του K’, χαρακτηριστικό υφεσιακών και αποπληθωριστικών τάσεων, μπορούν (ως ένα σημείο) να αντισταθμιστούν από μείωση του βασικού επιτοκίου και αντίστροφα. Κατά τον Keynes, αύξηση του N (με τύπωμα νέου χρήματος, αλλαγές ισοτιμίες προς τον χρυσό ή άλλα νομίσματα ή quantitative easing), αν και μακροπρόθεσμα μπορεί να έχει ανάλογη (πληθωριστική) επίπτωση στις τιμές, σε βραχύτερο χρονικό ορίζοντα μπορεί να επιδρά στις ποσότητες Κ & Κ’, στο σχετικό τους βάρος και, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των τραπεζικών αποθεματικών (r), οι τιμές να διατηρούνται σχετικά σταθερές, εφόσον τελικά παραγωγή και κατανάλωση ή η ζήτηση και προσφορά συγκλίνουν ή εξισορροπηθούν. 

Είναι φανερό ότι τέτοιου είδους επεμβάσεις σε μακροοικονομικό επίπεδο, όπως αποδείχτηκε άλλωστε κατ’ επανάληψη από την ιστορική εμπειρία, έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι γι αυτό, και παραθέτω μερικούς παρακάτω... Η παραπάνω εξίσωση κατ’ αρχήν παραγνωρίζει ή παρακάμπτει τη σύνθεση των K & K’ και την ανισοκατανομή της αγοραστικής δύναμης διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού, όπως και τις αποκλίσεις που λαμβάνουν χώρας ιδιαίτερα στη διάρκεια ενός οικονομικού boom. Επενδύσεις σε capital goods και σταθερά κεφάλαια, που είναι όρος επέκτασης της παραγωγής και γενικότερης ανάπτυξης, βασίζονται σε προσδοκίες κερδοφορίας σε βάθος χρόνου και είναι σχεδόν αδύνατο να προδιαγραφούν με ακρίβεια, ειδικά όσον αφορά τη ζήτηση και απορρόφηση των τελικών καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. Μόνον μερικώς τέτοιες επενδυτικές ροπές μπορούν να παρακινηθούν ή ανατροφοδοτηθούν από φτηνό χρήμα και χαμηλά επιτόκια, ιδιαίτερα σε συνθήκες γεωπολιτικής αβεβαιότητας ή πεπερασμένης και περιορισμένης διαθέσιμης πληροφορίας. Από την άλλη μεριά, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, οι παράμετροι στη σχέση της ποσότητας χρήματος και τιμών ή η κίνηση κεφαλαίων υπέρ των εθνικών ορίων ή οι σχετικές ισοτιμίες νομισμάτων ή ακόμα και οι τιμές βασικών εμπορευμάτων (όπως της ενέργειας από υδρογονάνθρακες ή του χρυσού) εξαρτώνται από συχνά απρόβλεπτους παράγοντες που δρουν εκτός των ορίων ελέγχου μιας κεντρικής τράπεζας. Επίσης, «φτηνό χρήμα» (σε σχέση πάντα με τις προσδοκώμενες κεφαλαιοκράτες και επενδυτές αποδόσεις), από μια μονεταριστική και μακροοικονομική πολιτική που αγνοεί τη σύσταση των Κ & Κ’, τις αποκλίσεις της αγοραστικής δύναμης εισοδημάτων σε σχέση με τις τιμές και την επέκταση της παραγωγικής χωρητικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς παραγωγής ή τις κινήσεις συσσωρευμένων κεφαλαίων που αναζητούν «κερδοφόρες» διεξόδους, οδηγεί σε over-trade και τελικά υπερπροσφορά αγαθών, επιβράδυνση και ύφεση· όπως συνέβη με τις «νέες τεχνολογίες» στις αρχές της χιλιετηρίδας ή στο credit crunch που συνόδευσε το φτηνό δανεισμό και την τεχνητή αύξηση τιμών στην αγορά κατοικίας. Χάριν στον καταμερισμό της εργασίας και τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής η ύφεση επεκτείνεται σε παρεμφερείς τομείς και τελικά διεισδύει στο σύνολο της οικονομίας. 

Το «φτηνό χρήμα» ή η αθρόα προσφορά χρήματος για την τόνωση μιας οικονομίας που διοχετεύεται στην κατανάλωση αντί για παραγωγικές επενδύσεις, δηλαδή χωρίς μελλοντικά ανάλογη μεγέθυνση του κοινωνικού προϊόντος, οδηγεί βέβαια σε πραγματικό πληθωρισμό ή, ακόμα χειρότερα, σε στασιμοπληθωρισμό, αύξηση του τιμάριθμου με στάσιμη την παραγωγή αγαθών, πιθανότατα ως αποτέλεσμα κάποιας σημαντικής, απότομης αύξησης του κόστους παραγωγής λόγω δράσης εξωγενών ως προς την εθνική οικονομία παραγόντων (παραδείγματος χάριν, απότομη μείωση της προσφοράς και αύξηση των τιμών ενέργειας, όπως στη δεκαετία του 1970, ή απότομη μείωση της αγροτικής παραγωγής και αύξηση του κόστους διατροφής).

Friday, June 9, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ - 7 Χρήμα (Β)

ΩΣ ΜΕΣΟ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ & ΟΡΓΑΝΟ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ο ρόλος του χρήματος στην καπιταλιστική παραγωγή υπερβαίνει αυτόν του απλού μέτρου σύγκρισης αξιών: γίνεται το πανταχού παρόν (ubiquitous & omnipresent) μέσο ανταλλαγής (medium of exchange) εμπορεύσιμων αγαθών και κάθε λογής οικονομικών συναλλαγών, το όργανο ή όχημα της οικονομικής κυκλοφορίας, της διαδικασίας πραγματοποίσης των τιμών -όπου το εμπόρευμα γίνεται, αποκτά, μετατρέπεται σε τιμή. Το χρήμα όχι μόνο εκφράζει αλλά και πραγματοποιεί τις τιμές των εμπορευμάτων, τα «ρευστοποιεί»: τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται με μια ποσότητα χρήματος που με τη σειρά της ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα. 

Ο κάτοχος του εμπορεύματος Ε1 (που μπορεί να είναι εργασιακή ισχύς ή, καλύτερα, κάποιος χρόνος απασχόλησης μιας εργασιακής ισχύος) το ανταλλάσσει με χρήμα, κατόπιν το χρήμα από την ανταλλαγή του Ε1 ανταλλάσσεται με το εμπόρευμα Ε2 ενός άλλου κατόχου, κοκ, σε μια ακολουθία διαδοχικών συναλλαγών ...Ε1→ΜΜΕ2.... Η κυκλοφορία του χρήματος από τη μεριά της χαρακτηρίζεται από τη φορά της (ΕΜ or ΕΜ), την ποσότητα του χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία και τον ρυθμό ή την ταχύτητα των συναλλαγών. Ως υποσημείωση αναφέρω το μάλλον προφανές: ότι η ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία είναι ανάλογος του συνόλου των συναλλαγών επί το μέσο επιπέδο των τιμών και αντιστρόφως ανάλογος της ταχύτητας των συναλλαγών (του μέσου αριθμού των συναλλαγών ανά μονάδα χρόνου).

Είναι φανερό ότι η καθολική χρήση του χρήματος ως όργανο κυκλοφορίας διασπά την ανταλλαγή σε δύο πράξεις. Στη διάσπαση αυτή, συνάμα με το χρονικό διάστημα και τη (γεωγραφική) απόσταση που ενδεχόμενα μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο ανταλλαγές και τις αντίστοιχες ασυνέχειες στην κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων, βρίσκονται, κατά τον Μαρξ, ”the germs of crises”. Επίσης, εφόσον η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος ή ο ρυθμός των ανταλλαγών εμπορευμάτων με χρήμα και τανάπαλιν, προσδιορίζεται από παράγοντες εξωτερικούς προς αυτήν την κυκλοφορία εμπορευμάτων και χρήματος (παραδείγματα όπως η αθρόα προμήθεια πρώτων υλών, η αγοραστική δύναμη εισοδημάτων, το εμπόριο εκτός των ορίων μιας κοινής νομισματικής ζώνης, ανομοιόμορφη γεωγραφικά παραγωγικότητα εντός και εκτός αυτών των ορίων, κτλ. έρχονται στο νου), η ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαστέλλεται και συστέλλεται σε αντιστοιχία με την περιστασιακή επιτάχυνση και επιβράδυνση της κυκλοφορίας, τη διαστολή και συστολή της παραγωγής, του ρυθμού και του όγκου των συναλλαγών, κάτι που επαφίεται στις τράπεζες σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα.
  
Στη συμβολική του μορφή (πλαστικό με πρόσβαση σε κάποιον τρέχοντα λογαριασμό ή χαρτονομίσματος ή τραπεζικών γραμματίων) δεν είναι παρά μια εντολή ή συναλλαγματική που επιτρέπει στον κατοχό της να την ανταλλάξει με χρυσό -τον παλιότερο καιρό της σύνδεσης των τραπεζογραμματιών με συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού- ή, σήμερα, με ένα ‘καλάθι’ αγαθών ή την εργασιακής ισχύ μιας χώρας.  H αξία του χρήματος συνδέεται λοιπόν αδιάρρηκτα με την αξία των αγαθών με τα οποία ανταλλάσεται. Το απλό τύπωμα χρήματος, η αύξηση της προσφοράς του ή κάποια μονεταριστική επέκταση δεν αυξάνει τον πλούτο της κοινωνίας “through a stroke of magic”, αλλά χωρίς ανάλογη μεγέθυνση του κοινωνικού προϊόντος καταλήγει στην υποτίμηση και απαξίωση του ίδιου του χρήματος (ισοδύναμα, την αύξηση των τιμών των προϊόντων και της εργασιακής ισχύος), σε πληθωρισμό. 

ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΥΛΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Η αρχική μορφή του κεφαλαίου πριν αυτό επενδυθεί στην παραγωγική διαδικασία είναι χρηματική. Σε ένα χρονικό σημείο της ακολουθίας ανταλλαγών που η καπιταλιστική παραγωγή και κυκλοφορία περιέχουν, δηλαδή της σειράς:

Μ...Ε1Ε2Μ'Ε1'Ε2'... Μ''

το συσσωρευμένο κεφάλαιο ή τουλάχιστον ένα μέρος του που δεν επανεπενδύεται στην παραγωγή αποτραβιέται από αυτήν, το χρήμα που το εκφράζει αποσύρεται από την κυκλοφορία: το χρήμα από εμπόρευμα και μέσο συναλλαγής μεταφράζεται σε πλούτο για τους κατόχους του αρχικού κεφαλαίου. Το χρήμα ως συσσωρευμένος πλούτος μεταμορφώνεται σε μια ανεξάρτητη οντότητα εκτός κυκλοφορίας χρήματος και εμπορευμάτων, και είτε συσσωρεύεται ως θησαυρός ή  χρησιμοποιείται για την αγορά πολυτελών αγαθών ή αγαθών διαρκείας. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο, το συσσωρευμένο χρήμα που αποσύρεται από την παραγωγή αντιπροσωπεύει πλέον ματεριαλιστικό πλούτο.

Η συσσώρευση πλούτου γίνεται αυτοσκοπός, η δίψα για συσσώρευση ακόρεστη. “Money is therefore not only an object, but is the object of greed [Bereicherungssucht]. It is essentially auri sacra fames. The cult of money has its asceticism, its self-denial, its self-sacrifice – economy and frugality, contempt for mundane, temporal and fleeting pleasures; the chase after the eternal treasure.” [Karl Marx, Grundrisse]

Tuesday, June 6, 2017

Ξανασυναντώντας τον Μαρξ 7 - Χρήμα (Α)

Τo χρήμα στην έκαστην μορφή και ιστορική μετάλλαξή του (μεταλλικό – χρυσός και ασήμι, κέρματα & χαρτονομίσματα, πλαστικό, ηλεκτρονικό, ...) έχει διαχυθεί πλέον παντού, είναι πανταχού παρόν, έγινε αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου και της καθημερινότητάς του. Η εργασία της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων αμείβεται με χρήμα, με το χρήμα αγοράζονται τα κάθε λογής προϊόντα και υπηρεσίες από άτομα και επιχειρήσεις, όπου τουλάχιστον ο καταμερισμός της εργασίας και της παραγωγής απαιτεί την ανταλλαγή τους ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές, το χρήμα είναι η αρχική, η ενδιάμεση και η τελική μορφή, μιας από τις μεταμορφώσεις, η πραγματοποίηση και διατίμηση (valorization) του κεφαλαίου στη διαδικασία παραγωγής: το κεφάλαιο, συσσωρευμένο σε μορφή χρηματική ή  χρηματοπιστωτική, επενδύει σε μέσα παραγωγής και ανθρώπινη εργασία, για να μετασχηματίσει ένα σύνολο πρώτων υλών σε τελικό αγαθό-εμπόρευμα, που προσφέρεται στην αγορά και ανταλλάσσεται με χρήμα στο τέλος κάθε στοιχειώδους κύκλου παραγωγής. Το μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου ανά πάσα στιγμή είναι ένα μίγμα πρώτων υλών, εργασιακής δύναμης, εμπορευμάτων προς ανταλλαγή και χρήματος από την ανταλλαγή τους. Σε χρήμα καταβάλλονται ενοίκια και τοκοχρεολύσια, φόροι και εισφορές. Κάθε ατομικό εισόδημα από μισθούς και κέρδη εκφράζεται σε χρήμα. 

ΩΣ ΜΕΤΡΟ ΑΞΙΑΣ & UBER ALLES ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ 
Η πρώτη εμφανής ιδιότητα του χρήματος είναι ως μέτρο, ως ονομαστική μονάδα μέτρησης της ανταλλακτικής αξίας των αγαθών. Στον καπιτιαλισμό, για την πραγματοποίηση της αξίας ενός εμπορεύματος δεν αρκεί αυτό να ανταλλαγεί με ένα άλλο συγκεκριμένο αγαθό αλλά με κάτι άλλο: ένα κοινωνικό σύμβολο, ένα σύμβολο γενικής αποδοχής. Αυτό το σύμβολο μέτρησης και σύγκρισης, που στέκεται ξεχωριστά από τo κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα, αλλά υπάρχει παράλληλα με αυτά ως ένα γενικά αποδεκτό και κοινωνικά αναγνωρίσιμο εμπόρευμα είναι το χρήμα: “Αll commodities are only transitory money; money is the permanent commodity. Money is the omnipresent commodity; the commodity is only local money” [Karl Marx, Grundrisse].

Η αξία των αγαθών εκφράζεται λοιπόν ποσοτικά με ή ονομαστικά από την τιμή τους. Η τιμή συνιστά τη μέτρηση από την αγορά της ανταλλακτικής αξίας και της εργασιακής ενέργειας που έχει αποκρυσταλλωθεί σε αυτά τα αγαθά· το χρήμα είναι το συμβολικό μέτρο, ο ονομαστικός προσδιορισμός της τιμής, η λογιστική μονάδα μέτρησης της ανταλλακτικής αξίας. Ως τέτοια μονάδα υποβάλλεται ιδεατά και τελικά επιβάλλεται στον καπιταλισμό και στέκεται υπεράνω όλων των εμπορευμάτων ως πρακτικό μέτρο σύγκρισης της ανταλλακτικής τους αξίας. To χρήμα γίνεται το παγκόσμιο, κοινά αποδεκτό, ισοδύναμο μέτρο αυτής τη σύγκρισης. The exchange value of a commodity, as a separate form of existence accompanying the commodity itself, is money; the form in which all commodities equate, compare, measure themselves; into which all commodities dissolve themselves; that which dissolves itself into all commodities; the universal equivalent.” [Karl Marx, Grundrisse].

Αυτή η αποτίμηση των αγαθών με το χρήμα, ο προσδιορισμός των ανταλλακτικών αξίων με την τιμή αγοράς τους καθιερώθηκε βαθμιαία μέσα από συνεχείς ανταλλαγές αγαθών, δηλαδή η τελική και καθιέρωση αυτής της καθολικής και πανταχού παρούσας πρακτικής προϋποθέτει την ανταλλαγή: προέκυψε ως ιστορικό αποτέλεσμα του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης μιας κοινωνικής παραγωγής και της διαδικασίας ανταλλαγής εμπορευμάτων σε κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα η χρηματική αποτίμηση κάθε πράγματος, κάθε εμπορεύματος, κάθε προϊόντος και υπηρεσίας και της εργασιακής ισχύος είναι πλέον όρος, εκ των ων ουκ άνευ της καπιταλιστικής παραγωγής: το κόστος των στοιχείων παραγωγής εκφράζεται από την τιμή τους, το ίδιο και το εμπόρευμα -το αποτέλεσμα της παραγωγής. Και αυτές οι τιμές πάντα περιλαμβάνουν το κόστος παραγωγής και το κέρδος του παραγωγού.

Το χρήμα per se δεν ενσωματώνει εργασία, με την έννοια ότι η εκτύπωση χρήματος ή το ‘quantitative easing’ από κάποια αρχή, όπως το κράτος ή η κεντρική τράπεζα απαιτεί μηδαμινή εργασιακή ενέργεια σε σχέση με την αξία που εκφράζει. Η ανταλλακτική αξία του ετεροπροσδιορίζεται από τα αγαθά που μπορεί να αγορασθούν ή πωληθούν με μια συγκεκριμένη ποσότητά του. Συνεπώς, ως έκφραση του εισοδήματος ενός πολίτη “[money] regulates the extent of its power of purchasing or the value of the goods which he can annually afford to consume… Real revenue […] consists not in the money, but in the money’s worth; not in the metal prices, but in what can be got for them” [Adam Smith, The Wealth of Nations].  Στη συμβολική του μορφή (πλαστικό ή ηλεκτρονικό με πρόσβαση σε κάποιον τρέχοντα λογαριασμό ή ως χαρτονόμισμα ή τραπεζικό γραμμάτιο ή επιταγή πληρωμής, κτλ.) δεν είναι παρά μια εντολή ή συναλλαγματική που επιτρέπει στον κάτοχό της να την ανταλλάξει ανά πάσα στιγμή με χρυσό (τις εποχές της σύνδεσης εθνικών τραπεζογραμματιών με συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού) ή, σήμερα, με ένα ‘καλάθι’ αγαθών ή και την εργασιακής ισχύ.  H αξία του χρήματος συνδέεται λοιπόν με την αξία των αγαθών με τα οποία ανταλλάσσεται. Το τύπωμα χρήματος, η αύξηση της προσφοράς του ή κάποια μονεταριστική επέκταση δεν αυξάνει τον πλούτο της κοινωνίας “through a stroke of magic”, ούτε βέβαια και την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων, αλλά χωρίς ανάλογη μεγέθυνση του κοινωνικού προϊόντος καταλήγει στην υποτίμηση του ίδιου του χρήματος (ισοδύναμα, σε αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων και της εργασιακής ισχύος), σε πληθωρισμό.