Η Βασιλική
έφυγε πρόωρα. Λίγο μετά το μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το καλοκαίρι του 1978
έπεσε κατάκοιτη, χτυπημένη βαριά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που την κατέστησε
άλαλη και σχεδόν ολοκληρωτικά παράλυτη. Η Μάνα πίστευε ότι έφταιγαν κάποιοι
γιατροί, που επιχείρησαν να χειρουργήσουν την ξεχαρβαλωμένη από τα αρθριτικά
άρθρωση του μηρού της. «Την κατάφεραν», έλεγε. Έκτοτε χρησιμοποίησε αναρίθμητες
φορές εκείνο το περιστατικό της εγχείρησης της γιαγιάς ως κάποιο αυταπόδεικτο
σημείο αναφοράς, ως ένδειξη της ποιότητας των γιατρών στην Ελλάδα, και ως λόγο αποφυγής
–στο απόλυτα δυνατό– κάθε εμπλοκής με γιατρούς και νοσοκομεία. Αλλά τέτοιες
απόψεις κι η ανάλυση τους είναι, όπως λέμε, «άλλου παππά ευαγγέλιο».
Την τελευταία
φορά που είδα τη γιαγιά ζωντανή, μερικούς μήνες πριν από το θάνατό της, ήταν
ξαπλωμένη στο ντιβάνι της κουζίνας, ανήμπορη να σηκωθεί και να μιλήσει, με τα
χλωμά, βαθουλωμένα μάγουλα του βαριά άρρωστου, μ΄ ένα πικρό, κουρασμένο
χαμόγελα στο στόμα. Έσκυψα και την φίλησα τα δυο μάγουλα, όπως έκανα πάντα όταν
επισκεπτόμουν υπό την παρότρυνση συνήθως της Μάνας. (Ακόμα και στα δεκαπέντε
μου χρόνια μου έλεγε πότε και πως πρέπει να χαιρετήσω κι ευχαριστήσω.) Ένιωσα την
ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών της γιαγιάς στα δικά μου μάγουλα. Μόλις που
κατάφερε κι έστρεψε το κεφάλι, και με μεγάλη προσπάθεια ανασήκωσε τα δύο
τρεμάμενα χέρια σε μια φρούδα προσπάθεια να με ασπαστεί. Ακόμα καταλάβαινε,
ένιωθε. Ακόμα ήμουν ο «πασάς» της.
Η κηδεία της
ήταν η πρώτη και μοναδική που παραβρέθηκα σε παραπάνω από σαράντα χρόνια έκτοτε.
Στην ίδια περίοδο πολλά συγγενικά και φιλικά πρόσωπα εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, αλλά
μόνον ο τόπος και χρόνος των θανάτων και κηδειών τους μου έγιναν γνωστά,
συνήθως τηλεφωνικά. Η κηδεία της γιαγιάς ήταν η πρώτη τέτοια τελετή που θα
έδινα το παρόν και, μέχρι εκείνη τη μέρα, η πλησιέστερη προσέγγιση στο φάσμα
του θανάτου, ένα γεγονός τόσο σπουδαίο όσο και η γέννηση, αλλά για νέους
ανθρώπους ακατανόητο, ανεξερεύνητο και φευγαλέο, καλυμμένο μ’ ένα αδιάφανο
πέπλο μυστηρίου. Λογικά, η μέρα της κηδείας θα γινόταν σημαδιακή κι έντονη
εμπειρία και οι εντυπώσεις στο εφηβικό μου μυαλό και αίσθημα παρέμειναν ανεξίτηλες
από τα πέρασμα των χρόνων. Φαίνεται ότι ως δεκαπεντάχρονο μαθητούδι τότε οι γονείς,
οι οποίοι είχαν ακόμα την πρώτη και τελευταία λέξη σε τέτοια κοινωνικά θέματα, μ’
έκριναν ανώριμο ν’ αντικρύσω και αντιμετωπίσω την περίσταση και τη
συναισθηματική φουρτούνα που το θέαμα ενός νεκρού ανθρώπου ενδεχόμενα θα
προκαλούσε. Η γνώμη μου δεν εξαιτήθηκε, αλλά ούτε και θα λαμβανόταν υπόψιν αν είχε
ζητηθεί.
Η Μάνα είχε έρθει
στο πατρικό της από το προηγούμενο βράδι για το καθιερωμένο, στα χωριά
τουλάχιστον, ξενύχτι και θρήνο, συχνά διάσπαρτο με κουτσομπολιά ακόμα και
αστεία, δίπλα στο νεκροκρέβατο. Ο Πατέρας μ’ είχε φέρει λίγο πριν από την
προγραμματισμένη ώρα της κηδείας με το αυτοκίνητο και μ’ άφησε μπροστά στο
σπιτικό της Μαγνησίας. Αφού πάρκαρε λίγο παρακάτω, εξαφανίστηκε. Στάθηκα απ’
έξω, στο δρόμο, λίγο πιο πέρα από την καγκελόπορτα του παρτεριού της πρόσοψης με
τις τριανταφυλλιές, κάτω από τη μουριά, που στεκόταν ψηλή, μοναχική και
ξεχασμένη στη γωνιά του δρόμου απέναντι από το φούρνο του κυρ-Βασίλη. Πλησίαζε
ο χειμώνας και τα πεσμένα φύλλα της είχαν αρχίσει να καλύπτουν τα μαύρα
αποτυπώματα των σάπιων ή τσαλαπατημένων μούρων στο οδόστρωμα. O φούρνος είχε τα στόρια
κατεβασμένα, το ίδιο και το μπακάλικο του Πέτρου απέναντι. Ήταν Κυριακή.
Αμφιβάλλω αν ο
Πατέρας μπήκε μέσα στο σπίτι. Ίσως πήγε στο σπιτικό του θείου Λεωνίδα και των
συγγενών δίπλα, ίσως να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη -το πιο πιθανό. Δεν θυμάμαι
την παρουσία του στην τελετή κι ό,τι επακολούθησε. Από νέος έδειχνε εμφανή απέχθεια
προς τέτοιου είδους θρησκευτικού χαρακτήρα τελετές της ορθόδοξης ελληνικής
παράδοσης, δηλαδή βαφτίσια, γάμους, κηδείες, μνημόσυνα, κτλ. εκτός αν οι
συνθήκες καθιστούσαν την παρουσία του απολύτως αναγκαία. Κι η απροθυμία του
συχνά εκδηλωνόταν από μιαν ανάλογη δυσφορία και εκνευρισμό, και καμιά φορά με τον
χαρακτηριστικά απορριπτικό και ειρωνικό του λόγο. Τέλος πάντων, με άφησε εκεί,
κάτω από τη μουριά, σύξυλο και μοναχό και δεν τον ξαναείδα εκείνη την μέρα. Υπέθεσα
ότι θα έλαβε οδηγίες από τη Μάνα ή θα έκρινε κι αποφάσισε ο ίδιος να μην επιτρέψει
ν’ αντικρύσω το νεκρό άνθρωπο, να με κρατήσει μακριά από το πτώμα της γιαγιάς. Θα
μου στερούσε, έτσι, μια σπάνια και χρήσιμη εμπειρία στη φιλοσοφική και
συναισθηματική ωρίμανση και ολοκλήρωση ενός νέου ανθρώπου. Από μιαν άλλη άποψη σκέφτομαι
ότι ακόμα και κάτι τέτοιο, το να δω το νεκρό πτώμα της γιαγιάς, θα ήταν από
μόνο του ανεπαρκές, μια εντύπωση του θανάτου στρεβλή και παραμορφωμένη. Σημασία
μεγαλύτερη θα είχε να γινόμουν αυτόπτης μάρτυς του θανάτου, η προσωπική, εγγύς
μαρτυρία των στιγμών που οδηγούν σε αυτόν, το ίδιο το γεγονός. Μόνο μια τέτοια μαρτυρία
και εμπειρία θα τον απομυθοποιούσε, θα τον φώτιζε στο πλήρες μεγαλείο του, και
όχι ενός «φτιαγμένου» πτώματος ξαπλωμένου σ΄ ένα νεκροκρέβατο ή φέρετρο, ενός
προσώπου και κορμιού πιθανόν αγνώριστου σε σχέση με τον άνθρωπο που όχι πολύ
καιρό πριν φανερωνόταν μέσα από μια ζωντανή ψυχή και ένα πνεύμα, με τον άνθρωπο
που υπήρχε.
Ήταν ένα κρύο, ηλιόλουστο πρωϊνό στις αρχές
του χειμώνα. Ο ήλιος, που μας κοιτούσε από τον
ασυννέφιαστο ουρανό, ήταν βαρύς και αδιάφορος, η λάμψη του ανήμπορη να αλαφρύνει
τη θλίψη που είχε ζώσει το σπίτι της γιαγιάς, που ψυχή τε και πνεύματι το είχε πλέον
εγκαταλείψει. Ακουμπισμένα από την μια και την άλλη μεριά του αψιδωτού
προθάλαμου και την ανοιχτή εξώπορτα, στηριγμένα στα δυο τους ξύλινα πόδια
υπήρχαν μια σειρά από στεφάνια από φύλλα δάφνης, άσπρα λουλούδια και σατέν κορδέλες
με χρυσοκεντημένα συλλυπητήρια μηνύματα από γράμματα κρυμμένα μέσα τις δίπλες
τους, που προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω. Μερικές σκόρπιες, ασύνδετες λέξεις όπως «μητέρα», «λατρεμένη», «αγαπημένη»… Τις
διάβαζα με δυσκολία εξαιτίας της συναισθηματικής σύγχυσης από την άγνοιά ως
προς το τι θα ακολουθούσε και τι θ’ αντιμετώπιζα στη διάρκεια της μέρας, και της
μικρής απόστασης μου από την εξώπορτα που με χώριζε από τον νεκρό. Αυτή έχασκε ορθάνοιχτή
εκπέμποντας ένα μαύρο κενό, με γκρίζες φιγούρες να πηγαινοέρχονται μπροστά της.
Φαντάστηκα τη γιαγιά να κείτεται σε κάποιο φέρετρο, στη μέση του καθιστικού,
λίγα μέτρα από τη μουριά, πίσω από τα κλειδαμπαρωμένα παντζούρια, ένα λείψανο
φωτισμένο από το φως των κεριών και τη διαπεραστική μυρωδιά του λιβανιού, που
έφτανε μέχρις εκεί που στεκόμουν. Οι λέξεις στα στέφανα, οι φιγούρες που μπαινόβγαιναν
στο δωμάτιο του νεκρού προκάλεσαν μιαν ακατάσχετη συγκίνηση. Βούρκωσα κι έκλαψα
ένα κλάμα γοερό πίσω από τις παλάμες μου. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήταν
άδειος από ανθρώπους και αυτοκίνητα και κανένας δε μ΄ έβλεπε.
Μετά από τα
λίγα λεπτά ενός αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου θρήνου, στιγμών όπου κάθε λογική
σκέψη παραμερίζεται από έναν βαρύ και άμορφο όγκο συναισθημάτων σα μαύρα
σύννεφα που μαζεύονται πριν από καταιγίδα, πρόβαλλε στην εξώπορτα, μέσα από τα σκοτάδια
του εσωτερικού του σπιτιού, η ξερακιανή φιγούρα του Αποστόλη, του περιπτερά, του
θετού αδερφού της γιαγιάς. Κι αυτού του ανθρώπου ένα μικρό κομμάτι ζωής θα είχε
ξεκολλήσει με το χαμό της. Κατέβηκε με δυσκολία τα σκαλιά με τα μακριά
δύσκαμπτα πόδια του, κοντοστάθηκε κάτω από την γέρικη ακακία έξω από την
καγκελόπορτα του φράχτη χωρίς να με προσέξει, άναψε ένα τσιγάρο, και με τις
αργές και βαριές κινήσεις της αναπηρίας από τα κρυοπαγήματα του πολέμου,
απομακρύνθηκε σκυφτός προς το περίπτερο της διασταύρωσης. Είχε πιεί αρκετά
εκείνο το πρωί, πριν καταθέσει τους τελευταίους σεβασμούς του στην νεκρή αδερφή
του -έτσι μας έλεγε η Λ. ως παραλειπόμενο. Στο σπίτι μέσα δεν μάζεψα το
κουράγιο να κοπιάσω με δική μου πρωτοβουλία, ούτε πολύ θάρρος περίσσευε σ’
εκείνη την άγουρη ηλικία, αλλά ακόμα κι αν δια μαγείας το αποκτούσα, μόνο με κάποια
επιτακτική πρόσκληση ή προσταγή ενήλικα θα διάβαινα και περνούσα στο σκοτεινό
χάσμα πίσω από την εξώπορτα. Παράκαμψα την αυλή μπροστά και την πρόσοψη και
μπήκα από την καγκελόπορτα στην πίσω αυλή. Εκεί στριφογύρισα πέρα-δώθε, άσκοπα,
ανάμεσα σε δέντρα και ό,τι απόμεινε από τους γυμνούς κορμούς των τοματιών. Κατέληξα
κάτω από το κλήμα του χαμόσπιτου, ο πελαγωμένος εαυτός μου βυθισμένος σε δάκρυα
και κλάματα. Μέχρι την ώρα που ο Σπύρος κατέβηκε από την πίσω βεράντα, και με
το συγκαταβατικό και συμπαθητικό βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του, άπλωσε
το χέρι του στον ώμο μου και με περιμάζεψε: «Έλα, Λ., αγόρι μου. Μη
στεναχωριέσαι... Έλα, πάμε μαζί…»
Το φέρετρο
είχε ήδη τοποθετηθεί καλυμμένο πλέον στη νεκροφόρα, και η νεκρική πομπή των
μαυροφορεμένων, από οικογένεια, γείτονες και συγχωριανούς, ακολούθησε πεζή, τράβηξε
με αργά, συρτά και σεβάσμια βήματα πίσω από τη νεκροφόρα στο δρόμο για την
εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στις εξοχές. Ο παππούς, ευθυτενής, με βλοσυρό ύφος
σ’ ένα μαύρο φθαρμένο κουστούμι από άλλες εποχές, αλλά στεγνά από δάκρυα μάτια
και πρόσωπο, κι η Μάνα και οι θείες στα μαύρα τους φορέματα, με σκυφτά τα βλέμματα
δίπλα του, οδηγούσαν την πομπή, κρυμμένοι από τα πιο ψηλά κορμιά που ακολουθούσαν.
Εγώ ξέμεινα παραπίσω, στην ουρά της πομπής, με τα μάγουλα ακόμα υγρά από το
κλάμα που είχε προηγηθεί, δίπλα στον Σπύρο κι ανάμεσα σε άλλους, γνωστούς κι άγνωστους
συγχωριανούς. Το περπάτημα στον χωματόδρομο που οδηγούσε έξω από το χωριό με στον
ξερό και κρύο αέρα του μεσημεριού, με βοήθησε να ξεπεράσω τον παροξυσμό λύπης
που με είχε κυριεύσει στην αυλή. Ο Αποστόλης είχε μείνει ακόμα πιο πίσω
σέρνοντας τα πόδια του, σχεδόν τελευταίος, κουρασμένος και πιωμένος. Η
νεκροφόρα σταμάτησε στο προαύλιο της εκκλησίας κι οι νεκροθάφτες μετέφεραν
δίπλα σ’ έναν αποβραδίς προετοιμασμένο μνήμα το φέρετρο με τη γιαγιά μέσα, μέσα
από την καγκελόπορτα του άσπρου τοίχου που περιέφραζε το νεκροταφείο. Το πλήθος
ακολούθησε σιωπηλά. Ο Σπύρος που περπατούσε ίσαμε εκεί δίπλα έσμιξε με το
πλήθος και μ’ άφησε πίσω. Για κάποια αδιευκρίνιστη αιτία, είτε επειδή, έχοντας παραιτηθεί
στον ενστικτώδη φόβο και δισταγμό της στιγμής, κόμπιασα και δείλιασα, είτε γιατί
κανένας, ένας οποιοσδήποτε γνωστός από το σόι της γιαγιάς δεν σκέφτηκε να με
καλέσει, είτε γιατί υπήρχαν κάποιες ρητές οδηγίες να μην παρευρεθώ σε μια για
πολλούς οδυνηρή διαδικασία, στάθηκα αφημένος και ξεχασμένος εκεί, κάτω από ένα
ψηλό κυπαρίσσι, μοναχικό κι αυτό. Την καγκελόπορτα του νεκροταφείο δεν τη διάβηκα.
Το φέρετρο κι ο κόσμος χάθηκε πίσω από την πύλη και τον τοίχο του νεκροταφείου.
Ξέμεινα, μια ψυχή αιωρούμενη, ανάμεσα στο φράκτη και τη μικρή αίθουσα τελετών
της εκκλησίας. Πιο κοντά στο νεκρό σώμα της γιαγιάς δεν βρέθηκα από εκείνα τα
λίγα μέτρα του τοίχου και πίσω από την καγκελόπορτα δεν τόλμησα να κρυφοκοιτάξω
-από ντροπή και φόβο. Τις ψαλμωδίες του παππά δεν άκουσα, ούτε τις σπαρακτικές
στιγμές που συνόδευσαν το κατέβασμα του φέρετρου στον τάφο είδα.
Μετά το τέλος
της ταφής, ο παππάς, ακολουθούμενος από τον κόσμο που «συνόδευσε τη γιαγιά στην
τελευταία της κατοικία», πλαισιωμένος από τον παππού και τον τελετάρχη-οδηγό
της νεκροφόρας, μαζεύτηκαν στη αίθουσα τελετών, ένα δωμάτιο που οι γυμνοί του
τοίχοι αντηχούσαν κάθε ανθρώπινο ψίθυρο, για τα κόλλυβα, τον πικρό καφέ και
λίγο κονιάκ. H αίθουσα, παρά την παρουσία του κυπαρισσιού μπροστά από την
πόρτα του μικρού κτιρίου που ήταν σαν παρεκκλήσι, φωτιζόταν επαρκώς από τις αχτίδες
του παράταιρου και θρασύ ήλιου της μέρας μέσα από τις τζαμαρίες της πρόσοψης
και το μικρό παράθυρο της πλάγια όψης. Το μεσημέρι είχε κορυφωθεί και οι άσπροι
τοίχοι της εκκλησία και της περίφραξης του νεκροταφείου έγιναν από υπόλευκοι,
εκθαμβωτικά λευκοί. Κάθισα σιωπηλός δίπλα στη Μάνα, παραδίπλα του παππού. Λόγια,
ιδιαίτερα για την πεθαμένη γιαγιά δεν ειπώθηκαν, θα είχαν εξαντληθεί κατά το
νυχτερινό θρήνο. Μόνον λίγες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων και οι τυπικές συλλυπητήριες
ευχές... Κάτι «θα τη θυμόμαστε», «ζωή σε λόγου σας» ή το υπερφυσικό «αιωνία της
η μνήμη» πήραν τ’ αυτιά μου, σε μια γαλήνια ατμόσφαιρα όπου οι λυγμοί είχαν
κοπάσει, από τον κόσμο, που μετά τον καφέ και το κονιάκ και μια χούφτα κόλλυβα
σε ένα πετσετάκι, άρχισε ένας-ένας ν’ αποχωρεί. Μερικοί έσφιξαν το χέρι του
παππού. Στο τέλος, μου φάνηκε, σε μιαν ατμόσφαιρα από όπου η λύπη είχε σηκωθεί,
ότι θα ήμουν ο μόνος ανάμεσα στον κόσμο της κηδείας που έκλαψα τόσο πολύ, έχυσα
τόσα πολλά δάκρυα για τη γιαγιά. Και παρ’ όλα αυτά κυριεύτηκα από αμφιβολίες κι
ενοχές για το αν απέτισα το δέοντα φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που – το ήξερα και
ένιωσα εκ βαθέων αυτό- με είχε αγαπήσει γνήσια και πολύ, με είχε περιποιηθεί,
με τα πιττάρια, τα μπουρέκια, τις πίτες και τα κουλουράκια, με μικροπράγματα που ξεχείλιζαν καλοσύνη και
αγάπη, με λιγοστά μέσα κι ακόμα λιγότερες δυνάμεις από ένα εξασθενημένο κορμί
κι ένα σερνάμενο πόδι.
Οι κοντινοί
συγγενείς κατέληξαν στο σπίτι για το επικήδειο γεύμα, στην κουζίνα με το
ντιβάνι όπου κειτόταν η γιαγιά την τελευταία φορά που την είδα ζωντανή. Κι εκεί
πάλι πολλά λόγια δεν ειπώθηκαν. Οι περισσότεροι παράμειναν σιωπηλοί και
μελαγχολικοί και σκυμμένοι στη σούπα και τις σκέψεις τους, μερικοί σε χαμηλούς
τόνους κάθε άλλο παρά για τη νεκρή συζητούσαν. Ασφαλώς και δεν είχε ξεχαστεί ακόμα
η γιαγιά, αλλά ποιο το όφελος παρατεταμένων αναφορών σε μια ζωή που είχε έλθει
και παρέλθει από αυτόν τον κόσμο; Έχει νόημα για τους ζωντανούς η παράταση της οδύνης
με την υπενθύμιση της απώλειας μιας ζωής που έφυγε ανεπιστρεπτί;
Το μικρό
δωμάτιο με την ξυλόσομπα έγινε, μετά το γεύμα, το τελικό καταφύγιο του στενότατου
πλέον οικογενειακού κύκλου για συνειδητοποίηση του χαμού και του κενού που ο
θάνατος επέφερε στο σπιτικό, για αντανάκλαση πάνω στο γιγάντιο θέμα της ζωής
και του θανάτου που πάντα θα ξεπερνάει τον ανθρώπινο νου και ύπαρξη. Σε ένα
κύκλο καθισμένοι, στο ντιβάνι εγώ, η Μάνα και οι μια-δυο από τις αδερφές της, ο
παππούς σε μια καρέκλα μπροστά στην κουρτίνα της μπαλκονόπορτας. Ο ήλιος
εκείνου του χειμερινού απογέματος άρχισε να δύει. Η ξυλόσομπα μας νάρκωνε και
οδηγούσε όλους, ήδη ψυχικά και σωματικά εξαντλημένους στα όρια των αντοχών μας.
Κανένας δεν έκλαιγε, καθώς ο κύκλος του βαριού θρήνου είχε κλείσει. Η Δόμνα
είπε κάτι τις: «Δεν ξέρω, αλλά αισθάνομαι ήρεμη. Δεν ένιωσα την ανάγκη να κλάψω
σήμερα. Ίσως να βρίσκομαι ακόμα υπό την επίδραση των ηρεμιστικών που πήρα το πρωί....
Δεν ξέρω…», και αναστέναξε.
Ο παππούς, που
ως τότε καθόταν σιωπηλός σε μια από τις παλιές μαύρες καρέκλες των καφενείων με
την ημικύκλια πλάτη, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, είπε με ικανοποίηση
κάτι για το πόσο πολύς κόσμος παραβρέθηκε και θυμήθηκε τη γιαγιά και απέτισε τις
τιμές που της άρμοζαν, και πως όλα είχαν οργανωθεί άψογα από τον τελετάρχη.
Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο δεν είχε καμιά σημασία για το πρόσωπο της γιαγιάς,
αφού ως νεκρή δεν θα μπορούσε να είχε γίνει μάρτυρας της κηδείας της. Αν και κάτι
τέτοιο είναι αδύνατο και άτοπο, θα το επιθυμούσαμε όλοι μας μεταθανάτια, καθώς
θα βοηθούσε στο ν’ αποτιμήσουμε τη ζωή μας με τον αριθμό των ανθρώπων που
λυπήθηκαν από τον χαμό μας. Για τον σχολαστικό παππού, που ήθελε τα πάντα στην
εντέλεια, είχε σημασία. Κατόπιν μου απευθύνθηκε σ’ έναν ανεξήγητο πληθυντικό μη
οικειότητας, με ένα θλιμμένο, όσο και ψυχρό κι αυστηρό κοίταγμα από τα
στρογγυλά του μάτια κάτω από το πλατύ ρυτιδωμένο μέτωπο, με παύσεις σιωπής
ανάμεσα στις ερωτήσεις, σύντομες όσο κι αφόρητες, σαν σε αυτές τις παύσεις να προσδοκούσε
άμεσα λογικές απαντήσεις:
«Λ., πότε εμάθατε
ότι αρρώστησε η γιαγιά; ... Πόσες φορές ήρθατε να την δείτε από τότε; ... Δεν ενιώσατε
την ανάγκη να την επισκεφτείτε όλο αυτόν τον καιρό; Ούτε να παραβρεθείτε στην κηδεία της;»
Δεν ήξερα τι
να απαντήσω σε τέτοια πικρά ερωτηματικά, από μια πρωτόγνωρη εξέταση ήθους, βγαλμένα
από έναν άνθρωπο που ίσως ήθελε να εκτρέψει τη βαθιά του θλίψη ή να διαλύσει
κάποιες προσωπικές ενοχές. Ένιωσα ότι είχα διαπράξει κάποιο σχεδόν ασυγχώρητο
ηθικό παράπτωμα. Άρχισα να δακρύζω και πάλι. Η ενοχή που είχα αισθανθεί στο
προαύλιο της εκκλησίας έξω από την είσοδο του νεκροταφείου ξαναβγήκε στην
επιφάνεια της συνείδησης. Η σύγχυση και το συναισθηματικό χάος επανήρθε και με κυρίευσε.
Δεν είπα τίποτε ως απάντηση, μόνο δάκρυσα με χαμηλωμένο το κεφάλι, χωρίς να
μπορώ να αντικρύσω το βλέμμα του παππού. Κάποιος παρενέβη, η Λ. νομίζω, πριν ο
παππούς συνεχίσει με ένα από τα αφοριστικά του λογύδρια: «Άφησε το παιδί,
μπαμπά. Την αγαπούσε τη γιαγιά του και την έκλαψε.» Μετά από λίγο, όταν ο παππούς πήγε στο δωμάτιο
να ξεκουραστεί, οι θείες με καθησύχασαν, με διάφορες ερμηνείες, κατασκευασμένες
ή γνήσιες δεν έμαθα, για το τι ήθελε να πει ο παππούς. Δεν έθεσε, μου είπαν, σε
αμφισβήτηση την αγάπη μου προς τη γιαγιά και το αν έπραξα το ηθικό, τελετουργικό
καθήκον μου προς μια γιαγιά που με λάτρευε. Αυτό το καθήκον, όλοι γνωρίζαμε, δεν είναι υποχρέωση,
δεν έχει ουσία, απαιτείται χάριν τύπων και για τα μάτια του κόσμου. Θα όφειλε
να με συγχωρούσε -εγώ το λέω αυτό, αν είχα άγνοια ή μη πλήρη επίγνωση ενός
τέτοιου «ηθικού καθήκοντος», της τυπικής όψης. (Άλλωστε, η ηθική του «οικ…αίϊκου»
που μόρφωσε και επέβαλλε ο παππούς είχε διαφορετικές βάσεις και δομή από την
δικιά μου και από τότε άρχισε να μου φαίνεται εκκεντρική και αναχρονιστική.) Απλώς
ένιωσε – έτσι μου είπαν η Λ. και η Δ.- κάποιον καημό και στενοχώρια που με είδε
έξω από την καγκελόπορτα του νεκροταφείο, έρημο, χαμένο, μοναχικό, θλιμμένο.
Και την ανάγκη να με τραβήξει από το χέρι και να με φέρει κοντά στη γιαγιά που
έφευγε και δεν θα την ξαναβλέπαμε.