Προϋπόθεση ικανοποίησης των αναγκών του ανθρώπου που είναι ενταγμένος στη διαδικασία παραγωγής και του καταμερισμού και εξειδίκευσης εργασίας είναι η ανταλλαγή αγαθών (υλικών και πνευματικών) και υπηρεσιών έναντι είτε της προσωπικής εργασίας και του μετρήσιμου χρόνου που αφιερώνει σε αυτήν είτε του κεφαλαίου που διαθέτει (της συσσωρευμένης αξίας και υπεραξίας, που ενσαρκώνει εργασία προσωπική ή κυρίως, συλλογική, οικειοποιημένη, άλλων) ή εισοδημάτων και προσόδων που καταβάλλεται σε λογαριασμό του από τρίτους. Η δυνατότητα και το εύρος, κατ' άτομο, αυτής της ανταλλαγής και της ικανοποίησης των υλικών, αισθητικών και πνευματικών αναγκών και της διεύρυνσης της γνώσης θα καθορίζει και το μέγεθος της σχετικής ελευθερίας στα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια διαβίωσής του. Σε τελική ανάλυση, είναι συνάρτηση του πλούτου και της γνώσης που διαθέτει. Από την άλλη μεριά, όπως αναφέρθηκε, αυτός ο πλούτος είναι άθροιση εργασίας και της αξίας που αυτή δημιουργεί: είτε της προσωπικής-εκμισθωμένης έναντι, είτε όπως προκύπτει από την οικειοποίηση της εργασίας (ή του πλούτου που παράγει η εργασία) άλλων.
Η αξία και ο πλούτος (η συσσωρευμένη αξία) είναι, λοιπόν, συνάρτηση του χρόνου εργασίας που η κοινωνία καταβάλει, σε ατομικό, μικροοικονομικό και συνεργατικό επίπεδο, για την υλοποίηση ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας και τη διεύρυνση της επιστημονικής γνώσης. Με "χρόνο εργασίας" αναφερόμαστε κατά κανόνα σε ένα μετρήσιμο και ποσοτικοποιημένο μέγεθος ("ώρες εργασίας" ή συνολικές "εργατοώρες" και τη μακροοικονομική, κοινωνικά μέση διάρκεια που απαιτείται). Σε πολλές περιπτώσεις μοναδικής, ατομικής δημιουργίας, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής, που το ατομικό ταλέντο και η ιδιοφυία υπεισέρχεται σε σημαντικό βαθμό ως ο σημαντικότερος συντελεστής του τελικού αποτελέσματος, ο "χρόνος εργασίας" που το αγαθό ενσωματώνει στη μοναδικότητά του είναι κατά κύριο λόγο ποιοτικός, είναι "καιρός" αφοσίωσης σε ένα αντικείμενο. Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, σε ατομικό ή συλλογικό ή ταξικό ή κοινωνικό επίπεδο ότι ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος ποσοτικά μετρούμενος και αναγόμενος σε ώρες εργασίας, και η ποσοτική, ανταλλακτική σχέση του με την ικανοποίηση των βασικών αναγκών συνδέεται με την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι ο ίδιος χρόνος που ουσιαστικά αφαιρείται από αυτόν, ενώ εν δυνάμει θα αφιερωνόταν στην ικανοποίηση ευρύτερων αναγκών, στην δημιουργική ανάπτυξη του ανθρώπου, στη γνώση και την διεύρυνσή της, την προσέγγιση του ορίζοντα που η εποχή του παρουσιάζει.
Είναι απαραίτητες ορισμένες διευκρινίσεις ως προς το πως αντιλαμβανόμαστε τις "βασικές ανάγκες" του ανθρώπου. Πρώτον, το τι στοιχειοθετεί τις βασικές ανάγκες (υλικά αγαθά διαβίωσης, όρια υποχρεωτικής εκπαίδευσης, μέγεθος κοινωνικής ασφάλειας, κτλ.) έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Δεύτερον, ανά πάσα στιγμή ο κύκλος αυτών των αναγκών, συνεχώς διευρύνεται. Τρίτον, στο χρόνο ικανοποίησης αυτών των "βασικών αναγκών", στο χρόνο εργασίας απόκτησης των αντίστοιχων αγαθών, προστίθεται και ο χρόνος "κατανάλωσής" τους ως χρόνος που αναγκαστικά αφαιρείται από τον «ελεύθερο» χρόνο. Είναι γενικά μια τάση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, η συνεχής διεύρυνση του κύκλου των "απαραίτητων" και "βασικών", η τάση μηδενισμού του χρόνου που απομένει έξω από την "παραγωγή" και την "κατανάλωση", αυτού που αφιερώνεται στην ατομική προαγωγή του ανθρώπου, στην καλλιέργεια των κλίσεων, ταλέντων και ικανοτήτων του, στην αισθητική απόλαυση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων και της φύσης, στη αναβάθμιση της γνώσης, στις πνευματικές ανησυχίες και τη δημιουργία, στις ανθρώπινες σχέσεις και συναισθήματα που ενσωματώνουν, στον εμπλουτισμό του με κοσμικές και κοινωνικές εμπειρίες. Με διαφορετικά λόγια, παρατηρούμε τη μείωση του «ελεύθερου» χρόνου και την αδυναμία ποιοτικής αναβάθμισης του σε «καιρό» και δημιουργία.
Η σχετική ελευθερία τοποθετείται σε μια χωρική διάσταση, δηλαδή στον ορίζοντα, υλικό, αισθητικό και πνευματικό, που αντικρύζει ο άνθρωπος, συνάρτηση της ιστορικής ανάπτυξης, και μια χρονική διάσταση, δηλαδή στο χρόνο που διαθέτει ή του διατίθεται, για την κατάκτηση της γνώσης (του μέγιστου δυνατού των πνευματικών κατακτήσεων της ανθρωπότητας), των αισθητικών απολαύσεων που η τέχνη παράσχει και των προσωπικών και προσωπικών σχέσεων και συναισθημάτων που απορρέουν από αυτές. Οι διαστάσεις της ελευθερίας, η ικανοποίηση των υλικών αναγκών από τη μια μεριά, και ο καιρός που αφιερώνεται πέρα από αυτές, στην πνευματική αναβάθμιση, τον αισθητικό εμπλουτισμό και συναισθηματικές επιδράσεις, βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση. Παραδείγματος χάριν, η επέκταση της γνώσης ή αισθητικές απολαύσεις προϋποθέτουν την υλιστική βάση και ικανοποίηση βασικών υλικών αναγκών, και ενίοτε σύγκρουση, καθώς ο χρόνος που αφιερώνεται σε μια εξειδικευμένη εργασία από τη μια μεριά και τη μονοσήμαντη και εντατική ανταλλαγή μισθού η κερδών με υλικά αγαθά, δηλαδή του καταναλωτισμού που καλλιεργείται και επιβάλλεται από το οικονομικό σύστημα και της ολοένα συρρικνούμενης διάρκειας και πολλαπλασιασμού ανά μονάδα χρόνου των παραγωγικών κύκλων και των κύκλων αναπαραγωγής του κεφαλαίου που αυτό απαιτεί. Το ζητούμενο έγκειται τελικά στην αναβάθμιση του χρόνου, από άθροισμα ωρών εργασίας και κατανάλωσης για επιβίωση και διαβίωση, σε καιρό, στην ποιοτική αναβάθμιση του χρόνου, στον προβιβασμό τους σε «καιρό», στη διάθεση του χρόνου που απομένει στην πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση του ανθρώπου.