Saturday, January 28, 2017

Πρόγονοι - 3 Ο Ηλίας και η Άννα

Η θεία Άννα πέθανε πέρσι, το 2016. Ποιαν ημερομηνία, ποιον μήνα ακριβώς δεν θυμάμαι, ούτε έχει σημασία. Δεν καταχωρήθηκε στο νου με κάποιαν ίσως περισσότερο δέουσα προσοχή όταν ειπώθηκε, σε μια από τις πολλές συζητήσεις με τον Πατέρα, ούτε βρισκόμουν στη γενέτειρά μου τότε. Ο Πατέρας το ανέφερε στο Skype -παρεμπιπτόντως είναι αλήθεια και συμφραζόμενο με άλλα αταίριαστα γεγονότα, εξίσου καθημερινά, ασήμαντα, αν όχι και τετριμμένα. Πολλές γενιές πέρασαν και χάθηκαν στις σκιές του χρόνου από τον καιρό της φυγής από το Μελένικο και της προσφυγιάς, και η θεία Άννα, η ανύπαντρη κόρη του Ηλία, η πρώτη ξαδέρφη του Πατέρα, ήταν η τελευταία που είχε απομείνει από τη γενιά και το παρακλάδι του Ηλία στο οικογενειακό μας δέντρο. Ήταν ο πλησιέστερος συγγενής της και, βάσει νόμου, ο υπεύθυνος για τα διαδικαστικά ζητήματα που προκύπτουν από τον θάνατο κάποιου. Η Άννα είχε ζήσει περισσότερο από όσο αναλογεί στον καθένα μας και ο θάνατος της, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν αναμενόμενος. (Φαίνεται να μετράμε πολλούς θανάτους τελευταία, φίλων, συγγενών και προσωπικοτήτων που η ζωή τους συνδέθηκε και πέρασε για λίγο ή πολύ καιρό παράλληλα  τη δική μου, κάτι που βεβαίως σχετίζεται με το περασμένο πλέον και της δικής μου ηλικίας. Όσο περνάνε τα χρόνια, όσο πλησιάζει και η δική μου σειρά, τόσο πιο συχνά και εντατικά θα παίζει ο θάνατος παιχνίδια με τη συνείδηση και τη σκέψη και το θυμικό, τόσο πιο κοντά θα αναπνέει στο σβέρκο του Πατέρα και της Μάνας, όχι πλέον μακριά κι από το δικό μου.)

Η θεία Άννα, μιαν ύπαρξη ξεχασμένη, στις παρυφές αυτού που απέμεινε από τη μεγάλη οικογένεια των Ι. και τις έγνοιες της, ήρθε πρόσκαιρα στο προσκήνιο αυτού που λέμε «στενός οικογενειακός κύκλος» μάλλον αναπάντεχα, όταν πλέον όλοι μετρούσαν τις τελευταίες μέρες της ζωής της, όπως και αυτές που θα ακολουθούσαν τον θάνατό της. Ούτως ώστε να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες, γραφειοκρατικές, κληρονομικές, και τα λοιπά, όποιου εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Ούτως ώστε, εν ολίγοις, να κλείσει με το καλύτερο δυνατό τρόπο, όσον αφορά τα λιγοστά ενδιαφερόμενα εναπομείναντα συγγενικά μέρη αυτό καθαυτό το γεγονός του θανάτου. Μέχρι τότε φιγούραρε στα άγραφα περιθώρια και του δικού μου βιβλίου της ζωής, φυλλαράκι ενός απόμακρου, σχεδόν αψηλάφητου, κλαδιού στο γενεαλογικό μου δέντρο, που δεν ήταν πολύς καιρός που είχα αρχίσει να εξερευνώ. Λογικά, λοιπόν, ο θάνατος της με επηρέασε ανεπαίσθητα από συναισθηματική άποψη, σχεδόν καθόλου· δεν έφερε κάποιο βούρκωμα ή συγκίνηση ή σταγόνες λύπης, όπως είχε γίνει με παππούδες και γιαγιάδες και τον θείο τον Μάριο. Δεν θέλω να πιστεύω ότι ήταν ζήτημα αναισθησίας ή σκληρής καρδιάς εκ μέρους μου. Συγκίνηση, αντίθετα, έφερε ο τρόπος που ο Πατέρας μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις και ενέργεια που απέμεινε στην ηλικία του και τακτοποίησε τα περί του θανάτου τα τυπικά, και προστάτεψε τα λιγοστά υπάρχοντα της Άννας, το πατρικό διαμερισματάκι και μερικά χιλιάρικα, από τους σκοτεινούς χαρακτήρες του περιβάλλοντος της που τα επιβουλεύονταν. Από μιαν ψυχρή πραγματιστική σκοπιά, ήταν δεύτερου βαθμού συγγενής, πρώτη ξαδέρφη του Πατέρα, και ένα κοινό επίθετο το μόνο που μας ένωνε, δυο διαδοχικές γραμμές στου καταλόγους του ΟΤΕ, και ίσως πολλά αδιευκρίνιστα, αόρατα γονίδια, ένα κοινό DNA. Αλλά όταν ένα φύλλο κιτρινίζει και πέφτει κάτω από το δέντρο των γενιών και όταν ένα κλαδί αυτού του δέντρου νεκρώνεται, όπως έγινε με την οικογένεια της θείας Άννας, κοιτάς λίγο παρακάτω στο δέντρο, στις ρίζες, στον κορμό και την ιστορία του.

Και έτσι συνέβη. Σα να ήταν κάποιος σταθμός αυτός ο θάνατος στο ταξίδι της δικής μου ζωής και με έκαμε να κοντοσταθώ και να γυρίσω το κεφάλι πίσω – στο παρελθόν, όσο πιο βαθιά σε αυτό που η μνήμη των εναπομεινάντων ζωντανών επιτρέπει. Με τα χρόνια μου είχα πλήρη επίγνωση ότι το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου το άφησα πίσω. Είναι πασίγνωστο και λογικό και κοινότοπο: όσο περνάν τα χρόνια, όσο το μέλλον κοντύνει, όσο η μνήμη και οι αναμνήσεις της υπερκεράζουν ανισόμετρα τις φιλοδοξίες, τις προσδοκίες, τα όνειρα για το μέλλον και τα λοιπά σχετικά, τόσο τείνει ο νους να κοιτάζει πίσω, να σκαλίζει, άλλοτε ευγνώμων και με γεμάτη καρδιά, άλλοτε με λύπη, άλλοτε με νοσταλγία, αυτόν τον εισέτι υπερσυσσωρευμένο χρόνο, να τον συντηρεί και φυλάγει στις μνήμη του με νύχια και δόντια, να τον περιθάλπει και διατηρεί ζωντανό στο μυαλό του. Το βλέπω και στις κουβέντες των γονιών και των γερόντων. Το θα περιορίζεται στο τι φαγητό θα έχουμε αύριο, τι καιρό θα κάνει σήμερα, τι θα φέρω από το μαγαζί, ή το πολύ-πολύ ποτέ θα τους δω και θα φέρω τα παιδιά. Μερικοί λένε ότι όλο αυτό το ζύγισμα και ξαναζύγισμα του παρελθόντος συνιστά μια υποσυνείδητη ή ενστικτώδη προσπάθεια να ξαναζήσει, όσες φορές γίνεται στις μέρες που του απέμειναν, μέσα από τις μνήμες, εμπειρίες και γνώσεις, τη ζωή του.  

Ήταν, λοιπόν, αναμενόμενος και φυσιολογικός ο θάνατος της θείας· μετά από 88 χρόνια ζωής έφαγε τα ψωμιά που ήταν να φάει, όπως πολλοί λένε άπρεπα και με δόση κυνισμού, και, τέλος πάντων, ζωή σε λόγου μας. Στην οικογενειακή φωτογραφία που τραβήχτηκε γύρω στο 1930, υπογεγραμμένη από τον Εβραίο φωτογράφο E. Αhila, δυο-τριών χρονών κοριτσάκι καθισμένη στα πόδια του μπαμπά της του θείου Ηλία, η πιο νέα ύπαρξη, το στερνοπαίδι μιας πλατιάς, ζωντανής και ακμαίας οικογένειας, κοιτάει με αξιοθαύμαστη σοβαρότητα τον φακό -με τα μεγάλα μάτια που χαρακτήριζαν όλο το σόι, από του Πατέρα τη μεριά. Το μαλλί ίσιο, κοντό, καλοχτενισμένο, σκουρόχρωμο, γυαλιστερό από κάποια μπριγιαντίνη ευκαιρίας, ασορτί με ένα σκούρο φορεματάκι και τα λουστρίνι πέδιλα. Το δέρμα στα πόδια και χέρια και αυτό σκουρόχρωμο κάτι κοντά στο σοκολατί, όσο μπορεί κανείς να συμπεράνει από μια παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία· ίσως από μαύρισμα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, ίσως από κάποια ανομοιογένεια στο φωτισμό του φωτογράφου, ίσως ακόμα και από έλλειψη φωτογένειας. Μοναδικά κοντράστ γύρω από το πρόσωπο της μικρής Άννας ήταν τα άσπρα καλτσάκια της, το γκρίζο κουστούμι του πατέρα της, του θείου Ηλία, και το πρόσωπο μιας αρσενικής κούκλας με ψηλό καπέλο – καρικατούρα κάποιου χορευτή της εποχής, από αυτές που δίνουν οι φωτογράφοι σε νήπια για να τους αποσπάσουν την προσοχή. Αλλά η Άννα εστίαζε με καταπληκτική πειθαρχία και σοβαρότητα στο φακό, κρατώντας αδιάφορα την κούκλα. Έμελλε να ήταν η τελευταία από τους παριστάμενους στη φώτο-ενσταντανέ του 1930 που θα αποχαιρετούσε τα εγκόσμια.

Την συνάντησα καμιά δυο φορές στη ζωή μου που να θυμάμαι. Την πρώτη φορά ως παιδί με έναν ξάδελφο που έμενε απέναντι της, ένα κυριακάτικο πρωινό πριν πάμε στο σινεμά ΔΗΜΗΤΡΑ, ξαναμμένα παιδιά στη δεκαετία του ’70 για την ‘Κατάλληλη δι’ Ανηλίκους’ παράσταση, ένα διπλό και καμιά φορά τριπλό σόου -από αυτά που αναπόφευκτα συμπεριλάμβαναν κινούμενα σχέδια ή κωμικά σκετς του Χοντρού και του Λιγνού, συν κάποιο γουέστερν ή ιστορικό έπος του Χόλυγουντ. Η θεία Άννα που έμενε δίπλα, θυμάμαι, μας πρόσφερε κάτι σαν πρωϊνό με μπισκότα και γάλα σε μια μικρή κουζίνα, πάνω σε ένα τραπεζάκι στρυμωγμένο δίπλα στην κουζινόπορτα με το τζάμι. Δεν είχαμε και πολλά πάρε-δώσε, όπως λένε, καθώς η οικογένεια πληθυνόταν και απλωνόταν στο χώρο, χέρι-χέρι με την αντιπαροχή, το ανελέητο κτίσιμο και την επέκταση της πόλης, και τις μεταθέσεις και τα πολλά ‘εκτός έδρας’ του Πατέρα και της Μάνας. Ούτε θυμάμαι να μιλήσαμε, πόσο μάλλον το τι ειπώθηκε, τότε που ο Πατέρας με παρουσίασε, έναν λιγομίλητο και απρόθυμο έφηβο στο θείο τον Ηλία, στο διαμέρισμα της 28ης Οκτωβρίου όπου έμενε με τα παιδιά του, για μια τελευταία φορά λίγο πριν το θάνατό του -κατ’ επιθυμία του θείου Ηλία.

Ο θείος Ηλίας αναδείχτηκε από νωρίς και μάλλον εκ των πραγμάτων σε κεντρική φυσιογνωμία στην οικογένεια των Ι., ως πρωτότοκος γιος του προ-πάππου του Παναγιώτη, βράχος τις μέρες του ξεριζωμού και συνεκτικός κρίκος της οικογένειας στους πρώτους δύσκολους μήνες της προσφυγιάς από το Μελένικο, στο δρόμο για το Σιδηρόκαστρο και μετά τη Θεσσαλονίκη, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα. Ο μοναδικός ανάμεσα στα επτά αδέρφια που μορφώθηκε και αναρριχήθηκε κοινωνικά, αν όχι κατ’ αναλογία και οικονομικά, από τα βάθη και, για πολλούς, το στίγμα της προσφυγιάς μετά τον αναγκαστικό διωγμό από το Μελένικο του 1913, που αποτελείωσε τον πατέρα του, τον γερο-Παναγιώτη, και πολλούς άλλους. Αποφοίτησε από το Εμπορικό Λύκειο του Στεφάνου Νούκα, σχεδόν τριτοβάθμιου επιπέδου εκπαίδευση τότε, έπιασε δουλειά στην επεξεργασία και το εμπόριο του καπνού, διευθυντής στη δούλεψη ενός αγράμματου, αλλά εύπορου, μεγαλέμπορου ιδιοκτήτη, που δεν ήξερε και, χωρίς τον Ηλία, δεν θα μάθαινε τίποτε από το που «παν τα τέσσερα» στο εμπόριο. Ο Ηλίας στήριξε την επιχείρηση, κράτησε σχεδόν μόνος του τα ηνία της, την έστησε και πρόκοψε κυριολεκτικά, τότε στα χρόνια του μεσοπολέμου που τα καπνά στην περιοχή ήταν μεγάλη και αναπτυσσόμενη μπίζνες.

Παντρεύτηκε την Κατίνα του γένους Τσώπρου, την ‘Τσωπρούδα’ όπως την πείραζε ο παππούς ο Λεωνίδας, η οποία ήταν συγγενής ενός ακόμα διακεκριμένου Μελενικιώτη, του Κωνσταντίνου Τσώπρου, μια μορφωμένη και δυναμική γυναίκα, που άρμοζε στην προσωπικότητα και κύρος του Ηλία. Στην οικογενειακή φωτογραφία, το αγέρωχο, αλλά αξιοπρεπές κι ευπρεπές, βλέμμα της κοιτάζει μακριά από τον φακό προς την άλλη γωνιά της αίθουσας, με τη δεξιά παλάμη πάνω στην αριστερή με σχεδόν ευλαβικό τρόπο, μικρή αντανάκλαση, ίσως, της προσωπικότητας πίσω από τη φυσιογνωμία. Το σύντομο βιογραφικό της Κατίνας, μια σελίδα δακτυλογραφημένη, κορνιζαρισμένη και κρεμασμένη για χρόνια σ’ έναν από τους τοίχους του μικρού διαμερίσματος του Ηλία και της Άννας, στερνή θύμηση της ύπαρξής της Κατίνας, το βρήκα καταχωνιασμένο στη σακούλα με τα λιγοστά υπάρχοντα, κυρίως φωτογραφίες, που μάζεψε και έφερε σπίτι μας ο Πατέρας μετά το θάνατό της. Ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Εγεννήθη εις το Μελένικον το 1895… Εφοίτησε εις το ημιγυμνάσιον Μελενίκου… Εφοίτησε εις το Γυμνάσιον Σερρών ως υπότροφος του Ελληνικού Δημοσίου από το οποίον απεφοίτησεν και πάλιν με ΑΡΙΣΤΑ δια την εξαιρετικήν της επίδοσιν εις τας σπουδάς της και ιδίως εις την φωνητικήν μουσικήν εκτέλεσιν… Αμέσως διορίσθη μετά την αποφοίτησιν της ως Διδασκάλισσα εις το Παρθεναγωγείον Μελενίκου μέχρι το 1913 παραιτηθείσα έκτοτε λόγω του ότι υπανδρεύθη μετά του Ηλία Π. Ι. μετά του οποίου απέκτησεν 7 τέκνα εκ των οποίων τελικώς ευρίσκονται εν ζωή μόνον δύο (2). Απεβίωσε εις ηλικίαν 78 ετών εν Θεσ/νίκην.» Η ζωή της είχε αρχή, μέση και τέλος. Άφησε ένα μικρό στίγμα στον κόσμο του καιρού της. Θα έλεγε κανείς, εκ των υστέρων, ότι σχεδόν όλα ήταν προδιαγραμμένα και προσδιορισμένα από το περιβάλλον της και το zeitgeist. Όπως λίγο-πολύ η κάθε ζωή.

Ο πολιτικός συντηρητισμός του Ηλία («δεξιός» ήταν από τους χαρακτηρισμούς που σχεδόν αδιάλειπτα και εμφατικά χρησιμοποιούσε ο Πατέρας σε αναφορές στον θείο του, τον καιρό της αριστεροτροπίας του ίδιου), ριζικά αντίθετος στις αντιλήψεις που υιοθέτησαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, τα πολιτικοποιημένα τουλάχιστον, είχε ρίζες ιστορικές. Από τη μια μεριά ήταν ένας ενστικτώδης συντηρητισμός και η αντανακλαστική, φυσική καχυποψία προς το καινούργιο σε μια κοινωνία, βαθιά συντηρητική, που όμως τραβιόταν από πολλές μεριές να προοδεύσει και αναπτυχθεί, ένας αστικός αντι-φιλελευθερισμός (αν είναι δόκιμος ο όρος στο πολιτικό μας λεξικό), αλλά, από την άλλη μεριά, και κυρίως θεμελιώθηκε και παγιώθηκε σ’ έναν αντι-βενιζελισμό, ενόσω ο Βενιζέλος εκπροσωπούσε το προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό κι εξωστρεφές κομμάτι της ελληνικής πολιτικής σκηνής μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Βενιζέλος, από τους πρωταγωνιστές της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, κατά κάποια μάλλον αντι-διαλεκτική συλλογιστική στιγματίστηκε στο μυαλό του Ηλία ως ο κύριος υπεύθυνος της παράδοσης του Μελένικου στους Βούλγαρους, σ’ έναν άξεστο εχθρό, ως ο κύριος συντελεστής στο τραγικού τέλους μιας πολιτισμένης και εύπορης κοινότητας, του ξεριζωμού της οικογένειας της οποίας ήταν ο de facto επικεφαλής, Με λίγες λέξεις, ο Βενιζέλος πρόδωσε τα όνειρα και ιδανικά εκατοντάδων συντοπιτών του, ανέτρεψε τις ζωές τους και του ίδιου. Ίσως, η αναρρίχηση του στις διευθυντικές θέσεις μιας μικρομεσαίας επιχείρησης της μεσοπολεμικής Ελλάδας, στα σκαλιά δηλαδή της αναδυόμενης από τις στάχτες των πολέμων μεσοαστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, μολονότι σε αναντιστοιχία με τη μικρή σχετικά περιουσία που τελικά κατάφερε να σωρεύσει, να συνέβαλλε στο κρυστάλλωμα των πολιτικών ιδεών ή, αν όχι ιδεών, μιας πάγιας και συνεπούς πολιτικής στάσης. Όντας η “δεξιά” πτέρυγα μιας οικογένειας, η οποία αν και δεν κουβαλούσε κάποιο εργατικό ιστορικό από το Μελένικο, ωστόσο βρήκε τον εαυτό της στο μεσοπόλεμο πιο κοντά στην εργατική τάξη και ιστό της Θεσσαλονίκης, τον συντηρητισμό του ο Ηλίας, τον ακολούθησε με εξαιρετική συνέπεια μέχρι τέλους. Σταθερός αναγνώστης της «Βραδυνής», διαπλεγμένος καθ’ οδόν ζωής με τον Στέφανο Στεφανόπουλο και πολιτικούς παράγοντες παρόμοιας πάστας, διαχωρίστηκε από την υπόλοιπη οικογένεια, έχτισε τη δικιά του παράλληλη ζωή. Μαρτυρίες για πατερναλιστικές παρεμβάσεις και ενδοοικογενειακές πολιτικές συγκρούσεις και μαλώματα ή πείσματα δεν έφτασαν στα αυτιά μου. Σεβάστηκε την αντίθετη πολιτική βούληση των υπόλοιπων.

Η Κατίνα κι ο Ηλίας μεγάλωσαν το Δημήτρη,  τον ήρεμο και συγκεντρωμένο έφηβο εκείνης της οικογενειακής φωτογραφίας που στεκόταν χαμογελαστός πίσω από τη μαμά και τον μπαμπά, τον Τάκη τους, που σπούδασε κι έγινε δικηγόρος, υποσχέθηκε να ανέβη ένα ακόμα σκαλοπάτι παραπάνω από τον πατέρα του. Ανακάλυψα το όνομα του με τη σημείωση «Απεβίωσεν» δίπλα σε μια χειρόγραφη “Κατάστασιν των εκ του Μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης διαγραφέντων δικηγόρων κατά το έτος 1943” με άλλα είκοσι-δύο ονόματα, ανάμεσα τους των Γιομτώβ Γιακοέλ, Καμχή Ηλία, Κοέν Αβραάμ, Κοέν Αλφρέδο, Κοέν Ηλία, Κοέν Λάζαρο, Κοέν Σιμαντώβ, Κίσπη Ισωσήφ, Λεβής Αβραάμ, Μασαράννο Αλβέρτος, Μωυσής Σαούλ, Ναχμία Σαμουήλ, Οβαδιά Ηλία, Ρεβάχ Ιωσήφ, Σιακή Αλβέρτο, Σιακή Ισαάκ και Φαρατζή Μεναχέμ. Ήταν οι Εβραίοι δικηγόροι, υφάδια και στημόνια στο πανί της σαλονικιώτικης προπολεμικής κοινωνίας, που  διαγράφηκαν εκείνην την 27η Φεβρουαρίου του 1943 από τον δικηγορικό σύλλογο, δυο μόλις βδομάδες αφότου καταφτάσανε στην πόλη οι Hauptsturmführer των SS, τα πρωτοπαλίκαρα του Eichmen, Dieter Wisliceny και Alois Brunner μαζί με 100 άντρες, μετά από «Διαταγή της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης». Και μετά ξεριζώθηκαν. Το τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε στην τραγική  ζωή των Εβραίων, όχι μόνον των δικηγόρων ανάμεσά τους, είναι λίγο-πολύ γνωστά. H ιστορία δυστυχώς σπάνια κοντοστέκεται στη μοίρα των κοινών θνητών, που σκέφτονται, μοχθούν, πολεμούν, δρουν στο παρασκήνιο των μεγάλων γεγονότων, ενώ χωρίς αυτούς, τις μάζες του, ιστορική κίνηση δεν υφίσταται. Τον πρώιμο θάνατο του Τάκη τον θυμάται ακόμα ο Πατέρας, θυμάται να τον άκουσε οχτώ χρόνων παιδί, στο κατώφλι του σπιτιού της Τούμπας, και τον θρήνησε.

Τα άλλα δυο παιδιά του Ηλία, ο Λάκης και η Άννα δεν διακρίθηκαν στις ζωές τους όσο οι δυο γονείς τους ή κι ο πρώιμα χαμένος αδερφός τους. Στη φωτογραφία του 1930, τα μάτια του Λάκη δεν είχαν τη σπιρτάδα και τη λάμψη αυτών του αδερφού του. Ωστόσο το παιδικό χαμόγελο στη φωτογραφία πρόδιδε ανεξάντλητη παιδική ζωηράδα, που πολλοί συνδέουν με μια έμφυτη ευφυία. Υπάρχουν πάντα κι οι εξαιρέσεις. O πρώιμος θάνατος του Τάκη το 1943 και μετά της Κατίνας, το 1978, η προσωπικότητα του Ηλία, έφερε τα δυο τελευταία αδέρφια, την Άννα και τον Βαγγέλη, κοντά, αλλά συνάμα χαμήλωσε κι άλλο τους ορίζοντες τους. Ίσως, να έπαιξε το ρόλο της η ευφυΐα και προσωπικότητα και, αναρωτιέμαι, ο συντηρητικός δογματισμός κι αυταρχισμός του Ηλία, που θα καταπίεσε πολλές από τις φιλοδοξίες τους, τους έστρεψε στην πεπατημένη, μπορεί και σε μονοπάτια πιο στενά ακόμα από αυτήν την πεπατημένη, στο δημοσιοϋπαλληλίκι, στα κατηχητικά και τις εκκλησίες,. Παραστάθηκε στον πατέρα του, ο Λάκης ο εφοριακός, μέχρι το τέλος μιας ζωής που κράτησε ενενήντα τέσσερα χρόνια και έληξε το Γενάρη του 1983. Παρά την αδύναμη καρδιά και τα πολλά εμφράγματα, ο αστός ένοικος της πρώτης πολυκατοικίας της Μακένζι Κινγκ (με ασανσέρ) διατήρησε τη διαύγεια και το καθαρό μυαλό, μαζί με τον πολιτικό του συντηρητισμό μέχρι τις τελευταίες του μέρες κατάκοιτος στο διαμερισματάκι της 28ης Οκτωβρίου. Τέτοια ήταν η μαρτυρία του Πατέρα, που έτρεφε σεβασμό και εκτίμηση μεγάλη για τον θείο Ηλία, μεγαλύτερη από την εκτίμηση προς τον ίδιο του τον πατέρα.

Ο Λάκης, μεσήλικας και με την πρώιμη σύνταξη του εφοριακού πλέον, παντρεύτηκε μια χήρα από τη Σίνδο, έφυγε από το πατρικό διαμέρισμα στην αναζήτηση κάποια τελευταίας ερωτικής λάμψης ή κάποιου «βολέματος» και παρηγοριάς πριν τον θάνατο. Η Άννα έμεινε γεροντοκόρη, δεν έκαμε παιδιά. Από προσωπικές απογοητεύσεις, από ματαιόδοξη επιλεκτικότητα και την υπεροψία της ομορφιάς που είχε στα νιάτα της, από κάποια συνειδητή επιλογή να στρέψει πνεύμα και σώμα μακριά από έρωτες εξαιτίας της απορρόφησης της από τα κατηχητικά, το λόγο και φόβο του θεού και τον τρόμο της κόλασης, κόμπλεξ, ποιος ξέρει; Γιατί δεν ήταν άσχημη ως νέα. Στη σακούλα με τα ξεφυλλισμένα άλμπουμ, ανάμεσα σε αναρίθμητες εκδρομές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με γκρουπ και κατηχητικά, βρήκα το πορτραίτο ενός νεαρού με στολή αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού κι ένα σημείωμα αγάπης γραμμένο στο πίσω μέρος: «Στην αγαπημένη Αννούλα γι’ αναμνήσεις κι’ αγάπη»: μοναδική ένδειξη κάποιου νεανικού ερωτικού σκιρτήματος.

Με λίγα λόγια, η ζωή της Αννούλας υπήρξε μετρημένη, χωρίς πολύ, σχεδόν καθόλου, δράμα και δράση, χωρίς διακρίσεις, πιθανές βαθιές μελαγχολίες και θλίψεις, σκαμπανεβάσματα, που τελικά βρήκε παρηγοριά στην εκκλησία. Ουδείς θα τη χαρακτήριζε αυτή τη ζωή μεστή και πολύχρωμη, το αντίθετο: άχρωμη, χλιαρή, σχεδόν μοναστική θα ήταν πιο απτά επίθετα. Σαν περπάτημα σε μιαν ανοιχτή πεδιάδα χωρίς δένδρα, με μονότονα γκρίζους ουρανούς. Και θα πέρασε γρήγορα, χωρίς πολύ άγχος, χωρίς έγνοιες δουλειάς και μεγαλώματος παιδιών, χωρίς τους αναπόφευκτους καυγάδες ενός αντρόγυνου, εφόσον δεν υπήρχε άντρας και συνεπώς αντικείμενο καυγά. Με τις μικροχαρές και την ξεγνοιασιά που εκδρομές με γκρουπ και φίλους σε μοναστήρια και άλλους ιερούς προορισμούς θα πρόσφεραν, την ενασχόληση με τα της ενορίας της- το αποκούμπι της, και αποκορύφωμα ένα πιστοποιητικό επαίνου από την εκκλησία για το θεάρεστο έργο και την ιερή αφοσίωσή της.

Με τον κόσμο της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας δεν είχα λογαριασμούς και σχέση, πέρα από εκείνη την υποχρεωτική και καταναγκαστική των σχολικών μου χρόνων, μόνον προκαταλήψεις, που η ζωή στην Ελλάδα καθημερινά δικαιολογεί. Αλλά, υποθέτω, ότι πέρα από τις λειτουργίες και ακολουθίες, τα εκκλησιαστικά πανηγύρια, τους εράνους, και τα άλλα σχετικά, η ζωή του θρήσκου μπορεί κι ακολουθεί κι άλλα μονοπάτια, περισσότερο κοσμοπολίτικα και χρωματιστά. Που να ξέρω; Στην περίπτωση της θείας Άννας, ένας κύκλος στένεψε γύρω της, μαζί με την ανημποριά του νου και τη χειροτέρευση της όρασής της. Έμειναν δυο-τρείς σκιώδεις χαρακτήρες από την ενορία της, κάποια άλλη θρήσκα το όνομα Καραπετσά, κάποιος Πέτρος «καντηλανάφτης», μαζί με μια σειρά από Αλβανίδες και Γεωργιανές που χωρίς το αζημίωτο, εννοείται, την φρόντιζαν στην τύφλα και τη γεροντική της άνοια. Φημολογήθηκε ότι μερικοί από αυτούς τους ενοριακούς, τους δήθεν γνήσιους φίλους και συμπαραστάτες, επιβουλεύθηκαν σαν κοράκια τις μικρο-καταθέσεις και το διαμερισματάκι της, μέχρι που τους σκόρπισε η παρέμβαση του Πατέρα, του πιο στενού εναπομείναντα συγγενή, στα κληρονομικά, γραφτά και δρώμενα. Άφαντοι από την κηδεία και το μνημόσυνο, οπότε τα περί εγκάρδιων φιλιών και συμπόνοιας για τον ανήμπορο συνάνθρωπο έχασαν κάθε δικαιολόγηση.

Τελικά, όπως όλοι οι άνθρωποι, η θεία Άννα έσβησε, «ηττήθηκε από τον χρόνο». Ο ήλιος έδυσε και το γκρίζο μιας μέτριας ζωής της έγινε απόλυτο σκοτάδι. Ο οικογενειακός της κύκλος, από βιολογική σκοπιά και ελλείψει επιγόνων έκλεισε με το θάνατο της, το κλαδί του Ηλία από το δέντρο των γενιών έπεσε ξερό χάμω και σκορπίστηκε από τους ανέμους των καιρών. Μια σακούλα με άλμπουμ, το κορνιζαρισμένου πορτραίτο του Τάκη του αδερφού της, η ταμπέλα του δικηγορικού του γραφείου, το βιογραφικό της Κατίνας, το πιστοποιητικό θανάτου του Πατέρα, ένας έπαινος της εκκλησίας για την φιλόθεη δράση της, αυτά και μόνον αυτά, απέμειναν σε μια γωνιά της αποθήκης μας. 

Sunday, January 15, 2017

Πρόγονοι - 2 Στη Θεσσαλονίκη

Ο προπάππους ο Παναγιώτης και η προγιαγιά η Κατίνα δώσαν ζωή σε έξι παιδιά. Μπορεί και περισσότερα, αλλά τόσα επέζησαν στους δύσκολους εκείνους καιρούς και παρά τη σχετική οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας του Μελένικου. Ο Ηλίας ήταν ο πρωτότοκος προνομιούχος, ο στύλος της οικογένειας στα δύσκολα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων και σε ό,τι θα ακολουθούσε μετέπειτα, άντρας πλέον, μπορεί και νιόπαντρος οικογενειάρχης κατά τον ξεριζωμό του 1913, θα ωρίμαζε σε έναν σεβαστό και μορφωμένο αστό. Μετά γεννήθηκε ο Γιάννης, ο παππούς ο Λεωνίδας, η Καλλιόπη, η Μαγδαληνή, και το ασθενικό στερνοπαίδι τους, ο Σωκράτης. Με μοναδική, λαμπρή εξαίρεση τον θείο τον Ηλία, που αποφοίτησε από το Εμπορικό Λύκειο του Νούκα στη Θεσσαλονίκη- με κύρος ανάμεσα στα λιγοστά ανώτερα εκπαιδευτήρια της εποχής σε μια μεταπρατική πόλη και που μαζί με την προγιαγιά Κατίνα ανάλαβαν τα ηνία της οικογένειας μετά το θάνατο του πατριάρχη, τα άλλα τα παιδιά του Παναγιώτη δεν ξεπέρασαν τη στοιχειώδη εκπαίδευση του δημοτικού, δηλαδή την γραφή, την ανάγνωση και μερικές πράξεις αριθμητικής, μαζί με όσα μπάλωσαν πάνω σε αυτήν την ανεπάρκεια με προσωπική πρωτοβουλία και αυτοδιδαχή και, βέβαια, από το «σχολείο της ζωής». Η προσφυγιά και η αναστάτωση που προκάλεσε αναμφισβήτητα έπαιξαν τον κύριο ρόλο στην κουτσή μόρφωση των περισσότερων. Μοιραία κι αναπόφευκτα, λοιπόν, κι ελλείψει κάποιας αξιόλογης κληρονομιάς ή προσόδου από κάποια ιδιοκτησία, δηλαδή με υλικά εφόδια όσα η οικογένεια κατάφερε και περιέσωσε από το Μελένικο και τις πενιχρές αποζημιώσεις ή διευκολύνσεις από το κράτος στα περιθώρια των μεταπολεμικών συνθηκών, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η κοινωνική εξέλιξη από τα χαμηλά στρώματα των εργατών και των μικρο-υπαλλήλων δεν συνέβη για τους περισσότερους. Ούτε και ήταν εύκολο να συμβεί.

Ο Ηλίας με τα εφόδια της σχολής, τα γράμματα που έμαθε και την εξυπνάδα του, ανάλαβε γρήγορα  το ρόλο διοικητή σε μιαν επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας καπνού ενός αγράμματου (και, κατά τις φήμες, ντιπ ανίκανου) ιδιοκτήτη, έφτιαξε το δικό του σπιτικό με αυτάρκεια και προκοπή. Μεσοαστός πλέον, μετακόμισε σε πολυκατοικία στη Μακένζι Κινγκ, από τις πρώτες της Θεσσαλονίκης και μάλιστα με ασανσέρ. Είχε από νέος προβλήματα με την καρδιά του, ο θείος ο Ηλίας, και το να ανεβοκατεβαίνει σκαλιά ήταν ένας μικρός καθημερινός αγώνας που θα έβαζε σε ρίσκο τη ζωή του. Παραμένει όμως αξιοθαύμαστο πως δραπέτευσε από τα δόντια του χάρου αρκετές φορές τέτοιους καιρούς και χρόνια, και παρά τα τρία και, ίσως, περισσότερα εμφράγματα πέθανε σε βαθιά γεράματα.

Ο Γιάννης, ο outsider, γνώρισε μια ζωντοχήρα στην Άνω Πόλη, στο Τμήμα Μεταγωγών, και αποκόπηκε από τον κορμό της οικογένειας. Ο Πατέρας θυμάται να τον επισκέφτηκε μια-δυο φορές εκεί που έμενε. Μου είπε ότι η οικογένεια τον αποκήρυξε. Το πιο πιθανόν ο Γιάννης να είχε ερωτευθεί εκείνη τη ζωντοχήρα της Άνω Πόλης, να τον είχε τυλίξει ένας μη συμβατικός και καθόλου φευγαλέος έρωτάς, και, τελικά, έχοντας απορρίψει κοινωνικές και οικογενειακές συμβάσεις της εποχής να είχε αποξενωθεί με δική του πρωτοβουλία από την υπόλοιπη οικογένεια. Τα ίχνη του και αυτά των παιδιών του, αν έκανε παιδιά και υπάρχουν, εξαφανίστηκαν μετά τον πόλεμο.

Ο παππούς ο Λεωνίδας βρήκε κάποια «ελαφριά», χωρίς ευθύνη, δουλειά κλητήρα στο σύλλογο των Καπνεμπόρων, στον πάτο της υπαλληλικής ιεραρχίας. Ίσως να έβαλε κι ο μεγάλος ο αδερφός ο Ηλίας το χέρι του, κάποιο μέσο, κάποια από τις διασυνδέσεις του στου Νούκα και την επιχείρηση που ανάλαβε, και να τον βόλεψε, σε δύσκολες συνθήκες για πολλούς. Θα ήταν η κύρια απασχόλησή του, συν καμιά-δυο άλλες του ποδαριού στην Κατοχή -μικροπωλητής με κασελάκι ή στο μανάβικο που άνοιξε με τον κουνιάδο του για να το κλείσουν σε μερικούς μήνες, μιας λίγο αξιοσημείωτης ζωής. Η Κατίνα με τη βοήθεια του παππού, του τρίτου σε σειρά αρχαιότητας, αν όχι και καπατσοσύνης ή ικανοτήτων στην οικογένεια, μετά τον αυτοδύναμο πλέον Ηλία, έναν από τους μπουρζουάδες της πόλης, και την αποσκίρτηση του Γιάννη, και με κάποιες χρυσές λίρες που η οικογένεια θα διέσωσε από το Μελένικο, ίσως και κάτι αποζημιώσεις από τις συμφωνίες παράδοσης του Μελένικου στους Βούλγαρους, εγκαταστάθηκαν σε ένα διώροφο που το είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι ιδιοκτήτες του. (Θα είχαν πάρει και αυτοί άρον-άρον το δρόμο για την Τουρκία με την επέκταση της ελληνικής επικράτειας στη Μακεδονία και τις ανταλλαγές των πληθυσμών.)

Το σπίτι, σε μια γειτονιά που θα κυριαρχήσει τις παιδικές μου αναμνήσεις, με τα ρέματα και τις αλάνες των παιδικών περιπετειών και περιηγήσεων, ήταν περιτριγυρισμένο από διώροφα σπίτια Ελλήνων ή Τούρκων που περιήλθαν σε Έλληνες, και κυρίως Εβραίων, και από μερικά διεσπαρμένα χαμόσπιτα για τη φτωχολογιά κάθε εθνότητας. Εκεί στην περιοχή Φλέμινγκ και του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου- το δώρο της Βαρόνης Χιρς στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης, σε μια ανώνυμη πάροδο ανάμεσα στη Δεληγιώργη και τη Γαμβέτα (που πολύ αργότερα ο Δήμος την ονόμασε Εκάβης και ακόμα αργότερα έριξε άσφαλτο πάνω στο χώμα και τις λάσπες της). Όταν, το 1935 γεννήθηκε ο Πατέρας, στο διώροφο έμενε η γιαγιά η Ευδοξία, η νεαρή γυναίκα του Λεωνίδα, η προσφυγοπούλα από το Μπαϊντίρι το 1922, η μυστήρια Μαγδαληνή και ο ωραίος Σωκράτης. Σε εκείνο το σπίτι, κάπου ανάμεσα στο 1936 και το 1937, η προγιαγιά η Κατίνα άφησε κι αυτή την τελευταία της πνοή μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε, αλλά με τα πιο πολλά παιδιά της να έχουν στεριώσει στη φιλόξενη και πολυπολιτισμική πόλη και να ξεκινούν τις δικές τους οικογένειες. Έγιναν, γίναμε Θεσσαλονικείς. Τον πόλεμο, την κατοχή, τις τραγωδίες, μικρές και μεγάλες, εθνικές και οικογενειακές που ακολούθησαν, την κάποια παλινόρθωση μετά τον Εμφύλιο και την πρόοδο των εγγονών της, για καλό ή για κακό, η Κατίνα δεν τις πρόλαβε. Αλλά το μερτικό της στις συμφορές το έζησε και το άντεξε με καρτερικότητα και την δύναμη που διαγραφόταν αδιάψευστα στο αποφασιστικό βλέμμα και την αρχοντική κορμοστασιά της. Και όλα τα σπίτια της γειτονιάς, της σαλονικιώτικης ρίζας από όπου ξεφύτρωσα, της Βικτώριας και της Μαίρης της Εβραίας που επέζησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, του Εβραίου Ισαάκ, που και αυτός γύρισε ζωντανός μετά το ολοκαύτωμα, της οικογένειας του παιδικού μου φίλου, του Χρηστάκη του Τσιώτα, των Καζινέρηδων, της Τσαπατσάραινας της ταβερνιάρισσας, και του συντρόφου της, του Ίγκλις του συμμαθητή μου παραπέρα, του μισάνθρωπου θεολόγου, και άλλων, δίπατα αρχοντικά, κοινά του εποικισμού και μερικά διάσπαρτα χαμόσπιτα, με κανα δυο εξαιρέσεις οικογενειών που αντιστάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, τα σάρωσε η μπουλντόζα της αντιπαροχής, μαζί με τις ιστορίες και τις ζωές γενιών, αλλοεθνών κι Ελλήνων, που τα κατοίκησαν και χάθηκαν μαζί τους.  

Η Καλλιόπη από τη μεριά της καλοπαντρεύτηκε. Ένα μορφωμένο παιδί, συμπατριώτη της, από ευκατάστατη και, κατά τα ντοκουμέντα, ιστορική οικογένεια του Μελένικου, τον Γιώργο τον Παπάζογλου. Καθώς διάβαζα ιστορίες για το Μελένικο και το περίφημο μεταξουργείο του Παπάζογλου που μνημονεύεται σε βιβλία και αφηγήσεις, σαν αυτήν του Τσώπρου, και που το εργοστάσιό του απασχολούσε μέχρι και ογδόντα εργάτες. Ο Γιώργος, κατά τα φαινόμενα, συνδεόταν συγγενικά με τον μεγάλο μεταξουργό του Μελένικου. Σπουδαγμένος σε μια επαγγελματική σχολή βαφών και άλλων τέτοιων χημικών ουσιών στο Παρίσι (και σπουδές στο Παρίσι μόνον από κάποια επιφανή και εύπορη οικογένεια θα μπορούσαν να στηριχτούν οικονομικά τότε), άνοιξε τη δικιά του δουλειά, ένα εργαστήριο βαφής γουνών κι άλλων υφασμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ο Πατέρας θυμάται χαρακτηριστικά ότι χάρισε μια γούνα στη γιαγιά την Ευδοξία, την κουνιάδα του. Όχι τίποτε σπουδαίο, ένα κομμάτι που οι γυναίκες φορούσαν γύρω από το λαιμό, αλλά οι γούνες εκείνα τα χρόνια της μιζέριας ήταν για τους λιγοστούς αστούς και αριστοκράτες, διαχρονικό σύμβολο πλούτου και κοινωνικής θέσης. Πως κάτι τέτοιο να ταίριαζε στο ντύσιμο και την εμφάνιση μιας προσφυγοπούλας από την παραγκούπολη της Τούμπας;  

Η μεγαλοπρεπής φωτογραφία της ολομέλειας της οικογένειας, μία, δυο και τρεις γενιές πίσω από τη δικιά μου, τραβήχτηκε γύρω στα 1930. Μόνον ο μακαρίτης πατριάρχης απουσιάζει. Δείχνει τον Γιώργο και τη θεία την Καλλιόπη ένα ζευγάρι σε αγάπη και αρμονία, το χέρι της Καλλιόπης να ξεκουράζεται, με μια έκφραση συζυγικής εμπιστοσύνης και αφοσίωσης στον αριστερό μηρό του Γιώργου, ενώ ο Αντρέας- ενός χρόνου μωρό- με ένα πρόσωπο γεμάτο απορία για το τι γίνεται, να κάθεται στο δεξί μηρό του μπαμπά. Ο μεγαλύτερος γιος του Γιώργου και της Καλλιόπης, ο Τάκης, πρώτος ξάδελφος του Πατέρα, με το πονηρό χαμόγελο και, αναπόφευκτα για ενσταντανέ τέτοιων προδιαγραφών στη μπλε ναυτική στολή επίσημων περιστάσεων, να κοιτάζει το φωτογράφο με το πάνω μέρος των ματιών του, ζει ακόμα ενόσω γράφονται τούτες οι γραμμές στα εδώ και καιρό περασμένα ενενήντα του χρόνια. Κατάκοιτος μεν, αλλά δεν είχε περάσει πολύς καιρό που επισκεπτόταν τον Πατέρα με ένα μπουκάλι ουίσκι, μαζί με σάκους από παλιές φωτογραφίες και βιβλία για ο Μελένικο, για να κουβεντιάσουν τα παλιά, την οικογένεια, τις ρίζες τους, να ανασκοπήσουν τις ζωές που ακολούθησαν τα κλαδιά και τα παρακλάδια της γενιάς τους. Ο θείος Τάκης στα βιβλία του υπογράμμιζε όλα τα αποσπάσματα περί του μεταξουργείου των Παπάζογλου και κάθε αναφορά στο όνομά του. Έβλεπε, με περηφάνια, κάτι τις περισσότερο σημαντικό από έναν κοινό τόπο στην καταγωγή του, που θα ξεπερνούσε τα στενά όρια της ύπαρξης του ίδιου και των προγόνων του.

Η μεγαλοπρεπής φωτογραφία της ολομέλειας της οικογένειας, μία, δυο και τρεις γενιές πίσω από τη δικιά μου, τραβήχτηκε γύρω στα 1930. Μόνον ο μακαρίτης πατριάρχης απουσιάζει. Δείχνει τον Γιώργο και τη θεία την Καλλιόπη ένα ζευγάρι σε αγάπη και αρμονία, το χέρι της Καλλιόπης να ξεκουράζεται, με μια έκφραση συζυγικής εμπιστοσύνης και αφοσίωσης στον αριστερό μηρό του Γιώργου, ενώ ο Αντρέας- ενός χρόνου μωρό- με ένα πρόσωπο γεμάτο απορία για το τι γίνεται, να κάθεται στο δεξί μηρό. Ο μεγαλύτερος γιος του Γιώργου και της Καλλιόπης, ο Τάκης, πρώτος ξάδελφος του Πατέρα, με το πονηρό χαμόγελο και, αναπόφευκτα για ενσταντανέ τέτοιων προδιαγραφών στη μπλε ναυτική στολή επίσημων περιστάσεων, να κοιτάζει το φωτογράφο με το πάνω μέρος των ματιών του, ζει ακόμα ενόσω γράφονται τούτες οι γραμμές στα εδώ και καιρό περασμένα ενενήντα του χρόνια. Κατάκοιτος μεν, αλλά δεν ήταν πολύ καιρό που επισκεπτόταν τον Πατέρα με ένα μπουκάλι ουίσκι, μαζί με σάκους από παλιές φωτογραφίες και βιβλία για ο Μελένικο, για να κουβεντιάσουν τα παλιά, την οικογένεια, τις ρίζες τους, να ανασκοπήσουν τις ζωές που ακολούθησαν τα κλαδιά και τα παρακλάδια της γενιάς τους. Ο θείος Τάκης στα βιβλία του υπογράμμιζε όλα τα αποσπάσματα περί του μεταξουργείου των Παπάζογλου και κάθε αναφορά στο όνομά του. Έβλεπε, με περηφάνια, κάτι τις περισσότερο σημαντικό από έναν κοινό τόπο στην καταγωγή του, κάτι που ξεπερνούσε τα στενά όρια της ύπαρξης του ίδιου και των προγόνων του. 

Saturday, January 7, 2017

Πρόγονοι - 1 Ο Παναγιώτης, ο μεταξάς

Ο προπάππους o Παναγιώτης, ο ibrişimci, o μεταξάς, δούλεψε ολάκερη τη ζωή του στη ντόπια μεταξουργία, από τις κεντρικές και προσοδοφόρες δραστηριότητες, μαζί με τα κρασιά και τα καπνά, στο Μελένικο εκείνης της εποχής, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Χειρώνακτας κατά κύριο λόγο, υποθέτω, με την έννοια ότι θα έπιαναν τα χέρια του, και καλός και γνωστός στην τέχνη του, για να του μείνει το επίθετο. Η παραγωγή μεταξωτών κλωστών, πρωτογενής ως ήταν και εξαγώγιμη προς την εξελιγμένη μανουφακτούρα της Δύσης, στηριζόταν περισσότερο στην πείρα γενεών και την προσωπική δεξιοτεχνία, δηλαδή στο χρόνο, την υπομονή και την πρακτική εφαρμογή. Απαιτούσε λιγοστά εργαλεία και τεχνολογίες, που ενδεχόμενα η βιομηχανική επανάσταση να διέθετε σε πρωτομάστορες σαν τον προπάππου, όσο αυτή άγγιζε και με αργούς ρυθμούς εξαπλωνόταν στα Βαλκάνια εκείνα τα χρόνια. Αλλά ο Παναγιώτης γνώριζε καλά την τέχνη του – το παρατσούκλι (αν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως τέτοιο) ή, καλύτερα, τίτλος αναγνώρισης της δεξιοτεχνίας του από την τοπική κοινότητα, έγινε με τα χρόνια επίσημη προσφώνηση και ετεροπροσδιορισμός του ίδιου και της οικογένειάς του σε δημόσιες συνάξεις, παρέμεινε το de facto επίθετο στα χριστιανικό ονόματα των απογόνων του τα ληξιαρχεία του κόσμου. Τον φαντάζομαι αρχιμάστορα σε ένα από τα εργοστάσια μεταξιού με αμοιβαίες σχέσεις κατανόησης, σεβασμού, ακόμα και φιλίας, και κοινοκτημοσύνης εμπειριών και ιστορίας, με τα πλουσιότερα αφεντικά, τους εργοστασιάρχες και τους εμπόρους. Ή, ακόμα, τον και με τη δική του βιοτεχνία και μερικούς μάστορες και μαθητευόμενους στη δούλεψή του. Μεταγενέστεροι επισκέπτες της πόλης λένε ότι το αρχοντικό αυτής της οικογένειας του μεταξουργού, χτισμένο σε κάποια σχετικά περίοπτη θέση, ακόμα σώζεται στο Μελένικο. Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, ήταν προκομμένος και επιδέξιος εργάτης, αναγνωρισμένος ανά την κοινότητα και την περιφέρεια τεχνίτης του μεταξιού. Παντρεύτηκε, εν μέρει εξαιτίας αυτής της αξιοσύνης του- μιαν αρχοντογυναίκα της πόλης: την Κατίνα τη Χατζηβάντση, κόρη κάποιου από τους άρχοντες του Μελένικου.

Έτσι κι αλλιώς, το Μελένικο εκείνης της εποχής ήταν στον μέσο του όρο εύπορη κοινότητα, με το ελληνικό στοιχείο κυρίαρχο, οικονομικά και πολιτιστικά, και σε μεγάλο βαθμό αυτόβουλο και αυτόνομο, στο κατά δύναμιν βέβαια και όσο τούτο το επέτρεπε η ολοένα και χαλαρότερη εξάρτηση από την Πύλη κατά τα λοίσθια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η αναπτυγμένη κοινοτική πρόνοια, χάριν στον πλούτο από τα κρασιά, τον καπνό, το μετάξι και τα άλλα καλά που παρήγε και εξήγε εδώ κι εκεί θα είχαν σε μεγάλο βαθμό αμβλύνει τις οικονομικές αντιθέσεις: Έλληνες, Σλάβοι και Τούρκοι, με όσα αφεντικά και δυνάστες η περιοχή να είχε αλλάξει στη διάρκεια των αιώνων και τις αλλοιώσεις των φυλετικών συσχετισμών, τις ενδογαμίες, τις ετερογαμίες, τις απιστίες και τα τοιούτα, ζούσαν σε μια σχετική αρμονία. Και ζούσαν ήρεμες ζωές, όσο το επέτρεπαν οι ληστές και αντάρτες της περιοχής. Ο Σουλτάνος κι η αυτοκρατορία του, παρά την ολοένα και εμφανέστερη αδυναμία τους να παρακολουθήσουν τα άλματα της βιομηχανικής επανάστασης και να αντιμετωπίσουν τις επεκτατικές διαθέσεις των χωρών όπου αυτή ξεκίνησε κι εκτόξευσε τις οικονομίες τους, πρόσφερε ακόμα εκείνο τον καιρό μια σχετική πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια από ληστές και Βούλγαρους εθνικιστές αντάρτες. Το Μελένικο είχε, λοιπόν, ως πλούσια πόλη και για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους, μια σχετικά προνομιούχα θέση στην περιοχή, χάριν κύρια στους φόρων και τις προσόδους που πρόσφερε στη γραφειοκρατία της Πύλης, παρά την άβολη γεωγραφική της τοποθεσία∙ ήταν κατά κάποιο τρόπο υποχείριο της και ένα από τα μικρά στολίδια της αυτοκρατορίας. Αλλά η τελευταία βρισκόταν πλέον σε έναν δρόμο παρακμής χωρίς επιστροφή, βυθισμένη στα χρέη και την υπανάπτυξη, με το τεχνολογικό χάσμα να διευρύνεται, περικυκλωμένη από τον οικονομικό ιμπεριαλισμό της δύσης, αχόρταγου όπως πάντα για πρώτες ύλες και αγορές για τα βιομηχανικά της προϊόντα, και για το κέρδη που θα έφερναν . Με εξαίρεση μια χούφτα ταξιδευμένους μεγαλέμπορους, ελάχιστοι ντόπιοι είχαν μια ολοκληρωμένη εικόνα του τι συντελούνταν στον υπόλοιπο κόσμο και των ραδιουργιών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Ο Παναγιώτης και η οικογένειά του, απλά ζούσε την καθημερινότητα του, αυτή της σκληρής δουλειάς από τη μια μεριά και της οικογενειακής θαλπωρής και ηρεμίας του, από την άλλην, σε έναν ευρύτερο κόσμο που εν αγνοία του άλλαζε με ραγδαία βήματα, και με αλλαγές που τελικά θα εκδηλώνονταν. Για πολλούς στην κοινότητα που τον ανέδειξε θα σήμαιναν την καταστροφή και το θάνατο.   

Η ηρεμία και ασφάλεια υπό την δήθεν αιγίδα των Οθωμανών έμελλε, λοιπόν, να διαταραχτούν βήμα-βήμα με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας μέσα στην οποία πρόκοψαν. Οι διάφοροι εθνικισμοί, ο βουλγάρικος, ο σέρβικος, ο ελληνικός, φούντωναν στα συντρίμμια της, ενθαρρυμένοι και παρακινούμενοι από εξωτερικούς δάκτυλους και τις μεγάλες δυνάμεις και αυτοκρατορίες, που επέκτειναν την επιρροή και τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Οι δολοφονίες, οι επιθέσεις από συμμορίες, η τρομοκρατία στα γύρω χωριά και μέσα στην ίδια την πόλη, ενέτεινε σε βαθμό αβάσταχτο την ανασφάλεια και την ανησυχία των κατοίκων της, των Ελλήνων ιδιαίτερα που λίγο-πολύ κρατούσαν τα οικονομικά και πολιτικά ηνία της περιφέρειας. Η βοήθεια και υποστήριξη από την Ελλάδα, σε εκείνη την πολυεθνική και αμφισβητούμενη άκρη, μόνον οριακή και αποσπασματική θα μπορούσε να είναι. Στα περίχωρα της πόλης ο πληθυσμός ήταν σλαβικός και η επιρροή των Βουλγάρων εθνικιστών, ήταν αναμενόμενη και απολύτως ικανή να μεταμορφώσει τις συμπάθειες και να προσεταιριστεί τα συναισθήματα της σλάβικης πλειοψηφίας, να διαταράξει το status quo, πολλές φορές τάζοντας στους φτωχότερους κομμάτι από τα πλούτη των αρχόντων.

Τα πράγματα θα άλλαζαν στο Μελένικο, όπως να τα δούμε τα ιστορικά πράγματα και την κατάσταση: η οικονομική παρακμή διαφαινόταν στον ορίζοντα, με τη ανάπτυξη του σιδηρόδρομου, της μεγάλης παραγωγής  και τη μετατόπιση των εμπορικών και παραγωγικών κέντρων και τον ανακαταμερισμό παραγωγής και εργασίας. Το Μελένικο δεν βρισκόταν κοντά σε κανέναν συγκοινωνιακό κόμβο ή έστω άξονα, η γεωγραφική του απομόνωση, στις παρυφές μιας υπό κατάρρευση αυτοκρατορίας, το έκαμε έρμαιο ντόπιων εθνικών αναταραχών και καυγάδων. Κάποιος συσσωρευμένος πλούτος και ιδιοκτησία στα χέρια της ελληνικής κοινότητας έγινε προφανής στόχος ανάλογων εχθρικών βλέψεων. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου έδωσε τη χαριστική βολή σε μια τίμια, εργατική και προκομμένη κοινότητα. Σύμφωνα με τις μέχρι τότε ενδείξεις, όπως οι ιστορικοί συνηθίζουν να τις ξεσκαρτάρουν εκ των υστέρων, κάποιο τέλος, ένα ξεκαθάρισμα και κλείσιμο λογαριασμών, ανάμεσα στις ταξικές και εθνικές δυνάμεις και εντάσεις που είχαν αναπτυχθεί, ήταν κάτι το αναμενόμενο, εν πολλοίς προβλέψιμο. Κάποια κομμάτια από το διαμελισμό της Μακεδονίας θα έπρεπε να δίνονταν ως αντάλλαγμα – και έμελλε το Μελένικο να είναι ένα από αυτά. Η ανακοίνωση λακωνική, κατηγορηματική-προστακτική και τελεσίδικη: «δυστυχώς, η πόλις επεδικάσθη εις τους Βουλγάρους». Σφίξιμο στα στομάχια, τρόμος στις καρδιές. Απελπισία και απόγνωση. Στις 30 Ιουλίου του 1913 οι Έλληνες Μελενικιώτες μαζεύτηκαμ, συσκέφτηκαν και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους. Άρον-άρον, πολιορκημένοι από τους Βούλγαρους του Sandanski που θα επέβαλλαν τους όρους της Συνθήκης με φωτιά και σίδερο αν χρειαζόταν, μήνα Αύγουστο, με τα λιγοστά υπάρχοντα που κατάφεραν να σηκώσουν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς για το Σιδηρόκαστρο, τη Θεσσαλονίκη και αλλού. Για πολλούς Μελενικιώτες ήταν η προδοσία της γενέτειρας και της ζωής τους από τη μητέρα πατρίδα και την πολιτική της ηγεσία. Πολλοί, όπως ο θείος Ηλίας, απόδωσαν τις ευθύνες αποκλειστικά και ολοκληρωτικά στο Βενιζέλο και μαζί με αυτόν στο φιλελεύθερο πολιτικό ρεύμα που εκπροσωπούσε. Τους ώθησε πιο «δεξιά» στην πιο συντηρητική και αντιδραστική άκρη του πολιτικού φάσματος.

Αυτό το άδοξο τέλος (τραγικό λένε πολλοί) μιας αξιοθαύμαστης, ιστορικής κοινότητας, και η εθνοκάθαρση και μετανάστευση που την ακολούθησε προδιάγραψε και τη δική μου μοίρα σε αυτόν τον κόσμο: τα δευτερόλεπτα ζωής μου στην αιωνιότητα, στο απειροελάχιστο κομμάτι του σύμπαντος, ανάμεσα σε τόσες άλλες αναρίθμητες συμπτώσεις που συνέτρεξαν. Για κάθε γεγονός, για κάθε στατιστική ασημαντότητα, όπως η γέννηση ενός κοινού θνητού και το σημειακό βιός του, συντρέχουν μυριάδες αιτίες, αδύνατο να συλληφθούν από το νου. Είναι προφανές όμως σε μένα ότι αν ο πατριάρχης ο Παναγιώτης, ο τεχνίτης των μεταξωτών κλωστών, και τα παιδιά του δεν ξεριζωνόταν από το Μελένικο εξαιτίας μιας ιστορικής συνθήκης στην οποία οδήγησαν επίσης μυριάδες αιτίες και δυνάμεις, που τα ίχνη τους χάνονται στο άπειρο του χρόνου που προηγήθηκε, δεν θα βρισκόμουν στον κόσμο που πρόσκαιρα βρίσκομαι.

Δυο φωτογραφίες του Παναγιώτη σώθηκαν από το πέρασμα των καιρών. Στην πρώτη, στην ωριμότητά των τριάντα και παραπάνω χρόνων, καλοχτενισμένος με μπριγιαντίνη, το αναπόφευκτο αντρίκιο μουστάκι της εποχής, κομψός και καλοντυμένος -με κοστούμι, γιλέκο και λαιμοδέτη και τη χρυσή καδένα του ρολογιού να εμφανίζεται διακριτικά, καθισμένος σε μια πέτρα όπου ένα αναρριχώμενο φυτό κάλυπτε το μέρος της, επί τοιούτου στημένη στο φωτογραφείο των «Αδερφών Λιόνδα», όπου τα ανοιχτόχρωμα μάτια του κοιτάζουν με αφοσίωση το φακό. Αφοσίωση ανάλογη της σοβαρότητας της διαδικασίας. Οι δείκτες των χεριών του ξεχώριζαν και έδειχναν προς τα γόνατα: μια χειρονομία που την παρατήρησα και στον Πατέρα αρκετές φορές. Η προγιαγιά, η Κατίνα, στέκεται δίπλα του με το δεξί της χέρι στηριγμένο στον ώμο του και την παλάμη ανέμελα ριγμένη, να αγγίζει το μαντηλάκι στη τσέπη του σακακιού του, στο άλλο ένα ομπρελάκι, αξεσουάρ κι αυτό του φωτογραφείου, σε ένα σκηνικό προδιαγραφών βωβού χολιγουντιανού κινηματογράφου. Η φυσιογνωμία της απλή και σκέτη, χωρίς καμιά αξιοσημείωτη ομορφιά, αλλά αξιοπρεπής, το μαλλί της συνοψιζόταν σε μιαν επιμελημένη φούντα στο μέτωπο και συμμαζευμένο πίσω από το κεφάλι σε μια κοτσίδα που μόλις διακρινόταν, στραμμένο σε λοξή προς αυτή του Παναγιώτη κατεύθυνση. (Παρατήρησα ότι σχεδόν αδιάλειπτα σε φωτογραφίες της εποχής η γυναίκα, κατ’ εντολή προφανώς του φωτογράφου, και για αδιευκρίνιστους καλλιτεχνικούς ή υποκείμενες κοινωνικές νόρμες, δεν κοιτάζει το φακό κατάματα όπως ο άντρας της.) Στης Κατίνας το ντύσιμο ξεχώριζε κάποιο είδος κολιέ από λουλούδια πάνω από το στήθος, μάλλον και αυτό ένα από τα εφέ του φωτογράφου που θα διέθετε στους πελάτες του ανάλογα με την περίσταση.  Θα τραβήχτηκε σε μια επίσκεψη του Παναγιώτη και της Κατίνας στη Θεσσαλονίκη, για δουλειές ή αναψυχή, ή από κάποια από τις περιοδείες των «αδερφών Λιόνδα» που τους έφερε στο Μελένικο, ποιος ξέρει; Ακριβής χρονολογία άγνωστη. 

Η δεύτερη και εκ των πραγμάτων τελευταία φωτογραφία του προπάππου, στο πίσω μέρος μιας καρτ-ποστάλ, ήταν στο φέρετρο του. Τοποθετημένο σε μια κλίση του εδάφους, ώστε ο νεκρός πλέον πατριάρχης ξαπλωμένος στην άσπρη επένδυση του φέρετρου να φαίνεται μισο-στεκούμενος, μισο-οριζοντιωμένος, σχεδόν γκρο πλαν. Φορούσε ένα γκρίζο παλτό, με τη ρεπούμπλικα τοποθετημένη δίπλα στην αποκοιμισμένη και ανέκφραστη όψη του νεκρού, με τα άσπρα μαλλιά και το περιποιημένο μούσι. Πίσω από το φέρετρο στεκόταν η Κατίνα, με γερασμένη πλέον την όψη της και ρουφηγμένα τα μάγουλα, το μαλλί της καλυμμένο από μια μαύρη μαντήλα, δίπλα στον πρωτότοκο γιο τους τον Ηλία, με το κεφάλι και τα μάτια του γερμένα σεβάσμια προς το νεκρό. Και τα άλλα παιδιά τους τριγύρω και γυναίκες διάφορες, μαυροφορεμένες. Στο μαύρο φέρετρο ένας λευκός σταυρός και τα αρχικά Π.Η. που δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω. Παναγιώτης του Ηλία? Κανένας θρήνος, καμιά υστερία, μόνον αξιοπρέπεια και συγκίνηση διέχεε το όλο σκηνικό παρά την επαγγελματική (και διακριτική, βεβαίως) παρείσδυση του φωτογράφου, κάτω από έναν μουντό και βροχερό καιρό (ένας από τους παριστάμενους κρατούσε ομπρέλα) μπροστά σε κάποιο παλιόσπιτο, κάποιου μαχαλά. Θάνατος τσεχοβικής σκηνής, όπου ο απαίσιος τρόμος που νιώθουμε στην παρουσία του απουσίαζε εντελώς. Όπου στο γενικό μούδιασμα, στη φυσιογνωμία της Κατίνας και του Ηλία, υπήρχε κάτι στωικό που άγγιζε την καρδιά, αυτή η λεπτή, φευγαλέα ομορφιά της ανθρώπινης θλίψης.

Δεν κατάφερα να διευκρινίσω το χρόνο, ούτε να εντοπίσω τον τόπο και αυτής της δεύτερης φωτογραφίας. Οι μαρτυρίες λένε ότι οι οικογένειες του Παναγιώτη και του πρωτότοκου γιου του, του Ηλία, ήταν από τις 352 οικογένειες που εγκατάλειψαν το Μελένικο εκείνον τον Αύγουστο του 1913. Ο πρώτος σταθμός για την πλειοψηφία των Μελενικιωτών ήταν το Σιδηρόκαστρο, αλλά κάμποσοι τράβηξαν, μετά από πρόσκαιρη στάση, για τη Θεσσαλονίκη και ρίζωσαν στην πόλη. Εκεί, στο Σιδηρόκαστρο ή πιο πιθανό σε κάποια φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης, και τότε, στα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς έσβησε ο Παναγιώτης, ο «ιμπρισιμτζής», o μεταξάς του Μελένικου, ο προπάππους μου, αποτυπωμένος νεκρός στο φέρετρο του, ξεριζωμένος, μακριά από το αρχοντικό και τον τόπο του. Εκεί, τότε, ξεκινούσε μια ολότελα διαφορετική, καινούργια ζωή, με σκαμπανεβάσματα προς το καλύτερο ή το χειρότερο για τα έξι παιδιά του.