Sunday, June 9, 2024

21 - Α-4 Ever: Στην Ήπειρο

Το επόμενο συναπάντημα με την Α δεν άργησε να συμβεί. Ο χρόνος όσο γερνάμε τόσο λιγότερο είναι με το μέρος μας. Ξέρουμε καλά ότι στο τέλος θα ηττηθούμε από αυτόν, αλλά, κάπως έτσι, ιδιαίτερα σε δύσκολες ώρες, αναπτύσσεται μια έγνοια και έντονη αμοιβαία συμπάθεια μαζί του. Κάτι που από τις αρχές του υπαρξισμού, χωρίς διαβάσματα υπεισήρθε στις ψιλοκουβέντες της καθημερινότητας. Ήμουν ακόμα παντρεμένος με την J, που άφησα με τα παιδιά στο σπίτι που νοικιάζαμε στην Αγγλία. Την σύντομη περίοδο συμφιλίωσης, μετά την μεγάλη κρίση, και λίγο πριν την αναχώρησή μου για την Ελλάδα, την ακολούθησαν τακτικές επισκέψεις εκατέρωθεν σε Αγγλία και Ελλάδα, και σχέδια για μετεγκατάσταση της οικογένειας στην Ελλάδα, που, όμως, όσο περνούσε ο καιρός φαίνονταν μη ρεαλιστικά, μη πραγματοποιήσιμα. Ήταν περισσότερο μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρηθεί όσο γίνεται μια στοιχειώδης οικογενειακή συνοχή μέχρι να αλλάξει κάτι. Αυτό το πως και πότε ακριβώς, αόριστο. Με λίγες λέξεις, το μέλλον και τα σχέδια για αυτό, η οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση, όλα αυτά αιωρούνταν, με σημαντικό το ρίσκο να βρεθούν σε αδιέξοδο ή στο κενό.    

Η Α, αυτή την φορά, με επισκέφτηκε στα Γιάννενα, εν μέρει για να δώσει λίγο φως σε ένα από τα μίζερα και κοινωνικά αδιέξοδα σαββατοκύριακα, που η επαρχία επιφυλάσσει σε μοναχικούς και ακοινώνητους χαρακτήρες-«επιστήμονες» σαν και μένα. Έφτασε με λεωφορείο από την Αθήνα, ένα ψυχρό και μουντό απόγεμα του Φλεβάρη του 2007. Εν αναμονή του ΚΤΕΛ από την Αθήνα, στριφογύρισα κάτω από το ψιλοβρόχι στα Γιαννιώτικα στενά γύρω από τον σταθμό των λεωφορείων. Οι δρόμοι ήταν ερημωμένοι από κόσμο. Πέρασα μπροστά από το προαύλιο της περίφημης Ζωσιμαίας σχολής, με το μαρμάρινο επιστύλιο μπροστά από έναν πορφυρό τοίχο και την προτομή του ευεργέτη. Είχα ακούσει για κείνη την σχολή και το όνομά της, όταν στα σχολικά μαθήματα ιστορίας γινόταν αναφορά στους «Ευεργέτες του Έθνους», αλλά παρά τους μήνες μου στην μικρή πόλη δεν την είχα δει. Το κτίριο της στεκόταν παράταιρο σε ένα από το δρομάκια των Ιωαννίνων, περιτριγυρισμένο από άσχημες διώροφες κατοικίες, με «πλάκα» και μπαλκόνια, και ισόγεια μαγαζιά. Απέναντι της σχολής υπήρχε ένα σούπερ-μάρκετ. Η καπιταλιστική ανάπτυξη παραμερίζει την αισθητική, το περιβάλλον που διαμορφώνει εξασθενίζει την ακτινοβολία παραδοσιακών κτιρίων σχεδιασμένων και χτισμένων με μεράκι· η ιστορία τους μένει κλειδαμπαρωμένη στα ενδότερά ή σε βιβλία και εγκυκλοπαίδειες μέχρι να ξεχαστεί. Τελικά, συνάντησα την Α σε μια διασταύρωση εκεί κοντά, και ένιωσα την ευχάριστη έξαψη στα σωθικά που πάντα μου φέρνει ο μουντός καιρός και το ψιλοβρόχι και, ειδικά εκείνο το απόγευμα, η προσδοκία ενός ερωτικού Σαββατοκύριακου.

Το βράδι γευματίσαμε στην ταβέρνα ψηλά στο δρόμο, που από τις όχθες της λίμνης σκαρφαλώνει μια από τις πλαγιές του Μιτσικελίου προς το Μέτσοβο. Η βεράντα της πρόσφερε από ψηλά όμορφη θέα της λίμνη με το ανώνυμο νησάκι της και ήταν φημισμένη για το χοιρομέρι, τα ψητά κρέατα γενικά, και το χύμα κρασί. Την είχα επισκεφτεί στο παρελθόν με τον καθηγητή Κ, στον οποίο «όφειλα» την δήθεν «περιζήτητη» θέση μου στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Ήξερα ότι την σύχναζε ο ίδιος και άλλοι κοινοί γνωστοί από τη δουλειά . Τα Γιάννενα είναι μικρή πόλη και η ανεκτίμητη ιδιαιτερότητα καμιά φορά δυσεύρετη στις περιοχές της. Σκόπιμα, λοιπόν, επέλεξα βιαστικά μιαν ώρα νωρίς το βράδυ για την αποφυγή ανεπιθύμητων ανταμώσεων ή αδιάκριτων βλεμμάτων. Είμασταν οι πρώτοι πελάτες εκείνο το βράδυ και η παραμικρή κίνηση στο μαγαζί κατεύθυνε το ανήσυχο μου βλέμμα στην είσοδο. Το βράδυ μας πέρασε αλώβητο από τέτοια ατυχήματα και το τέλος τους μας βρήκε μισοζαλισμένος από το κρασί, γυμνούς, κουρασμένους από τον έρωτα που ακολούθησε, ξαπλωμένους δίπλα-δίπλα στον άβολο καναπέ του μικρού, ψυχρού και καταθλιπτικού, μολονότι νεόκτιστου διαμερίσματος στις παρυφές της πόλης προς το Πανεπιστήμιο. Εκεί άφησα την Α μετά τον έρωτά μας να κοιμηθεί μόνη κι εγώ αποσύρθηκα στο μονό ντιβάνι του υπνοδωματίου.

Το άλλο πρωί ξεκίνησε η εκδρομή μας κάτω από έναν πεντακάθαρο ουρανό, που όμως δεν ήταν της προτίμησης μου για κείνη την εποχή του χρόνου. Στην αρχή τραβήξαμε νότια και πήραμε την ανηφοριά για τα Τζουμέρκα, από όπου καταγόταν κατά το ήμισυ η Α, κατά το ένα τέταρτο εγώ. Η διαδρομή, μέσα από ατέρμονες στροφές κι ανεβοκατεβάσματα, μέσα κι έξω από τη πυκνή βλάστηση της βουνοπλαγιάς, τελικά αποδείχτηκε μη διαπραγματεύσιμη και την εγκαταλείψαμε πριν φτάσουμε στο πρώτο μισο-κατοικημένο χωριό. Γυρίσαμε από εκεί που ήρθαμε πριν στραφούμε βόρεια κατά το Κεντρικό Ζαγόρι και τα χωριά του, όπου, μετά από μια περιήγηση μέσα από την φύση και τους οικισμούς του, σκοπεύαμε να καταλήξουμε και να περάσουμε τη βραδιά στο Μεγάλο Πάπιγκο. Τα γυμνά από τα φύλλα πλατάνια και σφεντάμια και σημύδες στους πρόποδες τα διαδέχθηκαν έλατα και άλλα αειθαλή, κάτω από τα ολόγυμνα και χιονισμένα βράχια των κορυφών. Θα ήταν αργά το απόγευμα όταν φτάσαμε στο χωριό και στον ξενώνα, στο τέλος του ανηφορικού και στενού δρόμου από πέτρες που διάσχιζε το χωριό. Πιο πέρα δεν είχε· υψωνόταν ο Αστράκας και ξεκινούσε το φαράγγι. Ο ήλιος της μέρας κατρακυλούσε προς τη δύση, πίσω από γκρίζα σύννεφα που άρχιζαν να μαζεύονται πάνω μας, έχοντας κατέβει χαμηλότερα, κάτω από τις κορυφές των πέτρινων κατακόρυφων όγκων, πάνω από τις σκεπές από σχιστόλιθο των σπιτιών του χωριού και τις άκαπνες καμινάδες του. Η φύση έγινε γκριζόμαυρη: ο ουρανός, τα βράχια της Τύμφης, που κοίταζαν θεόρατα το χωριό, οι πέτρες του δρόμου, των τοίχων των σπιτιών, οι σχιστόλιθοι των στεγών. Ο ξενώνας που θα μας φιλοξενούσε είχε κτιστεί πρόσφατα, πιθανόν στην θέση κάποιου ερειπωμένου αρχοντικού. Εμπνευσμένο από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του βουνίσιου τόπου και χρησιμοποιώντας την ντόπια πέτρα βρισκόταν σε αρμονία με τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού.

Η ερημιά και εγκατάλειψη του τοπίου και του πέτρινου χωριού ήταν υποβλητική, η απουσία ανθρώπων σε κείνο το τέλος μεγέθυνε την αίσθηση της ελευθερίας, οι ανάσες μας γίνηκαν εύκολες και δροσερές. Στον κόσμο που έμαθα να ζω, λίγες ώρες ερημοσύνης και απομόνωσης από τα εγκόσμια, σε μιαν άκρη μακριά από πλήθη, από την πολιτεία και τους θορύβους της, αποκτάει, ως δυσεύρετη, μεγάλη αξία, μολονότι στο τέλος λίγων ημερών σε κάποια μέση του πουθενά, η δύναμη της έλξης από τις λάμψεις και χάρες της επανέρχεται ακαταμάχητη. Υπάρχει ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην αίσθηση που προσφέρει ένα διάλειμμα μερικών ωρών και ημερών μακριά από την πόλη και την αλλαγή στον τρόπο ζωής που επιβάλλει η μακροχρόνια διάσταση, έως και η πλήρης αποκοπή του ομφάλιου λώρου που μας συνδέει με την ζωή στις πολιτείες και το σφρίγος τους. Ίσως, επειδή σε αυτές νιώθουμε νεότεροι. Για κάποιον που γεννήθηκε και μεγάλωσε στους δρόμους μιας μεγάλης πολιτείας το εγχείρημα να μετασχηματίσει και προσαρμόσει τον τρόπο ζωής του μακριά από αυτήν φαντάζει ως ένα πελώριος ψυχολογικός φραγμός, μέχρι που τελικά παύει να τίθεται καν ως ερώτημα. Λίγοι διακινδυνεύουν τέτοιο εγχείρημα ακόμα και μετά το τέρμα της κοινωνικά «ωφέλιμης» ζωής, της εργασίας και οικογενειακής φροντίδας.

Ο ξενώνας στο εσωτερικό του είχε δανειστεί στοιχεία του διακόσμου αρχοντικών μιας παλιάς εποχής. Το ξύλο κυριαρχούσε: ως επένδυση στου τοίχους, στις μπάρες κάτω από την στέγη, στα σανίδια του πατώματος. Σκούρο, ρουστίκ, φρεσκο-βερνικωμένο. Η σκάλα έτριζε από τα βήματά μας, όπως και το πάτωμα στην αίθουσα υποδοχής, στο χαγιάτι, στον πάνω όροφο, που περιτριγυριζόταν από κάμαρες φιλοξενίας. Νιώσαμε το παλιό, το μυστήριο και την ψευδαίσθηση μακρινών εποχών. Μια φλοκάτη στο κέντρο, μια εταζέρα σε μια γωνιά, ένας ξύλινος πάγκος, και ένα μάλλινο κιλίμι στον τοίχο πίσω του, μπρούτζινες παραδοσιακές συσκευές, μπρίκια και δίσκοι στο χαμηλό στρογγυλό τραπέζι πάνω από τη φλοκάτη. Το χαγιάτι είχε δύο στρώματα στις ξύλινες χαμηλές τους βάσεις εκατέρωθεν μιας φλοκάτης στη μέση του «οντά» μας και ενός τζακιού μπροστά από τα παράθυρα, που δυστυχώς το ντουμάνι από τα υγρά ξύλα δεν μας επέτρεπε να ανάψουμε. Πίσω από τα παράθυρα υψώνονταν, κατακόρυφοι και απροσπέλαστοι, γκρίζοι και γυμνοί, πέτρινοι όγκοι σε μια από τις άκρες του φαραγγιού του Βίκου, δυο γιγάντιες αδερφικές φιγούρες σφιχτά κολλημένες η μία δίπλα στην άλλη. Τις κορυφές τους αλυσόδενε μια τεθλασμένη γραμμή από χιόνια, μόλις διακριτή πίσω από τα σύννεφα και την καταχνιά, που άρχισαν να σκεπάζουν και καταβροχθίζουν τον ξενώνα και το χωριό που απλωνόταν από κάτω. Σε λίγο οι βράχοι του φαραγγιού, εκτός από τα λίγα κρόσσια χιονιού που χρωμάτιζαν άσπρα τις εσοχές του, θα έπαιρναν και αυτοί χρώμα κατάμαυρο, μελανότερο και από αυτό του ουρανού από πάνω τους. Θα φάνταζαν πελώριοι και φοβεροί πίσω από τα παράθυρα, κρυμμένοι μέσα στα χαμηλά σύννεφα που τους είχαν τυλίξει. Είχε δίκιο το τραγούδι: «μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά…»

Εμείς και ένα ακόμα ζευγάρι στον ίδιο ξενώνα είμασταν οι μόνοι ξένοι που θα διανυκτέρευαν στο χωριό. Λίγες περαστικές παρέες στο μοναδικό ανοιχτό ταβερνείο της βδομαδιάτικης βραδιάς διαλύονταν όταν φτάσαμε, κι έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής για χαμηλότερα υψόμετρα. Μπήκαμε με την Α σε ένα μπαρ και στη θαλπωρή του ήπιαμε το πρώτο METAXA από το πολλά που θα ακολουθούσαν. Ο κοιλαράς ιδιοκτήτης του μπαρ με κοίταζε περίεργα προσπαθώντας, με κλεφτές ματιές προς το μέρος μου, να με αναγνωρίσει. Εγώ ήδη τον είχα. Ήταν ο άξεστος, ο αξύριστος, ο κοιλαράς οδηγός του SUV, που σε μια μικρά ισιάδα του δρόμου ανάμεσα στις στροφές του δρόμου για τα Γιάννενα προσπάθησε να με προσπεράσει την ίδια στιγμή που είχα κι εγώ ξεκινήσει το προσπέρασμα του βραδυκίνητου φορτηγού μπροστά μου, με αποτέλεσμα να διαλύσει τον αριστερό καθρέφτη και να γρατσουνίζει την πόρτα το αυτοκινήτου μου. Καθώς τότε θεώρησα ότι οι ελπίδες να βρω κάποιο δίκιο και αποζημιωθώ για τη ζημιά μέσα από την νόμιμη οδό της «ασφάλειας αυτοκινήτου», χωρίς τη συναίνεση και συνεργασία του πραγματικού φταίχτη για το ατύχημα, ήταν μικρές και καθώς δεν μπορούσα να κυκλοφορώ χωρίς καθρέφτη, αγνόησα τα στοιχεία που ανταλλάξαμε με τον εν λόγω κύριο, και πήγα να επισκευάσω το αμάξι σε ένα προσιτό από την δουλειά μου συνεργείο. Με τηλεφώνησε μετά από μερικές μέρες για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία, και όταν του εξήγησα ότι αδυνατούσα να περιμένω επ’ αόριστο χρόνο και επισκεύασα το αμάξι με δικά μου έξοδα, πριν κλείσουμε το τηλέφωνο και τη σύντομη γνωριμία μας, μου είπε με την χαρακτηριστική στον τόνο της φωνής αγένεια μικροεπιχειρηματιών του τόπου: «Γιατί, βρε άνθρωπέ μου; Ξέρω ένα καλό παιδί, δικό μου, που θα μας έφτιαχνε και τα δυο αμάξια με λίγα έξοδα. Θα έπαιρνε τα περισσότερα από την ασφάλεια (χωρίς να διευκρινίσει ποιου)...» Ένας ακόμα που επιβεβαίωνε το στερεότυπο του αεριτζή και μπαγαπόντη της ελληνικής επαρχίας· το είχα ήδη σχηματίσει και αποκρυσταλλώσει στους λίγους μήνες ζωής στα Γιάννενα, μετά από τα πολλά χρόνια στη νόρμα της πειθαρχίας και νομιμότητας της Δύσης. Πριν προκάνει σε εκείνο το μπαρ να με ρωτήσει ένα «Κάπου δεν σε ξέρω εσένα;», μετά από το πρώτο μπράντι, παρά τη φιλόξενη ζεστασιά του χώρου δίπλα στο αναμμένο τζάκι, ανηφορίσαμε το σοκάκι για τον ξενώνα.

Ψιλές νιφάδες χιονιού άρχισαν να πέφτουν και η καρδιά αγαλλίασε. Η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον πάνω στα βουνά, η «μαύρη νύχτα» τους στην καταχνιά και το ψιλόχιονο, πήρε τις ρομαντικές διαστάσεις που ψάχναμε, άγγιξε την αγνότητα και τελειότητα παραμυθιών που μαγεύουν παιδικές ψυχές. Είναι τέτοιες στιγμές που το φυσικό περιβάλλον εναρμονίζεται με τα συναισθήματα, αφού τα φέρει στην επιφάνεια, και εξιδανικεύει την παρουσία της ανθρώπινης συντροφιάς δίπλα μου. Το αλκοόλ φυσικά πάντα παίζει τον ρόλο του, και μάλιστα σημαντικό, στην όξυνση και χρωματισμό τέτοιων συναισθημάτων, αφού σηκώνει πνεύμα και ψυχή πάνω από τα ισόγεια της πραγματικότητας. Κρατώντας χέρια με την Α, τα φώτα στην μπροστινή αυλή του ξενώνα φάρος να μας οδηγούν στο τέλος του πέτρινου μονοπατιού, βρεθήκαμε στο μπαρ του και καθίσαμε σε ένα από τους ξύλινους πάγκους του, τους κολλητούς σε έναν τοίχο με κιλίμια, μπρούτζινα αντικείμενα, και άλλα παραδοσιακά διακοσμητικά. Ήπιαμε και άλλα ΜΕΤΑΧΑ, μερικά κερασμένα από τον ξενοδόχο, άλλα τα πληρώσαμε, συζητώντας για τις δουλειές του, για τις περιόδους τουριστικής αιχμής στην περιοχή, για το πως έβλεπε την ανάπτυξη του τουρισμού στα Ζαγοροχώρια, για την μονεταριστική αξία το ξενοδοχείου του, πως το έκτισε από ένα οικόπεδο που κληρονόμησε στην άκρη του χωριού μέσα από τα ερείπια από σπίτια παλιότερων γενεών, για τους φόρους που πλήρωνε ή δεν πλήρωνε στο κράτος.

Λίγο πιο πέρα το άλλο ζευγάρι στη σκιά της γωνιάς τους, δεν περνούσε απαρατήρητο. Έκανε εντύπωση η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στον άντρα, έναν μουσάτο γκριζομάλλη με γυαλιά, στα προχωρημένα πενήντα ή εξήντα χρόνια του. Το ντύσιμο του, το χοντρό μάλλινο σακάκι, πάνω από ένα σκούρο πουκάμισο, το κοτλέ παντελόνι και τα καστόρι παπούτσια, όπως και η φυσιογνωμία του υπονοούσαν πανεπιστημιακό δάσκαλο ή κάποιον σκηνοθέτη του σινεμά ή του θεάτρου, ενώ η γυναίκα δίπλα του, μια νεαρή με μελαχρινά, ίσια μαλλιά, σε ένα ανοιχτόχρωμο, σχεδόν καλοκαιρινό φόρεμα, πίσω από το οποίο κάποιος διέκρινε αρμονικές καμπύλες, σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να είναι παρά κάποια φοιτήτρια, είτε επίδοξη καλλιτέχνης, είτε κάποια νεαρά ηθοποιός του καστ. Παντρεμένο ζευγάρι δεν φαινόταν, αν και ο ίδιος θα μπορούσε να είναι οικογενειάρχης σε μια από τις παράνομες escapades που το μπούχτισμα από την συζυγική ζωή σπρώχνει πολλούς.  Σκηνοθέτης ή παραγωγός με τη στάρλετ του; Καθηγητής με μια από τις φοιτήτριές του; Αυτές τις υποθέσεις ψιθύριζα στην Α, επί του φαινομένου δύο ανθρώπων με σημαντική διαφορά ηλικίας και κάποιου είδους ρομαντική σύνδεση. Ήταν φανερό ότι επιζητούσαν μυστικότητα και ιδιαιτερότητα σε κείνη την άκρη, μακριά από αδιάκριτες ματιές και ψιθύρους, , όπως, άλλωστε, κι εγώ με την Α . Αποχώρησαν νωρίς για το δωμάτιό τους, χωρίς να ανταλλάξουν κάποια κουβέντα, ούτε με ‘μάς, ούτε με τον ιδιοκτήτη, ούτε μεταξύ τους. Ανορθόδοξη σχέση, σχέση συμφέροντος, συνεπώς, βραχύβια σχέση, σκέφτηκα. Τέτοιες ιδιότητες μπορεί να μην χαρακτήριζαν τη σχέση μου με την Α, αλλά, βέβαια, δεν έπαυε να ήταν τυπικά παράνομη, όπως η δόνηση του Nokia με το νούμερο της J μας υπενθύμισε.

Ξαφνιάστηκα και βγήκα έξω ταραγμένος. Νωρίς τα βράδια, ιδιαίτερα βράδια Παρασκευής ή Σάββατου, έπαιρνα την J τηλέφωνο, συνήθως από κάποιο καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς που περιόριζε το κόστος. Υπερεθνικά τηλεφωνήματα από κινητά ήταν ακόμα ακριβά, ενώ ο μισθός μου πενιχρός. Στην επιμονή του Πατέρα να εγκαταστήσω τηλέφωνο στο διαμέρισμα που νοίκιαζα αντιδρούσα με εκνευρισμό: πίστευα ότι θα έδινα την εσφαλμένη εντύπωση ότι είχα σκοπό να ριζώσω στα Γιάννενα για πολύ καιρό, ενώ το μήνυμα που ήθελα πραγματικά να διαβιβάζω τακτικά προς όλους του οικογενειακού κύκλου ήταν αυτό μιας μίζερης ύπαρξης στην οποία βυθιζόμουν άθελά μου και την απελπισία που με κυρίευε στην ιδέα ενός μέλλοντος εκεί πέρα. Για δυο συνεχόμενα βράδια το εθιμοτυπικό τηλεφώνημα το είχα παραμελήσει, παρόλο που τέτοιες έγνοιες έπαιζαν στο μυαλό μου καθημερινά σε συνδυασμό με τις ενοχές που κουβαλούσα από τη μέρα που είχα αφήσει την J και τα παιδιά στο Reading. Είχα μετανιώσει πικρά, πολύ πικρά, για την πορεία στην ζωή που διάλεξα να ακολουθήσω, και μάλιστα κάτω από εξωγενείς πιέσεις που για καιρό δρούσαν χωρίς να τις συνειδητοποιώ ώστε να τις προκαταλάβω. Και έψαχνα δρόμους διαφυγής, επανόρθωσης. Ωστόσο δεν βοηθούσε ούτε τον εαυτό μου, ούτε κανέναν άλλον να σέρνομαι κάθε μέρα κάτω από το βάρος της δυσαρέσκειας και της πίκρας. Μου έμενε μισή ζωή να ζήσω με τον κατά δύναμη καλύτερο τρόπο κάτω από τις συνθήκες. Και τα νιάτα σύντομα θα εξαντλούνταν χωρίς ανάκαμψη.

Άφησα την κλήση αναπάντητη μέχρις που βγήκα στο προαύλιο. Στάθηκα κάτω από την άγρια αχλαδιά, μπροστά στα βράχια, που ως μαύρο παραπέτασμα υψώνονταν μπροστά μου. Το σήμα ήταν ασθενικό, αλλά όφειλα να επιστρέψω το τηλεφώνημα – από ανάμικτα αισθήματα ντροπής, ευθύνης και συμπάθειας, από που με μια λέξη λέμε «φιλότιμο», και που σε τέτοιες περιστάσεις κυριεύουν ανθρώπους με το ελάχιστο ήθος. Η φωνή της J, η οποία σπάνια με δική της πρωτοβουλία έπαιρνε τηλέφωνο, ακούστηκε απότομη και αυστηρή: “Where have you been?” Θα είχε πιει και κείνη σκέφτηκα, όπως λίγο-πολύ έκανε κάθε Σαββατόβραδο, αλλά κι εγώ ήμουν εξίσου, αν όχι περισσότερο, πιωμένος. “I am out to the town…  Been out for a walk...” Aν και διέθετα σημαντική εμπειρία και ετοιμότητα στο να κατασκευάζω και προφέρω ψέματα, είχα διαπιστώσει ότι, για έναν αποδέκτη που με ξέρει καλά, όπως η J, ιδιαίτερα σε περιόδους που η ρουτίνα μιας σχέσης διακόπτεται, ιδιαίτερα όταν η κατανάλωση αλκοόλ χαλαρώνει τη σκέψη και ο εαυτός χάνει την ψυχραιμία του, η χροιά της φωνής διαμορφώνεται απόμακρη και αλλοιωμένη και, επομένως, η πειθώ της κάθε πρότασης χλομιάζει. Επιπλέον, παρόλο το know how στην συναρμολόγηση ψεμάτων, δεν διαθέτω στοιχειώδες υποκριτικό ταλέντο, κάτι που είναι εξίσου σημαντικό στην πειστική έκφρασή τους. Το έντεχνο ψέμα απαιτεί στυλ, ενότητα περιεχομένου και μορφής. Τέλος, υπάρχει και αυτό το μυστηριώδες ένστικτο, που μπορεί και αποκρυπτογραφεί πολύπλοκους κώδικες λόγους δικαιολογιών και ψεύδους, και καθιστά τον άντρα με βαθιά κρυμμένες σκέψεις του τρωτό, διάφανο και έκθετο. Αυτό το ένστικτο, αυτή η «έκτη αίσθηση», ιδιαίτερα οξεία ανάμεσα σε μέλη του γυναικείου είδους που μπορούν και διακρίνουν ανεπαίσθητες αλλοιώσεις στο πρόσωπο, στην φωνή, στο χρώμα, στις κινήσεις των ματιών και των χειλιών του ψευδόμενου ή κρυψίνοα, αν και επιστημονικά αδύνατο να αναλυθεί και διευκρινιστεί, η εμπειρία και η ζωή προσφέρουν αναρίθμητα παραδείγματα. Η J είχε καταλάβει τι μαγειρευόταν σαν να παρακολουθούσε τις κινήσεις μου από την κορυφή των βράχων απέναντι, σα να είχε πλήρη γνώση αυτού που έκρυβα και απλά με ρωτούσε, ούτως ώστε απλά να επιβεβαιώσει την κατάσταση που υποπτευόταν ή, μάλλον, ένα συμπέρασμα στο οποίο εκ των προτέρων είχε καταλήξει. Το μυαλό μου ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο.

Η απόπειρα μιας ήρεμης, λελογισμένης συνδιάλεξης πνίγηκε στις φωνές και τα υβριστικά επιφωνήματα της J. Στο τέλος ενός υστερικού εξάψαλμου βρόντηξε το τηλέφωνο. Χωρίς κίνητρο και με ελάχιστη όρεξη επιχείρησα να ξανατηλεφωνήσω -χωρίς αποτέλεσμα. Παρηγορήθηκα με το ότι το σήμα ήταν ασθενικό. Τα όρια της τότε τεχνολογίας δεν ξεπερνιόνταν εύκολα πάνω στα βουνά. Η ταπείνωση και η δυσθυμία και ο καταναγκασμός που τέτοια περιστατικά επιφέρουν, οι επιπτώσεις όλης αυτής της ψυχικής δηλητηρίασης, κάπως μετριάστηκαν από τη βουνίσια φύση γύρω, από το κρύο και το ψιλόχιονο που άρμοζε στην εποχή, από την πέτρινη αυλή με την αχλαδιά στην μέση κάτω από τα βράχια, από το μπράντι που είχα πιει.

Τράβηξα την κουρτίνα στο περιστατικό, επέστρεψα στη ζεστασιά και το φως του μπαρ του ξενοδοχείου, έκατσα δίπλα στην Α στον πάγκο με τους μηρούς μας να αγγίζουν. Συνέχισα την ανόητη συζήτηση με τον ξενοδόχο από εκεί που την αφήσαμε πριν το τηλεφώνημα, με περισσότερες αδιάκριτες ερωτήσεις που ίσως τον ενόχλησαν: για την αξία του ξενώνα του, για τον αν ήταν διατεθειμένος να πουλήσει, για τα κέρδη που του απέφερε, κάθε πότε κατέβαινε στις πόλεις στα πεδινά ή πόσο συχνά ανέβαινε στο Πάπιγκο, πως έβλεπαν τη ζωή εκεί πάνω η γυναίκα και τα παιδιά του, κ.ο.κ.  Όταν η μέθη με κυρίευσε και τα μάτια μου θόλωσαν και αδυνατούσαν να εστιαστούν στους δυο ανθρώπους γύρω, πήρα την Α στο δωμάτιο. Δεν μας ένοιαζε, στην αποχαλίνωση μας από την μέθη, ο θόρυβο που θα κάναμε: από βήματα, από τριξίματα, από αναστεναγμούς. Κάναμε τον ωμό, άγριο έρωτα, που οι περιστάσεις ενέπνευσαν και το ποτό ενθάρρυνε, κάτω από το χαμηλό ντιβάνι και με το αμυδρό φως του κεριού που βρήκαμε στο περβάζι του τζακιού κι ανάψαμε, και τα παντζούρια ανοιχτά στο πηχτό σκοτάδι έξω.

Η αυλαία στο τέλος των σύντομων και περιστασιακών συναντήσεων μας με την Α συνήθως έπεφτε με το τέλος της ερωτικής πράξης, χωρίς, στις ηλικίες που βρισκόμαστε, προοπτική δεύτερης πράξης. Μετά το σεξ, αν και ευχαριστημένος και ευγνώμων για την απόλαυση που μου προσφερόταν, για την χαρά που γέμιζε λίγες στιγμές από τη μίζερη ζωή εκείνης τη περιόδου, και τις υπόλοιπες ώρες μαζί, χορτασμένος και κουρασμένος, απλώς ανεχόμουν την παρουσία της. Συχνά εκνευριζόμουν: από την έμφυτη ελληνική καχυποψία που διέκρινα στην συμπεριφορά της, από τις γεροντοκορίστικες συνήθειες που με τον καιρό ανέπτυξε, όπως η απέχθεια της στην παρουσία παιδιών κοντά μας, από το μανιώδες κάπνισμά της που κατέστρεφε την φωνή και υγεία της, από τις σκουριασμένες πολιτικές της απόψεις, από το ελληνικό ιατρικό συνάφι που με απωθούσε. Έτσι, η επόμενη μέρα, η καταπιεστικά ηλιόλουστη Κυριακή που προανάγγελλε την επιστροφή στην αποκρουστική καθημερινότητα, βρέθηκα μουδιασμένος σε ένα γνώριμο ψυχολογικό κενό που ακολουθεί μέρες έντασης. Την ξεπροβόδισα στο αεροδρόμιο των Ιωαννίνων, που οι εγκαταστάσεις του θύμιζαν σταθμό λεωφορείων Greyhound από τα χρόνια στην Αμερική, με εξαίρεση λίγες φυσιογνωμίες nouveau riche και αρχοντοχωριατών Ηπειρωτών, ραντιέρηδων μέτοικων με κύρια επαγγελματικά και οικονομικά ενδιαφέροντά στην Αθήνα, ή «ιπτάμενων καθηγητών» που εμφανίζονται στις έδρες του στην χάση και την φέξη, χάριν κάποιου άκοπου μισθού ή του κύρους που ο τίτλος προσφέρει. Γύρισα με ασήκωτη από το βάρος καρδιά στο θλιβερό διαμέρισμα του Κάτω Νεοχωρόπουλου, στον γυμνό και άδειο κόσμο μου. 

Monday, June 3, 2024

20 - Α 4-Ever: Στην Αθήνα

Δεν πέρασε πολύ καιρός μέχρι τη μέρα που θα ξαναβρισκόμασταν. Είχα, με ανείπωτη στεναχώρια και θλίψη και μια ασήκωτη πέτρα στην καρδιά να κουβαλάω, αφήσει την J και τα παιδιά και το σπιτικό που μοιραζόμασταν μέχρι την Πρωτοχρονιά στο Reading για το ανεξερεύνητο και σκοτεινό μονοπάτι μιας, όπως μεγαλόστομα οι γονείς αποκαλούσαν, «ακαδημαϊκής» καριέρας σε μιαν επαρχιακή πόλη, και ενός τρόπου ζωής ξένος προς την πρότερη ζωή που είχα συνηθίσει: στα Γιάννενα, μια πόλη που πέρα από μιαν πρόσφατη επίσκεψη γνωριμίας δεν την είχα επισκεφτεί από νήπιο στο δρόμο μας για τους συγγενείς του παππού στην Άρτα και διακοπές στην Λευκάδα. Όχι μόνο τα Γιάννενα, αλλά και το σύνολο της ελληνικής επαρχίας και, ιδιαίτερα, της καθημερινής ζωής σε αυτήν για έναν εργαζόμενο και πλέον, υποτίθεται, οικογενειάρχη, που μεγάλωσε και σπούδασε και δούλεψε σε μεγάλες πόλεις, ήταν για μένα terra incognita. Tο μονοπάτι της ζωής αυτό αποδείχτηκε όχι μόνο σκοτεινό, μέσα σε ένα δάσος με λιγοστά φωτεινά ξέφωτα για να την προσανατολίσουν, αλλά σε κάθε γωνιά του παραμόνευαν τα φαντάσματα της απελπισίας και του θυμού, απέναντι στον εαυτό μου κυρίως, αλλά και τους γονιούς, τους λίγους συναδέλφους εκεί, και γενικά κάθε άνθρωπο που πίστευα ότι με παρακίνησε ή και χειραγώγησε προς αυτόν το δρόμο.

 Οι δυο συναντήσεις με την Α σε εκείνη την απελπισμένη περίοδο, την τρίτη «ελληνική» εποχή μετά το μεγάλωμα στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, τις σπουδές που ακολούθησαν και τη στρατιωτική θητεία, φώτισαν αμυδρά την μιζέρια της καθημερινής ύπαρξης· καταλάγιασαν κάπως μίση, οργές, ενοχές, όλα αυτά που σε στιγμές μοναχικής περισυλλογής με καταλάμβαναν. Η μοναξιά για λίγες ώρες και μέρες ξεχάστηκε. Το πρώτο ραντεβού μας βρήκε στην τερατούπολη πρωτεύουσα, την Αθήνα, την πόλη που όσο ως παιδί με συνάρπαζε, άλλο τόσο ως νέο με απωθούσε. Κατέβηκα με το τραίνο από τη Θεσσαλονίκη. Τα κουτάκια της μπύρας μου μου έφτιαξαν τη διάθεση και ενίσχυσαν τους πόθους και τη λαχτάρα να δω την παλιά και πρώτη μου φίλη. Η ζωή αποκτούσε μια γλυκιά γεύση ξανά, έστω και πρόσκαιρα. Το ταξίδι με το τραίνο, στην νοσταλγική σχεδόν απαράλλακτη από τα χρόνια της θητείας διαδρομή (Πλατύ, Κατερίνη, Λάρισα, Παλαιοφάρσαλος, Λιανοκλάδι,...), κύλισε ευχάριστα σε ένα πέλαγος εντυπώσεων και αναμνήσεων από ευχάριστες περιπέτειες του παρελθόντος. Ρέμβασα με αυτές, φτιάχνοντας σχέδια για το Σαββατόβραδο στην Αθήνα.

Από το σταθμό Λαρίσης πήρα το δρόμο για την Ομόνοια με έναν μικρό σάκο με μια αλλαξιά στα χέρια. Ο ήλιος βαρούσε ντάλα από πάνω, μέσα από το ανοίγματα του περίφημου αττικού ουρανού ανάμεσα στις πολυκατοικίες· έκαμε το φθινοπωρινό μεσημέρι στο λιοπύρι να μοιάζει αυγουστιάτικο. Τα πεζοδρόμια της παλιάς Αθήνας δεν είχαν καταληφθεί από τραπεζάκια εστιατορίων και καφετεριών και ήταν ακόμα ευκολοδιάβατα για τους περαστικούς και, ενώ η σκιά των πολυκατοικιών, κάτω από τα μπαλκόνια και τα υπόστεγα έφερνε λίγη δροσιά που έκανε τη ζέστη υποφερτή. Τους είχα περπατήσει και άλλες φορές τους δρόμους που οδηγούσαν από το σταθμό Λαρίσης στην Ομόνοια· την πρώτη ήμουν ακόμα μαθητής. Εκείνο το μπαρ που πρόσφερε κονσομασιόν στην Λιοσίων βρισκόταν ακόμα εκεί – στη θέση του, ένα σκοτεινό μαγαζί πίσω από φουμέ τζάμια και μια κοινή πόρτα μόνιμα ανοιχτή στο σκοτεινό του εσωτερικό, αθέατο από το ηλιόλουστο μεσημέρι έξω. Το τελευταίο καλοκαίρι του σχολείου είχα κάνει μια μοναχική εξόρμηση στην Αθήνα, παρθένος ακόμα, προς αναζήτηση πληρωτέου, «παράνομου» έρωτα υπό την ανωνυμία που μεγάλες, μακρινές πόλεις προσφέρουν. Έμεινα ένα βράδι σε ένα φτηνό ξενοδοχείο της περιοχής του σταθμού Λαρίσης, από αυτά που ο μουρτζούφλης ξενοδόχος δεν σηκώνει καν τα μάτια να δει τους πελάτες του, ειδικά όταν πρόκειται για άγουρους μοναχικούς νέους, και που χωρίς κουβέντα παίρνει την ταυτότητα πριν σου δώσει το κλειδί του δωματίου κρεμασμένο από ένα μπρούτζινο βαρίδιο με τον αριθμό του δωματίου χαραγμένο πάνω του. Το δωμάτιο ήταν μικρό με ένα απλό κρεβάτι στη μέση, μια παλιά, γερμένη δρύινη ντουλάπα, και ένα υποτυπώδες τραπεζάκι κολλημένο στον τοίχο κάτω από έναν τετράγωνο καθρέφτη χωρίς πλαίσια. Ήταν και τότε, στην μοναδική εφηβική επίσκεψη μου στην Αθήνα, το σαββατιάτικο απομεσήμερο καυτό από τον αττικό ήλιο. Άφησα τον σάκο μου για να περιπλανηθώ στους ξαναμμένους δρόμους του κέντρου, έρημους από διαβάτες. Οι περισσότεροι έπαιρναν τον απογεματινό τους υπνάκο πίσω από κλειστά παντζούρια, μέχρι το πρώτο κύμα της δροσιάς πριν από τη δύση να τους αγγίξει. Ανεπάγγελτοι νεότεροι Αθηναίοι ή μετανάστες έπιναν τον φραπέ  τους στη δροσιά ενός ισογείου ή κάτω από τα δέντρα κάποιου «ακάλυπτου» ή σε κάποια μακρινή παραλία. Μια κοπέλα με τα μαλλιά βαμμένα με οξυζενέ, έντονο κόκκινο κραγιόν στα χείλια, σε ένα στενό, αμάνικο κίτρινο φόρεμα, μάλλον σεμνό, που ο ποδόγυρος του, αξιοπρεπώς για τα δεδομένα του μαγαζιού και επαγγέλματος που ασκούσε, έφτανε λίγο πάνω από το γόνατα, στεκόταν με τον ώμο ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας. Παρά τα οξυζενέ μαλλιά, παρά τα στερεότυπα που φτιάξαμε για τις γυναίκες που εργάζονται σε τέτοια μπαρ, δεν έδειχνε έκφυλη. Με είδε νέο, μάλλον αθώο, σίγουρα «άβγαλτο», και μου έγνεψε δελεαστικά με το δείχτη του χεριού της να πάω κατά το μέρος της. Ήμουν από τους ελάχιστους διαβάτες τέτοια μεσημεριάτικη ώρα που άσκοπα στριφογύριζαν γύρω από την πλατεία Βάθης. «Μπορώ να σου μιλήσω, αγάπη μου;» μου είπε με ένα χαμόγελο, λίγο προκλητικό, λίγο ναζιάρικο, και ξεκόλλησε τον ώμο της από το κούφωμα. Κοντοστάθηκα. Επέμεινε: «Να σου πω λίγο κάτι;...» Ίσως από ντροπή, ίσως από το φούντωμα κάποιας κρυμμένης ελπίδας μέσα μου -ότι θα μπορούσα, τέλος πάντων, σε κάποια μυστική γωνιά του μαγαζιού να αποβάλλω το στίγμα της παρθενιάς· έστω κι αν αυτό θα γινόταν από κάποια ώριμη και έμπειρη, ίσως ελευθερίων ηθών, αλλά ευπαρουσίαστη γυναίκα, την ακολούθησα σιωπηλός μέσα στο μαγαζί. Αναψοκοκκινισμένος, η συνήθης παρενέργεια συστολών και ντροπής, με το πρόσωπο και τα χέρια υγραμένα από τη ζέστη και την αμηχανία, άκουγα τους παλμούς της καρδιάς να αντηχούν στους κροτάφους μου. Πήρε τα μάτια μου αρκετά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστούν και να αρχίζω διακρίνω μέσα στο σκοτάδι του μακρόστενου μαγαζιού, από το άπληστο φως του ήλιου στο δρόμο έξω. Στα αριστερά βρισκόταν ο πάγκος του μπαρ με διάφορα ποτά στα ράφια πίσω του. Ο μπάρμαν, ένας σχετικά σωματώδης άντρα, που θα ήταν ο μαγαζάτορας και αφεντικό (και ενδεχόμενα προαγωγός κοριτσιών) με την πλάτη γυρισμένη γυάλιζε ποτήρια και τακτοποιούσε μποτίλιες. Δεν έδωσε σημασία στην είσοδό μου πίσω από την κοπέλα, ίσως από επαγγελματική διακριτικότητα, ώστε μην αναστατώσει τον απρόσμενο νεαρό και έναν διστακτικό πελάτη σαν και μένα και χαλάσει μια μικρή δουλειά.

Καθίσαμε με την κοπέλα σε ένα πάγκο με ένα κόκκινο πέτσινο κάλυμμα στο βάθος του μαγαζιού. «Να σου φέρω, αγάπη μου, μια πορτοκαλάδα;» Δεν αρνήθηκα. Ούτε θα μπορούσα πλέον. Αφού είχα μπει σε έναν χορό, θα έπρεπε να τον χορέψω, έστω και με άγαρμπες κινήσεις, στους ρυθμούς, που μια άγνωστη σε μένα χορογραφία ζητούσε. Επέστρεψε από το μπαρ με την πορτοκαλάδα κι ένα ποτό για την ίδια κάτι που έμοιαζε με βότκα ή κάποιο διάφανο αλκοολικό ποτό, που όμως πιθανότατα ήταν σόδα με παγάκια, κι έκατσε δίπλα μου. Η πορτοκολάδα ήταν χλιαρή, και γλυκιά σαν σερμπέτι: πηκτός χυμός αραιωμένος με νερό από τη βρύση, σκέφτηκα· δεν πινόταν εύκολα. Στην ψιλοκουβέντα που ακολούθησε η κοπέλα με ρώτησε τα τετριμμένα («Από που είσαι;», «Τι σε φέρνει στην Αθήνα;») Εγώ, ο αενάως λιγομίλητος και ντροπαλός, απαντούσα με μέγιστη οικονομία λέξεων. Ο λόγος της ήταν αξιοπρεπής και η φωνή της λεπτή και ευγενική, όχι από εκείνες τις βραχνιασμένες, βαριές από το τσιγάρο φωνές, που συνήθως προσδίδουμε σε γυναίκες της πιάτσας. Μιλούσε κοιτάζοντας με λάγνα στα μάτια και αγγίζοντας, που και που, με τον δείκτη τρυφερά κάτω από τον αγκώνα ή τον μηρό μου, ενώ εγώ έριχνα κλεφτές ματιές στο ντεκολτέ της. Ο μπάρμαν παρέμενε διακριτικός αδιαφορώντας για την παρουσία και την κουβέντα μας.  Με τους αγκώνες του στο μπαρ, και το πηγούνι ανάμεσα στις δυο παλάμες, ελλείψει πελατείας και δουλειάς, κοιτούσε στο φωτεινό και έρημο πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί σαν να μη συνέβαινε τίποτε στο εσωτερικό του. Η κοπέλα πρότεινε ξανά και έφερε, χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, και ένα δεύτερο γύρω από ποτά. Τα λόγια αραίωσαν, ενώ εγώ άρχισα να ανησυχώ για το κόστος των ποτών και αν τελικά θα είχα αρκετά λεφτά να το πληρώσω. Τελικά, μάζεψα αρκετά θάρρος και ανακοίνωσα ότι ήθελα να φύγω, ότι έπρεπε να φύγω! Η «ζημιά» γραμμένη από το αφεντικό, σε ένα χαρτί από μπακαλοτέφτερο ήταν μερικά κατοστάρικα, κοντά στο χιλιάρικο, αξιοσέβαστο ποσό για έναν μαθητή εκείνης της εποχής, αλλά, όσο αλμυρή η τιμή και να μου φαινόταν, δεν είχα άλλη επιλογή από το να την πληρώσω από το πενιχρό ποσό που κουβαλούσα πάνω μου. Κατά την αναχώρηση η κοπέλα μου χαμογέλασε με κλειστά τα χείλη της, συγκαταβατικά. Καταλάβαινε κατά βάθος τις ανησυχίες μου, όπως, κι εγώ είχα σιωπηρά καταλάβει, ότι έπρεπε να δημιουργούσε «κατανάλωση» για το αφεντικό της, για να βγάλει το ψωμί της σε μια δουλειά που μου φαινόταν καταπιεστική, ίσως και κατά βάθος καταναγκαστική. Πριν φύγω, στο χαρτάκι του λογαριασμού, μου έγραψε ένα τηλέφωνο να το έπαιρνα αργά, μετά τη βάρδια της, να «βρεθούμε». Είχε ίσως καταλάβει τι πραγματικά με είχε ωθήσει εκεί μέσα, παρά τους δισταγμούς, τις ανησυχίες, τις συστολές. Και δεν ήταν λίγη κουβέντα με μια πορτοκαλάδα.

Δεν πήρα τηλέφωνο το βράδι όπως μου είχε προτείνει με ένα κλείσιμο του ματιού. Υπερίσχυσε και τότε η δειλία, αλλά φανταζόμουν ότι ούτε τα λεφτά θα μου έφταναν. Το βράδυ περιορίστηκα σε μια ζώνη δράσης όπου ένιωθα άνετα, δηλαδή παρέα με τον εαυτό μου. Την άλλη μέρα, μετά από ώρες περιπλάνησης στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τα πόδια κουράστηκαν. Κατέφυγα σε ένα πορνοσινεμά χωρίς πια το φόβο να με δει κανείς συγγενής, συμμαθητής, γνωστός συμπολίτης. Και με αυτό και μια πίτα με σουβλάκι και ένα κουτί μπύρα έκλεισε μια ακόμα άδοξα ατελέσφορη, πάντα μοναχική περιπέτεια της εφηβείας. Από το περιστατικό στο μπαρ της Πλατείας Βάθης που η άφιξη στην Αθήνα και η διαδρομή προς την Ομόνοια που θυμήθηκα, είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Τώρα θα ξαναέβλεπα και θα κοιμόμουν για πολλοστή φορά με τη γυναίκα με την οποία είχαμε μαζί χάσει την παρθενιά μας -με αβίαστο τρόπο. Ώριμος πλέον, με επαρκή αυτοπεποίθηση και λίγο mojo, και κάποια στοιχειώδη αυτογνωσία, κι έχοντας πλήρη επίγνωση ενός από τους κύριους λόγους που με έφερνε στις ίδιες γειτονιές της Αθήνας. Μετά από το κόμπιασμα του μυαλού μου στα αμελητέα γεγονότα χρόνων μακρινών, που η ανάμνηση τους ήρθε τυχαία στην επιφάνεια, επανεστίασα στο παρόν και στο υπόλοιπο της μέρας μπροστά μου. Υποσχόταν ότι θα ήταν συναρπαστικό, στη σιγουριά μιας γνώριμης αγκαλιάς.  

Συναντηθήκαμε με την A σε ένα εστιατόριο πίσω από την Ομόνοια, στυλ ρετρό, με μικρά στρογγυλά τραπέζια από λευκό μάρμαρο πάνω σε μαύρα καμπυλωτά, ατσάλινα πόδια. Φάγαμε τους μέτριους μεζέδες του και ήπιαμε κρασί. Η Α έκανε τα καθιερωμένα τσιγάρα της. Εγώ, όπως συνήθιζα, γκρίνιασα για την απαίσια συνήθεια που αδυνατούσε να περιορίσει και κόψει. Ήταν κακό για την υγεία, αλλά και (τι κρίμα!) χαλούσε ανεπανόρθωτα την γλυκιά της φωνή, ένα χαρακτηριστικό που από μόνο του ήταν αρκετό για κάποιον να την ερωτευτεί. Ακούμπησε την παλάμη στο χέρι μου σα να ζητούσε κατανόηση και συμπάθιο, έγειρε ελαφριά το κεφάλι όπως συνήθιζε και χαμογέλασε με το γλυκό γνώριμο τρόπο της και με αφόπλισε από τη γρίνια. Ο πόθος μου κατέλαβε τα σωθικά.   

Αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο “Economy” –ένα άχαρο κτίριο, που πριν αναμορφωθεί σε ξενοδοχείο, θα πιθανότατα στέγαζε δικηγορικά και τέτοιας λογής γραφεία ή κάποια δημόσια υπηρεσία, και βολοδείραμε για γύρω από την Ομόνοια, το Σύνταγμα, το Ζάππειο, πέρα δώθε στην Σταδίου και την Πανεπιστημίου, την Ιπποκράτους και την Σόλωνος. Η Α ένιωθε την ανάγκη να με ξεναγήσει στα κρυμμένα αξιοθέατα της πόλης, ως ανταπόδοση στα κακοσχεδιασμένο εγχειρήματα  μου πριν χρόνια να την ξεναγήσω κι εγώ κατά τις επισκέψεις της στο Birmingham και το Λονδίνο. Ανακάλυψα, μέσα από την ασχήμια του δάσους των πολυκατοικιών, τα νεοκλασικά που είχε σχεδιάσει ο Ziller, τα οποία, υπό το φως των προβολέων από τις γωνιές των περιμέτρων τους αποκτούσαν μια μεγαλοπρέπεια που, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να συγκριθεί με μερικά από τα λιγότερο επιβλητικά κτίρια του Λονδίνο. Σκέφτηκα, από την άλλη μεριά, το ανώφελο τέτοιων συγκρίσεων. Τα δε είχαν χτιστεί στο μεγαλείο και την χλιδή τους από τον πλούτο που η αυτοκρατορία υφάρπαξε από φτωχότερα έθνη-αποικίες. Τα μεν χτίστηκαν διαμέσου της χρόνια υπερχρέωσης της ελληνικού έθνους απέναντι στον πλούσιο Βορρά και Δύση.   

Η νύχτα είναι νεαρή όπως πάντα στην Αθήνα και την Ελλάδα. Μας βρήκε αργά σε ένα jazz-club των περιχώρων, που η A είχε συχνάσει στο παρελθόν με τον «τύπο» για τον οποίο με είχε εγκαταλείψει σύξυλο φαντάρο στην τελευταία απογοητευτική επίσκεψη μου στα Χανιά. Καθισμένοι πίσω από ένα στενό πάγκο, στο αδιαχώρητο του μαγαζιού, καταναλώσαμε διάφορα Jack Daniels στο μισοσκόταδο από τα χαμηλωμένα φώτα, μέσα στο ντουμάνι από καπνούς τσιγάρων, κάτω από τους ήχους της μπάντας, που παρά την ελλιπή μουσική παιδεία την κρίναμε επαρκή και το ρεπερτόριο της ικανοποιητικό. H επίδραση του αλκοόλ άρχισε να εντείνεται και, όταν το κατώφλι μεταξύ ευφορίας και μέθης ξεπερνιέται, η αίσθηση του περιβάλλοντος παραμορφώνεται, η αντίληψη του χώρου μεταμορφώνεται σε έναν στρόβιλο συγκεχυμένων παραστάσεων και ακουσμάτων, ενώ η αντικειμενικά μετρήσιμη χρονική περίοδος ανάμεσα στιγμές διακριτών γεγονότων μηδενίζεται. Ο χρόνος γίνεται ασυνεχής. Τα μεσάνυχτα είχαν παρέλθει προ πολλού. Τρεκλίζοντας, ψελλίζοντας μόνο από εξαιρετική τύχη βρήκαμε ένα ταξί σε ένα από τα συνοικιακά δρομάκια κοντά στο club. O ταξιτζής μετά από μια δαιδαλώδη πορεία που μου φάνηκε ότι διάρκεσε ώρες, με τη μουσική και βαβούρα του κλαμπ να αντηχεί στα αυτιά, μου, μας άφησε σε μια γωνιά της κυκλικής διασταύρωσης της Ομόνοιας, που έβριθε από κόσμο και ταξί.

Παρά την κούραση και τη μέθη, παρά τα κουρασμένα πόδια και το ζαλισμένο μυαλό, παρά τα παραπάνω από σαράντα και βάλε χρόνια ζωής που κα οι δυο κουβαλούσαμε, αγαπηθήκαμε με ένταση, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς φραγμούς, στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Ένταση στην απλότητα και την πράξη. Σαν όλη η συνάντηση να είχε σχεδιαστεί γύρω από αυτές τις στιγμές και κύριο σκοπό ένα ακόμα ερωτικό αποκορύφωμα με μιαν οικεία συντροφιά. Το χρειαζόμασταν και οι δυο. Έπαιζε στο μυαλό μας από καιρό πριν, όπως θα άρμοζε στην ιστορία της σχέσης μας. Ό,τι ακολούθησε εκείνη την κατάληξη μοιραία ξεχάστηκε. Θα ξανασυναντιόμασταν.