Sunday, March 10, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (5)

Εξέγερση και Ελευθερία

H συναίσθηση του «παραλόγου», της απόρριψης κάθε αιτήματος που προσβλέπει στο μέλλον, η πλήρης συνειδητοποίηση της θνησιμότητας, απελευθερώνει τον άνθρωπο ώστε να ζήσει στο μέγιστο δυνατό τη χρονικά περιορισμένη περιπέτεια της ζωής του, ως μοναδική ευκαιρία. Αυτή καθαυτή η αναγνώριση ότι πνεύμα και ψυχή θα πεθάνουν κι εξαφανιστούν μαζί με το σώμα, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας του, ελευθερίας που προκύπτει από την κατηγορηματική απόρριψη του αύριο και της αιωνιότητας, της διαρκούς και επίμονης εστίασης της συνείδησης στο παρόν. Αυτή η αντίληψη, θέση και στάση που αποστρέφεται την αναβλητικότητα της βούλησης, πρώτα και κύρια τον απελευθερώνει από τα δεσμά του μέλλοντος, δηλαδή από φρούδες προσδοκίες κι ελπίδες που ένα γενικά αόριστο και υποθετικό μέλλον μπορεί να εκτρέφει· σημαίνει απεξάρτηση από μιαν αιωνιότητα που δεν υφίσταται και ολοκληρωτική αποδέσμευση από την επένδυση του περιορισμένου χρόνου πάνω στη γη προς την επιδίωξη αβέβαιων και νεφελωδών στόχων. Η ζωή από εκείνο το σημείο μέχρι το τέλος της τίθεται πλέον ως μια ακολουθία παρόντων, εικόνων, αισθήσεων και εμπειριών, που η θέληση του θα επιδιώκει αδιάκοπα και θα βιώνει ενσυνείδητα: ο άνθρωπος προσπαθεί και γίνεται συνειδητός κάθε στιγμής της ζωής και ύπαρξης του ως το μοιραίο τέλος, όπως ο ήρωας του Outsider.

Ασφαλώς και η ελευθερία του ατόμου περιχαρακώνεται από τη γεωγραφία του, την εποχή του, την τάξη του – το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του εν γένει. Οι ορίζοντες αυτής της ελευθερίας είναι συνάρτηση των υλικών συνθηκών και υπόβαθρου στη διάρκεια της ζωής, κάτι που σχημάτισα την εντύπωση ότι συστηματικά και μερικές φορές σκόπιμα, εξαιτίας κυρίως κακής πίστης και προκαταλήψεων, είτε παραβλέπεται, είτε παρακάμπτεται από φιλοσόφους και ιδεολόγους,  συνήθως αποκομμένους από τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Δρούμε σε μια σύγχρονης πραγματικότητας όπου ακόμα και δραστηριότητες όπως η αισθητική ευχαρίστηση που αντλείται της ομορφιάς της φύσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπου ακόμα και η βασική διέγερση των αισθήσεων, υποτάσσονται στο κεφάλαιο και αποκτούν εμπορευματική, ανταλλακτική αξία. Για τη στοιχειώδη επιβίωση του και μόνο, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς το ζείν για τον ίδιον και την οικογένειά του, υποχρεώνεται να αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι του χρόνου της ζωής του στο πολλές φορές άχαρο και μη ανταποδοτικό καθήκον της καθημερινής εργασιακής ρουτίνας –κυρίως, για να αναπαραχθεί (κατά κανόνα ως εργασιακή δύναμη υποταγμένη στο κεφάλαιο) και συντηρηθεί, ως ενεργό στοιχείο του οικονομικού συστήματος. Αλλά η συναίσθηση κι η προσήλωση στο παρόν, η επικέντρωση στην ακολουθία των στιγμών που αυτό το παρόν συνιστά, o εναγκαλισμός κάθε ευκαιρίας και εμπειρίας που παρουσιάζει στο δρόμο το τώρα και το εδώ, η διαρκώς αφυπνισμένη και εστιασμένη συνείδηση σε αυτό, η απόρριψη της αιωνιότητας, η αδιαφορία απέναντι στη δικαίωση από το περιβάλλον για αυτό που είναι και αυτό που κάμει, δηλαδή για την εφήμερη παρουσία του στον κόσμο, του επιτρέπει να μεγεθύνει το διαθέσιμο χρόνο και να διεκδικήσει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία. The absurd enlightens me on this point: there is no future. Henceforth, this is the reason for my inner freedom… The return to consciousness, the escape from everyday sleep represent the first steps of absurd freedom.

Εκεί, λοιπόν, στο «παράλογο», όπως υποθέτω το αντιλήφθηκε αρχικά ο Camus, βρίσκονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις του ζητούμενου της ατομικής ελευθερίας, πριν ακόμα πλησιάσουμε κι αγγίξουμε και ξεπεράσουμε τα όρια του περιβάλλοντος και χρονικής στιγμής που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και στα πλαίσιά τους δρούμε . Η μεγιστοποίηση της αίσθησης του χρόνου γίνεται αναγκαία προϋπόθεση για την ανακάλυψη, την κατάκτηση και ξεπέρασμα αυτών των ορίων. Αν στο τέλος υπάρχει κάποια ποσοτική διαβάθμιση της ελευθερίας, αυτή θα μετριέται όχι μόνον από τον υλικό πλούτο που θα αναλώσουμε προς την κατάκτηση μιας εφήμερης αισθητικής και αισθησιακής τέρψης και ευτυχίας, αλλά και από τον αριθμών και την ποικιλία των εμπειριών που θα βιώσουμε, από το μέγεθος και την ένταση των αποθηκευμένων στη μνήμη εντυπώσεων, των στιγμών στις οποίες οι αισθήσεις μας κοντοσταθήκαν, απορρόφησαν και καταχώρησαν κομμάτια από τον κόσμο γύρω μας. Άρα, η παθητική βίωση των φαινομένων και το ασυνείδητο ή επιφανειακό προσπέρασμα αισθησιακών και αισθητικών εμπειριών, από μια συνείδηση απορροφημένη και βυθισμένη σε μιαν καθημερινή, τετριμμένη επανάληψη, φυλακισμένη από το πέρασμα των ημερών, δεν αρκεί, αλλά συγκλίνει προς το ασυνείδητο και την ανυπαρξία.

Σε τελική ανάλυση, ο βαθμός της ελευθερίας που ο καθένας μας κατακτά είναι αποτέλεσμα μιας προσωπικής, υποκειμενικής αυτο-εκτίμησης, εφόσον αποκτήσει τη συνείδησή της. O άνθρωπος νιώθει και ανασκοπεί μόνο τη δική του ελευθερία ή, τιθέμενο αλλιώς, η ελευθερία είναι προσωπικό βίωμα. Εν γένει, ως μέλος μιας κοινωνίας και ως πολίτης ενός κράτους, η ελευθερία του ανθρώπου έχει δύο θεμελιώδεις μορφές: της σκέψης, που είναι ατομική και δυνητικά απεριόριστη, παρά τις οποιεσδήποτε εξωγενείς δυνάμεις (όπως η προπαγάνδα) που εξασκούνται για να την περιορίσουν ή κατευθύνουν, και αυτήν της καθημερινής πράξης ή δράσης. Η τελευταία συμπεριλαμβάνει την εξωτερίκευση κι έκφραση των σκέψεων και συναισθημάτων στον κοσμικό περίγυρο, χωρίς απαραίτητα κάποια προσδοκία ανταπόκρισης, την κάθε λογής δημιουργία, χωρίς την απαίτηση για αντίκρισμα και δικαίωση και, τελικά, την άρνηση, τη διαμαρτυρία, την αντίσταση, την αντίδραση και, ως κορύφωμά, την εξέγερση απέναντι στις δυνάμεις που τείνουν να περιορίσουν αυτήν την ελευθερία της έκφρασης και της δημιουργίας και πράξης.

Η εξέγερση του Camus αφορά στον άνθρωπο ατομικά, αλλά τίθεται αόριστα και γενικά ως το αντίθετο της παραίτησης και του συμβιβασμού, χωρίς κάποιους απτούς και πρακτικούς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις προς τις οποίες μπορεί αυτή η εξέγερση να αποβλέπει. Ο κοινός παρανομαστής της είναι η ανάδειξη του από την αφάνεια, η αυτοεπιβεβαίωση της ύπαρξή του ανθρώπου στον κόσμο, η αντίθεση και αντίδραση της παραίτησης στη μοίρα του ή στο έλεος εξωγενών δυνάμεων: “It is a constant confrontation between man and his own obscurity. It is an insistence upon an impossible transparency. It challenges the world anew every second… The revolt is the certainty of a crushing fate, without the resignation that ought to accompany it… Consciousness and revolt, these rejections are the contrary of renunciation.” Και κατ’ αρχήν σημαίνει αμφισβήτηση, άρνηση, αντίσταση, διαμαρτυρία, ενώ η καταφυγή στη βία, η ένοπλη εξέγερση αν και δεν διαπραγματεύεται ως πιθανή επιλογή, υπονοείται ως έσχατο μέσο άμυνας και αντίστασης. Της εξέγερσης προσδίδεται πρόσκαιρος (σαν τις ζωές μας) κι αυθόρμητος, ίσως, αυτοσχέδιος χαρακτήρας· οι διάφορες μορφές της, επίσης μη κατηγοριοποιημένες και ασαφείς, όπως και τα όρια της άρνησης και διαμαρτυρίας που προβάλλει, αντλούνται από την εμπειρία της ζωής, την πρακτική εμπειρία, τον «κοινό νου». Με άλλα λόγια, η εξέγερση του ανθρώπου, είτε ατομική, είτε ενταγμένη σε ένα ευρύτερο κοινωνικό κίνημα, αν και συνεχής και συνειδητή, τίθεται ως η αυθόρμητη και αντανακλαστική αντίδραση στην πραγματικότητα, αλλά κινείται στα όρια που επιβάλλει ή μέχρι τούδε εμπειρία, αυτοπεριορίζεται στην μετριοπάθεια και την αποτελεσματικότητα που η αποδοχή του κοινωνικού status quo επιτρέπει.

Η εποχή, ο τόπος, η κοινωνία φαίνεται να ορίζουν αυτά τα όρια της εξέγερσης στο σκεπτικό του Camus, καθόσον δεν αποβλέπει σε κάποια ανατροπή κοινωνικών, διεθνικών διαστάσεων. Διαφέρει και κρατά αποστάσεις από ιδεολογικά και αξιακά καθοδηγούμενες κοινωνικές επαναστάσεις όπως η Γαλλική και η Ρωσική. Επηρεασμένος από τον εκφυλισμό της Ρωσικής επανάστασης, τη σταλινική τρομοκρατία με πρόσχημα το «κτίσιμο κάποιου δήθεν επιστημονικού σοσιαλισμού», με εργαλείο αυτό τον διαλεκτικό ματεριαλισμό (που ο Camus χαρακτήρισε, ίσως άδικα, «φιλοσοφικό τερατούργημα»), τον περιορισμό των ατομικών και πολικών ελευθεριών στον υπαρκτό σοσιαλισμό μερικώς ως άμυνα προς τον καπιταλιστικό περίγυρο που τον υπονόμευε, διακρίνει εμφατικά ανάμεσα σε μιαν άνωθεν καθοδηγούμενη και κατευθυνόμενη κοινωνική επανάσταση, που θα στρέψει ή εκβιάσει την κοινωνία στη βάση αναπόδεικτων και υποθετικών δογμάτων και αναφορές σε αφηρημένες αξίες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, από τη μια μεριά, και την ατομική εξέγερση ως αντίσταση στην ατομική καταπίεση, ως επιβεβαίωση της προσωπικότητας και υποκειμενικότητάς του, ως διαφυγή και προσωπική ανόρθωση από την ασημαντότητα του. Αναγνωρίζει την, με πολιτικά μέσα, αντιστάθμιση της ατομικής ελευθερίας από την απόδοση κάποιας πραγματικής ή επιθυμητής κοινωνικής δικαιοσύνης. I learn that there is no superhuman happiness, no eternity outside the sweep of days. These paltry and essential belongings, these relative truths are the only ones that stir me. As for the others, the ‘ideal’ truths, I have not enough soul to understand them.”

Ωστόσο, η πρόταση και πρόταξη μιας ατομικής και αυθόρμητης εξέγερσης ως η μοναδική θεμιτή εκδήλωση της ελευθερίας πράξης και δράσης του ανθρώπου και της ανάτασης και επιβεβαίωσης του εαυτού του στον κόσμο, γεννούν αναπάντητα ερωτήματα και σχηματίζουν ένα σύννεφο ασάφειας γύρω από αυτήν την «εξέγερση» του Camus: την καθιστούν εν πολλοίς αόριστη και αφηρημένη και την προδιαγράφουν περισσότερο ως έναν αυτοσκοπό, χωρίς απαραίτητα κάποια κατάληξη ή προοπτική. Μοναδικό ζητούμενο είναι αυτή η «εξέγερση» να ενσωματωθεί, αυθόρμητα και αυτοσχέδια, στο modus operandi του «παράλογου»  ανθρώπου που θέλει να επιβεβαιώσει την ελευθερία του και, διαμέσου αυτής, να ζήσει τη ζωή του στο μέγιστο δυνατό. Ποιο θα είναι και πως θα επιλέγεται το εκάστοτε, έστω μεταβλητό και κινούμενο, αντικείμενο και στόχος της εξέγερσης και αντίστασης; Χωρίς αξιακό θεμέλιο και προδιαγραμμένο πρακτικό σκοπό, πόσο αποτελεσματική αυτή η εξέγερση μπορεί να είναι; Το τελικό αποτέλεσμά και η διαφύλαξή του θα πρέπει να μας ενδιαφέρει και σε ποιο βαθμό ή αρκούμαστε σε κάποιες εφήμερες αλλαγές ή την ολοκληρωτική ματαίωση της εξέγερσης μέχρι την αρχή ενός νέου κύκλου; Η αποτελεσματικότητά της προϋποθέτει κάποια οργάνωση και μέθοδο; Η μέθοδος, η οργάνωση και τα μέσα που ενδεχόμενα επιστρατεύει και η έντασή της πως θα ρυθμίζονται; Μήπως αυτά έρχονται τελικά σε σύγκρουση με το ζητούμενο της εξέγερσης, την έστω και προσωρινή απελευθέρωση του ατόμου; Η σύμπραξη, η συντροφικότητα, η μαζικότητα, η συσπείρωση γύρω από μια ή περισσότερες αξίας θα πρέπει να μας ενδιαφέρει ή θα αρκούμαστε σε μια συνήθως ατελέσφορη, αποσπασματική, ατομική, αυθόρμητη και παρορμητική αντίσταση και αντίδραση ενάντια σε κάτι που ο εξωτερικός κόσμος θέλει να μας επιβάλλει;

Αν και παραδείγματα «επαναστατημένων ανθρώπων» παρατίθενται στον  Rebel, ωστόσο οι μέθοδοι και πρακτικές εκδηλώσεις της εξέγερσης και ο σκοπός της παραμένουν ασαφή. Παρά το λυρικό, δυναμισμό του επιγράμματος: “I revolt, therefore, I exist!” ο Camus δεν απαντά στα παραπάνω ερωτήματα. Ίσως, σκόπιμα και προμελετημένα. Ισως, να αφήνεται να εννοηθεί ότι η εξέγερση, ως αμφισβήτηση και αντίδραση για χάρη της ατομικής αυτοεπιβεβαίωσης, δεν προϋποθέτει σκοπό, αλλά σχεδιάζεται και εκτελείται αυθόρμητα κι αντανακλαστικά στην καθ’ οδόν πορεία της ζωής· ίσως, τελικά, να η εξέγερση να είναι αυτοσκοπός ή σκοπός χωρίς νόημα, «παράλογος», και η δράση που τη συνοδεύει, αν και ατελέσφορη ή εξαντλήσιμη στην αδιαφορία του ως προς το τελικό αποτέλεσμα, παραμένει αναπόσπαστο συστατικό της ατομικής ελευθερίας. Ας θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι μια σαφής απάντηση είναι δύσκολη σε έναν «παράλογο» κόσμο και θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρόρμηση της στιγμής, στους συσχετισμούς του παρόντος, το πολύ-πολύ του άμεσου μέλλοντος. There is not one human being who, above a certain elementary level of consciousness, does not exhaust himself in trying to find formulae or attitudes which will give his existence the unity it lacks. Action, the revolutionary, all demand unity, in order to exist and to exist on this earth.”

Στο τέλος, η αξία, η οποιαδήποτε αξία που έχουμε αναγνωρίσει και ενστερνιστεί, μπορεί να κατακτηθεί ή τουλάχιστον προσεγγιστεί, αλλά ο άνθρωπος, μέσα από την αμφισβήτηση, την άρνηση και την αντίσταση, θα έχει εξεγερθεί. Και αυτό για τον παράλογο άνθρωπο είναι, αν όχι η αναγκαία συνθήκη μιας αντικειμενικής και αφηρημένης και ασαφούς ελευθερίας, τουλάχιστον η ικανή (αυτό)επιβεβαίωση της δικής του ατομικής ελευθερίας:Being aware of ones life, ones revolt, ones freedom, and to the maximum, is living, and to the maximumAt that subtle moment when man glances backward over his life, Sisyphus returning towards his rock, in that slight pivoting, he contemplates that series of unrelated actions which becomes his fate, created by him, combined by his memory’s eye and soon sealed by his death.” 

Η απόρριψη του μέλλοντος, η προσήλωση με όλες τις δυνάμεις της συνείδησης και βούλησης στο παρόν, η δημιουργία χωρίς προσδοκία αναγνώρισης, η αντιμετώπιση της ζωής και του κόσμου γύρω μας με εργαλεία όσα καταφέραμε και μάθαμε και την εμπειρία του παρελθόντος, της πορείας ζωής διαμέσου των όσων αισθανόμαστε και νιώθουμε στην καθημερινή μας ύπαρξη, πρώτα η αμφισβήτηση, κι έπειτα η διαμαρτυρία κι εξέγερση, και η αντίσταση σε ότι τείνει να περιορίσει την ελευθερία μας χωρίς προσφυγή σε δόγματα, τίθενται από το έργο του Camus ως όροι διαστολής και μεγιστοποίησης του χρόνου και της ζωής, της ποσότητας και ποικιλίας των εμπειριών, εν τέλει της επίγειας ευτυχίας και ελευθερίας του ανθρώπου. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή της ύπαρξής μου, προσπαθώ να συγκεντρώσω και εστιάσω τη σκέψη και πράξη μου σε τέτοιες απλές και απτές κατευθύνσεις, παρά την αοριστία και γενικότητα και τις διαφορετικές ερμηνείες που μπορεί να έχει προσδοθεί (από τον εαυτό μου και τους άλλους) στο περιεχόμενό τους. Ο προσδιορισμός και καθαρότητα τους κάθε φορά θα επαφίεται αποκλειστικά στη συνείδησή μου και ας παραμένει αυτός ο προσδιορισμός εφ’ όρου ζωής μη πλήρης ή μη ικανοποιητικός. Κάθε στιγμή από εδώ και στο εξής αποκτά για τον εαυτό μου πολύτιμη αξία. Στο τέλος, αυτή τη ζωή θα τη μετρήσω από αυτές τις στιγμές που ένιωσα ότι υπήρχα και κατέγραψα στη μνήμη μου.

Bibliography
Camus, Albert. 2000. The Myth of Sisyphus. London: Penguin.
—. 2013. The Rebel. London: Penguin .
Camus, Albert. 1963. The Fall. Penguin Books.
—. 2000. The Myth of Sisyphus. London: Penguin.
—. 2012. The Outsider. London: Penguin.
Goethe. n.d. Faust, Part One. 2008: Oxford University Press.
Pushkin, Alexander. 2008. Eugene Onegin. London: Penguin Classics.

Sunday, February 3, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (4)

Ευτυχία και Δημιουργια Χωρίς Αντίκρισμα
 
Η ζωή μας αποτελεί μια και μοναδική πρόσκληση και πρόκληση: για δράση, ευτυχία και δημιουργία. “A lucid invitation to live and to create, in the very midst of the desert.” Αυτό μάλλον μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητο. Η ενσωμάτωση στο είναι της συνείδησής μας του εφήμερου χαρακτήρα της ύπαρξης, της τραγικότητας του τίποτε που θα διαδεχτεί το τέλος, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να οδηγεί στην απόρριψη αυτή της πρόσκλησης· ούτε στην απόρριψη κάθε αξίας που ο πολιτισμός στη χρονική στιγμή της ύπαρξής μας φανερώνει. Ο νιχιλισμός και η αυτοκτονία συνιστούν έλλειψη ψυχραιμίας και ψυχικής και πνευματικής συγκρότησης: αδυναμία να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, ανικανότητα να αξιοποιήσουμε συνειδητό και στο έπακρο αυτή τη μοναδική στιγμή στην αιωνιότητα, μετά και πριν το μηδέν. 

Στην παραπάνω φράση του Camus είναι αξιοπρόσεκτη και, από μιαν άποψη, σημαντική η παράθεση των λέξεων «ευτυχία» και «δημιουργία» στην ίδια φράση. Η ευτυχία πρόχειρα μπορεί να οριστεί ως μια συνειδητή από το είναι, συγκριτικά εξυψωμένη από το μέσο όρο εσωτερική ψυχική και συναισθηματική κατάσταση: ηρεμίας, αρμονίας, αισθητικής ευχαρίστησης, που η στεναχώρια, η λύπη, η ασθένεια, ο θάνατος (και η ιδέα του), ο πόνος – ψυχικός και σωματικός, η ανησυχία και αγωνία, η αβεβαιότητα, τείνουν, δρώντας από μιαν αντίθετη κατεύθυνση, να μειώσουν ή απαλείψουν. Αλλά σε τι οδηγεί ή τι αναβαθμίζει αυτήν την κατάσταση; Η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινή, αδιάκοπη, αέναη εξερεύνηση αισθητικών και αισθησιακών εμπειριών μέσα από τον κόσμο που μας περιβάλλει και που, άλλοτε αντανακλαστικά, άλλοτε μέσα από μια εσωτερική συνειδησιακή αντανάκλαση, ζύμωση και συνειδητή επεξεργασία αυτών των ερεθισμάτων και εντυπώσεων, θα τη μετατοπίσουν από ένα καθημερινό πλατώ σε ένα υψηλότερο επίπεδο, ως προς την ένταση και τη χρονική διάρκεια της.

Ο κόσμος βρίθει από τέτοιες κοινές εμπειρίες που επιδρούν στην ψυχική διάθεση θετικά σε διαφορετικούς βαθμούς: ο έρωτας, η συντροφιά και κουβέντες με φίλους, η απόλαυση της φυσικής ή ανθρώπινης ομορφιάς, το παιχνίδι, η αισθητική απόλαυση που προσφέρει μια καλλιτεχνική δημιουργία, κτλ. κτλ.  To two men living the same number of years, the world always provides the same sum of experiences. It is up to us to be conscious of them.Μηχανισμός για την κατάκτηση της «ευτυχίας» του Camus είναι, σχεδόν αποκλειστικά, η συνείδηση και ατομική θέληση, που ενεργούν κατά κάποιο τρόπο ως μέσα πειθαρχίας για την αναζήτηση αυτών των εμπειριών και διατηρούν τη συναίσθηση, επίγνωση και την επίδρασή τους στον ψυχικό μας κόσμο. Καθώς δεν υπάρχει αντικειμενικό μέτρο στη ζυγοστάθμιση και του ποιοτικού αντίκτυπού τους, με δεδομένη την διαφορετικότητα τους και τη διαφορετικότητα των ψυχών στις οποίες επιδρούν και του υποκειμενικού μεγέθους αυτής της επίδρασης τους, καθώς όλες ανεξαιρέτως έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα και η άσκησή τους επί της ψυχής και του νού είναι χρονικά πεπερασμένη κι εξασθενίζει με το χρόνο, στον «παράλογο» άνθρωπο του Camus, κεντρική σημασία αποκτά η (μετρήσιμη) ποσότητα αυτών των εμπειριών, που τελικά αποτυπώνονται και σωρεύονται ως αναμνήσεις.  Εν ολίγοις, η ζωή και η ευτυχία θα μετριέται από τον αριθμό και την ποικιλία των εμπειριών που ένας συνειδητός, σε συνεχή πνευματική εγρήγορση άνθρωπος θα συναισθανθεί στη διάρκεια της ζωής του: “Belief in the absurd is tantamount to substituting the quantity of experiences for the quality. If I admit that my freedom has no meaning except in relation to its limited fate, then I must say that what counts is not the best living but the most living… A man’s rule of conduct and his scale of values have no meaning expect through the quantity and variety of experiences he has been in a position to accumulate… On the one hand, the absurd teaches that all experiences are unimportant and, on the other, it urges towards the greatest quantity of experiencesAll experiences are indifferent in this regard. There are some that do either a service or a disservice to man. They do him a service if he is conscious.”  Οι ζωές του μυθιστοριογράφου, του ηθοποιού, του Don Juan, όπως και αυτές του εικαστικού καλλιτέχνη, στις οποίες θα μπορούσαμε να προσθέσουμε κι άλλες περισσότερο προσαϊκές, όπως του ταξιδιώτη και περιπατητή, αναφέρονται ως παραδείγματα «παράλογων» υπάρξεων που επιδιώκουν αυτό το ζητούμενο. Το συνάθροισμα εμπειριών, η σούμα του παρελθόντος, των σκέψεων που έκαμε και συναισθημάτων που βίωσε από τον πλούτο των εμπειριών που αποκόμισε θα του επιτρέψουν τελικά τη συμφιλίωση με τον εαυτό του και το παρελθόν του. Θα επιφέρουν την αρμονία και το συμβιβασμό ανάμεσα σε μια ανήσυχη συνείδηση, μια θέληση που αναζητά την ευτυχία μέσα από τις εμπειρίες που προσφέρει η ζωή στον κόσμο, και αυτήν καθ’ αυτήν την ατομική ύπαρξη, πριν από την πτώση στο κενό.

Αλλά, τι συνιστά τη δημιουργία, τη άλλη μεριά του δίπτυχου μια «παράλογης» ζωής; Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε κάποιος να σκιαγραφήσει την έννοια της «δημιουργίας» ως την εξωτερίκευση σε ένα τελικό έργο, υλικό ή πνευματικό αντικείμενο, διαμέσου της εργασίας και συνεργασίας, των σκέψεων και ιδεών, των δεξιοτήτων -έμφυτων και επίκτητων- και του ατομικού ταλέντου. Ο Camus φαίνεται να αναφέρεται αποκλειστικά στην καλλιτεχνική δημιουργία κι επικαλείται την τέχνη ως κύριο πόλο αναφοράς, ως επίκεντρο δημιουργικότητας και φάρο δημιουργίας : “ Any thought that abandons unity glorifies diversity. And diversity is the home of art... Absurd joy par excellence is creation… In this universe, the work of art is the sole change of keeping his consciousness and fixing his adventures…Η άποψη αυτή προκύπτει ως πόρισμα από μιαν έγκυρη διαπίστωση: ότι η τέχνη δεν θα είχε θέση σ’ έναν κόσμο απόλυτα λογικό και ξεκάθαρο στο νου του ανθρώπου, όπου κάθε αιτιατό δύναται να καθοριστεί και προσδιοριστεί επακριβώς από λογικά εξακριβωμένα αίτια. Με άλλα λόγια, η καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία αρχίζει στο σημείο όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το «παράλογο» του κόσμου, εμφανίζεται στα όρια της λογικής ανάλυσης και ερμηνείας, καθόσον το μέτωπο της επιστημονικής, κοινωνικής και ιστορικής έρευνας και των γεγονότων και φαινομένων που απαιτούν εξήγηση ιστορικά διευρύνεται. Από τη σκοπιά αυτή γίνεται κατανοητή η έμφαση του Camus στην καλλιτεχνική δημιουργία. Εν τούτοις, η έννοια της «δημιουργίας» θα μπορούσε να επεκταθεί για να αγκαλιάσει την επιστημονική δημιουργία, τη «δημιουργική» ανάπτυξη μεθόδων και θεωριών για την εξήγηση φαινομένων και λύση προβλημάτων, πρακτικών και θεωρητικών, τη σχεδίαση εφαρμογών, και γενικά στην ύλη και τις ιδέες τις οποία πλάθουν η πνευματική και χειρωνακτική εργασία, και την οποία ενσωματώνουν. Όπως γράφηκε παραπάνω, αναγνώριση του «παραλόγου» δεν σημαίνει εγκατάλειψη της λογικής και των εργαλείων της, επιτρέποντας έτσι έναν ευρύτερο ορισμό της «δημιουργίας». Αυτού του είδους το δημιουργικό έργο δεν διεκδικεί μιαν αποφασιστική διείσδυση κι επικράτηση σε έναν κατά βάση παράλογο κόσμο, ούτε απαραίτητα επιζητεί ανταμοιβή από αυτό τον κόσμο, ούτε κάποια δικαίωση από και εις το μέλλον, αλλά αποκαλύπτει και στέκεται σε απλές, απτές αλήθειες, που ικανοποιούν τη ζωή του δημιουργού και, εν γνώσει ή αγνοία του, βελτιώνουν τη ζωή των συνανθρώπων του.

Όπως υπάρχει (κι αυτό το διαπιστώνουμε όλοι) εργασία μη δημιουργική, εργασία ρουτίνας και μηχανιστική, που σχεδόν μοναδικός σκοπός είναι να εξασφαλίζει τα προς το ζην του εργαζόμενου, ως απαραίτητος και πολλές φορές αναπόφευκτος όρος διαβίωσης, εφόσον αυτός συνειδητά αποφάσισε ή αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καβαλήσει το άρμα του χρόνου και να τη ζήσει. Στην τελευταία περίπτωση, κι εφόσον δεν γίνεται αυτοσκοπός, η δράση στο χώρο ή στο περιθώριο της δουλειάς και ο ελεύθερος χρόνος αποτελούν τα μοναδικά καταφύγια δημιουργικότητας. Συχνά όμως αυτή η εργασία για το χρήμα, και μόνον αυτό, έχοντας ο άνθρωπος ολοκληρωτικά αποξενωθεί από το προϊόν της εργασίας του, γίνεται αυτοσκοπός, όπου ο χρόνος, καθώς στο σύστημά μας ισοδυναμεί με τη δημιουργία πλούτου και το χρήμα, μας στήνει παγίδα: A man wants to earn money in order to be happy and his whole effort and the best of a life are devoted to the earning of that money. Happiness is forgotten; the means are taken for the end.” Αυτή την παγίδα, η σκέψη, θέληση και συνείδηση του ανθρώπου οφείλει να την αποφύγει. Το πρόβλημα της σχέσης και της αντιδιαστολής ζωής και εργασίας, γενικά του «νοήματος της ολότητας ζωής-εργασίας», οφείλει να τίθεται διαρκώς και με ανανεώσιμη ένταση από την «ανασκοπική» συνείδηση σε συνδυασμό με τα εκάστοτε εναλλακτικά ενδεχόμενα.
  
Διαπιστώνουμε ότιcreating is living doubly”, όπου ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στο έργο του, χωρίς καμιά προσδοκία ανταμοιβής ή δικαίωσης, όπου ατενίζει το αντανακλασμένο και εξωτερικευμένο του είναι, τον κόσμο των ιδεών και συναισθημάτων και των στιγμών έμπνευσης ενσωματωμένων σε αυτό το έργο και δημιούργημα. Το πόνημα του δίνει την ευκαιρία να θεωρήσει αυτόν τον κόσμο, επιθεωρήσει, ίσως αναθεωρήσει και ξαναζήσει· να εξερευνάει διαρκώς καινούργια μονοπάτια, και ας χαθεί στα σκοτάδια. Από μια άλλη άποψη είναι μια μάχη, διαρκής και επίμονη μάχη απέναντι στο χρόνο, αν και εκ των προτέρων χαμένη. Τελικά, όμως, αυτό είναι προφανές: με τη δημιουργία, χωρίς προσδοκία για αναγνώριση και δικαίωση ή διαιώνιση, το σώμα, ο νους και η ψυχή βυθίζονται βαθύτερα στον εαυτό του και στον κόσμο γύρω τους.

Wednesday, January 30, 2019

Albert Camus: Ενώπιον του Κενού (3)

Ο Λόγος και το Παράλογο
 
Cogito ergo sum: όσο υπάρχουμε, σκεπτόμαστε. Ανιλαμβανόμαστε αντικείμενα, φαινομένα και καταστάσεις και σχηματίζουμε συλλογισμούς και ιδέες, μέσα από αυτήν την αντίληψη και τις εντυπώσεις στο νου του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, ξεκινώντας είτε από οικουμενικές αλήθειες, είτε από εύλογες υποθέσεις, επεξεργαζόμαστε τα φαινόμενα όπως παρουσιάζονται γύρω μας ή περιγράφονται, αναζητούμε και διερευνούμε, πολλές φορές με ένταση και πάθος, άλλοτε εις βάθος, και ενίοτε καταλήγουμε σε, είτε υιοθετούμε με καλή ή κακή πίστη αλήθειες, στις οποίες υποτάσσουμε τους περαιτέρω συλλογισμούς, τον ειρμό των σκέψεων και εν τέλει τη συνείδησή μας. Καταλήγουμε σε πορίσματα και παράγωγες ιδέες (idea ideae), σε «πιστεύω» που ο εαυτός μας θα ενστερνιστεί ή αλήθειες που θα γίνουν αποδεκτές με το χρόνο από τον κοινό νου. Κινούμαστε στον κόσμο κι εκφράζουμε απόψεις ή εφαρμόζουμε αυτές τις ιδέες και πράττουμε ή, ίσως, επιλέγουμε τη σιωπή και την απραξία. Κατά τις στιγμές της «συνειδησιακής ανασκόπησης» και της εσωτερικής περισυλλογής και αντανάκλασης, αλλά και μέσα από τη συνεργασία, διαρκώς θέτουμε ερωτήματα και διερευνούμε λογικές απαντήσεις, καταλήγουμε είτε σε συμπεράσματα που γίνονται άξονες της ύπαρξης, ατομικής και κοινωνικής, διαμορφώνουν τη βούλησή και καθοδηγούν την πράξη, είτε σε λογικά και ψυχικά αδιέξοδα, για να ξεκινήσουμε τανάπαλι από την ίδια ή άλλες αφετηρίες έναν ακόμα κύκλο συλλογισμών και σκέψης.

What I know, what is certain, what I cannot deny, what I cannot reject- this is what counts. I can negate of that part of me that lives on vague nostalgia, except this desire for unity, this longing to solve, this need for clarity and cohesion… I don’t know if this world has a meaning that transcends it. But I do not know that meaning and that it is impossible for me just to know it… I can understand only in human terms.” Απλά γραφόμενο, ζούμε με αυτά που μαθαίνουμε, μέσα από την απόκτηση γνώσης και τις εντυπώσεις που αποτυπώνονται στη μνήμη ως αποτέλεσμα καθημερινών εμπειριών. Κάθε ερχόμενο βήμα μας, κάθε επόμενη σκέψη και πράξη, στηρίζεται κατά κανόνα σε αυτό που ήδη μάθαμε, κατανοοήσαμε και γνωρίζουμε. H σκέψη και οι ιδέες μας θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από την εσωτερική αντανάκλαση κι επεξεργασία ερεθισμάτων και εντυπώσεων στο νου του υλικού κόσμου που τον περιβάλλει, από τις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις μας με συνανθρώπους του, τη ζύμωση με τις πληροφορίες, εμπειρίες εμπειρίες και τη γνώση, που αυτές οι σχέσεις προσφέρουν καθημερινά και εισαγάγουν στο είναι.

Ο κόσμος διακρίνεται για την απειρότητα και διαφορετικότητα των αντικειμένων, των έμψυχων και άψυχων όντων που περιλαμβάνει, την απειρότητα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, των φαινομένων όπως αυτά παρουσιάζονται σε μια διαδικασία αέναης κίνησης και ως αποτέλεσμα αναρίθμητων παραγόντων· πάντοτε στη βάση της αιτιοκρατίας, με την έννοια ότι κάθε γεγονός είναι το αποτέλεσμα παρελθοντικών και συντρεχόντων αιτιών. Η αντανάκλαση του κόσμου και της διαρκούς κίνησής του στο νου οδηγεί στην ποσότητα των παραστάσεων και εντυπώσεων και την ποικιλία της γνώσης που αποκομίζουμε καθημερινά. Αυτονόητο και αυταπόδεικτο είναι ότι ο άνθρωπος, ατομικά ή ως μέλος μιας κοινότητας και συλλογικότητας ή συνεταιρισμού, αδυνατεί να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητα του, αλλά αποκτά μια πολύ περιορισμένη και συχνά παραμορφωμένη εικόνα ενός ασήμαντου κομματιού αυτής της ολότητας, κάτι που καθιστά τη σύνθεση ιδεών και τη συγκρότησή τους σε ενιαίες θεωρίες προβληματική. Δεν υπάρχει ούτε κάποια θεωρία που να εξηγεί τα πάντα, τη φύση, το νου και το ανθρώπινο σώμα σε αυτήν, τις κοινωνίες των ανθρώπων, την ιστορία τους, και που να λύνει κάθε πρόβλημα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι· η μαθηματική λογική και η επιστημονική μέθοδος, παρά την οικουμενική αποδοχή και εφαρμοσιμότητα τους στις φυσικές επιστήμες, δεν παρουσιάζουν την ίδια αποτελεσματικότητα σε άλλες σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο.

Από την άλλη μεριά, η συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, μετά από χιλιετίες ανθρώπινης ιστορίας, παραμένουν εξαιρετικά ανεπαρκείς για να να ερμηνεύσουν λογικά και εξηγήσουν πλήρως γεγονότα και καταστάσεις γύρω μας, να λύσουν κάθε απορία γι αυτά που συμβαίνουν, να απαντήσουν στο κάθε «πως» και «γιατί», να ξεδιαλύνουν το πολυσύνθετο πλέγμα αιτιών και παραγόντων που οδηγούν σε ένα τετελεσμένο γεγονός, πόσο μάλλον καταστάσεων εν εξελίξει. Ο μικρόκοσμός μας είναι χωρικά και χρονικά εξαιρετικά περιορισμένος, οι ορίζοντές στενοί, ώστε ν’ αδράξουμε την απειρότητα του κόσμου, να αιτιολογήσουμε ικανοποιητικά τις συγκρούσεις, τις διαφωνίες, τις διεκδικήσεις κι εξεγέρσεις, τα ανθρώπινα δράματα και τραγωδίες, ανήμποροι να διαγράψουμε σε ποιά κατάσταση, όλα όσα στοιχειοθετούν την προηγούμενη και σύγχρονή ιστορία του ανθρώπινου γένους, επηρεάσουν και μορφώσουν το μέλλον – αν έχει, βέβαια, σημασία να σχηματίσουμε ένα έστω πρόχειρο σκίτσο του πως αυτό το μέλλον, εντός τουλάχιστον του χρονοδιαγράμματος της ύπαρξής μας, θα διαγραφεί. Ασφαλώς, τίποτε δεν έχει εξαντληθεί, ούτε πρόκειται να εξαντληθεί στην διάρκεια της ζωής μας, παρά το μόχθο και την επιμονή για ανάλυση, ερμηνεία και εξήγηση. Σε κάθε προβληματική περίπτωση, ακόμα και ανάμεσα στις πλέον κραυγαλέες και προφανείς, υπάρχουν περιθώρια για αμφιβολίες, αμφισβήτηση, αντιρρήσεις και αντίλογο. Κι όμως επιμένουμε: στη δουλειά, στην πνευματική και υλική παραγωγή προς τη συσσώρευση κεφαλαίων – ιδιωτικών και κοινωνικών, στις πολιτικές κουβέντες, στις διαμαρτυρίες, στην ατομική άρνηση, αντίσταση και εξέγερση, στις διαλεκτικές και πραγματικές συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο.

Σε διάφορα σημεία της καθ’ οδόν πορείας και του αγώνα της ζωής, με δεδομένη την ανικανοποίητη παρόρμηση για εξήγηση και απαντήσεις, ο «σκεπτόμενος» και συνειδητά αφυπνισμένος άνθρωπος βρίσκεται φυσικά αντιμέτωπος με λογικές αντιφάσεις και αδιέξοδα, με αυτό που ο Camus αποκαλεί παράλογο (absurd). The absurd is born of this confrontation between the human need and the unreasonable silence of the world.” O άνθρωπος διψά για εξήγηση και αρμονία, αναζητά συγκατάβαση και δικαίωση για αυτό που είναι και πράττει, προσβλέπει σ’ ένα αντίκρυσμα, μιαν ανταπόκριση, πέρα από την υλική ανταμοιβή έναντι της εργασίας- για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του, αναζητά μιαν ελάχιστη δικαιολόγηση για την ίδια του την ύπαρξη απέναντι σε έναν κόσμο γενικά αδιάφορο, που συνεχίζει να γράφει την ιστορία του, να πάιζει ένα βιολί σε ρυθμούς πολλές φορές αλλότριους και ξένους και με τους οποίους ο άνθρωπος αδυνατεί να εναρμονιστεί·  ή, αν περιστασιακά και μερικώς το επιτυγχάνει, τούτο συμβαίνει συνήθως εις βάρος της ίδιας της ύπαρξης, της ελευθερίας και ευτυχίας του, κάτω από το ένα πέπλο αλλοτρίωσης και αποξένωσης και τσακισμένου χρόνου. What is absurd is the confrontation of the irrational and wild longing for clarity whose call echoes in the human heart... The absurd is lucid reason noting its limits… It is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, my nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together... Τhat denseness and that strangeness of the world is the absurd. Τελικά, και σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, επέρχεται η διαπίστωση από τον σκεπτόμενο άνθρωπο των ορίων της λογικής του και του μεγέθους της πάλης που απαιτείται για το ξεπέρασμα κι απώθηση αυτών των ορίων.

Η αναγνώριση του «παραλόγου» του κόσμου, όταν ο άνθρωπος είτε βρίσκεται αντιμέτωπος με γεγονότα και φαινόμενα ανήμπορος να τα εξηγήσει, είτε άλλες φορές περικυκλώνεται από καταστάσεις που αδυνατεί να ξεπεράσει με ορθολογική σκέψη και δράση, εν ολίγοις αυτός ο προσωπικός συμβιβασμός με τα όρια και τις δυνάμεις του, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ανάγκης και προσπάθειας για κατανόηση, ερμηνεία και εξήγηση, σαφήνεια και συνάφεια, συνοχή και διαύγεια, σε έναν κόσμο φαινομενικά «πυκνό» κι «αδιαφανή», αδιαπέραστο και απροσπέλαστο. Ούτε η λαχτάρα του ανθρώπου για εξερεύνηση και ερμηνεία ανασχετίζεται από αυτήν την παραδοχή και συμβιβασμό· oύτε αυτή η αναγνώριση σημαίνει την απόρριψη της λογικής και της επιστημονικής μεθόδου, της μόνης ίσως αποτελεσματικής μεθόδου σε αυτήν τη μελέτη και προσπάθεια. Απλώς, σημαίνει τη διαπίστωση κι επίγνωση ότι, πέρα από τα όρια που καταφέρνει και αγγίζει η λογική, υπάρχει το «παράλογο», που περιχαρακώνει αυτά τα όρια σε κάθε φάση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο ίδιος σκεπτόμενος άνθρωπος, ο συνειδητός της ύπαρξής του άνθρωπος, ο «παράλογος» άνθρωπος του Camus, από τη μια μεριά ενστερνίζεται τη γνώση και τα δεδομένα της εμπειρίας, επιμένει στον αγώνα, πολλές φορές μάταια και ατελέσφορα, μιας διαρκούς αναζήτησης και ανάλυσης και ερμηνείας, δεν απορρίπτει τη λογική και την επιστημονική μέθοδο, ούτε περιφρονεί τις δυνατότητες και αποτελεσματικότητα τους, αλλά από την άλλη μεριά αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης και της λογικής ανάλυσης, το πεπερασμένο των εμπειριών μιας σύντομης χρονικά διαδρομής, ώστε να στηρίξει και επενδύσει ολόκληρο το ρευστό και πεπερασμένο κεφάλαιο της ύπαρξής του στην αδιάκοπη και πολλές φορές στείρα και φρούδα αναζήτηση λύσεων. Ως εκ τούτου, εμφανίζεται επιφυλακτικός να υιοθετήσει συμπεράσματα προτού εξαντλήσει την έρευνα και μηδενίσει τις πιθανότητες πλάνης και, οπωσδήποτε, ορθώνεται σκεπτικός απέναντι σε προτάσεις και πορίσματα, ιδιαίτερα τέτοια που ισχυρίζονται ότι αποδίδουν νόημα στη ζωή, διεκδικώντας παράλληλα παγκόσμια και διαχρονική ισχύ, ενώ δεν διαθέτουν επαρκή δικαιολόγηση και στηρίζονται σε αναπόδεικτες ή μη επαληυθέσιμες υποθέσεις και θεωρίες. Αμφισβητεί τις παγκόσμιες αρχές και κοσμοθεωρίες ή θεσφατα που παρουσιάζονται ως οδηγοί και φάροι στην προσωπική ζωή του και το μέλλον της κοινωνίας του και της ανθρωπότητας. Η σχέση του «παράλογου» ανθρώπου με τη γνώση, τη λογική ανάλυση και τις ερμηνείες που μπορεί να προσφέρουν διατηρείται, λοιπόν, μετριοπαθής και ζυγισμένη.  What I touch, what resists methat is what I understand. And these two certainties – my appetite for the absolute and for unity and the impossibility of reducing this world to a rational and reasonable principle – I also know that I cannot reconcile… What I believe to be true I must therefore preserve. What seems to me so obvious, even against me, I must support. What the absurd man demands of himself is to live solely with what he knows, to accommodate himself to what is and to bring in nothing that is not certain. He is told than nothing is. But this is at least a certainty. And it is with this that he is concerned: he wants to find out if it is possible to live without appeal.

Από μια τέτοια στάση, οι αξίες της γνώσης και της σκέψης παραμένουν αλώβητες, ακόμα και αν στοχεύουν στο αδύνατο, δηλαδή την ενοποίηση του απειροστού και του απείρου, τη σύνθεση ενός κατά- και πολυ-κερματισμένου κόσμου. Η συνειδητοποίηση του κόσμου ως «παράλογου», δηλαδή η παραδοχή των ορίων της λογικής ανάλυσης και ερμηνείας από την ίδια τη σκέψη δεν σημαίνει, βέβαια, και το τέλος της σκέψης -της δημιουργικής σκέψης. Η λαχτάρα του ανθρώπου για ανάλυση και εξήγηση εξωτερικών φαινομένων, φυσικών, βιολογικών και κοινωνικοοικονομικών, καθώς και των ατομικών συναισθημάτων, της ατομικής ψυχοσύνθεσης και ψυχολογίας, δηλαδή του ψυχικού του κόσμου, διατηρείται ακέραια. Σε αυτό που κυρίως ωφελεί η σκέψη, όντας αναπόσπαστη της ανθρώπινης ύπαρξης και φύσης, είναι ότι γίνεται ο πολύτιμος οδηγός της συνείδησης, έτσι ώστε αυτή να εστιαστεί στις παραστάσεις, τα ερεθίσματα και τις ιδέες που την αφορούν, και σχετίζονται άμεσα με την ανθρώπινη φύση και ύπαρξη: “One must not sleep but must keep alert until the consummation. He stands in the absurd world and points out its ephemeral character. He seeks his way amidst the ruins.”