Saturday, May 27, 2023

Ένα Παιδί - 29 Πρωτοποριδαίοι: Ο Επίλογος μιας Φιλίας

 Το τελευταίο κεφάλαιο της φιλίας με τον Β γράφηκε την επόμενη και τελευταία χρονιά σε κείνο το camping του ΕΟΤ. Του καλοκαιριού προηγήθηκαν οι εξετάσεις για το Γυμνάσιο, που το έκαναν ακόμα πιο ευπρόσδεκτο. Προσανατολιζόμασταν, ο Β κι εγώ, από τους γονιούς μας για φιλόδοξες σπουδές στο Πρότυπο της πόλης μακριά από τη μαθητική μαρίδα. Η επιτυχία στις απαιτητικές εξετάσεις για εισαγωγή σε αυτό θεωρείτο δεδομένη για τον Β, με το όνομα και τις προσβάσεις, αλλά, ίσως περιέργως, και για μένα. Σκόνταψα στην Αριθμητική, επιλύοντας μια άσκηση με τα δεδομένα κάποιου άλλου προβλήματος: στην αντίληψη της «πατάτας» που διέπραξα, το αρχικό σοκ εξασθένισε γρήγορα σε απογοήτευση που και αυτή δεν κράτησε πολύ. Στο γεύμα των δυο οικογενειών σε μια ταβέρνα για τον εορτασμό του τέλους του Δημοτικού και των εξετάσεων, ο Ν μας παρηγόρησε ότι θα «πιάσει» τον Τ. και τον Β., οικογενειακούς φίλους και καθηγητές στο Πρότυπο, ώστε οι εξεταστές να δείξουν την δέουσα επιείκεια απέναντι στην απροσεξία μου με τα δεδομένα και να εστίαζαν την βαθμολόγηση του γραπτού στη λογική και την ορθότητα της μεθόδου, που σίγουρα θα είχα αποτυπώσει στο γραπτό μου με την τάξη και οργάνωση κι επιμέλεια που με διέκρινε. Δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Το 13/20 στην Αριθμητική, όμως, με το οποία τελικά βαθμολογήθηκα απέκλεισε την εισαγωγή μου στο Πρότυπο και έκανε εφεξής το «Προσοχή στα δεδομένα!» του Πατέρα να γίνεται μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή πριν από κάθε εξετάσεις για το υπόλοιπο της μαθητικής μου ζωής και πιο πέρα από αυτήν. O B πέρασε στο Πρότυπο άκοπα, εγώ θα κατέληγα, με την παραχάραξη του λογαριασμού της ΔΕΗ ενός συναδέρφου του Πατέρα, στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, αντί του χαμηλότερου κύρους Θ’ Γυμνάσιου Αρρένων, στου οποίου την δικαιοδοσία η παλιά μας γειτονιά ανήκε, και όπου παιδιά σαν τον Κωστάκη και άλλα από φτωχότερα στρώματα της πόλης και της γειτονιάς κατέληγαν. Ο δρόμος μου, λοιπόν, μετά τις εξετάσεις για το Γυμνάσιο θα απέκλινε de facto από του Β.  Οι τελευταίες διακοπές στο camping, στο οποίο οι Πρωτοποριδαίοι έφτασαν με το τροχόσπιτο που είχαν πρόσφατα αποκτήσει, πέρασαν αδιάφορα και εν πολλοίς έξω και μακριά από τις παρέες του Β, που ενόψει της εφηβείας βρισκόταν από κάθε άποψη ήδη πολλά βήματα μπροστά και σκαλιά ψηλότερα.   

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Μάνα και ο Πατέρας συνέχισαν, με τα επαγγέλματα που επέλεξαν και υπηρέτησαν μέχρι την σύνταξη: περπάτησαν την «πεπατημένη» πολλών ανθρώπων. Ο κύριος Ν, μέλος του Κινήματος ήδη, ακολούθησε μια μετεωρική πολιτική καριέρα, που από τα χρόνια των διακοπών του camping ονειρευόταν, και της οποίας με ζήλο και επιμονή καλλιεργούσε τις ρίζες: από δημοτικός σύμβουλος έγινε βουλευτής, από βουλευτής υπουργός, παραλίγο και δήμαρχος. Εγώ και ο Β, μετά το σχολείο και το Πανεπιστήμιο ακολουθήσαμε τους δικούς μας διαφορετικούς δρόμους, ανεξάρτητοι και αποδεσμευμένοι από γονικές συμβουλές και παραινέσεις. Ξαναβρεθήκαμε μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια, έναν Δεκέμβρη στο πάρτι για την ονομαστική γιορτή του κυρίου Ν, που έδινε κάθε χρόνο, στην ευρύχωρη έπαυλή της οικογένειας στο Φίλυρο. Κι εγώ κι ο Β είχαμε από καιρό πλέον ανοίξει τα φτερά μας και μεταναστεύσει. Δεν αλλάξαμε πολλές κουβέντες εκείνο το βράδυ. Ο Ν πρόθυμα μου γέμιζε το ποτήρι με κρασί, ενώ αργότερα έκαναν σε όλους εντύπωση και προκάλεσαν το γέλιο στην ομήγυρη κάποιες απαντήσεις σε μάλλον στημένες και δηκτικές ερωτήσεις από τον κύριο Ν για την αγγλική κουλτούρα και τρόπο ζωής, που είχα από καιρό αρχίσει να υιοθετώ και ενστερνίζομαι: ερωτήσεις οι οποίες ανάβλυζαν από παγιωμένες αντιλήψεις και προκαταλήψεις για την ελληνική και ευρωπαϊκές κοινωνίες ενός παλαιοκομματικού πολιτικού, και από τα στερεότυπα που σχηματίζονται στο μυαλό κάθε μέσου μεσήλικα νεοέλληνα. Για πρώτη (και τελευταία) ένιωσα να απελευθερώνομαι από τα διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητας που με ταλάνιζαν στην παρουσία τους.

Πέρασαν κι άλλα πολλά χρόνια από τότε και πήραμε τους δρόμους μας, σχεδόν παράλληλες και συμμετρικές ζωές: με μετανάστευση, παντρειές, παιδιά, διαζύγια, και ούτω καθ’ εξής.  Ίσως, λέω, όλες εκείνες, εκ των υστέρων φαινομενικά κακοπροαίρετες παρατηρήσεις που έκαμα τότε για τον Β, τα συνακόλουθα αισθήματα φθόνου και χαμηλής αυτοεκτίμησης που με κυρίευαν συχνά στη συντροφιά του να ήταν τόσο συμπτώματα, όσο και μερικώς αίτια ενός γενικότερου συμπλέγματος κατωτερότητας που βρισκόταν σε εξέλιξη κι είχε βαθύτερες ρίζες από αυτόν καθαυτό τον φίλο των παιδικών μου διακοπών. Και εκείνες οι συναναστροφές γινόταν κεντρομόλες δυνάμεις που με ωθούσαν περισσότερο προς τον εαυτό μου και μακριά από το ανθρώπινο περιβάλλον. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα στριφογύριζαν μέσα στον εαυτό, κλεισμένες στο καβούκι του. Πορεύθηκα στη ζωή «κλειστός» και κρυψίνους και λακωνικός, κατά κανόνα ψυχρός κι ανέκφραστος, «κρύος» στην επιφάνεια όπως με αποκάλεσε η όμορφη φίλη του Β, με συναισθήματα καταπιεσμένα και βαθιά καταχωνιασμένα, ανάμεσα σε ηφαιστειακού μεγέθους εκρήξεις τεμπεραμέντου, με λίγες εκλάμψεις εξωστρέφειας και κοινωνικότητας, κι αυτές πολλές φορές επιμελώς προσχεδιασμένες ή τεχνητά προκατασκευασμένες.    

Τα ανασκαλέματα στα βάθη της μνήμης, σε απόμακρες γωνιές του ανθρώπινου μυαλού, έχουν πάντα σημασία, ιδιαίτερα στο τελευταίο μισό της ζωής. Τι είναι αυτή η αυτοσυνείδηση; Η συνείδηση του εαυτού και της ύπαρξης ανάμεσα στις άλλες υπάρξεις που τον περιβάλλουν με τις κινήσεις και ομιλίες τους, τις δράσεις και επιδράσεις τους. Η συνείδηση φτιάχνεται και ολοκληρώνεται με το πέρασμα του χρόνου, καθώς οι εντυπώσεις που αφήνει ο εξωτερικός κόσμος, η εμπειρία από τις αισθήσεις, οι συλλογισμοί που συνδέουν καταστάσεις και φαινόμενα, η αποκρυστάλλωσή τους σε απόψεις, ιδέες και συναισθήματα, πληθαίνουν κι βαθαίνουν. Όπως ολοκληρώνεται το είναι και η αντίληψη αυτού του είναι, η αυτογνωσία. Πλάθεται η ανθρώπινη φύση, μέσα από κυκλικές επαναλήψεις φαινομένων της καθημερινότητας, μέσα από τη δίνη των σχέσεων μας με άλλους, τα συναισθήματα που προξενούν και τα αποτυπώματα στην ψυχή που αφήνουν, μέσα από την αδιάκοπή επεξεργασία και συσχετισμό από το νου των εντυπώσεων που προκαλούν οι αισθήσεις και παρατηρήσεις των καταστάσεων και φαινομένων που μας περιτριγυρίζουν. Είναι μια συνεχής και αναπόφευκτή διαδικασία που τελειώνει με το θάνατο, αλλά κάπου στη μέση της ζωής, προς το τέλος των νιάτων, φαίνεται να κορυφώνεται. Μέσα από αυτήν την οπτική γωνιά, η φιλία με το Β και οι μέρες στο κάμπινγκ της Σκοτίνας παρά την χρονική τους απόσταση από το σήμερα, που τα κάνει να φαίνονται μικροσκοπικά γεγονότα ενός μακρινού παρελθόντος, ήταν μεγάλα βήματα προς την κορύφωση αυτής της διάπλασης και ολοκλήρωσης, του είναι και του τί είναι αυτό το είναι -τουλάχιστον από μιαν υποκειμενική αντίληψη.

Η εσωτερική «τάξη» και γαλήνη συντελεί στην ευτυχία του ανθρώπου, αλλά για να επέρθει αυτή η εσωτερική ισορροπία και γαλήνη, ο άνθρωπος θα χρειαστεί να συναντήσει και διαπραγματευτεί συναισθηματικές φουρτούνες και να έχει αποκτήσει τις γνώσεις ώστε να διαχειριστεί αυτήν την συναισθηματική ανακατωσούρα και τις θύελλες της ζωής, τα απύθμενα βάθη της ψυχικής αβύσσου. Η γνώση γίνεται προϋπόθεση της ελευθερίας και της ευτυχίας, στα όρια πάντα του περιβάλλοντός μας· προϋπόθεση να ξεπεράσουμε αυτά τα όρια και να διευρύνουμε τους ορίζοντες της ελευθερίας μας. Έμαθα πολλά εκείνα τα χρόνια, εκείνα τα καλοκαίρια στο κάμπινγκ, τις στιγμές φιλίας με το Β, των οικογενειακών συναναστροφών με του Πρωτοποριδαίους. Μέχρις και το τι είναι έρωτας ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια στην απόλυτη, βασική του μορφή, πως κερδίζεις μιαν κοριτσίστικη παρθένα αγάπη, το τι μουσικές ακούει ο κόσμος μακριά από εμάς, τι ομορφιές μπορεί να κρύβει η φύση της υπαίθρου μακριά κι έξω από τη μεγάλη πολιτεία που με γέννησε, και άλλα πολλά εξίσου σημαντικά. Ήταν μια φιλία, οικογενειακή και παιδική, που τελικά έκλεισε εποικοδομητικά και με θετικό πρόσημο.

Προχτές, στο νεκροταφείο της «Αναστάσεως του Κυρίου», λίγο πιο πέρα από τον τάφο της Μάνας, πήρε το μάτι μου τον τάφο της κυρίας Κ. Σε μια πέτρα ήταν χαραγμένο ένα επίγραμμα με κάτι στίχους του Σικελιανού, του λογοτεχνικού πάθους της ζωής της. Η Μάνα μιλούσε με ενθουσιασμό για τα σουαρέ της κυρίας Κ με απαγγελίες ποιημάτων του Σικελιανού, στα οποία, μέχρι που και οι δυο τους γέρασαν και αρρωστήσαν, πάντα την προσκαλούσε. Tο τέλος του κάθε ανθρώπου που γνωρίσαμε και τα μονοπάτια της ζωής μας συναντήθηκαν κάπου και κάποτε, βαραίνει τις ψυχές μας με νοσταλγία, κόβει ένα κομμάτι και από τις δικές μας ζωές.

Sunday, May 7, 2023

Ένα Παιδί - 28 Πρωτοποριδαίοι: Τελευταία Καλοκαίρια

Τα καλοκαίρια κυλούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν σε έφηβους, το camping γερνούσε μαζί με τους παραθεριστές του, κι έχανε την άσπιλη και νεανική του γοητεία. Ο «χουντικός» διοικητής, απόστρατος αξιωματικός που επέβαλλε πειθαρχία και τάξη και καθαριότητα στρατοπέδου στους απέραντους χώρους αντικαταστάθηκε έναν Μποβολή, «φυτευτό» της τότε κυβέρνησης, που κατά τα φαινόμενα είχε ελάχιστη πείρα και ακόμα λιγότερες ικανότητες στη διοίκηση μιας τέτοιου μεγέθους τουριστικής επιχείρησης. Εφάρμοσε τις γνώριμες τακτικές και παραδόσεις της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Τα μετρημένα bungalows, που τις πρώτες saison φιλοξενούσαν παραθεριστές στη βάση του first-come & first-serve, «καπαρώνονταν» πλέον από πολύ νωρίς, ακόμα και από τον προηγούμενο χρόνο, από «γνωριμίες», και γνωριμίες γνωριμιών, που είχαν κάποια πρόσβαση στη διοίκηση: ευνοιοκρατία και στις θερινές διακοπές.

Ο Πατέρας, ακολουθώντας το παράδειγμα των Πρωτοποριδαίων, αγόρασε σκηνή (φυσικά, μικρότερη και χαμηλότερων προδιαγραφών από εκείνη του φίλου του) που έπρεπε να φέρουμε στο camping από νωρίς το καλοκαίρι, ώστε να την στήσουμε και να εξασφαλίσουμε έναν από τους λιγοστούς προνομιούχους χώρους που δεν είχαν ακόμα καταληφθεί από κατασκηνωτές με κάποιο μέσο και προτού δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Το κοκκαλιάρικο, προεφηβικό κορμί μου ανέλαβε το στήσιμό της στο λιοπύρι, στο σκληρό από τη ξεραΐλα έδαφος. Ο Πατέρας δεν ήταν γεννημένος για πολλά φυσικό ζόρια, κινείτο συνήθως στο πεδίο του πνεύματος, και περιορίστηκε σε οδηγίες και εντολές. Την έστησα με φιλότιμη προσπάθεια, αλλά στην ουρά του self-service, περιμένοντας με το δίσκο μου την μερίδα της μακαρονάδας και μια κόκα-κόλα, λιποθύμησα. Ξύπνησα σε ένα δωματιάκι παραδίπλα κάτω από το χαμόγελο μιας άγνωστης κυρίας, μάλλον νοσοκόμας: «Δεν έχει τίποτε το παλληκάρι...Κουράστηκε…» Ένιωσα την πρωτόγνωρη φρεσκάδα κι ευεξία, την αναζωογόνηση από το οξυγονωμένο αίμα να επιστρέφει και στριφογυρίζει σαν βουνίσια ρυάκια στο κρανίο μου.

Και κείνες οι διακοπές στο αντίσκηνο θα ξεκινούσαν με τις προετοιμασίες που επέβαλε η προεφηβική φάση της ζωής: καινούργια μπάλα, adidas ρουχισμό, Converse All Star για το μπάσκετ, όλα αγορασμένα από κάποιον Γκιουλέκα, έναν κηφήνα έμπορο αθλητικών ειδών δίπλα στο Θεαγένειο, από το χαρτζιλίκι που κατάφερνα να αποταμιεύσω χωρίς να πάρουν είδηση ο Πατέρας και η Μάνα. Και Fred Perry μπλουζάκι για τις βραδινές εξόδους, και Speedo μαγιό για το μπάνιο... Ευδιάκριτα σύμβολα από φίρμες να προβάλλονται σε διάφορα σημείο στο ντύσιμο κάποιου, για κάθε περίσταση, αποτελεί για άγουρες υπάρξεις ένδειξη σχετικού status, τις ανυψώνει ανάμεσα στις παρέες και τους ομόλογους τους, δημιουργεί στιγμιαίες εντυπώσεις, καμιά φορά θαυμασμό και φθόνο. Με έσυρε και μένα ασυναίσθητα το ρεύμα κι έγινα ένας ακόμα «φιγουρατζής» στην προσπάθεια να κερδίσω την προσοχή και τις εντυπώσεις, την επιβεβαίωση και την αναγνώριση. Για το παιδί που δεν μιλούσε πολύ, σχεδόν καθόλου, που ήταν κλεισμένο στον εαυτό του, ήταν μια πρόχειρη και υποσυνείδητη εξωτερίκευση ενός φανταστικού modus vivendi από τα όσα έβλεπα γύρω μου· ρηχού, αν αντιμετωπιστεί από μιαν ώριμη και μεθύστερη ανασκόπηση του παιδικού εαυτού. Τότε όμως δεν υπήρχαν ούτε οι εμπειρίες ζωής, ούτε η γνώση, ο τόπος και το βάθος της σκέψης για τέτοιου είδους ψυχικές ενδοσκοπήσεις. H κυρίαρχη κουλτούρα και τα ρεύματα που κυριαρχούσαν στο milieu μου τα επέβαλλαν, κι εγώ ως ανώριμος τα υιοθετούσα χωρίς αντίσταση. Δεν με βοήθησαν, αποδείχτηκε, στο ελάχιστο ζητούμενο: να προσελκύσω τις ματιές των κοριτσιών που ποθούσα, πόσο μάλλον τη γνωριμία και τις φιλίες τους. Αγόρια της ηλικίας μου χρησιμοποιούσαν παρόμοιες ταχτικές με μένα, ίσως περισσότερο φαντασμαγορικές ή και αποτελεσματικές -ιδιαίτερα όταν συνδυαζόταν με θάρρος, το λέγειν και άλλα χαρίσματα, αλλά όφειλα, για να επιπλεύσω σε έναν κόσμο με ισχυρότερα εγώ και προσωπικότητες, να ακολουθήσω μισότυφλα τέτοια ρεύματα. Υπέθετα με την άγουρη αφέλεια της ηλικίας ότι η προσωπικότητα μου θα μεγεθυνόταν και αναγνωριζόταν τεχνητά μέσα από παγκόσμια αναγνωρισμένες μάρκες και σύμβολα. Τέτοιες υποθέσεις και αυταπάτες δοκιμάζονταν, μέχρις και κατέρρεαν από την πραγματικότητα. Αργότερα στη ζωή θα εμπέδωνα την σοφή κουβέντα του Leonard Cohen και άλλων: η πραγματικότητα είναι μια δυνατότητα που δεν μας παίρνει να την αγνοούμε.

Στεκόμαστε έξω από τη σκηνή των Πρωτοποριδαίων, λίγο παραπέρα από την δικιά μας, όταν μια οικογένεια Ούγγρων, πάρκαρε το Dacia τους, έξω από το προσχεδιασμένο, περιφραγμένο από θάμνους χώρο για αντίσκηνο που είχαν καταλάβει για την saison ο Πρωτοποριδαίοι, στην ακάλυπτη έκταση πράσινου ανάμεσα σε τέτοιους χώρους, ώστε να στήσουν το δικό τους αντίσκηνο. Οι κανονισμοί στο camping είχαν προ καιρού χαλαρώσει κάτω από την πίεση του τουριστικού ρεύματος, και ο καθένας έφερνε κι έστηνε σκηνές κατά βούληση, κατά προτίμηση κοντά στις ανέσεις που πρόσφερε το camping, όχι όμως πολύ κοντά στις κοινόχρηστες τουαλέτες, και, φυσικά, κάτω από κάποια σκιά από τα διάσπαρτα δέντρα, που τη δροσιά τους απολάμβαναν οι πλέον προνομιούχοι χώροι – αδιαμφισβήτητο και αδιαπραγμάτευτο προνόμιο των τακτικών παραθεριστών. Η ζωή σε μια σκηνή ήταν εκτεθειμένη στον βάναυσο, ντάλα ήλιο του καλοκαιρινού μεσημεριού, και ανυπόφορη χωρίς την προστασία κάποιας σκιάς από δέντρα. Ο κύριος Ν δεν ήθελε την ουγγρική και μάλλον οποιαδήποτε οικογένεια ξένων δίπλα στο χώρο του. Ήθελε απλοχωριά γύρω από το «κάστρο» του, το επιβλητικό αντίσκηνό του. Ελλόχευε και ο -όχι μόνον ελληνικός- ατομικισμός που συνήθως στέλνει σε περίπατο ιδεαλισμούς όπως η «πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία»: δύσκολο έως απίθανο ο κύριος Ν να συμβιβαστεί, εκεί και τότε, στις λίγες μέρες των διακοπών, για χάρη κάποιων τουριστών από χώρα πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα». Μας κάλεσε, κατά προτεραιότητα εμένα, να βοηθήσω ως μεταφραστής, με τα Αγγλικά που υποτίθεται χειριζόμουν άνετα μετά από αρκετά χρόνια στο φροντιστήριο της γειτονιάς, για να εκφράσω τη δυσθυμία, τις αντιρρήσεις, και να αιτιολογήσω ευκρινώς την κατηγορηματική άρνησή του. Δεν πρόλαβα να συγκεντρώσω το μυαλό μου στο επί τάπητος καθήκον που μου ανατέθηκε ξαφνικά και με κυρίευσε η έλλειψη θάρρους και η νευρικότητα από την χαμηλή αυτοπεποίθηση. Συνέβαινε συχνά όταν βρισκόμουν αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες καταστάσεις και ανεξερεύνητες θάλασσες, και μερικές φορές προκαλούσε έναν εσωτερικό πανικό. Ανέλαβε χωρίς δισταγμούς ο Β, ευθαρσής πάντα, με τη χαρακτηριστική άνεση και ετοιμότητα, που τον διέκρινε σε τέτοιες περιπτώσεις. Στάθηκα αμίλητος στο περιθώριο να παρακολουθώ την κουβέντα. Οι κουβέντες, κάτω από το υπεροπτικό χαμόγελο και με τον στόμφο του κυρίου Ν, ξεκινούσαν με τα επιρρήματα του μελλοντικού πολιτικάντη: «Ασφαλώς...» «Εν πάση περιπτώσει, κύριοι...», «Τέλος πάντων...» Απευθυνόταν στους Ούγγρους τουρίστες σαν διπλωμάτης πολιτικός, κοιτώντας τους αφ’ υψηλού με μιαν εχθρική ειρωνεία στα μάτια, με μετρημένες, επαγγελματικές παύσεις ανάμεσα στις φράσεις του για να επιτρέψει χρόνο στο Β να μεταφράσει το λόγο του στα Αγγλικά, ενώ για να τους διώξει από τη γειτονιά του αντίσκηνού δεν χρειαζόταν εμπεριστατωμένος διάλογος με επιχειρήματα. Μέσα στη γενική αταξία του χώρου επιχειρήματα περί τάξεως και υπακοής σε κανονισμούς δεν είχαν σοβαρό στήριγμα στη λογική. Οι Ούγγροι τελικά, απέναντι στην πέτρινη αδιαλλαξία του κυρίου Ν, μάζεψαν το σκελετό της σκηνής τους. Πριν φύγουν με έντονο αλλά αξιοπρεπές ύφος του απάντησαν: «Ήρθαμε πολλές φορές Ελλάδα, επισκεφτήκαμε πολλά μέρη της, αλλά πρώτη φορά μας φέρθηκαν έτσι». Ο κύριος Ν επιβλήθηκε με το λόγο και «ασφαλώς», όπως θα έλεγε, ικανοποιήθηκε από την τελική έκβαση της φιλονικίας. Ο Β βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο μιας απαιτητικής διαδικασίας και η αυτοπεποίθηση και σιγουριά του έλαμψαν. Εγώ ντράπηκα και στενοχωρήθηκα, ίσως χωρίς σοβαρό λόγο, για την οικογένεια των κατατρεγμένων Ούγγρων, ενώ εγώ βρέθηκα, όπως σε πολλές άλλες εκδηλώσεις, υποδεέστερος του Β και στο περιθώριο, παρά τον adidas ρουχισμό. Υπάρχουν ανώτερες φυλές, υπάρχουν και ανώτεροι άνθρωποι εντός της ίδιας φυλής. Το τι ρούχα φορά κανείς, μπορεί τεχνητά να ανασηκώνει την αυτοεκτίμηση μέσα μας, αλλά μόνον λίγη βοήθεια προσφέρει για να μας ανυψώσει στα μάτια των άλλων. Ή, η μορφή πρέπει να εμπεριέχει κάποια ουσία.  

Οι μέρες και κείνων των διακοπών κύλησαν σχετικά ξέγνοιαστα, χωρίς τραυματικά για τον ακόμα υπό διαμόρφωση χαρακτήρα μου επεισόδια. Νωρίς τα απογέματα, ως συνήθως, έπαιρνα το δρόμο με το ποδήλατο και την μπάλα παραμάσχαλα για τα γήπεδα μπάσκετ, πριν ακόμα τολμήσει να ξεμυτίσει κανείς κάτω από το βάρος της αποπνιχτικής ζέστης του απογέματος και αντιμετωπίσει την βαρβαρότητα του ήλιου του μεσοκαλόκαιρου. Ο ήλιος, ο ήλιος! που αναπόφευκτα με έστειλε μετά από δυο-τρία τέτοια καυτά απογέματα στο Ιατρείο του camping με σοβαρά εγκαύματα στην πλάτη. Καταμεσής της πυρωμένης ασφάλτου των γηπέδων, ένα ασπρουλιάρικο, κοκκαλιάρικο, ιδρωμένο κορμί με μόνη παρέα και αντίπαλο τον εαυτό του, εξασκούταν σε βολές και ντρίπλες και μπασίματα. Μετά από λίγη ώρα, ένας-ένας εμφανίζονταν γνωστοί, δυνάμει γνωστοί και άγνωστοι από τον κόσμο της νεολαίας του camping: ο Τάκης, ψηλότερος και από τον Β, αλλά με σχετικά «χαμηλή νοημοσύνη», όπως έλεγε η Μάνα, που τα κρεμασμένα χείλη πρόδιναν· το παιδί από την Αθήνα και το καταπληκτικά μυώδες κορμί για την ηλικία μας, που όπως μου έλεγε το χρωστούσε σε μια καθημερινή δίαιτα από πολλά αυγά, και μιαν οξύτατη -κατά τον ίδιον- όραση που οφειλόταν στα πολλά καρότα· ο Λαρισαίος, εύσωμος και με αγνούς, ευχάριστους τρόπους, παρά την επαρχιώτική προφορά του θεσσαλικού κάμπου που κουβαλούσε· στη χάση και τη φέξη, πάντα μετά το πέρας του υποχρεωτικού απογευματινού του ύπνου, ερχόταν ο Πατέρας, για ένα ή δυο σουτ· και αναπόφευκτα οι πολλοί, πάρα πολλοί Γιουγκοσλάβοι, οι οποίοι κατέφθαναν αργότερα -αθλητικοί τύποι που έφερναν μαζί τους τον αέρα ψημένων αθλητών μέσα από την οργάνωση και μαζικότητα και ανωτερότητα των σοσιαλιστικών χωρών στα σπορ. Γίναμε μια κοινωνία μπασκετόφιλων, τακτικών θαμώνων και παικτών σε εκείνα τα γήπεδα. Μια μικρή συντροφιά που έπαιρνα τα παιχνίδια της σοβαρά.

Ο Β δεν συμμετείχε σε κείνα τα απογευματινά ομαδικά παιχνίδια. Είχε πλατυποδία, αλλά και «κακή αντίληψη» της κίνησης της μπάλας, όπως έκρινε ο Πατέρας. Το ελιτίστικο τένις, όμως, ήταν ένα παιχνίδι που διακαώς επιθυμούσε να παίξει μαζί μου και την ακριβή ρακέτα του που είχε εφοδιαστεί. Ως ατομικό σπορ δεν με συγκινούσε ιδιαίτερα, αλλά τον αντιμετώπισα ως αντίπαλο μερικές φορές μάλιστα υπό το βλέμμα της όμορφης Τίνας, και, παρά την απειρία και φτηνότερη και υποδεέστερη ρακέτα μου, επικρατούσα εύκολα. Καλά έλεγε ο Πατέρας: ήταν μια δεξιότητα που διέθετε σε μικρό ή μεγάλο βαθμό το μυαλό του καθένα μας.

Στο τέλος εξοντωτικών αθλοπαιδιών -ψωμοτύρι των παιδικών μου διακοπών, όταν η περιφέρεια του ήλιου άγγιζε την κορυφογραμμή του Ολύμπου και μετά από κάποιο βιαστικό φρεσκάρισμα από τη σκόνη και τον ιδρώτα και σουλούπωμα, περνούσα από τη σκηνή των  Πρωτοποριδαίων. Θα βρίσκονταν ήδη μαζεμένη μια μεγάλη παρέα «μεγάλων» σε έναν κύκλο από πτυσσόμενες καρέκλες στη δροσιά του ηλιοβασιλέματος, να πίνουν καφέ και να χαριεντίζονται, ενώ ο Β μπορεί να έπαιζε, με ερασιτεχνικό τρόπο, όσο κι επαγγελματικό ζήλο, την κιθάρα του – μου φαινόταν επιδεικτικά. Τις πρώτες εκείνες μέρες θα κατεβαίναμε στο κεντρικό «πλακόστρωτο» για φαγητό, ποτά και ψυχαγωγία: στα ποδοσφαιράκια και τα μπιλιάρδα, αργότερα στην ντίσκο. Το πλακόστρωτο, με τη γωνιά της νεολαίας, ήταν πεδίο κοινωνικότητας, συναναστροφών, γνωριμιών, ακόμα και φλερτ. Ήταν εκεί που ο Β γνώρισε (μέσω εμού!) το μπασκετόφιλο Λαρισαίο, όπως και τον κουτό Τάκη, γόνο οικογενειακών φίλων της Μάνας.  Η καινούργια γνωριμία με τον Λαρισαίο εκείνη απέκτησε για τον Β ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έγιναν κολλητοί με πρωτοβουλία περισσότερο του τελευταίου, για τον απλό λόγο ότι το παιδί αυτό συνδεόταν στενά με δυο κοπέλες, γειτόνισσες και οικογενειακές φίλες στη Λάρισα, αρκετά συμπαθητικές ώστε να φουντώσουν τα ήδη ξύπνια σεξουαλικά ένστικτα του Β. Λίγα βράδια μέσα στην περίοδο των διακοπών, ο Β θα χόρευε μπλουζ, κάτω από τους ήχους του “Hotel of California”, στο αδιάλειπτο φινάλε του προγράμματος του DJ, με την ελκυστικότερη από τις δυο κοπέλες, την πιο μικροκαμωμένη και χαριτωμένη. Το ερχόμενα πρωϊνό στη θάλασσα, κανόνιζαν με τον Λαρισαίο έναν ημερήσιο περίπατο κατά μήκος της ακτής μέχρι το κάστρο του Πλαταμώνα, όπου ο τελευταίος θα έφερνε και τα κορίτσια. Με ρώτησαν αν ενδιαφερόμουν και απάντησα καταφατικά, παρόλο που ο αντικειμενικός σκοπός της εκδρομής ήδη φανερωνόταν διάφανος στο νου μου από όσα είχαν προηγηθεί, από όσο ήξερα τον Β, και από τα κρυφά χαμόγελα και ψιθύρους. Άρχισα να νιώθω παρείσακτος και μειονεκτικός, πριν ακόμα να έχει οργανωθεί τίποτε το οριστικό. Το πότε ακριβώς, το αν τελικά θα μας συνόδευαν τα δυο κορίτσια... Η άποψη μου για τις λεπτομέρειες μιας φιλόδοξης εκδρομής ούτε ζητήθηκε, ούτε θα μετρούσε, αλλά η ιδέα της εκδρομής κατά μήκος της ακροθαλασσιάς μου φάνηκε ελκυστική περισσότερο ως περιπέτεια παρά ως ευκαιρία για φλερτάρισμα.

Το πρωϊνό της μεθεπόμενης μέρας που πέρασα από τη σκηνή έμαθα από την κυρία Κ ότι είχαν ήδη φύγει για την εκδρομή τους. Οι τέσσερις τους, τα δυο ζευγάρια· είχα προφανώς περισσεύσει ή αγνοηθεί μέσα στην ζάλη προσδοκώμενων ερωτοτροπιών. «Καλά, δεν σε πήραν μαζί τους στην εκδρομή στο κάστρο; Ντροπή του! Θα του τα ψάλλω όταν επιστρέψουν!», με ρώτησε ρητορικά η κυρία Κ, με γνήσια έκφραση αμηχανίας και απογοήτευσης. «Δεν πειράζει...» είπα, καβάλησα το ποδήλατο και συνέχισα με τα υπολείμματα μιας ακόμα μέρας από τις ίδιες κι απαράλλαχτες μέρες των διακοπών στο camping: το ανιαρό μπάνιο στη θάλασσα με την παρουσία της Μάνας, ναπολιτάνα ή μπολονέζ μακαρονάδα και κόκα-κόλα για μεσημεριανό, τις ατέλειωτες ώρες μπάσκετ το απόγεμα. Άθελά μου, ενάντια στην κάθε κρυφή επιθυμία μου, έγινε οικογενειακό θέμα, κάτι που μεγάλωσε το μέγεθος της ταπείνωσης, ξεγύμνωσε τη μειονεξία μου ως προς το Β, τις παρέες, ακόμα και τους μεγάλους, δακτυλοέδειξε τη μοναξιά μου. Το Βίλη τον μάλωσαν, και μάλιστα παρουσία μου, και του επέβαλλαν να μου ζητήσει συγγνώμη. Αλλά όλα αυτά δεν επούλωσαν καμιά πληγή στον εγωϊσμό μου, αν μη τι άλλο την έξυσαν. Δεν είχαμε θέση, ο ένας δίπλα στον άλλο σε εκείνο το camping, στις παρέες. Μιαν ασύμμετρη και κατακερματισμένη φιλία μας, που είχε επιβληθεί άνωθεν, δοκιμάστηκε και σημαδεύτηκε ανεπανόρθωτα.  

Το προτελευταίο καλοκαίρι μας στη Σκοτίνα ήταν το ταραγμένο και καυτό του 1974. Τα νερά της  παραθαλάσσιας γαλήνης και της χαλάρωσης ήρθε να ταράξει η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Έφερε δημόσια παραληρήματα σαν εκείνο το: «’Έμπαινε, Ανδρουτσόπουλε!» του κουτού μας φίλου Τάκη, μετά από κάθε ανακοινωθέν από την Κύπρο για απώλειες των Τούρκων εισβολέων. Έφερε και την πιο μετρημένη, αλλά διάχυτη ανησυχία στις κουβέντες των μεγάλων στις βραδινές συνάξεις τους γύρω από τα αντίσκηνα ή την καφετέρια. Τελικά ήρθε η επιστράτευση του Πατέρα ως έφεδρου αξιωματικού που τον ξαπέστειλε σε μια μονάδα πυροβολικού στο Πόρτο Λάγος. Όχι απροσδόκητα, ακολούθησε το οικογενειακό σοκ που έφερε κλάματα στη Μάνα, και τον κύριο Ν, αξιόπιστο και γνήσιο φίλο, να την παρηγορεί στην αγκαλιά του και να την διαβεβαιώνει ότι θα στεκόταν δίπλα της σε κάθε ενδεχόμενο και δεν έπρεπε να φοβάται τίποτε. Όσο να ‘ναι σημάδευσε και την δική μου ψυχή… Μαζέψαμε την σκηνή με την βοήθεια του Ν, και ο θείος ήρθε να μας πάρει πίσω στη Θεσσαλονίκη. Έμεινε από εκείνο το καλοκαίρι η φωτογραφία της Μάνας με τα κοντά, ξανθά βαμμένο μαλλί να ποζάρει με τον Πατέρα, σε στολή εκστρατείας με τα δυο αστέρια του έφεδρου υπολοχαγού στην παραλία της Καβάλας.

x

Monday, May 1, 2023

Ένα Παιδί - 27 Πρωτοποριδαίοι: Στο Camping

Τις οικογενειακές διακοπές, στο τόξο της ζωής που συνέδεε τα τελευταία παιδικά χρόνια με εκείνα τα πιο προκλητικά και ταραγμένα της εφηβείας, τις περνούσαμε στο camping της Σκοτίνας. Ανήκε στον ΕΟΤ της χούντας, τον κρατικό ΕΟΤ στις δόξες του, και για ένα μικρό διάστημα στο χαλαρότερο κράτος της μεταπολίτευσης -όταν πλέον τέτοιες «δημόσιες» επιχειρήσεις άρχιζαν να παρακμάζουν από την κακοδιοίκηση και μαλθακότητα, τα ρουσφέτια και την ευνοιοκρατία, μέχρις ότου να διαλυθούν πνιγμένες σε ζημιές.  

Ήταν η περίοδος του camping της Σκοτίνας, που Αδερφός από δυο-τριών χρονών νήπιο μεγάλωνε σε ένα άτακτο, ζωηρό και δύσκολο παιδί, έναν «αντάρτη», όπως άρεσε στον Πατέρα να τον χαρακτηρίζει σε τρίτους, ενώ στην ιδιαιτερότητα του σπιτιού τραγουδούσε με ιδιαίτερη ικανοποίηση και καμάρι το σουξέ του Κηλαηδόνη: «Έτσι που ήρθαν τα πράγματα // κακά κι ανάποδά μας // έναν αντάρτη βγάλαμε // στην οικογένειά μας.» Η κυρία Κ των Πρωτοποριδαίων, από την μεριά της, τον μετονόμασε σε Γιάννο από Γιάννη, χάριν πάλι στους αντάρτικους συσχετισμούς του βουκολικού και βουνίσιου «Γιάννος», ως το ζωηρό και ξύπνιο και χαρισματικό παιδί που ήταν -ξεχωριστό, είναι αλήθεια, από τους τόσους πολλούς Γιάννηδες γύρω μας. Του έτρεφε του Αδερφού ευδιάκριτη κι εξαιρετική αδυναμία ο Πατέρας, για την ευφυΐα και σπιρτάδα του, για την ευθαρσή αντιλογία και τον δύσκολο χαρακτήρα του, μιαν αδυναμία εμφανή ακόμα και μέχρι το σήμερα, το λυκόφως της ζωής του -πολλά χρόνια αφού ο Αδερφός είχε πλέον μεταμορφωθεί από την ζωή στο ακριβώς αντίθετο των νηπιακών και παιδικών του χρόνων. Ούτε την έκρυβε εν δήμω την αδυναμία που είχε στον Αδερφό. Την εξέφραζε ανοιχτά και απερίφραστα, αν και στις λίγες διαλείψεις γονικής ορθότητας, πατρικής αμεροληψίας και ίσως ενοχών διακήρυττε: «τους δυο γιούς μου τους αγαπώ εξίσου» και «ο Γιάννης είναι η αδυναμία μας, αλλά ο Λ είναι το καμάρι μας». (Το τελευταίο κομπλιμάν χάριν περισσότερο στην επιμέλεια και εργατικότητα, που δεν χαρακτήριζαν τον ίδιο, και τις άριστες επιδόσεις μου στο σχολείο.) Και η κυρία Κ συνηγορούσε: ο Γιάννης ήταν ο αντάρτης με μπραβάντο, ο επαναστάτης, το ξύπνιο παιδί, που αντιλογούσε σε ενήλικες, τους παράβγαινε και θύμωνε μαζί τους -παρά το μικρό της ηλικίας του, εγώ απλά «θετικός».  Ήταν λογικό τέτοιου είδους διακρίσεις να είχαν επίδραση στις σχέσεις με τον Πατέρα και τη συναισθηματική μας εγγύτητα όσο ήμουν νέος κι όσο ο Πατέρας βρισκόταν ακόμα στην ακμή του· και μοιραία θα επηρέαζε την προσωπικότητα και συμπεριφορά μου απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, τότε και αργότερα στη ζωή. Αλλά αυτές οι σχέσεις με τον Πατέρα όπως με τον καιρό αναπτύχθηκαν, σχέσεις που άλλες φορές κινούνταν στην κόψη του ξυραφιού, άλλοτε ήταν σχέσεις απλής αναγνώρισης, άλλοτε κατέρρεαν σε ένα ναδίρ ψυχρότητας ή ζενίθ απόστασης, ιδιαίτερα μετά από μπαράζ από κατσάδες κι επιθετικούς και προσβλητικούς προσδιορισμούς, αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο.

Πριν από τη Σκοτίνα και τη γέννηση του Αδερφού, ο Πατέρας «έκλεινε» για λίγες βδομάδες ένα τρίκλινο στο “Platamon Beach” -ένα “demi-pension” ξενοδοχείο ανάμεσα στη Λεπτοκαρυά και τον Πλαταμώνα. Ημι-πολυτελές θα χαρακτηριζόταν για την εποχή του, όσο στάνταρντ, απρόσωπο και άχαρο και γερασμένο θα φαινόταν σήμερα. Οι μέρες περνούσαν μονότονα σ’ εκείνο ξενοδοχείο. Σε κλειστοφοβικούς χώρους, σε μιαν άδοξη, καυτή από τον ήλιο του μεσοκαλόκαιρου παραλία, ούτε αμμουδένια, ούτε βοτσαλένια, πηγαινοερχόμαστε ανάμεσα στην ακρογιαλιά και το μπάνιο στη θάλασσα και το εστιατόριο, όπου τρώγαμε το πρωϊνό και το απογευματινό γεύμα που δικαιούμαστε gratis. Κλεισμένος όπως πάντα στο καβούκι μου, χωρίς να έχει σημειωθεί κάποια σημαντική πρόοδος στην κοινωνικότητα μου από τα νηπιακά χρόνια, όταν ντρεπόμουν να ψελλίσω ακόμα και το όνομά μου, έβλεπα από μακριά, κρυμμένος πίσω από θάμνους μιας απλωσιάς  πριν την ακρογιαλιά, παιδιά της ηλικίας μου των έξι-επτά χρονών που ήμουν τότε και μεγαλύτερα, να συναθροίζονται στη μεγάλη βεράντα στο πίσω μέρος του ξενοδοχείου· άκουγα τις φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια της τους να αντιλαλούν μέχρι τη θάλασσα, να τα βλέπω να παίζουν, να τρέχουν, να χορεύουν, ένα τσούρμο από αγόρια και κορίτσια. Μόνος, παρά τις παροτρύνσεις της Μάνας να κάνω γνωριμίες και φιλίες, αποξενωμένος, μοναχική καλαμιά στον κάμπο από μικρός, ενδόμυχα να λαχταρώ να συμμετέχω, αλλά να μην βρίσκω το κουράγιο να κάνω την υπέρβαση και να δηλώσω την παρουσία μου ανάμεσά τους.

Ένα βράδυ, κρυμμένος πίσω από τους ευκάλυπτους του κήπου πετούσα πετραδάκια στην ομήγυρη των παιδιών που είχαν πλημμυρίσει την βεράντα. Ένα, δύο, τρία πετραδάκια σε χρονικά διαστήματα αρκετά, ώστε, όπως πίστευα, να ξεχαστεί η προηγούμενη ρίψη κα η ομήγυρης να επιστρέψει απερίσπαστη στην ανεμελιά των παιχνιδιών της. Ρίψεις ανεξήγητες και αχαρακτήριστες, που μόνο μια προβληματική ψυχή θα μπορούσε να σκαρφιστεί· ίσως από ζήλια, ίσως από βαριεστημάρα, ίσως από μιαν εξέγερση από την μοναξιά. Ήθελα μάλλον να κεντρίσω την προσοχή τους, να δείξω τουλάχιστον ότι είμαι κι υπάρχω, να δώσω ένα παρόν και στίγμα, από μια κρυμμένη ευχή να με βρουν και καλέσουν στην παρέα τους, καθώς ο ίδιος δεν είχα το θάρρος να το κάμω. Αφού πέταξα μερικά τελευταία χαλίκια και κουκουνάρια από τα λέιλαντ του κήπου προς την μεριά της βεράντας, είδα πίσω από τα ευκαλύπτους και το σκοτάδι που μου παρείχαν κάλυψη, ότι δυο από τα μεγαλύτερα παιδιά ξεκόπηκαν απειλητικά από την ομάδα για να βρουν και να τιμωρήσουν αυτόν που κρυβόταν πίσω από την κακή και αδικαιολόγητα εχθρική πράξη -όπως ήταν. Δραπέτευσα μέσα από τα πλακόστρωτα μονοπάτια του ξενοδοχείου ανάμεσα στους ευκάλυπτους, τους ίταμους και τα λέιλαντ στο αχνό φως των σκόρπιων φωτιστικών του κήπου χωρίς να έχω προβλέψει την πορεία τους. Τους αντάμωσα απρόσμενα σε μια γωνιά του κηπου και σάστισα από τον φόβο. Πιο πολύ με κυρίευσε η ντροπή ενός μοναχικού και μονόχνωτου δειλού που ακόμα κουβαλάω. Αν δεν είχε βραδιάσει, θα είχαν διακρίνει αναψοκοκκινισμένα μάγουλά και μαζί με αυτά την ενοχή μου, αλλά με είδαν μικρό κι ασήμαντο, με ρώτησαν αν είδα κανένα «παλιόπαιδο να πετάει πέτρες», τους απάντησα αρνητικά με ένα ξερό και φοβισμένο «όχι», και με προσπέρασαν. Το επεισόδιο είχε λήξει. Γύρισα στο φουστάνι και την γαλήνη της συντροφιάς της Μάνας μου που έπινε το αναψυκτικό της σε μια γωνιά της καφετέριας, κι αυτή μοναχική κι αμέριμνη.   

Ήταν αντάξια της παιδικής λήθης τα δυο καλοκαίρια στο Platamon Beach Hotel. Αλλά το camping της Σκοτίνας, όπως ξανοίχτηκε μπροστά στα μάτια μου μια ανοιξιάτικη Κυριακή, καθώς διασχίζαμε την μεγάλη έκτασή του με το FIAT του Πατέρα, ακόμα παρθένο κι άσπιλο από παραθεριστές, φάνηκε ως ένας επί γης παράδεισος και με άφησε έκθαμβο και γεμάτο όνειρα και λαχτάρα για τους μήνες των σχολικών διακοπών. Ήταν τότε στις αρχές τις δεκαετίας του 1970 η εναρκτήρια saison, κι ο Πατέρας, έχοντας ακούσει επαινετικά σχόλια από τον φίλο και συνάδελφο Β, με πήρε μαζί του για μια επί τόπου αυτοψία και για να κλείσει έγκαιρα ένα από τα λιγοστά bungalows στην απόμακρη γωνιά της έκτασής του. Μεγαλεπήβολη και πρωτοποριακή επιχείρηση του ΕΟΤ για την εποχή, ανάμεσα στις γραμμές του τραίνου για την Αθήνα, πίσω από δεντροστοιχίες από λεύκες, και την μέχρι τότε αναξιοποίητη, μακριά και πλατιά παραλία νότια της Λεπτοκαρυάς μέχρι τον Πλαταμώνα, και τον ακόμα χιονισμένο Μύτικα να την κοιτάζει από ψηλά. Με απέραντες απλωσιές γρασιδιού, ιδανικές για μπάλα (η φαντασία είχε αρχίσει ήδη να καλπάζει και να ονειρεύεται impromptu ματς ανάμεσα σε εθνικότητες) και αθλοπαιδιές στις παιδικές χαρές, στα γήπεδα για μπάσκετ και τένις, αμέριμνη ποδηλασία στους ατέλειωτους φιδίσιους δρόμους ανάμεσα στις ρουλότες για τις σκηνές και τα τροχόσπιτα. Και σε μικρότερο βαθμό, στις ώρες της απογευματινής χαλάρωσης, εξερευνήσεις και συλλογές και ταξινομήσεις φυτών και πεταλούδων γύρω από τη μικρή τεχνητή λίμνη με τα νούφαρα, δίπλα στο συγκρότημα των bungalows, κάτω από τις φυλλωσιές πλατανιών όπου το θρόισμα των φύλλων κι ο αχός της θάλασσας δυο βήματα παρακάτω διακόπτονταν από κοασμούς βατράχων. Τα bungalows κίτρινα, κόκκινα, μπλε φρεσκοβαμμένα κουτάκια, χρώματα φανταχτερά από τις αχτίδες του ανοιξιάτικου ήλιου, τα χώριζε από τη θάλασσα μια ακόμα απλοχωριά πράσινου. Όλη αυτή η τεχνητή πλάση περίμενε να με υποδεχτεί για τις σχολικές διακοπές, που ανυπόμονα μετρούσα τις μέρες να αρχίσουν. 

Στη Σκοτίνα η σύγκρουση ανάμεσα στην εσωστρέφεια (έμφυτη ή επίκτητη, δεν έχει σημασία...) και μια από τις ανάγκες που συνιστούν την ανθρώπινη φύση, εκείνη της αναγνώρισης και αποδοχής του ανθρώπινου πλάσματος από συνανθρώπους του, αυτή η σύγκρουση θα ξεπηδούσε με ανανεωμένη ένταση από τα βάθη της ύπαρξής. Όπως έγραψε ο Καμύ, ο συγγραφέας που με είχε εντυπωσιάσει στις πρώτες φιλοσοφικές μου αναγνώσεις στο κλείσιμο της εφηβείας, και που τον ανακάλυψα εκ νέου κάτω από το φως της συσσωρευμένης γνώσης και εμπειρίας στην ωριμότητα: «Η συνείδηση είναι η επιθυμία να αναγνωριστεί και αναγορευτεί ως τέτοια από άλλες συνειδήσεις. Είναι οι άλλοι που μας δημιουργούν. Μόνον στις σχέσεις και σύνδεσμό μας με τους άλλους αποκτούμε ανθρώπινη αξία.» Συμπέρανα, αργά στη ζωή, ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σχέσεις κυρίως γοήτρου, ένας ακατάπαυστος αγώνας για την αναγνώριση ενός ανθρώπινου όντος από ένα άλλο μέσα σε στενούς και ευρείς κοινωνικούς κύκλους γύρω του. Και μαζί με τις δυνάμεις που ενεργούν για την μοιρασιά του πλούτου, ενεργούν εξίσου σημαντικές για την μοιρασιά της ισχύος και της αναγνώρισης και του γοήτρου –σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.  

Το camping, ένας απόμερος και για λίγες βδομάδες διακοπών απομονωμένος από την ευρεία κοινωνική καθημερινότητα μικρόκοσμος αγοριών και κοριτσιών, μικρών, μεγάλων, μικρομέγαλων παιδιών και παλιμπαιδίζόντων μεγάλων από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αλλά και γειτονικών και μακρινών χωρών, τα γνήσια παιδιά κάτω από το επίστρωμα και διακριτική επιτήρηση ενήλικων, που όμως τα άφηνε αδιάφορα να απολαύσουν την ελευθερία τους στους άπλετους χώρους του, εκείνο το camping, λοιπόν, έγινε πεδίο αγώνα για την αναγνώριση της συνείδησης και ύπαρξης, που έλεγε ο Camus, κυρίως από τους συνομήλικους, αλλά και από τους μεγαλύτερους που παρακολουθούσαν αφ’ υψηλού τις κινήσεις μας.

Τα πρωϊνά μπάνια στη θάλασσα δεν με ενθουσίαζαν. Ούτε, πολύ περισσότερο, τα απογευματινά. Γινόταν με την παρουσία και κάτω από τη διακριτική επίβλεψη των γονιών, καθώς, όπως είχα ήδη εμπεδώσει: «στη θάλασσα καραδοκούν πολλοί κίνδυνοι για τα παιδιά». Χρειαζόταν και κάποιος να χρονομετρεί τις ώρες που έπρεπε να μεσολαβήσουν από το τελευταίο γεύμα και την πρώτη βουτιά και να δώσει το ΟΚ, κάποιος σε επιφυλακή υπό την απειλή ηλίασης κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του Ιούλη. Το περιστατικό με το χλωμό κορμί του νεαρού πάνω στην αμμουδιά να του προσφέρεται μάταια το «φιλί της ζωής» μέχρι να τον παραλάβει νεκρό το ασθενοφόρο, περιστατικό του οποίου γίναμε μια από τις μέρες των διακοπών μάρτυρες, ενίσχυσαν την αίσθηση του κινδύνου και την επαγρύπνηση των ενήλικων. Τη Μάνα, που ήταν και παρέμεινε αρχάρια κολυμβήτρια, αφού δεν διέθετε τον σχετικό κοσμοπολιτανισμό των θαλάσσιων λουτρών, το κολύμπι στην αρμύρα της θάλασσας επίσης δεν ενθουσίαζε, όπως απέφευγε και το ξεροψήσιμο του κορμιού στο λιοπύρι – την κατ’ ευφημισμό ηλιοθεραπεία· σε αντίθεση με τον Πατέρα που πάντα διασκέδαζε με μια βουτιά και λίγη ώρα κολύμπι μέχρι τα βαθιά και έπειτα απολάμβανε το άραγμα για στέγνωμα στην αμμουδιά. Αν και σε κείνη την ακρογιαλιά της Σκοτίνας έμαθα να επιπλέω και τελικά να κολυμπώ περισσότερο με αυτοδιδαχή, το κολύμπι δεν κατάφερε από τότε και μέχρι σήμερα να με συναρπάσει.

Ο Πατέρας, που τα μπάνια στη θάλασσα ήταν από τα εκ των ων ουκ άνευ των καλοκαιρινών διακοπών, αφιέρωνε το χρόνο του σε μαθήματα κολύμβησης και παιχνίδια με τον μικρό Αδερφό ή, καθισμένος στην άμμο, σε ατέρμονες κουβέντες με φίλους, γνωστούς που είχαν κερδίσει την εκτίμησή του και άγνωστους που είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον του. Ένας από τους τελευταίους ήταν ένας Ιταλός κύριος που δυο συνεχόμενα καλοκαίρια έκανε διακοπές με το τροχόσπιτο και την οικογένεια του στο camping. Καθισμένοι στην αμμουδιά, με τα χέρια τους να αγκαλιάζουν τα γόνατα, τον Ιταλό από τη μια μεριά του Πατέρα, τον Αδερφό αεικίνητο νήπιο από την άλλη, μιλούσαν με τις ώρες. Συνήθως πολιτικά: για τη δικτατορία στην Ελλάδα ή για το PCI και τον Enrico Berlinguer στην Ιταλία, που η φωνή του Πατέρα, παρά την γενική επιφυλακτικότητα που επικρατούσε σε δημόσιες πολιτικές συζητήσεις, επέτρεπε να ακουστούν μέχρις παραδίπλα που καθόμουν και σκάλιζα την άμμο. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να συζητήσει με τα λιγοστά τσάτρα-πάτρα Ιταλικά του ο Πατέρας, και ήταν απορίας άξιο πως κατάφερε κι έμαθε αυτά τα λίγα Ιταλικά. Από μόνος ο θαυμασμός του για μιαν συγγενική κουλτούρα, ιδιαίτερα το σινεμά της που την χρυσή εποχή του ζούσαμε τότε, δεν θα αρκούσε για επαρκή συνεννόηση σε αυτήν την γλώσσα. Αλλά παρακολουθούσα με το δέος ενός φύσει συνεσταλμένου, την αυτοπεποίθηση και bravado του Πατέρα, καθώς οι συνομιλίες με τον Ιταλό, σε σχεδόν καθημερινή βάση στο ίδιο το σημείο της παραλίας διαρκούσαν πολλήν ώρα. “Leggi sembre i libri, Giovanni!” ήταν η κεντρική συμβουλή του Ιταλού στον Αδερφό, κάτι που δεν κατάφερε, όπως έλεγε, να ενσταλάξει στην κόρη του: στην ηλικία της την απασχολούσαν περισσότερο τα λούσα. Την συμβουλή του Ιταλού έμαθε να προφέρει και θυμόταν και υπενθύμιζε ο Πατέρας, ως τρόπαιο εκείνων των συζητήσεων στην αμμουδιά, για τα λίγα χρόνια που λαμβάναμε από τον Ιταλό χριστουγεννιάτικες κάρτες.

Στα πλέον ανταγωνιστικά παιχνίδια σκακιού πάνω σε πτυσσόμενα τραπεζάκια κάτω από τη δροσιά και το θρόισμα των φύλλων κάποιας λεύκας με Γιουγκοσλάβους (που όλοι γνωρίζαμε ότι ήταν δυνατοί σκακιστές), ο Πατέρας παρακολουθούσε με ένταση και κρατούσε την αναπνοή του μέχρι να παίξω την κίνηση μου, ώστε η ανάσα του να μην διακόψει τη συγκέντρωσή μου· ξεφυσούσε αφού την έπαιζα... Τέσταρα τις διανοητικές μου ικανότητες, που δεν ήταν μικρές, αλλά ούτε και ιδιαίτερα υψηλές. Ήμουν πάντα «θετικός», όπως θα έλεγε η κυρία Κ, που σήμαινε ότι κατατασσόμουν κάπου πάνω από τον μέσο όρο, αλλά όχι απαραίτητα κοντά σε κάποια πνευματική κορυφή.

Από την άλλη μεριά, στα γήπεδα μπάσκετ, φιγουρατζής, με μια μπάλα επαγγελματικών προδιαγραφών και αθλητικά παπούτσια και ένδυση κάποιας αναγνωρισμένης φίρμας – Converse All Star, Adidas, κτλ., κατέφθανα νωρίς το απόγευμα, κάτω από λιοπύρι των αδίστακτων απέναντι στο ημίγυμνο κορμί ηλιαχτίδων, όταν ακόμα ψυχή δεν βρισκόταν γύρω, για να καλλιεργήσω και δοκιμάσω την τεχνική και φυσική μου κατάσταση. Θα μου στοίχιζαν οι εξορμήσεις κάτω από τον ήλιο τα βαριεστημένα απογεύματα των διακοπών που το camping απολάμβανε την σιέστα: μιαν ηλίαση και μια φακιδωμένη από τα εγκαύματα πλάτη εφ’ όρου ζωής να θυμάμαι. Γρήγορα τα γήπεδα γέμιζαν από καλογυμνασμένους Έλληνες και Γιουγκοσλάβους για impromptu γνωριμίες και παιχνίδια. Η ακριβή μπάλα μου προσέλκυε συμπαίκτες κι αντιπάλους: μονότερμα, δίτερμα, με δυο, τρεις, τέσσερις, δέκα και παραπάνω παίχτες που συχνά δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, αλλά τα βρίσκαμε μια χαρά σε ομάδες ή ως αντίπαλοι. Και εκεί επέδειξα ένα «θετικό» πρόσημο πάνω από τον μέσο όρο, πιο πολύ χάρι στο «χέρι» και ευστοχία μου, παρά το χαμηλό ύψος και την κοκκαλιάρικη σωματική διάπλαση. Αργότερα, όταν η ζέστη της ημέρας καταλάγιαζε κάπως πριν το σούρουπο, οι παραθεριστές μαζεύονταν στην υπαίθρια καφετέρια, γονείς και γόνοι για απογευματινό καφέ, αναψυκτικά και συζήτηση, εν αναμονή του γεύματος και κάποιου προγράμματος ψυχαγωγίας, Και η νεολαία, με την δύναμη της συνάφειας της ή, ισοδύναμα, την επίδραση της απωθητικής δύναμης που κατά κάποιο τρόπο ασκεί ο κόσμος των ενήλικων, σύντομα αποσκιρτούσε για να συσπειρωθεί γύρω από την δική της γωνιά και άβατο: ένα πλακόστρωτο περιφραγμένο με καλαμιές, με τα τραπέζια του ping-pong  και τα μπιλιάρδα και αργότερα, τα βράδια, τη ντίσκο. Και ακόμα πιο αργά, ο σκληρός, ηγετικός πυρήνας θα μαζεύονταν beach party μπροστά στα κύματα, με φωτιές, κιθάρες και ραδιοκασετόφωνα, αλκοόλ, φιλιά κι έρωτες, κάτω από το στερέωμα με την σελήνη και τα άστρα, που όμως τα νιάτα ακόμα δεν απολάμβαναν συνειδητά.  

Οι σχέσεις με τα κορίτσια, παρά τη διακαή λαχτάρα των προεφηβικών χρόνων, παρά τη φωτιά που άναβε μέσα μου τις ώρες του μπάνιου παρακολουθώντας τα ημίγυμνα, λυγιστά και σφριγηλά κορμιά τους να περιφέρονται γύρω μου· παρά την πλημμύρα από όμορφα κορίτσια σε ανοιχτόχρωμα, λινά φορέματά τους πάνω από τη λεία, χρωματισμένη σε αποχρώσεις του καφέ από τον ήλιο επιδερμίδα τους, τα βραδινά στη ντίσκο· παρά τις ευκαιρίες για τέτοιου είδους συναναστροφές που ο ευρύτατος κύκλος του Β προσέφερε, τέτοιες σχέσεις παρέμειναν ευσεβείς πόθοι. Η βάρκα της λαχτάρας και πόθου για ένα παρθενικό άγγιγμα και φιλί τσακίστηκε στη ντροπαλοσύνη μου από τη μια μεριά, και, από την άλλη, στην αντίθεση της: την αυτοπεποίθηση και την αλαζονική γοητεία που απέπνεε ο Β, ο οποίος είχε παρόμοιες βλέψεις κι έψαχνε με ζήλο για το μερτικό του, και την ασύγκριτη υπεροχή στον τομέα αυτό -των «συναναστροφών με το άλλο φύλο», που ο Β και τα αγόρια της παρέας που σχημάτισε γύρω του είχαν. Ένα πρωϊνό στη θάλασσα, με το Β και έναν κοινό γνωστό, ο Β πίσω από το στραβό, ειρωνικό χαμόγελο του μου είπε: «Η Τίνα μας μιλούσε για σένα χτες…» Η Τίνα ήταν η όμορφη μοναχοκόρη ενός ζεύγους Ελληνοαμερικανών, με ίσια μαύρα μακριά μαλλιά, χωρισμένα στη μέση. Η καρδιά μου αναπήδησε. «Μου φαίνεται ότι σε γουστάρει…». «Αλήθεια;», απάντησα. Μετά από μια παύση και ειρωνικά αλληλοκοιτάγματα: «Πλάκα κάνουμε. Μας είπε ότι είσαι ‘κρύος’.» Η καρδιά μου βυθίστηκε σε γκρίζα απογοήτευση. Δεν ήταν μόνο η ματαίωση της αμυδρής ελπίδας ότι μπορεί να ασκώ κάποια έλξη -αν όχι γοητεία. Ένα άσχημο, κοκκαλιάρικο παιδί, με εμφανή και αποκρουστική τριχοφυΐα εν είδει μουστακιού και το ακαλαίσθητο βάθεμα της φωνής, στα πρόθυρα της εφηβείας, ήμουν. Ούτε μόνον η ανακοίνωση της απόρριψης μου από ένα όμορφο κορίτσι, και μάλιστα μπροστά σε άλλους, δηλαδή μια έμμεση αυτού που έλεγαν «χυλοπίτα». Ήταν το χτύπημα στην αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση που ένιωσα βαρύτερο. Ήταν και ο θυμός, ξεχειλισμένος από το κακόγουστο πείραγμα και την αχρείαστη προσβολή που προκάλεσε. Ήταν, και η αποξένωση και το κλείσιμο, ακόμα πιο ασφυκτικό, στο κελί του εαυτού μου.

Με το Β και τους άλλους πέρασαν μέρες για να ξαναμιλήσουμε. Σε μια γωνιά του κεντρικού πλακόστρωτου, με το self-service εστιατόριο και την καφετέρια κάτω από ψάθινα σκίαστρα, το μικρό παντοπωλείο και ιατρείο, τετράγωνες κατασκευές, κόκκινα βαμμένες να καταλαμβάνουν τον κύριο χώρο, είχε στηθεί πίσω από έναν πρόχειρο φράκτη από καλαμιές μια ντισκοτέκ για τη ψυχαγωγία της νεολαίας του camping. Ο ΕΟΤ είχε προνοήσεις για όλες τις ανάγκες της πελατείας του. Σε κείνη τη ντίσκο ένα ξέγνοιαστο βραδάκι, μια όμορφη Γιουγκοσλάβα σε ένα κάτασπρο φόρεμα, με πυρόξανθα κοντά μαλλιά, τράβηξε την προσοχή μου -και αυτή του Β, βεβαίως. Στεκόμαστε λίγα βήματα κοντά στην ομορφιά της με τα χέρια μας πλεγμένα μπροστά στα στήθη μας χωρίς να μιλάμε. Με πλησίασε με το οικείο μειδίαμα του από ένα στόμα που ελαφρώς στράβωνε σε τέτοιες περιπτώσεις, και με ένα νεύμα του κεφαλιού προς την ξανθιά Γιουγκοσλάβα μου είπε: «Πολύ ‘δυνατή’ φάτσα, δεν νομίζεις;» Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω: «Ναι, όντως, αλλά λίγο ‘βάρβαρη’ έκφραση το ‘δυνατή φάτσα’ που λες για μια τόσο όμορφη κοπέλα και τέτοια αιθέρια ύπαρξη...» Αυτή η κριτική στο ‘βάρβαρη’ έκανε εντύπωση στο Β· το είδε ως ευφυολόγημα, τον έκανε να χαμογελάσει, και μετέφερε τη στιχομυθία μας το ίδιο βράδι σε άλλους, αν και με όσο είπα, συλλογιζόμουν, δεν είχα σκοπό να αστειευθώ. Η αίσθηση του χιούμορ μου, χιούμορ που σε κάθε περίπτωση απαιτεί θάρρος και εξοικείωση με το ανθρώπινο περιβάλλον, ήταν γενικά πολύ καλύτερη στις κουβέντες με των Κωστάκη και τα παιδιά της γειτονιάς και του σχολείου ανάμεσα στα παιχνίδια μας. Κανένας μας, βέβαια, δεν τόλμησε να πλησιάσει και κουβεντιάσει με την όμορφη Γιουγκοσλάβα, ούτε ο ίδιος ο Β – ο γίγας σιγουριάς και θάρρους: ήταν περιτριγυρισμένη από αθλητικά κι εξίσου με την ίδια όμορφα σλαβικά αγόρια. Και η αυτοπεποίθηση και υπεροψία που διέχεε το κορίτσι ξεπερνούσε κατά πολύ αυτή του B και, κατ’ επέκταση, της συνοδείας του. 

Η σχέση μου με τον Β, μετά τον σαρκασμό του για την όμορφη Τίνα, αναθερμάνθηκε στοιχειωδώς. Στο περιθώριο των περιθωρίων της φιλίας μας, ένας ασήμαντος διάλογος αποκατάστησε κι ένα μέρος του εγώ και της παρουσίας μου στον κύκλο των παιδιών που συγκέντρωνε γύρω του, ο οποίος κύκλος διευρυνόταν καθώς οι μέρες των διακοπών μας πλησίαζαν το κορύφωμα της τουριστικής περιόδου. Και αν στις μεταξύ μας διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις υστερούσα, στις μαζώξεις με την κιθάρα κάτω από τις σκηνές ή τα προαύλια των bungalows, στα τραπέζια της καφετέριας, είτε δεν  συμμετείχα, είτε ήμουν αυτός που παρακολουθούσε, πάντα «κρύος» και λιγομίλητος. Κουραζόταν οι μυς του προσώπου μου χαμογελώντας κατά περίσταση, ενώ οι κουβέντες για κορίτσια, μουσική, εκδρομές και πάρτι μπαινόβγαιναν αδιάφορα στα αυτιά μου χωρίς να αφήνουν ίχνη, χωρίς να κεντρίζουν το παραμικρό ενδιαφέρον ή συναίσθημα, πέρα ίσως από αυτό της ζήλιας και της ματαίωσης. Σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον σε άλλες δραστηριότητες, στο μπάσκετ, στο σκάκι, ακόμα και στο τένις που με τον άσχετο με κάθε είδους σπορ Β έπαιξα μερικά παιχνίδια και συνέτριψα, ήμουν σαφώς καλύτερος. Τέτοιες πάνω από τον μέσο όρο δεξιότητές στα σπορ, παρά την γενικά αδύναμη σωματική διάπλαση και το χαμηλό έως μέτριο ύψος, το κοκκαλιάρικο σώμα και τα εφηβικά σπυριά της ακμής που άρχισαν να εμφανίζονται εδώ κι εκεί, δημιουργούσαν κάποιο ούριο αεράκι στην αυτοπεποίθηση μου, ιδιαίτερα όταν ο Β και του retinue των φίλων του απουσίαζαν από το πεδίο δράσης μου.

Τουλάχιστον τα πρώτα καλοκαίρια υπήρχε η μπάλα. Από τα παιχνίδια μπάλας στο γρασίδι, που προσέλκυαν μεταξύ άλλων και πολλά κορίτσια θεατές, ο Β απείχε. Το ποδόσφαιρο, λοιπόν, στο camping της Σκοτίνας έγινε πεδίο παιδικής δόξης λαμπρό· όπου, για έστω και λίγες στιγμές, ένιωθα αναπόσπαστο και απαραίτητο μέλος ενός συνόλου, της ομάδας μου, και όποτε είχα την μπάλα στα πόδια μου, το κέντρο προσοχής συμπαικτών και αντιπάλων, ίσως και μερικών κοριτσίστικων βλεμμάτων έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Σε ένα από εκείνα τα παιχνίδια ποδοσφαίρου, στην έκταση πρασίνου μπροστά από το πλακόστρωτο, γνώρισα το πρώτο καλοκαίρι μας στη Σκοτίνα, τον Eddie: τoν συνομήλικο μου Γιουγκοσλάβο από το Βελιγράδι, με τα ξανθά μαλλιά και τα χαμογελαστά, καστανά μάτια. Ήταν σαν το αρσενικό είδωλο στο καθρέφτη, σαν δίδυμος αδερφός της όμορφης Γιουγκοσλάβας, που χαζεύαμε με το Β στη γωνιά της νεολαίας στο πλακόστρωτο. Μια φιλία, θα περίμενε κανείς, από κείνες τις περιστασιακές και φευγαλέες που γεννιούνται στις λίγες μέρες διακοπών και πεθαίνουν έναν ακαριαία θάνατο στο τέλος τους. Το bungalow του Eddie ήταν παραδίπλα του δικού μας, αλλά η σέρβικη οικογένεια του ακολουθούσε διαφορετική ρουτίνα. Αργά το απογεύματα, λίγες ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα, τον έψαχνα στα γρασίδια γύρω από το «πλακόστρωτο» για να στήσουμε ένα παιχνίδι μπάλας. Η μπάλα, και μόνον αυτή, μας συνέδεσε, το ένα και μοναδικό καλοκαιράκι της γνωριμίας μας  –συνήθως ως αντιπάλους σε «διεθνείς» ποδοσφαιρικές συγκρούσεις. Καλός παίχτης ο ίδιος, κάθε φορά όμως που με επαινούσε  για το παιχνίδι μου, ένιωθα τα μάγουλά μου να αναψοκοκκινίζουν με την αδιάψευστη χροιά της περηφάνιας και το γνώριμο και τονωτικό συναίσθημα ανύψωσης να με διατρέχει. Πολλές κουβέντες δεν ανταλλάξαμε και οι λιγοστές στα Αγγλικά ήταν για το ποδόσφαιρο, τις οικογένειές και τις διακοπές μας. Άσκησε μια ανεξήγητη για την ηλικία μου έλξη ο Eddie: στην ψυχή και την αίσθηση του βλέμματος· χάριν στα ξανθά μαλλιά, το όμορφο πρόσωπο, το χαμόγελο, το λεπτό γυμνασμένο κορμί, την σλάβικη εξωτικότητα. Σε μιαν έλξη κατά το χαώδη σεξουαλικό γίγνεσθαι της ηλικίας, που καθώς την ανέλυα εκ των υστέρων, θα έπρεπε μάλλον να είχαν παρεισφρήσει κάποια λανθάνοντα ομοφυλοφιλικά ένστικτα. Την παρουσία του, το αδιάψευστο πυρόξανθο μαλλί και λεπτό κορμί το αναζητούσα από μακριά στο πλακόστρωτο τα απογεύματα, και όταν την εντόπιζα την παρακολουθούσα, μέχρι να την αντιληφθεί και ο ίδιος και με ένα νεύμα και χαμόγελο να με καλέσει για να οργανώσουμε το επόμενο παιχνίδι. Μου είπε, στις λίγες συζητήσεις μας, ότι ήταν γιος διπλωμάτη κι έμενε στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο προξενείο της Γιουγκοσλαβίας στη Βασιλίσσης Όλγας.

Μια μέρα ο Eddie έφυγε απροειδοποίητα με την οικογένειά του. Στη θέα της άδειας από πράγματα βεράντα του bungalow του στεναχωρήθηκα. Η φωτιά όμως της γοητείας που άσκησε, όχι μόνον χάριν στα κομπλιμέντα για την καλή μπάλα που έπαιζα, και η θύμησή του, παρέμειναν άσβηστη για βδομάδες μετά το τελευταίο παιχνίδι μας· ούτως ώστε από τη φτωχική μας γειτονιά να κατεβαίνω στη Βασιλίσσης Όλγας, στην περιοχή του προξενείου στη Σαλαμίνα που βρισκόταν το προξενείο, για να τον βρω. Σάρωνα τις λίστες των ονομάτων στα θυροτηλέφωνα των πολυκατοικιών της περιοχής για επίθετα με την σέρβικη κατάληξη «-ιτς», χωρίς αποτέλεσμα. Μετά από δυο γύρους της περιοχής χωρίς αποτέλεσμα, το αστέρι των καλοκαιρινών μου βραδινών στο camping τελικά έσβησε. Το αν εκείνη η έλξη είχε κάποιο πρωτόγονο και ασυνείδητο ομοφυλοφιλικό χαρακτήρα όπως υποψιάστηκα εκ των υστέρων, στην πορεία προς έναν καθαρότερο ορισμό και καταστάλαγμα της σεξουαλικότητας, ακόμα, δεκάδες χρόνια μετά, με απασχολεί. Μάλλον είχε, αλλά η βάρκα τελικά πήρε μιαν κανονική ρότα.

x