Tuesday, January 19, 2016

Σημειώσεις για την Ελευθερία - 4 Η Διάσταση του χρόνου

Προϋπόθεση ικανοποίησης των αναγκών του ανθρώπου που είναι ενταγμένος στη διαδικασία παραγωγής και του καταμερισμού και εξειδίκευσης εργασίας είναι η ανταλλαγή αγαθών (υλικών και πνευματικών) και υπηρεσιών έναντι είτε της προσωπικής εργασίας και του μετρήσιμου χρόνου που αφιερώνει σε αυτήν είτε του κεφαλαίου που διαθέτει (της συσσωρευμένης αξίας και υπεραξίας, που ενσαρκώνει εργασία προσωπική ή κυρίως, συλλογική, οικειοποιημένη, άλλων) ή εισοδημάτων και προσόδων που καταβάλλεται σε λογαριασμό του από τρίτους. Η δυνατότητα και το εύρος, κατ' άτομο, αυτής της ανταλλαγής και της ικανοποίησης των υλικών, αισθητικών και πνευματικών αναγκών και της διεύρυνσης της γνώσης θα καθορίζει και το μέγεθος της σχετικής ελευθερίας στα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια διαβίωσής του. Σε τελική ανάλυση, είναι συνάρτηση του πλούτου και της γνώσης που διαθέτει. Από την άλλη μεριά, όπως αναφέρθηκε, αυτός ο πλούτος είναι άθροιση εργασίας και της αξίας που αυτή δημιουργεί: είτε της προσωπικής-εκμισθωμένης έναντι, είτε όπως προκύπτει από την οικειοποίηση της εργασίας (ή του πλούτου που παράγει η εργασία) άλλων.
 
Η αξία και ο πλούτος (η συσσωρευμένη αξία) είναι, λοιπόν, συνάρτηση του χρόνου εργασίας που η κοινωνία καταβάλει, σε ατομικό, μικροοικονομικό και συνεργατικό επίπεδο, για την υλοποίηση ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας και τη διεύρυνση της επιστημονικής γνώσης. Με "χρόνο εργασίας" αναφερόμαστε κατά κανόνα σε ένα μετρήσιμο και ποσοτικοποιημένο μέγεθος ("ώρες εργασίας" ή συνολικές "εργατοώρες" και τη μακροοικονομική, κοινωνικά μέση διάρκεια που απαιτείται). Σε πολλές περιπτώσεις μοναδικής, ατομικής δημιουργίας, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής, που το ατομικό ταλέντο και η ιδιοφυία υπεισέρχεται σε σημαντικό βαθμό ως ο σημαντικότερος συντελεστής του τελικού αποτελέσματος, ο "χρόνος εργασίας" που το αγαθό ενσωματώνει στη μοναδικότητά του είναι κατά κύριο λόγο ποιοτικός, είναι "καιρός" αφοσίωσης σε ένα αντικείμενο. Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, σε ατομικό ή συλλογικό ή ταξικό ή κοινωνικό επίπεδο ότι ο χρόνος εργασίας, ο χρόνος ποσοτικά μετρούμενος και αναγόμενος σε ώρες εργασίας, και η ποσοτική, ανταλλακτική σχέση του με την ικανοποίηση των βασικών αναγκών συνδέεται με την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι ο ίδιος χρόνος που ουσιαστικά αφαιρείται από αυτόν, ενώ εν δυνάμει θα αφιερωνόταν στην ικανοποίηση ευρύτερων αναγκών, στην δημιουργική ανάπτυξη του ανθρώπου, στη γνώση και την διεύρυνσή της, την προσέγγιση του ορίζοντα που η εποχή του παρουσιάζει.
 
Είναι απαραίτητες ορισμένες διευκρινίσεις ως προς το πως αντιλαμβανόμαστε τις "βασικές ανάγκες" του ανθρώπου. Πρώτον, το τι στοιχειοθετεί τις βασικές ανάγκες (υλικά αγαθά διαβίωσης, όρια υποχρεωτικής εκπαίδευσης, μέγεθος κοινωνικής ασφάλειας, κτλ.) έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Δεύτερον, ανά πάσα στιγμή ο κύκλος αυτών των αναγκών, συνεχώς διευρύνεται. Τρίτον, στο χρόνο ικανοποίησης αυτών των "βασικών αναγκών", στο χρόνο εργασίας απόκτησης των αντίστοιχων αγαθών, προστίθεται και ο χρόνος "κατανάλωσής" τους ως χρόνος που αναγκαστικά αφαιρείται από τον «ελεύθερο» χρόνο. Είναι γενικά μια τάση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, η συνεχής διεύρυνση του κύκλου των "απαραίτητων" και "βασικών", η τάση μηδενισμού του χρόνου που απομένει έξω από την "παραγωγή" και την "κατανάλωση", αυτού που αφιερώνεται στην ατομική προαγωγή του ανθρώπου, στην καλλιέργεια των κλίσεων, ταλέντων και ικανοτήτων του, στην αισθητική απόλαυση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων και της φύσης, στη αναβάθμιση της γνώσης, στις πνευματικές ανησυχίες και τη δημιουργία, στις ανθρώπινες σχέσεις και συναισθήματα που ενσωματώνουν, στον εμπλουτισμό του με κοσμικές και κοινωνικές εμπειρίες. Με διαφορετικά λόγια, παρατηρούμε τη μείωση του «ελεύθερου» χρόνου και την αδυναμία ποιοτικής αναβάθμισης του σε «καιρό» και δημιουργία. 
 
Η σχετική ελευθερία τοποθετείται σε μια χωρική διάσταση, δηλαδή στον ορίζοντα, υλικό, αισθητικό και πνευματικό, που αντικρύζει ο άνθρωπος, συνάρτηση της ιστορικής ανάπτυξης, και μια χρονική διάσταση, δηλαδή στο χρόνο που διαθέτει ή του διατίθεται, για την κατάκτηση της γνώσης (του μέγιστου δυνατού των πνευματικών κατακτήσεων της ανθρωπότητας), των αισθητικών απολαύσεων που η τέχνη παράσχει και των προσωπικών και προσωπικών σχέσεων και συναισθημάτων που απορρέουν από αυτές. Οι διαστάσεις της ελευθερίας, η ικανοποίηση των υλικών αναγκών από τη μια μεριά, και ο καιρός που αφιερώνεται πέρα από αυτές, στην πνευματική αναβάθμιση, τον αισθητικό εμπλουτισμό και συναισθηματικές επιδράσεις, βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση. Παραδείγματος χάριν, η επέκταση της γνώσης ή αισθητικές απολαύσεις προϋποθέτουν την υλιστική βάση και ικανοποίηση βασικών υλικών αναγκών, και ενίοτε σύγκρουση, καθώς ο χρόνος που αφιερώνεται σε μια εξειδικευμένη εργασία από τη μια μεριά και τη μονοσήμαντη και εντατική ανταλλαγή μισθού η κερδών με υλικά αγαθά, δηλαδή του καταναλωτισμού που καλλιεργείται και επιβάλλεται από το οικονομικό σύστημα και της ολοένα συρρικνούμενης διάρκειας και πολλαπλασιασμού ανά μονάδα χρόνου των παραγωγικών κύκλων και των κύκλων αναπαραγωγής του κεφαλαίου που αυτό απαιτεί. Το ζητούμενο έγκειται τελικά στην αναβάθμιση του χρόνου, από άθροισμα ωρών εργασίας και κατανάλωσης για επιβίωση και διαβίωση, σε καιρό, στην ποιοτική αναβάθμιση του χρόνου, στον προβιβασμό τους σε «καιρό», στη διάθεση του χρόνου που απομένει στην πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση του ανθρώπου.

Σημειώσεις για την Ελευθερία - 3 Ατομική και κοινωνική ελευθερία

Στην οποιαδήποτε φάση της ιστορικής εξέλιξης που γεννιόμαστε ερχόμαστε αντίκρυ στη μέχρι τότε συσσωρευμένη γνώση, τεχνολογική στάθμη και επιτεύγματα, και αισθητική εμπειρία της ανθρωπότητας. Ενδεχόμενα, η περίοδος της ζωής μας κινείται παράλληλα με στάδια ταχείας τεχνολογικής ανάπτυξης και αλλαγών, μέχρι και επαναστάσεων, στο πεδίο της γνώσης και της επιστήμης, ενώ, σε άλλες περιπτώσεις, στασιμότητας ή καταστροφικών συγκρούσεων. Στη διάθεση μας, κατά την προσωπική μας ανάπτυξη και ωρίμανση, βρίσκεται ένα συνεχώς ευρυνόμενο σύνολο υλικών αγαθών, καθώς και αγαθών πνευματικής έμπνευσης ή καλλιτεχνικής και πολιτιστικής παραγωγής που ικανοποιεί τις αισθήσεις μας, και των αντίστοιχων (υλικών, πνευματικών και αισθητικών) αναγκών. Ο αναπροσδιορισμός της έννοιας και της πραγμάτωσης της ελευθερίας μπορεί να γίνει σε αυτή τη βάση, δηλαδή με αναφορά στον ματεριαλιστικό και πνευματικό ορίζοντα που ατενίζει κατά τη γέννησή του και τις επιλογές που αυτός ο ορίζοντας θέτει και του παρουσιάζει. Ο ορίζοντας αυτός είναι ταυτόσημος με τον πλούτο της ανθρώπινης κοινωνίας: “...what is wealth other than the universality of individual needs, capacities, pleasures, productive forces etc., created through universal exchange? The full development of human mastery over the forces of nature, those of so-called nature as well as of humanity's own nature? The absolute working-out of his creative potentialities, with no presupposition other than the previous historic development, which makes this totality of development, i.e. the development of all human powers as such the end in itself, not as measured on a predetermined yardstick? Where he does not reproduce himself in one specificity, but produces his totality? Strives not to remain something he has become, but is in the absolute movement of becoming?” [Karl Marx, Grundrisse, Notebook 5: The Chapter on Capital (continuation)]. Αυτός ο πλούτος και η κατανομή και πρόσβασή του θέτει και τα απόλυτα όρια, δηλαδή το αντικειμενικό σύνολο των επιλογών και της ελευθερίας του.

Ορισμένες σημαντικές παρατηρήσεις επ’ αυτού του σημείου... Πρώτον, αυτός ο συσσωρευμένος πλούτος είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας και μόνον αυτής, της σύγχρονης και αυτής των περασμένων γενιών, της συνεργασίας και της σύμπραξης ανθρώπων, το προϊόν της ατομικής έμπνευσης και ικανότητας και ευφυίας από τη μια μεριά, και των παραγωγικής δύναμης της συλλογικής εργασίας και του καταμερισμού της, της συνεργασίας. Είναι η αντικειμενικοποίηση της εργασίας [“objectification of labor”]- χειρωνακτικής και πνευματικής, αλλά στην ουσία της πάντα κοινωνικής, που σε κάθε φάση στηρίζεται στα επιτεύγματα των προηγούμενων γενιών, στους ώμους των ιστορικών κατακτήσεων της ανθρωπότητας. Δεύτερον, η ιστορική τάση είναι η αύξηση, αν και όχι μονοτονική, αν και όχι χωρο-χρονικά ισόμετρη και κοινωνικά ισο-κατανεμημένη, αυτού του πλούτου. Τρίτον, ο χρόνος, η ζωή του ανθρώπου κατανέμεται ούτως ώστε ένα ποσοστό να αφιερώνεται στην εξασφάλιση των αναγκαίων προς την αναπαραγωγή των πνευματικών και σωματικών του δυνάμεων, της αναπλήρωσης της καταναλισκόμενης ενέργειας, της συντήρησής του, και της ανταλλαγής αυτής της εργατικής δύναμης και ενέργειας με ένα μέρος του κοινωνικού προϊόντος (του προϊόντος της εργασίας άλλων) που η συντήρησή και αναπαραγωγή του προϋποθέτει, ένα άλλο ποσοστό στην αύξηση του ατομικού και οικογενειακού του πλούτου, την ανάπτυξη των ικανοτήτων και ταλέντων του, της γνώσης και εμπειρίας του, πέραν του ελάχιστου αναγκαίου για την αναπαραγωγή του. Συνεπώς, ο κοινωνικός πλούτος, ως το όριο και ο ορίζοντας, η ατομική εργασία και κοινωνική συνεργασία ως προϋπόθεση αυτού του πλούτου, από τη μια μεριά, και ο ατομικός χρόνος και η κατανομή του σε απλά αναπαραγωγικό χρόνο, χρόνο ρουτίνας, και σε δημιουργικό χρόνο, χρόνο προσωπικής ανάπτυξης, από την άλλη, γίνονται οι παράμετροι και ορίζουσες της ελευθερίας. Η ατομική και κοινωνική ελευθερία παρατίθενται πλέον σε διαλεκτική σχέση και ενίοτε σύγκρουση.

Ο ορίζοντας αυτός βέβαια δεν είναι ορατός από όλους και από κανέναν σε όλο του το εύρος και βάθος. Έπειτα, οι εν δυνάμει επιλογές, αν και πεπερασμένες κατά τη διάρκεια μιας πεπερασμένης ζωής, ωστόσο είναι αναρίθμητες. Μια ποιοτική τουλάχιστον διατίμηση της ελευθερίας, μπορεί να επιτευχθεί με αναφορά στο εύρος των επιλογών που η αντικειμενική πραγματικότητα και το εγγύς περιβάλλον προσφέρει, τον πλούτο της ειδικής κοινωνίας στην οποίο ο άνθρωπος είναι ενταγμένος, με άλλα λόγια από τον αριθμό των επιλογών, ματεριαλιστικών ή πνευματικών, διαθέσιμων ενώπιον του ατόμου στο συγκεκριμένο χώρο και τόπο. Αυτά, συμπερασματικά, είναι τα δεδομένα: η διαθέσιμη πολιτιστική κληρονομιά και το επίπεδο της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, ως αντικείμενο από την μια μεριά, και το σώμα, ο νούς (ατομικός και σλλογικός-συνεργατικός) και οι αισθήσεις του ζωντανού ανθρώπου, ως υποκείμενο, που η ελευθερία του είναι προς συζήτηση και αναζήτηση.

Το άτομο σε αντίθεση ή αντιπαράθεση με την κοινωνία αποτελεί ταυτόχρονα και μέλος της. Η κοινωνία και οι δυνάμεις της, το κατεστημένο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, με το πολιτικό εποικοδόμημα, διαμορφώνουν ουσιαστικά ή κατευθύνουν, ακόμα και «καταπιέζουν» το άτομο, τις σκέψεις και ενέργειές του. Στέκονται «εκεί», απέναντι, αντίθετες ή τουλάχιστον αδρανείς, και σε περιπτώσεις ελέγχουν καταναγκαστικά την ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου τρόπου σκέψης και πράξης. Για αυτό το λόγο και η έννοια της ελευθερίας, χωρίς τον περιβάλλοντα χώρο, τον κοινωνικό περίγυρο του ανθρώπου, τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή δεν έχει νόημα. Η ανάλυση και διατίμησή της χωρίς κοινωνικές παραμέτρους και συντελεστές, τις δυνάμεις που η σύγχρονή του κοινωνία αναπτύσσει και εξασκεί, ατελέσφορη. Η σχέση κοινωνίας και ατόμου, ωστόσο, έχει δυαδική υπόσταση: πρόκειται περί μιας αντίθεσης (του διαχωρισμού υποκειμένου και αντικειμένου) και ταυτόχρονα ένωσης, είναι στη φύση της διαλεκτική, το άτομο δρα και επιδρά στην κοινωνία και επηρεάζεται αναδρομικά από αυτή. Το άτομο συνιστά την κοινωνία, η συνιστάμενη δράση ατόμων διαμορφώνει τη συλλογική ή κοινωνική συμπεριφορά, και από την άλλη μεριά η κοινωνία προϋποθέτει τη ζωή και την ύπαρξη του ατόμου, τη σκέψη και πρακτική του ως συνισταμένη (από απειροελάχιστη ως καταλυτική), ενώ διαμορφώνει τη ζωή του, το τι σκέφτεται και πως ενεργεί. Το άτομο δεν μπορεί να υπάρξει και να εκφραστεί ως οντότητα χωρίς την κοινωνία, εκφράζεται μέσα από αυτή και σε αυτήν, σε μια διαλεκτική σχέση. Το άτομο είναι "ον πολιτικόν" και κοινωνικό, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Η ελευθερία συνεπώς ως έννοια και εκδήλωση της σκέψης και των αναγκών του ανθρώπου προσδιορίζεται και προϋποτίθεται αφενός από την ιστορική φάση, και αφετέρου από την οικονομική και πολιτιστική πραγματικότητα και τις κοινωνικές δομές και υπερδομές. Αλλά σε κάθε περίπτωση η διατίμηση, ο βαθμός κατάκτησής της από τον άνθρωπο, μπορεί να είναι μόνον ποιοτική και μόνον σχετική, αλλά δυναμικά μεταβαλλόμενη. 

Στις σύγχρονες δημοκρατίες το σύστημα οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων δομείται και συγκροτείται από την κρατική και πολιτική εξουσία. Αυτό είναι το δεδομένο, όπως δεδομένη είναι η παράπλευρη υφιστάμενη ιστορική πραγματικότητα, δηλαδή η φάση της ιστορικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, που είναι βάση για οποιαδήποτε διαφορική αλλαγή. Οι σκέψεις και οι αποφάσεις του διαμορφώνονται από αυτή την εξωτερική πραγματικότητα και τον κύκλο των εμπειριών που έχει αποκτήσει μέσα σε αυτήν, σε χρόνο και χώρο. Το βεληνεκές των ενεργειών και της δράσης του περιορίζεται ή ενισχύεται από τις δράσεις άλλων ατόμων που ενεργούν σε σύγκρουση με αυτές και στα πλαίσια ρυθμίσεων που θέτει το κράτος. Το κράτος και ο εξωτερικός του ατόμου κόσμος θέτει αυτά τα όρια. Τα όρια αυτά είναι εύπλαστα και η ελαστικότητά τους είναι συνάρτηση): (α) του πολιτικού καθεστώτος και, εν γένει, του θεσμικού και πολιτικού εποικοδομήματος, (β) του βαθμού της τεχνολογικής ανάπτυξης κατά τη δεδομένη ιστορική φάση και στη δεδομένη γεωγραφική περιοχή, (γ) της θέσης του ατόμου στη διαδικασία της παραγωγής ή, γενικότερα, στο πλέγμα των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, (δ) της θέση του έθνους στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.

Σημειώσεις για την Ελευθερία - 2 Επαναπροσδιορισμός: ατομικές & κοινωνικές ορίζουσες

Το κύριο θέμα μετατοπίζεται από το τι σημαίνει ή πως ακριβώς (με κάποια προσεχτική επιλογή λέξεων σε μια ή δυο φράσεις) ορίζεται η ελευθερία και η ελεύθερη βούληση. Ένας ορισμός αφαιρετικός και αποκλειστικά ερμηνευτικός-λεξιλογικός ή φορμαλιστικός δεν επαρκεί. Αντίθετα, με γνώμονα μια γενικά αποδεκτή (αντικειμενική) θέση η συζήτηση στρέφεται και εστιάζεται στο πως αυτή η ελευθερία πραγματώνεται∙ πως ενσωματώνεται στην και αντανακλάται από την εξωτερική πραγματικότητα με την οποία το άτομο έρχεται σε αντιδιαστολή, επαφή και συνεύρεση∙ πως διευρύνεται ή συρρικνώνεται στη βάση της σχέσης του με την κοινωνία∙ πως διαμορφώνεται ιστορικά και εξελίσσεται στο χρόνο, δηλαδή παράλληλα με τη ροή της ιστορίας της κοινωνίας και της φύσης. Παρακάμπτουμε εξ αρχής τις αναφορές σε φυσικούς περιορισμούς, όπως η μαθηματική λογική και οι θεμελιώδεις νόμοι της φύσης, αφού αποτελούν έναν κοινό παρονομαστή και ισχύουν για όλους. Κατά δεύτερο λόγο, παρακάμπτουμε περιορισμούς με αποκλειστικά φυσιολογικά, βιολογικά ή παθολογικά χαρακτηριστικά αφού τέτοιου είδους περιορισμοί ή καταναγκασμοί είναι εξατομικευμένοι και αποτελούν την εξαίρεση σε μια γενική νόρμα. Η επιβολή ή αναίρεσή τους αφορούν αποκλειστικά στο άτομο που επηρεάζεται από τις συνθήκες μιας ιδιαίτερης βιολογικής ανάπτυξής του και η απελευθέρωση τους από αυτές είναι ζήτημα προσωπικό, ενώ μπορεί να υποβοηθείται ή επηρεάζεται από επιστημονικά μέσα.

Κατά μια άλλην άποψη, ένας γενικός ορισμός της ελευθερίας σαν τον παραπάνω, όπως και να παραφραστεί, οδηγεί σε ερμηνευτικά και εννοιολογικά προβλήματα, σε απορίες, αντιφάσεις ή συγκρούσεις. Στη διαφορετική προσέγγιση προς μια ποιοτική περιγραφή και αποτίμησή της ελευθερίας, το κύριο ερώτημα που τίθεται, όπως σημειώθηκε, μετατοπίζεται από τί γενικά και οριστικά σημαίνει ελεύθερος άνθρωπος (το αδιέξοδο ενός ορισμού παρακάμπτεται), στο: ο άνθρωπος είναι αντικειμενικά (ως προς τον εξωτερικό από αυτόν κόσμο) ελεύθερος και, κύρια, σε ποιο βαθμό αυτό ισχύει σχετικά με τους συνανθρώπους και το χρόνο; Τι είναι αυτό που καθορίζει τα όρια της ελευθερίας και πως αυτή μεγιστοποιείται, με δεδομένα αυτά τα όρια - φυσικά και ιστορικά; Ή, πως η ελευθερία του ανθρώπου έρχεται σε αντίθεση και συγκρούεται ή πως ενισχύει την ελευθερία του συνανθρώπου του; Πως η ελευθερία αναπτύσσεται σε συνάρτηση των κοινωνικών σχέσεων και της ιστορικής τους διαδρομής;

Η ανάλυση υποβοηθείται από την κατηγοριοποίηση της ελευθερίας σε διάφορες μορφές: ατομική, συντεχνιακή-ομαδική και ταξική, κοινωνική, εθνική και υπερεθνική. Αναγκαστικά, υπεισέρχονται λόγω μιας τέτοιας κατηγοριοποίησης έμμεσες και αντίστοιχες αναφορές σε απελευθέρωση ή υποδούλωση σε κάθε ένα από τα παραπάνω επίπεδα. Η ελευθερία που πηγάζει και καταλήγει στον άνθρωπο - το άτομο ον, ο οποίος βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της αναφοράς μας, η έκφραση της ελευθερίας - μιας ελευθερίας - στην καθημερινή ζωή του, ατομική και κοινωνική-ανταλλακτική, δηλ. σχετική και συγκριτική, διαμορφώνεται και αντιμετωπίζεται αναλυτικά ως διαλεκτική ενότητα των παραπάνω κατηγοριών. Είναι πάντα σχετική και όχι απόλυτη, ενώ κάθε απόπειρα κατηγορηματικού ορισμού της με απόλυτους όρους οδηγεί είτε σε ιδανικές, ουτοπικές μορφές, είτε σε συγκρούσεις. Η ελευθερία είναι μια σχέση που εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές και επίπεδα· του ανθρώπου σε σχέση με άλλους ανθρώπους, του ανθρώπου σε σχέση με την κοινωνία στην οποία είναι ενταγμένος, της τάξης ή έθνους του.

Ξεκινάμε με την παραδοχή ότι η ανθρώπινη κοινωνία και οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της είναι causal (αιτιατές), λειτουργούν ντεντερμινιστικά, με την έννοια ότι η πραγματικότητα και η κατάσταση μιας κοινωνίας (οικονομική, περιβαλλοντική, πολιτιστική, κτλ.), όπως περιγράφεται (στο βαθμό που είναι δυνατό να παρατηρηθεί επαρκώς και να περιγραφεί με λογικές σχέσεις, εργαλεία της στατιστικής, κτλ. στο μέγεθος της πολυπλοκότητας της) είναι καταρχήν αποτέλεσμα της δράσης των μελών της μέσα σε αυτήν, της κοινωνικής (και όχι της ατομικής, εσωστρεφούς και αυτό-αναλισκόμενης) δράσης. Δεύτερον, η επίδραση που έχει ένα άτομο σε ένα άλλο ή σε μια ομάδα ατόμων, και η σχετική ανάλυση συμπεριλαμβάνει γεγονότα και δράσεις μέχρι τη στιγμή που εκτιμάται και αξιολογείται η συγκεκριμένη κατάσταση (causality). (Το αν η πραγματικότητα στην ιστορική της πορεία ακολουθεί μια γενική τάση (pattern) είναι εκτός του θέματός μας. Εκτός θέματός μας είναι επίσης η διαθεσιμότητα ή μη διαθεσιμότητα, και ποιων ακριβώς, ικανών επιστημονικών εργαλείων για μιαν πλήρη και αξιόπιστη περιγραφή της πραγματικότητας και των τάσεων που αναπτύσσονται μέσα από αυτήν.)

Με αφετηρία αυτό το αξίωμα, της αιτιότητας των κοινωνικών φαινομένων, λοιπόν, τίθενται τα παρακάτω ζητούμενα: πρώτον, το κατά πόσο η δεδομένη πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή επηρεάζει, περιορίζει ή απελευθερώνει, τη βούληση του ανθρώπου εφεξής∙ δεύτερον, ο βαθμός που η προϋποτιθέμενη δράση του ατόμου (στη βάση της βούλησης που άσκησε στο παρελθόν) έχει επιδράσει στην πραγματικότητα τη δεδομένη στιγμή. Το τελευταίο θα είναι και το ποιοτικό μέτρο της βούλησής του.

Το επιπλέον βέβαια πρόβλημα, εξίσου σημαντικό, που παρουσιάζεται είναι το κατά πόσο ο άνθρωπος έχει αντίληψη, συνείδηση και γνώση της πραγματικότητας που τον περιβάλλει, ούτως ώστε με βάση αυτή τη συνείδηση και επίγνωση να διαμορφώσει τη σκέψη και δράση του ανάλογα. Άρα ο βαθμός της ανθρώπινης βούλησης ανά πάσα στιγμή, δηλ. ο βαθμός που αυτή επιδρά στην αντικειμενική πραγματικότητα, είναι συνάρτηση της συνείδησης και γνώσης.

Η κοινωνική διάσταση και η συνάρτηση της ατομικής ελευθερίας από τα κοινωνικά φαινόμενα, αποδίδεται στον Μαρξ. Αν και τέτοιες αναφορές στην ελευθερία και ελεύθερη βούληση, ως αυτόνομης έννοιας ή κατηγοριοποιημένης είναι περιορισμένες στο έργο, ωστόσο έχουμε ως κατάληξη και αρχή κάθε μαρξιστικής κοινωνικής ανάλυσης τα εξής: "Only within the community has each individual the means of cultivating his gifts in all directions; hence personal freedom becomes possible only within the community. (MECW, 5:78)” και "... we shall have an association, in which the free development of each is the condition for the free development of all. (MECW, 6:506)". Το ερώτημα επομένως ανάγεται στην αξιολόγηση αυτών των κοινωνικών σχέσεων σε κάθε φάση της ιστορίας, με δεδομένη την ένταξη και ύπαρξη του ατόμου σε αυτήν, την συνύπαρξή του, όπως ειπώθηκε, με τους συνανθρώπους του. Και βέβαια, στον πυρήνα αυτών των σχέσεων βρίσκεται η παραγωγή και η εργασία∙ η ικανοποίηση των ματεριαλιστικών και αισθητικών αναγκών του ανθρώπου.

Σημειώσεις για την Ελευθερία 1 - Εισαγωγικές Σκέψεις

Μαθαίναμε από νωρίς στη ζωή μας ότι η ελευθερία μου, η ελευθερία σου, αυτή του συνανθρώπου μας, μιας ανθρώπινης κοινωνίας ή έθνους, είναι ένα πολύτιμο αγαθό, ίσως αδιάρρηκτο με την ύπαρξή μας, αναπόσπαστο της οντότητας μας∙ ότι σκοπός ενός σκεπτόμενου ανθρώπου είναι ο καθημερινός αγώνας για την κατάκτηση και τη διεύρυνσή της. Έρχονται αναπόφευκτα στιγμές στη ζωή μας, ολοένα και πιο συχνά καθώς τα χρόνια περνούν, που διερωτόμαστε αν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, αν βιώσαμε μια ελεύθερη ζωή∙ τι βαθμό ελευθερίας κατακτήσαμε και στα χρονικά περιθώρια που απομένουν, αν υπάρχει η μια προτελευταία, τελευταία δυνατότητα ή δοθεί η ευκαιρία να την διευρύνουμε στα απώτερα άκρα που προσφέρει ο κόσμος γύρω μας και η ιστορική στιγμή που ζούμε. Το ερώτημα είναι αποκλειστικά υπαρξιακό, συνδέεται με τα ελάχιστα εναπομείναντα φιλοσοφικά ερωτήματα στα οποία καλούμαστε να δώσουμε μια σαφή απάντηση: αν η ζωή και η ύπαρξή μας στον κόσμο δικαιολογείται, αν η ζωή μας αξίζει όπως τη ζήσαμε και αν εξακολουθεί να αξίζει να τη ζούμε. Μοιραία, λοιπόν, στην αντανάκλαση του το ερώτημα θέτει ένα άλλο, περισσότερο θεμελιακό, προϋπόθεση για μια απάντηση στο πρώτο: τι είναι ελευθερία και με ποια κριτήρια και σταθμά μπορούμε να αποφανθούμε αν τελικά και σε ποιο βαθμό την κατακτήσαμε. Μια σειρά σημειώσεων επιχειρούν, μάλλον με ασήμαντες πιθανότητες επιτυχίας, να απαντήσουν σε αυτό το θεμελιακό ερώτημα.

Ξεκινώντας από έναν γενικό (λεξιλογικό) ορισμό της ελευθερίας ή της ελεύθερης βούλησης, όπως λένε, και ας είναι δεδομένο το ανθρωπιστικό και οντολογικό επίκεντρο αυτών των σκέψεων: ελευθερία ή ελεύθερη βούληση είναι η δυνατότητα ή ισχύς (power) του ανθρώπου να σκέφτεται και να πράττει χωρίς εξωτερικούς από τον εαυτό του περιορισμούς. Αν και η ελεύθερη βούληση per se είναι μια εκ γενετής ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, ο γενικός της ορισμός παρουσιάζει τα παρακάτω προβλήματα: (α) η φαινομενική διαχρονικότητά και στατικότητα του οδηγεί σε αντιφάσεις, καθώς εξωτερικοί περιορισμοί, υπήρχαν και θα υπάρχουν, η φύση και το μέγεθός τους διέφερε στις διάφορες φάσεις της ιστορίας (β) πρόκειται (δικαιολογημένα για το σκοπό που εξυπηρετεί) περί αφαίρεσης και εξιδανίκευσης, οδηγεί σε μια διαζευκτική σχέση θέσης και αντίθεσης: η ελευθερία ορίζεται όχι ως κάτι εφικτό, αλλά ως κάτι ιδανικό, αφού ο άνθρωπος θα έρχεται πάντα αντιμέτωπος με “περιορισμούς” που είτε θα ξεπερνά, είτε θα υποτάσσεται και καταπιέζεται από αυτούς; (γ) η ελεύθερη βούληση εξατομικεύεται, δηλαδή αφορά αποκλειστικά το άτομο ως υποκείμενο, κλειστό στον εαυτό του, και δεν συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις του με του συνανθρώπους του.

Ο αυτοπροσδιορισμός του ως ελευθέρου ή ο προσδιορισμός του βαθμού της ελεύθερης βούλησης που διαθέτει από τον ίδιο είναι μια υποκειμενική, εσωστρεφής κρίση που αυτοεξαντλείται, αφού σε τέτοια περίπτωση η ελευθερία δεν μετρείται με αντικειμενικά σταθμά, ούτε χρησιμοποιείται κάποιοι σημείο αναφοράς για σύγκριση ή την ποιοτική αποτίμησή της: "... τhe unmistakable intuition of virtually every human being that he is free to make the choices he does and that the deliberations leading to those choices are also free flowing." [Gregg D. Caruso, 2012]. Το ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο ή περισσότερο ελεύθερο είναι φράση χωρίς αντικείμενο και, συνεπώς, χωρίς νόημα. "Feelings or intuitions per se never count as self-evident proof of anything..." [T W Clark, 1999] Η ελευθερία του υποκειμένου και ο βαθμός ή ποιότητά πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζεται και προσδιορίζεται αντικειμενικά. Κατά δεύτερο λόγο, αυτή η μέτρηση ή ποιοτική αποτίμηση μπορεί μόνο να επιτευχθεί μέσω της σχέσης και αλληλεπίδρασης με άλλους και των αποτελεσμάτων στον ίδιο και τους άλλους, δηλαδή διαμέσου της κοινωνικής σχέσης και σύγκρισης. Μια σκέψη ή πράξη που διαγράφει την τροχιά ενός κύκλου γύρω από το άτομο, χωρίς σχέση επίδρασης με τους άλλους, την άμεση κοινότητα ή την κοινωνία, μια βόλτα στο πάρκο ή η ικανοποίηση βασικών αναγκών αυτοσυντήρησης, δεν εντάσσεται στη γενική συζήτηση περί ελεύθερης βούλησης, καθώς δεν θέτει ή δεν αγγίζει οποιαδήποτε εξωτερικά όριο, εξαντλείται στον εαυτό της.