Sunday, February 19, 2017

Πρόγονοι - 5 Η Μαγδαληνή

Η θεία Μαγδαληνή ήταν η σκοτεινή φιγούρα της οικογένειας του Παναγιώτη. Σκούρο και σκοτεινό το βλέμμα της σαν τα κορακίσια μαλλιά και τα μαύρα μάτια, χτίζανε τη μυστήρια ομορφιά της στην οικογενειακή φωτογραφία της δεκαετίας του 1930. Φαίνεται ότι ακολούθησε εξίσου σκοτεινά και απόκρυφα μονοπάτια, λίγες οικογενειακές μαρτυρίες να φωτίζουν τις στροφές τους. Γκρίζα παραμένει η ιστορία της σύντομης ζωής της, μαύρο και άδικο το τέλος της: η Μαγδαληνή Ι.-Ευσταθίου, έζησε μια χαραμισμένη ζωή με τα ζύγια του σήμερα για τις ανθρώπινες ζωές. Έφυγε νωρίς από το πατρικό που μοιραζόταν με την προγιαγιά, τον Σωκράτη και τον Λεωνίδα, παντρεύτηκε και  χώρισε τον άντρα της πριν την Κατοχή, ίσως για πολιτικούς λόγους, ίσως από κάποια εξ άνωθεν βία, ίσως ως θυσία στις ανάγκες κάποιου υψηλότερου σκοπού. Δεν άφησε παιδιά. Ξέμεινε Μαγδαληνή Ευσταθίου ανάμεσα σε μια χούφτα συντρόφους να συμμετέχει ενεργά στην αντίσταση και τον εμφύλιο, αλλά από τη μεριά των χαμένων. Κι εκτελέστηκε πίσω από το Γεντί Κουλέ, εκεί που εκτελούσαν κομμουνιστές στο κορύφωμα του Εμφύλιου μίσους, κάποια αυγή του 1947. Η ακριβής ημερομηνία εκτέλεσης απροσδιόριστη, ο θάνατος της δεν καταγράφηκε, της Μαγδαληνής και άλλων μαζί της. Διότι ήταν μια ακόμα εκτέλεση από τις αθρόες, δεκάδων ανώνυμων και επώνυμων, μέχρι την ολοκληρωτική και τελειωτική όσο και ταπεινωτική ήττα ενός φρούδου πολέμου για ένα φρούδο ιδανικό: για το τίποτε.

Τη Μαγδαληνή την συνέλαβαν το 1946. Ο Πατέρας λέει ότι έκρυβε με την αδερφή της κι άλλους συντρόφους της στελέχη του ΚΚΕ σε κάποια γιάφκα της Γαριβάλδη σε ένα από τα χαμόσπιτα τα κρυμμένο πίσω από το ανάχωμα του ρέματος της Τούμπας. Κατά την αργκό του κόμματος και του εμφύλιου ενεργούσε ως «σύνδεσμος» ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση, την καθοδήγηση και το πεδίο δράσης και τον αγώνα. Την συνέλαβαν μαζί με το κουνιάδο της και την αδερφή την Καλλιόπη. Καταδικάστηκε από το «Γ’ Ειδικόν Στρατοδικείον Θεσσαλονίκης» εις θάνατον· η θεία Καλλιόπη καταδικάστηκε σε ισόβια και τελικά γύρισε στο σπίτι και τα παιδιά της, ο Γιώργος ο Παπάζογλου αθωώθηκε. Αν το αδίκημα της: «σύνδεσμος» εκείνα το χρόνια του φανατισμού, της εκδικητικότητας, του τυφλού μίσους και της μισαλλοδοξίας, δικαιολογούσε καταδίκη σε θάνατο ή αν υπήρχε κάτι άλλο πιο βαρύ στη μέση ή συνέτρεξαν και άλλοι λόγοι, προσωπικοί και συναισθηματικοί ή κάποια συκοφαντία δεν θα το μάθουμε. Τα πρακτικά της δίκης δεν καταγράφηκαν ή, αν υπήρξε φάκελος της δικογραφίας, χάθηκε σαπισμένος σε κάποιο υπόγειο της ασφάλειας. Το περίφημο «Γ’ Ψήφισμα», που οδήγησε στο θάνατο πολλούς κομμουνιστές και συνεργαζόμενους, είχε απεριόριστο εύρος, πρόσφερε ελαστικότητα στην υποκειμενική ερμηνεία από τον κάθε λιγότερο ή περισσότερο ζηλωτή. Απελευθέρωνε τη βούληση και την πυγμή στρατιωτικών επιτρόπων και δικαστών με τη γενικολογία και ασάφειά του: τιμωρείται με θάνατο «όστις θέλων να αποσπάση εν μέρος της επικράτειας, ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν ή διήγειρε στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτησεν ενóπλους ομάδας, ή ελαβε μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις».

Ο Πατέρας, παιδί ακόμα και υπεράνω κάθε υποψίας, της πήγαινε φαγητό σε κάποιο υπόγειο του Διοικητηρίου όπου αρχικά την κρατούσαν φυλακισμένη. Εκεί και τότε έπαψαν οι αναφορές πέρα από τα λιγοστά θραύσματα μνήμης που είχαν ξεμείνει και χάθηκαν τα ίχνη μιας ακόμα ζωντανής Μαγδαληνής, μαζί με τα τελευταία νήματα που την έδεναν με την οικογένειά. Πουθενά στο ίντερνετ, πουθενά στην μπλογκόσφαιρα, πουθενά σε βιβλία και αρχεία εφημερίδων της εποχής, σε πανεπιστημιακές διατριβές, όσο εξαντλητικά κι αν το έψαξα, με όσα συμφραζόμενα και λέξεις κλειδιά και να σκαρφίστηκα (εμφύλιος, εκτελέσεις, γυναίκες, Επταπύργιο, κομμουνιστές, ΟΠΛΑ, Στενή Αυτοάμυνα, κτλ. κτλ.), μέσα από τα διάφορα ιστορικά μονοπάτια και απόψεις – και αφιέρωσα ατέλειωτες ώρες- δεν απάντησα το όνομά  της Μαγδαληνής Ευσταθίου.

Αναρωτιόμουν: γιατί και πως έγινε αυτό που έγινε; Ποιο ήταν το έγκλημα διέπραξε που να δικαιολογούσε, χωρίς αμφιβολίες στο νου του επιτρόπου και των δικαστών μια θανατική ποινή και μια βιαστική εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες; Ήταν τόσο έντονες οι αντικομουνιστικές προκαταλήψεις και τα συναισθήματα της εποχής που θόλωναν την σκέψη και την αιτιολόγηση μιας τέτοιας πράξης; Πως είναι δυνατό μια τέτοια καταδίκη κι ένας θάνατος να μην αναφέρεται, να μην δικαιολογείται επαρκώς, έστω και για τον τύπο και τα κουρασμένα μάτια ενός μπουχτισμένου κοσμάκη, να μην είναι καταγραμμένος πουθενά; Πως αντέδρασε η Μαγδαληνή στην ποινή της και τι ένιωσε, τι να της πέρασε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή; Έκλαψε, μετάνιωσε ή στάθηκε ακλόνητη και αγέρωχη; Τι κουβέντιασε με τους συντρόφους τους τις μέρες πριν την εκτέλεση; Είχε, της δόθηκε από κανένα η ευκαιρία να «ανανήψει» και να αποφύγει το θάνατο, να συνεχίσει τη ζωή της, με τα όσα κουτσά-στραβά θα ακολουθούσαν; Γιατί δεν υπέγραψε τη δήλωση μετάνοιας που θα την έσωζε; Τι αισθήματα και σκέψεις την κυρίευσαν πριν την εκτέλεση σε κάποιο κελί μελλοθανάτων στο Γεντί Κουλέ ή αλλού; Ποια ήταν τα τελευταία λόγια της; Έλπιζε για κάποια χάρη και κάποια νίκη του δίκιου μέχρι τις τελευταίες στιγμές; Οι στρατιώτες του αποσπάσματος τη σημάδεψαν; Όλοι; Που ακριβώς θάφτηκε το νεκρό κορμί της; Ενημερώθηκε κανείς από την οικογένεια; Ενδιαφέρθηκε κανείς ή όλοι ζώστηκαν από τα φίδια του τρόμου;

Κανείς δεν ξέρει, κανείς ποτέ δεν θα το μάθει. Δεν αναφέρθηκε πουθενά, σε καμιά υποσημείωση της ιστορίας της Πόλης, του κόμματος, της γειτονιάς, της οικογένειας. Σβησμένη και χαμένη η μνήμη της από την κάθε γωνιά και περιθώριο των τραγικών γεγονότων της εποχής. Θα την παράχωσαν σε κάποιο ανώνυμο τάφο πίσω από το Επταπύργιο, σε ένα από τα αυτοσχέδια, «αόρατα» νεκροταφεία που συλήθηκαν μετά τον πόλεμο. Έφυγε παγωμένη, ξεχασμένη από τον άντρα της και την οικογένειά της, σκοτεινή. Το βαθύ και αξιοπρεπές βλέμμα της οικογενειακής φωτογραφίας έκρυβε ανείπωτο θάρρος και θέληση και πείσμα. Από εκείνη τη φωτογραφία σε γνώρισα μόνο, Μαγδαληνή. Αν και ομοϊδεάτης σου στα νιάτα μου, συνεπαρμένος από το όραμα της επανάστασης των κολασμένων αυτού του κόσμου, που δάκρυζα στο άκουσμα του «Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς…», κατάλαβα γρήγορα ότι εκείνη η θυσία σου δεν άξιζε τον κόπο. Και με κυρίευσε η λύπη για το χαμό τον δικό σου και των συντρόφων σου.  

Ανέβηκα στο Γεντί-Κουλέ μέσα από τα καλντερίμια της Πάνω Πόλης αρκετές φορές, μόνος και με παρέα. Διηγήθηκα την ιστορία σου σε όποιον είχα δίπλα μου. Περπάτησα στους θαλάμους των κρατητηρίων, στο Πειθαρχείο, στις αυλές. Τριγύρισα πίσω από τους τοίχους της φυλακής, κατά κει που εκτελούσαν κομμουνιστές κι άλλους ανθρώπους. Γρασίδι, αγριόχορτα, μερικά σκόρπια δέντρα και προβολείς που αναδεικνύουν τους τοίχους της θλιβερής φυλακής για τουρίστες και περαστικούς, σπίτια, πολλά σπίτια, ο δρόμος, το σχολείο που κτίστηκε πάνω σε ένα από τα νεκροταφεία των εκτελεσμένων, η εκκλησία του Αγ. Παύλου, το πευκόδασος παραπέρα. Τίποτε δεν θύμιζε τη φρίκη και τις τραγωδίες που ξετυλίχτηκαν λίγο παρακάτω.

No comments:

Post a Comment