Τις οικογενειακές διακοπές, στο τόξο της ζωής που συνέδεε τα
τελευταία παιδικά χρόνια με εκείνα τα πιο προκλητικά και ταραγμένα της εφηβείας,
τις περνούσαμε στο camping της
Σκοτίνας. Ανήκε στον ΕΟΤ της χούντας, τον κρατικό ΕΟΤ στις δόξες του, και για ένα
μικρό διάστημα στο χαλαρότερο κράτος της μεταπολίτευσης -όταν πλέον τέτοιες «δημόσιες»
επιχειρήσεις άρχιζαν να παρακμάζουν από την κακοδιοίκηση και μαλθακότητα, τα
ρουσφέτια και την ευνοιοκρατία, μέχρις ότου να διαλυθούν πνιγμένες σε ζημιές.
Ήταν η περίοδος του camping της Σκοτίνας, που Αδερφός από δυο-τριών
χρονών νήπιο μεγάλωνε σε ένα άτακτο, ζωηρό και δύσκολο παιδί, έναν «αντάρτη», όπως
άρεσε στον Πατέρα να τον χαρακτηρίζει σε τρίτους, ενώ στην ιδιαιτερότητα του
σπιτιού τραγουδούσε με ιδιαίτερη ικανοποίηση και καμάρι το σουξέ του Κηλαηδόνη:
«Έτσι που ήρθαν τα πράγματα // κακά κι ανάποδά μας // έναν αντάρτη βγάλαμε // στην
οικογένειά μας.» Η κυρία Κ των Πρωτοποριδαίων, από την μεριά της, τον μετονόμασε
σε Γιάννο από Γιάννη, χάριν πάλι στους αντάρτικους συσχετισμούς του βουκολικού και
βουνίσιου «Γιάννος», ως το ζωηρό και ξύπνιο και χαρισματικό παιδί που ήταν -ξεχωριστό,
είναι αλήθεια, από τους τόσους πολλούς Γιάννηδες γύρω μας. Του έτρεφε του Αδερφού
ευδιάκριτη κι εξαιρετική αδυναμία ο Πατέρας, για την ευφυΐα και σπιρτάδα του,
για την ευθαρσή αντιλογία και τον δύσκολο χαρακτήρα του, μιαν αδυναμία εμφανή ακόμα
και μέχρι το σήμερα, το λυκόφως της ζωής του -πολλά χρόνια αφού ο Αδερφός είχε πλέον
μεταμορφωθεί από την ζωή στο ακριβώς αντίθετο των νηπιακών και παιδικών του χρόνων.
Ούτε την έκρυβε εν δήμω την αδυναμία που είχε στον Αδερφό. Την εξέφραζε ανοιχτά
και απερίφραστα, αν και στις λίγες διαλείψεις γονικής ορθότητας, πατρικής αμεροληψίας
και ίσως ενοχών διακήρυττε: «τους δυο γιούς μου τους αγαπώ εξίσου» και «ο
Γιάννης είναι η αδυναμία μας, αλλά ο Λ είναι το καμάρι μας». (Το τελευταίο κομπλιμάν
χάριν περισσότερο στην επιμέλεια και εργατικότητα, που δεν χαρακτήριζαν τον
ίδιο, και τις άριστες επιδόσεις μου στο σχολείο.) Και η κυρία Κ συνηγορούσε: ο Γιάννης
ήταν ο αντάρτης με μπραβάντο, ο επαναστάτης, το ξύπνιο παιδί, που αντιλογούσε
σε ενήλικες, τους παράβγαινε και θύμωνε μαζί τους -παρά το μικρό της ηλικίας
του, εγώ απλά «θετικός». Ήταν λογικό
τέτοιου είδους διακρίσεις να είχαν επίδραση στις σχέσεις με τον Πατέρα και τη συναισθηματική
μας εγγύτητα όσο ήμουν νέος κι όσο ο Πατέρας βρισκόταν ακόμα στην ακμή του· και
μοιραία θα επηρέαζε την προσωπικότητα και συμπεριφορά μου απέναντι στον
υπόλοιπο κόσμο, τότε και αργότερα στη ζωή. Αλλά αυτές οι σχέσεις με τον Πατέρα
όπως με τον καιρό αναπτύχθηκαν, σχέσεις που άλλες φορές κινούνταν στην κόψη του
ξυραφιού, άλλοτε ήταν σχέσεις απλής αναγνώρισης, άλλοτε κατέρρεαν σε ένα ναδίρ ψυχρότητας
ή ζενίθ απόστασης, ιδιαίτερα μετά από μπαράζ από κατσάδες κι επιθετικούς και
προσβλητικούς προσδιορισμούς, αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο.
Πριν από τη Σκοτίνα και τη γέννηση του Αδερφού, ο Πατέρας «έκλεινε»
για λίγες βδομάδες ένα τρίκλινο στο “Platamon Beach” -ένα “demi-pension” ξενοδοχείο ανάμεσα στη Λεπτοκαρυά και τον Πλαταμώνα. Ημι-πολυτελές
θα χαρακτηριζόταν για την εποχή του, όσο στάνταρντ, απρόσωπο και άχαρο και
γερασμένο θα φαινόταν σήμερα. Οι μέρες περνούσαν μονότονα σ’ εκείνο ξενοδοχείο.
Σε κλειστοφοβικούς χώρους, σε μιαν άδοξη, καυτή από τον ήλιο του μεσοκαλόκαιρου
παραλία, ούτε αμμουδένια, ούτε βοτσαλένια, πηγαινοερχόμαστε ανάμεσα στην
ακρογιαλιά και το μπάνιο στη θάλασσα και το εστιατόριο, όπου τρώγαμε το πρωϊνό
και το απογευματινό γεύμα που δικαιούμαστε gratis. Κλεισμένος όπως πάντα στο καβούκι μου, χωρίς να έχει
σημειωθεί κάποια σημαντική πρόοδος στην κοινωνικότητα μου από τα νηπιακά χρόνια,
όταν ντρεπόμουν να ψελλίσω ακόμα και το όνομά μου, έβλεπα από μακριά, κρυμμένος
πίσω από θάμνους μιας απλωσιάς πριν την ακρογιαλιά,
παιδιά της ηλικίας μου των έξι-επτά χρονών που ήμουν τότε και μεγαλύτερα, να
συναθροίζονται στη μεγάλη βεράντα στο πίσω μέρος του ξενοδοχείου· άκουγα τις
φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια της τους να αντιλαλούν μέχρι τη θάλασσα, να τα
βλέπω να παίζουν, να τρέχουν, να χορεύουν, ένα τσούρμο από αγόρια και κορίτσια.
Μόνος, παρά τις παροτρύνσεις της Μάνας να κάνω γνωριμίες και φιλίες,
αποξενωμένος, μοναχική καλαμιά στον κάμπο από μικρός, ενδόμυχα να λαχταρώ να
συμμετέχω, αλλά να μην βρίσκω το κουράγιο να κάνω την υπέρβαση και να δηλώσω την
παρουσία μου ανάμεσά τους.
Ένα βράδυ, κρυμμένος πίσω από τους ευκάλυπτους του κήπου πετούσα
πετραδάκια στην ομήγυρη των παιδιών που είχαν πλημμυρίσει την βεράντα. Ένα,
δύο, τρία πετραδάκια σε χρονικά διαστήματα αρκετά, ώστε, όπως πίστευα, να
ξεχαστεί η προηγούμενη ρίψη κα η ομήγυρης να επιστρέψει απερίσπαστη στην
ανεμελιά των παιχνιδιών της. Ρίψεις ανεξήγητες και αχαρακτήριστες, που μόνο μια
προβληματική ψυχή θα μπορούσε να σκαρφιστεί· ίσως από ζήλια, ίσως από
βαριεστημάρα, ίσως από μιαν εξέγερση από την μοναξιά. Ήθελα μάλλον να κεντρίσω
την προσοχή τους, να δείξω τουλάχιστον ότι είμαι κι υπάρχω, να δώσω ένα παρόν
και στίγμα, από μια κρυμμένη ευχή να με βρουν και καλέσουν στην παρέα τους,
καθώς ο ίδιος δεν είχα το θάρρος να το κάμω. Αφού πέταξα μερικά τελευταία χαλίκια
και κουκουνάρια από τα λέιλαντ του κήπου προς την μεριά της βεράντας, είδα πίσω
από τα ευκαλύπτους και το σκοτάδι που μου παρείχαν κάλυψη, ότι δυο από τα
μεγαλύτερα παιδιά ξεκόπηκαν απειλητικά από την ομάδα για να βρουν και να
τιμωρήσουν αυτόν που κρυβόταν πίσω από την κακή και αδικαιολόγητα εχθρική πράξη
-όπως ήταν. Δραπέτευσα μέσα από τα πλακόστρωτα μονοπάτια του ξενοδοχείου
ανάμεσα στους ευκάλυπτους, τους ίταμους και τα λέιλαντ στο αχνό φως των
σκόρπιων φωτιστικών του κήπου χωρίς να έχω προβλέψει την πορεία τους. Τους αντάμωσα
απρόσμενα σε μια γωνιά του κηπου και σάστισα από τον φόβο. Πιο πολύ με κυρίευσε
η ντροπή ενός μοναχικού και μονόχνωτου δειλού που ακόμα κουβαλάω. Αν δεν είχε
βραδιάσει, θα είχαν διακρίνει αναψοκοκκινισμένα μάγουλά και μαζί με αυτά την
ενοχή μου, αλλά με είδαν μικρό κι ασήμαντο, με ρώτησαν αν είδα κανένα «παλιόπαιδο
να πετάει πέτρες», τους απάντησα αρνητικά με ένα ξερό και φοβισμένο «όχι», και
με προσπέρασαν. Το επεισόδιο είχε λήξει. Γύρισα στο φουστάνι και την γαλήνη της
συντροφιάς της Μάνας μου που έπινε το αναψυκτικό της σε μια γωνιά της
καφετέριας, κι αυτή μοναχική κι αμέριμνη.
Ήταν αντάξια της παιδικής λήθης τα δυο καλοκαίρια στο Platamon Beach Hotel. Αλλά το camping της
Σκοτίνας, όπως ξανοίχτηκε μπροστά στα μάτια μου μια ανοιξιάτικη Κυριακή, καθώς
διασχίζαμε την μεγάλη έκτασή του με το FIAT του Πατέρα, ακόμα παρθένο κι άσπιλο
από παραθεριστές, φάνηκε ως ένας επί γης παράδεισος και με άφησε έκθαμβο και
γεμάτο όνειρα και λαχτάρα για τους μήνες των σχολικών διακοπών. Ήταν τότε στις
αρχές τις δεκαετίας του 1970 η εναρκτήρια saison, κι ο Πατέρας, έχοντας ακούσει επαινετικά σχόλια από τον
φίλο και συνάδελφο Β, με πήρε μαζί του για μια επί τόπου αυτοψία και για να
κλείσει έγκαιρα ένα από τα λιγοστά bungalows στην απόμακρη γωνιά της έκτασής
του. Μεγαλεπήβολη και πρωτοποριακή επιχείρηση του ΕΟΤ για την εποχή, ανάμεσα
στις γραμμές του τραίνου για την Αθήνα, πίσω από δεντροστοιχίες από λεύκες, και
την μέχρι τότε αναξιοποίητη, μακριά και πλατιά παραλία νότια της Λεπτοκαρυάς
μέχρι τον Πλαταμώνα, και τον ακόμα χιονισμένο Μύτικα να την κοιτάζει από ψηλά. Με
απέραντες απλωσιές γρασιδιού, ιδανικές για μπάλα (η φαντασία είχε αρχίσει ήδη
να καλπάζει και να ονειρεύεται impromptu ματς ανάμεσα σε εθνικότητες) και αθλοπαιδιές στις παιδικές
χαρές, στα γήπεδα για μπάσκετ και τένις, αμέριμνη ποδηλασία στους ατέλειωτους
φιδίσιους δρόμους ανάμεσα στις ρουλότες για τις σκηνές και τα τροχόσπιτα. Και
σε μικρότερο βαθμό, στις ώρες της απογευματινής χαλάρωσης, εξερευνήσεις και
συλλογές και ταξινομήσεις φυτών και πεταλούδων γύρω από τη μικρή τεχνητή λίμνη με
τα νούφαρα, δίπλα στο συγκρότημα των bungalows, κάτω από τις φυλλωσιές πλατανιών όπου το θρόισμα των
φύλλων κι ο αχός της θάλασσας δυο βήματα παρακάτω διακόπτονταν από κοασμούς βατράχων.
Τα bungalows κίτρινα, κόκκινα, μπλε φρεσκοβαμμένα κουτάκια, χρώματα
φανταχτερά από τις αχτίδες του ανοιξιάτικου ήλιου, τα χώριζε από τη θάλασσα μια
ακόμα απλοχωριά πράσινου. Όλη αυτή η τεχνητή πλάση περίμενε να με υποδεχτεί για
τις σχολικές διακοπές, που ανυπόμονα μετρούσα τις μέρες να αρχίσουν.
Στη Σκοτίνα η σύγκρουση ανάμεσα στην εσωστρέφεια (έμφυτη ή
επίκτητη, δεν έχει σημασία...) και μια από τις ανάγκες που συνιστούν την
ανθρώπινη φύση, εκείνη της αναγνώρισης και αποδοχής του ανθρώπινου πλάσματος από
συνανθρώπους του, αυτή η σύγκρουση θα ξεπηδούσε με ανανεωμένη ένταση από τα
βάθη της ύπαρξής. Όπως έγραψε ο Καμύ, ο συγγραφέας που με είχε εντυπωσιάσει στις
πρώτες φιλοσοφικές μου αναγνώσεις στο κλείσιμο της εφηβείας, και που τον ανακάλυψα
εκ νέου κάτω από το φως της συσσωρευμένης γνώσης και εμπειρίας στην ωριμότητα: «Η
συνείδηση είναι η επιθυμία να αναγνωριστεί και αναγορευτεί ως τέτοια από άλλες
συνειδήσεις. Είναι οι άλλοι που μας δημιουργούν. Μόνον στις σχέσεις και σύνδεσμό
μας με τους άλλους αποκτούμε ανθρώπινη αξία.» Συμπέρανα, αργά στη ζωή, ότι οι ανθρώπινες
σχέσεις είναι σχέσεις κυρίως γοήτρου, ένας ακατάπαυστος αγώνας για την
αναγνώριση ενός ανθρώπινου όντος από ένα άλλο μέσα σε στενούς και ευρείς
κοινωνικούς κύκλους γύρω του. Και μαζί με τις δυνάμεις που ενεργούν για την
μοιρασιά του πλούτου, ενεργούν εξίσου σημαντικές για την μοιρασιά της ισχύος
και της αναγνώρισης και του γοήτρου –σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.
Το camping,
ένας απόμερος και για λίγες βδομάδες διακοπών απομονωμένος από την ευρεία κοινωνική
καθημερινότητα μικρόκοσμος αγοριών και κοριτσιών, μικρών, μεγάλων, μικρομέγαλων
παιδιών και παλιμπαιδίζόντων μεγάλων από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αλλά και
γειτονικών και μακρινών χωρών, τα γνήσια παιδιά κάτω από το επίστρωμα και
διακριτική επιτήρηση ενήλικων, που όμως τα άφηνε αδιάφορα να απολαύσουν την
ελευθερία τους στους άπλετους χώρους του, εκείνο το camping, λοιπόν, έγινε πεδίο αγώνα για
την αναγνώριση της συνείδησης και ύπαρξης, που έλεγε ο Camus, κυρίως από τους συνομήλικους,
αλλά και από τους μεγαλύτερους που παρακολουθούσαν αφ’ υψηλού τις κινήσεις μας.
Τα πρωϊνά μπάνια στη θάλασσα δεν με ενθουσίαζαν. Ούτε, πολύ
περισσότερο, τα απογευματινά. Γινόταν με την παρουσία και κάτω από τη
διακριτική επίβλεψη των γονιών, καθώς, όπως είχα ήδη εμπεδώσει: «στη θάλασσα
καραδοκούν πολλοί κίνδυνοι για τα παιδιά». Χρειαζόταν και κάποιος να
χρονομετρεί τις ώρες που έπρεπε να μεσολαβήσουν από το τελευταίο γεύμα και την
πρώτη βουτιά και να δώσει το ΟΚ, κάποιος σε επιφυλακή υπό την απειλή ηλίασης
κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του Ιούλη. Το περιστατικό με το χλωμό κορμί του
νεαρού πάνω στην αμμουδιά να του προσφέρεται μάταια το «φιλί της ζωής» μέχρι να
τον παραλάβει νεκρό το ασθενοφόρο, περιστατικό του οποίου γίναμε μια από τις
μέρες των διακοπών μάρτυρες, ενίσχυσαν την αίσθηση του κινδύνου και την
επαγρύπνηση των ενήλικων. Τη Μάνα, που ήταν και παρέμεινε αρχάρια κολυμβήτρια, αφού
δεν διέθετε τον σχετικό κοσμοπολιτανισμό των θαλάσσιων λουτρών, το κολύμπι στην
αρμύρα της θάλασσας επίσης δεν ενθουσίαζε, όπως απέφευγε και το ξεροψήσιμο του
κορμιού στο λιοπύρι – την κατ’ ευφημισμό ηλιοθεραπεία· σε αντίθεση με τον
Πατέρα που πάντα διασκέδαζε με μια βουτιά και λίγη ώρα κολύμπι μέχρι τα βαθιά
και έπειτα απολάμβανε το άραγμα για στέγνωμα στην αμμουδιά. Αν και σε κείνη την
ακρογιαλιά της Σκοτίνας έμαθα να επιπλέω και τελικά να κολυμπώ περισσότερο με
αυτοδιδαχή, το κολύμπι δεν κατάφερε από τότε και μέχρι σήμερα να με συναρπάσει.
Ο Πατέρας, που τα μπάνια στη θάλασσα ήταν από τα εκ των ων ουκ
άνευ των καλοκαιρινών διακοπών, αφιέρωνε το χρόνο του σε μαθήματα κολύμβησης
και παιχνίδια με τον μικρό Αδερφό ή, καθισμένος στην άμμο, σε ατέρμονες
κουβέντες με φίλους, γνωστούς που είχαν κερδίσει την εκτίμησή του και άγνωστους
που είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον του. Ένας από τους τελευταίους ήταν ένας
Ιταλός κύριος που δυο συνεχόμενα καλοκαίρια έκανε διακοπές με το τροχόσπιτο και
την οικογένεια του στο camping.
Καθισμένοι στην αμμουδιά, με τα χέρια τους να αγκαλιάζουν τα γόνατα, τον Ιταλό
από τη μια μεριά του Πατέρα, τον Αδερφό αεικίνητο νήπιο από την άλλη, μιλούσαν
με τις ώρες. Συνήθως πολιτικά: για τη δικτατορία στην Ελλάδα ή για το PCI και
τον Enrico Berlinguer στην Ιταλία, που η φωνή του Πατέρα, παρά την γενική
επιφυλακτικότητα που επικρατούσε σε δημόσιες πολιτικές συζητήσεις, επέτρεπε να
ακουστούν μέχρις παραδίπλα που καθόμουν και σκάλιζα την άμμο. Δεν ξέρω τι θα
μπορούσε να συζητήσει με τα λιγοστά τσάτρα-πάτρα Ιταλικά του ο Πατέρας, και
ήταν απορίας άξιο πως κατάφερε κι έμαθε αυτά τα λίγα Ιταλικά. Από μόνος ο
θαυμασμός του για μιαν συγγενική κουλτούρα, ιδιαίτερα το σινεμά της που την
χρυσή εποχή του ζούσαμε τότε, δεν θα αρκούσε για επαρκή συνεννόηση σε αυτήν την
γλώσσα. Αλλά παρακολουθούσα με το δέος ενός φύσει συνεσταλμένου, την
αυτοπεποίθηση και bravado του Πατέρα, καθώς οι συνομιλίες με τον Ιταλό, σε σχεδόν
καθημερινή βάση στο ίδιο το σημείο της παραλίας διαρκούσαν πολλήν ώρα. “Leggi sembre i libri, Giovanni!” ήταν η κεντρική συμβουλή του Ιταλού
στον Αδερφό, κάτι που δεν κατάφερε, όπως έλεγε, να ενσταλάξει στην κόρη του:
στην ηλικία της την απασχολούσαν περισσότερο τα λούσα. Την συμβουλή του Ιταλού
έμαθε να προφέρει και θυμόταν και υπενθύμιζε ο Πατέρας, ως τρόπαιο εκείνων των
συζητήσεων στην αμμουδιά, για τα λίγα χρόνια που λαμβάναμε από τον Ιταλό
χριστουγεννιάτικες κάρτες.
Στα πλέον ανταγωνιστικά παιχνίδια σκακιού πάνω σε πτυσσόμενα
τραπεζάκια κάτω από τη δροσιά και το θρόισμα των φύλλων κάποιας λεύκας με
Γιουγκοσλάβους (που όλοι γνωρίζαμε ότι ήταν δυνατοί σκακιστές), ο Πατέρας παρακολουθούσε
με ένταση και κρατούσε την αναπνοή του μέχρι να παίξω την κίνηση μου, ώστε η
ανάσα του να μην διακόψει τη συγκέντρωσή μου· ξεφυσούσε αφού την έπαιζα... Τέσταρα
τις διανοητικές μου ικανότητες, που δεν ήταν μικρές, αλλά ούτε και ιδιαίτερα υψηλές.
Ήμουν πάντα «θετικός», όπως θα έλεγε η κυρία Κ, που σήμαινε ότι κατατασσόμουν
κάπου πάνω από τον μέσο όρο, αλλά όχι απαραίτητα κοντά σε κάποια πνευματική
κορυφή.
Από την άλλη μεριά, στα γήπεδα μπάσκετ, φιγουρατζής, με μια μπάλα
επαγγελματικών προδιαγραφών και αθλητικά παπούτσια και ένδυση κάποιας
αναγνωρισμένης φίρμας – Converse All Star,
Adidas, κτλ., κατέφθανα
νωρίς το απόγευμα, κάτω από λιοπύρι των αδίστακτων απέναντι στο ημίγυμνο κορμί ηλιαχτίδων,
όταν ακόμα ψυχή δεν βρισκόταν γύρω, για να καλλιεργήσω και δοκιμάσω την τεχνική
και φυσική μου κατάσταση. Θα μου στοίχιζαν οι εξορμήσεις κάτω από τον ήλιο τα
βαριεστημένα απογεύματα των διακοπών που το camping απολάμβανε την σιέστα: μιαν
ηλίαση και μια φακιδωμένη από τα εγκαύματα πλάτη εφ’ όρου ζωής να θυμάμαι. Γρήγορα
τα γήπεδα γέμιζαν από καλογυμνασμένους Έλληνες και Γιουγκοσλάβους για impromptu γνωριμίες
και παιχνίδια. Η ακριβή μπάλα μου προσέλκυε συμπαίκτες κι αντιπάλους: μονότερμα,
δίτερμα, με δυο, τρεις, τέσσερις, δέκα και παραπάνω παίχτες που συχνά δεν
μιλούσαν την ίδια γλώσσα, αλλά τα βρίσκαμε μια χαρά σε ομάδες ή ως αντίπαλοι. Και
εκεί επέδειξα ένα «θετικό» πρόσημο πάνω από τον μέσο όρο, πιο πολύ χάρι στο
«χέρι» και ευστοχία μου, παρά το χαμηλό ύψος και την κοκκαλιάρικη σωματική
διάπλαση. Αργότερα, όταν η ζέστη της ημέρας καταλάγιαζε κάπως πριν το σούρουπο,
οι παραθεριστές μαζεύονταν στην υπαίθρια καφετέρια, γονείς και γόνοι για απογευματινό
καφέ, αναψυκτικά και συζήτηση, εν αναμονή του γεύματος και κάποιου προγράμματος
ψυχαγωγίας, Και η νεολαία, με την δύναμη της συνάφειας της ή, ισοδύναμα, την
επίδραση της απωθητικής δύναμης που κατά κάποιο τρόπο ασκεί ο κόσμος των
ενήλικων, σύντομα αποσκιρτούσε για να συσπειρωθεί γύρω από την δική της γωνιά και
άβατο: ένα πλακόστρωτο περιφραγμένο με καλαμιές, με τα τραπέζια του ping-pong
και τα μπιλιάρδα και αργότερα, τα βράδια, τη ντίσκο. Και ακόμα πιο αργά,
ο σκληρός, ηγετικός πυρήνας θα μαζεύονταν beach party μπροστά στα κύματα, με φωτιές, κιθάρες και ραδιοκασετόφωνα,
αλκοόλ, φιλιά κι έρωτες, κάτω από το στερέωμα με την σελήνη και τα άστρα, που όμως
τα νιάτα ακόμα δεν απολάμβαναν συνειδητά.
Οι σχέσεις με τα κορίτσια, παρά τη διακαή λαχτάρα των
προεφηβικών χρόνων, παρά τη φωτιά που άναβε μέσα μου τις ώρες του μπάνιου
παρακολουθώντας τα ημίγυμνα, λυγιστά και σφριγηλά κορμιά τους να περιφέρονται
γύρω μου· παρά την πλημμύρα από όμορφα κορίτσια σε ανοιχτόχρωμα, λινά φορέματά
τους πάνω από τη λεία, χρωματισμένη σε αποχρώσεις του καφέ από τον ήλιο επιδερμίδα
τους, τα βραδινά στη ντίσκο· παρά τις ευκαιρίες για τέτοιου είδους
συναναστροφές που ο ευρύτατος κύκλος του Β προσέφερε, τέτοιες σχέσεις παρέμειναν
ευσεβείς πόθοι. Η βάρκα της λαχτάρας και πόθου για ένα παρθενικό άγγιγμα και
φιλί τσακίστηκε στη ντροπαλοσύνη μου από τη μια μεριά, και, από την άλλη, στην αντίθεση
της: την αυτοπεποίθηση και την αλαζονική γοητεία που απέπνεε ο Β, ο οποίος είχε
παρόμοιες βλέψεις κι έψαχνε με ζήλο για το μερτικό του, και την ασύγκριτη
υπεροχή στον τομέα αυτό -των «συναναστροφών με το άλλο φύλο», που ο Β και τα αγόρια
της παρέας που σχημάτισε γύρω του είχαν. Ένα πρωϊνό στη θάλασσα, με το Β και
έναν κοινό γνωστό, ο Β πίσω από το στραβό, ειρωνικό χαμόγελο του μου είπε: «Η
Τίνα μας μιλούσε για σένα χτες…» Η Τίνα ήταν η όμορφη μοναχοκόρη ενός ζεύγους
Ελληνοαμερικανών, με ίσια μαύρα μακριά μαλλιά, χωρισμένα στη μέση. Η καρδιά μου
αναπήδησε. «Μου φαίνεται ότι σε γουστάρει…». «Αλήθεια;», απάντησα. Μετά από μια
παύση και ειρωνικά αλληλοκοιτάγματα: «Πλάκα κάνουμε. Μας είπε ότι είσαι
‘κρύος’.» Η καρδιά μου βυθίστηκε σε γκρίζα απογοήτευση. Δεν ήταν μόνο η
ματαίωση της αμυδρής ελπίδας ότι μπορεί να ασκώ κάποια έλξη -αν όχι γοητεία. Ένα
άσχημο, κοκκαλιάρικο παιδί, με εμφανή και αποκρουστική τριχοφυΐα εν είδει μουστακιού
και το ακαλαίσθητο βάθεμα της φωνής, στα πρόθυρα της εφηβείας, ήμουν. Ούτε
μόνον η ανακοίνωση της απόρριψης μου από ένα όμορφο κορίτσι, και μάλιστα
μπροστά σε άλλους, δηλαδή μια έμμεση αυτού που έλεγαν «χυλοπίτα». Ήταν το
χτύπημα στην αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση που ένιωσα βαρύτερο. Ήταν και ο
θυμός, ξεχειλισμένος από το κακόγουστο πείραγμα και την αχρείαστη προσβολή που
προκάλεσε. Ήταν, και η αποξένωση και το κλείσιμο, ακόμα πιο ασφυκτικό, στο κελί
του εαυτού μου.
Με το Β και τους άλλους πέρασαν μέρες για να ξαναμιλήσουμε.
Σε μια γωνιά του κεντρικού πλακόστρωτου, με το self-service εστιατόριο και την καφετέρια κάτω
από ψάθινα σκίαστρα, το μικρό παντοπωλείο και ιατρείο, τετράγωνες κατασκευές,
κόκκινα βαμμένες να καταλαμβάνουν τον κύριο χώρο, είχε στηθεί πίσω από έναν
πρόχειρο φράκτη από καλαμιές μια ντισκοτέκ για τη ψυχαγωγία της νεολαίας του camping. Ο ΕΟΤ είχε
προνοήσεις για όλες τις ανάγκες της πελατείας του. Σε κείνη τη ντίσκο ένα ξέγνοιαστο
βραδάκι, μια όμορφη Γιουγκοσλάβα σε ένα κάτασπρο φόρεμα, με πυρόξανθα κοντά
μαλλιά, τράβηξε την προσοχή μου -και αυτή του Β, βεβαίως. Στεκόμαστε λίγα
βήματα κοντά στην ομορφιά της με τα χέρια μας πλεγμένα μπροστά στα στήθη μας χωρίς
να μιλάμε. Με πλησίασε με το οικείο μειδίαμα του από ένα στόμα που ελαφρώς
στράβωνε σε τέτοιες περιπτώσεις, και με ένα νεύμα του κεφαλιού προς την ξανθιά
Γιουγκοσλάβα μου είπε: «Πολύ ‘δυνατή’ φάτσα, δεν νομίζεις;» Δεν μπορούσα παρά να
συμφωνήσω: «Ναι, όντως, αλλά λίγο ‘βάρβαρη’ έκφραση το ‘δυνατή φάτσα’ που λες
για μια τόσο όμορφη κοπέλα και τέτοια αιθέρια ύπαρξη...» Αυτή η κριτική στο
‘βάρβαρη’ έκανε εντύπωση στο Β· το είδε ως ευφυολόγημα, τον έκανε να χαμογελάσει,
και μετέφερε τη στιχομυθία μας το ίδιο βράδι σε άλλους, αν και με όσο είπα,
συλλογιζόμουν, δεν είχα σκοπό να αστειευθώ. Η αίσθηση του χιούμορ μου, χιούμορ
που σε κάθε περίπτωση απαιτεί θάρρος και εξοικείωση με το ανθρώπινο περιβάλλον,
ήταν γενικά πολύ καλύτερη στις κουβέντες με των Κωστάκη και τα παιδιά της
γειτονιάς και του σχολείου ανάμεσα στα παιχνίδια μας. Κανένας μας, βέβαια, δεν τόλμησε
να πλησιάσει και κουβεντιάσει με την όμορφη Γιουγκοσλάβα, ούτε ο ίδιος ο Β – ο γίγας
σιγουριάς και θάρρους: ήταν περιτριγυρισμένη από αθλητικά κι εξίσου με την ίδια
όμορφα σλαβικά αγόρια. Και η αυτοπεποίθηση και υπεροψία που διέχεε το κορίτσι ξεπερνούσε
κατά πολύ αυτή του B και, κατ’ επέκταση, της συνοδείας του.
Η σχέση μου με τον Β, μετά τον σαρκασμό του για την όμορφη Τίνα,
αναθερμάνθηκε στοιχειωδώς. Στο περιθώριο των περιθωρίων της φιλίας μας, ένας
ασήμαντος διάλογος αποκατάστησε κι ένα μέρος του εγώ και της παρουσίας μου στον
κύκλο των παιδιών που συγκέντρωνε γύρω του, ο οποίος κύκλος διευρυνόταν καθώς
οι μέρες των διακοπών μας πλησίαζαν το κορύφωμα της τουριστικής περιόδου. Και
αν στις μεταξύ μας διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις υστερούσα, στις
μαζώξεις με την κιθάρα κάτω από τις σκηνές ή τα προαύλια των bungalows, στα τραπέζια της καφετέριας,
είτε δεν συμμετείχα, είτε ήμουν αυτός
που παρακολουθούσε, πάντα «κρύος» και λιγομίλητος. Κουραζόταν οι μυς του
προσώπου μου χαμογελώντας κατά περίσταση, ενώ οι κουβέντες για κορίτσια,
μουσική, εκδρομές και πάρτι μπαινόβγαιναν αδιάφορα στα αυτιά μου χωρίς να
αφήνουν ίχνη, χωρίς να κεντρίζουν το παραμικρό ενδιαφέρον ή συναίσθημα, πέρα
ίσως από αυτό της ζήλιας και της ματαίωσης. Σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον σε άλλες
δραστηριότητες, στο μπάσκετ, στο σκάκι, ακόμα και στο τένις που με τον άσχετο με
κάθε είδους σπορ Β έπαιξα μερικά παιχνίδια και συνέτριψα, ήμουν σαφώς καλύτερος.
Τέτοιες πάνω από τον μέσο όρο δεξιότητές στα σπορ, παρά την γενικά αδύναμη
σωματική διάπλαση και το χαμηλό έως μέτριο ύψος, το κοκκαλιάρικο σώμα και τα
εφηβικά σπυριά της ακμής που άρχισαν να εμφανίζονται εδώ κι εκεί, δημιουργούσαν
κάποιο ούριο αεράκι στην αυτοπεποίθηση μου, ιδιαίτερα όταν ο Β και του retinue των
φίλων του απουσίαζαν από το πεδίο δράσης μου.
Τουλάχιστον τα πρώτα καλοκαίρια υπήρχε η μπάλα. Από τα
παιχνίδια μπάλας στο γρασίδι, που προσέλκυαν μεταξύ άλλων και πολλά κορίτσια
θεατές, ο Β απείχε. Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, στο camping της Σκοτίνας έγινε πεδίο
παιδικής δόξης λαμπρό· όπου, για έστω και λίγες στιγμές, ένιωθα αναπόσπαστο και
απαραίτητο μέλος ενός συνόλου, της ομάδας μου, και όποτε είχα την μπάλα στα
πόδια μου, το κέντρο προσοχής συμπαικτών και αντιπάλων, ίσως και μερικών
κοριτσίστικων βλεμμάτων έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Σε ένα από εκείνα τα
παιχνίδια ποδοσφαίρου, στην έκταση πρασίνου μπροστά από το πλακόστρωτο, γνώρισα
το πρώτο καλοκαίρι μας στη Σκοτίνα, τον Eddie: τoν
συνομήλικο μου Γιουγκοσλάβο από το Βελιγράδι, με τα ξανθά μαλλιά και τα
χαμογελαστά, καστανά μάτια. Ήταν σαν το αρσενικό είδωλο στο καθρέφτη, σαν
δίδυμος αδερφός της όμορφης Γιουγκοσλάβας, που χαζεύαμε με το Β στη γωνιά της
νεολαίας στο πλακόστρωτο. Μια φιλία, θα περίμενε κανείς, από κείνες τις
περιστασιακές και φευγαλέες που γεννιούνται στις λίγες μέρες διακοπών και
πεθαίνουν έναν ακαριαία θάνατο στο τέλος τους. Το bungalow του Eddie ήταν
παραδίπλα του δικού μας, αλλά η σέρβικη οικογένεια του ακολουθούσε διαφορετική
ρουτίνα. Αργά το απογεύματα, λίγες ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα, τον έψαχνα
στα γρασίδια γύρω από το «πλακόστρωτο» για να στήσουμε ένα παιχνίδι μπάλας. Η μπάλα,
και μόνον αυτή, μας συνέδεσε, το ένα και μοναδικό καλοκαιράκι της γνωριμίας μας
–συνήθως ως αντιπάλους σε «διεθνείς»
ποδοσφαιρικές συγκρούσεις. Καλός παίχτης ο ίδιος, κάθε φορά όμως που με επαινούσε
για το παιχνίδι μου, ένιωθα τα μάγουλά
μου να αναψοκοκκινίζουν με την αδιάψευστη χροιά της περηφάνιας και το γνώριμο και
τονωτικό συναίσθημα ανύψωσης να με διατρέχει. Πολλές κουβέντες δεν ανταλλάξαμε
και οι λιγοστές στα Αγγλικά ήταν για το ποδόσφαιρο, τις οικογένειές και τις
διακοπές μας. Άσκησε μια ανεξήγητη για την ηλικία μου έλξη ο Eddie: στην ψυχή και την αίσθηση του βλέμματος·
χάριν στα ξανθά μαλλιά, το όμορφο πρόσωπο, το χαμόγελο, το λεπτό γυμνασμένο
κορμί, την σλάβικη εξωτικότητα. Σε μιαν έλξη κατά το χαώδη σεξουαλικό γίγνεσθαι
της ηλικίας, που καθώς την ανέλυα εκ των υστέρων, θα έπρεπε μάλλον να είχαν
παρεισφρήσει κάποια λανθάνοντα ομοφυλοφιλικά ένστικτα. Την παρουσία του, το
αδιάψευστο πυρόξανθο μαλλί και λεπτό κορμί το αναζητούσα από μακριά στο
πλακόστρωτο τα απογεύματα, και όταν την εντόπιζα την παρακολουθούσα, μέχρι να
την αντιληφθεί και ο ίδιος και με ένα νεύμα και χαμόγελο να με καλέσει για να
οργανώσουμε το επόμενο παιχνίδι. Μου είπε, στις λίγες συζητήσεις μας, ότι ήταν
γιος διπλωμάτη κι έμενε στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο προξενείο της Γιουγκοσλαβίας
στη Βασιλίσσης Όλγας.
Μια μέρα ο Eddie έφυγε απροειδοποίητα με την οικογένειά του. Στη θέα της
άδειας από πράγματα βεράντα του bungalow του στεναχωρήθηκα. Η φωτιά όμως της γοητείας που άσκησε, όχι
μόνον χάριν στα κομπλιμέντα για την καλή μπάλα που έπαιζα, και η θύμησή του, παρέμειναν
άσβηστη για βδομάδες μετά το τελευταίο παιχνίδι μας· ούτως ώστε από τη φτωχική
μας γειτονιά να κατεβαίνω στη Βασιλίσσης Όλγας, στην περιοχή του προξενείου στη
Σαλαμίνα που βρισκόταν το προξενείο, για να τον βρω. Σάρωνα τις λίστες των
ονομάτων στα θυροτηλέφωνα των πολυκατοικιών της περιοχής για επίθετα με την σέρβικη
κατάληξη «-ιτς», χωρίς αποτέλεσμα. Μετά από δυο γύρους της περιοχής χωρίς
αποτέλεσμα, το αστέρι των καλοκαιρινών μου βραδινών στο camping τελικά
έσβησε. Το αν εκείνη η έλξη είχε κάποιο πρωτόγονο και ασυνείδητο ομοφυλοφιλικό
χαρακτήρα όπως υποψιάστηκα εκ των υστέρων, στην πορεία προς έναν καθαρότερο
ορισμό και καταστάλαγμα της σεξουαλικότητας, ακόμα, δεκάδες χρόνια μετά, με
απασχολεί. Μάλλον είχε, αλλά η βάρκα τελικά πήρε μιαν κανονική ρότα.
x