Εν πάση περιπτώσει,
οι οργανισμοί που συνιστούν την κοινωνία των πολιτών (με εξαίρεση ίσως
πολυεθνικές εταιρίες ή κάθε λογής υπερεθνικές οργανώσεις) λειτουργούν μέσα στα
πλαίσια του Κράτους, υπό την επιτήρηση, ρύθμιση (μικρή ή μεγάλη), και πολλές φορές
καθοδήγηση ή «ηγεμονία» της πολιτικής κοινωνίας (ή του κράτους ή της πολιτικής
εξουσίας). Με άλλα λόγια, εντάσσονται και υποτάσσονται σε ένα καθεστώς
δικονομικό και «τάξης» ή rule of law, κινούνται στα
όρια ενός πολιτεύματος και συστήματος πολιτικής εξουσίας, που η πολιτική
κοινωνία διαμορφώνει, ρυθμίζει και μεταρρυθμίζει. ‘Όπως γράφηκε παραπάνω, κάθε
συγκεκριμένο καθεστώς διακυβέρνησης έχει ιστορικά αναδειχθεί από την κοινωνία
των πολιτών είτε με τη συγκατάβαση, είτε με εξαναγκασμό των τάξεων της, είτε
και διαμέσου της υποταγής ορισμένων από αυτές σε άλλες, είτε δια της επιβολής
έξωθεν ή άνωθεν, και στέκεται, ως υπερδομή, πάνω στα θεμέλια του οικονομικού
συστήματος και των οικονομικών στρωμάτων και τάξεων που αυτό το σύστημα
διαμορφώνει.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πολιτική κοινωνία ως
απαρτιζόμενη κυρίως από στελέχη της διανόησης (επαγγελματικής και
γραφειοκρατικής) κατά κανόνα προερχόμενα από τα ανώτερα ή κυρίαρχα οικονομικά
στρώματα, εμφανίζεται στη συνείδηση αυτών των στελεχών της πολιτικής κοινωνίας
και εξουσίας, που έχουν αναλάβει το ρόλο της ρύθμισης και εξισορρόπησης των αντιθέσεων και τάσεων που αναπτύσσονται
εντός της κοινωνίας και της διαχείρισης του συστήματος, που εγγυώνται την
ισορροπία του κοινωνικο-οικονομικού status quo γενικότερα, ως
κάτι απόλυτο και αυτόνομο, απέναντι και υπεράνω της κοινωνίας των πολιτών ή του
«λαού». Στην πραγματικότητα, βέβαια, πρόκειται περί μιας αμφίδρομης και
δυναμικής σχέσης, μιας σχέσης πάρε-δώσε ανάμεσα στο πολιτική κοινωνία και αυτήν
των πολιτών. Η αναγνώριση πλέον του κράτους (της πολιτικής κοινωνίας) και της
πολιτικής εξουσίας ως ξεχωριστής «κοινωνίας» ή «τάξης» αποδίδει σωστά σε αυτήν
την πολιτική εξουσία τα χαρακτηριστικά μιας αυτόνομης ομάδας ή τάξης. Επίσης, με τα μέλη αυτής της κοινωνίας
προερχόμενα κατά κανόνα από ανώτερα στελέχη πολιτικών κομμάτων και πλαισιωμένα
από επαγγελματικά στελέχη πολιτικών οργανισμών (υπουργείων, κτλ.) και δικαστικών
αρχών και αστυνομικών-αμυντικών οργανισμών, αποκτά και έχει τα χαρακτηριστικά
μιας τάξης, που ενώ εκ πρώτης όψεως «υπηρετεί» την κοινωνία των πολιτών και
υποτάσσεται στο rule of law, ταυτόχρονα μπορεί
να ενεργεί αυτόνομα, εντός πάντα ενός
πολιτικού συστήματος που την παράγει και αναπαράγει, να εξυπηρετεί ίδιους
σκοπούς και συμφέροντα (συμπεριλαμβανομένων οικονομικών και συναφών προνομίων),
να αναπτύσσει οργανικά γραφειοκρατικές δομές και να εξειδικεύει και επεκτείνει τα
πλοκάμια διαχείρισης, να μορφώνεται πολλές φορές σε μια νεποτιστική κάστα με
περιορισμένη προοπτική ανανέωσης της με μέλη από ευρύτερα στρώματα της
κοινωνίας ή, τέλος, να διαπλέκεται και να αναζητεί οπορτουνιστικές συμμαχίες με
ομάδες και πρόσωπα και στρώματα της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να
συντηρεί το ρόλο και τα προνόμιά της.
Εκ των πραγμάτων και των δεδομένων αντιθέσεων της
καπιταλιστικής κοινωνίας και της ανάπτυξής της, και ιδιαίτερα του ρόλου και του
χαρακτήρα της μικρής και μεγάλης ιδιοκτησίας από φυσικά πρόσωπα μέλη της, ο
ρόλος τους κράτους και της πολιτικής εξουσίας (νομοθετικής, εκτελεστικής,
δικαστικής, κατασταλτικής-αστυνομικής, στρατιωτικής) στον πυρήνα του, είναι πολλαπλός
και κρίσιμος – αναγκαίος για τη διατήρηση της οικονομικής βάσης και καθεστώτος και
των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων εντός της κοινωνίας και την άμβλυνση των
αντιθέσεων που αναπτύσσονται. Κατ’ αρχήν, με δεδομένες τις ανισότητες που η διανομή, αναδιανομή και κατανομή του
πλούτου συνεπάγεται, με τη διαμόρφωση στρωμάτων και τάξεων με διαφορετικά
χαρακτηριστικά, συλλογική βούληση και προοπτική, με δεδομένη την πολλές φορές
εκρηκτική ανομοιογένεια της κοινωνίας των πολιτών, το κράτος λειτουργεί ως όρος
και προϋπόθεση συνοχής μια κοινωνίας, της σύμπραξης και συνεργασία στρωμάτων
στην παραγωγική διαδικασία και, συνεπώς, ως μια από τις αναγκαίες συνθήκες
παραγωγής πλούτου: διαφορετικά η κοινωνία θα είχε διαλυθεί υπό το βάρος της
σύγκρουσης ομάδων και τάξεων με διαφορετικά, αποκλίνοντα έως αντίθετα συμφέροντα
και συλλογική θέληση. Λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως διαμεσολαβητής και
συμβιβαστής, ως ο ιστορικά νομιμοποιημένος μεσάζων στην επιβολή ή επικράτηση ως
κυρίαρχης της βούλησης μιας κοινωνικής ομάδας ή ως μέσο μετριασμού και
άμβλυνσης μιας συγκεκριμένης δύναμης (ή συλλογικής θέλησης) ή ως μέσο
αντίδρασης προς την εξουδετέρωσης αυτής της θέλησης ή, άλλες φορές χωρίς
προσχήματα και με στήριγμα πάντα την ιστορική νομιμοποίησή της, ως μοχλός
επιβολής ρυθμίσεων προς όφελος μιας ή περισσότερων κοινωνικών ομάδων και εις
βάρος άλλων. Πρώτος και κύριος λόγος ανάδειξής και ύπαρξής του κράτους, λοιπόν,
είναι η επιτήρηση της ταξικής κοινωνίας πολιτών, ο μετριασμός και εξισορρόπηση
των αντιθέσεων και συγκρούσεών εντός της, χωρίς αυτός να θίγει ουσιαστικά τις
καθεστηκυίες οικονομικές σχέσεις, οι οποίες και βρίσκονται στη ρίζα αυτών των
αντιθέσεων.
To νομοθετικό-δικαστικό σύστημα της
πολιτικής εξουσίας βρίσκεται στο επίκεντρο του ρόλου του. Ο νόμος και το
«κράτος δικαίου» επιβάλλεται στη κοινωνία στο σύνολό της, ενώ η κοινωνία των πολιτών
παρουσιάζεται μπροστά στο νόμο ως μια ομοιόμορφη μάζα, το κάθε άτομο
εμφανίζεται ως «ίσο» απέναντι στο νόμο. Ο νόμος δημιουργεί έναν κοινωνικό
κομφορμισμό, ενώ παράλληλα επιχειρεί να προσαρμόζει και ευθυγραμμίζει τη θέληση
και απαιτήσεις ατόμων και ομάδων σε μιαν κατεύθυνση που αυτός ο νόμος θα
ορίζει. Σε αυτό το πλαίσιο και σχέδιο,
νομοθετικό και κατ’ επέκταση εκτελεστικό (δηλαδή, διαχειριστικό και διαμεσολαβητικό),
εντάσσονται η επεξεργασία και οι ρυθμίσεις σε θέματα καπιταλιστικού
ανταγωνισμού, εργασιακών σχέσεων, η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, και
κυρίως η αναδιανομή του πλούτου που η κοινωνία παράγει διαμέσου της φορολόγησης
και της διαχείρισης του συστήματος υγείας, κοινωνικής ασφάλειας και πρόνοιας,
εκπαίδευσης (συνήθως ως παρεμφερούς και συμπληρωματικού των αντίστοιχων
ιδιωτικών-κεφαλαιοκρατικών συστημάτων).
Βέβαια, το νομοθετικό έργο και κατ’
επέκταση η πρακτική εφαρμογή των κατευθύνσεων που ένας νόμος σε συνδυασμό με
την μακροοικονομικού επιπέδου πολιτική υπαγορεύει, προσαρμόζονται (οφείλουν να
προσαρμόζονται!) στην και ευθυγραμμίζονται με την εκάστοτε οικονομική
πραγματικότητα και τις εκάστοτε οικονομικές συνθήκες. Διαφορετικά, ο νόμος που
κατά μέτωπο συγκρούεται με βασικές λανθάνουσες οικονομικές δυνάμεις, γίνεται μη
αποτελεσματικός και ατελέσφορος ή και μη εφαρμόσιμος. Αυτή η δυναμικά και διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα,
αποτέλεσμα ενός ντόπιου και παγκοσμίου πλέγματος οικονομικών σχέσεων και
δυνάμεων, συνεπάγεται την προσωρινότητα των νομοθετικών και διαχειριστικών
παρεμβάσεων του κράτους στην κοινωνία των πολιτών που επιτηρεί, αλλά και κυρίως
των μεθόδων πολιτικής πρακτικής. Η αποτελεσματικότητα νομοθετικών
μεταρρυθμίσεων και, σε τελική ανάλυση, της διαχειριστικής ή (διαφορικά)
μεταρρυθμιστικής πολιτικής στη διαμόρφωση των κοινωνικών και οικονομικών
σχέσεων εντός ενός Κράτους είναι ανάλογη της οικονομικής ισχύος αυτού του Κράτους
και της θέσης του σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα παραγωγής και καταμερισμού
εργασίας και του βαθμού της εξάρτησης του Κράτους από αυτό.
Στους αιώνες που μεσολάβησαν από τη
βιομηχανική επανάσταση και τις διάφορες συνακόλουθες επαναστάσεις πολιτικού χαρακτήρα,
η πολιτική μέθοδος και πρακτική έχει υποστεί μεταμορφώσεις και έχει λάβει
διάφορες μορφές και παραλλαγές, συνήθως ενώπιον οικονομικών κρίσεων και υφέσεων
και της όξυνσης αντιθέσεων μεταξύ στρωμάτων και τάξεων, που συνήθως συμβαδίζουν
με τις οικονομικές κρίσεις, ή των τριβών και αντιθέσεων μεταξύ χωρών για χάρη
πρόσβασης σε πρώτες ύλες και αγορές. Οι πρακτικές αυτές, στα αρχικά κυρίως
στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, χαρακτηρίζονταν πρωταρχικά από το μέγεθος
του παρεμβατισμού στην εθνική οικονομία διαμέσου μιας εθνικής δημοσιονομικής
και νομισματικής πολιτικής και από θέματα ρυθμίσεων του εμπορίου και συναλλαγών
με άλλα Κράτη: το επίπεδό της πολιτικής πράξης κυμαινόταν ανάμεσα στο κράτος-«νυχτοφύλακα»
σε οικονομικά καθεστώτα laissez-faire ή διαφόρων σχετικών βαθμών οικονομικής απορρύθμισης,
σε παρεμβατικά κράτη (με την εφαρμογή κεϋνσιανικών προτάσεων στην οικονομία), developmental state στη βάση μακροοικονομικού σχεδιασμού
και προστατευτισμού, προστατευτισμού ή και απομόνωσης ή κεντρικού σχεδιασμού σε
«σοσιαλιστικές» ή μικτές οικονομίες, κτλ. Σε κάθε περίπτωση ο ρόλος του κράτους
ως προς την εθνική οικονομία διαμορφωνόταν σε ad hoc ιστορική-γεωγραφική βάση, και οι
εφαρμοζόμενες τεχνικές είχαν πρόσκαιρο και προσαρμοστικό χαρακτήρα, αναιρούνταν
ή μεταλλάσσονταν ανάλογα με το χαρακτήρα των μη προβλέψιμων οικονομικών
αναστροφών και των εκάστοτε προβλημάτων που απαιτούσαν αντιμετώπιση (ανεργία,
πληθωρισμός-αποπληθωρισμός, χρέη και ελλείμματα, παραγωγικότητα, χαμηλοί ρυθμοί
ανάπτυξης, υπερπληθυσμός ή υπογεννητικότητα, κτλ.) ή στις τεχνολογικές επαναστάσεις
που λαμβάνουν χώρα σε τυχαίες περιόδους στην ιστορία της καπιταλιστικής
ανάπτυξης.
Το κράτος, λοιπόν, από ρυθμιστής των
ιστορικών εξελίξεων και της πορείας του Κράτους που υπηρετεί και εκπροσωπεί,
και ο φαινομενικά ισχυρός παράγοντας μεταρρυθμίσεων και αλλαγής (όπως,
τουλάχιστον, εμφανίζεται στη συνείδηση της πολιτικής κοινωνίας) μετατρέπεται σε
έρμαιο αυτών των δυνάμεων, καθώς αδυνατεί να αναλύσει τις συνέπειές τους στην
οικονομία και τη ζωή της κοινωνίας των πολιτών· στην καλύτερη περίπτωση, αντιδρά αντανακλαστικά και με
διαφορικές, πρόσκαιρες ρυθμίσεις στα τεκταινόμενα γύρω του, με μικρές
δυνατότητες επηρεασμού και μετριασμού των συνεπειών αυτών των δυνάμεων
(παραδείγματος χάριν, των συνεπειών μιας οικονομικής κρίσης, μια φυσικής
καταστροφής, της πολιτικής προς μια κατεύθυνση ενός ισχυρότερου Κράτους, κτλ.),
στην χειρότερη παραμένει ένας παθητικός θεατής και ξεπερνιέται γρήγορα από τις
καταστάσεις που υποτίθεται επηρεάζει και μετασχηματίζει. Είναι οι στιγμές που
το κράτος, η πολιτική εξουσία, αποκαθηλώνεται μπροστά στα μάτια των πολιτών ή
χάνει ένα μεγάλο μέρος νομιμοποίηση της κοινωνίας· είναι και οι πλέον ακραίες στιγμές που αυτοαπομονώνεται
στην αδυναμία του, αποκόπτεται από την κοινωνία, γίνεται εσωστρεφές,
αντιδραστικό και αυταρχικό, στην προσπάθεια αυτοσυντήρησής του· είτε, στις περιπτώσεις ισχυρότερων Κρατών, αναζητεί
διεξόδους και λύσεις, πολλές φορές τυχοδιωκτικές και βίαιες, έξω από τα όρια
της επικρατείας του.