Monday, April 17, 2017

Αξία και Εργασία - 5 Ποσοτικοποίηση

Άρα, η εργασία είναι απαραίτητη και ικανή συνθήκη για τη δημιουργία αξίας. Χωρίς εργασία δεν δημιουργείται αξία, κάθε τι που έχει αξία (είτε ανταλλακτική, είτε χρήσης) είναι αποτέλεσμα εργασίας, προϋποθέτει και ενσωματώνει εργασία: συλλογική, κοινωνική εργασία, συνεργασία, φυσική και πνευματική ενέργεια, χρόνο και ένταση, αναλωμένη από τους εργαζόμενους σε κάθε στάδιο της παραγωγής του αγαθού. Στον κόσμο της παραγωγής και κατανάλωσης, της ικανοποίησης των υλικών και πνευματικών αναγκών της ανθρωπότητας, πρόκειται περί ταυτολογίας, περί μιας ποιοτικά αδιάσπαστης σχέσης ισοδυναμίας.

Σε κάθε ιστορική φάση, η ανταλλακτική αξία των αγαθών (εμπορευμάτων- προϊόντων είτε υπηρεσιών) ήταν και είναι μετρήσιμη. Χ μονάδες του αγαθού Α ανταλλάσσονται με Υ μονάδες αγαθού Β ή Μ μονεταριστικές μονάδες, όπου Μ είναι η τιμή του αγαθού, η έκφραση της ανταλλακτικής του αξίας σε χρήμα. Η ποσοτικοποίηση αυτή, η αποτίμηση [valuation] της ανταλλακτικής αξίας στον καπιταλισμό είναι εμφανής και πανταχού παρούσα. Σε κάθε αγαθό, ανά πάσα στιγμή, επισυνάπτεται τιμή και κατ’ επέκταση μια ποσοτική σχέση αναλογίας με άλλα αγαθά, ετερογενή ή ομογενή. Στην ανταλλακτική αξία παρουσιάζεται η ποσοτική έκφραση της αξίας και, στη βάση της σχέσης ισοδυναμίας αξίας και εργασίας, της εργασίας που έχει ενσωματωθεί και ολοκληρωθεί στο αγαθό σε κάθε στάδιο της παραγωγής του. 

Από την άλλη μεριά, το ίδιο ισχύει και για την εργασιακή ενέργεια, δηλαδή την ατομική και συλλογική εργασία που ο άνθρωπος προσφέρει: αυτή η εργασιακή ενέργεια, ο χρόνος επί την ένταση της εργασίας, που αναλώνεται στην παραγωγική διαδικασία από τον εργαζόμενο τον ενταγμένο σε αυτήν την παραγωγική διαδικασία, έχει ανταλλακτική αξία που ποσοτικοποιείται ως μισθός, χρηματικός ή έναντι άλλων αγαθών. Ο εργαζόμενος προσφέρει το χρόνο και την ενέργειά του, ατομικά ή σε συνεργασία με άλλους συνεργάτες του, έναντι αντίτιμου, έναντι μισθού ή αμοιβής, έναντι χρήματος ή άλλων αγαθών.

Σημειώνω ότι κάθε μορφής εργασίας δεν συνεισφέρει στη δημιουργία αξίας, παρόλο που συνήθως ανταμείβεται με χρήμα και αγαθά, τα οποία είναι αποτέλεσμα εργασίας. Με μιαν άλλη έννοια, υπάρχουν κατηγορίες εργασίας και ανθρώπινων δραστηριοτήτων που δεν συνεισφέρουν καθόλου (για παράδειγμα, κρατικοί γραφειοκρατικοί υπάλληλοι, νομικοί σύμβουλοι, κτλ.) ή μόνο μερικά ή έμμεσα στη δημιουργία αξίας (για παράδειγμα, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας). Όπως υπάρχουν και κοινωνικά στρώματα που οι απολαβές τους από το αθροιστικό κοινωνικό ή εθνικό προϊόν (τη συνολική αξία των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγει ή προσφέρει η κοινωνία) είναι δυσανάλογη προς την συνεισφορά τους στη δημιουργία της αξίας αυτού του προϊόντος. Εν γένει, ακριβής προσδιορισμός της συμμετοχής της ατομικής εργασίας, ειδικότερα όταν έχει τεχνολογικό-επιστημονικό (διανοητικό) χαρακτήρα και προϋποθέτει τη συνεργασία με άλλες ειδικότητες, είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη. Ωστόσο, η προσέγγιση της συλλογικής εργασίας σε μικρο-οικονομικό επίπεδο (επίπεδο επιχείρησης) και, με μεγαλύτερο βαθμό ακρίβειας, σε μακρο-οικονομικό επίπεδο (κοινωνικό, εθνικό) είναι δυνατή στη βάση της παραγόμενης αθροιστικής αξίας. 

Συμπερασματικά, στην καπιταλιστική αγορά η ανταλλακτική αξία του αγαθού εκφράζεται ποσοτικά από την τιμή του. Με άλλα λόγια, η τιμή ενός αγαθού εκφράζει ποσοτικά, αλλά κατά προσέγγιση την εργασία που ενσωματώνει το αγαθό, την εσωτερική [intrinsic] και ουσιαστική αξία που η εργασία δημιουργεί. Η τιμή είναι μέτρηση της ανταλλακτικής αξίας και κατ’ επέκταση της αθροιστικής, συλλογικής-κοινωνικής εργασιακής ενέργειας που αναλώνεται στην παραγωγή ενός αγαθού.

Η τιμή ενός αγαθού-εμπορεύματος που αγοράζεται και πωλείται, ανταλλάσσεται στην καπιταλιστική αγορά ή, καλύτερα, η αναλογία των τιμών ετερογενών διακριτών αγαθών (αφαιρώντας έτσι από τη ποσοτική αυτή έκφραση της απόλυτης τιμής ενός αγαθού τον πληθωρισμό, δηλαδή αυτήν καθαυτή την τιμή του χρήματος) μπορεί να αυξομειώνεται για διάφορους λόγους: 
   (α) Κυρίως, λόγω αντίστοιχων αυξομειώσεων στην προσφορά και ζήτηση του αγαθού, που μπορεί να είναι τεχνητές, ή την προσφορά και ζήτηση των συστατικών που το απαρτίζουν (για παράδειγμα, εξαιτίας φυσικών, κλιματικών ή γεωπολιτικών παραγόντων), και βέβαια της τιμής της εργασιακής ενέργειας που απαιτείται στην παραγωγή του (για παράδειγμα, λόγω της έλλειψης η υπερπροσφοράς ανειδίκευτου εργατικού ή εξειδικευμένου δυναμικού).
   (β) Τεχνολογικές αναβαθμίσεις που ενισχύουν της παραγωγικότητα, δηλαδή την παραγωγή της ίδιας ποσότητας μιας κατηγορίας αγαθών με λιγότερη αναλώσιμη εργασιακή ενέργεια (σε συντομότερο χρόνο ή και με χαμηλότερη ένταση). 
   (γ) Αυθαίρετη διατίμηση συγκεκριμένων αγαθών από επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε συνθήκες μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών καταστάσεων στην αγορά, κάτι που συνήθως αντανακλάται σε προσωρινή κορύφωση των ποσοστών κέρδους· είτε, σε περιπτώσεις διαχείρισης από μια εταιρία portfolio ομοειδών αγαθών που το καθένα μπορεί να απαιτεί διαφορικά ποσά εργασιακή ενέργειας στην παραγωγή του και που η διατίμηση από την εταιρία βελτιστοποιεί την κερδοφορία ή προσαρμόζεται στις διακυμάνσεις της προσφοράς και ζήτηση κάθε προϊόντος.

Παρά τις διακυμάνσεις των τιμών αγαθών (απόλυτων και σχετικών, είτε ομοειδών, είτε ετερογενών αγαθών παραγόμενων από διαφορετικούς τομείς), που κατά κανόνα είτε είναι προσωρινές, είτε συμβαίνουν ασυνεχώς σε βήματα, μέσα από τη σύγκρουση τάσεων στην προσφορά και τη ζήτηση, την ανισόμετρη αύξησης της παραγωγικότητας ανάμεσα σε επιχειρήσεις και κοινωνίες, στις παλινδρομήσεις στην προσφορά πρώτων υλών ή τη διάθεση εργατικού δυναμικού, προκύπτουν σταθερές τιμές (και λόγοι τιμών ετερογενών προϊόντων) και μάλιστα για χρονικά διαστήματα διαφόρων κύκλων παραγωγής αυτών των αγαθών. Αφενός, “if supply and demand equilibrate each other, the market prices of commodities will correspond with their natural prices, that is to say, with their values as determined by the respective quantities of labour required for their production.” Διαφορετικά διατυπωμένο: σε συνθήκες ισορροπίας της προσφοράς και της ζήτησης, οι ως προς το χρόνο σταθερές απόλυτες (αποπληθωρισμένες) και σχετικές τιμές ετερογενών αγαθών δεν μπορούν να εξηγηθούν στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης. Αφετέρου, η διαφορική αύξηση στην παραγωγικότητα (λόγω τεχνολογικών καινοτομιών σε μια επιχειρηματική δραστηριότητα, σε ένα τομέα παραγωγής, η οποία μειώνει την ανθρώπινη εργασιακή ενέργεια που ενσωματώνει το προϊόν της), αρχικά επηρεάζουν θετικά την κερδοφορία της επιχείρησης που αύξησε την παραγωγικότητά της (μείωσε το «κόστος εργασίας») για την ίδια τιμή προϊόντος που προσφέρει στην αγορά, ενώ μακροπρόθεσμα, ο ανταγωνισμός και η υιοθέτηση παρόμοιας ή ανταγωνιστικής τεχνολογίας από άλλες επιχειρήσεις, οδηγεί την τιμή του προϊόντος σε χαμηλότερα επίπεδα, που αντιστοιχούν στη μειωμένη ανάλωση εργασιακής ενέργειας.
 
Σε συνθήκες ισορροπίας, λοιπόν, της προσφοράς και της ζήτησης, στον πυρήνα της σχέσης της αναλογίας των τιμών διαφορετικών αγαθών και της μονεταριστικής έκφρασης των ανταλλακτικών αξιών προϊόντων & υπηρεσιών ή, αλλιώς, στο σημείο σύγκλισής τους βρίσκεται η κοινωνική-συλλογική εργασιακή ενέργεια που το κάθε αγαθό ενσωματώνει. Η τιμή του είναι η ποσοτική έκφραση σε χρήμα της ανταλλακτικής του αξίας και της ενσωματωμένης εργασιακής ενέργειας. Και τίποτε άλλο πέραν αυτής της ενσωματωμένης εργασίας, αναλωμένης εργασιακής ενέργειας, εξηγεί τη μέση τιμή ή τιμή σύγκλισης ενός αγαθού (το γιατί ένα αγαθό στοιχίζει ένα ποσό Α και όχι Β), τίποτε άλλο πέρα από την εργασία εξηγεί γιατί το Χ αγαθό στοιχίζει Α και το Υ αγαθό στοιχίζει Β.


Σημ.: Σε συζητήσεις στο παρελθόν, αλλά και στη μαρξιστική ανάλυση της εργασιακής θεωρίας της αξίας, αναφέρονται παραδείγματα, όπως ένα ακαλλιέργητο ή ανοικοδόμητο κομμάτι γης, μια δασική έκταση, κτλ. που αν και δεν ενσωματώνουν οποιαδήποτε μορφής εργασία, ωστόσο είναι ανταλλάξιμες με χρηματικό αντίτιμο. Ωστόσο, αυτή η ανταλλαξιμότητά τους η το χρηματικό αντίτιμο που κάποιος προτίθεται να προσφέρει προϋποθέτει τη δυνάμει εμπλοκή της εργασίας στην αναβάθμισή τους, δηλαδή την «καλλιεργησιμότητα» ή «οικοδομησιμότητά» τους, την τελική μεταμόρφωσή και αναβάθμισή τους στο μέλλον διαμέσου της εργασίας. Αντίστροφα, αν ένα κομμάτι γης ή το υπέδαφός του ή ο ουρανός από πάνω του δεν προσέφερα τη δυνατότητα εμπλοκής της εργασίας και τελικής αναβάθμισής σε αγαθό δυνητικά ανταλλάξιμο με άλλα και σε αντίτιμο μεγαλύτερο από το αρχικό που καταβλήθηκε, δεν θα ήταν πωλήσιμο ή ανταλλάξιμο σε πρώτη φάση. Το αρχικό αντίτιμο μάλιστα σχετίζεται με τη δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης τους, μετασχηματισμού του μέσω της εργασίας.

Saturday, April 8, 2017

Πρόγονοι - 6 Από τον Αγιαστέφανο της Πόλης

Το ξενοδοχείο Wow στο Yesilkoy της Πόλης είναι ένα περιφραγμένο συγκρότημα από δύο δίδυμους, πολυώροφους πύργους, δυο μοντέρνα άσπρα κουτιά με συμμετρικές προσόψεις, δίχως χαρακτήρα και ψυχή, σαν κάποια αποκλιμακωμένη εκδοχή αμερικάνικου ξενοδοχείου στο Λάς Βέγκας. Στέκεται στις παρυφές ενός shopping mall, από αυτά που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο στις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, χάριν σε μιαν χωρίς ανάσα καπιταλιστική ανάπτυξη. Από μακριά η αρχιτεκτονική του δεν ξεχωρίζει πολύ μέσα στο δάσος των πολυκατοικιών και γραφείων που είναι η Ιστανμπούλ του 21ου αιώνα. Ιδανικός χώρος φιλοξενίας το Wow, θα έλεγε κανείς, για επαγγελματίες, businessmen από τη Δύση και την Ανατολή, που σμίγουν για δουλειές στην Πόλη, αλλά και για γκρουπ τουριστών και νεαρών με επιφανειακά γούστα, καμιά φορά και ζευγάρια Τούρκων που βρίσκουν ερωτικό καταφύγιο για ένα βράδι· με λίγα λόγια, για όσους θέλουν ή χρειάζεται να κοιμηθούν ένα-δυο βράδια με χαμηλό σχετικά κόστος σε κάποιο στρατηγικό σημείο της μεγαλούπολης, με εύκολη πρόσβαση στο διεθνές αεροδρόμιο.

Εκεί, σε ένα από τους πάνω ορόφους, με το “Kemal Ataturk” και τους διαδρόμους προσγείωσης και απογείωσης ορατούς από το παράθυρό μου στην πίσω όψη του κτηρίου μόλις ενάμιση χιλιόμετρο παραπέρα, πέρασα δύο άυπνες νύκτες. (Αυπνίες και κακο-υπνίες αδιάρρηκτο χαρακτηριστικό ταξιδιών αστραπής για business.) Με τα αεροπλάνα να απογειώνονται και προσγειώνονται  αδιάκοπα με λιγοστές ώρες παύσης τις μικρές ώρες της νύχτας, τον αχό από τα εργοτάξια που δούλευαν ολονυχτίς στις επεκτάσεις του αεροδρομίου, τον θόρυβο του κλιματιστικού, την ζέστη που χρειαζόταν δευτερόλεπτα για να σκεπάσει το δωμάτιο όταν το έκλεινα, τους αναστεναγμούς από τον έρωτα του ζευγαριού του διπλανού δωματίου ή τα καζανάκια της τουαλέτας από πάνω, πως να κοιμηθεί κανείς; Πίστεψα, λαθεμένα, ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσω το θόρυβο που διαπερνούσε τα τζάμια ήταν να τον αφουγκραστώ, να τον μεταφέρω από τις αισθήσεις και τη συνείδηση, στα βάθη της αναισθησίας και του ασυνείδητου. Η ανατολή του ήλιου με βρήκε άγρυπνο να στέκομαι στο παράθυρο και ν’ ατενίζω προς τη μεριά του αεροδρόμιου. Πιο πέρα στο νότο, πίσω από τους διαδρόμους του αχανούς αεροδρομίου διαφαινόταν η ακτογραμμή της θάλασσας του Μαρμαρά και η αντανάκλαση του πρωϊνού ήλιου στα νερά του.

Μια στενή λουρίδα κατοικιών στις παραθαλάσσιες γειτονιές του Αγιαστέφανου, του San Stefano για τους Λεβαντίνους- Γενοβέζους, Βενετσιάνους και Φράγκους- που εγκαταστάθηκαν στην Πόλη και τα περίχωρά της μετά την τέταρτη Σταυροφορία, μόλις διακρινόταν στο βάθος, πίσω από την αχνή, μολυσμένη ατμόσφαιρα πάνω και πιο πέρα από την απεραντοσύνη του αεροδρομίου. Ήταν εκείνη την αυγή που βρέθηκα πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στις ρίζες της φαμίλιας, από της Μάνας μου το σόι, το «σιμσιλέ», στην Πόλη. Αυτή η ανεπαίσθητη σύνδεση με ένα μακρινό παρελθόν διήρκεσε μόλις μερικές στιγμές. Στον χώρο θα ήταν όσο κοντά βρέθηκα.

Ο Κωνσταντίνος, ο Κωστής, ο «Κωτής» για τους φίλους, γνωστούς και συνεταίρους του, ο παππούς της Μάνας, γεννήθηκε κάποτε στα τέλη του 19ου αιώνα, και έφτιαξε το σπιτικό του στον Αγιαστέφανο, στο τότε κοσμοπολίτικο παραλιακό προάστιο της Πόλης, στο σημείο όπου πρώτα ξεμπάρκαραν οι Βενετσιάνοι του Enrico Dandolo πριν στην συνέχεια την αλώσουν και ανάψουν το φυτίλι για το τέλος του Βυζαντίου. Λένε ότι το επίσημο επίθετο του, που το άφησε πίσω στην Πόλη μαζί με τα περισσότερα υπάρχοντά του, ήταν Νικολαΐδης -βυζαντινό. Μαλίκ μπέης, τσιφλικάς, και συνάμα μεγαλέμπορος ξηρών καρπών και ζαρζαβατικών, θα ανήκε στα μεσαία μέχρι και ψηλά στρώματα μιας εύπορης, ακμάζουσας μέχρι τους πολέμους, και σε μεγάλο βαθμό άρχουσας οικονομικά τάξης Ελλήνων στην καρδιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ενόσω πλήρωνε τους φόρους της στην Πύλη πορεύονταν στη ζωή χωρίς πολλούς αντιπερισπασμούς. Στο τσιφλίκι και τους μπαχτσέδες του, που στον καιρό του θα ευδοκιμούσαν κάτω από τη άσφαλτο του αεροδρόμιου, καλλιεργούσε τους ξηρούς καρπούς και τα άλλα εποχιακά καλά του και μετά τα εμπορευόταν στις μεγάλες, ντόπιες αγορές.

Ήταν παντρεμένος με την Δομνίκη του γένους Κουντουρά, που το χριστιανικό όνομά της, όπως και αυτών των εγγονών της -Στέλλα, Δομνίκη, Αλίκη- και τα χλωμά, ανοιχτά χρώματα του δέρματος και το ξανθωπό των μαλλιών τους, παραπέμπει σε φράγκικες καταβολές. Αμφιβάλλω αν ο ίδιος ο Κωτής και η γυναίκα του έκρυβαν μέσα τους ή φανέρωναν προς τα έξω κάποια ελληνική συνείδηση και ελληνικότητα, είτε, πόσο μάλλον, αν θεωρούσαν τους εαυτούς απόγονους και συνεχιστές ενός χαμένου από πολλούς αιώνες πριν  Βυζαντινού ελληνισμού, είτε αν είχαν κάποια στοιχειώδη επίγνωση της ιστορίας της Πόλης όπου γεννήθηκαν και έζησαν την ακμή της ύπαρξής τους, είτε, ακόμη, αν είχαν στοιχειώδη συναίσθηση της οποιασδήποτε ιστορικής κληρονομιάς προηγούμενων γενιών που πάνω της στήριξαν το βιός τους. Μιλούσαν τα ελληνικά τόσο καλά, όσο και τα τουρκικά. Ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι τουλάχιστον στο όνομα, από προσηλυτισμό ή παράδοση κανείς δεν ξέρει. Στο χωνευτήρι της Πόλης και του προαστίου τους σμίξανε με το πέρασμα του χρόνου λαοί διάφοροι: Τούρκοι, Αρμένιοι, οι Ρωμιοί του Βυζαντίου, Φράγκοι, Βενετσιάνοι και Γενοβέζοι, και κατέλαβαν διάφορα κοινωνικά και οικονομικά στασίδια και θέσεις, σε μια κατά κύριο λόγο φεουδαρχική και μεταπρατική κοινωνία. Στη μοναχοκόρη τους τη Βασιλική έδωσε την ανατροφή που Έλληνες τσιφλικάδες και μεγαλέμποροι, με φωτισμένα μυαλά και πλούτο, προόριζαν για τα παιδιά τους, με γυμνασιακή μόρφωση, με κατ' οίκον διδασκαλία Γαλλικών και μαντολίνου. Ο Πατέρας αργότερα αστειευόταν ότι οι συζητήσεις περί τα κληρονομικά της γιαγιάς της Βασιλικής και κάποιες δήθεν προφορικές υποσχέσεις για την παραχώρηση των οικοπέδων στο χωριό γίνονταν στα Γαλλικά ώστε να μην τους καταλαβαίνει κανείς.  

Η καταστροφή του ’22 και η ανταλλαγή των πληθυσμών, το βαρύ αόρατο χέρι της ιστορίας, τους έσπρωξε στην καινούργια Ελλάδα, στις όχι και από πολύ καιρό πριν απελευθερωμένες από Τούρκους και Βούλγαρους περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Η εφαρμογή της συνθήκης της Λοζάνης είχε τροχοδρομηθεί. Ο Κωτής με τη γυναίκα του τη Δομνίκη και το κορίτσι τους, την όμορφη Βασιλική, 17 χρονών κοπέλα τότε, αποχαιρέτησαν τον Αγιαστέφανο κάποιο ηλιόλουστο πρωϊνό του 1924. Δεν πρόδιδε καμιά εξέγερση, καμιά αναστάτωση τριγύρω εκείνο το πρωϊνό, ήταν σαν κάθε άλλο ανοιξιάτικο πρωϊνό στα παράλια του Μαρμαρά, τα νερά του άστραφταν όπως με κάθε ανατολή του ήλιου. Η αποχαιρετιστήρια φωτογραφία τους δείχνει να στέκονται, τρείς νηφάλιες φυσιογνωμίες, μαζί με γείτονες, μπροστά από το διώροφο σπιτικό που θα άφηναν με τους σιέλ-γκρίζους τοίχους· αγέλαστοι και ανέκφραστοι, μπροστά στο κατώφλι της παραδοσιακής εξώπορτας ενός ψηλοτάβανου ισόγειου, που τα ψηλά στόρια στην πρόσοψή θα έκρυβαν άδειες πλέον από αγαθά αποθήκες· κάτω από το μεγάλο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και τη σοφίτα παραπάνω. Φαινόταν μεγάλο και πλούσιο το σπιτικό τους στην αναμνηστική, επικήδεια μιας ζωής φωτογραφία, κι ο Κωτής, ο καθόλα σεβαστός και φιλότιμος οικογενειάρχης, πραγματικός μπέης – επιβλητικός, με γεροδεμένο στήθος και ώμους, παχύ μουστάκι, διαπεραστική ματιά, κάτω από χτενισμένα, τραβηγμένα προς τα πίσω γκρίζα μαλλιά. ‘Ό,τι μπόρεσε κι έφτιαξε στη ζωή του, το σπιτικό, τα χωράφια, μαζί με τους ανθρώπους που αγάπησε, που τον σεβάστηκαν σαν αφεντικό, θα τ’ άφηνε πίσω άπαξ δια παντός. Η ξεθωριασμένη φωτογραφία ξέμεινε αποτύπωση ενός τέλους, τελευταία ανάμνηση από μια διαδρομή που εν αγνοία και άθελα τους έμελλε να αλλάξει προς μονοπάτια που οδηγούσαν στο άγνωστο, στερνή στάση αξιοπρέπειας απέναντι στις αναπάντεχες αντιξοότητες της ιστορίας. Από μιαν άλλη, πανοραμική και «αντικειμενική» σκοπιά, αυτός ο ξεριζωμός ήταν μιαν ακόμη παράπλευρη απώλεια, άγραφη λεπτομέρεια στο περιθώριο του πολέμου και της καταγραμμένης ιστορίας.

Αν με τις σχεδόν βίαιες και άτακτες ανταλλαγές  πληθυσμών και της κακήν-κακώς εθνοτική κάθαρση της εποχής η φυγή του Κωτή έγινε συνειδητά κι εθελοντικά και ψύχραιμα ή κάτω από το φόβο αντίποινων και της εκδικητικότητας κι αγριάδας που καιροφυλακτούσε με την ανάδυση της νέας μεταπολεμικής Τουρκίας του Kemal, κανείς δεν ξέρει. Εικάζομαι το τελευταίο. Στο κάτω-κάτω της γραφής ποιος εθελοντικά  θα άφηνε τον κόσμο που έκτισε ο ίδιος και γενιές προγόνων πίσω του, ολάκερο το βιός του που λένε, για ένα σχεδόν άτακτο φευγιό στο μακρινό και το άγνωστο, σε ένα κενό μέλλοντος. Κάθε αποχαιρετισμός, καθολικός και τελειωτικός, προς ζωντανούς και νεκρούς, τόπους και πράγματα, είναι μια μαχαιριά στην καρδιά, μια τραγωδία. Ακόμα και για τους πλέον δυνατούς φέρνει συγκίνηση και δάκρυα, στενοχώρια και σφίξιμο στην καρδιά, για τους αδύναμους κλάμα και οδυρμούς. Μοναδικό γιατρικό ο χρόνος και η λήθη που φέρνει το πέρασμά του, ίσως και ο θάνατος.

Τέλος πάντων, έριξαν τη μαύρη πέτρα πίσω στη γη που τους ανάθρεψε και ανάδειξε, κι ο Κωτής με τη Δομνίκη και τη Βασιλική, την χήρα αδερφή του, την Ελισάβετ, με τα δυο παιδιά της, τον Λεωνίδα και την Παρασκευή, άφησαν σπιτικό και χωράφια, μάζεψαν όσα μπόρεσαν από τα υπάρχοντά της για τη μαούνα της προσφυγιάς που παραλία-παραλία θα τους έφερνε κατά Θερμαϊκό και Θεσσαλονίκη μεριά. Οι χαμηλές προσδοκίες που μάλλον θα είχαν από τη ζωή που τους περίμενε θα καταρρεύσαν στα βάραθρα της απόγνωσης, όταν το μπαούλο με τα χρυσαφικά και τα άλλα τιμαλφή τους, όλος ο πλούτος που θα μπορούσε υπό τις συνθήκες της προσφυγιάς του να διασωθεί, έπεσε από το γάντζο που του γερανού που φόρτωνε τις αποσκευές των προσφύγων στη μαούνα στη θάλασσα. Δεν τους έμενε πια τίποτε με κάποια σημαντική και αναγνωρίσιμη, στη νέα τους πατρίδα, ανταλλακτική αξία. Το διάβα τους στους καινούργιους τόπους ίσως να διαγραφόταν πολύ διαφορετικό αν αυτό το μπαούλο με τα χρυσαφικά δεν χανόταν στο βυθό του Μαρμαρά. 

Saturday, April 1, 2017

Αξία και Εργασία - 4 Η εργασία και μόνον αυτή δημιουργεί αξία

Αλλά ποια είναι και πως προσδιορίζεται επακριβώς η σχέση της εργασίας και αξίας, που είναι και αυτό που κατ’ εξοχήν σκοπεύει να αναλύσει το σκεπτικό μου; Χωρίς εργασία δεν παράγονται αγαθά – αυτό είναι δεδομένο. Άρα, η εργασία είναι το εξ ων ουκ άνευ της αξίας του αγαθού ή της αξίας ή του αγαθού ξεχωριστά, χάριν στην ισοδυναμία αυτών των εννοιών αυτών στην παραγωγή και την υλιστική και πνευματική δημιουργία γενικά. Η δημιουργία αξίας, όπως εξακρίβωσα παραπάνω, προϋποθέτει την εργασία, η εργασία είναι η αναγκαία συνθήκη, η απαραίτητη προϋπόθεσή της, και αυτό είναι παγκοσμίως και διαχρονικώς διαπιστωμένο και αποτυπωμένο στον κοινό νου: από την ιστορία της παραγωγής μέχρι σήμερα και από την καθημερινή εμπειρία. Είναι κοινός νους και κατά κάποιο τρόπο αυταπόδεικτο. Τίθεται όμως και το εξής παράπλευρο ερώτημα: η δημιουργία αξίας προϋποθέτει κατ’ αρχήν και βασίζεται στην ύπαρξη και κάποιων άλλων παραγόντων εκτός από την εργασία; Η, διατυπωμένο καλύτερα, τι άλλο συνεισφέρει στην (είτε ανταλλακτική, είτε ωφελιμιστική) αξία ενός προϊόντος ή υπηρεσίας εκτός από την εργασία; 

Κάθε αγαθό (δηλαδή κάθε αξία), είτε απλό, όπως προκύπτει από τα πρωτογενή στάδια της γεωργικής παραγωγής, της εξόρυξης πρώτων υλών, τις διακοπές σε κάποιο ξενοδοχείο, κτλ. είτε σύνθετο, όπως ένα αεροπλάνο, ένα κινητό τηλέφωνο, ένας υπολογιστής, είτε παραδοσιακό (ρούχα, έπιπλα, κτλ.), είτε καινοτόμο και μοντέρνο (smartphones, κτλ.) είναι αποτέλεσμα της  σύνθεσης (ποιοτικής κατ’ αρχήν, με την προοπτική ποσοτικοποίησής τους στον καπιταλισμό) στοιχείων από τις παρακάτω κατηγορίες:
(i)         Τη Φύση (το έδαφος, το υπέδαφος, τις θάλασσες και την ατμόσφαιρα, ενδεχόμενα το διάστημα, τα χημικά στοιχεία και ενώσεις, την ύλη που απαρτίζουν τη Φύση). Όπως αναφέρθηκε, η Φύση ή κάποιο κομμάτι είναι δυνάμει αγαθό, έχει δυνάμει αξία, είναι αξιοποιήσιμη, στο βαθμό που η υφιστάμενη τεχνολογία το επιτρέπει, και αυτή πραγματοποιείται μόνο με και χάρη στην επέμβαση του ανθρώπου και διαμέσου της εργασίας του και της τεχνολογίας που η εργασία του έχει δημιουργήσει.
(ii)       Τη συσσωρευμένη ανθρώπινη κοινωνική Γνώση, τους καρπούς της ιστορικής πνευματικής προσπάθειας και έρευνας, τις επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις στις μέχρι τούδε ανθρώπινης ιστορίας× το αγαθό αυτό είναι κοινόχρηστο και κοινόκτητο, έχει αξία χρήσης  για τον κάθε παραγωγό και εργαζόμενο και δημιουργό, αλλά όχι ανταλλακτική (εμπορεύσιμη) αξία, και συνεπώς δεν έχει τιμή, δεν υπεισέρχεται σε μια ποσοτική ανάλυση της ανταλλακτικής αξίας. Ως εξαιρέσεις μπορούν να αναφερθούν τεχνολογικές ανακαλύψεις, που αποτελούν ιδιοκτησία επιχειρήσεων (intellectual property) που οι εργαζόμενοί τους εκπόνησαν ή προσώπων-εφευρετών× σε αυτήν την περίπτωση, της ιδιόκτητης γνώσης, δύναται και προσδίδεται ανταλλακτική αξία. 
(iii)      Πρώτες Ύλες και Ενέργεια, όπως αυτές προκύπτουν από την αξιοποίηση της φύσης.
(iv)      Μέσα Παραγωγής (εργαλεία, όργανα, μηχανολογικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός, κτιριακές εγκαταστάσεις, κτλ.), δηλαδή αγαθά και αξίες από άλλους τομείς της παραγωγής· είναι προφανές ότι τα μέσα παραγωγής επίσης προϋποθέτουν εργασία για το σχεδιασμό και παραγωγή τους.
(v)        Ανθρώπινη Εργασία, στην ευρύτερη της έννοια και σε όλες τις δυνατές εκδοχές της: (α) πνευματική – μια ιδέα ή θεωρία και η πειραματική επαλήθευση τους, οι εφαρμογές που επινοούνται, μια τεχνολογική ανακάλυψη, η εφαρμογή γνώσεων και εμπειρίας στη σχεδίαση ενός προϊόντος ή της οργάνωσης και μεθόδου παραγωγής του; (β) σωματική & φυσική προσπάθεια;  (γ) συνδυασμό, συνήθως φυσικής και πνευματικής προσπάθειας; (δ) συνεργασία, συνδυασμό της εμπειρίας, των γνώσεων και δεξιοτήτων, των ικανοτήτων των εργαζομένων, με δεδομένο τον καταμερισμό ρόλων και της εξειδίκευσης που η επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη έχει φέρει.
Η αξία του τελικού αγαθού, από ποιοτική τουλάχιστον και δυνητικά από ποσοτική άποψη, υπερβαίνει την αξία, είναι ανώτερη (μεγαλύτερη, ευρύτερη, κτλ.) των υλικών στοιχείων που την απαρτίζουν (των πρώτων υλών και της μέσης φθοράς/απόσβεσης των μέσων παραγωγής στη διάρκεια της παραγωγής τους συγκεκριμένου αγαθού ανά μονάδα παραγωγής του). Ο μοναδικός παράγων που προσθέτει αξία, δηλαδή δημιουργεί υπεραξία, επιπλέον της συνένωσης των υλικών στοιχείων που το απαρτίζουν [των (iii)  και της σωρευτικής φθοράς ή απόσβεσης των (iv) ανά μονάδα αγαθού] είναι η εργασία, η νοητική και φυσική ανθρώπινη ενέργεια, που μετασχηματίζει τις πρώτες ύλες, τα στοιχεία, με τη χρήση των εργαλείων και μέσων παραγωγής, στο τελικό προϊόν ή υπηρεσία, στο εμπόρευμα που παρουσιάζεται στην αγορά προς ανταλλαγή με χρήμα ή άλλο εμπόρευμα. 

Γιατί η εργασία είναι και ο μοναδικός παράγων που προσθέτει αξία, συντελεί στη δημιουργία υπεραξίας; Αυτό είναι προφανές για μεμονωμένους παραγωγούς, ή ομάδες παραγωγών που συνεργάζονται και συμβάλλουν με την ατομική τους εργασία στην παραγωγή ενός αγαθού και τη διαχείριση των εσόδων από την πώληση του στην τιμή αγοράς, ενώ αυτό ήταν επίσης προφανές σε πρωτόγονα, προκαπιταλιστικά στάδια παραγωγής, στην αγροτική παραγωγή και αυτήν της μικρής βιοτεχνίας. Στην καπιταλιστική όμως παραγωγή, είτε μικρής, είτε μεγάλης κλίμακας, το κεφάλαιο (κάθε μορφής και μεγέθους: ατομικό, δημόσιο, μετοχικό, κτλ. κτλ.) εμφανίζεται (και είναι!) αναγκαία προϋπόθεση της παραγωγής. Το κεφάλαιο μετατρέπεται από χρήμα (χρηματιστικό κεφάλαιο) στα στοιχεία παραγωγής (iii)-(v) παραπάνω, η ανταλλακτική αξία τους μεταμορφώνεται σε αξία χρήσης για το κεφάλαιο× τα τελικά αγαθά της παραγωγής που προκύπτουν από τη σύμπραξη των (iii)-(v), διαμέσου της ανταλλακτικής τους αξίας και της τιμής με την οποία η αγορά θα τα αποτιμήσει, μετατρέπονται ξανά σε χρήμα, και ούτω καθ’  εξής, σε μια αέναη, συνεχή διαδικασία εναλλαγής της μορφής του [του σταθερού μέρους που επενδύει σε σχετικά σταθερά μέσα παραγωγής (iv) και του κινητού που αγοράζει (iii) και (iv)] μεταξύ χρήματος και στοιχείων παραγωγής. Ανά πάσα στιγμή, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως σύνθεση της διττής μορφής του, ως μίγμα χρήματος και στοιχείων παραγωγής, σε διαφορετικές αναλογίες και αλλεπάλληλες αυξομειώσεις αυτών των αναλογιών. Οι ρυθμοί εναλλαγής του κεφαλαίου από χρήμα σε εμπόρευμα και τανάπαλι σε χρήμα και οι ανά πάσα στιγμή σχετικές αναλογίες χρήματος και των υλικών και οργανικών στοιχείων που το απαρτίζουν [(i), στο βαθμό που ένα κομμάτι της  Φύση είναι ιδιοκτησία του κεφαλαίου, και (iii)-(v)] εξαρτώνται από τον τομέα της παραγωγής και την εκάστοτε δυναμική της αγοράς. Ωστόσο το κεφάλαιο κατά την έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας ή ενός από τους κύκλους της είναι ακριβώς αυτή η σύνθεση, η ενότητα των (iii)-(v), που αγοράζει ως ανταλλακτικές αξίας και φέρνει μαζί ως αξίες χρήσης για να προσθέσουν αξία και δημιουργήσουν υπεραξία. Η αξία των (iii)-(iv) απλώς μεταφέρεται στην αξία των τελικού αγαθού, κατά την κατανάλωση ή ανάλωση ή απόσβεσή τους, έχοντας αποκτηθεί από αλλού και παραχθεί ως ανταλλακτικές αξίες από άλλους τομείς παραγωγής, ενώ η εργασία προσθέτει αξία, παράγει υπεραξία. Αυτό καθαυτό το κεφάλαιο, ως κάτι απρόσωπο και χωρίς συνείδηση, αντικειμενικά δεν προσθέτει αξία στο τελικό αγαθό. Δεν διαθέτει ούτε νου, ούτε ψυχή, ούτε τη φυσική και πνευματική δύναμη να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία παραγωγής αγαθών. Η τελευταία επαφίεται αποκλειστικά στην εργασία. Απλά το κεφάλαιο φέρνει τα (iii)-(v) μαζί στη διαδικασία της παραγωγής.  

Από την ποσοτικοποίηση της αξίας των συντελεστών παραγωγής (την αντιστοίχιση τους σε χρηματικές μονάδες), προκύπτει ότι τα υλικά στοιχεία (iii)-(iv), η ανόργανη σύνθεση του κεφαλαίου, επίσης δεν συνεισφέρουν στην προσθήκη αξίας, πέρα από αυτήν που αντιστοιχεί στην ανάλωσή τους κατά τη διαδικασία παραγωγής. (Στην απλούστερη δυνατή ανάλυση: αν η συνολική αξία Α2 που προέρχεται από τον τομέα παραγωγής πρώτων υλών και μέσων παραγωγής (ΠΥ-ΜΠ), από τη μια μεριά αντιστοιχιστεί στο κέρδος (Κ2) και κόστος εργασίας (Ε2) και ανάλωσης πρώτων υλών (Μ2) του ίδιου τομέα παραγωγής, δηλαδή Α2=Κ2+Μ2+Ε2, και από την άλλη μεριά εξισωθεί με το σύνολο των μέσων παραγωγής και πρώτων υλών που αναλώνονται στον ίδιο και στους  τομείς παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή Α2=Μ1+Μ2, τότε προκύπτει ότι Κ2=Μ1-Ε2, δηλαδή η πρόσθετη αξία (το κέρδος Κ2) στον τομέα παραγωγής ΠΥ-ΜΠ δεν εξαρτάται από το Μ2, δηλαδή ΠΥ-ΜΠ που «οργανικά» αναλώνονται εντός του Α2 και, συνεπώς δεν συνεισφέρουν στην πρόσθετη αξία Κ2.) Από μια άλλη σκοπιά, αν υποθέταμε ότι τα ανόργανα συστατικά του κεφαλαίου, χωρίς την παρέμβαση και συμμετοχή της εργασίας δημιουργούσαν αξία και υπεραξία, θα οδηγούμαστε είτε στο κυκλικό επιχείρημα ότι αυτή καθαυτή η αξία δημιουργεί αξία και υπεραξία και στο ότι αξία παράγεται ex nihilο. Κατά τρίτο λόγο, από την καθημερινή, κοινή πρακτική και λογιστική σκοπιά, η κατανάλωση πρώτων υλών και απόσβεση των μέσων παραγωγής συνυπολογίζεται στο κόστος παραγωγής, αφαιρείται από την τιμή του τελικού αγαθού για τον υπολογισμό του κέρδους (που, ποσοτικά, αντιστοιχεί στην υπεραξία). Σε τελική ανάλυση, χωρίς την παρέμβαση της εργασίας η ανόργανη σύνθεση του κεφαλαίου [(iii)-(iv)] παραμένει νεκρή ύλη, από μόνη της δεν παράγει τίποτε. Απλά υφίσταται. 

Η εργασία, η πνευματική και φυσική ενέργεια που οι εργαζόμενοι αναλώνουν, εφόσον σε αυτούς παρουσιαστούν οι απαραίτητες πρώτες ύλες και μέσα παραγωγής, επαρκεί για τη μεταμόρφωση αυτών των αξιών σε τελικό αγαθό με προστιθέμενη αξία, υπεραξία. Αυτή η κατάσταση όμως είτε συμβαίνει σε μικρή κλίμακα, είτε παραπέμπει σε ιδεατές ή και ουτοπικές συνθήκες παραγωγής. Το κεφάλαιο χωρίς εργασία, από μόνο του δεν θέτει τα μέσα παραγωγής σε κίνηση, χρειάζεται την εργασία για την μεταμόρφωση της πρώτης ύλης σε αγαθό με πρόσθετη αξία, υπεραξία. Η προστιθέμενη αξία είναι αποτέλεσμα της εργασίας και μόνον αυτής, ωστόσο στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής αποτελεί αναγκαστικά στοιχείο, υπάγεται στο κεφάλαιο, είναι η οργανική σύνθεσή του, που σε συνδυασμό με τα υλικά, ανόργανα στοιχεία συνιστούν τους όρους παραγωγής σε αυτή τη φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ωστόσο αυτό δεν αντιφάσκει την πρόταση ότι η εργασία είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη δημιουργίας αξίας (εν γένει) και, στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, υπεραξίας, αξίας υπεράνω της αξίας των ανόργανων στοιχείων του κεφαλαίου.