Sunday, February 19, 2023

Ένα Παιδί - 23 Πρωτοποριδαίοι: Στην Παρέα του Β

Οι Πρωτοποριδαίοι είχαν ένα γιο, τον Β, της ίδιας ηλικίας με μένα, αν και εμφανώς ψηλότερο και περισσότερο σωματώδη, όπως επίσης και μια κόρη λίγα χρόνια μικρότερη, επίσης ευτραφή, τη Μ. Στα πρώτα βήματα της, ας την πούμε, παρέας μoυ με το Β που θυμάμαι, παιδιά του Δημοτικού ακόμα, οι Πρωτοποριδαίοι έμεναν σε έναν οροφοδιαμέρισμα στον προτελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, μοντέρνας, και για κείνο τον καιρό «πολυτελούς», στη γωνία της Βασιλίσσης Όλγας με την Σαρανταπόρου. Η πολυκατοικία βρισκόταν λίγα βήματα μετά το ιστορικό κτίριο του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων, όπου θα φοιτούσα αργότερα, πριν από το ζαχαροπλαστείο «Αβέρωφ» και το περίπτερο των προσκόπων παραπέρα, και ήταν γειτονική μιας που στη βάση της φιλοξενούσε τον κινηματογράφο «Λάουρα», τώρα κάποιο σούπερ-μάρκετ. Στο διαμέρισμα των Πρωτοποριδαίων διανυκτέρευσα μερικές φόρες. Στο πρόχειρο τους δωμάτιο, που τα παράθυρά του έβλεπαν την λεωφόρο από κάτω, αποκοιμήθηκα τις μικρές μεταμεσονύχτιες ώρες με δυσκολία, με τον αδιάκοπο θόρυβο αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών στη λεωφόρο από κάτω, την αδρεναλίνη από τα βραδινά παιχνίδια με τον Β, και τη στενοχώρια που κυριεύει ένα παιδί όταν βρεθεί μακριά από τη θαλπωρή του σπιτιού και της οικογένειας και των φίλων της γειτονιάς. Διότι εμείς μέναμε σε μιαν «πάροδο» της Δεληγιώργη, στην λαϊκότερη άκρη της ενορίας της Αγίας Τριάδας. Ακόμα κι ο παιδικός μου νους διέκρινε και ένιωθε μιαν μικρή ταξική διαφορά.

Δεν ήταν μόνο το εμφανώς υψηλότερο status της γειτονιάς και του διαμερίσματος των Πρωτοποριδαίων. Ο Β πήγαινε σε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο και όχι στο δημόσιο της γειτονιάς. Έκανε ιδιαίτερα μαθήματα Γαλλικών, στα οποία Γαλλικά κατόρθωσε και από μικρός εκφραζόταν με αξιοθαύμαστο θάρρος και αυτοπεποίθηση και τα επεδείκνυε ενώπιον ακροατηρίου περήφανων γονιών και φίλων με χαμόγελα και νεύματα θαυμασμού. Με την ίδια ευκολία έγινε άνετος αργότερα στην ομιλία των Αγγλικών, μετά από εντατικά ιδιαίτερα· θα ήταν η τρίτη γλώσσα που θα μάθαινε να χειρίζεται με ευκολία. Διδάχτηκε κατ’ οίκον μουσική από δασκάλες πιάνου, και έμαθε να παίζει το πιάνο και την κιθάρα, την τελευταία με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα στο επίκεντρο μικτών παρεών στα πρόθυρα της εφηβείας. Ο υποφαινόμενος, από την μεριά του, πήγαινε στον 9ο Δημοτικό, σε ένα παλιό κτήριο της Δελφών, με τον Κωστάκη και τα παιδιά της γειτονιάς. Πάλεψε να μάθει τα λιγοστά τσάτρα-πάτρα Αγγλικά σ΄ ένα συνοικιακό φροντιστήριο που στεγαζόταν σ’ ένα παλιό μονώροφο σπίτι της Φλέμινγκ, μαζί με τον Κωστάκη και τον Λέβη, το κοκκινομάλλικο Εβραιόπουλο με τις φακίδες, και μερικά ακόμα γειτονόπουλα. Το περιφερειακό φροντιστήριο στεγασμένο σε μια παλιά εβραίικη μονώροφη κατοικία της Φλέμινγκ, από τα μικρά κι ανεξάρτητα της πόλης, που ξεκίνησα στην 4η δημοτικού, ήταν ιδιοκτησία του βλοσυρού και αυστηρού κ. Κόκκινου, και, μετά από ένα χρόνο, της νεαρής, όμορφης Εβραίας, δεσποινίδας Βαρσάνο, που ο Πατέρας δεν έχανε ευκαιρία να επισκεφτεί για να συζητήσει δήθεν την πρόοδο μου ή να πληρώσει τα φτηνά δίδακτρα. Ούτε στη μουσική τα κατάφερα. Αυτό εν μέρει οφειλόταν στην ανυπαρξία μουσικών και καλλιτεχνικών ευαισθησιών από τους γονείς, το υπερ-πρακτικό μυαλό του Πατέρα, και την γενική έλλειψη παιδείας που διέκρινε το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε η Μάνα· εν μέρει, στην απουσία συχνών μουσικών ερεθισμάτων που κάποιο πικάπ και δισκοθήκη θα πρόσφεραν· εν μέρει, ίσως, και στην έλλειψη στοιχειώδους ταλέντου μέσα μου -κάτι, όμως, που δεν μπόρεσε να επαληθευθεί ή διαψευστεί. Μια φτηνή κιθάρα, φτηνή συγκριτικά τουλάχιστον με αυτήν που είχε αποκτήσει πολύ πιο πριν από μένα ο Β, προσπάθησα, αυτοδίδακτος, να την μάθω. Μάταια. Την γρατζούνισα, προσπάθησα να διαβάσω και παίξω από πεντάγραμμα διδασκαλίας και πρακτικής στοιχειώδεις συνθέσεις για κιθάρα, μέχρι που συνέθεσα μια μονοτονική και άκομψη «μελωδία. Όταν έσπασαν μια και δυο από τις χορδές της την εγκατέλειψα, καθώς ένιωσα ότι άγγιζα τα όρια της μικρής προόδου που είχε πετύχει αυτοδίδακτος. Και οι ταξικές διαφορές διευρυνόταν, μαζί με αυτές τα συμπλέγματα κατωτερότητας συσσωρεύονταν. 

Μικροπράγματα και μικρογεγονότα συνέβαιναν και παρελαύναν μπροστά από τα αισθητήρια μου όργανα στις ώρες στην παρέα του Β, κι εμφανίζονταν ως δυσαρμονίες, αγεφύρωτες διαφορές προσωπικοτήτων. Οι «ελέφαντες» της ανώτερης φυσικής διάπλασης και της πρώιμης, ασυναγώνιστης πνευματικής ωριμότητας, η αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση και οι ηγετικές δεξιότητες (έμφυτες ή καλλιεργημένες δεν έχει σημασία), στοιχεία της προσωπικότητας που, ως γνωστόν, αλληλοτροφοδοτούνται, όλα αυτά αντικειμενικά και δικαιολογημένα ενίσχυαν από την μεριά μου την αίσθηση κατωτερότητας, τους δισταγμούς στην ανάληψη κάθε είδους πρωτοβουλίας, την ανασφάλεια στην έκφραση σκέψεων. Τι θα σκέφτονταν και απαντούσαν οι «άλλοι»; Στο σπίτι τους, σε όλα τα δωμάτιά, όλα τα πράγματα, ρούχα, παιχνίδια, διακοσμητικά αντικείμενα, βρισκόταν σε μια κατάστασης πλήρους αταξίας και ανακατωσούρας, μια κατάσταση που η Μάνα, η εξ οικογενειακής παραδόσεως μαθημένη και παθιασμένη για τάξη και καθαριότητα γύρω της συχνά επεσήμανε με μια δόση απέχθειας. Για τους Πρωτοποριδαίους, αυτά φανέρωναν και ενθάρρυναν δημιουργικότητα και την ελευθερία της σκέψης και πρωτοβουλιών - πράξης. Στις επισκέψεις μου εκεί, ανάμεσα στη γενική ακαταστασία, πάντα έβρισκα πράγματα που ως παιδί και αργότερα ως έφηβος διακαώς ποθούσα και ονειρευόμουν να αποκτήσω, αλλά τελικά ζήλευα που δεν είχα, ούτε επρόκειτο να αποκτήσω. Στου Β υπήρχε τελευταίας τεχνολογίας στερεοφωνικό σύστημα και μιαν πλούσια συλλογή δίσκων με κλασική και μοντέρνα μουσική, ελληνική και ξένη, ενώ το σπίτι μας δεν διέθετε τίποτε περισσότερο από ένα παμπάλαιο πικάπ με μερικούς παλιούς, γρατζουνισμένους δίσκους 45 στροφών, που δεν άργησε ν’ αχρηστευτεί και να καταλήξει στο πατάρι, μαζί με ένα ήδη παρωχημένο Grundig μαγνητόφωνο. Τουλάχιστον αυτό, μετά από χρόνια παιξίματος της ίδιας μαγνητοταινίας και τελικής αχρησίας, αντικαταστάθηκε από ένα φορητό ραδιοκασετόφωνο.

 Ανάμεσα στα παιχνίδια του Β υπήρχε ένα αεροβόλο όπλο, με το οποίο ένα βραδινό, χρησιμοποιώντας πλαστελίνη για σφαίρα με πυροβόλησε «πειραματικά» στο γυμνό μου μπούτι. Μου προκάλεσε πόνο, κλάματα, οργή, και προσωρινά ακύρωση της «φιλίας» μας -μέχρι την αυστηρή επίπληξη από το Ν και την Κ και ταπεινή συγγνώμη μπροστά στους μεγάλους. Στου Β υπήρχαν ακριβές ρακέτες για το τένις που θα έπαιζε στο κάμπινγκ της Σκοτίνας, όπου περνούσαμε τις διακοπές μας, και, ας σημειωθεί, αυτό μολονότι σε κάθε παιχνίδι, ομαδικό ή ατομικό, με μικρή ή μεγάλη μπάλα, ο Β ήταν αδέξιος και ατάλαντος. Ο Β επίσης καβαλούσε φινετσάτο Motobécane ποδήλατο, γαλλικής τεχνολογίας, που ξεχώριζε από το βαρύ, φτηνό, ανατολικοευρωπαϊκής παραγωγής δικό μου στις ποδηλατάδες μας στο κάμπινγκ. O B αγόταν και φερόταν στα ευρύχωρα Renault και Citroen που οδηγούσε ο Νίκος, ενώ εγώ και η Μάνα στα μικρότερα και κατώτερων προδιαγραφών FIAT 1300 και 124 του Πατέρα. Αν σε κάτι υπερτερούσα του Β, και με σημαντική διαφορά, ήταν τα σπορ, είτε ελιτίστικα, όπως το τένις που παίξαμε λίγες φορές στις διακοπές μας, είτε τα λαϊκότερα ομαδικά, όπως το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο, από τα οποία κρατούσε, πιστεύω για κοινωνικούς λόγους, απόσταση. Ήταν αταίριαστα στο τότε lifestyle των Παραστρατιδαίων, αν κι ο Ν αργότερα, ως πολιτικός, φερόταν ως φανατικός οπαδός δημοφιλούς ομάδας της πόλης: χρήσιμο προς άγραν ψήφων.  

Στου Β παντού και πάντα άνθρωποι! Φίλοι του Β και της Μ, συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι του Ν και της Κ, άνθρωποι «εκλεκτοί» της σαλονικιώτικης κοινωνίας, επισκέπτες στο διαμέρισμα της Βασιλίσσης Όλγας, στο πάντα ανοιχτό σαλόνι με τον κεραμικό πίνακα που κάλυπτε τον ένα τοίχο και άλλα γλυπτά, έργα χειρός του καλλιτέχνη αδερφού της Κ. Προσποίηση των drawing rooms της αριστοκρατίας του Faubourg Saint-Germain που διαβάζουμε στον Proust, φυσικά τηρουμένων των αναλογιών. Άνθρωποι πάντα και στη σκιά της μεγάλης σκηνής στην αποκλειστική ρουλότα στο κάμπινγκ της Σκοτίνας, άνθρωποι πολλοί και στο πατρικό του Καταχά. Πλήθη ανθρώπων, περιτριγύριζαν τους Πρωτοποριδαίους, όπου και να βρίσκονταν: σε Πρωτοχρονιές, γενέθλια, ονομαστικές γιορτές, impromptu σαββατιάτικα σουαρέ, με λογοτεχνικά ή μουσικά διαλείμματα ανάμεσα σε μεζέδες και κουβέντα, σε διακοπές και κυριακάτικες εκδρομές στην Χαλκιδική τα καλοκαίρια. Τα πρώτα χρόνια, η Μάνα με τον Πατέρα κι εγώ αδιάλειπτα ανάμεσά στους καλεσμένους. Παλιές φιλίες και κουμπαριλίκια δύσκολα αγνοούνται.

Η κοινωνικότητα της οικογένειας του Ν και της Κ, και το εύρος και το βάρος των προσωπικοτήτων του κοινωνικού τους κύκλου, ξεπερνούσαν κάθε τάξη μεγέθους με την οποία η οικογένεια κι ο δικός μου, ατομικός παιδικός κύκλος είχαμε καταχτήσει και συνηθίσει στην καθημερινή μας ζωή, και μέσα του αισθανόμαστε οικεία και άνετα. Μοιραία και -θέλω να πιστεύω- κυρίως εξαιτίας μιας έμφυτης, γονιδιακών δηλαδή καταβολών, παρά επίκτητης εσωστρέφειας και ντροπαλοσύνης, αποτραβιόμουν στο περιθώριο αυτών των κοινωνικών συνάξεων, των πάρτι και των εκδρομών, ήσυχος και αμίλητος στο περιθώριο τους, όταν ο Β βρισκόταν στο επίκεντρο, ανέκαθεν αρχηγός και συντονιστής της παρέας γύρω του, σαγηνευτής των κοριτσιών, που αποτραβηγμένος σε μια γωνιά, κοίταζα συνεσταλμένος, χωρίς να έχω πολλά να πω και συνεισφέρω. Όσο μεγαλώναμε, όσο οι προσωπικότητες μας απόκλιναν, τόσο προσπαθούσα να αποφύγω προσκλήσεις στις παρέες και τα πάρτι του Β, μέχρι που οι προσκλήσεις αραίωσαν και μηδενίστηκαν. Μια χειμωνιάτικη μέρα η Μάνα έλαβε μιαν πρόσκληση για το πάρτι γενεθλίων του Άκη, ενός κοντινού οικογενειακού φίλου του Β και μου τη διαβίβασε. Δεν ήθελα να πάω. Η φυσική συστολή, το «ζάρωμα» μπροστά σε κόσμο, που έλεγε η Μάνα, με κυρίευσε. Αν πήγαινα, ποιοι θα ήταν εκεί, με ποιους θα μιλούσα και τι θα έλεγα; Πως θα στεκόμουν, ένας outsider, ανάμεσα σε παιδιά που με εξαίρεση τον Β και λιγότερο τον Άκη, δεν γνώριζα; Ακόμα περισσότερο ανησυχητικό: θα συμμετείχαν και κορίτσια απέναντι στα οποία η ντροπή μου θα διπλασιαζόταν; Θα συρόμουν να κάνω πράματα, όπως, για παράδειγμα, να χορέψω άγαρμπα σε μουσική που ποτέ δεν είχα ακούσει, πόσο μάλλον χορέψει; Η παρουσία μου στο πάρτι θα ήταν άλμα πάνω από ένα τεράστιο χάσμα, μια πτώση στο κενό του αγνώστου, που δεν ήθελα, και με κάθε τρόπο έπρεπε να αποφύγω. Στις ημέρες πριν το πάρτι, ίδρωνα με κάθε είδους ασκήσεις γυμναστικής στο μικρό δωμάτιο, και ιδρωμένος έβγαινα ημίγυμνος και ξυπόλητος στο μπαλκόνια για να «κρυολογήσω», να αρρωστήσω. Δεν ήξερα ακόμα ότι το κρύο του χειμώνα αυτό καθαυτό δεν προκαλούσε «κρυολόγημα», αλλά με τέτοιους μύθους είχαμε μεγαλώσει ανάμεσα στις γενιές των γιαγιάδων και των παππούδων. Ήταν από τα πρώτα σημάδια εσωστρέφειας από τα όρια του φάσματός της, πρώτη ακραία εκδήλωση αντικοινωνικότητας και δυσκολίας επικοινωνίας με ανθρώπους, που θα με συνόδευε στην υπόλοιπη ζωή. Εφάρμοσα τότε μια παράδοξη και τελικά ατυχή μέθοδο για να αποφύγω μια κοινωνική εκδήλωση. Στη μετέπειτα ζωή θα πρότασσα σοβαρότερες δικαιολογίες, αφού θα είχα κατασκευάσει περίτεχνα και καλύτερα μελετημένα ψέματα ώστε να στρίψω μακριά από ανάλογες μαζώξεις κόσμου. Και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, η κατανάλωση αλκοόλ, πριν και κατά τη διάρκεια τους, έγινε το ελιξίριο που θα καταπολεμούσε τις αναστολές.

Οι προσπάθειες να αρρωστήσω ενόψει του πάρτι του Άκη δεν καρποφόρησαν. Παρέμεινα υγιής και βρέθηκα χωρίς δικαιολογίες, να κουβαλάω τη ντροπή μου μέχρι το σαββατιάτικο απόγεμα στο πάρτι. Εκεί, ως εκ θαύματος, οι αναστολές μου καταλάγιασαν γρήγορα, μετά από λίγη ώρα αμηχανίας και εξοικείωσης με το περιβάλλον. Το πάρτι αποδείχτηκα «ψόφιο» παρά τα σχέδια του Β και του Άκη. Πολλά κορίτσια δεν υπήρχαν. Δεν θα χορεύαμε, λοιπόν, κάτω από τους ήχους κάποιας ξένης, μη οικείας σε μένα ποπ μουσικής, αν κι ένα στέρεο και κάποια υποτυπώδη φωτορυθμικά υπήρχαν. Το κυριότερο, δεν θα παίζαμε την «μπουκάλα», για την οποία άκουγα και ήξερα ότι ποθούσε ο Β: κορίτσια κι αγόρια σε έναν κύκλο και στο κέντρο του ένα περιστρεφόμενο μπουκάλι, όπου η κορυφή κι ο πάτος τους έδειχναν στα πρόσωπα στην περιφέρεια του κύκλου που θα έπρεπε, καμιά φορά παρά  τη θέλησή τους και υπό την αφόρητη πίεση της ομήγυρης, να φιληθούν. Τέτοια παιχνίδια φοβόμουν ότι θα λάμβαναν χώρα, συντονισμένα από τον Β και τον Άκη, και οι δυο ψυχές παιδικών παρεών και πάρτι. Τους ήξερα καλά αυτούς τους δύο, ήξερα και τις διαθέσεις τους. Τελικά, το πάρτι το επέζησα, ήρθε από μόνο του στα μέτρα μου, καθώς δεν είχε την επιτυχία που οι δυο διοργανωτές του προσδοκούσαν. Κάτω από τους ήχους του Popcorn, καταλήξαμε να παίζουμε ήσυχα επιτραπέζια παιχνίδια, μέχρι που το διαλύσαμε. Η μελωδία εκείνη του Popcorn, του hit της περιόδου που πρώτη φορά άκουγα, θα με πηγαίνει όποτε την άκουγα στις άχρωμες αναμνήσεις από το πάρτι του Άκη, το πρώτο πάρτι μου, και τη βδομάδα της ψυχικής αναστάτωσης που προηγήθηκε. Θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι το επόμενο. 

Monday, February 6, 2023

Ένα Παιδί - 22 Πρωτοποριδαίοι: Δύο Παλιοί, Καλοί Φίλοι

Δυο φιλιών, της μιας στην ωριμότητα πριν τον αργό της τέλος, της άλλης άγουρης και τελικά ανολοκλήρωτης, είχα την εμπειρία σε κείνα τα πρώτα κι απόμακρα χρόνια της ζωής μου. Άφησαν με την σειρά τους ανεξίτηλα αποτυπώματα στην παιδική ψυχή, μέχρι που έπλασαν σε κάποιον βαθμό τον χαρακτήρα που κουβαλάω, όπως συμβαίνει με τέτοιου είδους εμπειρίες. Η δεύτερη φιλία, η δική μου, δεν ήταν οργανική, όπως αυτή με τα παιδιά της γειτονιάς, αλλά μεταφερμένη, κληροδοτημένη στην επόμενη γενιά μέσα από την πρώτη, την βαθύτερη και γνησιότερη φιλία ανάμεσα σε πατεράδες, όπως είχε ριζώσει στα δραματικά και πολύχρωμα, όπως μας λέγανε, φοιτητικά χρόνια της δεκαετίας του 1950.

Το ζεύγος των Πρωτοποριδαίων, ο Ν και η Κ, ήταν δυο φυσιογνωμίες που ερωτοχτυπήθηκαν στα πρώιμα πανεπιστημιακά τους χρόνια. Και ο έρωτας που τους συνεπήρε τότε, συνεχίστηκε και ωρίμασε στα υστερότερα βήματα των νιάτων τους. Το είχε παρατηρήσει και διηγούταν η Μάνα, που έγινε ο αυτόπτης μάρτυς και παρακολουθούσε, ίσως με ζήλια, τον Ν και την Κ, κάποιο προγαμιαία Σαββατόβραδα στις μπουάτ να χορεύουν με τα μάτια κλειστά και τα μάγουλα κολλητά, κατά τις πρώτες κοινές εξόδους των δυο νεαρών ζευγαριών. Εξαιτίας της βαθιάς ριζωμένης στα νιάτα, στη φοιτητική ζωή και τα πρώτα επαγγελματικά βήματα φιλίας ανάμεσα στον Ν και τον Πατέρα, οι Πρωτοποριδαίοι έγιναν οι πρώτοι και κύριοι οικογενειακοί μας φίλοι, ξεχωριστοί μέσα σε έναν ευρύτατο κοινωνικό κύκλο τους και, αργότερα, στο γάμο και τη γέννηση του πρωτότοκου παιδιού τους. Ο Πατέρας θα γινόταν de facto κουμπάρος.  

Ο Ν κι ο Πατέρας ξεκίνησαν από μια σχεδόν ισοδύναμη αφετηρία ως προς τις ευκαιρίες που μια ταξική κοινωνία παρουσιάζει στα άτομά της και τους ορίζοντες που ανοίγει, και ίσως εξίσου «ταπεινή»: ο μεν χωριατόπαιδο από τον Καταχά της Πιερίας, ο δε λίγο-πολύ ανάμικτων εργατο-αστικών καταβολών. Και, όπως συχνά συμβαίνει, τέτοιες ταπεινές καταβολές και μια σχετική φτώχια φέρνουν πιο κοντά δυο νέους ανθρώπους. Μετά το Πανεπιστήμιο, όμως, ακολούθησαν διαφορετικά, αποκλίνοντα με τον χρόνο μονοπάτια, επαγγελματικά, κοινωνικά και ταξικά. Και αυτή διαδρομή στον χρόνο έφεραν την οικογένεια των Πρωτοποριδαίων ένα ή δυο σκαλοπάτια παραπάνω από τη δική μου στην τοπική διαβάθμιση της Σαλονικιώτικης κοινωνίας και αργότερα δύο και τρία και περισσότερα, στην εθνική κοινωνική διαστρωμάτωση. Αιτίες γι’ αυτή την κοινωνική απόκλιση υπήρξαν πολλές, αλλά οι διαφορετικές πορείες των δύο φίλων ενισχύει κάπως μιαν μάλλον υπαρξιστική άποψη περί ζωής: την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης φύσης, το ρόλο της προσωπικότητας και του χαρακτήρα, το κατά πόσο προσωπικές αποφάσεις και επιλογές, μικρές ή μεγάλες, στα σταυροδρόμια της ζωής μπορούν να φέρουν ανθρώπους που ξεκίνησαν από περίπου το ίδιο σημείο σε άλλα μέρη και παραλίες, να τους οδηγήσει ακόμα και σε κοινωνικούς αντίποδες.  

Οι δυο καλοί φίλοι από το Πανεπιστήμιο, πέρα από διαφορετικές φυσιογνωμίες (ο Πατέρας ωραίος, ξερακιανός με πυκνά, μαύρα, ελαφρώς σπαστά μαλλιά, περιποιημένα με μπριγιαντίνη και διακριτή χωρίστρα στην αριστερή μεριά, ο Ν γεμάτος και σωματώδης, με φαρδύ ποντιακό μέτωπο, φουσκωμένο και ζεστό, στρογγυλό πρόσωπο και κυματιστά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω) είχαν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Πατέρας ήταν ο ευθύς άνθρωπος, ο συχνά απότομος και ενίοτε προσβλητικός -σε γνωστούς και αγνώστους, χωρίς τρόπους και γενική αδιαφορία ως προς το savoir vivre, πάντοτε κατηγορηματικός και ισχυρογνώμων, που δεν παραδεχόταν, ούτε άκουγε πολλούς έξω από την φωνή της συνείδησης του (σχεδόν κανέναν θα ήταν καλύτερη προσέγγιση)· ίσως, ευφυέστερος και ευστροφότερος, με ετοιμότητα στις κουβέντες, ωστόσο ελάχιστα ριψοκίνδυνος στις επαγγελματικές του επιλογές και συναλλαγές. Ο Ν από μεριά του ήταν γενικά ένας ήρεμος και χαμηλών τόνων άνθρωπος, πρόσχαρος, ευπροσήγορος, διπλωμάτης και διαλλακτικός, με χρώμα και ζεστασιά στον λόγο του, και στόμφο και πειθώ όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, θα αναλάμβανε μεγαλύτερα ρίσκα στην καριέρα του. Ο μεν παντρεύτηκε μια δασκαλίτσα από ένα χωριό στις παρυφές της βιομηχανική δυτικής πόλης, πάνω στην οποία εύκολα και χωρίς πολλά εμπόδια και αμφισβητήσεις επέβαλε την προσωπικότητά του και διαφέντευσε· ο δε μια φιλόλογο με εξίσου ισχυρή προσωπικότητα, κόρη οικογένειας διανοουμένων και καλλιτεχνών, με την οποία έζησε μια ζωή φαινομενικής αρμονίας, αγάπης και αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. Ο μεν, αφού πέρασε από έδρες διδασκαλίας ιδιωτικών γυμνασίων, φροντιστηρίων και τεχνικών σχολών -συμπεριλαμβανομένης για ένα διάστημα και αυτής που είχε ιδρύσει ο Ν, και για ένα μικρό και άχαρο φεγγάρι από το Πανεπιστήμιο ως βοηθός ενός συγκεκριμένου Καθηγητή Μαυρίδη, κατέληξε υπάλληλος ενός Δημόσιου Οργανισμού, όπου κι εξελίχθηκε οργανικά σε διευθυντικές θέσεις και άραξε, με ένα μονοτονικά αυξανόμενο και ασφαλές, «βρέξει-χιονίσει» εισόδημα μέχρι τη σύνταξη. Ο δε, αφού πέρασε από μια παρόμοια σειρά προσωρινών και αβέβαιων δουλειών σε σχολεία και σχολές, ίδρυσε κι έγινε ιδιοκτήτης τεχνικής Σχολής. Την  επιχειρηματική δράση την εγκατέλειψε σταδιακά στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν και στρατεύθηκε πολιτικά. Από νωρίς ασχολούταν με τα κοινά: τις ποντιακές κοινότητες και τον ΠΑΟΚ, τεράστιες δεξαμενές κοινωνικής δικτύωσης και ψήφων, και το ανερχόμενο στον πολιτικό στίβο ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, εξ αρχής επέλεξε το κατάλληλο πολιτικό στρατόπεδο, αν και άγνωστο το κατά πόσο αυτό ήταν μια οπορτουνιστική επιλογή ή κατά βάθος εναρμονιζόταν με τις πολιτικές πεποιθήσεις του για την πορεία κάποιου, κοινωνικού ή οικονομικού, μετασχηματισμού της Ελλάδας -όπως ο ηγέτης του κόμματός του διατράνωνε και υποσχόταν τότε. Η ιδεολογία του τότε ευρύτερου «σοσιαλιστικού» χώρου, αν υπήρχε, ήταν γενικά νεφελώδης και συγκεχυμένη, χωρίς στέρεες αρχές, και τέτοια τελικά αποδείχτηκε στην πράξη.

Με την πολυπληθή ψήφο της γενικά προοδευτικής ποντιακής κοινότητας της πόλης εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος και μετά βουλευτής. Η πολιτική του καριέρα κορυφώθηκε σε ρόλους υφυπουργού και υπουργού στις κυβερνήσεις του Παπανδρέου. Ο Πατέρας, από τη μεριά του, στις έντονες πολιτικές κουβέντες και αντιπαραθέσεις παρεών στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, μεταξύ «τυρού και αχλαδίου και οίνου παρεμβαλλομένου», διακρινόταν για ένα αχαλίνωτο πνεύμα κριτικής επί παντός πολιτικά επιστητού, μιαν αυθόρμητη και εριστική διάθεση αντιλογίας προς τον κάθε συνομιλητή και για κάθε θέμα, η οποία, μαζί με τον επιβλητικό τόνο μιας βροντερής και διαπεραστικής φωνής, δεν άφηνε πολλά περιθώρια υγιούς διαλόγου και εν τέλει απωθούσε. Μόνο ο Ν κατάφερνε σε παρέες να τον διακόψει. Σηκωνόταν από την θέση του, στεκόταν με το φαρδύ του ανάστημα μπροστά στον Πατέρα, συνήθως με ένα ποτήρι κρασί, σήκωνε ψηλά το χέρι, και έλεγε υψώνοντας την φωνή: «Τώρα, Π, θα πάψεις και θα ακούσεις και μένα!» 

Ο Πατέρας από την μεριά του υπήρξε πάντα πολιτικοποιημένος και ενήμερος από το καθημερινό ξεκοκάλισμα απογευματινών και κυριακάτικων εφημερίδων, διάβασμα κάθε λογής βιβλίων, συχνές επισκέψεις για πολιτική κουβέντα στο βιβλιοπωλείο της οικογένειας της ξαδέρφης του, και παρόλο που κάποιες αμυδρές ευκαιρίες να πολιτευτεί, τουλάχιστον στη δημοτική σκηνή, του δόθηκαν, στη διάρκειά της ζωής του παρέμεινε μακριά από τα κοινά, τα κόμματα και την ενεργό πολιτική, και διατήρησε μιαν κριτική όσο και ανελαστική απόσταση από τα κοινά. Ως πολιτικός θα είχε μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας και ανάδειξης: «πολιτικός» και «διπλωμάτης» δεν ήταν. Όπως το έθεσε ο Ν μια φορά μπροστά σε μια μεγάλη παρέα για τον Πατέρα: «πολύ δυνατό μυαλό ο Π, αλλά στις σχέσεις του με ανθρώπους δεν τα πηγαίνει καλά.» 

Ενα Παιδί - 21 Η Παλιά Γειτονιά: Εβραίοι και Άλλα Μυστήρια της Γειτονιάς

 Δίπλα στο γωνιακό του Τσιώτα από την άλλη μεριά της παρόδου στεκόταν το γερασμένο και σεμνό σπίτι του Ισαάκ και του μεγαλύτερου αδερφού του Ααρών, δυο από τους μετρημένους ανάμεσα σε  χιλιάδες Εβραίους της Θεσσαλονίκης που επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ολοκαύτωμα, επέστρεψαν στην πόλη που τους γέννησε και βρήκαν σώο το σπιτικό που τους ανήκε. Γεμάτοι μυστικισμό ήταν οι εβραίικοι αμανέδες που ακούγονταν πίσω από τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου που έβλεπε στην Δεληγιώργη· όταν, καθισμένος κάτι καλοκαιρινά απομεσήμερα στο κράσπεδο του δρόμου, περίμενα τον Κωστάκη ή τον Χρηστάκη να αρχίσουμε τα παιχνίδια μας. Ούτε ο Ισαάκ, ούτε ο Ααρών είχαν πολλά πάρε-δώσε με τους γείτονές τους. Μοναχικά γεροντοπαλίκαρα φαίνονταν να ζουν μια μίζερη ζωή. Ποτέ δεν τους απάντησα έξω από το σπίτι τους, ποτέ δεν είδα τα πρόσωπά τους. Μόνον κάποιες φιγούρες, σκυφτές και θλιμμένες, παρακολουθούσα από το μπαλκόνι να πίνουν τον καφέ τους, σιωπηλές κάτω από τον πλάτανο της μικρής ανήλιας αυλής, που ένας τσιμεντένιος φράχτης την χώριζε από τον φωταγωγό μας. Μυστήριο παρέμεινε και το πως επέζησαν. Αργότερα, έχοντας διαβάσει το «Αν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» του Primo Levi, ίσως, σκέφτηκα, να ήταν Kapo σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή, ίσως, απλά τυχεροί στα ζάρια που έπαιζε καθημερινά ο χάρος με τις ανθρώπινες ζωές σε κείνη την κόλαση.   

Στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας μας, κάτω από το κύριο μπαλκόνι της οικογένειας του θείου που έβλεπε στη λεγόμενη Α’ πάροδο της Δεληγιώργη, τώρα Ευρυδίκης, βρισκόταν μιαν άλλη εβραίικη κατοικία, σχεδόν αρχοντική, με μεγάλο προαύλιο κι έναν περιποιημένο κήπο με δέντρα και γρασίδι, πίσω από τη μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα. Ήταν το σπίτι της Βικτώριας, της παλιάς και ξακουστής στην περιοχή προπολεμικής γειτόνισσας, που επέζησε, όπως έλεγε ο Πατέρας, χάρι στη μόρφωση που είχε και τα καλά γερμανικά που ήξερε. Τελικά οι Εβραίοι της πόλης δεν ήταν μια άμορφη μάζα: ήταν ο Ισαάκ, ο Ααρών, η Βικτώρια, η Βαρσάνο που χαζεύαμε την ομορφιά της όταν μας δίδασκε Αγγλικά αντί να μαθαίνουμε, ο κοκκινομάλλης Λέβη στο διπλανό θρανίο του φροντιστηρίου που με τον Κωστάκη μας έβαζε στη ζούλα στο γυμναστήριο της Μακαμπή για να βλέπουμε προπονήσεις μπάσκετ. Πρόλαβα τους τελευταίους των παλιών γειτονιών της  Θεσσαλονίκης.

Στο ίδιο δρομάκι της Α΄ παρόδου, στο υπόγειο της γωνιακής με τη Δεληγιώργη πολυκατοικίας, από τις πρώτες στο τετράγωνο, ήταν στημένο ένα επιπλοποιείο, που πάντα προσέλκυε την προσοχή και το ενδιαφέρον μας. Περαστικά, περίεργα παιδιά μας τραβούσε η οσμή του ξύλου (μύριζε ωραία!), μαζεύαμε σαν τρωκτικά πριονίδια σε σακούλες χωρίς λόγο, σκύβαμε να χαζέψουμε τη μαστοριά και το μεράκι του μαραγκού· όσο μπορούσαμε να την διακρίνουμε μέσα από το αχνό φως που διαπερνούσε την πάντα ανοιχτή πόρτα της γωνίας και τη χαμηλή, σκονισμένη ισόγεια τζαμαρία με τα κάγκελα στη διάρκεια της μέρας, ή το μέχρι αργά φωτισμένο από ένα χλωμό φως υπόγειο τα σούρουπα. Και τι δεν έφτιαχνε κατά παραγγελία ο μαραγκός της Δεληγιώργη! Σαλοτραπεζαρίες, καναπέδες, γραφειάκια, βιβλιοθήκες, όλα αυτά με χέρια βοήθειας από έναν ή δυο νεαρούς μαθητευόμενους, με τις σειρές από εργαλεία κρεμασμένα στους τοίχους (σφυριά, πλάνες, πριόνια, κατσαβίδια) -δέος και λαχτάρα κάθε μαστροχαλαστή σαν κι εμάς, και με τον μοναδικό μηχανολογικό εξοπλισμό: το ηλεκτρικό πριόνι, μια καμπουριασμένη φιγούρα καταμεσής του υπογείου, που μόνο στην ΔΕΘ είδα παρόμοιό του. Ο απαλός, ρυθμικός ήχος του ξυσίματος της πλάνης ήταν ευχάριστος στα αυτιά· οι κρότοι των καρφωμάτων ενοχλητικοί για τα κεφάλια μας, καμιά φορά εκκωφαντικοί, στους διαπεραστικούς ήχους του ηλεκτρικού πριονιού κλείναμε τα αυτιά μας – οι υπερύψηλοι τόνοι, όταν η λεπίδα του πριονιού έκοβε διαμέσου κάποιου ρόζου, αποκρουστικοί. Μερικές φορές κατεβήκαμε στα άδυτα του υπογείου με πρόσκληση του μαραγκού, σκουπιδιάρηδες, για να μαζέψουμε αποκόμματα ξύλου για τα ξύλινα σπαθιά μας, μέχρι και υποψήφιες βέργες για τους δασκάλους που τις απαιτούσαν στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς. Η δουλοπρέπεια, το καλόπιασμα του δασκάλου, το «γλείψιμο», όπως λέγαμε, λίγων συμμαθητών για να κερδηθεί προληπτικά η εύνοια του, εκδηλωνόταν ως τεχνητή βέβαια προθυμία για την προμήθεια της τέλειας βέργας: απαραίτητο εξάρτημα τότε της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εργαλείο επιβολής πειθαρχίας μέσω άσκησης πόνου. Οι δικές μας από τα αποκόμματα του μαραγκού της Δεληγιώργη δεν είχαν τύχη: από τις υποψήφιες βέργες ο δάσκαλος θα επέλεγε εκείνη από τα παιδιά μαραγκών, λεία και στρογγυλή, ευθύγραμμή και σκληρή, ιδιαίτερα κατασκευασμένη με ζήλο και μεράκι βάση κάποιων προσυνεννοημένων προδιαγραφών.

Η βιοτεχνική παραγωγή της γειτονιάς δεν τέλειωνε στο επιπλοποιείο της Α΄ Παρόδου. Στο υπόγειο της πολυκατοικίας στη γωνιά με την Γαμβέτα της Β΄ Παρόδου, δηλαδή της παρόδου μας, είχε στηθεί κι άνθιζε στα παιδικά μου χρόνια μια βιοτεχνία παπουτσιών. Ο μεσήλικας ιδιοκτήτης της φορούσε πάντα ένα καλοπροαίρετο χαμόγελο που φανέρωνε ένα-δυο χρυσά δόντια όποτε συναντούσε γείτονες, έσκυβε και χάιδευε τα μαλλιά των μικρών παιδιών, δυνητικούς πελάτες των παπουτσιών του. Τον παρακολουθούσα κάτι απογέματα κρεμασμένος από το μπαλκόνι να στοιβάζει στο μεγάλο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του κουτιά από παπούτσια της παραγωγής του, που θα τα διένεμε, προσωπικά, σε μαγαζιά-πελάτες στην Θεσσαλονίκη και την επαρχία της, μέχρι τις άκρες της Μακεδονίας. Πωλητής, διανομέας, μικροβιοτέχνης, αφεντικό καμιάς ντουζίνας εργατών. Δεν είχα ακόμα σχηματίσει αντιλήψεις για την μικρής και μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική παραγωγή και την ατομική ιδιοκτησία σε αυτήν ή τον ρόλο ενός μικρο-ιδιοκτήτη, μικρο-επιχειρηματία σε αυτήν. Μου έδωσε την εντύπωση καλού και ευγενικού ανθρώπου τη μοναδική φορά που κατεβήκαμε στην υπόγεια βιοτεχνία με την Μάνα, για να δοκιμάσω ένα ζευγάρι από τα μαύρα, άκομψα σκαρπίνια που έφτιαχναν στο υπόγειό του. Το αφεντικό μας έκανε την «έκπτωση του εργοστασίου», που λένε, ενώ ο εργάτης που μας έφερε το κατάλληλο νούμερο και μας εξυπηρέτησε φαινόταν πρόθυμος και ευχαριστημένος με την δουλειά του. Ή απλά υπάκουε αδιαμαρτύρητα στις εντολές του αφεντικού πάνω από το κεφάλι του. Αλλά το τεχνητό φως ήταν βαρύ και θλιμμένο στο υπόγειο με τα καλούπια και τα εργαλεία, οι μυρωδιές του δέρματος και του βερνικιού βαριές, το καθημερινό οχτάωρο των προλετάριων τσαγκάρηδων ανιαρό, ατέλειωτο και αφαιρετέο από την ζωή στον ήλιο έξω. Αν δεν τα πήγαινα καλά στο σχολείο, μου έλεγαν, θα δούλευα σε τέτοια μέρη και χειρότερα. Δεν φαινόταν ωραία η ζωή σε τέτοια θλιβερά υπόγεια, χαραμιζόταν στην επανάληψη και μονοτονία. Και το ζευγάρι παπουτσιών που αγοράσαμε με «χτύπησε» στα πρώτα βήματα. Το επιστρέψαμε και με χαρά το ξεχείλωσαν σε ένα από τα καλούπια της. Δεν θα ξαναψωνίζαμε από κει φτηνό παπουτσάκι. Ο Πατέρας είχε και σε αυτό το κουρμπέτι φίλο: τον έμπορο της «Φωλιάς» στην Βασιλίσσης Όλγας και μεγάλης ποικιλίας υποδημάτων. Άλλωστε, δεν πέρασε πολύ καιρός που η αποβιομηχάνιση της πόλης και η παρασιτικοποίηση της οικονομίας  δεν χαρίστηκε και θα σάρωνε το παπουτσάδικο της γειτονιάς. Η παρακμή μέχρι το κλείσιμό τους θα ήταν όπως πάντα μια επίπονη, αργή διαδικασία – για τον ιδιοκτήτη και τις οικογένειες που ζούσαν από τα μεροκάματα στο υπόγειο. Αυτό θα έμενε σκοτεινό για χρόνια. Οι τύχες των εργατών και του μικρο-καπιταλιστή ιδιοκτήτη άγνωστες. Λίγοι γείτονες νοιάστηκαν για τούτο το ασήμαντο γεγονός.