Οι Πρωτοποριδαίοι είχαν ένα γιο, τον Β, της ίδιας ηλικίας με μένα, αν και εμφανώς ψηλότερο και περισσότερο σωματώδη, όπως επίσης και μια κόρη λίγα χρόνια μικρότερη, επίσης ευτραφή, τη Μ. Στα πρώτα βήματα της, ας την πούμε, παρέας μoυ με το Β που θυμάμαι, παιδιά του Δημοτικού ακόμα, οι Πρωτοποριδαίοι έμεναν σε έναν οροφοδιαμέρισμα στον προτελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, μοντέρνας, και για κείνο τον καιρό «πολυτελούς», στη γωνία της Βασιλίσσης Όλγας με την Σαρανταπόρου. Η πολυκατοικία βρισκόταν λίγα βήματα μετά το ιστορικό κτίριο του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων, όπου θα φοιτούσα αργότερα, πριν από το ζαχαροπλαστείο «Αβέρωφ» και το περίπτερο των προσκόπων παραπέρα, και ήταν γειτονική μιας που στη βάση της φιλοξενούσε τον κινηματογράφο «Λάουρα», τώρα κάποιο σούπερ-μάρκετ. Στο διαμέρισμα των Πρωτοποριδαίων διανυκτέρευσα μερικές φόρες. Στο πρόχειρο τους δωμάτιο, που τα παράθυρά του έβλεπαν την λεωφόρο από κάτω, αποκοιμήθηκα τις μικρές μεταμεσονύχτιες ώρες με δυσκολία, με τον αδιάκοπο θόρυβο αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών στη λεωφόρο από κάτω, την αδρεναλίνη από τα βραδινά παιχνίδια με τον Β, και τη στενοχώρια που κυριεύει ένα παιδί όταν βρεθεί μακριά από τη θαλπωρή του σπιτιού και της οικογένειας και των φίλων της γειτονιάς. Διότι εμείς μέναμε σε μιαν «πάροδο» της Δεληγιώργη, στην λαϊκότερη άκρη της ενορίας της Αγίας Τριάδας. Ακόμα κι ο παιδικός μου νους διέκρινε και ένιωθε μιαν μικρή ταξική διαφορά.
Δεν ήταν μόνο το εμφανώς υψηλότερο status της γειτονιάς
και του διαμερίσματος των Πρωτοποριδαίων. Ο Β πήγαινε σε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο
και όχι στο δημόσιο της γειτονιάς. Έκανε ιδιαίτερα μαθήματα Γαλλικών, στα οποία
Γαλλικά κατόρθωσε και από μικρός εκφραζόταν με αξιοθαύμαστο θάρρος και
αυτοπεποίθηση και τα επεδείκνυε ενώπιον ακροατηρίου περήφανων γονιών και φίλων
με χαμόγελα και νεύματα θαυμασμού. Με την ίδια ευκολία έγινε άνετος αργότερα
στην ομιλία των Αγγλικών, μετά από εντατικά ιδιαίτερα· θα ήταν η τρίτη γλώσσα
που θα μάθαινε να χειρίζεται με ευκολία. Διδάχτηκε κατ’ οίκον μουσική από
δασκάλες πιάνου, και έμαθε να παίζει το πιάνο και την κιθάρα, την τελευταία με
αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα στο επίκεντρο μικτών παρεών στα πρόθυρα της εφηβείας.
Ο υποφαινόμενος, από την μεριά του, πήγαινε στον 9ο Δημοτικό, σε ένα
παλιό κτήριο της Δελφών, με τον Κωστάκη και τα παιδιά της γειτονιάς. Πάλεψε να
μάθει τα λιγοστά τσάτρα-πάτρα Αγγλικά σ΄ ένα συνοικιακό φροντιστήριο που
στεγαζόταν σ’ ένα παλιό μονώροφο σπίτι της Φλέμινγκ, μαζί με τον Κωστάκη και τον
Λέβη, το κοκκινομάλλικο Εβραιόπουλο με τις φακίδες, και μερικά ακόμα γειτονόπουλα.
Το περιφερειακό φροντιστήριο στεγασμένο σε μια παλιά εβραίικη μονώροφη κατοικία
της Φλέμινγκ, από τα μικρά κι ανεξάρτητα της πόλης, που ξεκίνησα στην 4η
δημοτικού, ήταν ιδιοκτησία του βλοσυρού και αυστηρού κ. Κόκκινου, και, μετά από
ένα χρόνο, της νεαρής, όμορφης Εβραίας, δεσποινίδας Βαρσάνο, που ο Πατέρας δεν
έχανε ευκαιρία να επισκεφτεί για να συζητήσει δήθεν την πρόοδο μου ή να
πληρώσει τα φτηνά δίδακτρα. Ούτε στη μουσική τα κατάφερα. Αυτό εν μέρει
οφειλόταν στην ανυπαρξία μουσικών και καλλιτεχνικών ευαισθησιών από τους
γονείς, το υπερ-πρακτικό μυαλό του Πατέρα, και την γενική έλλειψη παιδείας που
διέκρινε το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε η Μάνα· εν μέρει, στην απουσία συχνών
μουσικών ερεθισμάτων που κάποιο πικάπ και δισκοθήκη θα πρόσφεραν· εν μέρει,
ίσως, και στην έλλειψη στοιχειώδους ταλέντου μέσα μου -κάτι, όμως, που δεν
μπόρεσε να επαληθευθεί ή διαψευστεί. Μια φτηνή κιθάρα, φτηνή συγκριτικά
τουλάχιστον με αυτήν που είχε αποκτήσει πολύ πιο πριν από μένα ο Β, προσπάθησα,
αυτοδίδακτος, να την μάθω. Μάταια. Την γρατζούνισα, προσπάθησα να διαβάσω και
παίξω από πεντάγραμμα διδασκαλίας και πρακτικής στοιχειώδεις συνθέσεις για
κιθάρα, μέχρι που συνέθεσα μια μονοτονική και άκομψη «μελωδία. Όταν έσπασαν μια
και δυο από τις χορδές της την εγκατέλειψα, καθώς ένιωσα ότι άγγιζα τα όρια της
μικρής προόδου που είχε πετύχει αυτοδίδακτος. Και οι ταξικές διαφορές
διευρυνόταν, μαζί με αυτές τα συμπλέγματα κατωτερότητας συσσωρεύονταν.
Μικροπράγματα και μικρογεγονότα συνέβαιναν και παρελαύναν
μπροστά από τα αισθητήρια μου όργανα στις ώρες στην παρέα του Β, κι
εμφανίζονταν ως δυσαρμονίες, αγεφύρωτες διαφορές προσωπικοτήτων. Οι «ελέφαντες»
της ανώτερης φυσικής διάπλασης και της πρώιμης, ασυναγώνιστης πνευματικής ωριμότητας,
η αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση και οι ηγετικές δεξιότητες (έμφυτες ή καλλιεργημένες
δεν έχει σημασία), στοιχεία της προσωπικότητας που, ως γνωστόν,
αλληλοτροφοδοτούνται, όλα αυτά αντικειμενικά και δικαιολογημένα ενίσχυαν από
την μεριά μου την αίσθηση κατωτερότητας, τους δισταγμούς στην ανάληψη κάθε
είδους πρωτοβουλίας, την ανασφάλεια στην έκφραση σκέψεων. Τι θα σκέφτονταν και
απαντούσαν οι «άλλοι»; Στο σπίτι τους, σε όλα τα δωμάτιά, όλα τα πράγματα,
ρούχα, παιχνίδια, διακοσμητικά αντικείμενα, βρισκόταν σε μια κατάστασης πλήρους
αταξίας και ανακατωσούρας, μια κατάσταση που η Μάνα, η εξ οικογενειακής
παραδόσεως μαθημένη και παθιασμένη για τάξη και καθαριότητα γύρω της συχνά
επεσήμανε με μια δόση απέχθειας. Για τους Πρωτοποριδαίους, αυτά φανέρωναν και
ενθάρρυναν δημιουργικότητα και την ελευθερία της σκέψης και πρωτοβουλιών -
πράξης. Στις επισκέψεις μου εκεί, ανάμεσα στη γενική ακαταστασία, πάντα έβρισκα
πράγματα που ως παιδί και αργότερα ως έφηβος διακαώς ποθούσα και ονειρευόμουν
να αποκτήσω, αλλά τελικά ζήλευα που δεν είχα, ούτε επρόκειτο να αποκτήσω. Στου
Β υπήρχε τελευταίας τεχνολογίας στερεοφωνικό σύστημα και μιαν πλούσια συλλογή
δίσκων με κλασική και μοντέρνα μουσική, ελληνική και ξένη, ενώ το σπίτι μας δεν
διέθετε τίποτε περισσότερο από ένα παμπάλαιο πικάπ με μερικούς παλιούς, γρατζουνισμένους
δίσκους 45 στροφών, που δεν άργησε ν’ αχρηστευτεί και να καταλήξει στο πατάρι,
μαζί με ένα ήδη παρωχημένο Grundig μαγνητόφωνο. Τουλάχιστον αυτό, μετά από χρόνια παιξίματος της
ίδιας μαγνητοταινίας και τελικής αχρησίας, αντικαταστάθηκε από ένα φορητό ραδιοκασετόφωνο.
Ανάμεσα στα παιχνίδια
του Β υπήρχε ένα αεροβόλο όπλο, με το οποίο ένα βραδινό, χρησιμοποιώντας
πλαστελίνη για σφαίρα με πυροβόλησε «πειραματικά» στο γυμνό μου μπούτι. Μου
προκάλεσε πόνο, κλάματα, οργή, και προσωρινά ακύρωση της «φιλίας» μας -μέχρι την
αυστηρή επίπληξη από το Ν και την Κ και ταπεινή συγγνώμη μπροστά στους μεγάλους. Στου
Β υπήρχαν ακριβές ρακέτες για το τένις που θα έπαιζε στο κάμπινγκ της Σκοτίνας,
όπου περνούσαμε τις διακοπές μας, και, ας σημειωθεί, αυτό μολονότι σε κάθε
παιχνίδι, ομαδικό ή ατομικό, με μικρή ή μεγάλη μπάλα, ο Β ήταν αδέξιος και
ατάλαντος. Ο Β επίσης καβαλούσε φινετσάτο Motobécane ποδήλατο, γαλλικής
τεχνολογίας, που ξεχώριζε από το βαρύ, φτηνό, ανατολικοευρωπαϊκής παραγωγής
δικό μου στις ποδηλατάδες μας στο κάμπινγκ. O B αγόταν
και φερόταν στα ευρύχωρα Renault και Citroen που οδηγούσε ο Νίκος, ενώ εγώ και η Μάνα στα μικρότερα και
κατώτερων προδιαγραφών FIAT
1300 και 124 του Πατέρα. Αν σε κάτι υπερτερούσα του Β, και με σημαντική
διαφορά, ήταν τα σπορ, είτε ελιτίστικα, όπως το τένις που παίξαμε λίγες φορές
στις διακοπές μας, είτε τα λαϊκότερα ομαδικά, όπως το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο,
από τα οποία κρατούσε, πιστεύω για κοινωνικούς λόγους, απόσταση. Ήταν
αταίριαστα στο τότε lifestyle των Παραστρατιδαίων, αν κι ο Ν αργότερα, ως πολιτικός,
φερόταν ως φανατικός οπαδός δημοφιλούς ομάδας της πόλης: χρήσιμο προς άγραν
ψήφων.
Στου Β παντού και πάντα άνθρωποι! Φίλοι του Β και της Μ, συγγενείς
και οικογενειακοί φίλοι του Ν και της Κ, άνθρωποι «εκλεκτοί» της σαλονικιώτικης
κοινωνίας, επισκέπτες στο διαμέρισμα της Βασιλίσσης Όλγας, στο πάντα ανοιχτό σαλόνι
με τον κεραμικό πίνακα που κάλυπτε τον ένα τοίχο και άλλα γλυπτά, έργα χειρός του
καλλιτέχνη αδερφού της Κ. Προσποίηση των drawing rooms της
αριστοκρατίας του Faubourg Saint-Germain που διαβάζουμε στον Proust, φυσικά τηρουμένων των αναλογιών.
Άνθρωποι πάντα και στη σκιά της μεγάλης σκηνής στην αποκλειστική ρουλότα στο κάμπινγκ
της Σκοτίνας, άνθρωποι πολλοί και στο πατρικό του Καταχά. Πλήθη ανθρώπων, περιτριγύριζαν
τους Πρωτοποριδαίους, όπου και να βρίσκονταν: σε Πρωτοχρονιές, γενέθλια,
ονομαστικές γιορτές, impromptu σαββατιάτικα σουαρέ, με λογοτεχνικά ή μουσικά διαλείμματα
ανάμεσα σε μεζέδες και κουβέντα, σε διακοπές και κυριακάτικες εκδρομές στην
Χαλκιδική τα καλοκαίρια. Τα πρώτα χρόνια, η Μάνα με τον Πατέρα κι εγώ αδιάλειπτα
ανάμεσά στους καλεσμένους. Παλιές φιλίες και κουμπαριλίκια δύσκολα αγνοούνται.
Η κοινωνικότητα της οικογένειας του Ν και της Κ, και το
εύρος και το βάρος των προσωπικοτήτων του κοινωνικού τους κύκλου, ξεπερνούσαν κάθε
τάξη μεγέθους με την οποία η οικογένεια κι ο δικός μου, ατομικός παιδικός
κύκλος είχαμε καταχτήσει και συνηθίσει στην καθημερινή μας ζωή, και μέσα του
αισθανόμαστε οικεία και άνετα. Μοιραία και -θέλω να πιστεύω- κυρίως εξαιτίας μιας
έμφυτης, γονιδιακών δηλαδή καταβολών, παρά επίκτητης εσωστρέφειας και
ντροπαλοσύνης, αποτραβιόμουν στο περιθώριο αυτών των κοινωνικών συνάξεων, των πάρτι
και των εκδρομών, ήσυχος και αμίλητος στο περιθώριο τους, όταν ο Β βρισκόταν
στο επίκεντρο, ανέκαθεν αρχηγός και συντονιστής της παρέας γύρω του, σαγηνευτής
των κοριτσιών, που αποτραβηγμένος σε μια γωνιά, κοίταζα συνεσταλμένος, χωρίς να
έχω πολλά να πω και συνεισφέρω. Όσο μεγαλώναμε, όσο οι προσωπικότητες μας απόκλιναν,
τόσο προσπαθούσα να αποφύγω προσκλήσεις στις παρέες και τα πάρτι του Β, μέχρι
που οι προσκλήσεις αραίωσαν και μηδενίστηκαν. Μια χειμωνιάτικη μέρα η Μάνα έλαβε
μιαν πρόσκληση για το πάρτι γενεθλίων του Άκη, ενός κοντινού οικογενειακού φίλου
του Β και μου τη διαβίβασε. Δεν ήθελα να πάω. Η φυσική συστολή, το «ζάρωμα»
μπροστά σε κόσμο, που έλεγε η Μάνα, με κυρίευσε. Αν πήγαινα, ποιοι θα ήταν εκεί,
με ποιους θα μιλούσα και τι θα έλεγα; Πως θα στεκόμουν, ένας outsider, ανάμεσα σε παιδιά που με
εξαίρεση τον Β και λιγότερο τον Άκη, δεν γνώριζα; Ακόμα περισσότερο ανησυχητικό:
θα συμμετείχαν και κορίτσια απέναντι στα οποία η ντροπή μου θα διπλασιαζόταν; Θα
συρόμουν να κάνω πράματα, όπως, για παράδειγμα, να χορέψω άγαρμπα σε μουσική
που ποτέ δεν είχα ακούσει, πόσο μάλλον χορέψει; Η παρουσία μου στο πάρτι θα
ήταν άλμα πάνω από ένα τεράστιο χάσμα, μια πτώση στο κενό του αγνώστου, που δεν
ήθελα, και με κάθε τρόπο έπρεπε να αποφύγω. Στις ημέρες πριν το πάρτι, ίδρωνα
με κάθε είδους ασκήσεις γυμναστικής στο μικρό δωμάτιο, και ιδρωμένος έβγαινα
ημίγυμνος και ξυπόλητος στο μπαλκόνια για να «κρυολογήσω», να αρρωστήσω. Δεν
ήξερα ακόμα ότι το κρύο του χειμώνα αυτό καθαυτό δεν προκαλούσε «κρυολόγημα»,
αλλά με τέτοιους μύθους είχαμε μεγαλώσει ανάμεσα στις γενιές των γιαγιάδων και
των παππούδων. Ήταν από τα πρώτα σημάδια εσωστρέφειας από τα όρια του φάσματός
της, πρώτη ακραία εκδήλωση αντικοινωνικότητας και δυσκολίας επικοινωνίας με
ανθρώπους, που θα με συνόδευε στην υπόλοιπη ζωή. Εφάρμοσα τότε μια παράδοξη και
τελικά ατυχή μέθοδο για να αποφύγω μια κοινωνική εκδήλωση. Στη μετέπειτα ζωή θα
πρότασσα σοβαρότερες δικαιολογίες, αφού θα είχα κατασκευάσει περίτεχνα και
καλύτερα μελετημένα ψέματα ώστε να στρίψω μακριά από ανάλογες μαζώξεις κόσμου.
Και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, η κατανάλωση αλκοόλ, πριν και κατά τη
διάρκεια τους, έγινε το ελιξίριο που θα καταπολεμούσε τις αναστολές.
Οι προσπάθειες να αρρωστήσω ενόψει του πάρτι του Άκη δεν καρποφόρησαν. Παρέμεινα υγιής και βρέθηκα χωρίς δικαιολογίες, να κουβαλάω τη ντροπή μου μέχρι το σαββατιάτικο απόγεμα στο πάρτι. Εκεί, ως εκ θαύματος, οι αναστολές μου καταλάγιασαν γρήγορα, μετά από λίγη ώρα αμηχανίας και εξοικείωσης με το περιβάλλον. Το πάρτι αποδείχτηκα «ψόφιο» παρά τα σχέδια του Β και του Άκη. Πολλά κορίτσια δεν υπήρχαν. Δεν θα χορεύαμε, λοιπόν, κάτω από τους ήχους κάποιας ξένης, μη οικείας σε μένα ποπ μουσικής, αν κι ένα στέρεο και κάποια υποτυπώδη φωτορυθμικά υπήρχαν. Το κυριότερο, δεν θα παίζαμε την «μπουκάλα», για την οποία άκουγα και ήξερα ότι ποθούσε ο Β: κορίτσια κι αγόρια σε έναν κύκλο και στο κέντρο του ένα περιστρεφόμενο μπουκάλι, όπου η κορυφή κι ο πάτος τους έδειχναν στα πρόσωπα στην περιφέρεια του κύκλου που θα έπρεπε, καμιά φορά παρά τη θέλησή τους και υπό την αφόρητη πίεση της ομήγυρης, να φιληθούν. Τέτοια παιχνίδια φοβόμουν ότι θα λάμβαναν χώρα, συντονισμένα από τον Β και τον Άκη, και οι δυο ψυχές παιδικών παρεών και πάρτι. Τους ήξερα καλά αυτούς τους δύο, ήξερα και τις διαθέσεις τους. Τελικά, το πάρτι το επέζησα, ήρθε από μόνο του στα μέτρα μου, καθώς δεν είχε την επιτυχία που οι δυο διοργανωτές του προσδοκούσαν. Κάτω από τους ήχους του Popcorn, καταλήξαμε να παίζουμε ήσυχα επιτραπέζια παιχνίδια, μέχρι που το διαλύσαμε. Η μελωδία εκείνη του Popcorn, του hit της περιόδου που πρώτη φορά άκουγα, θα με πηγαίνει όποτε την άκουγα στις άχρωμες αναμνήσεις από το πάρτι του Άκη, το πρώτο πάρτι μου, και τη βδομάδα της ψυχικής αναστάτωσης που προηγήθηκε. Θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι το επόμενο.