Friday, March 31, 2023

Ένα Παιδί - 26 Πρωτοποριδαίοι: Η Εκδρομή

Ναι, είχε και στιγμές εκνευρισμού και παροξυσμών θυμού ο Ν, όπως έμαθα από πρώτο χέρι στο χωριό του· στιγμές που έβγαινε έξω από τα ρούχα του κι εκτός εαυτού. Μια καλοκαιριάτικη Κυριακή οργάνωσε μια εκδρομή στη Χαλκιδική, μια από τις πολλές ψυχαγωγικές εξόδους που αρεσκόταν να διοργανώνει προς τέρψη του ίδιου και οικογενειακών φίλων: στις πλαγιές της Δραγουντέλης, που κατηφορίζουν κάτω από τις σκιές ψηλών, αρχαίων πεύκων προς τις αστραφτερές ακρογιαλιές της Σιθωνίας -στην περιοχή του Μαρμαρά και του Πόρτο Καρρά. Ο Ν διακρινόταν για την οργανωτικότητα και κοινωνικότητα του, τον ζήλο και το μεράκι του, σε αντίθεση με τον Πατέρα. Κάλεσε τον δικό του κόσμο, φίλους κοντινούς και μακρινούς, χωρίς την παραμικρή προαπαίτηση από κανένα για βοήθεια στις ετοιμασίες, για συμμετοχή στο φαγητό και το ποτό, για συνεργασία στο ταξίδι με τα ΙΧ. Μοναδική προσδοκία η καλή προαίρεση, η θέληση και η καλή διάθεση. Μερακλής και γενναιόδωρος, πάντα επιβαλλόταν στις λογομαχίες που συνόδευαν το τέλος τραπεζιών σε ταβέρνες για το ποιος θα αναλάβει τη «λυπητερή», ενώ αντλούσε μεγάλη ικανοποίηση από την ευχαρίστηση των καλεσμένων του, από τη χαρά, το γέλιο και τα χωρατά τους. Ένα ή δυο κομπλιμέντα ή καλοπροαίρετα καλαμπούρια στο τέλος, ίσως και μια ζεστή χειραψία ευγνωμοσύνης που ως οικοδεσπότης κρυφά επιζητούσε, ήταν για το Ν μπόνους επιβράβευσης της προσπάθειας που τέτοιες εκδηλώσεις απαιτούν.

Περάσαμε καλά εκείνη την Κυριακή στη Σιθωνία. Με το Β και τα άλλα παιδιά της παρέας, εξερευνήσαμε το πευκόδασος και τα δέντρα του που κρέμονταν στην απότομη πλαγιά του βουνού προς την θάλασσα, σα να λαχταρούσαν την απόλαυση των χρωμάτων της. Κατεβήκαμε στη βοτσαλένια παραλία παρακάτω. Κάναμε μπάνιο στα κρουσταλλένια νερά. Πεινασμένοι και διψασμένοι μαζευτήκαμε γύρω από τα τραπεζομάντηλα που είχαν στρωθεί κάτω από τα πεύκα και γευτήκαμε εδέσματα που έφερε ο κόσμος σε ταπεράκια και γάστρες: κεφτεδάκια, πίττες, σαλάτες, κουλουράκια. Τα παγούρια είχαν κάτι για όλες τις ηλικίες: νερό, χυμούς, μπύρες, λευκό κρασί, Μαλαματίνα, μέχρι και ούζο για τους λίγους ουζοπότες. Οι μεγάλοι, χωρισμένες σε τρεις-τέσσερις παρέες, αραγμένοι σε κουβέρτες και κιλίμια, απολάμβαναν το κρασάκι και τις μπύρες τους, κάπνιζαν τα τσιγάρα τους, συζητούσαν τα πολιτικά – οι άντρες· διάφορα κουτσομπολίστικα, περί ανέμων και υδάτων, αλλά και για τα βιβλία και την λογοτεχνία της εποχής και, αναπόφευκτα, τον Σικελιανό, με την Κ, την φιλόλογο, ως συντονίστρια στο επίκεντρο– οι γυναίκες. Ο Ν, όπως συνήθιζε σε τέτοια πάρτι, με μια ή δυο μποτίλιες κρασί στο χέρι, πηγαινοερχόταν από φίλο σε φίλο και από μικρο-παρέα σε μικρο-παρέα γεμίζοντας ποτήρια, με το ευδιάκριτο, πειρακτικό χαμόγελο πάντα πίσω από το μουστάκι να αγορεύει: άλλοτε στομφωδώς, άλλοτε πειραχτικά, άλλοτε αστειευόμενος, με το στρογγυλό πρόσωπο και παχιά μάγουλα να διευρύνεται και τις ρυτίδες στο φαρδύ, ποντιακό μέτωπο να χαράζονται ακόμα βαθύτερες, να χαμογελούν κι αυτές όταν κάποιος πετούσαν κάποια ανάλογη εξυπνάδα. Ήταν γεννημένος πολιτικός.

Όλοι φαίνονταν και ακούγονταν χαρμόσυνοι και γελαστοί, κάτω από την επικούρεια ευδαιμονία του πιοτού και των μεζέδων και της φιλοσοφημένης κουβέντας, Οι έντονες κουβέντες καταλάγιασαν μετά το κορύφωμα του γλυκού μεσημεριού, έμεινε το βουητό των μελισσών και των ζουζουνιών. Από πίσω τους τα τζιτζίκια έπαιζαν την αδιάκοπη συγχορδία τους που η ένταση της ανέβαινε με την θερμοκρασία. Οι μεγάλοι άραξαν κάτω από τις σκιές των δέντρων, χουζούρεψαν, μια γυναίκα προσφέρθηκε να ψήσει καφέ στο καμινέτο. Μερικοί ξάπλωσαν μισο-κοιμισμένοι, ο Πατέρας αποκοιμήθηκε, επίσης αναπόφευκτα, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος σε μια κουβέρτα πάνω στο επίστρωμα των πευκοβελονών.

Τα παιδιά ξανακατεβήκαμε στην παραλία με οδηγίες να μην «βουτήξουμε με  γεμάτα στομάχια». Δεν μας ενδιέφεραν και πολύ οι κουβέντες των μεγάλων -πολιτικές ή πολιτιστικές. Ούτε καταλαβαίναμε πολλά από τις σοφιστείες του Ν, του Πατέρα, και τα πολιτικά τους ανέκδοτα. Ούτε βέβαια μας απασχολούσε ο απογευματινός υπνάκος. Μας αρκούσε η δική μας καλοπέραση, άσχετη, ξέγνοιαστη και φτηνή.

Σε μια γωνιά στο περιθώριο της σύναξης, βαριεστημένοι, αμίλητοι και μουτρωμένοι, μάλλον ανικανοποίητοι από το περιβάλλον και την παρέα, γενικά απαρατήρητοι από την συμμορία των παιδιών, κάθονταν ένα ζευγάρι καλεσμένων. Δεν τους δόθηκε και πολύ σημασία από παρευρισκόμενους. Η αδιαφορία θα ήταν ίσως η αιτία, ίσως το αιτιατό για τα κατεβασμένα μούτρα, την κακομοιριά και δυσανασχέτηση, και θα γίνονταν η προφανής αφορμή για όσα ακολούθησαν. Μοιραία, σε κάθε εκδρομή που εμπλέκει γκρουπ ελληνικών οικογενειών, ξεφυτρώνουν ανάμεσά τους ένα ή περισσότερα μέλη της συνομοταξίας των «στραβόξυλων» ή, στην αργκό των ψυχολόγων, κάποιων παθητικά επιθετικών. Είναι αυτοί που ευχαριστιούνται στην καλύτερη περίπτωση δύσκολα, συνήθως καθόλου και με τίποτε. Αυτοί που όταν δεν είναι σιωπηλοί,  διαμαρτύρονται και «γκρινιάζουν» για κάτι τις, άλλοτε με μια εμφανή εριστική ειρωνία μέχρι και αναίδεια, άλλοτε με μουλωχτά σχόλια για τον καθένα και τα πάντα γύρω τους: το μέρος που τους «φέρανε», το φαγητό και τα πιοτά που τους «σέρβιραν», τους ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκαν λιγοστές ώρες συντροφιάς. Στην περίπτωση της εκδρομής που οργανώθηκε με μεράκι και κόπο, ίσως και λαχτάρα από το Ν, τέτοια μούτρα σήμαιναν αχαριστία και έγιναν ανάθεμα.

Κατά το τέλος του απογέματος, με τον ήλιο να δύει πίσω από τα βουνά της Κασσάνδρας, ο Πατέρας φρέσκος από τον ύπνο του, πήρε στο FIAT μερικούς από τους καλεσμένους και αμοιβαίους φίλους, ενώ εγώ, η Κ, ο Β και η αδερφή του, θα επιστρέφαμε με το ευρύχωρο Renault του Ν, μέσα από τον άτσαλα χαραγμένο χωματόδρομο στις απόκρημνες πλαγιές του βουνού, που μετά από αρκετές στροφές κι ένα σύννεφο σκόνης  θα μας έβγαζε στον κεντρικό, ασφαλτοστρωμένο δρόμο της δυτικής ακτής της Σιθωνίας προς την συμπρωτεύουσα -με λίγη ταλαιπωρία ομολογουμένως. Μερικά δευτερόλεπτα στη διαδρομή της επιστροφής, μετά από μια σύντομη στιχομυθία με την Κ δίπλα του, ξέσπασε ένας κεραυνός εν αιθρία, που ταρακούνησε τα κουρασμένα μυαλά και σώματά μας στο πίσω κάθισμα! Το ιδρωμένο πρόσωπο του Ν κοκκίνησε, ο ίδιος άρχισε να φωνάζει: «Αχάριστοι, παλιάνθρωποι, καθίκια του κερατά!... Θα τους τσακίσω! θα τους σκοτώσω!», χτυπώντας δυνατά και με δύο ανοιχτές παλάμες το τιμόνι, αλλάζοντας μανιωδώς ταχύτητες, επιταχύνοντας στο μέγιστο των δυνατοτήτων του Renault στις μικρές ισιάδες του χωματόδρομου, δείχνοντας ελάχιστη έφεση να επιβραδύνει στις στροφές. Η φοβισμένη φωνή της Κ και οι καθησυχαστικές προσπάθειές της πνίγονταν μάταιες στα μαρσαρίσματα της μηχανής και τις φωνές οργής του Ν. Η Κ προσπάθησε και παρακλήσεις: «να σκεφτεί τα παιδιά στο πίσω κάθισμα και να ηρεμήσει», «εμείς δεν του χρωστάμε τίποτε να μας σκοτώσει», «να σταματήσει το αυτοκίνητο να κατεβούμε και ας κάνει μετά ό,τι θέλει», και τα λοιπά. Ο Β σκυμμένος ανάμεσα στις δυο μπροστινές θέσεις, παρακαλούσε τον μπαμπά του να ηρεμήσει, προσπαθώντας με κωμικό τρόπο να σταθεροποιήσει το τιμόνι, κάθε φορά που ο Ν, με διάφορες χειρονομίες οργής και αγανάκτησης, εγκατέλειπε τον έλεγχο του. Παράμεινα άφωνός και ζαρωμένος στην πίσω θέση, δίπλα στο παράθυρο, έντρομος από τη σχετικά ιλιγγιώδη ταχύτητα που έπαιρνε το αυτοκίνητο στις απότομες στροφές, τα σύννεφα σκόνης που σηκώνονταν πίσω μας, τους γκρεμούς που έχασκαν κάτω από το παράθυρο πίσω από τους θάμνους στην άκρη του δρόμου.

Τελικά, ήταν ένα ξέσπασμα που με την ώρα εξασθένισε. Η οργή μόλις βγήκαμε στην δημοσιά άρχισε να καταλαγιάζει, η λογική ξαναστάθηκε σιγά-σιγά στα πόδια της. Όπως γίνεται με τον κάθε θυμό ενός κατά βάθος ευγενικού και καλοπροαίρετου ανθρώπου. Στην άσφαλτο, οι τύποι που προσπάθησε να καταδιώξει για την αγένεια και αχαριστία τους, παρορμητικά και άγνωστη ίσως και για τον ίδιο πρόθεση, απομακρύνθηκαν από την θέα του, χάθηκαν. Έθεσαν εαυτούς εκτός του κοινωνικού κύκλου του Ν και της Κ χωρίς περίπτωση χορήγησης χάρης· δεν τους ξαναείδαμε στις μαζώξεις τους.

Sunday, March 19, 2023

Ένα Παιδί - 25 Πρωτοποριδαίοι: Ενα Απόγεμα Αποκαλύψεων

Πίσω στο διαμέρισμα της Βασιλίσσης Όλγας, η κηδεμόνευση μου από το Β, σαν από έναν μεγαλύτερο αδερφό, συνεχιζόταν και άπτονταν θεμάτων περί των οποίων οι πραγματικοί κηδεμόνες μου δεν είχαν είτε άποψη, είτε διάθεση, είτε θέληση να ανοίξουν συζητήσεις.  Ένα σαββατιάτικο απόγεμα είμαστε καθισμένοι μπροστά στο state of the art στερεοφωνικό σύστημα, που μου προκαλούσε δέος και το ζήλευα -χάρη στα πολλαπλά επίπεδα, τα κουμπιά με τις δυνατότητες δυνατότητες, το μέγεθος και την ισχύ των δυο μεγάφωνων κι από τις δυο πλευρές των ραφιών που τα σήκωναν. Την ισχύ και πιστότητα τους ο Β επεδείκνυε αυξομειώνοντας την ένταση στο μέγιστο εύρος της και προσανατολίζοντας το αυτί του στην κατεύθυνσή τους. Τα ράφια ήταν γεμάτα από δίσκους βινυλίου που τα εξώφυλλά τους περιεργαζόταν. Ανάμεσά τους διάλεγε κάποιο άλμπουμ και κατόπιν, με αχαρακτήριστη επιμέλεια, τραβούσε κάποιον δίσκο από την θήκη του ώστε να ακούσουμε κάποιο κομμάτι της αρεσκείας του. Σε μια παύση με ρώτησε: «Εσύ, τι μουσική ακούς;»

Τι απάντηση θα μπορούσα να δώσει ένα παιδί που η αξιοθρήνητη εμπειρία του σε μουσικά ακούσματα περιοριζόταν στα λαϊκά σουξέ της εποχής που έπαιζαν σε ράδιο, τηλεόραση, τα jukebox ταβερνών ή εκείνα που ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα και μπαλκόνια της λαϊκής μου γειτονιάς; Τι να απαντήσει το παιδί με τη μουσική παιδεία που του παρείχε η μια ώρα Ωδικής στο σχολείο, με ανεπαρκέστατες πηγές μουσικής, ανύπαρκτη δισκοθήκη και, κατά συνέπεια, πλήρη αδυναμία διάκρισης ανάμεσα σε καλλιτεχνικές νοοτροπίες, ροπές και στυλ, ξένης ή ελληνικής, μοντέρνας ή κλασσικής μουσική, πόσο μάλλον εκτίμησης και απόλαυσης ενός μουσικού κομματιού; «Ελαφρολαϊκή...» απάντησα μονολεκτικά, σχεδόν ντροπιασμένος Όσο ήξερα, τόσο απάντησα. Ο ένας και μοναδικός δίσκος βινυλίου, 45 στροφών, δώρο μιας από τις θείες μου, που τον έπαιξα στο πικάπ σε ένα από τα παιδικά μου γενέθλια, είχε δυο τραγούδια του Καλαντζή: «Το Δελφίνι, Δελφινάκι»  από την μια πλευρά, τον «Επιπόλαιο» από την άλλη – σουξέ της εποχής και τα δύο. Α, ξέχασα... Υπήρχαν και μερικές σκόρπιες ήδη ξεχασμένες μελωδίες από τα πρώτα βήματα του έντεχνου λαϊκού και του «Νέου Κύματος» σε μια μαγνητοταινία του Πατέρα, η οποία όμως δεν παιζόταν πλέον στο χαλασμένο μαγνητόφωνο, καθώς και μια χούφτα δίσκοι, γρατζουνισμένοι πριν καν παιχτούν στο πεπαλαιωμένο πικάπ -το Ob-La-Di, Ob-La-Da των Beatles το μόνο που θυμάμαι ανάμεσά τους.

Η ερώτηση του Β ήταν καλοπροαίρετη. Ήθελε να διαλέξει κάποιο κομμάτι από την δισκοθήκη του με σεβασμό στις προτιμήσεις μου, αν είχα κάποιες, ώστε να βρει κάτι σχετικό από την πλούσια συλλογή του και να το βάλει να το ακούσουμε. Το μουσικό του αυτί ήταν σαφώς πιο καλλιεργημένο και εκλεπτυσμένο, αλλά δεν ειρωνεύτηκε την απάντησή μου. Αντί για κάτι «ελαφρολαϊκό», λοιπόν, με καλές προθέσεις πάντα, διάλεξε και έβαλε στο πικάπ το πλησιέστερο διαθέσιμο του είδους: τα «Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» του Θεοδωράκη, μουσική απαγορευμένη από την λογοκρισία της δικτατορίας· ήταν ένας δίσκος-άλμπουμ που οι Πρωτοποριδαίοι έφεραν, δήθεν ημι-λαθραία κρυμμένο στα μπαγάζια τους, από το Παρίσι, ως τεκμήριο μικρής, πλην όμως γενναίας, αντίστασης στη δικτατορία. Ηχογραφήσαμε το άλμπουμ σε κασέτα. Παρά τις φοβίες και διαμαρτυρίες της Μάνας θα τα άκουγα, ευχάριστα σαν κάτι διαφορετικό, στο ΦΙΑΤ μας, χωρίς όμως ακόμα να συνεπαίρνομαι και δονούμαι από τους εξεργετικούς ρυθμούς της μουσικής του Θεοδωράκη.

Μετά τα «Λιανοτράγουδα», με το δείχτη και αντίχειρα κάθε χεριού να αγγίζει διακριτικά και με την ίδια εξαιρετική προσοχή την περιφέρεια ενός άλλου δίσκου, σα να κρατούσε το πλέον πολύτιμο, εύθραυστο αντικείμενο, τοποθέτησε στο πικάπ έναν που στο εξώφυλλο του φιγουράριζε η φωτογραφία ενός αερόπλοιου Zeppelin. Ήταν από τα πρώτα άλμπουμ των Led Zeppelin, από τα ψώνια και αυτά του Β και της οικογένειας του στο Παρίσι, προφανώς επιλογής του ίδιου του Β. Καθισμένοι ωκλαδόν δίπλα στα ηχεία, την ένταση του ενισχυτή να ρυθμίζεται σε ψηλότερες κλίμακες, μετά από τα λίγα δευτερόλεπτα του χαρακτηριστικού θορύβου που δημιουργεί η βελόνα με το άγγιγμα του βινυλίου, τα αυτιά μας δόνησαν και την ψυχή μας γέμισαν, διαπεραστικός και κρυστάλλινος ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας του Jimmy Page και η ωμή και δυνατή φωνή του Robert Plant. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα από rock μουσική τότε, πόσο μάλλον από τις πλέον νεωτεριστικές εκδοχές της, όπως η heavy metal, και φυσικά ούτε τους Led Zeppelin είχα ακουστά. Θα περνούσαν πολλά, πάρα πολλά χρόνια από κείνη την ημέρα μουσικής υστέρησης και καθυστέρησης, για να ανακαλύψω κανονικά αυτό και τόσα άλλα είδη και ακούσματα της μοντέρνας μουσικής σκηνής ή ακόμα και της κλασικής κληρονομιάς, κάθε τι που έφτανε στην μικρή πατρίδα από μέρη μακρινά, πολιτισμένα, μουσικά προηγμένα. Η pop και rock μουσική, ξενόφερτη και άγνωστη, ακουγόταν πάντα ως «φασαρία» και «βαβούρα» στα αυτιά της Μάνας και του Πατέρα. Θα έβραζα, λοιπόν, για αρκετά χρόνια ακόμα στο νεροζούμι της ελληνικής ελαφρολαϊκής μουσικής.  

Η διαφώτιση συνεχίστηκε εκείνο το απόγευμα σε άλλα επίπεδα. Στο ακατάστατο δωμάτιο, ο Β, ξαπλωμένος στο ντιβάνι του, ξεφυλλίζοντας κόμικς του Αστερίξ, πέταξε -εν ψυχρώ- μια δεύτερη απροσδόκητη ερώτηση, αυτήν με ένα σαρδόνιο μειδίαμα. «Ξέρεις τι θα πει ‘γαμάω’;» Όχι, δεν ήξερα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι επρόκειτο για το ρήμα μιας βρισιάς που ακουγόταν, σε συνδυασμό με ποικιλία ασύνδετων ουσιαστικών αντικειμένων, έμψυχων ή άψυχων (όπως «μπελάς», «στανιό», συγγενικά ακόμα και θεία πρόσωπα, κτλ.) -στα γήπεδα, στη γειτονιά, σε ηπιότερες εκδοχές ακόμα και από τον ίδιο τον Πατέρα σε στιγμές θυμού ή εκνευρισμού. Κατάλαβα ότι εισερχόμαστε σε περιοχές ταμπού. Μου εξήγησε με το ίδιο χαμόγελο υπεροψίας και πονηριάς: την σημασία της λέξης και τι κατά προσέγγιση κάνουν τα αγόρια σε κορίτσια με το «πουλί» τους. Σα να μου αποκάλυπτε ο Β ένα παγκόσμιο μυστικό, που κρύβουν όσο μπορούν οι γονείς από τα παιδιά με την ελπίδα ότι κάπου, κάπως, κάποιος τρίτος θα το φανερώσει, και θα τους απαλλάξει έτσι από το βάρος μιας κρυμμένης, πολυπόθητης αλήθειας, που αναπόφευκτα μια μέρα θα φανερωθεί ει δυνατόν απουσία τους. Μυήθηκα πλέον κι εγώ στο Μυστικό της Ζωής. Ήμουν δεν ήμουν έντεκα χρονών. Έμαθα. Σε μια στιγμή, χωρίς να το έχω αντιληφθεί, ανέβηκα ένα μεγάλο σκαλί στη σκάλα της ενηλικίωσης. Εκείνο το απόγευμα πέρασα το κατώφλι της εφηβείας με όλα τα παρελκόμενα.

Την ίδια περίοδο, στην τελευταία τάξη του Δημοτικού καθόμουν στο δεύτερο θρανίο, με το Νίκο τον Ζ. δίπλα μου. Η ρουτίνα μου στην τάξη, στρυμωγμένος ανάμεσα στο Δρ. και τον Ζ. κάπου στη μέση της δεξιάς συστοιχίας από περίπου δέκα θρανία, όπου κάθονταν σε τριάδες τα αγόρια της τάξης, διακόπηκε προς όφελός μου από τον κ. Ευγενίδη, μετά από μιαν μάλλον εξωτερική παρέμβαση. Η χαρά από τη μετακίνηση εκείνη ήταν διπλή. Από τη μια έβρισκα και τους δύο ενοχλητικούς bullies, καθώς στην ανία της τάξης δεν έχαναν ευκαιρία να κοροϊδεύουν και να «μου την μπαίνουν», από την άλλη στο δεύτερο θρανίο που μεταφέρθηκα, θα καθόμουν πίσω από το πρώτο κάτω από την έδρα και μοναδικό θρανίο κοριτσιών μπροστά από τη συστοιχία των αγοριών. Πίσω ακριβώς από την Κική! Η Κική ήταν από τα πιο χαριτωμένα κορίτσια της τάξης, με μαύρα κοντά μαλλιά, μικρή, «γαλλική» κοίλη μύτη, ανάμεσα σε δυο αστραφτερά, στρόγγυλα μαύρα μάτια, και πλατιά, ρόδινα, αξιοπρόσεκτα χείλη, εύσχημα και εύπλαστα από την ομιλία της. Οι τελευταίες ανιαρές μέρες της τελευταίας τάξης του Δημοτικού θα αποκτούσαν σημασία και ενδιαφέρον. Καθισμένος πίσω από την Κική θα παρακολουθούσα κάθε κίνησή της, θα προσπαθούσα να προσελκύσω την προσοχή της, θα παρίστανα τον έξυπνο σε κάθε ερώτηση που θα μου έκανε. Είμαστε και οι δύο, ως δασκαλοπαίδια, επιμελείς και καλοί μαθητές και το ενδιαφέρον για τα μαθήματα κι επιδόσεις μας κυμαινόταν πάνω από τον μέσο όρο της τάξης. Σε ένα παιχνίδι-μικροκαβγά στο διάλειμμα την έσπρωξα προς την έδρα κι ένιωσα μιαν πρώιμη αντρική περηφάνια όταν, αντί να θυμώσει, μίλησε κολακευτικά για την δύναμή των χεριών μου.

Στην τελευταία εκδρομή του σχολείου στην Παναγία Σουμελά, ξεκομμένος από τις παρέες των αγοριών, παρά τον διακαή πόθο να παίξω μπάλα, την παρακολουθούσα από μακριά στους περιπάτους, το σχοινάκι, το κουτσό και τα άλλα παιχνίδια με τις φίλες της, προσπαθούσα να προσελκύσω την προσοχή της. Μάταια. Όπως μάταιες απέβησαν και οι ανάλογες προσπάθειες του ενοχλητικού και επιθετικού Δρ., του αντιπαθή και άμοιρου αντεραστή μου τους τελευταίους μήνες του σχολείου.  Ένιωθα μια ακατανίκητη, όσο και μονοσήμαντη και χωρίς ανταπόδοση έλξη, κάποιο ενστικτώδες, θολό, απόκρυφο συναίσθημα, μια φλόγα να καίει στο υπογάστριο: ένιωθα τον έρωτα, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα του τι σημαίνει έρωτας, τι μπλέκεται στη διαδικασία του πέρα από ένα χαμόγελο, ένα φευγαλέο άγγιγμα, ίσως κι ένα ρομαντικό φιλί – στο μάγουλο ή οπουδήποτε.

Οι συζητήσεις εκείνου του απογέματος με το Β όμως είχαν αλλάξει άρδην τον χορό των ανθρώπινων σχέσεων στο μυαλό μου. Στήθηκε πλέον ένα πιο χρωματιστό συναισθηματικό και ερωτικό σκηνικό, η φαντασία μου έκτοτε φτερουγούσε και πετούσε ανεξέλεγκτη σε ουρανούς και τόπους ανεξερεύνητους. Ξαπλωμένος στο ντιβάνι, με τα μάτια κλειστά, αλλά το σώμα και το νου σε κατάσταση υπερδιέγερσης φαντασιωνόμουν αυτό που μου είχε περιγράψει άκομψα ο Β: με την Κική, εγώ από πάνω της, εκείνο το κάτι τις που δυνάμει συμβαίνει ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια στη μοναξιά δύο γυμνών κορμιών. Και οι πεταλούδες πετούσαν στο στομάχι μου, ένιωθα την αναστάτωση αχαμνά μου, μιαν σχεδόν επώδυνη σκληράδα στο εσώρουχο, μιαν ματαίωση που μάταια ανέμενε διέξοδο. Θα περνούσαν μερικοί ακόμα μήνες πριν περάσω στο επόμενο των φαντασιώσεων στάδιο.

Η Κική δεν θα βρισκόταν ποτέ «τω σώματι» δίπλα μου. Θα έμενε για πάντα μια τέτοια ανεκπλήρωτη φαντασίωση. Μετά το Δημοτικό οι δρόμοι μας χώρισαν, σε Γυμνάσιο Αρρένων εγώ, σε Θηλέων εκείνη. Εξίσου απελπισμένος για θηλυκή συντροφιά o Δρ., την έψαξε σε θυροτηλέφωνα οικοδομών στην Κωνσταντινουπόλεως και την πέτυχε μετά από μήνες έξω από την πολυκατοικία της. Απογοητευμένος, μου είπε, ότι «χάλασε κι ασχήμαινε», «δεν ψήλωσε καθόλου, έμεινε κοντοστούπα». Σιγά τα αυγά, υπήρχαν και πολύ καλύτερες. Οι φαντασιώσεις μου, όμως, με το ξεθωριασμένο από τον καιρό είδωλο της Κικής συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα. Και με τον καιρό σε αυτές προστέθηκαν τα πιο ζωντανά είδωλα των κοριτσιών της γειτονιάς που με προσπερνούσαν στους δρόμους για το σχολείο ή στο παραλιακό πάρκα όπου συχνάζαμε με τον Δρ. ή από φωτογραφίες σε περιοδικά. Τελικά ανακάλυψα την διέξοδο σε αυτοσχέδια αιδοία και την πρακτικότερη και απλούστερη λύση: το χέρι μου. Η διέξοδος δεν ήταν απλά μια ανακούφιση από το βάσανο και την ματαιότητα των διεγέρσεων, ήταν ένα απτό, πραγματικό, σχεδόν ονειρικό κορύφωμα της ικανοποίησης, της χαράς, ήγαν μια τζάμπα και αβίαστη απόλαυση σε μια περίοδο έντονων ορμονικών διαταραχών. Το σεξουαλικό ένστικτο, που η περιγραφή κι «εξήγηση» του Β έβγαλε από το κουτί που κρυβόταν, βγήκε στην επιφάνεια και ανυψώθηκε δυσθεώρητο μέσα από το είναι μου. Άρχιζε μια νέα περίοδος όπου θα πάλευα με το νου τα ταμπού και τις ενοχές που ένα καταπιεστικό περιβάλλον επέβαλε, να δαμάσω το ένστικτο, να το διοχετεύσω μέσα από τα ελάχιστα διαθέσιμα κανάλια. Γινόταν απογοητευτικά πολύχρωμος ο κόσμος της εφηβείας, ένας κόσμος απότομων ψυχικών σκαμπανεβασμάτων, με ώρες ατέλειωτες -ώρες τρομακτικής μοναξιάς κι αφόρητης καταπίεσης, που άνοιγε μπροστά μου.  Ήταν ο κόσμος μιας αδιάκοπης πάλης με όνειρα και φοβίες, φαντασιώσεις και ονειρώξεις, αόρατες ορμόνες να στήνουν χορό μέσα μου, τον ίδιο μου τον εαυτό που άλλαζε καθημερινά, αυτός που με υποδέχτηκε. Ο χρόνος επιβραδύνθηκε, σαν να περίμενε υπομονετικά το τέλος που θα γινόμουν άντρας και μπορεί να έβρισκα κάποια μορφή ισορροπίας με τον εαυτό του. Την ώρα που θα έπαιρνα τα χέρια τη ζωή μου, και θα την έστρεφα σε μιαν πορεία, τον εαυτό μου έτοιμο να παλέψει για κάποιο μερτικό στην ζωή.

Friday, March 3, 2023

Ένα Παιδί - 24 Πρωτοποριδαίοι: Με την Φύση και την Τέχνη

 ‘Έμαθα πολλά από τον Β και την οικογενειακή μας σχέση με τους Πρωτοποριδαίους. Όπως με τις τέχνες, της λογοτεχνίας εξαιρουμένης, έτσι και με την φύση και την ομορφιά της ως οικογένεια δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε. Οι αποδράσεις από την πόλη στις εξοχές ήταν λιγοστές και περιορίζονταν στους καλοκαιρινούς μήνες. Οι κυριακάτικες εκδρομές στην Χαλκιδική και βδομάδες παραθέρισης στις παραλίες της Κατερίνης γίνονταν για τα μίνιμουμ υποχρεωτικά μπάνια, που τον αριθμό τους ο λαουτζίκος τον μετρούσε ως ένσημα, και βέβαια το φαγητό και την ραστώνη. Ο απογευματινός ύπνος του Πατέρα πάντα στοιχείο αδιάλειπτο και ιερό. Το χωριό της Μάνας δεν είχε κάτι ξεχωριστό κι ελκυστικό να προσφέρει. Περιβαλλόταν από μπαχτσέδες, χωράφια και εργοστάσια, και στις κυριακάτικες επισκέψεις εκεί έπαιζα με τα παιδιά που γέμιζαν τα δρομάκια γύρω από το σπίτι του παππού. Καμιά φορά περπατούσαμε με την Δ μέχρι το μικρό χωράφι στο Σαμπλί, κληρονομιά από την γενιά του εποικισμού, που ο παππούς το νοίκιαζε σε έναν ντόπιο γεωργό για μερικά κατοστάρικα τον χρόνο. Η Δ με πήγαινε εκεί για να μου το δείξει ως κομμάτι γης, «δικό μας περιουσιακό στοιχείο» της οικογένειας, για να δει αν είναι ακόμα εκεί, για να μάθω εγώ, ο κύριος κληρονόμος, που βρίσκεται. Στο γυρισμό περισυλλέγαμε ντομάτες το καλοκαίρι, σύκα το δεκαπενταύγουστο ή «πιάναμε τον Μάη», τις μαργαρίτες και πασχαλιές του, την πρωτομαγιά ή γιορτάζαμε «γραφικά» το Πάσχα του χωριού και την Ανάσταση στην εκκλησία του Άγιου Αθανάσιου στα μνήματα πέρα στις εξοχές. Μου έμεινε τελικά η μυρωδιά των πασχαλιών, όχι πολλά άλλα.    

Την πρώτη αξέχαστη εμπειρία με την φύση την είχα στη μοναδική βδομάδα διακοπών στο πατρικό του Ν στον Καταχά. Εκεί ένιωσα λιγάκι πιο βαθιά, αν και φευγαλέα, την ομορφιά και γαλήνη της· και στο βαθμό που μια παιδική ψυχή, περιτριγυρισμένη καθημερινά από την βαβούρα της λαχανιασμένης από «ανάπτυξη» τσιμεντούπολης θα μπορούσε να το κάνει, εκτίμησε ελάχιστα την αξία της όπως αυτή μετρείται από τα αποτυπώματα στη μνήμη. Θα περάσουν χρόνια και δεκαετίες από τότε, που η ομορφιά της θα με προσέλκυε ξανά και οριστικά και θα με επηρέαζε βαθύτερα, που θα την ανακάλυπτα στα μεγαλείο και πολυμορφία της, που θα την λαχταρούσα σε ένταση και ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογων του χρόνου που μου απομένει, που οι ώρες καταμεσής στην ερημιά της, στο χρώματα, τις μυρωδιές, τα ακούσματα, θα αποκτήσουν την αξία που πραγματικά αρμόζει στις ζωές μας. Λίγες εμπειρίες από το πέρασμα μας στον πλανήτη προσφέρουν τόσο γενναιόδωρα στις αισθήσεις μας.

Στο άλσος στις παρυφές του Καταχά, ελεύθεροι κάτω από τα πεύκα, καθισμένοι στις διάσπαρτες κοτρόνες κουβεντιάζαμε με τον Β και άλλα παιδιά του χωριού, παίζαμε κρυφτό ανάμεσα στα δέντρα και τα βράχια και εσοχές και λακκούβες του λόφου, σκαρφιζόμασταν κατασκευές με τις πευκοβελόνες, συλλέγαμε λουλούδια και φυτά για το φυτολόγιο μας. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν δεν ήταν θόρυβος. Ήταν αχός από το απαλό θρόισμα των ξερακιανών πεύκων ψηλά από πάνω μας, δροσερός για την ψυχή, όσο και η σκιά τους για το κορμί. Στο δρόμο για το πατρικό του Ν, στην άκρη ενός ξέφωτου, βρισκόταν το εργαστήριο γλυπτικής ενός Ευθύμη Καλεβρά, όπως έμαθα αργότερα. Στο μικρό προαύλιο, μπροστά από την είσοδο ενός απλού, τετράγωνου χτίσματος από τέσσερις τοίχους και χωρίς κεραμίδια, ήταν στημένο ένα άγαλμα πάνω σε μια κυβική αλάξευτη πέτρα. Το τι συνέβαινε στο σκοτεινά ενδότερα εκείνου του εργαστηρίου κέντριζε από την πρώτη μέρα την περιέργειά μας, μέχρι που ένα απόγευμα ο Ν, συγχωριανός και φίλος του Καλεβρά, μας έμπασε στο εργαστήρι του. Ο Καλεβράς ήταν όπως πάντα φανταζόμαστε τους εικαστικούς καλλιτέχνες: φορούσε μια μουτζουρωμένη ποδιά, είχε ατημέλητα γκρίζα μαλλιά και πυκνό γκρίζο μούσι. Η αταξία, οι πάγκοι με τα σφυριά, τις βελόνες, τα γλωσσάκια, τις σπάτουλες, λερωμένοι από απομεινάρια γύψου, καλούπια, ασμίλευτα κομμάτια μαρμάρου, νταμάρι σκεπασμένο από την σκόνη του, με απογοήτευσαν. Δεν υπήρχε ομορφιά, ούτε καλαισθησία σε κείνο τον χώρο. Πως γινόταν και μέσα από αυτή την δυσαρμονία, τη λευκή σκόνη και βρωμιά, και τα άμορφα κομμάτια πέτρας, να σχηματίζεται αρμονία και τάξη, κάτι όμορφο και συγκροτημένο σαν το άγαλμα που στεκόταν έξω; Φυσικά, η απάντηση και το μυστικό πίσω από το μυστήριο βρισκόταν στο νου και το χέρι του καλλιτέχνη. Όπως πάντα πίσω από τη μαγεία της δημιουργίας στη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη μουσική, την ποίηση βρίσκεται ο άνθρωπος, η ψυχή και έμπνευση του, το ταλέντο και η ιδιοφυΐα του. Ποτέ δεν κατάφερα αυτές τις τέχνες, τις καλές τις τέχνες, να δαμάσω. Μάλλον μου έλειπε από την μια μεριά κάποιο έμφυτο ταλέντο, από την άλλη ικανό βάθος και ευαισθησία ψυχής. Στην ψυχή μια σπίθα από κάθε τι φαινομενικά μικρό και ασήμαντο γύρω της γίνεται φωτιά, που θα μεταμορφώσει συναίσθημα και αισθησιακές εντυπώσεις σε έμπνευση, και την έμπνευση με το ταλέντο κι επιδεξιότητα σε δημιούργημα. Των δικών μου νιάτων η δημιουργικότητα θα εξαντλούνταν σε πιο πρακτικές και πεζές ασχολίες, που αργότερα θα γίνονταν βιοποριστικό επάγγελμα. Οι τέχνες στις οποίες δεν εντρύφησα στέκονται απέναντι μου για να με γοητεύουν, τους καλλιτέχνες πίσω από τα έργα τους να θαυμάζω για την επιδεξιότητα, το ταλέντο, και τον πλούτο της ψυχής.

 Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωϊνό κοντά στην Πρωτομαγιά, την par excellence γιορτή της Άνοιξης, όταν ο Ν μας πήρε, ένα τσούρμο παιδιά, για πεζοπορία στις εξοχές που περιέκλειαν το χωριό των πατεράδων του και γνώριζε καλά: για να μας δείξει τα απόκρυφα μονοπάτια που περπατούσε στη δική του παιδική ηλικία, που όσο πιο πολύ γερνάει ο άνθρωπος, τόσο πιο νοσταλγική γίνεται. Κατεβήκαμε του χωματόδρομους του χωριού, χαραγμένους από τα αυλάκια που άνοιγαν οι βροχές του χειμώνα. Διασχίσαμε ξεραμένους χειμάρρους, κάτω από τις φυλλωσιές διψασμένων πλατανιών. Σκαρφαλώσαμε κορμούς πεσμένων δέντρων. Παλέψαμε με τα ραβδιά από πεσμένα δέντρα τις τσουκνίδες και τα ζιζάνια που έκλειναν το δρόμο μας. Παραμονεύαμε με φόβο στην καρδιά για σφήκες, σαύρες, φίδια και άλλα ερπετά. Μονάχα φως, τα λουλούδια του Μάη και η βλάστηση και απλωσιές από γρασίδι που αψήφησε την ξερή γη, όλα κάτω από ένα αψεγάδιαστο γαλανό στερέωμα, όλα κάτω από έναν χαρούμενο και ζεστό ήλιο να φωτίζει και ευλογεί την πορεία μας. Στην απεραντοσύνη της γαλήνης τα τεντωμένα αυτιά μας  συλλάμβαναν κάθε παραμικρό και ασήμαντο θόρυβο: το βούισμα των μυγών, των  μελισσών, των ζουζουνιών, τα βήματα μας στο χώμα, τα ξερόκλαδα που πατούσαμε. Οι ανθρώπινες ψυχές, οι φωνές και κινήσεις τους, πέρα από τον αρχηγό Ν και την παρέα των παιδιών που πιστά τον ακολουθούσαν, απουσίαζαν μέχρι εκεί που μπορούσαμε να δούμε και ακούσουμε. Με την ήρεμη φωνή από την κορυφή της φάλαγγας ονομάτιζε τοπωνύμια, δέντρα, αγροκτήματα, διηγούνταν του καθενός την μικρή ιστορία. Επέστρεφε στο παρελθόν του, στην ηλικία μας. Ήταν το χωριό και η φύση του, τα ξαναζούσε και τα ένιωθε περισσότερο βαθύτερα από εμάς.

Ξαποστάσαμε στο αγρόκτημα με τις ροδακινιές και ξεδιψάσαμε από το νερό του πηγαδιού του. Ήταν φρέσκο και δροσερό. Στον πάγκο κάτω από τη σκιά του υπόστεγου μιας κλειδαμπαρωμένης αποθήκης φάγαμε το μεσημεριανό μας και γευτήκαμε μούσμουλα και πρώιμα ροδάκινα από τα δέντρα γύρω μας. Όταν πήραμε το δρόμο για την επιστροφή ο ήλιος άρχισε να γέρνει πίσω από τις κορυφογραμμές των Πιερίων. Ο δρόμος φάνηκε μακρύς και οδηγούσε στο χωριό από την άλλη μεριά του. Είμαστε κουρασμένοι από το περπάτημα και μια ιδρωμένη μέρα ψύχραινε και εξαντλούταν, το ηλιόφως χαμήλωνε γρήγορα πίσω από τις κορυφές των δέντρων. Και ο Ν, για να συναρπάσει τις παιδικές ψυχές, να φουντώσει αυτο το συναρπαστικό συναίσθημα της περιπέτειας στον ανοιξιάτικο περίπατο, να αμοληθούν πεταλουδίτσες στο στομάχι και να κάνουν να ξεχάσουμε τα κουρασμένα πόδια μας, ο Ν, με ένα συννεφιασμένο πρόσωπο προσποιήθηκε ότι χάσαμε τον δρόμο μας, ότι χαθήκαμε στη φύση και την ερημιά της. Έπρεπε να τον ξαναβρούμε πριν το σκοτεινιάσει για τα καλά.  Ίσως, πρόσθεσε, να αναγκαζόμασταν να διανυκτερεύαμε στην ύπαιθρο με τα άγρια της ζώα, τους θορύβους της νύχτας. Δεν το ήλπιζε και ευχόταν. Τον ακούγαμε με ανοικτό στόμα και την αγωνία για το άγνωστο.  

Τελικά, όμως, πριν από τη δύση του ήλιου, τα πρώτα σπίτια του χωριού ξεπρόβαλλαν μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων κάποιου δεντρόκηπου. Η μέρα έγινε ορόσημο: ως η πρώτη γνωριμία με έναν κόσμο έρημο, μοναχικό και πράο, μακριά από τις φωνές της γειτονιάς, τους ήχους της πολιτείας, που μέρα με  μέρα μας έζωνε πιο πυκνή από οικοδομές και αυτοκίνητα, μεγάλωνε σε ύψος, απλωνόταν στα δάση γύρω της, πληθαινόταν από ανθρώπινα όντα. Εκείνη η μέρα και η εντύπωσή που άφησε μέσα μου έγινε έμπνευση για «έκθεση ιδεών» στο σχολείο, κάτω από ένα θέμα απρόσωπο και μηχανικό, κάτι σαν: «Περιγράψατε μια Μέρα των Διακοπών σας». Αλλά κέρδισε τον έπαινο του δασκάλου και την διάβασα μπροστά σε όλη την τάξη. 

Η βδομάδα στον Καταχά, στο πατρικό του Ν, στο άλσος και τις εξοχές, ακόμα και στο εργαστήρι του Καλεβρά, ήταν από τις λίγες φορές που ένιωσα ίσος προς ίσο με το Β. Βοήθησε που τον είδα με κατεβασμένα μούτρα, ταπεινωμένο, μετά από μιαν μεσημεριανή κατσάδα του πατέρα του. Οι άγαρμποι θόρυβοι που κάναμε και τα ανόητα χαχανητά μας από το άλλο δωμάτιο, που συνεχίζαμε παρά κάποιες επιπλήξεις, εμπόδιζαν τον Ν να πάρει τον απογευματινό του ύπνο. Έμεινα ως τρίτος και φιλοξενούμενος στο απυρόβλητο της κατσάδας, παρόλο που είχα ίση ευθύνη στη φασαρία που κάναμε και την αναισθησία που επιδείξαμε. Η τρομακτικά στεντόρεια φωνή του Ν, εφάμιλλη αυτής του Πατέρα, διανθισμένη από διάφορα κοσμητικά ουσιαστικά για παιδιά, όπως «Γαϊδούρι! Παλιόπαιδο!», θα συντάραζε κάθε παιδί και θα βούλωνε κάθε παιδικό στόμα. Το μάλωμα αγοριών από πατεράδες κατατροπώνει και ισοπεδώνει χαρακτήρες κάτω από τις βροντές της αντρικής φωνής. Άρπαξε τον Β από το μπράτσο και τον πέταξε έξω από το σπίτι χωρίς να μου δώσει σημασία. Στεκόμουν μισοκρυμμένος πίσω από την πόρτα του μικρού δωματίου, προσπαθώντας μετά βίας να συγκρατήσω ένα νευρικό γέλιο στο δυνατά παλλόμενο στήθος, πίσω από με εξαιρετική δυσκολία ραμμένα χείλη. Με τη αγριάδα του Ν και την ταπείνωση του Β, ίσως για πρώτη φορά κι αυτό, ένιωσα το μοναδικό και ευδιάκριτο για τη γλυκύτητα του συναίσθημα της Schadenfreude, το «την πάτησε και το φχαριστήθηκα». Ακολούθησα τον Β στο υπόστεγο της αυλής, όπου αφού εκτονωθήκαμε στο γέλιο χάριν της θεατρικής μίμησης από τον Β της οργής του πατέρα του, συνεχίσαμε ψιθυριστά μια κουβέντα με ήσυχα επιτραπέζια παιχνίδια.