Ναι, είχε και στιγμές εκνευρισμού και παροξυσμών θυμού ο Ν, όπως έμαθα από πρώτο χέρι στο χωριό του· στιγμές που έβγαινε έξω από τα ρούχα του κι εκτός εαυτού. Μια καλοκαιριάτικη Κυριακή οργάνωσε μια εκδρομή στη Χαλκιδική, μια από τις πολλές ψυχαγωγικές εξόδους που αρεσκόταν να διοργανώνει προς τέρψη του ίδιου και οικογενειακών φίλων: στις πλαγιές της Δραγουντέλης, που κατηφορίζουν κάτω από τις σκιές ψηλών, αρχαίων πεύκων προς τις αστραφτερές ακρογιαλιές της Σιθωνίας -στην περιοχή του Μαρμαρά και του Πόρτο Καρρά. Ο Ν διακρινόταν για την οργανωτικότητα και κοινωνικότητα του, τον ζήλο και το μεράκι του, σε αντίθεση με τον Πατέρα. Κάλεσε τον δικό του κόσμο, φίλους κοντινούς και μακρινούς, χωρίς την παραμικρή προαπαίτηση από κανένα για βοήθεια στις ετοιμασίες, για συμμετοχή στο φαγητό και το ποτό, για συνεργασία στο ταξίδι με τα ΙΧ. Μοναδική προσδοκία η καλή προαίρεση, η θέληση και η καλή διάθεση. Μερακλής και γενναιόδωρος, πάντα επιβαλλόταν στις λογομαχίες που συνόδευαν το τέλος τραπεζιών σε ταβέρνες για το ποιος θα αναλάβει τη «λυπητερή», ενώ αντλούσε μεγάλη ικανοποίηση από την ευχαρίστηση των καλεσμένων του, από τη χαρά, το γέλιο και τα χωρατά τους. Ένα ή δυο κομπλιμέντα ή καλοπροαίρετα καλαμπούρια στο τέλος, ίσως και μια ζεστή χειραψία ευγνωμοσύνης που ως οικοδεσπότης κρυφά επιζητούσε, ήταν για το Ν μπόνους επιβράβευσης της προσπάθειας που τέτοιες εκδηλώσεις απαιτούν.
Περάσαμε καλά εκείνη την Κυριακή στη Σιθωνία. Με το Β και τα
άλλα παιδιά της παρέας, εξερευνήσαμε το πευκόδασος και τα δέντρα του που
κρέμονταν στην απότομη πλαγιά του βουνού προς την θάλασσα, σα να λαχταρούσαν την
απόλαυση των χρωμάτων της. Κατεβήκαμε στη βοτσαλένια παραλία παρακάτω. Κάναμε μπάνιο
στα κρουσταλλένια νερά. Πεινασμένοι και διψασμένοι μαζευτήκαμε γύρω από τα
τραπεζομάντηλα που είχαν στρωθεί κάτω από τα πεύκα και γευτήκαμε εδέσματα που
έφερε ο κόσμος σε ταπεράκια και γάστρες: κεφτεδάκια, πίττες, σαλάτες,
κουλουράκια. Τα παγούρια είχαν κάτι για όλες τις ηλικίες: νερό, χυμούς, μπύρες,
λευκό κρασί, Μαλαματίνα, μέχρι και ούζο για τους λίγους ουζοπότες. Οι μεγάλοι, χωρισμένες
σε τρεις-τέσσερις παρέες, αραγμένοι σε κουβέρτες και κιλίμια, απολάμβαναν το κρασάκι
και τις μπύρες τους, κάπνιζαν τα τσιγάρα τους, συζητούσαν τα πολιτικά – οι
άντρες· διάφορα κουτσομπολίστικα, περί ανέμων και υδάτων, αλλά και για τα βιβλία
και την λογοτεχνία της εποχής και, αναπόφευκτα, τον Σικελιανό, με την Κ, την
φιλόλογο, ως συντονίστρια στο επίκεντρο– οι γυναίκες. Ο Ν, όπως συνήθιζε σε
τέτοια πάρτι, με μια ή δυο μποτίλιες κρασί στο χέρι, πηγαινοερχόταν από φίλο σε
φίλο και από μικρο-παρέα σε μικρο-παρέα γεμίζοντας ποτήρια, με το ευδιάκριτο,
πειρακτικό χαμόγελο πάντα πίσω από το μουστάκι να αγορεύει: άλλοτε στομφωδώς, άλλοτε
πειραχτικά, άλλοτε αστειευόμενος, με το στρογγυλό πρόσωπο και παχιά μάγουλα να
διευρύνεται και τις ρυτίδες στο φαρδύ, ποντιακό μέτωπο να χαράζονται ακόμα βαθύτερες,
να χαμογελούν κι αυτές όταν κάποιος πετούσαν κάποια ανάλογη εξυπνάδα. Ήταν
γεννημένος πολιτικός.
Όλοι φαίνονταν και ακούγονταν χαρμόσυνοι και γελαστοί, κάτω
από την επικούρεια ευδαιμονία του πιοτού και των μεζέδων και της φιλοσοφημένης
κουβέντας, Οι έντονες κουβέντες καταλάγιασαν μετά το κορύφωμα του γλυκού μεσημεριού,
έμεινε το βουητό των μελισσών και των ζουζουνιών. Από πίσω τους τα τζιτζίκια έπαιζαν
την αδιάκοπη συγχορδία τους που η ένταση της ανέβαινε με την θερμοκρασία. Οι μεγάλοι
άραξαν κάτω από τις σκιές των δέντρων, χουζούρεψαν, μια γυναίκα προσφέρθηκε να
ψήσει καφέ στο καμινέτο. Μερικοί ξάπλωσαν μισο-κοιμισμένοι, ο Πατέρας αποκοιμήθηκε,
επίσης αναπόφευκτα, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος σε μια κουβέρτα πάνω στο
επίστρωμα των πευκοβελονών.
Τα παιδιά ξανακατεβήκαμε στην παραλία με οδηγίες να μην «βουτήξουμε
με γεμάτα στομάχια». Δεν μας ενδιέφεραν και
πολύ οι κουβέντες των μεγάλων -πολιτικές ή πολιτιστικές. Ούτε καταλαβαίναμε
πολλά από τις σοφιστείες του Ν, του Πατέρα, και τα πολιτικά τους ανέκδοτα. Ούτε βέβαια
μας απασχολούσε ο απογευματινός υπνάκος. Μας αρκούσε η δική μας
καλοπέραση, άσχετη, ξέγνοιαστη και φτηνή.
Σε μια γωνιά στο περιθώριο της σύναξης, βαριεστημένοι, αμίλητοι
και μουτρωμένοι, μάλλον ανικανοποίητοι από το περιβάλλον και την παρέα, γενικά απαρατήρητοι
από την συμμορία των παιδιών, κάθονταν ένα ζευγάρι καλεσμένων. Δεν τους δόθηκε
και πολύ σημασία από παρευρισκόμενους. Η αδιαφορία θα ήταν ίσως η αιτία, ίσως το
αιτιατό για τα κατεβασμένα μούτρα, την κακομοιριά και δυσανασχέτηση, και θα
γίνονταν η προφανής αφορμή για όσα ακολούθησαν. Μοιραία, σε κάθε εκδρομή που
εμπλέκει γκρουπ ελληνικών οικογενειών, ξεφυτρώνουν ανάμεσά τους ένα ή
περισσότερα μέλη της συνομοταξίας των «στραβόξυλων» ή, στην αργκό των ψυχολόγων,
κάποιων παθητικά επιθετικών. Είναι αυτοί που ευχαριστιούνται στην καλύτερη
περίπτωση δύσκολα, συνήθως καθόλου και με τίποτε. Αυτοί που όταν δεν είναι
σιωπηλοί, διαμαρτύρονται και «γκρινιάζουν»
για κάτι τις, άλλοτε με μια εμφανή εριστική ειρωνία μέχρι και αναίδεια, άλλοτε με
μουλωχτά σχόλια για τον καθένα και τα πάντα γύρω τους: το μέρος που τους
«φέρανε», το φαγητό και τα πιοτά που τους «σέρβιραν», τους ανθρώπους που μαζί
τους μοιράστηκαν λιγοστές ώρες συντροφιάς. Στην περίπτωση της εκδρομής που
οργανώθηκε με μεράκι και κόπο, ίσως και λαχτάρα από το Ν, τέτοια μούτρα σήμαιναν
αχαριστία και έγιναν ανάθεμα.
Κατά το τέλος του απογέματος, με τον ήλιο να δύει πίσω από τα βουνά της Κασσάνδρας, ο Πατέρας φρέσκος από τον ύπνο του, πήρε στο FIAT μερικούς από τους καλεσμένους και αμοιβαίους φίλους, ενώ εγώ, η Κ, ο Β και η αδερφή του, θα επιστρέφαμε με το ευρύχωρο Renault του Ν, μέσα από τον άτσαλα χαραγμένο χωματόδρομο στις απόκρημνες πλαγιές του βουνού, που μετά από αρκετές στροφές κι ένα σύννεφο σκόνης θα μας έβγαζε στον κεντρικό, ασφαλτοστρωμένο δρόμο της δυτικής ακτής της Σιθωνίας προς την συμπρωτεύουσα -με λίγη ταλαιπωρία ομολογουμένως. Μερικά δευτερόλεπτα στη διαδρομή της επιστροφής, μετά από μια σύντομη στιχομυθία με την Κ δίπλα του, ξέσπασε ένας κεραυνός εν αιθρία, που ταρακούνησε τα κουρασμένα μυαλά και σώματά μας στο πίσω κάθισμα! Το ιδρωμένο πρόσωπο του Ν κοκκίνησε, ο ίδιος άρχισε να φωνάζει: «Αχάριστοι, παλιάνθρωποι, καθίκια του κερατά!... Θα τους τσακίσω! θα τους σκοτώσω!», χτυπώντας δυνατά και με δύο ανοιχτές παλάμες το τιμόνι, αλλάζοντας μανιωδώς ταχύτητες, επιταχύνοντας στο μέγιστο των δυνατοτήτων του Renault στις μικρές ισιάδες του χωματόδρομου, δείχνοντας ελάχιστη έφεση να επιβραδύνει στις στροφές. Η φοβισμένη φωνή της Κ και οι καθησυχαστικές προσπάθειές της πνίγονταν μάταιες στα μαρσαρίσματα της μηχανής και τις φωνές οργής του Ν. Η Κ προσπάθησε και παρακλήσεις: «να σκεφτεί τα παιδιά στο πίσω κάθισμα και να ηρεμήσει», «εμείς δεν του χρωστάμε τίποτε να μας σκοτώσει», «να σταματήσει το αυτοκίνητο να κατεβούμε και ας κάνει μετά ό,τι θέλει», και τα λοιπά. Ο Β σκυμμένος ανάμεσα στις δυο μπροστινές θέσεις, παρακαλούσε τον μπαμπά του να ηρεμήσει, προσπαθώντας με κωμικό τρόπο να σταθεροποιήσει το τιμόνι, κάθε φορά που ο Ν, με διάφορες χειρονομίες οργής και αγανάκτησης, εγκατέλειπε τον έλεγχο του. Παράμεινα άφωνός και ζαρωμένος στην πίσω θέση, δίπλα στο παράθυρο, έντρομος από τη σχετικά ιλιγγιώδη ταχύτητα που έπαιρνε το αυτοκίνητο στις απότομες στροφές, τα σύννεφα σκόνης που σηκώνονταν πίσω μας, τους γκρεμούς που έχασκαν κάτω από το παράθυρο πίσω από τους θάμνους στην άκρη του δρόμου.
Τελικά, ήταν ένα ξέσπασμα που με την ώρα εξασθένισε. Η οργή μόλις βγήκαμε στην δημοσιά άρχισε να καταλαγιάζει, η λογική ξαναστάθηκε σιγά-σιγά στα πόδια της. Όπως γίνεται με τον κάθε θυμό ενός κατά βάθος ευγενικού και καλοπροαίρετου ανθρώπου. Στην άσφαλτο, οι τύποι που προσπάθησε να καταδιώξει για την αγένεια και αχαριστία τους, παρορμητικά και άγνωστη ίσως και για τον ίδιο πρόθεση, απομακρύνθηκαν από την θέα του, χάθηκαν. Έθεσαν εαυτούς εκτός του κοινωνικού κύκλου του Ν και της Κ χωρίς περίπτωση χορήγησης χάρης· δεν τους ξαναείδαμε στις μαζώξεις τους.