Sunday, September 16, 2018

Διαβάζοντας τον Kafka

Μετά από δυο και τρείς αναγνώσεις των βιβλίων και ιστοριών του Kafka εξακολουθώ να επιστρέφω στις ιστορίες του, για κάτι που με μαγνητίζει σε αυτές, σχεδόν απροσδιόριστο και αινιγματικό: πως κατά βάθος σκέφτεται, τι τελικά θέλει να μoυ πει ο συγγραφέας, εφόσον, βεβαίως, θέλει να μου πει κάτι... (Διότι θεωρώ ότι το γράψιμο εκφράζει κατά κύριο λόγο μιαν αυθόρμητη ανάγκη εξωτερίκευσης συναισθημάτων και σκέψεων του ή, έστω, αυτοκάθαρσης - κατά το dixi et salvavi aminam meam, χωρίς δηλαδή ν’ απευθύνεται απαραίτητα σ’ ένα κοινό, αλλά πολλές φορές στο στενό κύκλο ή και αποκλειστικά στο είδωλο του εαυτού του συγγραφέα.) Την πρώτη εμπειρία από το έργο του, εκείνη ενός ερασιτέχνη κι άπειρου αναγνώστη την απόκτησα στα νιάτα μου, όταν, όντας πνευματικά και ψυχικά ανώριμος, παράπαια ανάμεσα σε φιλοσοφικά ρεύματα και καταπιανόμουν από «δημοφιλείς» λογοτεχνικές άκρες, αποκλειστικά για ψυχαγωγία και, θα πρόσθετα, κάποια επιφανειακή αισθητική ικανοποίηση: ψήγματα συγκίνησης και το περιστασιακό χαμόγελο ή δάκρυ. Κι  επαφιόμουν γι’ αυτό κυρίως στην τύχη που επεφύλασσαν οι επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία και η φήμη των συγγραφέων της παγκόσμιας κληρονομιάς, πέρα από τους κατά γενική παραδοχή στενούς ορίζοντες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, και συστάσεις από φίλους και συγγενείς – ‘word of mouth’ που λένε.  Έτσι ανακάλυψα κι αξιώθηκα να διαβάσω την «Αμερική», τη «Δίκη», τον «Πύργο» και τη «Μεταμόρφωση», από αδόκιμες, χωρίς κάποια κριτική θεώρηση ή σημείο αναφοράς, ελληνικές μεταφράσεις.

Ήταν η ανάγνωση εκείνων των βιβλίων, ομολογώ, μια επίπονη και πνευματικά φορτική διαδικασία, που τελικά γινόταν ανιαρή, με μόνο κίνητρο το πείσμα (ή τον ψυχικό καταναγκασμό, θα ισχυριζόταν κανείς) να ολοκληρώνω πάντα κάθε βιβλίο που αρχίζω, ανεξάρτητα του βαθμού στον οποίο θα με κέντριζε. Στο επίκεντρο της μέχρι τότε φιλοσοφίας μου (και των αναγνωσμάτων μου) βρισκόταν ο ιστορικός και διαλεκτικός ματεριαλισμός του Marx. Πριν όμως από τα πρώιμα μαρξιστικά μου διαβάσματα, είχα γοητευτεί από το φιλοσοφικό λυρισμό του «Μύθου του Σίσυφου» και του «Επαναστατημένου Άνθρωπου» του Albert Camus, τον οποίο όμως γρήγορα προσπέρασα κι εγκατέλειψα ξεχασμένο για πολλά χρόνια, έχοντας αφήσει πίσω μου ένα μάτσο σημειώσεις. (Ήμουν από τα μαθητικά χρόνια ένας επίδοξος φιλόσοφος...) Η προσπάθεια να βρω λογική σύνδεση και ειρμό σε διαλόγους και παραστάσεις, που ακροβατούσαν ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, τη λογική και το παράλογο, τη συνείδηση και το σουρεαλισμό του υποσυνείδητου, δεν μου απέδιδε την αναμενόμενη ικανοποίηση, εξαιτίας εν μέρει της ακαμψίας πραγματικών ή δήθεν «επιστημονικών» δογμάτων που είχα ενστερνιστεί και της μαθηματικής λογικής και μεθόδου που χρησιμοποιούσα ως αδιαμφισβήτητο εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας. Ο νους μου πλασμένος από επιστημονικές εντρυφήσεις, είχε κατακτηθεί κατά κράτος από το ρεαλισμό και τον ορθολογισμό: για κάθε φαινόμενo υπήρχε κάποια επεξηγηματική αιτία και θα επαρκούσε ικανή προσπάθεια από έναν σκεπτόμενο αναγνώστη, το στύψιμο του μυαλού του, με τη βοήθεια πάντα του συγγραφέα και των νοούμενων και υπονοούμενών του, για την αποκάλυψή της. Κατ’ επέκταση, από τις νουβέλες προσδοκούσα, ως προϋπόθεση κατάταξης και ιεράρχησής τους στο επιπόλαιο και ανεπεξέργαστο σύστημα αξιών μου, να παρουσιάζουν ρεαλιστικά ανθρώπινους βίους και βιώματα και εμπειρίες πάνω στη γη και τον υλικό κόσμο, και οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες τους, όσο και αυτοί να είναι αποκυήματα της φαντασίας του συγγραφέα, να έχουν κάποια συνάφεια με την (όπως με αυταρέσκεια θα λέγαμε ως πρωτάρηδες μαρξιστές) «αντικειμενική πραγματικότητα» γύρω τους. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να ήταν δυνατή η συσχέτιση προσώπων και γεγονότων είτε με την ιστορική πραγματικότητα, είτε με το σύγχρονο κόσμο που βίωνα, χωρίς υπερφυσικές, υπερβατικές προεκτάσεις, πάντα στη βάση του δυνατού και εξηγήσιμου, εντός των ορίων ενός αυστηρά αιτιοκρατικού κόσμου. Ασφαλώς, αντιλαμβανόμουν παράλληλα ότι τέτοιοι όροι και προϋποθέσεις περιορίζουν το πεδίο δράσης, και κατά συνέπεια τη δημιουργικότητα του συγγραφέα. Άλλωστε ο ρόλος του συγγραφέα μιας νουβέλας, του λογοτέχνη, είτε ρομαντικού, είτε σουρεαλιστή, είτε ακόμη και του πιστού στις φόρμες του σοσιαλιστικού (και όχι μόνον) ρεαλισμού, δεν είναι ούτε να «εξηγήσει», ούτε να απαντήσει σε ερωτήματα, κοσμοθεωρητικής ή κοσμοϊστορικής φύσεως, ούτε να καταλήξει σε παγκόσμιες αλήθειες και διδάγματα, όσο, περισσότερο, να θέσει ερωτήματα και να τα διαπραγματευτεί μέσα από τις διάφορες υποκειμενικές σκοπιές των ηρώων που, όπως ο ηθοποιός, παίρνει τη θέση τους, υποδύεται.
 
Τριάντα χρόνια έκτοτε, ο κύκλος του Marx στο νου μου έκλεισε ή μάλλον οι δυνατότητες ανάλυσης και εξήγησης που παρέχει ο μαρξισμός εξαντλήθηκαν. Ως μέθοδο κι εργαλείο ανάλυσης εξακολουθώ να τον θεωρώ αναντικατάστατο και χρήσιμο. Οδηγεί σε αληθοφανείς και, τουλάχιστον, εύλογες απαντήσεις απέναντι σε πολλούς γρίφους και ερωτήματα που η καθημερινότητα στο κοινωνικό επίπεδο εμφανίζει ενώπιον μας, μολονότι αρκετές φορές σχηματικές, δοκιμαστικές και μη επαληθεύσιμες στα όρια της ζωής μας. Αλλά ο άνθρωπος με την ωρίμανση του – μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τις αισθητικές απολαύσεις που του προσφέρει η τέχνη και η φύση, τις συναισθηματικές επιδράσεις που ασκούν οι συναναστροφές με άλλα ανθρώπινα όντα, ακόμα και μέσα από τον ίδιο τον πυρήνα διαπραγμάτευσης του μαρξισμού, την ανθρώπινη εργασία, διαπιστώνει ότι οι δυνατότητες τόσο του μαρξισμού, όσο και κάθε άλλου φιλοσοφικού συστήματος, υπολείπονται αισθητά σε ό,τι αφορά στην ανάλυση, εμβάθυνση και εξήγηση κάθε φαινομένου. Είτε αυτό εμφανίζεται ως προσωπικό, γεννιέται και μορφώνεται μέσα στις σκέψεις και τις ιδέες του ανθρώπου, του ανθρώπου στη μοναξιά με τον εαυτό του (στο «μηδέν που η ελευθερία του εκκρίνει», κατά τον Sartre, ανάμεσα στις πολλές φορές ασυνείδητες επαφές και τριβές με τον εξωτερικό του κόσμο), είτε όπως σχηματίζεται μέσα από τις αισθήσεις κι εντυπώσεις από τον κόσμο γύρω του, είτε διαπροσωπικό, δηλαδή έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση συναισθημάτων από ατομικές σχέσεις που αναπτύσσονται εντός των ορίων της κοινωνίας και της φύσης.

Η νουβέλα συνίσταται σε τέτοιας λογής σχέσεις και συγκρούσεις υποκειμένων, των συνειδήσεων και χαρακτήρων τους, την έκφραση των συναισθημάτων και συλλογισμών τους, τη ζωή που όλα αυτά τα σκόρπια κομμάτια συναισθημάτων, συλλογισμών και πράξεων στοιχειοθετούν, χωρίς την προϋπόθεση κάποιας κατάληξης, συμπεράσματος ή ερμηνείας. Συνίσταται στην πολυχρωμία, την πληθώρα, την απειρότητα αυτών των συνειδήσεων, των σκέψεων και συναισθημάτων μέσα στα οποία το ανθρώπινο ον βυθίζεται, χωρίς κάποιο κοινωνικό ή ιστορικό αποτέλεσμα, κάτι που μόνον η νουβέλα μπορεί να εκφράσει και αποδώσει. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ως ιερό και απαράβατο το δικαίωμα να είναι open-ended, ανοικτή σε κάθε λογής ερμηνείες και προεκτάσεις, όπως και να της παραχωρήσουμε το δικαίωμα των αντιφάσεων και του παραλόγου. Αν ο διαλεκτικός ματεριαλισμός επιχειρεί να αναλύσει ορθολογικά τον κοινωνικό μακρόκοσμο, η νουβέλα – και το λογοτεχνικό έργο γενικότερα, σκύβει και επεξεργάζεται, χωρίς κάποια μέθοδο ή απαραίτητα κάποια κατάληξη, τον μικρόκοσμο του ατομικού ανθρώπου, των σχέσεων του με άλλα άτομα του κόσμου του, τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις τους, ενώ οι ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις και ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος, αν και δεν παραβλέπονται, διατηρούν τη σημασία τους και διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, αν όχι στο επίκεντρο, αλλά είτε υπεράνω, είτε παραδίπλα - στο περιθώριο της ζωής των ανθρώπινων όντων-χαρακτήρων:  η κοινωνία υπάρχει και παραμένει στο παρασκήνιο της κίνησης και δράσης των χαρακτήρων του δράματος ή την περικλείει διακριτικά.

Από την άλλη μεριά, “no art can completely reject reality…” - στο βαθμό που ο συγγραφέας περιβάλλεται από και ζει και κινείται σ’ έναν πραγματικό, υλικό κόσμο. Ξεκινώ λοιπόν από την αρχή ότι μια νουβέλα – και ένα έργο τέχνης, γενικότερα – στο μέτρο του ρεαλισμού που ενέχει: (α) εκφράζει την προσωπικότητα, το χαρακτήρα, τον ψυχολογικό κόσμο του συγγραφέα, εν ολίγοις, τον εκάστοτε εσωτερικό κόσμο σκέψεων και συναισθημάτων, που μερικώς παραμορφωμένα, φιλτραρισμένα κι ενδεχομένως αποσπασματικά αποτυπώνεται στα γραπτά του· (β) την εμπειρία του από τις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις του περίγυρου, των γεγονότων και φαινομένων που συμβαίνουν γύρω του, και που, καμιά φορά, πέρα από την παράθεση και περιγραφή του ως κατακερματισμένες και ασύνδετες εικόνες, επιχειρείται η ανάλυση, η εξήγηση, η προσέγγιση, έστω δίχως ελπίδα, μιας σύνδεσης, συγκρότησης και ενότητας ιδεών στον κόσμο του συγγραφέα · (γ) τις εντυπώσεις που διαμέσου των αισθήσεων αποτυπώνει η φύση, η ζωντανή φύση στην αγνότητα και ομορφιά της, η νεκρή φύση μέσα από τα χτίσματα, τις φάμπρικες, του δρόμους και τις γέφυρες, τα πρακτικά δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας· (δ) τις εντυπώσεις από τις αισθήσεις και συνακολούθως την επεξεργασία τους από την ανθρώπινη συνείδηση της ανεξάντλητης αισθητικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς του ανθρώπινου γένους, της οποίας, δυστυχώς, μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι μπορεί να βιωθεί στα όρια της ζωής μας.

Ο Kafka μπήκε και αυτός σε μια σειρά μετά την επανεκκίνηση των λογοτεχνικών μου περιπλανήσεων, μέσα από μιαν άλλη, διαφορετική προοπτική - στην τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μου, μαζί με άλλους κλασσικούς συγγραφείς των δύο τελευταίων αιώνων. Όπως είπε ο Umberto Eco, το διάβασμα είναι ένας μοναδικός τρόπος να ζήσεις περισσότερες από μια ζωή – σε άλλους κόσμους κι άλλες εποχές, από αυτήν που σου αποδόθηκε χάριν σε μια στατιστικά ασήμαντη συγκυρία της φύσης. Στη δεύτερη ανάγνωση του The Myth of Sisyphus το μυαλό μου κοντοστάθηκε σένα σχόλιο Camus: “The whole art of Kafka consists in forcing the reader to reread it.” Στη Wikipedia ανάτρεξα τα κύρια σημεία της σύντομης ζωής του: γόνος μεσοαστικής, εβραίικης οικογένειας, που γρήγορα απομακρύνθηκε από το θρησκευτικό κύκλο (ή, καλύτερα, κλοιό) της κοινότητας του· που έβρισκε τις δουλειές του, αρχικά ως υπάλληλος κι αργότερα ως συνέταιρος σε επιχείρηση, άχαρες κι ανεπιθύμητα εμπόδια στην απασχόληση που τον ικανοποιούσε και ολοκλήρωνε: να γράφει ιστορίες·  που το μικρό δημοσιευμένο έργο του πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από το λογοτεχνικό milieu της εποχής, ενώ ο ίδιος, χωρίς ενδοιασμούς, έκαψε το μέγιστο κομμάτι των χειρόγραφων του, και ό,τι απέμεινε πριν πεθάνει το παρέδωσε στο στενό φίλο Max Brod, με ρητές οδηγίες να το καταστρέψει· που η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε από ένα σωρό φοβίες κι ανασφάλειες και κυριεύτηκε από τη μελαγχολία, από τις αδέξιες και προβληματικές σχέσεις μ’ έναν «κυρίαρχο και υποκριτικό» πατέρα, από τη ματαίωση ή μη ολοκλήρωση μιας έντονης σεξουαλικής επιθυμίας κι ατελέσφορες σχέσεις με γυναίκες - πόρνες ή αρραβωνιαστικιές, και, φυσικά, από το χτικιό που τον έτρωγε και τελικά τον αποτελείωσε. Υποθέτω ότι οι παρακάτω φράσεις, σ’ ένα από το μισοτελειωμένα αποσπάσματα μιας μικρής ιστορίας, θα γράφηκαν όταν ένιωθε ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του: “I am here, more than that I do not know, further than that I cannot go. My ship has no rudder, and it driven by the wind that blows in the undermost regions of Death.”

Χάρη, λοιπόν, στο επίγραμμα του Camus, χάρη στη συνήχηση πολλών από τις πλευρές της ζωής του Kafka, έσπευσα και ξαναδιάβασα, στην πιο φιλική προς τα γερμανικά των πρωτότυπων αγγλική μετάφραση: The Trial, The Castle, America και το σύνολο των μικρών και μεγάλων ιστοριών του: The Metamorphosis, The Judgement, The Penal Colony, The Great Wall of China, Blumfeld: an Elderly Bachelor, The Village Schoolmaster, The Warden of the Tomb, The Burrow, The Hunger Artist, Investigations of a Dog, Josephine: the Singer, και άλλες πολλές, οι περισσότερες ελεγείες πάνω στη ματαιότητα της ατομικής ανθρώπινης ζωής σ’ έναν αποξενωμένο και πολλές φορές εχθρικό κόσμο.
 
Φυσικά, η μελαγχολία του Kafka, η ανασφάλεια και οι φοβίες που τον διακατείχαν, αναπόφευκτα διαχέεται στις ιστορίες του και εμπνέει την ατμόσφαιρα και ατμοσφαιρικότητά τους, όπου ακόμα και στο χιούμορ ή στα πιο φωτεινά και «αισιόδοξα» στιγμιότυπα διακρίνεται ένας υποκείμενος σαρκασμός, ειρωνεία και πικρότητα. Oι ορατοί χαρακτήρες, κάτω από ένα αδιαφανές στερέωμα που αποκρύπτει την εξουσία ή κάποιον άβατο, επικυρίαρχο κόσμο, υπάρχουν και δρουν μέσα σε μιαν ανάλογη ατμόσφαιρα, από την οποία μοιραία έλκεται και στην πλαισιώνεται ο αναγνώστης, από την αρχή της κάθε ιστορίας μέχρι το τέλος της. Οι χώροι του Kafka είναι από γκρίζοι μέχρι κατασκότεινοι, οι φιγούρες των ηρώων του κινούνται επί το πλείστον στα όρια μιας αυλής, ενός πανδοχείου, ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός καθεδρικού ναού: χώροι ανάεροι, περικλεισμένοι, ψυχροί και απρόσωποι, με φτωχή επίπλωση ή ακόμα και γυμνοί από αυτήν, ελλιπή ή ανύπαρκτο φωτισμό, όπου ακόμα και οι ακτίνες του ήλιου στο εξωτερικό δυσκολεύονται να διεισδύσουν, ενίοτε υπόγειοι και σκοτεινοί: εν γένει, χώροι σκιών, βαμμένοι με αποχρώσεις του γκρίζου. Το λιγοστό φώς στις ιστορίες του είτε προέρχεται από κάποια αδύναμη λάμπα, είτε από τις φευγαλέες ακτίνες του ήλιου, ενός παγερού φεγγαριού, είναι συχνά το φως του σούρουπου ή το λυκόφως της αυγής: 

“Although there was no direct source of daylight the place was not entirely dark… Some light penetrated.”

His eyes turned next to the window, and the overcast sky – one could hear raindrops beating on the window gutter – made him quite melancholy.”

“This impression was reinforced today by the early dusk, the longer K. looked, the less he could make out, the deeper everything sank into semi-darkness.

 Όποτε οι ανθρώπινες ψυχές του βρίσκονται έξω από κάποιο σπίτι, από το πανδοχείο, από το δικαστήριο, από συστοιχίες γραφείων, σε κάποια αυλή ή σε κάποιο δρόμο, περιβάλλονται κι εκεί από το σκοτάδι, από έναν μουντό καιρό, από το κρύο, το χιόνι ή τη βροχή, σε χώρους που αν και υπαίθριοι παρουσιάζονται εξίσου περιορισμένοι, μέχρι αδιέξοδοι και ασφυκτικοί:
 
The courtyard into which he was looking down was small and square, there were offices all around, all the windows were already dark apart from a gleam of moonlight in the top ones.” 

“Snow was falling, the sky was still dark.”

“… all around them nothing but the grey of snow and fog.”

… Εκεί όπου η φύση, ο λαμπερός ήλιος, το μπλε του ουρανού απουσιάζουν, μαζί με κάθε διάθεση λυρισμού. Αλλά κάτι τέτοιο ίσως θα προδίκαζε κάποια διαφορετική κατάληξη από το αναπόφευκτο του θανάτου. Η ομίχλη, οι σκιές του Κάστρου, τ’ απρόσωπα έως και άσχημα και μίζερα σπίτια, πανδοχεία και κτίρια, οι μισοσκότεινοι εσωτερικοί χώροι υποθέτω ότι πιθανότατα αντανακλούν μια σχεδόν μόνιμη, ανάλογη ψυχική διάθεση, ίσως απλά εξαιτίας των ωρών που αφιέρωνε ο Kafka στη συγγραφή των ιστοριών του, μετά από μιαν καθημερινή, άχαρη δουλειά, ίσως εξαιτίας της ατμόσφαιρας και των ουρανών της Πράγας, του Βερολίνου, της Βιέννης, εκείνης της εποχής, τους σκοτεινούς, ομιχλώδεις δρόμους που ατένιζε από το παράθυρο του δωματίου του. Σ’ ένα από τα γράμματά του στη Milena Jesenská έγραψε: “Today I saw a map of Vienna. For a moment I couldn’t understand why they build such a great city, when after all you need only one room.

Ο χρόνος, όπως η διαδοχή των σκηνικών σε μια θεατρική παράσταση, πειθαρχημένα οργανωμένος σε μια μονοτονική ακολουθία διαστημάτων είναι ασυνεχής και δεν έχει πισωγυρίσματα. Σα να συγχρονίζεται με τους χτύπους ενός ρολογιού τοίχου, που όμως ποτέ δεν σημάνει την ώρα ή τη μέρα: χρόνος υπερβατικός, παρά πραγματικός. Το μόνο που είναι συνεχές και παραμένει διαρκές και επίμονο, όσο κι επίπονο, είναι η σκέψη και η διανοητική αγωνία των ηρώων - ζωντανές ακόμα και μέσα σε καταστάσεις πλήρους εξουθένωσης, ηρώων φαινομενικά αποσπασμένων από τον ίδιο το συγγραφέα, αν και συνδεδεμένων με τη διάνοια και τον ψυχισμό του. Ο άνθρωπος παραμένει αυτόνομος και μοναχικός στο περιβάλλον του, αποξενωμένος από τον κόσμο γύρω του, ακόμα κι αν περιβάλλεται από άλλους, περιχαρακωμένος ακόμα και στη διάρκεια διαλόγων και αντιπαραθέσεων. Στις σχέσεις με συνανθρώπους υπεισέρχεται μια συχνά αγεφύρωτη απόσταση διαφορετικών υποκειμένων και συνειδήσεων. Ακόμα όταν υπάρχει κάποια συναισθηματική έλξη, η περιστασιακή προσέγγιση ή εναρμόνιση, οι σχέσεις παραμένουν εφαπτόμενες ή επιφανειακές. Οποιοδήποτε συναισθηματικό βάθος, ακόμα και η ερωτική αποκορύφωση εμφανίζονται ως παρενθέσεις:  περιστατικά, πρόσκαιρα και φευγαλέα. Ο έρωτας δεν γιατρεύει κανέναν από την αγωνία του:
 
"Darling, oh my darling' she whispered, but without touching K. she lay on her back as if swooning with love and threw her arms wide, doubtless time stretched eternal before her blissful love, she sighed more than sang some little ditty. Then she started up, K. having remained lost in thought, and began to tug at him like a child: 'Come, it's suffocating under here' they embraced, the little body burning in K.'s hands, in a state of oblivion from which K. tried repeatedly yet vainly to extricate himself they rolled several steps, thudding into Klamm's door, then lay in the little puddles of beer and the rest of the rubbish covering the floor. There hours passed, hours of breathing as one, hearts beating as one, hours in which K. constantly had the feeling that he had lost his way or wandered farther into a strange land than anyone before him, a strange land where even the air held no trace of the air at home, where a man must suffocate from the strangeness yet into whose foolish enticements he could do nothing but plunge on, getting even more lost." [F. Kafka, The Castle, Penguin, 1997]
 
Η κοινωνία του Κάφκα αποτελεί το σκεπασμένο μ’ ένα στρώμα πυκνής ομίχλης σκηνικό της δράσης των ηρώων του. Είναι ταξική και αυστηρά ιεραρχημένη. Κάτω από μιαν αδιαπέραστη, αόρατη και απρόσιτη άρχουσα τάξη (το officialdom, οι authorities, οι gentlemen, οι officials, οι magistrates και judges, oι chief clerks), συμπαγής αλλά και βαθμονομημένη, σε προϊστάμενους και υφιστάμενους, κάτω από ένα Κράτος και την αδιαμφισβήτητη εξουσία του, που διαθέτει την ισχύ να ρυθμίζει τους κανόνες λειτουργίας και τη μοίρα της υπόλοιπης κοινωνίας, υφίσταται μια μικροαστική τάξη, από την οποία ο Kafka επιλέγει τους χαρακτήρες του (ο Joseph Κ. της Trial, o Κ.  του Castle, ο Gregor Samsa της Metamorphosis, o εργένης Blumfeld, ο Schoolmaster,...) Αυτή η τάξη, στο σύνολό της κομφορμιστική, συναναστρέφεται απρόθυμα κι ωφελιμιστικά με κατώτερα, χειραγωγημένα και άβουλα στρώματα: υπηρέτες, κατώτατους υπάλληλους του μηχανισμού, πόρνες, καθαρίστριες, προλεταριοποιημένους μικροεπιχειρηματίες, κτλ. Ατενίζει με δέος το Κράτος και την Εξουσία, ταλαντώνεται ανάμεσα σε στενά κοινωνικά περιθώρια από εφήμερες καταστάσεις, κοινωνικές σχέσεις και διαλόγους, αλλά τελικά υποτάσσεται στη μοίρα της.  Στις περιπτώσεις που ο ήρωας αποστασιοποιείται ή εξεγείρεται, αυτή η εξέγερση του, η πνευματική και φυσική ισχύς που αναλώνεται είναι άεργη και αναποτελεσματική, δεν έχει κατάληξη, δεν οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα. Η περιπλάνησή των χαρακτήρων του στον κόσμο, τα μονοπάτια που επιλέγουν, δεν καθορίζονται από την ελεύθερή τους βούληση, αλλά από κάποιες εξωτερικές δυνάμεις, που η πηγή τους είναι απρόσιτη. Η πορεία της ζωής παρουσιάζεται διάσπαρτη από εμπόδια που εισάγουν εξωτερικές δυνάμεις και οδηγούν σε άλλα μονοπάτια με επιπρόσθετα εμπόδια και ερωτήματα, και τελικά στο αδιέξοδο της σκέψης και της ύπαρξης.

Το ανθρώπινο είναι παλεύει μέσα από τους συλλογισμούς και συνειρμούς του, λέξεις και φράσεις, σε εξαντλητικούς διαλόγους με τρίτους ή με την ίδια τη συνείδηση του. Στο τέλος κάθε ιστορίας γεννιέται στον αναγνώστη το ερώτημα: προς τι αυτή η διανοητική σπατάλη, καθώς το ζητούμενο δεν αποκαλύπτεται και η κεντρική Απορία εξακολουθεί να αιωρείται; Ο ήρωας προσπαθεί με την εσωτερική αγωνία που εμφανώς τον κατατρέχει, να εξηγήσει το ρόλο του, την κατάστασή του, την ίδια την ύπαρξη, αποξενωμένος σ΄’ έναν παράλογο, ελάχιστα συμπαθητικό χώρο γύρω του. Στα χρονικά όρια αυτής της ύπαρξης έρχεται αντιμέτωπος με προβλήματα που επιχειρεί να κατανοήσει και ξεδιαλύνει. Μάταια! Κάθε εξήγηση είναι προσωρινή κι ακυρώνεται από την επόμενη κατάσταση.  Στην πορεία του ανθρώπου προς την λύση της Απορίας το ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο ακολουθείται από ένα άλλο, προς το αδιέξοδο: στη Trial η εκτέλεση του Joseph Κ., ο θάνατος ως κατηγορηματική διάψευση και ολοκληρωτική ακύρωση της ελπίδας και της δικαίωσης· στη Metamorphosis ο θάνατος του τεράστιου εντόμου στο οποίο ανεξήγητα μεταλλάχτηκε o Gregor Samsa, μιας μοιραίας μετάλλαξης της οποίας, τραγικά, έχει πλήρη επίγνωση, ξεχασμένος στην κάμαρη του οικογενειακού του σπιτιού· στον ανολοκλήρωτο Castle ο θάνατος του ίδιου του συγγραφέα, χωρίς ο τοπογράφος ήρωάς του, ο K., να έχει δικαιολογήσει το παραμικρό του ερχομού του και της ταλαίπωρης ύπαρξης του στο χωριό στην περιφέρεια του Πύργου· στη Judgment, η παράλογη αυτοκτονία μετά από την ανεξήγητη ετυμηγορία-κατάρα του πατέρα· o Hunger Artist επιμένει στην παράστασή του μέχρι θανάτου, ξεχασμένος στο κελί του από το θιασάρχη και το κοινό που αδιάφορα το προσπερνάει.

Η κατάκτηση της αλήθειας ή έστω κάποιων ψηγμάτων της, κάποιας στοιχειώδους αρμονίας, κάποιας διανθρώπινης ή κοινωνικής σύνδεσης και ενότητας, ενός ανθρωπισμού σ’ έναν κόσμο παράλογο, σε μια κοινωνία κατακερματισμένη σε ατομικές συνειδήσεις κάτω από το ανυπόφορο βάρος μιας αόρατης εξουσίας, συνειδήσεις που κι αυτές με τη σειρά τους αδυνατούν να προσφέρουν μια σαφή εξήγηση για το τι και πως συμβαίνει, τίθεται εξαρχής ως στόχος, αλλά τελικά αποδεικνύεται στόχος ανέφικτος. Ο άνθρωπος - συνειδητός του εαυτού και της ύπαρξής του, κινείται και συνδιαλέγεται ακατάπαυστα για μια, κάποια εξήγηση, για το συμβιβασμό των αντιφάσεων, για την κατάκτηση κάποιας αλήθειας, που ωστόσο παραμένει φρούδα. Αυτός ο αγώνας για εξήγηση, ερμηνεία, αρμονία και εν τέλει την ατομική απελευθέρωση, που η απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα και που η γνώση μέσα από την πυκνή ομίχλη του περιβάλλοντος που την παραμορφώνει ή αποκρύβει θα επέφερε, διέρχεται αναγκαστικά μέσα από την αμφισβήτηση και την άρνηση, ακόμα και την εξέγερση μπροστά στον επίτροπο ή το δικαστή· όμως, τελικά εξαντλείται και διαλύεται σε ατέλειωτους διαλόγους, παράθεση και αντιπαράθεση επιχειρημάτων και αντι-επιχειρημάτων, που ελάχιστα ικανοποιούν τον σκεπτόμενο άνθρωπο, δεν αποτινάσσουν τα δεσμά της άγνοιας κι αγωνίας του. Στον αγώνα αυτό ο θάνατος δεν τον απασχολεί, ούτε καν συζητιέται, αγνοείται σχεδόν παντελώς, ίσως θεωρείται δεδομένος, αναπόφευκτος και τόσο προφανής που δεν χρίει αναφοράς και διαπραγμάτευσης. Μέχρι τη στιγμή που επέρχεται. Σαν κόλαφος, σαν αδυσώπητη ματαίωση της ελπίδας, στη μελαγχολία της νύχτας, του κρύου και της βροχής, στη μοναξιά ενός δωματίου, ενός κελιού. Είναι η ματαίωση του ειρμού της σκέψης, αλλά και το τέλος της αγωνίας. Ίσως, από την άλλη μεριά, αυτός ακριβώς ο αδιάκοπος αγώνας against the odds, η αγανάκτηση και στιγμιαία εξέγερση, αν και άσκοπη και χωρίς αποτέλεσμα, να συνιστά και το περίγραμμα της ελευθερίας του.

Γράφτηκε ότι “the search for the meaning of [Kafkas] stories is seemingly endless. Ίσως, στο έργο του να υπάρχουν υπονοούμενα για τις κοινωνικές και πολιτικές δομές της εποχής του, περί ολοκληρωτισμού ή απολυταρχίας, περί κρατικής γραφειοκρατίας, κρυμμένα πίσω από το δράμα των τελευταίων ημερών του Joseph K. της Trial και του πιθανότατα ενδεχόμενου θανάτου του Κ. του Castle.  Ίσως, στη ματαιότητα των ιδεών και της ύπαρξης να αποτυπώνονται μερικά από τα αδιέξοδα κι ένα κομμάτι της συνείδησης (ή της μη συνειδητοποίησης) της τάξης του. Με βεβαιότητα, όμως, μπορεί να γραφεί ότι οι παραστάσεις και οι συλλογισμοί και η αγωνία και ανησυχίες των ηρώων του αντανακλούν τον εσωτερικό του κόσμο: “The novel is me, I am my stories”. Και στην αποτελεσματικότητα αυτού του εγχειρήματος έγκειται η ιδιοφυΐα του Kafka.

Εγώ, ο τελικά και ολοκληρωτικά συνεπαρμένος αναγνώστης, συγκράτησα την σημασία της σκέψης, της αδιάκοπης πάλης της συνείδησης του ανθρώπου ν΄ ανακαλύψει μια σημασία στην ύπαρξή του, να περιγράψει τα όρια της ελευθερίας του, όσο και άκαρπη αυτή η προσπάθεια να είναι σ’ έναν φαινομενικά χαοτικό, όσο και καταπιεστικά οργανωμένο κοινωνικό σύστημα, συχνά ξένο και εχθρικό, μέσα στο οποίο κινείται μόνος, αποξενωμένος. Η βεβαιότητα του θανάτου καθιστά αυτήν την προσπάθεια μάταιη. Η ύπαρξη, η «μοίρα» του ανθρώπου στον κόσμο, καθορίζεται και κατευθύνεται από ασύμμετρες δυνάμεις και νόμους και κανονισμούς έξω από αυτήν, που η ανακάλυψη και εξήγησή τους ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνάμεις του, παραμένει μια απλησίαστη προοπτική. Η ελευθερία του ανθρώπου αναδιπλώνεται στη σκέψη και συνείδησή της ύπαρξης του: είναι η ελάχιστη εφικτή ελευθερία αυτή της σκέψης του, που τον συνοδεύει ως το τέλος· που όσο ζει οφείλει να την αδράξει στο μέγιστο δυνατό. 

Saturday, September 15, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 15 Η αποκατάσταση του δάσκαλου

 Έπραξε το σωστό, γύρισε στο σπιτικό όπου τον περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά του. Τα πεθερικά, o Κωτής και η Δομνίκη, είχαν φύγει από τη ζωή λίγο πριν ξεκινήσει η εξορία κι ένας θεός ήξερε πως τα έβγαλε πέρα η κυρά-Βασιλική μόνη της με τα τρία ανήλικα κορίτσια. Μετά από εκείνη τη φωτισμένη επιλογή του κυρ-Γιάννη η ζωή όλων γύρω του θα άλλαζε προς το καλύτερο, αν όχι στην κανονικότητα του προπολεμικού παρελθόντος. Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του, το 1950, γεννήθηκε το στερνοπαίδι τους, η Δομνίκη, η Δόμνα όπως την μάθαμε οι λιγοστοί της επόμενης γενιάς. Το «θεία» το βάζαμε μπροστά από το όνομα της μεγαλύτερης από τις αδερφές, την Αλίκη, που από νέα άφησε την οικογενειακή εστία για την Αθήνα και την βλέπαμε στην χάση και την φέξη. Τα ονόματα των αδερφιών, της Αλίκης, της Στέλλας, της Δόμνας, ακόμα κι εκείνο της Θεοδώρας, μαρτυρούν μιαν ξεχασμένη και φθαρμένη από τον καιρό σύνδεση με την φράγκικη παράδοσης της Πόλης, από εκεί που τραβούσε η σκούφια πολλών γενιών παππούδων και γιαγιάδων, πριν από αυτούς για τους οποίους άκουσα ή πρόλαβα ζωντανούς, μικροσκοπικά ίχνη από απρόσβατα βάθη της ιστορίας της Πόλης και του Βυζαντίου.

Όμως ο δρόμος προς την κανονικότητα, ο δρόμος της επιστροφής στην καριέρα του δασκάλου και σε αυτό που λέμε καθημερινότητα, γαλήνη και ασφάλεια, τα οποία ζωτικά ζητούμενα ο Εμφύλιος και οι πολιτικές δυνάμεις που αναδείχτηκαν κι επικράτησαν με την ολοκλήρωσή του διέκοψαν απότομα το ζοφερό βράδυ της σύλληψης και, μετά, κατά τους μήνες της εξορίας, με ένα κοφτερό μαχαίρι, χωρίς μικρο-υπολογισμούς για τις επιπτώσεις στις ζωές, ασυνείδητα και χωρίς τύψεις (είναι βαθιές και κλινικές οι τομές που χαράζει η ιστορία), εκείνος ο δρόμος της συνέχειας της ζωής του κυρ-Γιάννη και της οικογένειας της Μάνας δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ο επαναδιορισμός στο δημόσιο σχολείο, στο μηχανουργείο που έμπαιναν σε καλούπια οι νεαρές ψυχές κι όπου η πολιτική εξουσία και η νέα τάξη πραγμάτων, εθνική και διεθνής, απαιτούσε κι επέβαλε να διαπαιδαγωγηθούν κατάλληλα (με βάση τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής, όπως η θέση της Ελλάδας στον κόσμο και η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης επέβαλλε), μια τέτοια ταπεινή βλέψη πλέον προϋπέθετε το περίφημο «Πιστοποιητικό Υγειών Κοινωνικών Φρονημάτων». Κι αυτό κατάλληλα σφραγισμένο και χαρτοσημασμένο (κατά τα trade marks μέχρι σήμερα της ελληνικής γραφειοκρατίας), και μάλιστα υπογεγραμμένο από τους διοικητές των κατά τόπους αστυνομικών αρχών. Ήταν ένα από τα πιστοποιητικά-διαμάντια της ελληνικής γραφειοκρατίας μεταξύ άλλων πολλών, που η μια δημόσια υπηρεσία απαιτούσε επίμονα, προστακτικά και σε τακτά χρονικά διαστήματα, από κάποιαν άλλη, σε ένα ατέρμονο αλισβερίσι και κυκεώνα ανταλλαγής χαρτιών και χαρτοσήμων, σφραγίδων και υπογραφών, πολλών υπογραφών από διάφορους. Κι ο «καφκικός» πολίτης της νέας Ελλάδας να πηγαινοέρχεται απελπισμένος από το ένα γκισέ στο άλλο, ως μια από τις αναρίθμητες προαπαιτήσεις κάθε ζωντανής ύπαρξης -μέλους της νεοελληνικής κοινωνίας, ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο.

Έτσι, λοιπόν, στους μήνες που ακολούθησαν την εξορία, κι ενώ τα γρανάζια της γραφειοκρατίας περιστρέφονταν με τους γνώριμους, απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ο κυρ-Γιάννης αναγκάστηκε να πουλάει ρόδια από τις ροδιές του μπαχτσέ τους στις λαϊκές αγορές των δυτικών περιχώρων της Θεσσαλονίκης. Τελικά, το πιστοποιητικό εστάλη χάριν στην αποφασιστική διαμεσολάβηση ενός Πέτρου Γαρουφαλιά, βουλευτή και υπουργό των «κεντρώων» κυβερνήσεων εκείνης της εποχής, συνομήλικο, συντοπίτη και πρώην συμμαθητή του παππού από την Άρτα. Τελικά ο κυρ-Γιάννης, με το «μέσο» ή «γρηγορόσημο» αυτό, αποκαταστάθηκε, ξαναδιορίστηκε ως δάσκαλος και ξανάρχισε τη διδασκαλία στο σχολείο του Βοσπόρου στους Αμπελόκηπους. Η θέση του στην τοπική κοινωνία, ο αδιαμφισβήτητος σεβασμός τους ντόπιους συγχωριανούς και από τους γονιούς και μαθητές της περιοχής του σχολείου ανακτήθηκε αβίαστα, χωρίς καθόλου προσπάθεια, καθώς στο πεδίο των απλών καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων και στο σχεδόν προπατορικό τρίγωνο γονιών-μαθητών και δασκάλων, δεν υψώνονταν πολιτικά εμπόδια και προκαταλήψεις. Και το κύρος του στην κοινότητα και στο συνάφι των διδασκάλων επανορθώθηκε στα παλιά προκατοχικά επίπεδα.   

Η πολιτική δράση στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφύλιου των λίγων μορφωμένων, μικροαστών διανοούμενων της ημι-υπαίθρου, σαν τον παππού, είχε αρχίσει να λησμονιέται. Για το καλό της οικογένειάς του, για την ίδια του τη ζωή, αλλά και μέσα από ζύμωση με τις πολιτικές εξελίξεις στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και διεθνώς –από το περιθώριο και την απομονωμένη και ανεξάρτητη σκοπιά ενός απλού ατομικού πολίτη πλέον, θα έριχνε σταδιακά νερό στις όποιες ριζοσπαστικές, αριστερές πεποιθήσεις που ενδεχόμενα ακόμα να ελλόχευαν μέσα του μετά την ήττα του φασισμού και την ανάδειξη της ΕΣΣΔ σε φάρο κάποιου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και υπερδύναμη, και αυτό παρά την προσωπική και οικογενειακή περιπέτεια του παρελθόντος, παρά την εξορία και τα νταραβέρια με την αντίπερα πλευρά, την ασφάλεια, την πολιτική εξουσία, την κυρίαρχη ιδεολογία ή την έλλειψη της. Ο κυρ-Γιάννης θα μετέβαινε σε άλλες πιο μετριοπαθείς ιδεολογικές και πολιτικές όχθες. Η ίδια μεταστροφή αντιλήψεων είχε ήδη συμβεί ανεπαίσθητα και στην πλειοψηφία των χωριανών που συμμετείχαν σε κείνες τις διαπομπεύσεις και τα λαϊκά δικαστήρια και τις αγριότητες, τα ανεξήγητα για τα μάτια παιδιών κι εγγονών γεγονότα, που όμως σημάδεψαν τη νιότη και ωριμότητα του παππού και πολλών άλλων γύρω του.

Η Μαγνησία και τα γύρω χωριά έκαμαν την αναμενόμενη συντηρητική στροφή, χωρίς να έχουν επίγνωση ούτε του διογκούμενου συντηρητισμού στις συνειδήσεις τους, ούτε βέβαια και του τι μπορεί να σήμαινε κάτι τέτοιο  στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία του τόπου. Τα πράγματα πήγαιναν, ας πούμε, καλά κι άγια ως είχαν, πέρα από κάποιες μικροτραγωδίες της ανθρώπινης ύπαρξης στους μικρόκοσμους των κοινωνιών τους -κι αυτές «γραμμένες από τη μοίρα» όπως πίστευε ο λαουτζίκος. Γιατί άλλωστε να προσπαθούσαν να τ’ αλλάξουν, να διαταράξουν την «ησυχία, τάξη, κι ασφάλειά» τους»; Οι απλοί άνθρωποι των χαμηλών στρωμάτων, ιδιαίτερα της υπαίθρου, αποπολιτικοποιήθηκαν (η αποπολιτικοποίηση είναι μιαν αθέατη όψη του συντηρητισμού, λένε) και κοίταζαν τις δουλειές τους, οι περισσότεροι σε αγρούς και μαγαζιά,  οι εργάτες στα εργοστάσια που ξεφύτρωναν στην περιοχή.  Οι περισσότεροι τους δεν είχαν κάποια ουσιαστική και στέρεα ιδεολογική βάση και κουλτούρα για ν’ αναλύσουν, πέρα από τις περιστασιακές και ρηχές συζητήσεις του καφενείου, μιαν πολυσύνθετη πολιτική πραγματικότητα και ένα οικονομικό γίγνεσθαι που απλωνόταν πολύ πέρα από τα όρια του χωριού και της χώρας. Στις εκλογές έπαιρναν θέση πίσω από κάποιο από νόμιμα κόμματα του «κύριου ρεύματος», είτε όπως συχνά οπαδοί υποστηρίζουν τυφλά μια ομάδα, για τον απλό λόγο ότι ο πατέρας τους πριν από αυτούς την υποστήριζε, είτε επειδή πίστευαν σε ό,τι τους έταζαν πολιτευτές, είτε ανταποδίδοντας με την ψήφο τους κάποιο μικρό ρουσφέτι, που έγινε ή έμπαινε σε κάποια σειρά να γίνει. Η ιδεολογική και πολιτική συμφιλίωση των κατοίκων πραγματοποιήθηκε μέσα από την καθημερινότητα, την οικογενειακή ζωή, τις τετριμμένες παραδοσιακές κοινωνικές συναναστροφές, σε γάμους, βαφτίσια, κηδείες και πανηγύρια, και τον μόχθο τους. Έτσι ή αλλιώς, στο χωριό, στις παρυφές της μεγάλης πόλης, έντονες ταξικές διαφορές και ο αντίζηλος και ανταγωνισμός που αυτές δημιουργούν δεν υπήρχαν, ούτε λάνθανε κάποια αχαλίνωτη απληστία εις βάρος της μικρής κοινότητας. Την ελληνική κοινωνία ο κυρ-Γιάννης κατάλαβε πλέον ότι δεν θα την άλλαζε, όπως ενδεχόμενα να το ήθελε και, χωρίς απαραίτητα κάποια ιδεολογική συνάφεια, να οραματιζόταν. Αντίθετα, την ελληνική κοινωνία, το χωριό και τα σχολεία όπου δούλευε, το εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο εντάχθηκε ως πειθήνιος λειτουργός, το κράτος πάνω από το κεφάλι του, θα τα έπλαθαν και διαμόρφωναν πολύ ισχυρότερες δυνάμεις· σαν αυτές που ασκούνταν από τα κέντρα εξουσίας και τις κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα, και περισσότερο, με δεδομένη την εξάρτησή της σε όλα τα επίπεδα, από το εξωτερικό και τα διάφορα παγκόσμια κέντρα.  

Η προσοχή του στράφηκε, λοιπόν, στην οικογένεια του και δουλειά του στο σχολείο μέχρι που βγήκε στη σύνταξη λίγο καιρό αφού γεννήθηκα. Από τα χρόνια της επαγγελματικής του αποκατάστασης, δάσκαλος και διευθυντής στο σχολείο των Αμπελοκήπων, λίγο πριν τη σύνταξη, επιθεωρητής σε σχολεία του Πολυκάστρου, σώθηκε ένα χοντρός φάκελος με τις εργασίες των καλύτερων μαθητών του σχολείου όπου ήταν διευθυντής: στη Γεωγραφία, στην Αριθμητική, στις εκθέσεις ιδεών, καθώς και μια σειρά από ομιλίες σε εθνικές επετείους και συνελεύσεις του σχολείου με «γονείς και κηδεμόνες». Η σύμπλευση του με την κατεστημένη πλέον ιδεολογία, χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση από τις γραμμές που η πολιτική εξουσία της εποχής, δεμένη στο αντικομουνιστικό άρμα και το ανόητο, φρούδο εθνικιστικό όραμα που την εξυπηρετούσε, είχε χαράξει, η συμπόρευση του με το γενικότερο εθνικό μετεμφυλιακό αφήγημα, έγινε πλήρης και εμφανής. Ο μικρο-επαναστάτης, ο φιλο-ΕΑΜίτης, ο αριστερός «διαφωτιστής» του χωριού των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση, φόρεσε ένα συντηρητικό, απολίτικο προσωπείο, για το θεαθήναι τουλάχιστον, και συμβιβάστηκε με το κατεστημένο. Για κάποιο καιρό, στα μεταπολεμικά χρόνια μπορεί να ψήφιζε την ΕΔΑ κι άλλα κεντροαριστερά νομιμοποιημένα σχήματα· σε στενές ενδοοικογενειακές συζητήσεις να εκθείαζε (με δέουσα προσοχή πάντα) αριστερούς πολιτικούς της εποχής, μπορεί να έκρυβε επιμελώς μέσα στη «Μακεδονία», μια ή δυο αριστερών απόψεων εφημερίδες· μπορεί στην ιδιαιτερότητα του δωματίου του και στα πλαίσια μιας κρυφής μεν, αλλά πλουραλιστικής ενημέρωσης, να συντόνιζε στα μουλωχτά το παμπάλαιο ραδιόφωνο δίπλα στον καναπέ σε σλαβόφωνους ραδιοφωνικούς σταθμούς από την άλλη μεριά του σιδηρού παραπετάσματος των οποίων τις ειδήσεις και αναγγελίες, κατά περίεργο τρόπο, σε γενικές γραμμές αντιλαμβανόταν. Όλες αυτές οι ασήμαντες ενέργειες και σκέψεις και απορρέουσες ιδέες δεν είχαν καμιά απήχηση, αποτελούσαν ένα κλειστό σύνολο, κρυμμένο μέσα του, ερμητικά σφραγισμένο από τον κόσμο γύρω.

Με τους παπάδες και την εκκλησία δεν είχε πάρε-δώσε, πέρα από τα ελάχιστα απαραίτητα που η δουλειά στο σχολείο απαιτούσε. Η κυρά-Βασιλική, χάριν περισσότερο της πολυπολιτισμικότητας της Πόλης των νιάτων της, δεν ήταν θρησκόληπτη γυναίκα, ούτε τακτική επισκέπτης της τοπικής εκκλησίας, ούτε διατηρούσε στο σπίτι καντήλια και εικονίσματα. Από την μεριά του ο κυρ-Γιάννης έτρεφε μια διακριτική απέχθεια, εν οίκω τουλάχιστον, προς κάθε τι που είχε σχέση με το ορθόδοξο δόγμα και τους λειτουργούς του. Παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στις ιδέες των νιάτων του, στις αθεϊστικές ή αγνωστικιστικές αντιλήψεις του. Κατά τα φαινόμενα, σε αυτό το θέμα επηρέασε και την κυρά-Βασιλική και τις κόρες του, ακόμα κι εμένα -στο βαθμό που αποσπασματικά ακούσματα μιας παιδικής ηλικίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν κάποιον. Εν οίκω μιλούσε ως άθεος με περιφρόνηση για την «Ορθοδοξία». Εν δήμω, σε γιορτές, βαφτίσια και γάμους, έδινε ένα διακριτικό παρόν, διατηρώντας εύσχημες αποστάσεις από φληναφήματα παπάδων και θεολόγων, προσεκτικός ώστε να μην δώσει αφορμές για κακεντρεχείς ψιθύρους. Ήξεραν πολλοί το παρελθόν του. Στη δουλειά του μεταμορφωνόταν στο αρχέτυπο δασκάλου που το κράτος, αν και αρχικώς απρόθυμα, είχε εμπιστευτεί την εθνική, θρησκευτική, κτλ. διαπαιδαγώγηση των παιδιών του.