Sunday, June 11, 2023

Ένα Παιδί - 31 Μπάλα: Τηλεόραση

Είναι πάθη που ριζώνουν και φουντώνουν από τα παιδικά χρόνια στο νου κα την ψυχή και τα κουβαλάμε άσβηστα όσο έχουμε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, είθε να τα ζούμε μέχρι τέλους.

Στον Πατέρα, στα νιάτα του, ελλόχευε μια φαινομενικά μικρή και μάλλον προσεκτικά καλυμμένη φλόγα για το ποδόσφαιρο και άλλα, λιγότερο δημοφιλή, ομαδικά σπορ της εποχής, που ανθούσαν στην πόλη, στην χώρα και τον κόσμο. Αν και ποτέ στη ζωή του, είτε ως παίκτης, είτε ως θεατής, ο αθλητισμός δεν βρέθηκε παρά μόνο περιστασιακά στο επίκεντρο, φαίνεται όμως ότι ως νέος και φοιτητής έπαιζε μπάλα συχνά –στις γειτονιές, στις αλάνες και στα ξερά γήπεδα της Θεσσαλονίκης. Έτσι έδειχναν φωτογραφίες όπου πόζαρε με τις φανέλες μιας πανεπιστημιακής ομάδας, το αδύνατο κορμί, αλλά και τα κοντά και δυνατά πόδια -σουλούπι και στόφα ποδοσφαιριστή θα έλεγε κάποιος.

Πριν την αγορά της πρώτης μας τηλεόρασης, τα απογεύματα της Κυριακής, όταν τον Πατέρα τον έπαιρνε ο υποχρεωτικός υπνάκος του, εμένα, σκυμμένο σε μια γωνιά μπροστά σε ένα τρανζιστοράκι, με συνέπαιρναν οι δραματικές μεταδόσεις από την βραχνή, εμβληματική φωνή του Γιάννη Λογοθέτη. Πως κατάφερνε ένας θεολόγος να εκφωνεί με ζήλο και ευφράδεια, χωρίς παύσεις, χωρίς λάθη, να περιγράφει τις φάσεις ενός αγώνα, κατά κανόνα «βρώμικου» -και αμαρτωλού, με απίστευτη λεπτομέρεια και την ταχύτητα που η μπάλα άλλαζε πόδια; Κρατούσα σημειώσεις των αποτελεσμάτων σε ένα μπλοκάκι, όπως αυτά διαμορφώνονταν στη διάρκεια του απογεύματος. Και ενημέρωνα τον Πατέρα όταν ξυπνούσε. Και τσεκάραμε τα δελτία ΠΡΟΠΟ που έπαιζε και, όταν μεγάλωσα, έπαιζα κι εγώ με το λίγο χαρτζιλίκι μου.   

Λίγες Κυριακές που θυμάμαι πήγαμε με τον Πατέρα στο γήπεδο· λίγες, γιατί σπάνια θυσίαζε τη απογευματινή του σιέστα. Σε κάθε της όμως μορφή, ήταν η κύρια κυριακάτικη ψυχαγωγία μου -πλην των καλοκαιρινών μηνών, ήταν η ψυχαγωγία των μαζών. Στην οικογένειά μου, που μόλις ξεχώριζε από αυτές τις λαϊκές μάζες, αυτή η ψυχαγωγία συνήθως λάμβανε χώρα μετά από ένα πιάτο roast beef και γαλακτομπούρεκο στου Νιόνιου ή ένα take-away από τα θρυλικά μπιφτέκια του Τάκη του Καλούση. Εκείνες οι αξέχαστες γεύσεις και γεύματα πήγαιναν χέρι-χέρι με το απογευματινό θέαμα ή ακρόαμα που θα ακολουθούσε, πριν ξεκινήσει μια ακόμα βδομάδα ρουτίνας στο σχολείο και τη δουλειά.   

Και μετά, κατά το 1970, στο σπίτι μας έφτασε η τηλεόραση! Ένας μαγικός κυβικός όγκος μάρκας Grundig με μαυρόασπρη οθόνη και μια σειρά από δύσκολα ρυθμιζόμενα, είτε με πίεση, είτε με περιστροφές κουμπιά. Τα κανάλια ήταν μόνον δύο, αλλά οι διακοπές στη μετάδοση συχνές και ο συντονισμός της δύσκολος. Τοποθετήθηκε κεντρικά στο ad hoc ράφι της βιβλιοθήκης του καθιστικού, απέναντι από τον καναπέ και τις πολυθρόνες στο μακρόστενο πρόχειρο του διαμερίσματός μας. Έκτοτε παρακολουθούσαμε αδιάλειπτα ζωντανές τηλεοπτικές μεταδόσεις ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το πρελούδιο με τον ύμνο της Eurovision προκαλούσε ανατριχίλες, έφερνε πεταλουδίτσες στο στομάχι. Θα ακολουθούσε η παλλόμενη φωνή του απαράμιλλου Γιάννη Διακογιάννη που «δονούσε» νου και αισθήσεις και ζωήρευε και χρωμάτιζε την δράση στην οθόνη από κάποιο εξωτικό μέρος μακριά. Οι επιδέξια παρεμβαλλόμενες από τον εκφωνητή παύσεις, όταν στην εκπομπή ξέμεναν ο αχός, οι φωνές και αναστεναγμοί της κερκίδας, μας προετοίμαζαν για το επόμενο βαρυσήμαντο σχόλιο: περί του Α ή Β ποδοσφαιριστή, κόουτς, ομάδας, χώρας, ιστορικού συμβάντος, κριτικής, κάποιου πολιτικού υπονοούμενου. Οι μεταδόσεις κατάφερναν και απορροφούσαν και μάγευαν παρά την πρωτόγονη για τα σημερινά δεδομένα τεχνολογία. Τον ακούγαμε με ευλάβεια τον Γιάννη τον Διακογιάννη, όσο βαρετό και να ήταν το θέαμα.

Πιο τακτικά, τα κυριακάτικα βραδινά, το ενδιαφέρον μας απασχολούσε η «Αθλητική Κυριακή» του ίδιου και του λιγότερο ταλαντούχου συνεργάτη του Φουντουκίδη, με τα πρόχειρα επεξεργασμένα, στιγμιότυπα από τους στατικούς και άτεχνους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος, που συχνά διακόπτονταν από τους περισσότερο ενδιαφέροντες για το παιδικό μάτι καυγάδες εντός αγωνιστικού χώρου ή που τελείωναν με διαμαρτυρίες και εκφράσεις αγανάκτησης από παίκτες και οπαδούς της ηττημένης ομάδας, πικρόχολα σχόλια από κάθε λογής παράγοντες, και πολλές φορές, ειδικά στα μεγάλα ντέρμπι, με αγριότητες και βίαια επεισόδια. Διαπίστωσα από νωρίς ότι σπάνια στα ελληνικά γήπεδα μια νίκη για τον χαμένο ήταν καθαρή και δίκαια και σεβαστή, ενώ η ήττα πάντα πικρή και τις πιο πολλές φορές άδικη. Τα σαββατιάτικα απογεύματα έβλεπα μαγνητοσκοπημένους από κάποιο λασπωμένο ή χιονισμένο γήπεδο αγώνες αγγλικού ποδοσφαίρου. Αυτοί αιχμαλώτιζαν το ενδιαφέρον μου εξίσου με τους αγώνες της ντόπιας ομάδας, που έμελλε να υποστηρίζω ως παιδί. Εκεί, στην Αγγλία, νικητές και ηττημένοι έσφιγγαν τα χέρια παρά τα φάουλ, τα λάθη της διαιτησίας. Έμαθα αργότερα ότι το έλεγαν fair play.

Saturday, June 10, 2023

Ένα Παιδί - 30 Στο Χωριό

Ως γέννημα και θρέμμα της μεγάλης πόλης, ανάμεσα σε παιδιά και τα φιλαράκια της γειτονιάς, κοντά στο σκολειό και το ζεστό καταφύγιο του διαμερίσματος μας, της γιαγιάς από κάτω ή του θείου στον ίδιο όροφο απέναντι, της οικογενειακής φιλίας με τους αστούς Πρωτοποριδαίους, το χωριό της Μάνας δεν ασκούσε, απόμακρη ως ήταν η κουλτούρα και διαφορετικών συνηθειών οι άνθρωποι του, την έλξη και το ενδιαφέρον της παιδικής καθημερινότητας.  Όμως, χάριν του παππού, της γιαγιάς και των θείων από το σόι της Μάνας όφειλα να την συνοδεύω στις συχνές επισκέψεις της στο πατρικό και να μη δείχνω αδιάφορος ή στενοχωρημένος.   

Η γιαγιά και οι αδερφές της Μάνας, η Λ και η Δ, ίσως κι ο λίγο απόμακρος παππούς, με αγαπούσαν υπερβολικά κι έδειχναν την αγάπη τους με κάθε τρόπο που θα μπορούσε να ζεστάνει και ευχαριστήσει την ψυχή ενός παιδιού. Το αντιλήφθηκα από πολύ νωρίς, παρόλο που όντας μικρός και όποτε στην φροντίδα τους με παρέδιδαν οι γονείς κάποια Σαββατόβραδα εξόδων· με το πέσιμο της νύχτας η απουσία τους έφερνε παράπονο και στενοχώρια που δύσκολα ξεπερνούσα παρά την παρηγοριά και τρυφερότητα-της Δ κυρίως. Τελικά, με την ψυχαγωγία και το γέλιο από τα αστεία της θείας Λ κατά την νυχτερινή στρωματσάδα, που με ταλέντο της υποδυόταν συγχωριανούς με αναπηρίες ή παράξενες προφορές και τρόπους, με τις βρισιές και τα χωρατά από το καφενείο του Γραμμένου που αναστάτωναν την παιδική ψυχή, με τη θέα της σκιάς και τις φωνές του Σίμου του μεθύστακα να τρεκλίζει, διωγμένος και καθυβρισμένος από τους χωριάτες του καφενείο, έτσθ ξεχνιόταν και η στενοχώρια και οι γονείς κι η ζεστασιά της γειτονιάς μου.

 Ήταν και φορές που το χωριό κέντριζε το ενδιαφέρον μου πραγματικά, και αρκετά ώστε ο νους να δραπετεύει από τα παιχνίδια στη γειτονιά και να με τραβάει με τα μικρά του μυστήρια που η πόλη δεν πρόσφερε: όταν πιάναμε τον Μάη με την Δ στις εξοχές του χωριού που γέμιζαν παπαρούνες, μαργαρίτες και ζουμπούλια· στον Επιτάφιο που αποθέταμε λουλούδια και τον περνούσαμε σκυφτοί από κάτω για να αγιαστούμε και μετά τον ακολουθούσαμε, πλαισιωμένα από τα ΤΕΑ και άλλους ένστολους, στην λιτανεία του· στην Ανάσταση με τις μυρωδιές των πασχαλιών στο δρόμο για τον Άη-Θανάση στις εξοχές και την επιστροφή με τη λαμπάδα με το Άγιο Φως· στην Κυριακή του Πάσχα που διαλέγαμε τα πιο ανθεκτικά αυγά με ελαφρά χτυπήματα στα δόντια για την επικράτησή στα τσουγκρίσματα του πασχαλινού τραπεζιού· στο στίβαγμα και κόψιμο των ξύλων το φθινόπωρο, που ένα κάρο αράδιαζε ατσούμπαλα στην αυλή του παππού· στο άναμμα της ξυλόσομπας και του μαγκαλιού το χειμώνα, στη συντήρηση της φωτιάς της και τα παιχνίδια με τις φλόγες· στα κάλαντα που τραγουδούσαμε με το γειτονόπουλο, περιφερόμενοι στα σπίτια του χωριού για λίγο χαρτζιλίκι και κεράσματα· στο ξεσκόνισμα και συμμάζεμα των διάφορων αντικειμένων στα ράφια του παντοπωλείου «Ι. & Υιοί» δίπλα, που μου άρεσε να κάνω, και οι «Υιοί» με άφηναν παρά τις αντιδράσεις του μεγάλου Ι.· μέχρις και στις βόλτες με το Opel του Σπύρου Ι., του φανατικού ΠΑΟΚτσή για να δούμε το πρωινό κυριακάτικο κλοτσοσκούφι ανάμεσα στις τοπικές ερασιτεχνικές ομάδες σε γήπεδα με αγριοχορτοτάπητες, περιστοιχισμένα από γεωργικά τρακτέρ και ημιφορτηγά -πριν πάρει το δρόμο του για κάποιο απογευματινό ματς στην Τούμπα.

Γείτονες μας ήταν κάποιοι χριστιανοί, Τούρκοι (όπως νόμιζα) ή Έλληνες ή κάτι άλλο -χωρίς σημασία στο ιστορικό γίγνεσθαι, που οι ανταλλαγές πληθυσμών, με κριτήριο τότε την δηλωμένη θρησκεία κάποιου τους έφεραν στο χωριό μας από την Προύσσα. Η μητρική τουρκική γλώσσα τους, οι μεταξωτές βράκες, οι αμανέδες στο τρανζιστοράκι, το φαγητά που μαγείρευαν πάνω σε μια φωτιά στην αυλή, η φτωχική διαβίωση, όλα αυτά με παραξένευαν και ξένιζαν ως αλλόκοτα, μάλλον με απωθούσαν παρά τη σχετική αγνότητα που χαρακτηρίζει τις παιδικές ψυχές. Αλλά, έβλεπα επίσης, η γιαγιά και η θεία Δ ότι διατηρούσαν θερμές και φιλικές σχέσεις μαζί τους, μιλώντας τους σε τουρκικά ανάμικτα με ελληνικές λέξεις.

Στην άκρη του χωματόδρομου, κατά μήκος του φράκτη της πίσω αυλής και του μπαχτσέ του παππού, ήταν το χαμόσπιτο των Ντ. –κι αυτό από χτισμένο τσάτρα-πάτρα τα χρόνια Εποικισμού και τις ανταλλαγές πληθυσμών. Οι Ντ., όπως και οι γείτονες μας απέναντι, ήταν και αυτοί Προυσσαλήδες, υπάρξεις εξίσου τσακισμένες από ανάλογη φτώχια και κακομοιριά. Το σπιτικό, που ο παππούς, ο έμμισθος δημοδιδάσκαλος έχτισε στο οικόπεδο που το κράτος είχε παραχωρήσει στον προπάππου τον Κωτή και έγινε προίκα της κυρά-Βασιλικής, φάνταζε ως μοντέρνα έπαυλη δίπλα στα σπίτια των γειτόνων και των Ντ. παραπέρα: ήταν χτισμένο με θεμέλια και πλάκα από μπετόν, είχε το πάτωμα του υπερυψωμένα από το έδαφος, καλυμμένο από ξύλο ή μωσαϊκά, διέθετε τουαλέτα και στοιχειώδη αποχέτευση, και πόρτες κανονικές, αντί για τα κιλίμια που χώριζαν τα δωμάτια των γυμνών, χαμόσπιτων του Εποικισμού, σαν αυτού των Ντ. και το εγκαταλειμμένο πλέον του προπάππου στην άκρη της αυλής. Ο κυρ-Θανάσης, ο αγράμματος πάτερ-φαμίλιας των Ντ., ήταν ένας σκεβρωμένος και κουτσός, ταλαιπωρημένος από την ζωή ανθρωπάκος που έσερνε το δεξί του πόδι, μια αναπηρία και ένα στράβωμα του στόματος στην φτωχή από λέξεις ομιλία του γίνονταν στόχος των αστείων της Λ τα βράδια. Όμως η ψυχή του πλημμύριζε από καλοσύνη και φιλότιμο, σε αναλογία με την φτώχια που έδερνε την οικογένεια του· και αστείρευτη ευγνωμοσύνη για την συμπαράσταση που τους έδειξε η γιαγιά σε δύσκολες στιγμές ανάγκης. Περιφερόταν στο χωριό για κάποιο μεροκάματο με δουλειές του ποδαριού, αλλά πρόθυμα, με μόνη αμοιβή το καφεδάκι που του πρόσφερε η γιαγιά, μου έφτιαξε δωρεάν το ποδήλατο που ο παππούς μου είχε δωρίσει. Ποδήλατα και τέτοιες παρόμοιες ανέσεις και χαρές πολλών παιδιών της εποχής, τα τρία παλληκάρια που μεγάλωνε στο φτωχικό του: ο μεγάλος ο Κώστας, που αργότερα ένα προξενιό του στην Μάνα μπλόκαρε ο παππούς για ευνόητους λόγους, ο Γιώργος ο καπάτσος, και ο μικρότερος και συνομήλικος μου Βασιλάκης, μέχρι τότε στερούνταν. Ήταν τα τρία παλληκάρια που επέζησαν από τα έξι και ίσως παραπάνω παιδιά του κυρ-Θανάση και της κυρά-Βασιλικής, ένα από τα οποία βρήκε τραγικό θάνατο κάτω από τις ρόδες ενός λεωφορείου, μόλις έξι χρονών -μια ιστορία που αποτυπώνεται ανεξίτηλα στις παιδικές μνήμες. Όπου φτωχός και η μοίρα του, όπως λένε ακόμα. Με τον Βασιλάκη, το συνεσταλμένο και δειλό και φοβισμένο στερνοπαίδι του κυρ-Θανάση κάναμε παρέα για μερικά φεγγάρια προτού οι Ντ. μαζέψουν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και πάρουν ανεπιστρεπτί τον δρόμο της ξενιτιάς για την Βοστώνη.

Ο Γιώργος ο Ντ., τους δεσμούς και επικοινωνία με ό,τι απέμεινε από το σόι του παππού, την θεία Δ ιδιαίτερα, τις διατήρησε μέχρι σήμερα. Μετά τον θάνατο του κύρ-Γιάννη, προξένεψε και πάντρεψε τη Δ με ένα φίλο μετανάστη από την ελληνοαμερικάνικη κοινότητα της Βοστώνης, τον Πήτερ, στα ελληνομερικάνικα «Πήρα», στα ελληνικά Παναγιώτη. Όταν φοιτητής πλέον στην Αμερική ξέμεινα από λεφτά, μεσολάβησε, έκανε έναν έρανο ανάμεσα στα μέλη της πολυμελούς οικογένειας και μου έστειλε τα $500 που χρειαζόμουν για να βγάλω τον μήνα. Στην πρώτη μας επίσκεψη στην θεία Δ και τον θείο Π στη Βοστώνη, κάπου δεκαπέντε χρόνια μετά τον εκπατρισμό των Ντ., μας κάλεσαν για γεύμα στο σπιτικό τους στη Βοστώνη. Ο στιβαρός και καλοαναθρεμμένος πλέον από την αμερικάνικη ευμάρεια Γιώργος με πείραξε· με είδε μικρόσωμο σε σχέση με τον Πατέρα, που θυμόταν καλοταϊσμένο και σωματώδη «Ρε συ, είσαι ο Λ; Σε φανταζόμουν όπως θυμόμουν το μπαμπά σου μεγάλο και ψηλό»; Τι να απαντούσε κάποιος παρά με ένα χαμόγελο και ένα «τι να κάνουμε»; Ο Βασιλάκης, το συνεσταλμένο γειτονόπουλο που παίξαμε λίγες φορές ως παιδιά, είχε εξαμερικανιστεί, ξεχάσει το χωριό, τα άχαρα παιδικά του χρόνια σε αυτό, και τα ελληνικά του. Απλώς χαμογελούσε από μια γωνιά του τραπεζιού, αμίλητος και ντροπαλός όπως πάντα, καθισμένος δίπλα στην ελληνομερικανίδα γυναίκα του. Ο κυρ-Θανάσης είχε ξανανιώσει στην ξενιτιά. Κυριαρχούσε στην ομήγυρη από την κεφαλή του τραπεζιού με κουβέντες στην περίεργη και απωθητική ελληνοαμερικάνικη προφορά και χειρονομίες. Φαίνεται ότι βρήκε στην Αμερική την πραγματική του πατρίδα και κυρίως μιαν ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άκουσα ότι έζησε για πολλά χρόνια μετά από εκείνο το γεύμα, στην κορυφή μιας μεγάλης οικογένειας που έριξε μαύρη πέτρα στην φτώχια πίσω της και πρόκοψε. Τον θυμάμαι ακόμα, μισό αιώνα μετά, μια μεγάλη καρδιά σκυμμένη με κάτι εργαλεία πάνω από το ποδήλατο μου στην αυλή του παππού, να αλλάζει την σαμπρέλα, να σφίγγει τα φρένα, και στο τέλος με ένα πανί να γυαλίζει τον σκελετό του ποδηλάτου και να ρουφάει τον καφέ της γιαγιάς.   

Με τον άλλο τον συνομήλικο μου Βασίλη, τον Βασίλη τον Π., συνεχίσαμε το παιχνίδια κατά τις επισκέψεις μου στο χωριό, αρκετά χρόνια μετά τον ξενιτεμό του Βασιλάκη των Ντ. Οι τρεις μας ποτέ δεν στεριώσαμε σαν παρέα. Ο εύσωμος Βασίλης κακομεταχειριζόταν τον παρακατιανό και αδύναμο Βασιλάκη και συχνά τα παιχνίδια των τριών μας κατέληγαν με τον τελευταίο να τρέχει με κλάματα στο φτωχικό του, παρά την συμπάθεια και τον πόνο μου και όσων γινόταν μάρτυρες του bullying που υφίστατο. Ο Βασίλης ο Π., ο ευτραφής, ήταν γιος ενός Πέτρου που κατέβηκε στο χωριό από την Καρατζόβα μετά τον ανταρτοπόλεμο, το πως και το γιατί ένα μυστήριο κρυμμένο στις αναταραχές της περιόδου, κι έστησε το μπακάλικό του, απέναντι από το σπιτικό του παππού και από αυτό των συγγενών μας, του θείου Λ. και των γιων του. Μικρός απορούσα πως δυο ανταγωνιζόμενα παντοπωλεία, το ένα ακριβώς απέναντι από το άλλο, μπορούσαν κι επεβίωναν στο ίδιο χωριό με μια μικρή και σχετικά φτωχική πελατεία. Οι δραστηριότητες τους, όμως, διαφοροποιήθηκαν με τα χρόνια. Το μπακάλικο του Πέτρου, πέρα από την χύμα πραγματεία που έφερνε, τον χαλβά, το τυρί, τις ελιές, τη μορταδέλα, και τα άλλα καλά, που η θεία Δ ψώνιζε κάθε φορά που επισκεπτόμουν με την Μάνα για να με ευχαριστήσει, διέθετε επίσης τεράστιες αποθήκες με πίτουρα και αλεύρι και σιτάρι. Στις αποθήκες του Πέτρου ο Βασίλης με έπαιρνε και ανεβοκατεβαίναμε τους τεράστιους σωρούς από τσουβάλια: σκαρφαλώνοντας μέχρι το θεόρατο ταβάνι, πέφτοντας από μεγάλο ύψος στα μαλακά στη βάση της στοίβας από τα τσουβάλια. Από την δική του μεριά, μεγάλο μέρος του τζίρου του μπακάλικου των συγγενών μας προερχόταν από πωλήσεις ποτών στο χωριό και στα γειτονικά του, ποτά που διένειμαν με ένα κλασικό σκεπαστό Volkswagen φορτηγάκι, μέχρι που από τους υιούς και τα εγγόνια του γέρου Ι., μετασχηματίστηκε αποκλειστικά σε αποθήκη χοντρεμπορίου αλκοολούχων ποτών: σε καφενεία, ταβέρνες, club και ύποπτα κέντρα. Η επαρχία της Θεσσαλονίκης, και ο ίδιος ο γέρος Ι., ακολουθώντας τις μόδες των αστών των μεγαλουπόλεων,  έγινε από εκείνα τα χρόνια, με ένα γεμάτο ποτήρι σε κάθε γεύμα, ενθουσιώδης καταναλωτής σκωτσέζικου ουίσκι.

Τον Βασίλη, πέρα από τις μπίλιες που παίζαμε στον δρόμο μπροστά από το πατρικό στο λείο έδαφος κάτω από την ακακία, τα σκαρφαλώματα και κυνηγητό στα τσουβάλια των αποθηκών του Πέτρου, μας συνέδεσαν τα τσουγκρίσματα των αυγών το Πάσχα, οι περιηγήσεις στο χωριό για τα κάλαντα των Χριστουγέννων, οι χειροποίητες σφεντόνες για εξάσκηση στο σημάδι και κυνήγι πουλιών, αργότερα λίγη μπάλα στο γήπεδο της τοπικής ομάδας, που όπως κάθε διαμορφωμένο χώρος ποδοσφαίρου με εστίες και δοκάρια με τραβούσε σαν μαγνήτης. Για όλα αυτά ο Βασίλης περίμενε στο χωριό του με λαχτάρα το φωτισμένο κοσμοπολίτικο αρχοντόπαιδο, που κουβαλούσε τις εμπειρίες και την λάμψη της Θεσσαλονίκης. Και με τα νέα της παρουσίας μου στο χωριό ενθουσιαζόταν. Ξεχνούσε τις μικροδουλειές που του ανέθετε ο μπαμπάς στο μπακάλικο, παρά τις κατσάδες που θα ακολουθούσαν αργότερα, παραμέριζε τον κατά έναν χρόνο μικρότερο αδερφό με πρόσωπο σημαδεμένο από το καυτό σίδερο σιδερώματος (που ο Βασίλης του είχε κολλήσει στο μάγουλο για να ικανοποιήσει κάποια νοσηρή παιδική περιέργεια για το αποτέλεσμα), έδιωχνε με άκαρδο τρόπο από την παρέα μας τον Βασιλάκη τον Ντ. Αποκτούσε την αποκλειστικότητα μου στα παιχνίδια που σκαρφιζόμαστε, ήταν η δραπέτευση από την ρουτίνα του μπακάλικου και του χωριού.  

Με το τέλος του Δημοτικού σχολείου αραίωσαν οι επισκέψεις στο χωριό. Είχα το βουνό της εκπαίδευσης και μόρφωσης να σκαρφαλώσω με το αναπόφευκτο σπρώξιμο των γονιών, μαζί με αυτό της εφηβίας. Ο Βασίλης συχνά ρωτούσε την Δ για μένα, ακόμα και όταν τελικά πήρε και μένα μόνιμα η ξενιτιά. Χρόνια μετά, σε μια από τις αραιές επισκέψεις μας στο χωριό, στης θείας Δ και στου θείου Π, που το πατρικό έγινε το σπιτικό τους μετά τον επαναπατρισμό, ο θείος Π. μου έδειξε την τεράστια φιγούρα του Βασίλη στην αυλή του ανάμεσα στο μπακάλικο και το σπίτι του. «Να πάμε να μιλήσετε; Πάντα ρωτάει για σένα!» Αρνήθηκα: «Άστο, άλλη φορά… Δεν νιώθω άνετα μετά από τόσα χρόνια.» Είχαν περάσει δεκαετίες που αλλάζουν προσωπικότητες, φυσιογνωμίες, σουλούπια, συχνά αγνώριστα σε τρομακτικό βαθμό. Και λίγο νόημα έβλεπα στο ανασκάλεμα σκόρπιων αναμνήσεων από τα πολύ μακρινά, παιδικά χρόνια. Μόνον μελαγχολία, μέχρις και κατάθλιψη, φέρνει το θέαμα και μια ψιλοκουβέντα δυο ανθρώπων για τα χρόνια που τους είχαν συνδέσει, τα έχουν αφήσει πίσω προ πολλού και ανεπιστρεπτί. Μια σύντομη, αμήχανη κουβέντα αναπόφευκτα θα κατέληγε σε κοινοτοπίες, σκέφτηκα: «πως περνάει έτσι ο καιρός, σαν χτες παίζαμε μπίλιες παιδιά μαζί εδώ έξω και σκαρφαλώναμε τα τσουβάλια με τα πίτουρα…» Και μια εσωστρεφής φύση με δυσκολία αντεπεξέρχεται. Μια ανταλλαγή μηνυμάτων λίγα χρόνια αργότερα στο Fascebook, με αόριστες υποσχέσεις για συνάντηση, ήταν μια πιο εύκολη διέξοδος.

Τα μήλα συνήθως κάτω από την μηλιά πέφτουν, ιδιαίτερα στα χωριά, και τα δυο αδέρφια, ο Βασίλης και ο Αλέκος Π., συνέχισαν τις δουλειές του πατέρα-μπακάλη Πέτρου. Aν κρίνω από την παντελή έλλειψη αδερφικότητας που τους διέκρινε στα παιδικά τους χρόνια, οι γιοι, αφού μοίρασαν την κληρονομιά και χώρισαν τα τσανάκια τους, εκμορντένισαν και στέριωσαν ανεξάρτητες, μάλλον ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις «super-markets»: μια αλυσίδα από «Φτηνά! Και Καλά!» που απλώθηκε στα γύρω χωριά ο μεν, «Ό,τι θέλεις δίπλα σου!» στις παλιές αποθήκες του Πέτρου συν ένα-δύο παραρτήματα σε διαφορετικά από των πρώτο χωριά, ο δε. Ο Πέτρος και η Παναγιώτα θα ήταν περήφανοι. Η θεία Δ και ο θείος Π, όμως, θα έκαναν τα κύρια ψώνια με το αυτοκίνητό τους από τα Lidl και το Μασούτη, λίγο έξω από το χωριό.

Τα χρόνια πέρασαν, άνθρωποι του έφυγαν για να μην ξαναγυρίσουν, το σπιτικό στο χωριό νοικιάστηκε από έναν Αλβανό γείτονα. To super-market του Βασίλη με μεγάλες, ευδιάκριτες από μακριά επιγραφές, ευδοκιμεί στο σταυροδρόμι, στο ισόγειο κάτω από το μεγάλο σπιτικό του, απέναντι από το εμπόριο ποτών των Ι. Το μπακάλικο του Πέτρου και οι αποθήκες του, με κατεβασμένα τα στόρια, άδειες στα σκοτάδια τους, θα είναι εκεί για να μου θυμίσουν τις παιδικές ανεμελειές, αν και όταν ξαναπεράσω από το χωριό.  Α, και τη μορταδέλα, τον χαλβά, και τις άλλες λιχουδιές που μου αγόραζε από εκεί η θεία Δ.