Μου προτάθηκε από το αφεντικό, τον Dr. Μ, να διδάξω ένα μέρος, το πρώτο μισό, του μαθήματος που του είχε αναλάβει για το ανοιξιάτικο τρίμηνο. Οι προθέσεις και κίνητρα του Dr. M δεν ήταν ξεκάθαρα –ποτέ δεν ήταν όσον αφορά την δουλειά μου εκεί. Φευγαλέα, θεωρώντας το αυτονόητο ανάμεσα σε συναδέρφους ότι με τη λήξη του συμβολαίου έκλινα προς μια «ακαδημαϊκή καριέρα», μου το πρότεινε ως ευκαιρία να αποκτήσω την πολύτιμη «διδακτική εμπειρία». Η πατροπαράδοτη ελληνική καχυποψία και πονηριά με οδήγησε να υποπτευθώ ότι το έκανε περισσότερο για να απαλλάξει τον εαυτό του από ένα βαρύ και ανεπιθύμητο διδακτικό φορτίο. O Dr. M δεν ήταν καλός δάσκαλος, από όσα μου έλεγε ο Δr. ΚΚ, είχε κακή άρθρωση, μεταδοτικότητά χειρότερη. Το μάθημα αυτό καθαυτό, κουραστικό και δύσκολο, από εκείνα τα μαθήματα, που με σχετικά πολλά στριφνά μαθηματικά ανάμεσα στις προαπαιτήσεις, και τη βασική και μάλλον αφηρημένη και για πολλούς αχρείαστη στην πιάτσα γνώση που παρέχουν, δύσκολα καταφέρνουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή τουλάχιστον πρόσκαιρα την προσοχή νέων ανθρώπων. Το είχα κι εγώ διαπιστώσει από την προσωπική μου εμπειρία ως φοιτητής, αν και τελικά οδηγήθηκε από τις περιστάσεις να εντρυφήσω σε σχετικό αντικείμενο. Παρόλα αυτά, δέχτηκα με χαρά και κάποιον συγκρατημένο ενθουσιασμό. Είχα διαποτιστεί από προσωπικές φιλοδοξίες επιστημονικής καριέρας σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ήταν η σταθερή και μοναδική παραίνεση (και κρυφή ελπίδα) των γονιών μου από την αποφοίτηση. Δικαιολογημένη από λόγους ιστορικούς και των προσωπικών τους εμπειριών δεν υπήρχε τίποτε καλύτερο ανάμεσα σε μετρημένες εναλλακτικές λύσεις στη δεδομένη ελληνική πραγματικότητα– η «ακαδημαϊκή καριέρα» ήταν μονόδρομος για την επαγγελματική ολοκλήρωση νέων σαν και μένα, ένα holy grail. Ο Πατέρας θα ανάλωνε ένα μεγάλο της ενέργειας του τις επόμενες μια και δύο δεκαετίες, μονομανιακά θα έλεγε κανείς, να κυνηγάει για λογαριασμό μου τέτοιου είδους καριέρες στην Ελλάδα (και εκτός Ελλάδος, όταν το ελληνικό πανεπιστήμιο είχε πλέον κλείσει τις πόρτες του), συχνά παρά την θέλησή ή εν αγνοία μου, και ανεξάρτητα των γενικά ελάχιστων πιθανοτήτων επιτυχίας. Στο περιβάλλον της μικρής και φτωχής πατρίδας, που ο ίδιος μεγάλωσε και δούλεψε, οι επαγγελματικοί ορίζοντες παρέμειναν χαμηλοί και οι διασυνδέσεις έπαιζαν τον κύριο λόγο σε μιαν «αξιοπρεπή» επαγγελματική εξέλιξη.
Για τις διαλέξεις εκείνες προετοιμάστηκα
διεξοδικά: με διαφάνειες, σημειώσεις, εφεδρικές διαφάνειες και τα λοιπά, αλλά από
μια άποψη χωρίς μπούσουλα και εκ του μηδενός, χωρίς να έχω κάποια εκ των
προτέρων αντίληψη των γνώσεων και ικανοτήτων της τάξης. Έκανα πρόβες εντατικές
σε σημείο που να έχω αποστηθίσει αυτά που θα έλεγα στη διάρκεια των
σαράντα-πέντε λεπτών της διάλεξης. Το ότι αυτή θα έπρεπε να διεξαχθεί σε ένα
ακροατήριο μερικών δεκάδων φοιτητών, στον πυρήνα τους βρετανών, από καθ’ έδρας
σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο μου δημιούργησε νευρικότητα και φόβο. Το βράδι πριν
από την πρώτη διάλεξη το επισκέφτηκα, ανέβηκα στο podium, αντίκρυσα τις
σειρές των άδειων θρανίων, δοκίμασα το μικρόφωνο. Θυμήθηκα την παρουσίαση που
είχα κάνει σε εκείνο το πρώτο αμερικάνικο συνέδριο που άφησε μέτριες
εντυπώσεις. Πέρασε όμως καιρός από τότε, είχα ωριμάσει, αποκτήσει εμπειρίες,
κατείχα καλύτερα τη γλώσσα, και κάλλιστα το περιεχόμενο του επιστημονικού αντικείμενου.
Άλλωστε, θα απευθυνόμουν σε νέους ανθρώπους αφ’ υψηλού, με πολύ περισσότερες
γνώσεις και ανώτερη μόρφωση, και πίστευα ότι θα με αντιμετώπιζαν με τουλάχιστον
με σεβασμό, αν όχι και δέος, με την ελπίδα να μάθουν κάτι, όσο στείρο και
στεγνό να τους φαινόταν –θεωρώντας αξιωματικά ότι υπήρχε μια στοιχειώδης όρεξη
και προδιάθεση για απόκτηση γνώσης εκ μέρους τους.
Στο πρώτο μάθημα το αμφιθέατρο ήταν κατάμεστο.
Tο βουητό από
το πλήθους των φοιτητών που προσδοκούσε διέχεε την αίθουσα. Άρχισα να μιλάω την
προκαθορισμένη στιγμή. Το μικρόφωνο δούλευε και η φωνή μου αντηχούσε καθαρή και
δυνατή. Με το άκουσμα της φωνής μου, ο αχός από τα έδρανα σταμάτησε σχεδόν
ακαριαία, κάτι που βοήθησε να ξεπεράσω μεγάλο μέρος του τρακ. Το ακροατήριο με
άκουγε, και μάλιστα, από όσο φαινόταν, με προσοχή. Επιστράτευσα μιαν απομίμηση
αμερικάνικης προφοράς, όπως την είχα εξασκήσει και συνηθίσει στο παρελθόν μου
στις ΗΠΑ, είπα λίγα λόγια για τον εαυτό μου, για την Αμερική και το
πανεπιστήμιο εκεί. Πίστευα, ίσως αφελώς και από ματαιοδοξία, ότι αναφορές σε
ένα προηγμένο εκπαιδευτικό σύστημα θα εξύψωνε το κύρος μου στα μάτια του
ακροατηρίου και θα κέντριζε περαιτέρω το ενδιαφέρον. Η διάλεξη συνεχίστηκε
απρόσκοπτα, σε ήσυχο κλίμα, χωρίς παρατράγουδα, με σχετική ευφράδεια και χωρίς
παρατράγουδα εκ μέρους μου, αλλά χωρίς να έχω μέτρο του σημαντικού στοιχείου
της μεταδοτικότητας και του ενδιαφέροντος του φοιτητόκοσμου. Κατέβηκα από το podium ευχαριστημένος από
τον εαυτό μου και κυρίως ανακουφισμένος, ενώ μερικοί αλλοδαποί φοιτητές με
πλησίασαν για ερωτήσεις.
Η δεύτερη διάλεξη ξεκίνησε όπως και η πρώτη,
με σχετική σεβάσμια ησυχία και προσοχή, αλλά με το μέγεθος του ακροατηρίου
ελαφρώς μειωμένο. Στην πορεία ο ρυθμός παρουσίασης των διαφανειών, αλλά και η
δυσκολία του περιεχομένου, και κατ’ επέκταση η δυσκολία κατανόησης απορρόφησης
του αυξανόταν μονοτονικά. Παρατήρησα πίσω από το έντονο φως του προβολέα, που
πολλές φορές ενεργεί ως ασπίδα από το ακροατήριο και υποβοηθάει την
αυτό-απομόνωση και αυτό-συγκέντρωση του ομιλητή, εις βάρος της αλληλεπίδρασης
με το ακροατήριο του, ότι πολλοί από τους φοιτητές σταμάτησαν να κρατούν
σημειώσεις και άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Μετά μετά από ένα σημείο ένας
αχός που πήγαζε από τα πίσω έδρανα άρχισε να δημιουργείται. Η διάλεξη
ολοκληρώθηκε και αυτή, σώα και αβλαβής, εν πολλοίς αλώβητη από κραυγαλέα
σφάλματα στη γραμματική, στην φρασεολογία, και τεχνικά άψογη στο περιεχόμενο.
Όπως, όμως, θα διαπίστωνα από το τέλος της δεύτερης διάλεξης και κατά την πορεία
των έξι διαλέξεων που είχα αναλάβει, σχετικά καθυστερημένα για οποιαδήποτε
δραστική επέμβαση, είχα αρχίσει να χάνω την επαφή με το ακροατήριό μου, ακόμα
και εκείνο τον μικρό αλλά πολύτιμο για κάθε δάσκαλο πυρήνα των επιμελών που έδειχναν
κάποιον ζήλο και γνήσιο ενδιαφέρον.
Από την τρίτη διάλεξη και μετά, το ακροατήριο
είχε σχεδόν αραιώσει στο μισό του αρχικού, ο αχός από τους αρχικά διακριτικούς
ψίθυρους έγινε θόρυβος από αρκετές ευδιάκριτες φωνές. Σε κάποια στιγμή κάποιος
πέταξε προς το podium ένα χαρτάκι. Τα αρχικά αποθέματα αυτοπεποίθησης και όρεξης μέσα μου είχαν
εξαντληθεί. Με ένα μίγμα νευρικότητας και εκνευρισμού, που με ανάγκαζε να ανεβάζω την ένταση της φωνής μου ώστε
να υπερισχύει του θορύβου από την τάξη και να επιβληθεί, άρχισα να περνάω
βιαστικά από τη μια διαφάνεια στην επόμενη ώστε να ολοκληρωθεί η «διδακτέα ύλη»
στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Οι τελευταίες διαλέξεις εξελίχθηκαν σε
μιαν ανεπιθύμητη δοκιμασία, ίσως ταπεινωτική και βασανιστική, αν όχι ένας
Γολγοθάς μαρτυρίου. Τελικά επήρθε η ανακούφιση όχι από μια πετυχημένη ή έστω
ανεκτού επιπέδου απόδοση στα διδακτικά καθήκοντα που μου ανατέθηκαν, αλλά από
το οριστικό τέλος του εγχειρήματος. Αν και κατάφερα να επιπλεύσω, ως πρωτάρης διδάσκων
σε σχετικά βαθιά νερά, η γοητεία που ασκούσε η προοπτική της διδασκαλίας σε
πολλούς και είχε μέχρι τότε δελεάσει και μένα, είχε ήδη χάσει πολλά από τα
θέλγητρά της. Μια από τις λεωφόρους επαγγελματικής εξέλιξης φαινόταν να γίνεται
δρομάκι με πιθανόν αδιέξοδο στο τέλος του.