Sunday, December 18, 2016

Κράτος και Κοινωνία των Πολιτών - 3 Το κράτος εν Κράτει

Εν πάση περιπτώσει, οι οργανισμοί που συνιστούν την κοινωνία των πολιτών (με εξαίρεση ίσως πολυεθνικές εταιρίες ή κάθε λογής υπερεθνικές οργανώσεις) λειτουργούν μέσα στα πλαίσια του Κράτους, υπό την επιτήρηση, ρύθμιση (μικρή ή μεγάλη), και πολλές φορές καθοδήγηση ή «ηγεμονία» της πολιτικής κοινωνίας (ή του κράτους ή της πολιτικής εξουσίας). Με άλλα λόγια, εντάσσονται και υποτάσσονται σε ένα καθεστώς δικονομικό και «τάξης» ή rule of law, κινούνται στα όρια ενός πολιτεύματος και συστήματος πολιτικής εξουσίας, που η πολιτική κοινωνία διαμορφώνει, ρυθμίζει και μεταρρυθμίζει. ‘Όπως γράφηκε παραπάνω, κάθε συγκεκριμένο καθεστώς διακυβέρνησης έχει ιστορικά αναδειχθεί από την κοινωνία των πολιτών είτε με τη συγκατάβαση, είτε με εξαναγκασμό των τάξεων της, είτε και διαμέσου της υποταγής ορισμένων από αυτές σε άλλες, είτε δια της επιβολής έξωθεν ή άνωθεν, και στέκεται, ως υπερδομή, πάνω στα θεμέλια του οικονομικού συστήματος και των οικονομικών στρωμάτων και τάξεων που αυτό το σύστημα διαμορφώνει. 

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πολιτική κοινωνία ως απαρτιζόμενη κυρίως από στελέχη της διανόησης (επαγγελματικής και γραφειοκρατικής) κατά κανόνα προερχόμενα από τα ανώτερα ή κυρίαρχα οικονομικά στρώματα, εμφανίζεται στη συνείδηση αυτών των στελεχών της πολιτικής κοινωνίας και εξουσίας, που έχουν αναλάβει το ρόλο της ρύθμισης και εξισορρόπησης  των αντιθέσεων και τάσεων που αναπτύσσονται εντός της κοινωνίας και της διαχείρισης του συστήματος, που εγγυώνται την ισορροπία του κοινωνικο-οικονομικού status quo γενικότερα, ως κάτι απόλυτο και αυτόνομο, απέναντι και υπεράνω της κοινωνίας των πολιτών ή του «λαού». Στην πραγματικότητα, βέβαια, πρόκειται περί μιας αμφίδρομης και δυναμικής σχέσης, μιας σχέσης πάρε-δώσε ανάμεσα στο πολιτική κοινωνία και αυτήν των πολιτών. Η αναγνώριση πλέον του κράτους (της πολιτικής κοινωνίας) και της πολιτικής εξουσίας ως ξεχωριστής «κοινωνίας» ή «τάξης» αποδίδει σωστά σε αυτήν την πολιτική εξουσία τα χαρακτηριστικά μιας αυτόνομης ομάδας ή τάξης.  Επίσης, με τα μέλη αυτής της κοινωνίας προερχόμενα κατά κανόνα από ανώτερα στελέχη πολιτικών κομμάτων και πλαισιωμένα από επαγγελματικά στελέχη πολιτικών οργανισμών (υπουργείων, κτλ.) και δικαστικών αρχών και αστυνομικών-αμυντικών οργανισμών, αποκτά και έχει τα χαρακτηριστικά μιας τάξης, που ενώ εκ πρώτης όψεως «υπηρετεί» την κοινωνία των πολιτών και υποτάσσεται στο rule of law, ταυτόχρονα μπορεί να ενεργεί αυτόνομα,  εντός πάντα ενός πολιτικού συστήματος που την παράγει και αναπαράγει, να εξυπηρετεί ίδιους σκοπούς και συμφέροντα (συμπεριλαμβανομένων οικονομικών και συναφών προνομίων), να αναπτύσσει οργανικά γραφειοκρατικές δομές και να εξειδικεύει και επεκτείνει τα πλοκάμια διαχείρισης, να μορφώνεται πολλές φορές σε μια νεποτιστική κάστα με περιορισμένη προοπτική ανανέωσης της με μέλη από ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας ή, τέλος, να διαπλέκεται και να αναζητεί οπορτουνιστικές συμμαχίες με ομάδες και πρόσωπα και στρώματα της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να συντηρεί το ρόλο και τα προνόμιά της. 

Εκ των πραγμάτων και των δεδομένων αντιθέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας και της ανάπτυξής της, και ιδιαίτερα του ρόλου και του χαρακτήρα της μικρής και μεγάλης ιδιοκτησίας από φυσικά πρόσωπα μέλη της, ο ρόλος τους κράτους και της πολιτικής εξουσίας (νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής, κατασταλτικής-αστυνομικής, στρατιωτικής) στον πυρήνα του, είναι πολλαπλός και κρίσιμος – αναγκαίος για τη διατήρηση της οικονομικής βάσης και καθεστώτος και των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων εντός της κοινωνίας και την άμβλυνση των αντιθέσεων που αναπτύσσονται. Κατ’ αρχήν, με δεδομένες τις ανισότητες  που η διανομή, αναδιανομή και κατανομή του πλούτου συνεπάγεται, με τη διαμόρφωση στρωμάτων και τάξεων με διαφορετικά χαρακτηριστικά, συλλογική βούληση και προοπτική, με δεδομένη την πολλές φορές εκρηκτική ανομοιογένεια της κοινωνίας των πολιτών, το κράτος λειτουργεί ως όρος και προϋπόθεση συνοχής μια κοινωνίας, της σύμπραξης και συνεργασία στρωμάτων στην παραγωγική διαδικασία και, συνεπώς, ως μια από τις αναγκαίες συνθήκες παραγωγής πλούτου: διαφορετικά η κοινωνία θα είχε διαλυθεί υπό το βάρος της σύγκρουσης ομάδων και τάξεων με διαφορετικά, αποκλίνοντα έως αντίθετα συμφέροντα και συλλογική θέληση. Λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως διαμεσολαβητής και συμβιβαστής, ως ο ιστορικά νομιμοποιημένος μεσάζων στην επιβολή ή επικράτηση ως κυρίαρχης της βούλησης μιας κοινωνικής ομάδας ή ως μέσο μετριασμού και άμβλυνσης μιας συγκεκριμένης δύναμης (ή συλλογικής θέλησης) ή ως μέσο αντίδρασης προς την εξουδετέρωσης αυτής της θέλησης ή, άλλες φορές χωρίς προσχήματα και με στήριγμα πάντα την ιστορική νομιμοποίησή της, ως μοχλός επιβολής ρυθμίσεων προς όφελος μιας ή περισσότερων κοινωνικών ομάδων και εις βάρος άλλων. Πρώτος και κύριος λόγος ανάδειξής και ύπαρξής του κράτους, λοιπόν, είναι η επιτήρηση της ταξικής κοινωνίας πολιτών, ο μετριασμός και εξισορρόπηση των αντιθέσεων και συγκρούσεών εντός της, χωρίς αυτός να θίγει ουσιαστικά τις καθεστηκυίες οικονομικές σχέσεις, οι οποίες και βρίσκονται στη ρίζα αυτών των αντιθέσεων. 

To νομοθετικό-δικαστικό σύστημα της πολιτικής εξουσίας βρίσκεται στο επίκεντρο του ρόλου του. Ο νόμος και το «κράτος δικαίου» επιβάλλεται στη κοινωνία στο σύνολό της, ενώ η κοινωνία των πολιτών παρουσιάζεται μπροστά στο νόμο ως μια ομοιόμορφη μάζα, το κάθε άτομο εμφανίζεται ως «ίσο» απέναντι στο νόμο. Ο νόμος δημιουργεί έναν κοινωνικό κομφορμισμό, ενώ παράλληλα επιχειρεί να προσαρμόζει και ευθυγραμμίζει τη θέληση και απαιτήσεις ατόμων και ομάδων σε μιαν κατεύθυνση που αυτός ο νόμος θα ορίζει.  Σε αυτό το πλαίσιο και σχέδιο, νομοθετικό και κατ’ επέκταση εκτελεστικό (δηλαδή, διαχειριστικό και διαμεσολαβητικό), εντάσσονται η επεξεργασία και οι ρυθμίσεις σε θέματα καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εργασιακών σχέσεων, η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, και κυρίως η αναδιανομή του πλούτου που η κοινωνία παράγει διαμέσου της φορολόγησης και της διαχείρισης του συστήματος υγείας, κοινωνικής ασφάλειας και πρόνοιας, εκπαίδευσης (συνήθως ως παρεμφερούς και συμπληρωματικού των αντίστοιχων ιδιωτικών-κεφαλαιοκρατικών συστημάτων). 

Βέβαια, το νομοθετικό έργο και κατ’ επέκταση η πρακτική εφαρμογή των κατευθύνσεων που ένας νόμος σε συνδυασμό με την μακροοικονομικού επιπέδου πολιτική υπαγορεύει, προσαρμόζονται (οφείλουν να προσαρμόζονται!) στην και ευθυγραμμίζονται με την εκάστοτε οικονομική πραγματικότητα και τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες. Διαφορετικά, ο νόμος που κατά μέτωπο συγκρούεται με βασικές λανθάνουσες οικονομικές δυνάμεις, γίνεται μη αποτελεσματικός και ατελέσφορος ή και μη εφαρμόσιμος. Αυτή η δυναμικά  και διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, αποτέλεσμα ενός ντόπιου και παγκοσμίου πλέγματος οικονομικών σχέσεων και δυνάμεων, συνεπάγεται την προσωρινότητα των νομοθετικών και διαχειριστικών παρεμβάσεων του κράτους στην κοινωνία των πολιτών που επιτηρεί, αλλά και κυρίως των μεθόδων πολιτικής πρακτικής. Η αποτελεσματικότητα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και, σε τελική ανάλυση, της διαχειριστικής ή (διαφορικά) μεταρρυθμιστικής πολιτικής στη διαμόρφωση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων εντός ενός Κράτους είναι ανάλογη της οικονομικής ισχύος αυτού του Κράτους και της θέσης του σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα παραγωγής και καταμερισμού εργασίας και του βαθμού της εξάρτησης του Κράτους από αυτό. 

Στους αιώνες που μεσολάβησαν από τη βιομηχανική επανάσταση και τις διάφορες συνακόλουθες επαναστάσεις πολιτικού χαρακτήρα, η πολιτική μέθοδος και πρακτική έχει υποστεί μεταμορφώσεις και έχει λάβει διάφορες μορφές και παραλλαγές, συνήθως ενώπιον οικονομικών κρίσεων και υφέσεων και της όξυνσης αντιθέσεων μεταξύ στρωμάτων και τάξεων, που συνήθως συμβαδίζουν με τις οικονομικές κρίσεις, ή των τριβών και αντιθέσεων μεταξύ χωρών για χάρη πρόσβασης σε πρώτες ύλες και αγορές. Οι πρακτικές αυτές, στα αρχικά κυρίως στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, χαρακτηρίζονταν πρωταρχικά από το μέγεθος του παρεμβατισμού στην εθνική οικονομία διαμέσου μιας εθνικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής και από θέματα ρυθμίσεων του εμπορίου και συναλλαγών με άλλα Κράτη: το επίπεδό της πολιτικής πράξης κυμαινόταν ανάμεσα στο κράτος-«νυχτοφύλακα» σε οικονομικά καθεστώτα laissez-faire ή διαφόρων σχετικών βαθμών οικονομικής απορρύθμισης, σε παρεμβατικά κράτη (με την εφαρμογή κεϋνσιανικών προτάσεων στην οικονομία), developmental state στη βάση μακροοικονομικού σχεδιασμού και προστατευτισμού, προστατευτισμού ή και απομόνωσης ή κεντρικού σχεδιασμού σε «σοσιαλιστικές» ή μικτές οικονομίες, κτλ. Σε κάθε περίπτωση ο ρόλος του κράτους ως προς την εθνική οικονομία διαμορφωνόταν σε ad hoc ιστορική-γεωγραφική βάση, και οι εφαρμοζόμενες τεχνικές είχαν πρόσκαιρο και προσαρμοστικό χαρακτήρα, αναιρούνταν ή μεταλλάσσονταν ανάλογα με το χαρακτήρα των μη προβλέψιμων οικονομικών αναστροφών και των εκάστοτε προβλημάτων που απαιτούσαν αντιμετώπιση (ανεργία, πληθωρισμός-αποπληθωρισμός, χρέη και ελλείμματα, παραγωγικότητα, χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, υπερπληθυσμός ή υπογεννητικότητα, κτλ.) ή στις τεχνολογικές επαναστάσεις που λαμβάνουν χώρα σε τυχαίες περιόδους στην ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Το κράτος, λοιπόν, από ρυθμιστής των ιστορικών εξελίξεων και της πορείας του Κράτους που υπηρετεί και εκπροσωπεί, και ο φαινομενικά ισχυρός παράγοντας μεταρρυθμίσεων και αλλαγής (όπως, τουλάχιστον, εμφανίζεται στη συνείδηση της πολιτικής κοινωνίας) μετατρέπεται σε έρμαιο αυτών των δυνάμεων, καθώς αδυνατεί να αναλύσει τις συνέπειές τους στην οικονομία και τη ζωή της κοινωνίας των πολιτών· στην καλύτερη περίπτωση, αντιδρά αντανακλαστικά και με διαφορικές, πρόσκαιρες ρυθμίσεις στα τεκταινόμενα γύρω του, με μικρές δυνατότητες επηρεασμού και μετριασμού των συνεπειών αυτών των δυνάμεων (παραδείγματος χάριν, των συνεπειών μιας οικονομικής κρίσης, μια φυσικής καταστροφής, της πολιτικής προς μια κατεύθυνση ενός ισχυρότερου Κράτους, κτλ.), στην χειρότερη παραμένει ένας παθητικός θεατής και ξεπερνιέται γρήγορα από τις καταστάσεις που υποτίθεται επηρεάζει και μετασχηματίζει. Είναι οι στιγμές που το κράτος, η πολιτική εξουσία, αποκαθηλώνεται μπροστά στα μάτια των πολιτών ή χάνει ένα μεγάλο μέρος νομιμοποίηση της κοινωνίας· είναι και οι πλέον ακραίες στιγμές που αυτοαπομονώνεται στην αδυναμία του, αποκόπτεται από την κοινωνία, γίνεται εσωστρεφές, αντιδραστικό και αυταρχικό, στην προσπάθεια αυτοσυντήρησής του· είτε, στις περιπτώσεις ισχυρότερων Κρατών, αναζητεί διεξόδους και λύσεις, πολλές φορές τυχοδιωκτικές και βίαιες, έξω από τα όρια της επικρατείας του. 

Sunday, December 4, 2016

Κράτος και Κοινωνία των Πολιτών - 2 Η κοινωνία των πολιτών: τι είναι;

Αλλά τι ακριβώς αντικατοπτρίζει η κοινωνία των πολιτών σε μια αστική κοινωνία (ή, καλύτερα μετά-αστική, μετά- βιομηχανική, με την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας, την ολοένα βαθύτερη κοινωνικοποίησή της, την πολυδιαβάθμιση των διάφορων οικονομικών στρωμάτων, την πολυπολιτισμικότητα και κατακερματισμό των παραγωγικών ρόλων εντός της ίδιας εισοδηματικής κατηγορίας, την πολυδιάσπαση της μεσαίας και εργατικής τάξης) που συνυπάρχει με άλλες κοινωνίες σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα παραγωγικών και πολιτικών σχέσεων; Ο όρος prima facie υποδηλώνει μια ομοιόμορφη ενότητα ισοδύναμων ατόμων-μελών («πολιτών») αυτής της κοινωνίας-σώματος. Η χρήση της αφηρημένης έννοιας «λαός», η δήθεν πρόταξη «λαϊκών συμφερόντων» ή αυτή καθαυτή η αναγνώριση κάποιου «λαϊκού κινήματος», συνήθως από δημαγωγούς πολιτικούς ή κόμματα, παραπέμπει και συνδέει της έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» σε ένα ομοιόμορφο μίγμα, μια μάζα πολιτών με συναφείς αν όχι ομοιογενείς προσδοκίες, συμφέροντα και συνιστάμενη θέληση. Μια τέτοια χρήση-κατάχρηση του όρου είναι παραπλανητική και αποκρύβει την ουσία αυτού που καλούμε κοινωνίας των πολιτών. 

Ας ξεκινήσουμε και πάλι από την τοποθέτηση του Gramsci. Η κοινωνία των πολιτών συνίσταται από οργανισμούς και μικροοργανισμούς, σχετικά αυτόνομους, με καθεστώς ιδιοκτησίας ατομικό ή οικογενειακό ή δημόσιο με την έννοια της οργάνωσης τους, που λειτουργούν ωστόσο στα πλαίσια του Κράτους – ή τελευταία στα όρια υπερεθνικών οργανισμών όπως η ΕΕ. Οι οργανισμοί αυτοί αναπτύσσονται κατακόρυφα (ανώνυμες εταιρίες, σχολεία και πανεπιστήμια, εκκλησία, τοπικοί και πολιτιστικοί και αθλητικοί σύλλογοι, κτλ.) ή οριζόντια (αυτόνομες οικογενειακές επιχειρήσεις, συνδικάτα, συντεχνίες, επιμελητήρια, κτλ.) Σε περιπτώσεις όπως τα πολιτικά κόμματα ενσωματώνουν εντός του κατασκευάσματός τους τόσο οριζόντιες, όσο και κατακόρυφες δομές της κοινωνίας, αλλά  διαμέσου μία διαρκώς μεταλλασσόμενης και δυναμικής διαδικασίας, μια τέτοια ενσωμάτωση (ή και αποκοπή) ομάδων και στρωμάτων γίνεται σε αντιστοίχιση με το πολιτικό πρόγραμμα τούτων των κομμάτων και της ηγεσίας τους ή απλά ακολουθώντας το πρόγραμμα και την πρακτικής αυτής της ηγεσίας. 

Οι κατακόρυφα αναπτυγμένοι οργανισμοί (όπως για παράδειγμα μια ανώνυμη εταιρία) είτε φέρουν και συμπυκνώνουν εντός τους, είτε καλούν σε συνεργασία και σύμπραξη πολίτες από διάφορα οικονομικά στρώματα και όχι κατ’ ανάγκη συγκλίνοντα συμφέροντα, και αποβλέπουν σε διαφορετικούς σκοπούς (όπως για παράδειγμα φοιτητές από διαφορετικά οικονομικά στρώματα σε ένα πανεπιστήμιο ή μέτοχοι, διευθυντές και εργατοϋπάλληλοι σε μια επιχείρηση). Σε αντίθεση με τους οριζόντιους οργανισμούς (όπως για παράδειγμα συντεχνίες και συνδικάτα) που βασίζονται στη συμμετοχή και σύμπραξη πολιτών με ομοειδείς προσδοκίες και συμφέροντα και οι οποίες δύνανται να επεκταθούν σε αυτοδύναμη, συλλογική θέληση και πράξη. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η «κοινωνία των πολιτών», που δημαγωγικά ή λαϊκίστικα ή προς την εξυπηρέτηση πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων συχνά ταυτίζεται σε μια ομοιογενή μάζα, το «λαό», στην ουσία και στο σύνολό της απαρτίζεται από άτομα, ομάδες, στρώματα και τάξεις, που αφενός διαφοροποιούνται οικονομικά, εισοδηματικά και ως προς το ρόλο που διαδραματίζουν στην οικονομική και παραγωγική διαδικασία, και αφετέρου καρπώνονται ανισόμετρα τον πλούτο που η κοινωνία παράγει και υφίστανται σε διαφορετικούς βαθμούς (ποσοτικά από μονεταριστική άποψη και αυξομείωσης του πλούτου, και ποιοτικά δια της κοινωνικής κινητικότητας, απασχόλησης, κτλ.) τα αποτελέσματα οικονομικών υφέσεων και κρίσεων. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουν με διαφορετικές, πολλές φορές αποκλίνουσες προοπτικές την ιστορική πρόοδο, προσβλέπουν σε διαφορετικές εκδοχές της κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης, αντιδρούν ή συναινούν σε προτεινόμενες ρυθμίσεις διαδικαστικής και διαχειριστικής φύσεως, ανάλογα με τις προσδοκώμενες συνέπειες στην ποιότητά της ζωής τους. 

Saturday, December 3, 2016

Κράτος και Κοινωνία των Πολιτών - 1 Κράτος & κράτος (πολιτική κοινωνία ή εξουσία) & η διαλεκτική σχέση με την κοινωνία

Την έννοια του σύγχρονου Κράτους την αντιλαμβανόμαστε συνήθως ως ένα σύνολο πολιτικών και γραφειοκρατικών, νομικών, δικαστικών, κατασταλτικών και σωφρονιστικών δομών, συστημάτων άμυνας και ασφάλειας, υποσυστημάτων εκπαίδευσης, υγείας και κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, δημόσιων υλικών υποδομών, το οποίο εγείρεται υπεράνω μιας κοινωνίας και της οικονομίας της· μιας κοινωνίας με σχετικά ομογενή εθνικά χαρακτηριστικά, όπως φυλετικές καταβολές, γλώσσα, αρκετές φορές θρησκεία, ή και την τυπική, και προϋποθέτει την κομφορμιστική υπακοή σε ένα σύμβολο-μονάρχη ή την καταναγκαστική σε έναν δικτάτορα ή, συνήθως, την αποδοχή ενός αντιπροσωπευτικού, αστικοδημοκρατικού συστήματος, όπως αυτό υπαγορεύεται στις τυπικές του λεπτομέρειες από ένα σύνταγμα· το Κράτος με την παραπάνω γενική του σημασία είναι οριοθετημένο γεωγραφικά, και συνυπάρχει με άλλα Κράτη. Με μια σχετική έννοια το Κράτος-Έθνος, η χώρα, αναγνωρισμένη μερικώς ή παγκοσμίως, αντιστοιχεί πλήρως στο οριοθετημένο Κράτος. Το Κράτος είναι η πλήρης έκφραση της κοινωνίας εντός του, δηλαδή των πολιτών από τους οποίους απαρτίζεται και των οποίων, στην εξελιγμένη αστικοδημοκρατική μορφή των δυτικών κοινωνιών τουλάχιστον, δικαιώματα και υποχρεώσεις ρητά υπαγορεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους του. Σε εξαιρετικές μορφές δικτατορικών ή παρεμφερών καθεστώτων τέτοια δικαιώματα και υποχρεώσεις επιβάλλονται και «εγγυώνται» κατά το δοκούν από μιαν μη αντιπροσωπευτική αρχή και εξουσία. Το Κράτος με αυτήν την κοινή έννοια που του αποδίδουμε είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη ύπαρξης, το sine qua non της κοινωνίας. 

Μια περισσότερο αναλυτική (διαλεκτική) προσέγγιση της έννοιας του Κράτους οδηγεί στη διαπίστωση ότι αυτή η εξίσωση (ή λογική σχέση ισοδυναμίας) που ουσιαστικά ταυτίζει (ή ισοδυναμεί) το κράτος με το έθνος-χώρα και την κοινωνία των πολιτών εντός των ορίων της είναι απλουστευτική. Το πρώτο βήμα στην αποσύνθεση της έννοιας του Κράτους  – δηλαδή αυτής της  φαινομενικά συμπαγούς και αδιάρρηκτης ενότητας ή σύνθεσης (που από μία άποψη επιβλήθηκε ως “false conscience  του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος πάνω στο οποίο έχει ιστορικά οικοδομηθεί) του έθνους- κοινωνίας και της εξουσίας επιχειρήθηκε από τον Gramsci: το κράτος (με μικρό ‘κ’ τώρα) πλέον αντιστοιχίζεται σε και αντιμετωπίζεται ως μια αποκλειστικά πολιτική οντότητα (φαινόμενο) και κοινωνία (political society). Αυτό το κράτος, λοιπόν, σε συνδυασμό με ένα συμπαγές, κεντρικό σύστημα δομών εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας στην κορυφή του, όχι απαραίτητα αυτόνομων, κατ’ επέκταση και προέκταση ορίζει και ελέγχει υποσυστήματα (όπως της άμυνας, αστυνόμευσης, κοινωνικής ασφάλισης, υγείας και εκπαίδευσης, κτλ.) και έχει υπερυψωθεί και επιβληθεί (είτε με αστικοδημοκρατικές, φορμαλιστικές διαδικασίες, είτε με εξαναγκασμό και βία, αλλά πάντα ως αποτέλεσμα ιστορικών διεργασιών) με τη συγκατάβαση και συμφωνία των κυρίαρχων οικονομικά τάξεων και, στις περισσότερες σύγχρονες ιστορικά εκδοχές του, διαμέσου κάποιου ιστορικού συμβιβασμού κυρίαρχων και υποτελών τάξεων και στρωμάτων ή ομάδων που ακολουθεί μιαν οικονομική κρίση ή έναν πόλεμο. 

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτή η διάκριση, ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία και την κοινωνία των πολιτών είναι απλά μεθοδολογική και όχι οργανική. Με άλλα λόγια, πρόκειται περί μιας διαλεκτικής σχέσης δύο φαινομενικά διακριτών στοιχείων, σχέσης αλληλεξάρτησης, αλληλοεπίδρασης, συμπλοκής και διαπλοκής· το Κράτος αναγκαία υφίσταται ως ενότητα και ώσμωση των δύο (του κράτους, δηλαδή της πολιτικής κοινωνίας ή εξουσίας και της κοινωνίας των πολιτών), η ενότητά τους είναι αδιάσπαστη και το ένα δεν μπορεί να υπάρξει δίχως το άλλο· το Κράτος από μια χεγκελιανή άποψη είναι η διαλεκτική ενότητα της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών. Στη πολιτική κοινωνία ή κράτος, λοιπόν, αποδίδεται μια στενότερη σημασία από αυτήν του Κράτους. Το Κράτος υφίσταται ως σύνθεση της υπερδομής που αποκαλούμε πολιτική κοινωνία (ή απλά κράτος) από τη μια μεριά, και της κοινωνίας των πολιτών από την άλλη. Το κράτος προϋποθέτει την κοινωνία των πολιτών· η κοινωνία των πολιτών αναδεικνύει ή αποδέχεται το κράτος ή, σε πολλές περιπτώσεις, υποτάσσεται αναγκαστικά (δια του εξαναγκασμού και της βίας σε μια δικτατορία, κομματική φράξια, κτλ.) σε αυτό.

Sunday, September 11, 2016

Το Ζήτημα της Μεθόδου - 4 Η Διαλεκτική Αναβάθμιση της Λογικής


H πολυπλοκότητα, έως και το αδύνατον, του εγχειρήματος -αυτού της ανάλυσης των νόμων και σχέσεων που διέπουν τη λειτουργία των οργανισμών των Όντων, της Φύσης, των Κοινωνιών και της Ιστορίας τους, είναι προφανής και αυτονόητη. Στην περίπτωση των ανθρώπινων κοινωνιών, η πορεία προσέγγισης προς την ουσία [essence] των «πραγμάτων», η συγκρότηση και διαμόρφωση εννοιών [notions] και ιδεών, η πορεία που ξεκινά από τη σύλληψη από τον ανθρώπινο νου, με την εμπειρία και την παρατήρηση, των φαινομένων και των σχέσεων τους, των αντικειμένων του υπαρκτού κόσμου, διαμέσου της κρίσης και συλλογισμού σε ιδέες και επαληθεύσιμους (από την πράξη και το πείραμα) νόμους για τις σχέσεις και κίνηση αυτών των αντικειμένων της συνείδησης, είναι μια διαρκής και εξίσου επίπονη διαδικασία. Και αυτό παρά τα διαθέσιμα τεχνολογικά εργαλεία (παρατήρησης, υπολογισμού, μετάδοσης της πληροφορίας, κτλ.) που ο ανθρώπινος νου επινόησε, εφαρμόζει και συνεχώς βελτιώνει. Με δεδομένους τους ρυθμούς εμφάνισης και εξαφάνισης φαινομένων, της επέκτασης των δικτύων τους σε ολοένα και ευρύτερα γεωγραφικά πλάτη, τους πολλαπλούς βαθμούς αλληλεξάρτησης τους, την τυχαιότητα στο χρόνο που διακρίνει επιστημονικές ανακαλύψεις, την υστέρηση της ιστορικής έρευνας σε σχέση με την εξελικτική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών, τον εξωτερικό μανδύα που αναπόφευκτα καλύπτει την ουσία φυσικών και κοινωνικών φαινομένων, η νόηση [cognition] του κόσμου που μας περιβάλλει, αυτή η σύγκλιση και παγκοσμιοποίηση των ιδεών και αναβάθμισή τους σε νόμους, η προσέγγιση της αλήθειας (της τελικής σύμπτωσης της ιδέας με την αντικειμενική πραγματικότητα) ακολουθούν ένα ατέρμονο και ασύμπτωτο μονοπάτι. Cognition is the eternal, endless approximation of thought to the object” [Lenin, 1972.]

H διαμόρφωση και διατύπωση επαληθεύσιμων νόμων της κίνησης των κοινωνιών και της ιστορικής τους εξέλιξης καθίσταται προβληματική, εξαιτίας κυρίως της αδυναμίας πειραματικής επαλήθευσης, του απειράριθμου των μη μετρήσιμων δυνάμεων και σχέσεων που αναπτύσσονται, της εμφάνισης πρωτόγνωρων φαινομένων, τους ρυθμούς εναλλαγής, μετάβασης και μετάλλαξης (ποιοτικής αλλαγής) καταστάσεων. Ελλείψει, λοιπόν, επαληθευμένων, γενικών και παγκόσμιων νόμων, και βάσει μόνον προσεγγιστικών κυρίως αναλύσεων της πραγματικότητας, επιπλέον προβληματική, αν όχι ακατόρθωτη, γίνεται η προδιαγραφή και πρόβλεψη -με σχετική ακρίβεια- μελλοντικών καταστάσεων, της ακριβούς αντιστοίχισης αιτίας και αιτιατού σε ένα δίκτυο φαινομένων και των μεταβατικών καταστάσεων τους. Ωστόσο, αυτό δεν αποθαρρύνει τον άνθρωπο από την ανάγκη εντατικής έρευνας προς την αναζήτηση των νόμων που διέπουν τις σχέσεις και την κίνηση των κοινωνικών φαινομένων, και εν τέλει των νόμων που καθορίζουν ή που μέχρι τώρα έχουν διαμορφώσει την κοινωνική εξέλιξη και τη ροή της ιστορίας, του «πως και γιατί», του «γιατί έτσι και όχι αλλιώς» ή του τι θα προκύψει από συνδυασμούς γεγονότων και καταστάσεων που αλληλοεπιδρούν. Ούτε, βέβαια, τον αποθαρρύνει από την εφαρμογή ιδεών και της πολιτικής πράξης στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο δια της «δοκιμής και λάθους». (Αλλά η επαληθευσιμότητα τέτοιων ιδεών και κοινωνικοοικονομικών θεωριών μέσω της πολιτικής πράξης, θα με απασχολήσει σε άλλο κείμενο.) Εν πάση περιπτώσει, η νόηση [cognition] του κόσμου από τον άνθρωπο, η γνώση, θα αναβαθμίζεται διαρκώς και με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς. 

Η περιγραφή των κοινωνικών φαινομένων από την απλή παρατήρηση και καταγραφή και τη μέχρι στιγμής λογική ανάλυση της ιστορικής εμπειρίας, εν συντομία η συσσωρευμένη ιστορική γνώση, ορίζει και υποδεικνύει μια σειρά από λογικές έννοιες [notions] και κατηγορίες (πνεύμα, νους και ύλη, υποκείμενο και αντικείμενο, άτομο, οικογένεια και κοινωνία, κράτος και πολίτης, δημοκρατία και δικτατορία, παραγωγή και κατανάλωση, αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, εργασία και κεφάλαιο, χρήμα και προϊόν, πλούτος και φτώχια, πόλεμος και ειρήνη, εξάρτηση και ανεξαρτησία, ελευθερία και δουλεία, δημοκρατία, κτλ.) που μια επαρκής μέθοδος ανάλυσης των σύγχρονων κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων χρησιμοποιεί ως θεμέλιο. Αν και αφηρημένες, συνιστούν το απαύγασμα της ανθρώπινης εμπειρίας και διανόησης, έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς συμπυκνώνουν την ιστορική εμπειρία και την αντικειμενική πραγματικότητα, είναι αυτή καθαυτή η επαναλαμβανόμενη εμπειρία και πράξη, παγιωμένη στο νου του ανθρώπου, και η αντιστοίχιση της σε έννοιες και λέξεις. Αντιστοιχούν στις «στιγμές της νόησης [γνώσης] του κόσμου από τον άνθρωπο». Ωστόσο, αυτή και μόνον η κατηγοριοποίηση, η στατική και περιγραφική ανάλυση και αποσύνθεση σε λογικές κατηγορίες, δεν επαρκεί, με δεδομένη την αέναη κίνηση που διέπει τον κόσμο και τη συνεχή εξέλιξη του. 

Tα φαινόμενα παρουσιάζονται, αντιμετωπίζονται και αντιλαμβάνονται, όχι αυτόνομα και απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με τις περιβάλλουσες συνθήκες, παρεμφερή ή συναφή φαινόμενα, παρεμφερή τόσο με τη χρονική, όσο και τη χωρική (γεωγραφική) σημασία του όρου. Πάντως όχι αποσπασματικά, χωρίς παράθεση επιλεκτικών παραδειγμάτων και την αυθαίρετη γενίκευσή τους σε νόμους ή τη μόρφωση θεωριών που, αν και επεξεργασμένων λογικά, βασίζονται σε αναπόδεικτες αξιωματικές αρχές και προτάσεις. Μια φαινομενική κατάσταση είναι σε κάθε στιγμή συνάρτηση των δυνάμεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της, αλλά και εξωγενών δυνάμεων που εξασκεί σε αυτήν το περιβάλλον της. Η σκέψη και ο συλλογισμός πρέπει να στοχεύουν στον εντοπισμό αυτών των σχέσεων δράσης και αντίδρασης, αμοιβαιότητας, των επιμέρους συνιστωσών δυνάμεων – της δράσης, κατεύθυνσης και έντασης τους, ενδεχόμενα μια ισχυρότερης συνισταμένης και του αποτελέσματός της στο χρόνο. Αυτό ισχύει και για γενικές κατηγορίες και ενότητες κοινωνικών φαινομένων (πολιτική, οικονομία, παιδεία, δημογραφία και μετανάστευση, εργασία, οικονομική εξάρτηση, τεχνολογική πρόοδος, υγεία, κτλ.) που αν και συνήθως διαφοροποιούνται και παρουσιάζονται αυτόνομες, ωστόσο συγκοινωνούν, είναι συνεκτικές, και σε διαφορετικές φάσεις μια ή περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες συγχέονται ή, ακόμα, συγκλίνουν και συγχωνεύονται. Πάντα υπάρχει ένας βαθμός συσχέτισης, από απειροελάχιστος έως μεγάλος, φαινομένων εκ πρώτης όψεως ανεξάρτητων, και αυτός ο βαθμός συσχέτισης μεταβάλλεται χρονικά.  Με λίγες λέξεις, η αναλυτική μέθοδος οφείλει να αντιμετωπίζει ένα φαινόμενο όχι απομονωμένα και αυτόνομα, αλλά στο σύνολο και την πολλαπλότητα των σχέσεων του με τα άλλα. Κάθε φαινόμενο συνδέεται αναπόφευκτα με άλλα με αιτιοκρατικές σχέσεις και σχέσεις αμοιβαιότητας (ή «δράσης-αντίδρασης»).

Το φαινόμενα, λοιπόν, στην κίνηση και εξέλιξή τους αναπτύσσουν ενδογενείς δυνάμεις που αναδρούν σε αυτό καθαυτό το φαινόμενο, το επηρεάζουν και ανατροφοδοτούν, ενδεχόμενα, το μεταλλάσσουν ποιοτικά, καθώς και εξωστρεφείς δυνάμεις που το αρχικό φαινόμενο εξασκεί στα παρεμφερή του, που τα θέτουν σε κίνηση ή συγκρούονται με αυτά. Αντίστροφα, όπως ήδη επισημάνθηκε, κάθε φαινόμενο επηρεάζεται από δράσεις εξωγενείς, που αναπτύσσονται από τα παρεμφερή (πάντα σε χρονική και τοπική συσχέτιση με αυτό) φαινόμενα. Η ουσιαστική ερμηνεία των φαινομένων  και, τελικά, η αντίληψη του κόσμου προϋποθέτει την αναγνώριση, καταγραφή και ανάλυση των εκάστοτε ή, τουλάχιστον, των κύριων δυνάμεων και δράσεων που καθορίζουν την σύγχρονη και, με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, της μελλοντικής τους τροχιά, καθώς και των ισχυρότερων διαγραφόμενων τάσεων που σχηματίζονται. Η συνιστάμενη αυτών των δυνάμεων διαμορφώνει την πορεία της κοινωνίας και, γενικότερα, της ιστορία της.  Συμπερασματικά, ο κόσμος και τα φαινόμενα του, τα αντικείμενα της ανθρώπινης συνείδησης, πρέπει να γίνονται αντιληπτά, να συλλαμβάνονται και νοούνται, στη (διαρκή) κίνηση, μεταβατικότητα και τελικής, ενδεχόμενης μετάλλαξης της υπόστασής τους, στη σχέση, αλληλεξάρτηση και αμοιβαιότητά τους, στις αντιφάσεις, αντιθέσεις ή συγκρούσεις, που αυτή η κίνηση προκαλεί, αλλά και αντίστροφα ως σε έναν κλειστό βρόγχο ανάδρασης, την αντίληψη της κίνησης και αμοιβαιότητας, ως αποτέλεσμα πολώσεων, αντιφάσεων, αντιθέσεων ή συγκρούσεων ανάμεσα σε καταστάσεις. 

Η διαλεκτική μέθοδος αναβαθμίζει τη στατική, «νεκρή» περιγραφή της κοινωνίας και της ιστορίας, καθώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό κόσμο στην κίνηση και τη μεταβατικότητα και μετάλλαξή του, παράλληλα με την αμοιβαιότητα και αλληλεπίδραση των φαινομένων που η πραγματικότητα αυτή παρουσιάζει στη ανθρώπινη συνείδηση. Να σημειωθεί ότι αυτές οι σχέσεις αμοιβαιότητας και «σύγκρουσης» των αντικειμένων των ανθρώπινων αισθήσεων και σκέψης, του αντικειμενικού κόσμου, αντικατοπτρίζεται στη σκέψη, τις έννοιες και ιδέες· οι ιδέες και η γνώση συνιστούν μια διαδικασία, ακολουθούν μια εξελικτική πορεία, που προϋποθέτει και ξεκινά από τη ζωή (το νου) και καταλήγει στην αντικειμενική αλήθεια, διαμέσου των διαλεκτικών διαφορών, του διαλόγου και της σύγκρουσης απόψεων, αλλά οπωσδήποτε και της πράξης. Κεντρικός στόχος της διαλεκτικής μεθόδου οφείλει, λοιπόν, να είναι η αντιμετώπιση των φαινομένων στην εξέλιξη τους στο χρόνο και η αποκάλυψη των δυνάμεων (ενδογενών και εξωγενών), των τάσεων και συγκρούσεων, που αναπτύσσονται τόσο εσωτερικά, όσο και στις σχέσεις, στην πολυπλοκότητα και πολλαπλότητά τους, με άλλα φαινόμενα, στην αλληλεπίδραση των φαινομένων μεταξύ τους. Η ανακάλυψη των δυνάμεων και τάσεων που αναπτύσσονται στο δίκτυο των κοινωνικών φαινομένων, θέτει τα θεμέλια της αιτιοκρατικής ανάλυσης της αντικειμενικής πραγματικότητας και, ενδεχόμενα, της μελλοντικής τους πορείας και μετεξέλιξης αυτών των φαινομένων, όπου η ανάλυση θα διαδεχτεί από τη σύνθεση και τη διαμόρφωση ιδεών. 

Η κίνηση και εξέλιξη, προς τη μια κατεύθυνση ή την άλλη, ενός ή μιας ομάδας συναφών φαινομένων, είναι αποτέλεσμα της διαφοράς και προϋποθέτει την διαφορά: την πόλωση, αντίφαση, άρνηση, σύγκρουση. (Μια εξέλιξη που μπορεί να είναι μονότονη και προοδευτική, άλλοτε παρουσιάζει παλινδρομήσεις (retrogressions) ή κυκλικές κινήσεις ή να είναι παρορμητική και ασυνεχής.) Η μεθοδολογική αυτή αρχή, ότι η κίνηση ή η άσκηση δύναμης ή η έκλυση ενέργειας και παραγωγή έργου, προϋποθέτει τη διαφορά, την πόλωση, κτλ. είναι βεβαίως δεδομένη στα φαινόμενα του φυσικού κόσμου, αλλά ισχύει επίσης και πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της μεθοδικής προσέγγισης των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων, και, εν τέλει, της διαλεκτικής μεθόδου προς τη διεξοδική ανάλυσή τους. Για παράδειγμα, η μετανάστευση προϋποθέτει τη (συν)ύπαρξη αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων κοινωνιών και οικονομικές ανισότητες, τα προσφυγικά κύματα και ο βίαιος ξεριζωμός ομάδων είναι αποτέλεσμα συρράξεων και συγκρούσεων, που με τη σειρά τους ξεκινούν από αντιθέσεις διαφόρων λογιών. Η οικονομία προϋποθέτει την παραγωγή και κατανάλωση, ενώ η παραγωγή τη σύμπραξη κεφαλαίου και εργασίας. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες συνυπάρχει ο πλούτος και η φτώχια. Η πολιτική και το νομοθετικό έργο στο αστικό κράτος διαμορφώνεται από το συγκερασμό αντιθέτων τάσεων και συμφερόντων, συνήθως προς το όφελος μιας κοινωνικής ομάδας εις βάρος άλλης, με εναλλαγές – κυκλικές ή ασυνεχείς, και παρακάμψεις. Η μετάδοση της πληροφορίας και της γνώσης, τον πομπό, την πηγή της, και το αποδέκτη της. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Μια ορθολογική ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων στην εξέλιξή τους, λοιπόν, προαπαιτεί την αναγνώριση των θετικών και των αρνητικών πόλων που το συνθέτουν και το θέτουν σε κίνηση, την ανακάλυψη της αντίθεσης και τη θεώρησή τους ως ενότητα αντιθέτων. Η Χεγκελιανή γενίκευση: το «πράγμα» είναι ενότητα, σύνθεση αντιθέτων, αν και πρόκειται για μεταφορά από το πεδίο των φυσικών φαινομένων, ισχύει απόλυτα στον κόσμο των ανθρώπινων όντων. 


Θα επαναλάβω ότι η διαδικασία παρατήρησης και ανάλυσης οφείλει να είναι συνεχής, να παρακολουθεί την οποιαδήποτε τροχιά εξέλιξης τους στο χρόνο. Η ποσοτικοποίηση ενός φαινομένου, όπου αυτή είναι δυνατή, έστω και προσεγγιστική, όπως η δημογραφική εξέλιξη μιας κοινωνίας, οι μεταναστατευτικές ροές και ο χαρακτήρας τους, τα διάφορα οικονομικά μεγέθη και οι βαθμοί συσχέτισής τους, η διαθεσιμότητα και τα αποθέματα φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, κτλ. συνεισφέρει σημαντικά στην ακριβή διαγραφή αυτής της τροχιάς τους, αλλά και του βαθμού συσχέτισης και αλληλεξάρτησης με παρεμφερή φαινόμενα εντός ενός ευρύτερο δικτύου των κοινωνικών φαινομένων.  Κυριότερα, βοηθάει στην ανακάλυψη άλλων υπολανθανόντων απόψεων, σχέσεων, κτλ., συντελεί στην ποιοτική πλέον αποτίμηση φαινομένων και καταστάσεων, στην ανίχνευση μεταβάσεων (οποιαδήποτε χαρακτήρα – συνεχούς ή αλματώδους) και στην ποιοτική τους μετάλλαξη. 


Και η διαδικασία αυτή, η διαδικασία της εμβάθυνσης της ανθρώπινης γνώσης της φύσης και της κοινωνίας των όντων με τα εργαλεία της λογικής και της διαλεκτικής που περιεγράφηκαν παραπάνω, είναι ατέρμονη. Όπως το έθεσε ο Λένιν, «η νόηση είναι η ατέλειωτη προσέγγιση της σκέψης στο αντικείμενο». Ίσως, στο βάθος των αιώνων να οδηγήσει στην αλήθεια. Αλλά κάθε μέρα γνωρίζουμε περισσότερα από ό,τι γνωρίζαμε χτες.