Sunday, December 21, 2025

22 - Διδασκαλία

Μου προτάθηκε από το αφεντικό, τον Dr. Μ, να διδάξω ένα μέρος, το πρώτο μισό, του μαθήματος που του είχε αναλάβει για το ανοιξιάτικο τρίμηνο. Οι προθέσεις και κίνητρα του Dr. M δεν ήταν ξεκάθαρα –ποτέ δεν ήταν όσον αφορά την δουλειά μου εκεί. Φευγαλέα, θεωρώντας το αυτονόητο ανάμεσα σε συναδέρφους ότι με τη λήξη του συμβολαίου έκλινα προς μια «ακαδημαϊκή καριέρα», μου το πρότεινε ως ευκαιρία να αποκτήσω την πολύτιμη «διδακτική εμπειρία». Η πατροπαράδοτη ελληνική καχυποψία και πονηριά με οδήγησε να υποπτευθώ ότι το έκανε περισσότερο για να απαλλάξει τον εαυτό του από ένα βαρύ και ανεπιθύμητο διδακτικό φορτίο. O Dr. M δεν ήταν καλός δάσκαλος, από όσα μου έλεγε ο Δr. ΚΚ, είχε κακή άρθρωση, μεταδοτικότητά χειρότερη. Το μάθημα αυτό καθαυτό, κουραστικό και δύσκολο, από εκείνα τα μαθήματα, που με σχετικά πολλά στριφνά μαθηματικά ανάμεσα στις προαπαιτήσεις, και τη βασική και μάλλον αφηρημένη και για πολλούς αχρείαστη στην πιάτσα γνώση που παρέχουν, δύσκολα καταφέρνουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή τουλάχιστον πρόσκαιρα την προσοχή νέων ανθρώπων. Το είχα κι εγώ διαπιστώσει από την προσωπική μου εμπειρία ως φοιτητής, αν και τελικά οδηγήθηκε από τις περιστάσεις να εντρυφήσω σε σχετικό αντικείμενο. Παρόλα αυτά, δέχτηκα με χαρά και κάποιον συγκρατημένο ενθουσιασμό. Είχα διαποτιστεί από προσωπικές φιλοδοξίες επιστημονικής καριέρας σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ήταν η σταθερή και μοναδική παραίνεση (και κρυφή ελπίδα) των γονιών μου από την αποφοίτηση. Δικαιολογημένη από λόγους ιστορικούς και των προσωπικών τους εμπειριών δεν υπήρχε τίποτε καλύτερο ανάμεσα σε μετρημένες εναλλακτικές λύσεις στη δεδομένη ελληνική πραγματικότητα– η «ακαδημαϊκή καριέρα» ήταν μονόδρομος για την επαγγελματική ολοκλήρωση νέων σαν και μένα, ένα holy grail. Ο Πατέρας θα ανάλωνε ένα μεγάλο της ενέργειας του τις επόμενες μια και δύο δεκαετίες, μονομανιακά θα έλεγε κανείς, να κυνηγάει για λογαριασμό μου τέτοιου είδους καριέρες στην Ελλάδα (και εκτός Ελλάδος, όταν το ελληνικό πανεπιστήμιο είχε πλέον κλείσει τις πόρτες του), συχνά παρά την θέλησή ή εν αγνοία μου, και ανεξάρτητα των γενικά ελάχιστων πιθανοτήτων επιτυχίας. Στο περιβάλλον της μικρής και φτωχής πατρίδας, που ο ίδιος μεγάλωσε και δούλεψε, οι επαγγελματικοί ορίζοντες παρέμειναν χαμηλοί και οι διασυνδέσεις έπαιζαν τον κύριο λόγο σε μιαν «αξιοπρεπή» επαγγελματική εξέλιξη.    

Για τις διαλέξεις εκείνες προετοιμάστηκα διεξοδικά: με διαφάνειες, σημειώσεις, εφεδρικές διαφάνειες και τα λοιπά, αλλά από μια άποψη χωρίς μπούσουλα και εκ του μηδενός, χωρίς να έχω κάποια εκ των προτέρων αντίληψη των γνώσεων και ικανοτήτων της τάξης. Έκανα πρόβες εντατικές σε σημείο που να έχω αποστηθίσει αυτά που θα έλεγα στη διάρκεια των σαράντα-πέντε λεπτών της διάλεξης. Το ότι αυτή θα έπρεπε να διεξαχθεί σε ένα ακροατήριο μερικών δεκάδων φοιτητών, στον πυρήνα τους βρετανών, από καθ’ έδρας σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο μου δημιούργησε νευρικότητα και φόβο. Το βράδι πριν από την πρώτη διάλεξη το επισκέφτηκα, ανέβηκα στο podium, αντίκρυσα τις σειρές των άδειων θρανίων, δοκίμασα το μικρόφωνο. Θυμήθηκα την παρουσίαση που είχα κάνει σε εκείνο το πρώτο αμερικάνικο συνέδριο που άφησε μέτριες εντυπώσεις. Πέρασε όμως καιρός από τότε, είχα ωριμάσει, αποκτήσει εμπειρίες, κατείχα καλύτερα τη γλώσσα, και κάλλιστα το περιεχόμενο του επιστημονικού αντικείμενου. Άλλωστε, θα απευθυνόμουν σε νέους ανθρώπους αφ’ υψηλού, με πολύ περισσότερες γνώσεις και ανώτερη μόρφωση, και πίστευα ότι θα με αντιμετώπιζαν με τουλάχιστον με σεβασμό, αν όχι και δέος, με την ελπίδα να μάθουν κάτι, όσο στείρο και στεγνό να τους φαινόταν –θεωρώντας αξιωματικά ότι υπήρχε μια στοιχειώδης όρεξη και προδιάθεση για απόκτηση γνώσης εκ μέρους τους.

Στο πρώτο μάθημα το αμφιθέατρο ήταν κατάμεστο. Tο βουητό από το πλήθους των φοιτητών που προσδοκούσε διέχεε την αίθουσα. Άρχισα να μιλάω την προκαθορισμένη στιγμή. Το μικρόφωνο δούλευε και η φωνή μου αντηχούσε καθαρή και δυνατή. Με το άκουσμα της φωνής μου, ο αχός από τα έδρανα σταμάτησε σχεδόν ακαριαία, κάτι που βοήθησε να ξεπεράσω μεγάλο μέρος του τρακ. Το ακροατήριο με άκουγε, και μάλιστα, από όσο φαινόταν, με προσοχή. Επιστράτευσα μιαν απομίμηση αμερικάνικης προφοράς, όπως την είχα εξασκήσει και συνηθίσει στο παρελθόν μου στις ΗΠΑ, είπα λίγα λόγια για τον εαυτό μου, για την Αμερική και το πανεπιστήμιο εκεί. Πίστευα, ίσως αφελώς και από ματαιοδοξία, ότι αναφορές σε ένα προηγμένο εκπαιδευτικό σύστημα θα εξύψωνε το κύρος μου στα μάτια του ακροατηρίου και θα κέντριζε περαιτέρω το ενδιαφέρον. Η διάλεξη συνεχίστηκε απρόσκοπτα, σε ήσυχο κλίμα, χωρίς παρατράγουδα, με σχετική ευφράδεια και χωρίς παρατράγουδα εκ μέρους μου, αλλά χωρίς να έχω μέτρο του σημαντικού στοιχείου της μεταδοτικότητας και του ενδιαφέροντος του φοιτητόκοσμου. Κατέβηκα από το podium ευχαριστημένος από τον εαυτό μου και κυρίως ανακουφισμένος, ενώ μερικοί αλλοδαποί φοιτητές με πλησίασαν για ερωτήσεις.

Η δεύτερη διάλεξη ξεκίνησε όπως και η πρώτη, με σχετική σεβάσμια ησυχία και προσοχή, αλλά με το μέγεθος του ακροατηρίου ελαφρώς μειωμένο. Στην πορεία ο ρυθμός παρουσίασης των διαφανειών, αλλά και η δυσκολία του περιεχομένου, και κατ’ επέκταση η δυσκολία κατανόησης απορρόφησης του αυξανόταν μονοτονικά. Παρατήρησα πίσω από το έντονο φως του προβολέα, που πολλές φορές ενεργεί ως ασπίδα από το ακροατήριο και υποβοηθάει την αυτό-απομόνωση και αυτό-συγκέντρωση του ομιλητή, εις βάρος της αλληλεπίδρασης με το ακροατήριο του, ότι πολλοί από τους φοιτητές σταμάτησαν να κρατούν σημειώσεις και άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Μετά μετά από ένα σημείο ένας αχός που πήγαζε από τα πίσω έδρανα άρχισε να δημιουργείται. Η διάλεξη ολοκληρώθηκε και αυτή, σώα και αβλαβής, εν πολλοίς αλώβητη από κραυγαλέα σφάλματα στη γραμματική, στην φρασεολογία, και τεχνικά άψογη στο περιεχόμενο. Όπως, όμως, θα διαπίστωνα από το τέλος της δεύτερης διάλεξης και κατά την πορεία των έξι διαλέξεων που είχα αναλάβει, σχετικά καθυστερημένα για οποιαδήποτε δραστική επέμβαση, είχα αρχίσει να χάνω την επαφή με το ακροατήριό μου, ακόμα και εκείνο τον μικρό αλλά πολύτιμο για κάθε δάσκαλο πυρήνα των επιμελών που έδειχναν κάποιον ζήλο και γνήσιο ενδιαφέρον.

Από την τρίτη διάλεξη και μετά, το ακροατήριο είχε σχεδόν αραιώσει στο μισό του αρχικού, ο αχός από τους αρχικά διακριτικούς ψίθυρους έγινε θόρυβος από αρκετές ευδιάκριτες φωνές. Σε κάποια στιγμή κάποιος πέταξε προς το podium ένα χαρτάκι. Τα αρχικά αποθέματα αυτοπεποίθησης και όρεξης μέσα μου είχαν εξαντληθεί. Με ένα μίγμα νευρικότητας και εκνευρισμού, που με  ανάγκαζε να ανεβάζω την ένταση της φωνής μου ώστε να υπερισχύει του θορύβου από την τάξη και να επιβληθεί, άρχισα να περνάω βιαστικά από τη μια διαφάνεια στην επόμενη ώστε να ολοκληρωθεί η «διδακτέα ύλη» στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Οι τελευταίες διαλέξεις εξελίχθηκαν σε μιαν ανεπιθύμητη δοκιμασία, ίσως ταπεινωτική και βασανιστική, αν όχι ένας Γολγοθάς μαρτυρίου. Τελικά επήρθε η ανακούφιση όχι από μια πετυχημένη ή έστω ανεκτού επιπέδου απόδοση στα διδακτικά καθήκοντα που μου ανατέθηκαν, αλλά από το οριστικό τέλος του εγχειρήματος. Αν και κατάφερα να επιπλεύσω, ως πρωτάρης διδάσκων σε σχετικά βαθιά νερά, η γοητεία που ασκούσε η προοπτική της διδασκαλίας σε πολλούς και είχε μέχρι τότε δελεάσει και μένα, είχε ήδη χάσει πολλά από τα θέλγητρά της. Μια από τις λεωφόρους επαγγελματικής εξέλιξης φαινόταν να γίνεται δρομάκι με πιθανόν αδιέξοδο στο τέλος του.  

Tuesday, December 16, 2025

21 - Το Πάρτι

Η άνοιξη του 1994 με έφερνε κοντά σε νέα σταυροδρόμια. Η σχέση με τη J όσο εύκολα άναβε σε νύχτες αλκοόλ και έρωτα και πρωϊνά hungover, άλλο τόσο εύκολα έσβηνε μετά από λίγες μέρες μακριά, είτε μετά από κάποιον θεαματικό καυγά, είτε στην αδιαφορία, είτε στην απογοήτευση. Συνεχίζαμε, τέλος πάντων, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς -φυσικά- σχέδια για το απώτερο μέλλον. Διάνυα τους τελευταίους μήνες του επαγγελματικού συμβολαίου, και λόγω μιας υπερβολικής σύνεσης και έμφυτης ανασφάλειας που κληρονόμησα, το μυαλό το βασάνιζε ολοένα και περισσότερο το «τι θα γίνει μετά», αποκλειστικά από την άποψη της επαγγελματικής πορείας. Ξεκίνησα, λοιπόν, έγκαιρα και εντατικά, την αναζήτηση της επόμενης δουλειάς· αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που είχα συνηθίσει και στο οποίο είχα γαλουχηθεί: αυτό είχα μάθει ως τότε, αυτό ήξερα. Και αποκλειστικά στη Βρετανία: οι απογοητευτικές εμπειρίες από την Ελλάδα ήταν ακόμα νωπές και θα περνούσε καιρός για να ξεπεραστούν οι πέτρινες προκαταλήψεις που είχαν χτιστεί πριν ξανακοιτάξω κατά εκεί για ζωή.   

Θα αποδειχτεί μια αποκαρδιωτική και δύσκολη από πολλές άποψη άνοιξη, που διάβρωνε τα λίγα λεπτά στρώματα αυτοπεποίθησης και τα κίνητρα για ζωή και δημιουργικότητα που κατάφερα να κρατήσω ζωντανά. Στην προσπάθεια να αποβάλλω τέτοιες έγνοιες και να ξεφύγω από μιαν ρουτίνα χωρίς ορατή προοπτική, σκαρφιστήκαμε με τα παιδιά, τον Γιώργο, τον Κώστα τον Μ και τον Θεοδόση να οργανώσουμε ένα πάρτι μέσα στον Απρίλη των γενεθλίων μου –στο σπίτι που συγκατοικούσα για εκείνη την χρονιά με τον Α. Στόχος να προσκαλέσουμε και συγκεντρώσουμε κάτω από την ίδια στέγη για ένα βράδι, όσο το δυνατό περισσότερες κοπέλες, από τον ευρύ κύκλο του Κώστα, αλλά και την ελληνική εμιγκρέ κοινότητα του Πανεπιστημίου.

Στο tea-room της Σχολής του Κώστα του Μ., όπου εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε τα μεσημέρια ή στο Ulysses τα Σαββατόβραδα, ως κατά κάποιο τρόπο eligible bachelor είχα προσελκύσει την προσοχή διάφορων γυναικών από έναν ευρύ χαλαρά συνδεδεμένο κύκλο ανθρώπων. Γνώρισα μιαν Λένα, «φιλόλογο» της αγγλικής ή κάποιας άλλης λογοτεχνίας, που στα τριάντα και κάτι χρόνια με την συνδρομή του ελληνικού κράτους μπάρκαρε για ένα μεταπτυχιακό. Οι εξεζητημένοι και μηχανικοί τρόποι της στις συναντήσεις μας φανέρωνε ότι η ανάγκη της για κάποιο δεσμό, κατά προτίμηση νόμιμο, άγγιζε τα όρια της απελπισίας. Αλλά τέτοιου είδους πλαστικές ερωτοτροπίες, που δύσκολα καμουφλάριζαν την απόγνωση για τα χρόνια που περνούν χωρίς λιμάνι συζυγικής συντροφιάς, το μόνο που πετύχαινε ήταν να απωθεί το αντίθετο φύλο. Δεν φαινόταν δύσκολο, από μιαν πρώτη επαφή, κάποιος να την ταξινομήσει στην κατηγορία γυναικών που ήταν καταδικασμένες να «μείνουν στο ράφι».  Ως συνάδερφος του Κώστα Μ άρχισε να προσεταιρίζεται την παρέα μας και ιδιαίτερα εμένα, ως τον γεροντότερο, πλέον επιλέξιμο και, κατά τα φαινόμενα, διαθέσιμο του κύκλου, αλλά με τις άγαρμπες προσπάθειες μιας αγχωμένης γεροντοκόρης που ένιωθε τις ευκαιρίες για «αποκατάσταση» να λιγοστεύουν με το πέρασμα του χρόνου. Τέτοιες προσεγγίσεις της Λένας έγιναν αντικείμενο πικρόχολου χιούμορ και κουτσομπολιών για την ίδια, και αντίστοιχων πειραγμάτων σε μένα. Τα σχόλια κορυφώθηκαν σε μια σχεδόν απροκάλυπτη θυμηδία, όταν σε μια από τις εξόδους μας στο Ulysses, η Λένα εμφανίστηκε ντυμένη, εκτός τόπου και χρόνου, με ένα μαύρο πέτσινο παντελόνι, σε μια άδοξη προσπάθεια να εντυπωσιάσει.

Στο ίδιο tea-room της σχολής των «ανθρωπιστικών επιστημών» γνώρισα μια ακόμα συνάδερφο του Κώστα, την Άννα, μια συμπαθητική Ιταλίδα με ξανθά μαλλιά, μικρά στρογγυλά γυαλιά τύπου Antonio Gramsci και ασορτί κουλτουριάρικη φυσιογνωμία, της οποίας την έμφυτη ιταλική ζεστασιά και αβίαστο χαμόγελο να είχα ενδεχόμενα παρερμηνεύσει ως φλερτάρισμα -κάτι που τελικά ποτέ δεν θα μάθαινα. Η Άννα είχε ψηλό ανάστημα, ήταν αρκετά ψηλότερη μου, και αν αυτό δεν παρουσίαζε πρόβλημα στην εκδηλωτική προδιάθεση και ζεστούς τρόπους της, σίγουρα αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα για τον χαρακτήρα μου. Η Άννα, η Λένα, κι άλλες πολλές κοπέλες, Ελληνίδες και ξένες, μπήκαν στη λίστα των καλεσμένων του πάρτι που ο Κώστας ο Μ είχε καταρτίσει, με πολλές (είναι αλήθεια) υποσχέσεις, αλλά και την εκνευριστικά χαλαρή διάθεση που τον διέκρινε. Ποντάραμε, εγώ και ίσως ο ίδιος ο Κώστας, όσο και αν δεν το έδειχνε πίσω από ένα βλοσυρό και αμίλητο ύφος, στην γνωριμία με γυναίκες σε ένα πιο ζεστό και φιλικό περιβάλλον. O Γιώργος θα αναλάμβανε τη μουσική επένδυση. Θα ήταν το πρώτο, σχετικά μεγάλης κλίμακας πάρτι που οργάνωνα σε σπίτι μου, έστω και ως μέλος μιας τρόικας -ούτως ώστε ευθύνες αποτυχίας να μοιραστούν. Πάντα, εξαιτίας μιας αρνητικής προδιάθεσης και απαισιοδοξίας οι πιθανότητες αποτυχίας σε κάθε εγχείρημα, πάντα με απασχολούσαν. Έτσι και η προοπτική του πάρτι όσο με συνάρπαζε, άλλο τόσο με ανησυχούσε.

Παρασκευή απόγεμα, παραμονή του πάρτι, ο Κώστας μας διαβεβαίωνε ότι η προσέλευση από το άλλο φύλο αναμενόταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική. Τελικά βράδιασε Σάββατο. Λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η υποδοχή των καλεσμένων από την λίστα, ως συνηθίζω πριν από ανάλογες κοινωνικές εκδηλώσεις, άρχισα να πίνω για να καταπολεμήσω τη νευρικότητά μου. Ο συγκάτοικος και φίλος Α και η κοπελιά του Π θα ήταν παρόντες, αλλά δήλωσαν ότι η παρουσία τους θα ήταν διακριτική και θα στέκονταν στο περιθώριο του πάρτι: το βάρος της υποδοχής και της ψυχαγωγίας των καλεσμένων, για πρώτη φορά στην ζωή μου, έπεφτε αποκλειστικά στις πλάτες μου. Υπήρχε ευτυχώς το στήριγμα του Γιώργου -του Γιώργου που είχα προδώσει για να συγκατοικήσω τελικά, μετά από μερικούς μήνες με τον Α. Ήρθε από τους πρώτους για να τακτοποιήσει το μουσικό πρόγραμμα, που με εξαιρετική προσοχή επιλέξαμε και προετοιμάσαμε μαζί: ήταν η ευκαιρία για να μυηθώ σε μια σειρά από καινούργια ακούσματα.

Από τους πρώτους καλεσμένους, προς μεγάλη μου ανακούφιση, ήρθε η Άννα, η Ιταλίδα, και μαζί της δημιουργήσαμε ένα μικρό πηγαδάκι στην κουζίνα. Ακολούθησε ο Κώστας Κ, ο λέκτορας, που μετά από λίγες κουβέντες, κάθισε με ένα ποτό στο χέρι στην άκρη του καναπέ, σοβαρός και αμίλητος, μια στάση που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια του πάρτι. Ο άλλος λέκτορας, ο Γιώργος Μπ, ως αναμενόταν, παρουσιάστηκε γεμάτος αέρα με την όμορφη Ελληνίδα συνοδό και κοπελιά δίπλα του, κατά γενική ομολογία η ομορφότερη μεταξύ των Ελληνίδων εκείνης της ακαδημαϊκής φουρνιάς. Λογικό, για τους εργένηδες του κύκλου μου στο πανεπιστήμιο, τους υποφαινόμενο και τον Κώστας Κ πρώτους και κύριους ανάμεσά τους, να νιώθουν μια δόση ζήλειας για εκείνο το ζευγάρωμα που είχε έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια όλων μας μια βραδιά στο Ulysses. Αποτελούσε εν μέρει απόδειξη ότι η φυσική ομορφιά του προσώπου ενός άντρα δεν είναι ούτε ικανή, ούτε αναγκαία συνθήκη για ερωτικές επιτυχίες. Ο Γιώργος είχε ένα σχετικά πρόσωπο άσχημο, με ασύμμετρα και χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, τουλάχιστον με υποκειμενικά κριτήρια πολλών κρινόμενο, αλλά διέθετε αυτοεκτίμηση και μιαν απτόητη αυτοπεποίθηση, ένα bravado, ήταν ευπροσήγορος και διπλωμάτης και με γοητευτικός τρόπου. Σε αντίθεση με τα άγρια χαρακτηριστικά του προσώπου που προδιάθεταν μερικούς αρνητικά, εκφραζόταν με εκλεπτυσμένους τρόπους. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια (είχε πατέρα επιχειρηματία και, μάλιστα, ιδιοκτήτη λεωφορείων), είχε εν ολίγοις τα εφόδια ώστε να πετύχει και καθιερωθεί από πολλές απόψεις στη ζωή: ένα ακόμα σημαντικό ατού, στην προσέλκυση του άλλου φύλου.  Αν και συνομήλικος μου, η επιστημονική του καριέρα βρισκόταν ήδη παρασάγγες μπροστά. Με την κοπελιά του το βράδι εκείνο, φυσικά, θα συναναστρέφονταν αρμονικά και επί το πλείστον με το άλλο περήφανο ζεύγος της βραδιάς: τον Α και την Π.

Από τους πρώτους ήρθε και η Λένα, χωρίς, ευτυχώς χωρίς κάποια «πέτσινη» ή ντεμοντέ εμφάνιση που θα έδινε το έναυσμα για τα καυστικά σχόλια της μαρίδας. Ο Θεοδόσης ήρθε και αυτός μόνος. Από τους τελευταίους εμφανίστηκε, ο Κώστας ο Μ, συνοδευόμενος από γνωστά και άγνωστα κορίτσια, Ελληνίδες και ξένες, συνεπής στις δεσμεύσεις που ανέλαβε για το πάρτι. Ο Γιώργος αστειεύτηκε ψιθυριστά στο αυτί μου: “Kostas delivered!”

Η μέθη που άρχισα να νιώθω δεν μου επέτρεπε να δω με καθαρό μάτι και αναλύσω τη διάθεση και την διασκέδαση του αρκετού κόσμου που είχε μαζευτεί, αλλά μου επέτρεψε να αναλάβω μερικές  πρωτοβουλίες, πρωτόγνωρες με τα δεδομένα του χαρακτήρα μου, καθώς διέκρινα, θολά, ίσως λαθεμένα, κάποιες δυνατότητες επιτυχίας ανάμεσα στις καλεσμένες μας. Ο Γιώργος δυνάμωσε την ένταση της μουσικής και έβαλε μερικά χορευτικά μπλουζ. Κάποιος χαμήλωσε τα φώτα του living-room. Εγκατέλειψα την παρέα και τη συζήτηση με την Άννα, μάλλον άγαρμπα και τους αγενείς τρόπους που ακούσια υιοθετώ μετά από αρκετό πιοτό, και πήρα την Ειρήνη, μια μικροκαμωμένη κοπέλα, από τον κύκλο του Κώστα και αυτή, με χαριτωμένο, αν και ελαφρώς βλογιοκομμένο πρόσωπο, να χορέψουμε. Έκανα κάτι που πίστευα θα γινόταν απαρχή ενός κανονικού και επιτυχημένου πάρτι. Υπολογίζαμε χωρίς τον ξενοδόχο, όπως λένε.

Πριν ακόμα τελειώσει ο πρώτος χορός κάποιος κτύπησε δυνατά την εξώπορτα. Την άνοιξε ο Α, ως κύριος ενοικιαστής-νοικοκύρης. Ήταν ο γείτονας του διπλανού σπιτιού, που με έντονο ύφος ζήτησε να χαμηλώσουμε την ένταση της μουσικής και του θορύβου. Ο Α, μετά από παράκλησή μου, είχε κάνει κάποια ασαφή νύξη το πρωί, εκτός κάποιο πρωτοκόλλου που ίσως συνηθίζεται σε ήσυχες γειτονιές της Αγγλίας για το επερχόμενο πάρτι και με μικρή σχετικά προειδοποίηση. Ο γείτονας είχε εκφράσει, χωρίς να τις προβάλλει δυναμικά και επιτακτικά, τις αντιρρήσεις του: είχε μωρό παιδί που δεν ήθελε να ξυπνήσει. Το πρωί του Σαββάτου ήταν αργά για να το ακυρώναμε και δεν είχαμε πλήρη αίσθηση του μεγέθους της ενόχλησης που θα προκαλούσε. Ποντάραμε σε ανοχές, που το κατώφλι τους όμως τελικά αποδείχτηκε χαμηλό. Χαμηλώσαμε τη μουσική, εντείναμε τον φωτισμό, ο αγκαλιαστός χορός που ξεκίνησα για να δώσω έναυσμα στο πάρτι διακόπηκε απότομα. Αμήχανοι, άλλοι καθισμένοι όπου βρήκαν, άλλοι όρθιοι κουβεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων. Δυο-τρεις Αγγλίδες από το γκρουπ του Κώστα και η Άννα, αποχώρησαν. Σε λίγο η πόρτα ξαναχτύπησε. Ο θόρυβος από την κουβέντα μας και η μουσική που έπαιζε σε χαμηλή ένταση εξακολουθούσαν να ενοχλούν τον γείτονα, που σε οργισμένο ύφος αυτή την φορά και άγριους τρόπους, που υπέστη στην πόρτα ο Α, απαίτησε το τερματισμό του πάρτι και απείλησε ότι θα καλούσε την περιβαλλοντική αστυνομία. Το μωρό είχε αναστατωθεί και έκλαιγε. Η μουσική μας σιώπησε, η κουβέντα έγινε ψιθυριστή. Το πάρτι είχε αποτύχει παταγωδώς! Ο Γιώργος Μπ, για να βγούμε από την στενάχωρη θέση και το αδιέξοδο που επεφύλαξε η βραδιά στους οργανωτές της, όπως εγώ, πρότεινε με τα λίγα διαθέσιμε αυτοκίνητα να πηγαίναμε στο κέντρο για φαγητό σε ένα από τα μαγαζιά που έμειναν ανοικτά μέχρι αργά. Και εκεί καταλήξαμε: να τρώμε curry σε ένα ινδικό.

Στη μέθη δεν συνειδητοποίησα το μέγεθος του φιάσκου. Εν τέλει, η αποτυχία του πάρτι που με τόσο μεράκι οργανώσαμε, που πάνω του ελπίδες γνωριμιών και σχέσεων επενδύσαμε, δεν με στεναχώρησε στο βαθμό που θα επηρέαζε έναν άνθρωπο με σεσημασμένη και τεκμηριωμένη ευαισθησία σε τέτοιες περιπτώσεις. Τη Δευτέρα, στην συνήθη συγκέντρωση μας στο tea-room του Κώστα, τα λόγια του Γιώργου με στενοχώρησαν περισσότερο. Περίμενα από τον συνδιοργανωτή κάποιο στοιχείο αυτοκριτικής ή έστω κάποιο παρηγορητικό σχόλιο, αλλά είπε: «Το πάρτι ήταν μια τραγική αποτυχία!»· για το πάρτι γενικά, όχι για το πάρτι «μας» που μιλούσε μέχρι τότε. Ο Κώστας Μ και οι άλλοι δεν είπαν τίποτε. Έκτοτε, δεν ανάλαβα ξανά την πρωτοβουλία της οργάνωσης τέτοιων φιλόδοξων πάρτι. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά, που άφησε μια πικρή ανάμνηση και άφησε μια ακόμα μικρή πληγή στο εγώ.

Tuesday, December 2, 2025

20 - Alan, o Ροκάς

Τον ίδιο καιρό με τη M_ina, κατά την δεύτερη χρονιά στο Birmingham, το εργαστήριο υποδέχτηκε ως ‘ώριμο μεταπτυχιακό φοιτητή’ έναν άνθρωπο από άλλο ανέκδοτο, όπως συνηθίζουμε να λέμε για παράξενους. Έναν άνθρωπος με άκρως ιδιόρρυθμη και εκκεντρική προσωπικότητα, που η τομή των εμφανών χαρακτηριστικών με άλλους συμβατικών χαρακτήρες του εργαστηρίου και της σχολής, ακόμα και με τα δικά μου ή της μουσουλμάνας (που κάπως ξεχωρίζαμε) ήταν το κενό σύνολο. ‘Enter’, λοιπόν, Alan E. Κατέφτασε μια ανοιξιάτικη μέρα του 1993 σε ένα μπλε, παμπάλαιο FORD van, από αυτά που χρησιμοποιούν συνεργεία ελεύθερων επαγγελματιών της πιάτσας (ελαιοχρωματιστών, υδραυλικών, κτλ.), στο οποίο είχε φορτώσει, επιπλέον των βασικών υπαρχόντων προς συντήρηση και διαβίωση, όπως κονσέρβες, ξηρή τροφή, και ρούχα, και το στέρεο του για ψυχαγωγία, κάθε λογής, αν όχι σαβούρα για πέταμα, αχρείαστα για τις σπουδές του αντικείμενα: εργαλεία, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, όργανα μέτρησης, ανταλλακτικά. Αυτά, κατά δήλωση του, ανήκαν στον ίδιο -δήλωση ψευδή κατά τη γνώμη μου, με δεδομένο το κόστος τέτοιου υλικού. Όλα αυτά τα «δικά του» αντικείμενα τα είχε χρωματίσει, για να τα ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο εξοπλισμό του εργαστηρίου, με μια μπλε πινελιά ανεξίτηλου χρώματος, μολονότι με ευχαρίστηση τα δάνειζε σε άλλους συνεργάτες, παρά τη δυσανασχέτηση των αφεντικών, του Tom και του Mike. Αυτή η μικρή περιουσία πίστευε ότι του πρόσδιδε κάποιο κύρος.

Προερχόταν από το Stevenage, μια άχρωμη πόλη στο κέντρο της Αγγλίας, όπου άφησε κλειδωμένο και ακατοίκητο ένα σπίτι που του ανήκε, μαζί με τη δουλειά του των τελευταίων επτά-οκτώ χρόνων στην περιοχή, ως ηλεκτρονικός σε μια βρετανική εταιρία-behemoth, έχοντας μπουχτίσει από τη ρουτίνα, και για να ξαναβρεί την ελευθερία του και ξαναζήσει την ανεμελιά των χρόνων μιας φοιτητικής νεότητας που νοστάλγησε.

Ο Alan εκ πρώτης όψεως είχε πολλά από αυτά που κάποιος θα συνόψιζε ως αγγλοσαξονικά χαρακτηριστικά. Λίγο πάνω από μέτριο ανάστημα, με αδύνατο σχετικά κορμί χωρίς κάποια ιδιαίτερη αρρενωπότητα, τη χαλαρότητα κάποιου που δεν έκανε πολλά σπορ από την εποχή του σχολείου. Στη διάρκεια της μέρας, με κρύο ή ζέστη, ήταν μόνιμα ντυμένος με μια φθαρμένη αμάνικη φανέλα και ένα ξεθωριασμένο εφαρμοστό τζιν, με μια ζώνη από μαύρο δέρμα και κρίκους αλυσίδας, σαν εκείνες που είχα δει να φοράνε διάφοροι περιθωριακοί στην Ελλάδα, και πάνινα αθλητικά παπούτσια. Είχε χλωμό λευκό δέρμα, ξεπλυμένα μπλε μάτια, και στο πρόσωπό του δεν βρισκόταν κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό που θα προσέλκυε την προσοχή, ούτε κάποιο χάρισμα, ούτε κάποια χάρη. Ήταν φαλακρός στην κορυφή του κεφαλιού του, και, συχνά, έχοντας αυτοσυνείδηση της φαλάκρας του, με απαλές κινήσεις της παλάμης την άγγιζε για να νιώσει και τακτοποιήσει ό,τι είχε μείνει από μιαν ισχνή ξανθοκίτρινη κόμη, που την άφηνε να πέφτει με μακριές μπούκλες στους ώμους του -όποτε δεν την έδενε σε μια μικρή κοτσίδα πίσω από το κεφάλι του. Αργότερα, στην πορεία της περίεργης φιλίας που αναπτύξαμε, μου εκμυστηρεύτηκε ότι εφάρμοζε στα μαλλιά του χρώματα με ξανθές ανταύγειες. Κι έτσι μου εξήγησε το αφύσικο τους χρώμα, που ξεχώριζε ακόμα και σε χαμηλό φωτισμό από μακριά.

Στο Birmingham, ενόψει και όσο διήρκεσαν οι σπουδές του, δεν νοίκιαζε κάποιο δωμάτιο ή διαμέρισμα, όπως κάνουν οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές. Ήθελε οι αποταμιεύσεις του να κρατούσαν όσο χρόνο χρειαζόταν για να ολοκληρώσει τη διατριβή του. Ίσως προκατειλημμένος από την εμφάνισή και την μποέμικη περσόνα, ποτέ δεν πείσθηκα ότι ήταν κάτι που θα έπαιρνε στα σοβαρά. Από την πρώτη μέρα εγκαταστάθηκε στο εργαστήριο, όπου εκτός από τα σημαδεμένα ηλεκτρονικά του εξαρτήματα και όργανα, έφερε από το βαν του ένα στέρεο, μια μικρή τηλεόραση, μερικά ρούχα, ένα sleeping-bag, και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Πίσω και κάτω από τον πλέον απομακρυσμένο από την πόρτα εργαστηριακό πάγκο που δεν χρησιμοποιείτο, διαμόρφωσε, εν είδη αυτοσχέδιας σκηνής κι επιμελώς καμουφλαρισμένο, το χώρο όπου θα κοιμόταν. Το εργαστήριο και η σχολή θα γινόταν σπίτι του. 

Ήμουν από τους πρώτους που αντιλήφθηκα τον μη συμβατικό και μποέμικο τρόπο ζωής που υιοθέτησε, καθώς ήμουν από αυτούς που συχνά έμεναν μέχρι αργά το βράδυ στο εργαστήριο, και καμιά φορά περνούσα από εκεί τα Σαββατοκύριακα. Τέτοιες αργές βραδινές ώρες θα έβλεπε κάποιος τον Alan να πηγαινοέρχεται στους σκοτεινούς διαδρόμους, μέσα και έξω από τις αίθουσες του εργαστηρίου, χώρους που λίγο-πολύ οικειοποιήθηκε και έκανε σπίτι του, πάντα στο αμάνικο φανελάκι που φανέρωνε το τριχωτό του στήθος, μια κολλάν βερμούδα, σε ένα ζευγάρι τρύπιες κάλτσες, πολλές φορές με μια πετσέτα από ή προς τα ντους του κτιρίου. Άλλες φορές με τη μπουγάδα της μιας, των δυο ή τριών φθαρμένων αλλαξιών που ενάλλασσε.

Είχε, ως φοιτητής πλέον, άμισθος μεταπτυχιακός, απεριόριστο ελεύθερο χρόνο και την εκείνη περίοδο μηδενική πίεση από την ιεραρχία της σχολής, και ήταν απορίας άξιο πως γέμιζε το χρόνο του. Κατά την διάρκεια της μέρας σχεδόν μόνιμα «τακτοποιούσε» κάτι, γυάλιζε εξαρτήματα, έβαφε κουτιά που δεν χρειαζόταν βάψιμο, μετακινούσε όργανα από το ένα χώρο στον άλλο, περιστασιακά έκανε χωρίς κάποιο αντικείμενο μετρήσεις. Τα βράδια, όταν γραφεία κι αίθουσες ερήμωναν από φοιτητές κι εργαζόμενους, ο Alan συμπεριφερόταν σαν κάποιον που γυρνάει από τη δουλειά στο σπίτι του. Έπλενε και πλενόταν, έτρωγε, άκουγε τη μουσική που του άρεσε στο στέρεο. Έβγαζε από το ψυγειάκι που επίσης είχε φέρει από το blue-van και τοποθετήσει δίπλα στο γραφείο του, κάποιο κουτάκι φτηνής ale. Τα «ροκ του παππού», όπως λένε για την κλασική ροκ προηγούμενων δεκαετιών, κάθε βράδι τα ίδια επαναλαμβανόμενα τραγούδια από Status Quο, Def Leppard, Aerosmith, Dire Straits, αντηχούσαν στο εργαστήριο και τον μακρύ διάδρομο απ’ έξω. Μέσα από εκείνη τη μουσική ξεκινήσαμε τις πρώτες μας συζητήσεις και ήταν μια άλλη πτυχή της αγγλικής κουλτούρας στην οποία μυήθηκα και χρωστάω στον Alan.

Στην αρχή ήταν συνεσταλμένος και συγκρατημένος στην παρουσία μου. Τα βράδια, βλέποντας με καθισμένο μπροστά στον υπολογιστή σε έναν από τους χώρους που είχαν γίνει μέρος της βραδινής του κατοικίας, με χαιρετούσε, με ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα απλό ‘Hi!’ πριν απορροφηθεί απερίσπαστος από τις καθημερινές του ενασχολήσεις, τις δουλειές του νοικοκυριού του. Δεν πέρασε πολύς καιρός που με αναγνώρισε ως άνθρωπο άξιο της εμπιστοσύνης του. Η αποκρουστικότητα τους διαμερίσματος-«στάβλου» που είχα νοικιάσει με ωθούσε σχεδόν καθημερινά, μέχρι αργά το βράδι, και σαββατοκύριακα, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου της  σχολής. Επομένως, είχα ήδη σχηματίσει πλήρη εικόνα, ίσως καλύτερη από κάθε άλλον, της λαθραίας διαβίωσης του στο Εργαστήριο, που παραβίαζε κανονισμούς, γραπτούς ή άγραφους, του πανεπιστημιακού χώρου και εν αγνοία των κύριων αφεντικών, του Mike και του Tom. Και φυσικά δεν μοιραζόμουν τις εντυπώσεις μου με τις «κεφαλές» του εργαστηρίου και της ομάδας, αν και έβλεπα ότι ήταν θέμα χρόνου πριν η ζωή που είχε παράνομα και κρυφά οργανώσει, θα αποκαλυπτόταν με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ανοιχτήκαμε σταδιακά ο ένας στον άλλον, περισσότερο χάρι στο χρόνο που μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο χωρίς παρουσίες άλλων. Τον ρώτησα για τη μουσική που άκουγε σε μονότονη επανάληψη. Τον ρώτησα για το τι τον έφερε στο πανεπιστήμιο και σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε τέτοια ηλικία και με τέτοια καθυστέρηση. Με κάποια δόση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που δεν θα έπειθαν πολλούς για τα πραγματικά κίνητρα πίσω από μιαν τόσο δραματική αλλαγή πορείας σε ζωή και καριέρα, μου είπε για το «κανονικό» σπίτι που είχε αγοράσει στο Stevenage και το άφησε κλειδωμένο, μου μίλησε για την σπουδαία θέση μηχανικού που κατείχε στην εταιρία του, με έβαλε να ακούσω την ηχογραφημένη κασέτα από το αποχαιρετιστήριο πάρτι -όταν με μια παράφωνη, αλλά γεμάτη συναίσθημα φωνή, τραγουδούσε μπροστά στο πλήθος των συναδέρφων του, όπως μου έλεγε, το ‘My Way’ του Frank Sinatra.   

Φαινόταν πολύ μοναχικός άνθρωπος ο Alan. Ποτέ δεν αναφέρθηκε σε σχέσεις, με φίλους, γονείς και συγγενείς. Μοναδική εξαίρεση ήταν αναφορές στον αδερφό του. Δεσμό δεν είχε, ούτε μίλησε για κάποιαν από το παρελθόν του, ούτε, διακριτικός όπως πάντα, τόλμησα να ρωτήσω σχετικά. Από την πρώτη στιγμή, όμως, που η Bea, μια Γερμανίδα με μικρό στρόγγυλο πρόσωπο, κοντά αγορίστικα κοκκινόξανθα μαλλιά, ίσιο μονοκόμματο σώμα χωρίς καμπύλες και μια μόνιμη κακοσμία στην αναπνοή, με λίγα λόγια ένα σημαντικό έλλειμμα σεξουαλικότητας και χάρης, εντάχθηκε ως επίσης μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην ομάδα, διαπίστωσα στον Alan μια μικρή αναστάτωση και αμήχανες, πλάγιες προσπάθειας να την πλησιάσει. Όπως συμπεριφέρονται συνεσταλμένοι και στερημένοι άντρες που ανιχνεύουν κάποια ευκαιρία στον κύκλο τους ελπίζουν για μια σχέση. Δεν άργησε να μου εκμυστηρευθεί τις κρυφές ελπίδες που έτρεφε για μια σχέση με την Bea, αλλά όπως αναμενόταν (χωρίς να εκφράσω ο,τιδήποτε θα μπορούσε να τον αποθαρρύνει, απεναντίας…) οι ελπίδες εκείνες αποδείχτηκαν φρούδες· οι άγαρμπες προσπάθειες του φαινόταν εξαρχής καταδικασμένες σε αποτυχία: το μποέμικο πακέτο που προσωποποιούσε ο Alan ήταν, όπως και να το έβλεπε κανείς, εντελώς ασύμβατο με την προσωπικότητα της Γερμανίδας, και από την άλλη μεριά ο Alan, ούτε την εμπειρία κατά τα φαινόμενα διέθετε, ούτε και το χάρισμα για να την δελεάσει. Τελικά το μόνο που κατάφερε είναι να της προσφέρει εξυπηρετήσεις , όπως εκδρομές για ψώνια, με το blue-van.