Tuesday, December 18, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 21 Το Τέλος του κυρ-Γιάννη

Στα τελευταία του χρόνια ο παππούς κόλλησε την αρρώστια της ηλικίας: την φιλαργυρία, όπως κάποτε έγραψε ο Σαρτρ για τον δικό του τον παππού και απέδωσε στη ανημποριά (ανημποριά, υποθέτω, για κάτι πιο δημιουργικό) και στο φόβο του θανάτου. Αν και το τελευταίο, η εξήγηση της φιλαργυρίας από τον φόβο του θανάτου που πλησιάζει, παρουσιάζεται φαινομενικά ως αντίφαση όρων, η σώρευση πλούτου και το παραγέμισμα του πουγκιού, ιδιαίτερα ανάμεσα σε αυτούς που κατάφεραν και ξέφυγαν από το δίχτυ της φτώχιας, μπορεί να ιδωθεί ως άρνηση, ως μια ψευδαίσθηση ότι το τέλος βρίσκεται μακριά: ακόμα δεν χρειάζεται να μας απασχολεί όσο τα τετριμμένα αυτού του κόσμου. Είναι κάτι που παρατήρησα κι εγώ, στον Πατέρα, στον εαυτό μου και σε άλλους γύρω μου: για κάποιο λόγο και κάποιο σκοπό, σκοπό που για την ώρα εξακολουθώ να θεωρώ ανεξήγητο αλλά πιθανότατα είναι ανύπαρκτος, όσο γερνάει ο άνθρωπος, όσο το καντήλι της ζωής του σβήνει, η οικονομική ανασφάλεια μεγεθύνεται. Μαζί της φουντώνει η έγνοια μέσα του να προστατέψει την περιουσία που έχει και ενισχύεται η παρόρμηση και θέληση να στοιβάξει κι άλλην. Και στο μεταξύ έχει πλήρη επίγνωση ότι δεν θα πάρει τίποτε μαζί του και αυτό που μένει θα εξανεμιστεί με το πέρασμα των γενιών και, αν και ο δημιουργός του μήτε λόγο θα έχει, μήτε μάρτυρας θα είναι στο τι θα απογίνει.  

Η στερνή κουβέντα με τον παππού, στην αυλή του σπιτιού, στο αξέχαστο πασχαλιάτικο τραπέζι του ’86 -αξέχαστο εξαιτίας της συμφοράς του Chernobyl, αλλά κυρίως επειδή ήταν το τελευταίο όπου εκπρόσωποι τριών γενιών της οικογένειας σμίξανε, έλαβε χώρα στη γωνιά του άδειου από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες τραπεζιού, κάτω από τη σκιά της πασχαλιάς στην άκρη της πλακοστρωμένης αυλής. Το γεύμα είχε τελειώσει, ο Πατέρας κι ο θείος Αλέκος αποσύρθηκαν στα μικρά υπνοδωμάτια για την απογεματινή σιέστα, οι γυναίκες στην κουζίνα για καφέ. Μαζί τους κι η γιαγιά Ευδοξία, σε μια από τις τελευταίες εξόδους της από τη Θεσσαλονίκη, μισοχαμένη, έχοντας ήδη περάσει τα πρώτα στάδια γεροντικής άνοιας. Ο παππούς μ’ ένα ποτήρι ρετσίνας στο χέρι, με εύθυμα μάτια να γυαλίζουν από την οινοκατάνυξη του μεσημεριού, αλλά με το λέγειν και το λόγο του ακέραιο, μου είπε: «Λ., να γνωρίζεις ότι έχω βάλει κάπου δέκα εκατομμυριάκια στην άκρη για τις θυγατέρες και τους μελλοντικούς απογόνους. Αλλά έχω ακόμα πολλά ψωμιά να φάω... Έχω αρκετό δρόμο ακόμα να τραβήξω...» Και μου έκλεισε το μάτι. Το τι ήθελε να μου πει εκείνο το απόγευμα, λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή μου για την ξενιτιά και έναν αποχαιρετισμό που θα αποδειχτεί οριστικός, το κατάλαβα πολλά χρόνια μετά. Μέχρι τότε, από τον παππού τον Γιάννη, που είτε από έναν ενδόμυχο σεβασμό που το περιβάλλον στο σπιτικό και το χωριό και οι ιστορίες γύρω από το πρόσωπό του μου καλλιέργησαν, είτε από την έμφυτη ντροπαλοσύνη μου, είτε εξαιτίας της χρόνιας φυσικής και συναισθηματικής απόστασης, ποτέ δεν αποκάλεσα «παππού» -όπως πιστεύω ότι θα τον χαροποιούσε ν’ ακούσει, ούτε ποτέ ρώτησα τις αφελείς και αθώες παιδικές ερωτήσεις που τέρπουν μεγάλους, από εκείνον τον άνθρωπο δεν ζήτησα ποτέ καμιά χάρι. Ήμουν όμως γι’ αυτόν, ως ο πρώτος και «ακαδημαϊκά (στα μάτια του) διακεκριμένος» εγγονός, δικαιωματικός κληρονόμος.    

Πέθανε στον καναπέ του πρόχειρου, εκεί όπου στη σύνταξη και τα γεράματα διάβαζε εφημερίδες και άκουγε το ράδιο μμε τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος, κοιτάζοντας το ταβάνι κάτω από κίτρινο, μελαγχολικό φως ενός γυμνού λαμπτήρα. Τις τελευταίες μέρες του το μικροκαμωμένο κορμί του είχε συρρικνωθεί σε ποιο λίγο από το μισό. Έτσι μου είπαν οι θείες που τον περίθαλψαν τις τελευταίες μέρες του. Βρισκόμουν στην ξενιτιά, όταν ο γιατρός ανακοίνωσε ότι ο καρκίνος του προστάτη, που λάνθανε εν αγνοία του μέσα στο σώμα του για χρόνια και δεκαετίες ίσως, έκαμε μετάσταση στα κόκκαλα και είχε γίνει πλέον αθεράπευτος. Κανένας μας, ούτε ο ίδιος, δεν φανταζόταν ότι τα νυχτερινά ανοίγματα της εξώπορτας για την τουαλέτα στη γωνιά της βεράντας, που μας ξυπνούσαν μαζί με τις άγριες φωνές μεθυσμένων από το καφενείο του Γραμμένου τις μυστήριες νύχτες της Μαγνησίας, προμήνυαν το οριστικό και σχεδόν ακαριαίο τέλος που θα ερχόταν. Ο παππούς έλεγε με περηφάνια ότι ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε ή κάλεσε γιατρό, αλλά για κάτι «κομμάρες» που ένιωσε, και θα ήταν κάτι περισσότερο από «κομμάρες», αναγκάστηκαν και τον κάλεσαν. Το βιβλιάριο υγείας του ήταν πράγματι tabula rasa. Και παρέμεινε ως τέτοιο: η πρώτη στη διάρκεια της ζωής του επίσκεψη γιατρού απλά πρόγνωσε το αναπόφευκτο τέλος. Τα φάρμακα που συνταγογράφησε ο γιατρός απλά θα απάλυναν τους αφόρητους πόνους της αρρώστιας του. Ευτυχώς δεν κράτησαν πολύ. Αυτό το τέλος, που πλησίαζε με τη μαθηματική στυγνότητα που διακρίνει το θάνατο στην ανθρώπινη μοίρα, του το κράτησαν μυστικό και μέχρι τις τελευταίες βδομάδες της ζωής του ο ίδιος προσδοκούσε ανάκαμψη κι επιστροφή του στην καθημερινή ρουτίνα.

Ένας αξιοσημείωτος άνθρωπος που ο θάνατος όπως και η ζωή του και τα λίγα ίχνη στις συνειδήσεις αυτών που άφησε πίσω και στον τόπο που στέριωσε, μαζεμένα στις λίγες παραγράφους παραπάνω, αναμνήσεις ξεθωριασμένες από τα χρόνια, θα προσπεραστούν γρήγορα από τον κόσμο γύρω και τελικά θα χαθούν μαζί μας. Το σπίτι που έχτισε στη Μαγνησία στέκεται και κατοικείται ακόμα, αλλά το τέλος κι αυτού είναι προδιαγραμμένο. O χρόνος θα κάνει, όπως πάντα, τη δουλειά του. Τότε, και oι τελευταίες πατημασιές του «οικ...αίϊκου» στον κόσμο αυτόν θα σβήσουν κάτω από τη μοναξιά και πλήξη της Μαγνησίας. 

Monday, December 17, 2018

Γιάννης και Βασιλική 20 - Ο Θάνατος μιας Γιαγιάς

Η Βασιλική έφυγε πρόωρα. Λίγο μετά το μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το καλοκαίρι του 1978 έπεσε κατάκοιτη, χτυπημένη βαριά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που την κατέστησε άλαλη και σχεδόν ολοκληρωτικά παράλυτη. Η Μάνα πίστευε ότι έφταιγαν κάποιοι γιατροί, που επιχείρησαν να χειρουργήσουν την ξεχαρβαλωμένη από τα αρθριτικά άρθρωση του μηρού της. «Την κατάφεραν», έλεγε. Έκτοτε χρησιμοποίησε αναρίθμητες φορές εκείνο το περιστατικό της εγχείρησης της γιαγιάς ως κάποιο αυταπόδεικτο σημείο αναφοράς, ως ένδειξη της ποιότητας των γιατρών στην Ελλάδα, και ως λόγο αποφυγής –στο απόλυτα δυνατό– κάθε εμπλοκής με γιατρούς και νοσοκομεία. Αλλά τέτοιες απόψεις κι η ανάλυση τους είναι, όπως λέμε, «άλλου παππά ευαγγέλιο».

Την τελευταία φορά που είδα τη γιαγιά ζωντανή, μερικούς μήνες πριν από το θάνατό της, ήταν ξαπλωμένη στο ντιβάνι της κουζίνας, ανήμπορη να σηκωθεί και να μιλήσει, με τα χλωμά, βαθουλωμένα μάγουλα του βαριά άρρωστου, μ΄ ένα πικρό, κουρασμένο χαμόγελα στο στόμα. Έσκυψα και την φίλησα τα δυο μάγουλα, όπως έκανα πάντα όταν επισκεπτόμουν υπό την παρότρυνση συνήθως της Μάνας. (Ακόμα και στα δεκαπέντε μου χρόνια μου έλεγε πότε και πως πρέπει να χαιρετήσω κι ευχαριστήσω.) Ένιωσα την ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών της γιαγιάς στα δικά μου μάγουλα. Μόλις που κατάφερε κι έστρεψε το κεφάλι, και με μεγάλη προσπάθεια ανασήκωσε τα δύο τρεμάμενα χέρια σε μια φρούδα προσπάθεια να με ασπαστεί. Ακόμα καταλάβαινε, ένιωθε. Ακόμα ήμουν ο «πασάς» της.  

Η κηδεία της ήταν η πρώτη και μοναδική που παραβρέθηκα σε παραπάνω από σαράντα χρόνια έκτοτε. Στην ίδια περίοδο πολλά συγγενικά και φιλικά πρόσωπα εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, αλλά μόνον ο τόπος και χρόνος των θανάτων και κηδειών τους μου έγιναν γνωστά, συνήθως τηλεφωνικά. Η κηδεία της γιαγιάς ήταν η πρώτη τέτοια τελετή που θα έδινα το παρόν και, μέχρι εκείνη τη μέρα, η πλησιέστερη προσέγγιση στο φάσμα του θανάτου, ένα γεγονός τόσο σπουδαίο όσο και η γέννηση, αλλά για νέους ανθρώπους ακατανόητο, ανεξερεύνητο και φευγαλέο, καλυμμένο μ’ ένα αδιάφανο πέπλο μυστηρίου. Λογικά, η μέρα της κηδείας θα γινόταν σημαδιακή κι έντονη εμπειρία και οι εντυπώσεις στο εφηβικό μου μυαλό και αίσθημα παρέμειναν ανεξίτηλες από τα πέρασμα των χρόνων. Φαίνεται ότι ως δεκαπεντάχρονο μαθητούδι τότε οι γονείς, οι οποίοι είχαν ακόμα την πρώτη και τελευταία λέξη σε τέτοια κοινωνικά θέματα, μ’ έκριναν ανώριμο ν’ αντικρύσω και αντιμετωπίσω την περίσταση και τη συναισθηματική φουρτούνα που το θέαμα ενός νεκρού ανθρώπου ενδεχόμενα θα προκαλούσε. Η γνώμη μου δεν εξαιτήθηκε, αλλά ούτε και θα λαμβανόταν υπόψιν αν είχε ζητηθεί.

Η Μάνα είχε έρθει στο πατρικό της από το προηγούμενο βράδι για το καθιερωμένο, στα χωριά τουλάχιστον, ξενύχτι και θρήνο, συχνά διάσπαρτο με κουτσομπολιά ακόμα και αστεία, δίπλα στο νεκροκρέβατο. Ο Πατέρας μ’ είχε φέρει λίγο πριν από την προγραμματισμένη ώρα της κηδείας με το αυτοκίνητο και μ’ άφησε μπροστά στο σπιτικό της Μαγνησίας. Αφού πάρκαρε λίγο παρακάτω, εξαφανίστηκε. Στάθηκα απ’ έξω, στο δρόμο, λίγο πιο πέρα από την καγκελόπορτα του παρτεριού της πρόσοψης με τις τριανταφυλλιές, κάτω από τη μουριά, που στεκόταν ψηλή, μοναχική και ξεχασμένη στη γωνιά του δρόμου απέναντι από το φούρνο του κυρ-Βασίλη. Πλησίαζε ο χειμώνας και τα πεσμένα φύλλα της είχαν αρχίσει να καλύπτουν τα μαύρα αποτυπώματα των σάπιων ή τσαλαπατημένων μούρων στο οδόστρωμα. O φούρνος είχε τα στόρια κατεβασμένα, το ίδιο και το μπακάλικο του Πέτρου απέναντι. Ήταν Κυριακή.

Αμφιβάλλω αν ο Πατέρας μπήκε μέσα στο σπίτι. Ίσως πήγε στο σπιτικό του θείου Λεωνίδα και των συγγενών δίπλα, ίσως να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη -το πιο πιθανό. Δεν θυμάμαι την παρουσία του στην τελετή κι ό,τι επακολούθησε. Από νέος έδειχνε εμφανή απέχθεια προς τέτοιου είδους θρησκευτικού χαρακτήρα τελετές της ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης, δηλαδή βαφτίσια, γάμους, κηδείες, μνημόσυνα, κτλ. εκτός αν οι συνθήκες καθιστούσαν την παρουσία του απολύτως αναγκαία. Κι η απροθυμία του συχνά εκδηλωνόταν από μιαν ανάλογη δυσφορία και εκνευρισμό, και καμιά φορά με τον χαρακτηριστικά απορριπτικό και ειρωνικό του λόγο. Τέλος πάντων, με άφησε εκεί, κάτω από τη μουριά, σύξυλο και μοναχό και δεν τον ξαναείδα εκείνη την μέρα. Υπέθεσα ότι θα έλαβε οδηγίες από τη Μάνα ή θα έκρινε κι αποφάσισε ο ίδιος να μην επιτρέψει ν’ αντικρύσω το νεκρό άνθρωπο, να με κρατήσει μακριά από το πτώμα της γιαγιάς. Θα μου στερούσε, έτσι, μια σπάνια και χρήσιμη εμπειρία στη φιλοσοφική και συναισθηματική ωρίμανση και ολοκλήρωση ενός νέου ανθρώπου. Από μιαν άλλη άποψη σκέφτομαι ότι ακόμα και κάτι τέτοιο, το να δω το νεκρό πτώμα της γιαγιάς, θα ήταν από μόνο του ανεπαρκές, μια εντύπωση του θανάτου στρεβλή και παραμορφωμένη. Σημασία μεγαλύτερη θα είχε να γινόμουν αυτόπτης μάρτυς του θανάτου, η προσωπική, εγγύς μαρτυρία των στιγμών που οδηγούν σε αυτόν, το ίδιο το γεγονός. Μόνο μια τέτοια μαρτυρία και εμπειρία θα τον απομυθοποιούσε, θα τον φώτιζε στο πλήρες μεγαλείο του, και όχι ενός «φτιαγμένου» πτώματος ξαπλωμένου σ΄ ένα νεκροκρέβατο ή φέρετρο, ενός προσώπου και κορμιού πιθανόν αγνώριστου σε σχέση με τον άνθρωπο που όχι πολύ καιρό πριν φανερωνόταν μέσα από μια ζωντανή ψυχή και ένα πνεύμα, με τον άνθρωπο που υπήρχε.    

 Ήταν ένα κρύο, ηλιόλουστο πρωϊνό στις αρχές του χειμώνα. Ο ήλιος, που μας κοιτούσε από τον  ασυννέφιαστο ουρανό, ήταν βαρύς και αδιάφορος, η λάμψη του ανήμπορη να αλαφρύνει τη θλίψη που είχε ζώσει το σπίτι της γιαγιάς, που ψυχή τε και πνεύματι το είχε πλέον εγκαταλείψει. Ακουμπισμένα από την μια και την άλλη μεριά του αψιδωτού προθάλαμου και την ανοιχτή εξώπορτα, στηριγμένα στα δυο τους ξύλινα πόδια υπήρχαν μια σειρά από στεφάνια από φύλλα δάφνης, άσπρα λουλούδια και σατέν κορδέλες με χρυσοκεντημένα συλλυπητήρια μηνύματα από γράμματα κρυμμένα μέσα τις δίπλες τους, που προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω. Μερικές σκόρπιες, ασύνδετες λέξεις  όπως «μητέρα», «λατρεμένη», «αγαπημένη»… Τις διάβαζα με δυσκολία εξαιτίας της συναισθηματικής σύγχυσης από την άγνοιά ως προς το τι θα ακολουθούσε και τι θ’ αντιμετώπιζα στη διάρκεια της μέρας, και της μικρής απόστασης μου από την εξώπορτα που με χώριζε από τον νεκρό. Αυτή έχασκε ορθάνοιχτή εκπέμποντας ένα μαύρο κενό, με γκρίζες φιγούρες να πηγαινοέρχονται μπροστά της. Φαντάστηκα τη γιαγιά να κείτεται σε κάποιο φέρετρο, στη μέση του καθιστικού, λίγα μέτρα από τη μουριά, πίσω από τα κλειδαμπαρωμένα παντζούρια, ένα λείψανο φωτισμένο από το φως των κεριών και τη διαπεραστική μυρωδιά του λιβανιού, που έφτανε μέχρις εκεί που στεκόμουν. Οι λέξεις στα στέφανα, οι φιγούρες που μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο του νεκρού προκάλεσαν μιαν ακατάσχετη συγκίνηση. Βούρκωσα κι έκλαψα ένα κλάμα γοερό πίσω από τις παλάμες μου. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι ήταν άδειος από ανθρώπους και αυτοκίνητα και κανένας δε μ΄ έβλεπε.  

Μετά από τα λίγα λεπτά ενός αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου θρήνου, στιγμών όπου κάθε λογική σκέψη παραμερίζεται από έναν βαρύ και άμορφο όγκο συναισθημάτων σα μαύρα σύννεφα που μαζεύονται πριν από καταιγίδα, πρόβαλλε στην εξώπορτα, μέσα από τα σκοτάδια του εσωτερικού του σπιτιού, η ξερακιανή φιγούρα του Αποστόλη, του περιπτερά, του θετού αδερφού της γιαγιάς. Κι αυτού του ανθρώπου ένα μικρό κομμάτι ζωής θα είχε ξεκολλήσει με το χαμό της. Κατέβηκε με δυσκολία τα σκαλιά με τα μακριά δύσκαμπτα πόδια του, κοντοστάθηκε κάτω από την γέρικη ακακία έξω από την καγκελόπορτα του φράχτη χωρίς να με προσέξει, άναψε ένα τσιγάρο, και με τις αργές και βαριές κινήσεις της αναπηρίας από τα κρυοπαγήματα του πολέμου, απομακρύνθηκε σκυφτός προς το περίπτερο της διασταύρωσης. Είχε πιεί αρκετά εκείνο το πρωί, πριν καταθέσει τους τελευταίους σεβασμούς του στην νεκρή αδερφή του -έτσι μας έλεγε η Λ. ως παραλειπόμενο. Στο σπίτι μέσα δεν μάζεψα το κουράγιο να κοπιάσω με δική μου πρωτοβουλία, ούτε πολύ θάρρος περίσσευε σ’ εκείνη την άγουρη ηλικία, αλλά ακόμα κι αν δια μαγείας το αποκτούσα, μόνο με κάποια επιτακτική πρόσκληση ή προσταγή ενήλικα θα διάβαινα και περνούσα στο σκοτεινό χάσμα πίσω από την εξώπορτα. Παράκαμψα την αυλή μπροστά και την πρόσοψη και μπήκα από την καγκελόπορτα στην πίσω αυλή. Εκεί στριφογύρισα πέρα-δώθε, άσκοπα, ανάμεσα σε δέντρα και ό,τι απόμεινε από τους γυμνούς κορμούς των τοματιών. Κατέληξα κάτω από το κλήμα του χαμόσπιτου, ο πελαγωμένος εαυτός μου βυθισμένος σε δάκρυα και κλάματα. Μέχρι την ώρα που ο Σπύρος κατέβηκε από την πίσω βεράντα, και με το συγκαταβατικό και συμπαθητικό βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του, άπλωσε το χέρι του στον ώμο μου και με περιμάζεψε: «Έλα, Λ., αγόρι μου. Μη στεναχωριέσαι... Έλα, πάμε μαζί…»

Το φέρετρο είχε ήδη τοποθετηθεί καλυμμένο πλέον στη νεκροφόρα, και η νεκρική πομπή των μαυροφορεμένων, από οικογένεια, γείτονες και συγχωριανούς, ακολούθησε πεζή, τράβηξε με αργά, συρτά και σεβάσμια βήματα πίσω από τη νεκροφόρα στο δρόμο για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στις εξοχές. Ο παππούς, ευθυτενής, με βλοσυρό ύφος σ’ ένα μαύρο φθαρμένο κουστούμι από άλλες εποχές, αλλά στεγνά από δάκρυα μάτια και πρόσωπο, κι η Μάνα και οι θείες στα μαύρα τους φορέματα, με σκυφτά τα βλέμματα δίπλα του, οδηγούσαν την πομπή, κρυμμένοι από τα πιο ψηλά κορμιά που ακολουθούσαν. Εγώ ξέμεινα παραπίσω, στην ουρά της πομπής, με τα μάγουλα ακόμα υγρά από το κλάμα που είχε προηγηθεί, δίπλα στον Σπύρο κι ανάμεσα σε άλλους, γνωστούς κι άγνωστους συγχωριανούς. Το περπάτημα στον χωματόδρομο που οδηγούσε έξω από το χωριό με στον ξερό και κρύο αέρα του μεσημεριού, με βοήθησε να ξεπεράσω τον παροξυσμό λύπης που με είχε κυριεύσει στην αυλή. Ο Αποστόλης είχε μείνει ακόμα πιο πίσω σέρνοντας τα πόδια του, σχεδόν τελευταίος, κουρασμένος και πιωμένος. Η νεκροφόρα σταμάτησε στο προαύλιο της εκκλησίας κι οι νεκροθάφτες μετέφεραν δίπλα σ’ έναν αποβραδίς προετοιμασμένο μνήμα το φέρετρο με τη γιαγιά μέσα, μέσα από την καγκελόπορτα του άσπρου τοίχου που περιέφραζε το νεκροταφείο. Το πλήθος ακολούθησε σιωπηλά. Ο Σπύρος που περπατούσε ίσαμε εκεί δίπλα έσμιξε με το πλήθος και μ’ άφησε πίσω. Για κάποια αδιευκρίνιστη αιτία, είτε επειδή, έχοντας παραιτηθεί στον ενστικτώδη φόβο και δισταγμό της στιγμής, κόμπιασα και δείλιασα, είτε γιατί κανένας, ένας οποιοσδήποτε γνωστός από το σόι της γιαγιάς δεν σκέφτηκε να με καλέσει, είτε γιατί υπήρχαν κάποιες ρητές οδηγίες να μην παρευρεθώ σε μια για πολλούς οδυνηρή διαδικασία, στάθηκα αφημένος και ξεχασμένος εκεί, κάτω από ένα ψηλό κυπαρίσσι, μοναχικό κι αυτό. Την καγκελόπορτα του νεκροταφείο δεν τη διάβηκα. Το φέρετρο κι ο κόσμος χάθηκε πίσω από την πύλη και τον τοίχο του νεκροταφείου. Ξέμεινα, μια ψυχή αιωρούμενη, ανάμεσα στο φράκτη και τη μικρή αίθουσα τελετών της εκκλησίας. Πιο κοντά στο νεκρό σώμα της γιαγιάς δεν βρέθηκα από εκείνα τα λίγα μέτρα του τοίχου και πίσω από την καγκελόπορτα δεν τόλμησα να κρυφοκοιτάξω -από ντροπή και φόβο. Τις ψαλμωδίες του παππά δεν άκουσα, ούτε τις σπαρακτικές στιγμές που συνόδευσαν το κατέβασμα του φέρετρου στον τάφο είδα.

Μετά το τέλος της ταφής, ο παππάς, ακολουθούμενος από τον κόσμο που «συνόδευσε τη γιαγιά στην τελευταία της κατοικία», πλαισιωμένος από τον παππού και τον τελετάρχη-οδηγό της νεκροφόρας, μαζεύτηκαν στη αίθουσα τελετών, ένα δωμάτιο που οι γυμνοί του τοίχοι αντηχούσαν κάθε ανθρώπινο ψίθυρο, για τα κόλλυβα, τον πικρό καφέ και λίγο κονιάκ. H αίθουσα, παρά την παρουσία του κυπαρισσιού μπροστά από την πόρτα του μικρού κτιρίου που ήταν σαν παρεκκλήσι, φωτιζόταν επαρκώς από τις αχτίδες του παράταιρου και θρασύ ήλιου της μέρας μέσα από τις τζαμαρίες της πρόσοψης και το μικρό παράθυρο της πλάγια όψης. Το μεσημέρι είχε κορυφωθεί και οι άσπροι τοίχοι της εκκλησία και της περίφραξης του νεκροταφείου έγιναν από υπόλευκοι, εκθαμβωτικά λευκοί. Κάθισα σιωπηλός δίπλα στη Μάνα, παραδίπλα του παππού. Λόγια, ιδιαίτερα για την πεθαμένη γιαγιά δεν ειπώθηκαν, θα είχαν εξαντληθεί κατά το νυχτερινό θρήνο. Μόνον λίγες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων και οι τυπικές συλλυπητήριες ευχές... Κάτι «θα τη θυμόμαστε», «ζωή σε λόγου σας» ή το υπερφυσικό «αιωνία της η μνήμη» πήραν τ’ αυτιά μου, σε μια γαλήνια ατμόσφαιρα όπου οι λυγμοί είχαν κοπάσει, από τον κόσμο, που μετά τον καφέ και το κονιάκ και μια χούφτα κόλλυβα σε ένα πετσετάκι, άρχισε ένας-ένας ν’ αποχωρεί. Μερικοί έσφιξαν το χέρι του παππού. Στο τέλος, μου φάνηκε, σε μιαν ατμόσφαιρα από όπου η λύπη είχε σηκωθεί, ότι θα ήμουν ο μόνος ανάμεσα στον κόσμο της κηδείας που έκλαψα τόσο πολύ, έχυσα τόσα πολλά δάκρυα για τη γιαγιά. Και παρ’ όλα αυτά κυριεύτηκα από αμφιβολίες κι ενοχές για το αν απέτισα το δέοντα φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που – το ήξερα και ένιωσα εκ βαθέων αυτό- με είχε αγαπήσει γνήσια και πολύ, με είχε περιποιηθεί, με τα πιττάρια, τα μπουρέκια, τις πίτες και τα κουλουράκια, με  μικροπράγματα που ξεχείλιζαν καλοσύνη και αγάπη, με λιγοστά μέσα κι ακόμα λιγότερες δυνάμεις από ένα εξασθενημένο κορμί κι ένα σερνάμενο πόδι.

Οι κοντινοί συγγενείς κατέληξαν στο σπίτι για το επικήδειο γεύμα, στην κουζίνα με το ντιβάνι όπου κειτόταν η γιαγιά την τελευταία φορά που την είδα ζωντανή. Κι εκεί πάλι πολλά λόγια δεν ειπώθηκαν. Οι περισσότεροι παράμειναν σιωπηλοί και μελαγχολικοί και σκυμμένοι στη σούπα και τις σκέψεις τους, μερικοί σε χαμηλούς τόνους κάθε άλλο παρά για τη νεκρή συζητούσαν. Ασφαλώς και δεν είχε ξεχαστεί ακόμα η γιαγιά, αλλά ποιο το όφελος παρατεταμένων αναφορών σε μια ζωή που είχε έλθει και παρέλθει από αυτόν τον κόσμο; Έχει νόημα για τους ζωντανούς η παράταση της οδύνης με την υπενθύμιση της απώλειας μιας ζωής που έφυγε ανεπιστρεπτί;

Το μικρό δωμάτιο με την ξυλόσομπα έγινε, μετά το γεύμα, το τελικό καταφύγιο του στενότατου πλέον οικογενειακού κύκλου για συνειδητοποίηση του χαμού και του κενού που ο θάνατος επέφερε στο σπιτικό, για αντανάκλαση πάνω στο γιγάντιο θέμα της ζωής και του θανάτου που πάντα θα ξεπερνάει τον ανθρώπινο νου και ύπαρξη. Σε ένα κύκλο καθισμένοι, στο ντιβάνι εγώ, η Μάνα και οι μια-δυο από τις αδερφές της, ο παππούς σε μια καρέκλα μπροστά στην κουρτίνα της μπαλκονόπορτας. Ο ήλιος εκείνου του χειμερινού απογέματος άρχισε να δύει. Η ξυλόσομπα μας νάρκωνε και οδηγούσε όλους, ήδη ψυχικά και σωματικά εξαντλημένους στα όρια των αντοχών μας. Κανένας δεν έκλαιγε, καθώς ο κύκλος του βαριού θρήνου είχε κλείσει. Η Δόμνα είπε κάτι τις: «Δεν ξέρω, αλλά αισθάνομαι ήρεμη. Δεν ένιωσα την ανάγκη να κλάψω σήμερα. Ίσως να βρίσκομαι ακόμα υπό την επίδραση των ηρεμιστικών που πήρα το πρωί.... Δεν ξέρω…», και αναστέναξε.

Ο παππούς, που ως τότε καθόταν σιωπηλός σε μια από τις παλιές μαύρες καρέκλες των καφενείων με την ημικύκλια πλάτη, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, είπε με ικανοποίηση κάτι για το πόσο πολύς κόσμος παραβρέθηκε και θυμήθηκε τη γιαγιά και απέτισε τις τιμές που της άρμοζαν, και πως όλα είχαν οργανωθεί άψογα από τον τελετάρχη. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο δεν είχε καμιά σημασία για το πρόσωπο της γιαγιάς, αφού ως νεκρή δεν θα μπορούσε να είχε γίνει μάρτυρας της κηδείας της. Αν και κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και άτοπο, θα το επιθυμούσαμε όλοι μας μεταθανάτια, καθώς θα βοηθούσε στο ν’ αποτιμήσουμε τη ζωή μας με τον αριθμό των ανθρώπων που λυπήθηκαν από τον χαμό μας. Για τον σχολαστικό παππού, που ήθελε τα πάντα στην εντέλεια, είχε σημασία. Κατόπιν μου απευθύνθηκε σ’ έναν ανεξήγητο πληθυντικό μη οικειότητας, με ένα θλιμμένο, όσο και ψυχρό κι αυστηρό κοίταγμα από τα στρογγυλά του μάτια κάτω από το πλατύ ρυτιδωμένο μέτωπο, με παύσεις σιωπής ανάμεσα στις ερωτήσεις, σύντομες όσο κι αφόρητες, σαν σε αυτές τις παύσεις να προσδοκούσε άμεσα λογικές απαντήσεις:

«Λ., πότε εμάθατε ότι αρρώστησε η γιαγιά; ... Πόσες φορές ήρθατε να την δείτε από τότε; ... Δεν ενιώσατε την ανάγκη να την επισκεφτείτε όλο αυτόν τον καιρό;  Ούτε να παραβρεθείτε στην κηδεία της;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω σε τέτοια πικρά ερωτηματικά, από μια πρωτόγνωρη εξέταση ήθους, βγαλμένα από έναν άνθρωπο που ίσως ήθελε να εκτρέψει τη βαθιά του θλίψη ή να διαλύσει κάποιες προσωπικές ενοχές. Ένιωσα ότι είχα διαπράξει κάποιο σχεδόν ασυγχώρητο ηθικό παράπτωμα. Άρχισα να δακρύζω και πάλι. Η ενοχή που είχα αισθανθεί στο προαύλιο της εκκλησίας έξω από την είσοδο του νεκροταφείου ξαναβγήκε στην επιφάνεια της συνείδησης. Η σύγχυση και το συναισθηματικό χάος επανήρθε και με κυρίευσε. Δεν είπα τίποτε ως απάντηση, μόνο δάκρυσα με χαμηλωμένο το κεφάλι, χωρίς να μπορώ να αντικρύσω το βλέμμα του παππού. Κάποιος παρενέβη, η Λ. νομίζω, πριν ο παππούς συνεχίσει με ένα από τα αφοριστικά του λογύδρια: «Άφησε το παιδί, μπαμπά. Την αγαπούσε τη γιαγιά του και την έκλαψε.»  Μετά από λίγο, όταν ο παππούς πήγε στο δωμάτιο να ξεκουραστεί, οι θείες με καθησύχασαν, με διάφορες ερμηνείες, κατασκευασμένες ή γνήσιες δεν έμαθα, για το τι ήθελε να πει ο παππούς. Δεν έθεσε, μου είπαν, σε αμφισβήτηση την αγάπη μου προς τη γιαγιά  και το αν έπραξα το ηθικό, τελετουργικό καθήκον μου προς μια γιαγιά που με λάτρευε. Αυτό  το καθήκον, όλοι γνωρίζαμε, δεν είναι υποχρέωση, δεν έχει ουσία, απαιτείται χάριν τύπων και για τα μάτια του κόσμου. Θα όφειλε να με συγχωρούσε -εγώ το λέω αυτό, αν είχα άγνοια ή μη πλήρη επίγνωση ενός τέτοιου «ηθικού καθήκοντος», της τυπικής όψης. (Άλλωστε, η ηθική του «οικ…αίϊκου» που μόρφωσε και επέβαλλε ο παππούς είχε διαφορετικές βάσεις και δομή από την δικιά μου και από τότε άρχισε να μου φαίνεται εκκεντρική και αναχρονιστική.) Απλώς ένιωσε – έτσι μου είπαν η Λ. και η Δ.- κάποιον καημό και στενοχώρια που με είδε έξω από την καγκελόπορτα του νεκροταφείο, έρημο, χαμένο, μοναχικό, θλιμμένο. Και την ανάγκη να με τραβήξει από το χέρι και να με φέρει κοντά στη γιαγιά που έφευγε και δεν θα την ξαναβλέπαμε. 

Saturday, December 1, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 19 Πολιτική Μεταμόρφωση

Βιβλία δεν διάβαζε και δεν υπήρχαν πολλά στο σπίτι. Μόνον εφημερίδες. Ξαπλωμένος τα απογέματα σε έναν καναπέ του πρόχειρου δωματίου, μικρόν και διθέσιο, αλλά αρκετά μεγάλο για το φύσει κοντό, μικροκαμωμένο και ζαρωμένο από τα γεράματα κορμί του, πάντα ντυμένος σε παρόμοιες κόκκινες βαμβακερές πιτζάμες, ξεκοκκάλιζε τις εφημερίδες του καθημερινά και με τις ώρες. Το ποια εφημερίδα θα επέλεγε να διαβάσει στην Ελλάδα εκείνων των δεκαετιών συνήθως αντανακλούσε και κατά κανόνα συμφωνούσε με τις εκάστοτε πολιτικές πεποιθήσεις ή, καλύτερα, κλίσεις και προτιμήσεις του, που μεταβάλλονταν γρήγορα και απρόβλεπτα στο άστατο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. Αλλά στην επιλογή των καθημερινών φύλλων λάμβανε υπόψιν του και τις αντιλήψεις που θα σχημάτιζαν γνωστοί, γείτονες, καφενόβιοι, πρώην συνάδερφοι, πελάτες του Συλλόγου Πολυτέκνων, κι άλλοι, που θα τον έβλεπαν να την κρατεί ή και να τη διαβάζει. Κι αυτό είχε σημασία, ιδιαίτερα με τα πάγια δεδομένα της ψυχοσύνθεσης του «οικ...αίϊκου» και το ιστορικό, πολιτικοποιημένο παρελθόν που θα ανακαλούσαν συνομήλικοι χωριανοί. Πολλά λέγονταν, του κυρ-Γιάννη παρόντος ή απόντος, στα καφενεία της πόλης και του χωριού που σύχναζε.

Οι εκδόσεις των εφημερίδων που αγόραζε άλλαζαν, λοιπόν, με τους καιρούς, χέρι-χέρι με τις διάφορες μεταμορφώσεις που λάμβαναν χώρα στην πολιτική του συνείδηση. Ξεκίνησαν από τα λίγα προοδευτικά έντυπα, όπως η Αυγή της προδικτατορικής εποχής, προσεκτικά αγορασμένης από τον ανώνυμο περιπτερά της Βενιζέλου και επιμελώς διπλωμένης και καμουφλαρισμένης μέσα σε πιο mainstream, «δεξιές» και συντηρητικές εφημερίδες, όπως η «Μακεδονία», και κατέληξαν σε κατά σύμβαση «αντιδραστικές» -από την σκοπιά των νιάτων μου. Ως ο νεοφώτιστος και ριζοσπάστης και «επαναστάτης» αριστερός των τελευταίων μαθητικών και φοιτητικών μου χρόνων, «ακροδεξιές» φυλλάδες, όπως η «Βραδυνή» ή ο «Ελληνικός Βορράς», ακόμα και πιο μετριοπαθείς δεξιές εφημερίδες σαν την «Μακεδονία», μου προκαλούσαν μιαν ενστικτώδη απέχθεια, όπως προκαλεί ο κάθε πολιτικός φανατισμός. Ειδικά στα χέρια του παππού, αρχικά μου έφεραν μια δυσάρεστη έκπληξη και μπέρδεμα, καθώς είχα ακούσει για το παρελθόν του, πριν την εγκατάσταση μέσα μου μιας μόνιμης απογοήτευσης, έως και περιφρόνησης. O μετεμφυλιακός όμως φόβος είχε σταδιακά μετριαστεί, η δικτατορία είχε παρέλθει, και, από μιαν άποψη, το ότι ήταν ήδη συνταξιούχος πρόσδιδε μια επιπρόσθετη ασφάλεια σε δημόσιες εκδηλώσεις πολιτικών πεποιθήσεων, όπως η αγορά κάποιου χρωματισμένου ή έστω προοδευτικού εντύπου και, όπως πάντα, δίνει περισσότερη ελευθερία στις δημόσιες πολιτικών σκέψεων. Τι και πόσο κακό θα μπορούσε να συμβεί; Αλλά αυτής της αποδέσμευσης και του ισχυρού ρεύματος ελευθερίας που φύσηξε μετά τη δικτατορία, χρήση καλή δεν έκαμε. Στην πολιτική ζέση των νιάτων του δεν επέστρεψε, στην σκέψη ρίζωσε σταδιακά η αρρώστια των γηρατειών: ένας αρτηριοσκληρωτικός συντηρητισμός. Ο καιρός κάνει πάντα τη δουλειά του, στο σώμα και το πνεύμα.

Δίπλα στον καναπέ όπου ξάπλωνε ήταν στημένο ένα τραπεζάκι μ’ ένα παλιό ραδιόφωνο που το είχε αγοράσει στα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή από την εξορία. Κουρασμένος από τα διάβασμα της εφημερίδας τα απογέματα ή πριν τον πάρει ο ύπνος τα βραδινά, στη διάρκεια της επταετίας το συντόνιζε σε ελληνικά προγράμματα που εξέπεμπαν σταθμοί όπως της Deutsche Welle ή του BBC, ακόμα και σε σταθμούς πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα», της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Πολλά δεν θα καταλάβαινε από εκείνες τις σλαβικές διαλέκτους. Το άκουσμά τους όμως του ασκούσε μιαν ανεξήγητη έλξη και γοητεία, και όποτε ήμουν παρών σε τέτοιες ακροάσεις συχνά μου μετάφραζε πανσλαβικές λέξεις όπως слобода (ελευθερία) ή работа (δουλειά) ή леб (ψωμί), κι άλλες παρόμοιες, λέξεις-κλειδιά που κατά κανόνα είχαν να κάνουν με την οικοδόμηση σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα σοσιαλιστικά ιδανικά των νεανικών του χρόνων δεν είχαν ακόμα εντελώς ξεριζωθεί. Το αίμα δύσκολα γίνεται νερό, και οι ιδέες κι απόψεις που το μυαλό μορφώνει κι ασπάζεται στα νιάτα ανασύρονται στην επιφάνεια, άλλες φορές ενστικτωδώς ή ως αυθόρμητη αντίδραση σε πολιτικές καταστάσεις και φαινόμενα ενώπιον μας, άλλοτε ως απολιθωμένες προκαταλήψεις και ιδεολογία, άλλοτε ως ένας παγιωμένος και δοκιμασμένος τρόπος ανάλυσης και αντιμετώπισης πολιτικών και ιστορικών γεγονότων. Ίσως, λέω, να ήταν κι ένας, κάποιος πλάγιος τρόπος να μεταδώσει στην νεαρά ψυχή μου τέτοιου είδους «προοδευτικά» ιδανικά· τότε που (ακόμα!) η ΕΣΣΔ κι ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» γοήτευε πολλούς στην Ελλάδα, αριστερούς και δεξιούς. Αν είχε κατά βάθος ή υποσυνείδητα τέτοιο σκοπό, τότε μάλλον ο παππούς συνετέλεσε κάπως στην επίτευξή του.

Με τη μεταπολίτευση σιγά-σιγά εγκατέλειψε την παραδοσιακή αριστερά, μαγεύτηκε από το ΠΑΣΟΚ και την προσωπικότητα του Παπανδρέου και την προοδευτική δημαγωγία του, αλλά όταν αυτός απέσυρε την υποστήριξη του στην επανεκλογή στην προεδρία του Καραμανλή, του par excellence statesman της μεταπολεμικής Ελλάδας, εγκατέλειψε και το ΠΑΣΟΚ και στράφηκε προς μια ακόμα δεξιότερη κατεύθυνση στο πολιτικό φάσμα. Η πολιτική του μετάλλαξη, από τον φιλο-ΕΑΜίτη, φιλο-κομμουνιστή μετά την Κατοχή, στη πλέον συντηρητική (και αποκρουστική στα μάτια μου) εκδοχή της δεξιάς είχε ολοκληρωθεί. Αν και απίστευτο και απογοητευτικό για μένα και το νεανικό πολιτικό ενθουσιασμό μου τότε, σε μιαν περίοδο αριστερού ακτιβισμού στη ζωή μου, αργότερα κατανόησα ότι τέτοιου είδους μεταλλάξεις ειδικά Ελλάδα της μεταπολίτευσης, ακόμα και ανάμεσα σε ανθρώπους με παιδεία και πολιτικό υπόβαθρο, ήταν απόλυτα λογικές. Κινούνταν παράλληλα και σε διαλεκτική συσχέτιση με τις μεταμορφώσεις και ταλαντεύσεις της πολιτικής εξουσίας, της μεγάλης διάστασης ανάμεσα στα λόγια και την πράξη, που οδηγούσε σε αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, U-turns, και τα λοιπά. ΄Άλλωστε, το όλο πολιτικό σκηνικό ήταν τότε -και στην Ελλάδα, σχεδόν πάντα είναι– ρευστό, κι ο παππούς, και οι περισσότεροι σαν τον παππού, άφηναν να τους παρασύρει ή ακολουθούσαν μισο-υπνωτισμένοι κάποιες χαρισματικές προσωπικότητες κι ένα γενικό και αόριστο, συνήθως χωρίς αντικείμενο και όραμα, «ιστορικό» ρεύμα, που αυτές οδηγούσαν. Ή, απλώς παρακολουθούσε τις ιστορικές εξελίξεις, όπως αυτές διαγράφονταν ντόπια και παγκοσμίως και διαμορφώνονταν από άλλα μακρινά κέντρα αποφάσεων, με την επίγνωση της ασήμαντης επιρροής που είχαν σ’ αυτές. Ασφαλώς, η κύρια μέθοδος που επικρατούσε στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας της οικονομικής και τεχνολογικής εξάρτησης ήταν αυτή του «βλέπουμε και κάνουμε», της λήθης και ταχείας αποδέσμευσης από οποιεσδήποτε προεκλογικές υποσχέσεις, πέρα από προσωπικά «ρουσφέτια», χωρίς πολλά περιθώρια επιλογών, χωρίς όραμα, με κύριο στόχο τη νομή αυτής καθαυτής της εξουσίας από την παγιωμένη πολιτική τάξη και την εξυπηρέτηση, στα πλαίσια του δυνατού, ιδίων συμφερόντων και συμφερόντων του κύκλου της. Δεν ήθελε πολύ, για να αλλοτριώσει ή αποπροσανατολίσει τη σκέψη των απλών πολιτών, και του παππού ανάμεσά τους, παρά το στοιχειώδες υπόβαθρό και γνώσεις, ή να τους περιτυλίξει με αυταπάτες.