Saturday, October 20, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 17 Στη Σύνταξη

Ο κυρ-Γιάννης βγήκε στη σύνταξη λίγο πριν από τη χρονιά που γεννήθηκα. Όντας παιδί και γυμνασιόπαιδου, οι συναντήσεις μου με τον παππού ήταν περιστασιακές και η σχέσης μας, μέχρι το τέλος, παρέμεινε αδύναμη. Oι κουβέντες που ανταλλάξαμε -με κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο, πέρα από μερικούς τυπικούς χαιρετισμούς, πέρα από τα «Πως πάμε, Λ.;» από μέρους του και το ξερό και παιδικό, μονολεκτικό και υποτονικό, μη παρεξηγήσιμο από τους μεγάλους «Καλά…» από μέρους μου- λιγοστές. Οφειλόταν, από τη μια μεριά, στην απέραντη συστολή και αφόρητη ντροπαλοσύνη μου -αφόρητη για μένα, κυρίως, καθώς θα έτρωγε εσαεί τα δικά μου σωθικά- αυτό το διά βίου ανυπέρβλητο εμπόδιο στο λόγο να εκφραστώ με ευφράδεια κι αυθόρμητα με ανθρώπινη μιλιά. Από την άλλη μεριά, οφειλόταν στο δασκαλίστικο, πατερναλιστικό ύφος του παππού, που τοποθετούσε τους ανθρώπους γύρω του σε μιαν απόσταση και δημιουργούσε κάποιο χάσμα ψυχοπνευματικής φύσεως, μια ζώνη ψυχρότητας γύρω του. Αλλά και η σχετικά μεγάλη φυσική απόσταση για τα δεδομένα της εποχής του χωριού από το σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη -μια-δυο ώρες με τα λεωφορεία μέσα από την πολυσύχναστη πόλη, ούτε εκείνη βοηθούσε.

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν οι αναμνήσεις από τις βόλτες με τον παππού, από εκείνους τους λίγους περιπάτους μας όπου κρατώ χέρια αμίλητοι, όπως γίνεται με δύο ψυχρούς και συνεσταλμένους τύπους που τους χώριζαν δυο γενιές. Περίπατοι γύρω από τον Λευκό Πύργο, στο πάρκο της ΧΑΝΘ, στον υποτυπώδη ζωολογικό του κήπο με τους φασιανούς και μιαν θλιμμένη αρκούδα που μύριζε από μακριά· που κατέληγαν, εν είδη ψυχαγωγίας, σε μια ή δυο σβούρες στο στροβιλοδρόμιο με τα ξύλινα αλογάκια, πριν τον αποχαιρετισμό και την παράδοση μου, ασφαλή και ακέραιο (καθήκον ιερό παππούδων και γιαγιάδων που τους ανατίθεται η φύλαξη ενός παιδιού), στη Μάνα. Συχνά, τα μεσημέρια πριν τον αποχαιρετισμό, μεσολαβούσε κολατσιό με τοστ «ζαμπόν-κασέρι» και πορτοκαλάδα «Φλώρινα-Ξινό Νερό» για μένα, ουζομεζέδες για τον παππού, στο ξακουστό αναψυκτήριο του Ξαρχάκου, όπου οι σειρές από τα τραπέζια κάτω από τις πράσινες τέντες διχοτομούσαν τότε με μιαν ίσια απέραντη γραμμή το πάρκο, από το ύψος της ΧΑΝΘ μέχρι το Βασιλικό Θέατρο, και χώριζε ένα πεζόδρομο που βούιζε από Σαλονικιώτικες φαμίλιες τ’ ανοιξιάτικα, κυριακάτικα πρωϊνά και απογέματα και τα δροσερά καλοκαιρινά βράδια. Όλα αυτά τα σκόρπια θραύσματα μνήμης από τη μακρινή παιδική ηλικία, εντυπώσεις αμυδρές κι ακατάστατες, χρονολογικά άτακτες, υπερκεράστηκαν, σπρώχτηκαν στα βάθη του μυαλού ή και συνθλίβηκαν από το ακάθεκτο διάβα των χρόνων, από άλλες μεγαλύτερης βαρύτητας και έντασης εντυπώσεις. Η νοσταλγία, όμως, αυτό το πάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, το διακριτό γλυκόπικρο αίσθημα που μας κυριεύει που-και-που μέσα από αναπολήσεις, πιο συχνά όσο πλησιάζουμε το τέλος της ύπαρξης, ένα αίσθημα που επανεμφανίζεται σα μια ανεπούλωτη πληγή στην ψυχή, και που είναι δύσκολο να κλείσει ενόσω το μυαλό φτερουγίζει από τη μια απόμακρη ανάμνηση στην άλλη, αυτή η νοσταλγία φουντώνει αμείωτη κι ενίοτε ενισχυμένη με το πέρασμα των χρόνων, το αποτέλεσμα στην ψυχή δυσανάλογα ισχυρό σχετικά με το μέγεθος του αιτίου: τα θρύψαλα μνήμης, τα ασήμαντα γεγονότα ενός απομακρυσμένου παρελθόντος, το βάρος ενός καιρού που πέρασε χωρίς να το αντιληφθούμε.   

 Ήμουν πολύ μικρός τότε. Τον παππού δεν τον θυμάμαι να είχε περάσει από το σπίτι των παιδικών μου χρόνων στις παλιές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Ίσως εξαιτίας εκείνης της παροιμιώδους «οικ...αίϊκης» διακριτικότητας, του «να μη γινόμαστε βάρος σε άλλους», ενώ το ψυχικό βάρος που οι «Οικ...αίοι» ένιωθαν ήταν κάτι τις ποιοτικά και ποσοτικά αδιευκρίνιστο. Ποτέ δεν θα ερχόταν ακάλεστος και δεν θυμάμαι να τον κάλεσε η κόρη του και, οπωσδήποτε, ούτε ο Πατέρας. Καλεσμένος ή ακάλεστος, όμως, δεν θα ερχόταν κυρίως γιατί φοβόταν ή ένιωθε στενάχωρα στην παρουσία του Πατέρα. Η επίσης παροιμιώδης ευαισθησία του γένους του παππού θα υπέφερε δυσανάλογα από αναπόφευκτες μικρο-συγκρούσεις εξαιτίας του άκαμπτου πνεύματος και ιδεών, της ακατάπαυστης, παρορμητικής και κατηγορηματικής, σχεδόν επιθετικής αντιλογίας που διέκρινε τον Πατέρα, τον αντιφάσκοντα με αυτόν του συνομιλητή του λόγο, πολλές φορές με τον ίδιο του τον εαυτό -από τη μια δήλωση στην άλλη, ακόμα και από τη μια πρόταση στην επόμενη. Μιας αντιλογίας που οι συνομήλικοί του πολλές φορές έβρισκαν ανυπόφορη και την απέκρουαν εις είδος, ενώ σε έναν ηλικιωμένο σαν το παππού φαινόταν αποφευκτέα και θα γινόταν αφόρητη. Ο Πατέρας, από τη μεριά του, στις λίγες επισκέψεις του στη Μαγνησία, εκδηλωνόταν συνήθως μέσα από ένα στάνταρντ μενού ειρωνικών και υποτιμητικών, δήθεν «χιουμοριστικών» σχολίων, συμπεριφορών οι οποίες, αν και κρυμμένες πίσω από καλές προθέσεις, αβλαβείς και αθώες στο στενό οικογενειακό κύκλο που τον γνώριζε και που συνήθως τα προσπερνούσε με αδιαφορία ή ένα προσποιητό χαμόγελο, σε άγνωστους ή ευαίσθητους κύκλους παραχωρούσαν ικανό έδαφος για παρεξηγήσεις, μέχρι κι άσχημες αντιδράσεις και καυγάδες. Ο Πατέρας αυτοπροβαλλόταν τουλάχιστον στο χωριό της Μαγνησίας ως ένας διανοούμενος, δήθεν αστός, αν και το τελευταίο όχι εκ καταγωγής, πτυχιούχος ανώτατης σχολής -σε αντιδιαστολή με τα πνευματικά υποδεέστερα «χωριατάκια» γύρω του. (Τη Μάνα την αποκαλούσε συχνά «χωριατάκι», μεταξύ σοβαρού και αστείου. Αυτό το θυμάμαι. Το «σοβαρό» μέρος του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού ζύγιζε βαρύτερα, γιατί κάτι τέτοιο, αν και εκφραζόταν αρχικά ως αθώο πείραγμα που δυνητικά οδηγούσε σε αχρείαστους εκνευρισμούς.  Συνήθως και κατά βάθος, όμως, το εννοούσε.) Θεωρώ, λοιπόν, ότι εκείνο το «χιούμορ» του Πατέρα ούτε ο παππούς το εκτιμούσε ιδιαίτερα, ενώ ουδέποτε έδινε συνέχεια ή ανταπαντούσε σε επίμαχες συζητήσεις, ιδιαίτερα γύρω από οικονομικά και πολιτικά θέματα, αλλά συνήθως αποσυρόταν διακριτικά στο χώρο του. Παρόλα αυτά κρυφά στο νου του πρέπει να καλλιεργούσε κάποιον σεβασμό, ίσως και θαυμασμό, προς το μορφωμένο, τον ξύπνιο και καλοστεκούμενο μορφονιό και οπωσδήποτε ευθαρσή και δυναμικό γαμπρό του.

Μετά τη γέννηση του αδερφού μου, μας έπαιρνε στο τηλέφωνο κυριακάτικα απογέματα, μισοζαλισμένος από τα ούζα του καφενείου που είχαν προηγηθεί, πάντα με τη χαρακτηριστική ουβερτούρα σε δασκαλίστικη ημικαθαρεύουσα, όποτε ήμουν εγώ που σήκωνα το τηλέφωνο: 

«Με ποίον κύριον έχω την τιμήν να ομιλώ;»

«Ο Λ. είμαι, παππού...»

«Τι φκιάνουμε, ορέ Λ.; Τι γινόμεθα; Πως βαίνουν τα πράματα;»

«Ε, καλά είμαι...»

«…»

«Η μητέρα σου που βρίσκεται, ορέ;»

«Εδώ είναι…Μαμά!»

Η συνδιάλεξη κάπου εκεί τελείωνε αμήχανα, μάλλον απότομα, όποτε και παρέδιδα το τηλέφωνο στη Μάνα. Αλλά ούτε κι εγώ τιμούσα τον παππού και τη γιαγιά επαρκώς με την παρουσία μου στο σπιτικό τους, της Μαγνησίας ως παιδί, και σπανιότατα αργότερα ως έφηβος. Συνήθως επισκεπτόμαστε με τη Μάνα παίρνοντας το ΚΤΕΛ που τα κυριακάτικα, ηλιόλουστα πρωϊνά μας περίμενε στην ώρα του πίσω από τα Μπέη Χαμάμ, κι άλλες, λιγότερες φορές, συνοδεία του Πατέρα, του αδιαμφισβήτητου, καμαρωτού οδηγού των πρώτων ΦΙΑΤ της οικογένειας. Καθώς διασχίζαμε με το λεωφορείο ή το αυτοκίνητό μας τον κύριο δρόμο του χωριού μου έκαναν εντύπωση και ταυτόχρονα προκαλούσαν την αμηχανία, τα περίεργα, καρφωμένα –στο αυτοκίνητο και τους επιβάτες του- βλέμματα των χωρικών, των Μαγνησαλήδων, περαστικών ή καθισμένων στα καφενεία και τις βεράντες των σπιτιών της Μαγνησίας. Και παρέμεναν εκείνα τα μάτια τους κολλημένα πάνω μας, μέχρι που απομακρυνόμασταν μακριά από το οπτικό τους πεδίο. Είμαστε φάτσες αγνώστων, ξένων, και έπρεπε το μυαλό τους να διευκρινίσει τη σκούφια μας, την ταυτότητα, το σόι χωριανών που επισκεπτόμαστε. Για τον Πατέρα, φυσικά, εκείνα τα επίμονα βλέμματα των χωρικών της Μαγνησίας να παρακολουθούν την τροχιά μας, τα στραμμένα σε κάθε τι ξεχωριστό από τα πρόσωπα και αντικείμενα της καθημερινής τους ρουτίνας και οικειότητας, που ακόμα και σήμερα τ’ αντιλαμβάνομαι όταν οδηγώ στους δρόμους της, ανατροφοδοτούσαν τις αντιλήψεις του περί «χωριατιάς» και της πολιτιστικής καθυστέρησης που αυτή η έννοια υπονοεί.

Σε κάθε επίσκεψη στη Μαγνησία, οι κουβέντες που ανταλλάζαμε προσωπικά και κατ’ ιδίαν με τον παππού ήταν κι αυτές λιγοστές, ελάχιστες και μικρές για να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα στη μνήμη. Είμαστε κι οι δυο μας από τη φύση μας λακωνικοί, λακωνικότατοι, κάτι που βέβαια πάει χέρι-χέρι με τη συστολή και την αυτοεξέταση που χαρακτηρίζει ορισμένους ανθρώπους. Του ίδιου ο λόγος είχε κατηγορηματικότητα κ επιβλητικότητα, που δύσκολα επιδεχόταν αντίρρηση ή έστω κάποια αμφισβήτηση από το στο στενό του περιβάλλον στην οικογένεια και το χωριό, τουλάχιστον από τις παρευρισκόμενες γυναίκες, την κυρά-Βασιλική, τις θείες, τη Μάνα. Μόνον η θεία Α., όποτε ανέβαινε από την Αθήνα, παρατηρούσα ότι γινόταν πηγή και στόχος αντιπαράθεσης και κριτικής και ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, είτε για περιουσιακά θέματα, είτε για την αποκατάσταση των ακόμα ανύπαντρων θείων, που οδηγούσαν σε φωνές και διενέξεις, και το κατά τα άλλα περιβάλλον παραδειγματικής στο χωριό ηρεμίας διαταρασσόταν. Σ’ εκείνα τα περιστατικά, όπου η φωνή του κυρ-Γιάννη ανέβαινε σε ένταση και η γνώμη και λόγος του γίνονταν εμφατικοί, δεν θυμάμαι να έπαιρνε κανείς το μέρος της θείας Α. Στεκόταν αγέρωχη και απομονωμένη στο κέντρο της κουζίνας να εκφράζει με ανάλογης έντασης φωνή άφοβα δηκτικές απόψεις, ο παππούς απαντούσε με στόμφο από την θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, χωρίς να σηκώνει το κεφάλι από το φαγητό του, ενώ η κυρά-Βασιλική παρακολουθούσε ουδέτερη, αμίλητη από το ντιβάνι στον τοίχο. Οι υπόλοιπες αδερφές μπαινόβγαιναν στην κουζίνα και με λίγα λόγια σ’ εκείνες συζητήσεις, αλλά σε κάθε ευκαιρία την κακολογούσαν ψιθυριστά πίσω από την πλάτη της: η θεία Α. ήταν ήδη χαρακτηρισμένη ως η κακή και δύστροπη της οικογένειας, περισσότερου λόγω του αδιάλλακτου ύφους, παρά του ενός κατά βάθος ακέραιου χαρακτήρα

Sunday, October 7, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 16 Χρόνια ομαλότητας

Στο σπίτι επικρατούσε ένας παραδοσιακός πατερναλισμός, αυστηρός και μη αμφισβητήσιμος, όπως θα περίμενε κανείς από μια οικογένεια χωρίς άρρενα πλην του παππού μέλη. Αυτός ήταν η αδιαφιλονίκητη κεφαλή της. Το δασκαλίστικο ύφος, οι σοφιστείες και σαρκασμοί, οι ισχυρές, μη ανοιχτές σε διάλογο γνώμες, οι οδηγίες και διαταγές, οι περιστασιακές αγορεύσεις, με φράσεις πάντα άψογα συντεταγμένες και το στήριγμα ενός πλούσιου, ασυνήθιστου για την κουλτούρα του χωριού λεξιλογίου, οι βαρυσήμαντες λέξεις κι εκφράσεις κι ο στόμφος προς τις γυναίκες του σπιτιού ιδιαίτερα και σχεδόν καθημερινά, αλλά και προς μαγαζάτορες, πραγματευτάδες και μαστόρους κατά δεύτερο λόγο, δεν γίνονταν ως τέτοιες εύκολα επιδεκτικές προς αμφισβήτηση. Εξαιτίας της μορφής και στυλ περισσότερο, παρά αυτού καθαυτού του περιεχομένου, άφηναν αποσβολωμένο και με δέος τον αποδέκτη του λόγου του. H κυρά-Βασιλική μοιραία ζούσε στο περιθώριο της οικογενειακής ζωής, στη βαριά σκιά του κυρ-Γιάννη, του δάσκαλου, του διευθυντή. Η κοινωνική της ζωή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και αναλωνόταν στα όρια του μικρού χωριού, πέρα από λίγες ψυχαγωγικές επισκέψεις στην Θεσσαλονίκη. Έσερνε το κουτσό πόδι, με αρθριτικά από την κλιμακτήριο να χειροτερεύουν με το χρόνο, την αρτηριακή πίεση υπό έλεγχο με φάρμακα, και με τα χρόνια να περνούν η Βασιλική περιοριζόταν σε μικρές διαδρομές από τον μπαχτσέ και το μαγειρείο της βεράντας στην τραπεζαρία, το πολύ μέχρι το μπακάλικο απέναντι, στις γιορτές στην εκκλησία και τα πανηγύρια. Η περισσότερη ενέργειά της εξαντλούνταν σε μαγείρεμα και την καθαριότητα, οι κοινωνικές της συναναστροφές στις λιγοστές κουβέντες από το φράκτη του μπαχτσέ στην τουρκική γλώσσα με τους Προυσσαλήδες γείτονες ή στα ελληνικά με τους Νταρντωναίους λίγο παραπάνω στο δρομάκι ή περαστικούς συγχωριανούς. Με αγαπούσε λογικά και με τρυφερότητα, σαν το πρώτο εγγόνι που γνώρισε, και την αγάπη της την εκδήλωνε με πίττες, τα πιττάρια με ζάχαρη, τα μπουρέκια, και τις άλλες πολίτικες σπεσιαλιτέ που ετοίμαζε όταν επισκεπτόμαστε. Πάντα με ρωτούσε αν τα εδέσματα μου άρεσαν, πάντοτε απαντούσα καταφατικά χωρίς πολλά «ευχαριστώ» και, πάντα, ως ένδειξη ικανοποίησης και έκφρασης ευγνωμοσύνης για τις καταφατικές μου απαντήσεις και την χαμογελαστή και εύχαρι αποδοχή και κατανάλωση εκ μέρους μου των εδεσμάτων της,  με προσφωνούσε με τούρκικα επιφωνήματα, όπως «αχ, πασά μ’», «αχ, γιαβρί μ’», «μπαμπατζί μ’».

Τις κόρες του ο κυρ-Γιάννης τις ώθησε να σπουδάσουν. Πάση θυσία και πολλές φορές με το ζόρι. Με εξαίρεση την Αλίκη, την αντάρτισσα του σπιτιού με τον δυναμικό χαρακτήρα, που για κάποιο λόγο έγινε νοσοκόμα και έφυγε νέα για την Αθήνα όπου και βρήκε τον δρόμο και την τύχη της, η Λίτσα, η οποία εμφανιζόταν γενικά απρόθυμη για ανώτερη μόρφωση, καθώς η ζώνη μέσα στην οποία αισθανόταν άνετα με τον εαυτό και ευχαριστημένη ήταν ο στενός περίγυρος του σπιτιού, πέρασε τελικά μετά από αρκετές προσπάθειες στη Νομική. Εξάσκησε, εξίσου απρόθυμα και με το στανιό, το επάγγελμα του δικηγόρου σε μιαν απόλυτη, άχρωμη βάση του, συνεπίπεδη με διεκπεραίωση γραφειοκρατικών διαδικασιών και θελημάτων, που δεν απαιτούσαν τίποτε περισσότερο από γραφή κι ανάγνωση, ενώ η κύρια πελατεία της ήταν ανασυρμένη από την μάζα των  αγράμματων ή αστοιχείωτων χωρικών. Η μικρότερη αδερφή, η Δόμνα, χαριτωμένη όσο και ευαίσθητη, επίσης μετά ανάλογων βασάνων και δακρύων «έβγαλε» την κατά σύμβαση τότε υποδεέστερη ΠΟΕ Θεσσαλονίκης, έμαθε μεταξύ άλλων γαλλικά και δακτυλογραφία ως συμπληρωματικά προσόντα, αλλά παρέμεινε μια ζωή ανεπάγγελτη, χωρίς κάποια ανιχνεύσιμη προσπάθεια και πρωτοβουλία από μέρους της να απασχοληθεί κάπου. Μάλλον δεν την τραβούσε η δουλειά ή οποιαδήποτε δουλειά της φαινόταν ένα δυσθεώρητο βουνό που την φόβιζε να ανέβει.   

Η Μάνα ήταν κάπως περισσότερο κοινωνική, κοσμοπολίτικη και ικανή, αν και, κατά τα φαινόμενα, λιγότερο δυναμική από την Αλίκη, ίσως ακόμα και από την Λίτσα, αν και η τελευταία απέφευγε τα μεγάλα εμπόδια που βάζει μπροστά μας η ζωή ώστε να μετρηθεί ο δυναμισμός και η καπατσοσύνη της. Πέρασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία με την πρώτη φορά το 1956. Με τον αντικομουνισμό στο απόγειό του, η εγγραφή στην Ακαδημία όμως χρειαζόταν «Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων», το ίδιο που χρειάστηκε και για το οποίο πάλεψε ο παππούς ώστε να αναδιοριστεί ως δημοδιδάσκαλος. Έτσι, Μάνα και κυρ-Γιάννης ένα πρωϊνό, καλοντυμένοι, κουμπωμένοι και «τρακαρισμένοι»,  κατέφτασαν στο Αστυνομικό Τμήμα που κρατούσε τα οικογενειακά του στοιχεία –το «φάκελο» του, κοντά στο πρώην 4ο  Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης στη Συγγρού κάτω από το Διοικητήριο. Τον κυρ-Γιάννη και το παρελθόν του οι προϊστάμενοι αξιωματικοί τα γνώριζαν και καλά μάλιστα. Εκεί κοντά, εντός των ορίων δικαιοδοσία του Τμήματος,  είχε ανακριθεί και φυλακιστεί πριν την εξορία της Λήμνου. Ο φάκελος του δεν είχε ακόμα μαζέψει αρκετή σκόνη στα αρχεία της Ασφάλειας. Ο εντεταλμένος μοίραρχος αστυνομικός ήταν άσπονδος εχτρός του. Όχι ότι υπήρχε κάποια ανοιχτή προσωπική βεντέτα, αλλά κάποιες μέρες, κάποια λόγια και πράξεις, εις βάρος ίσως μελών του συναφιού του, είχαν κολλήσει σε κάποια γωνιά της μνήμης του. Και το καθήκον στην διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας του έθνους, καθήκον.

Ο κυρ-Γιάννης δεν πλησίασε στο Τμήμα των εφιαλτών του παρελθόντος του, αλλά περίμενε έξω από το απέναντι περίπτερο με τα χέρια στην τσέπη του γκρίζου παντελονιού, προσποιούμενος το διάβασμα επικεφαλίδων των εφημερίδων. Η Μάνα, τρεμάμενο φυλλαράκι δεκαοχτώ χρονών, σ’ ένα εμπριμέ και νεανικό, αλλά σεμνό φόρεμα, μπήκε στο γραφείο που χορηγούσε το ζητούμενο πιστοποιητικό, με το χαρτί της αίτησης στα χέρια της, στάθηκε μπροστά στο γραφειάκι του αξιωματικού της υπηρεσίας και ψέλλισε:

«Λέγομαι Οικονόμου Θεοδώρα του Ιωάννου και αιτούμαι Πιστοποιητικό Φρονημάτων… για την εγγραφή μου στην Ακαδημία που πέρασα... Παρακαλώ!»

«Για ποια Ακαδημία;» τη ρώτησε απότομο ο συνοφρυωμένος αξιωματικός, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την πρωτοκολλημένη αίτηση μπροστά του.   

«Την Παιδαγωγική, στην Αρχαιολογικού Μουσείου... Πέρασα από τις πρώτες.»

Ο αξιωματικούς αφού τράβηξε ένα ταλαιπωρημένο και λιγδιασμένο ντοσιέ, σχετικά ευμέγεθες, από την αρχειοθήκη πάνω στο γραφείο του, το ξεφύλλισε κι απάντησε με ένα σχεδόν σαρδόνιο, στραβό χαμόγελο, που εξαντλήθηκε γρήγορα με μια εκπνοή αυτοϊκανοποίησης από τη μύτη:

«Αχά! Tου δάσκαλου του Ο. η κόρη είσαι, κοπέλα μου! Δεν μου ‘λες, ο μπαμπάς σου σε έστειλε;»

«Ναι, κύριε… Με περιμένει απ’ έξω.»

«Δεν έχει το θάρρος ο μπαμπάς να έρθει ο ίδιος επάνω να μας δει;»  

Κοίταξε τη Μάνα, που στεκόταν όρθια μπροστά στο γραφείο του, την όμορφη, μικροκαμωμένη νέα κοπέλα με τα ξανθωπά μαλλιά και την πλεξούδα ριγμένη στην πλάτη της, τα δασκαλίστικα γυαλιά με το μαύρο κοκάλινο σκελετό της εποχής, με τη μια παλάμη να κρύβει την άλλη πάνω στο καλοκαιρινό φόρεμά, την κοίταξε με την αγριάδα των ματιών που κοιτάνε προς τα πάνω - πίσω από τα γυαλιά, με τα χείλι κλειστά και προς τα έξω, το στόμα να σχηματίζει καμπύλη προς τα κάτω υπό την πίεση της κάτω γνάθου στην πάνω, ένδειξη μίγματος απογοήτευσης κι αυστηρότητας, ενώ το κεφάλι ήταν ακόμα σκυμμένο στο γραφείο. Έβαλε την αίτηση στο ανοιχτό το ντοσιέ, έβγαλε τα γυαλιά του και αφού τα άφησε διπλωμένα παραπέρα στο γραφείο του, σαν να έλεγε «τετέλεσθαι», με γαλήνιο, αλλά κλινικό τρόπο είπε:

«Δεν έχει πιστοποιητικό για σένα, κοπέλα μου. Ο μπαμπάς σου τα πρόκοψε σα δάσκαλος τα ελληνόπουλα, τώρα θέλει να τα προκόψεις κι εσύ!»

Η Μάνα έφυγε σα μια βρεγμένη γάτα ψιθυρίζοντας μισο-κλαμένη ένα: «Καλά… Χαίρετε...», παντελώς αδύναμη μπροστά στα επιφάνεια της άκαμπτης εξουσίας, πήρε τον παππού που καρτερικά περίμενε απ’ έξω και γύρισαν και οι δυο τους κατηφείς και αμίλητοι σπίτι. Μερικές βδομάδες αργότερα θα μεσολαβούσε ξανά, με ένα απλό τηλεφώνημα, ο Πέτρος ο Γαρουφαλιάς, ο πολιτικός από την Άρτα, όπως συμπαραστάθηκε ως συμπατριώτης, φίλος και μακρινός συγγενής στον αναδιορισμό του παππού μετά την εξορία. Και η Μάνα τελικά υπερέβη τον σκόπελο του διεστραμμένου ασφαλίτη εγγράφηκε στην Παιδαγωγικής Ακαδημία. Έτσι τακτοποιούνταν πολλές παρόμοιες υποθέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, και σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα, ένδειξη, λένε, της χαμηλής πολιτικής στάθμης και πολιτιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, μέσα από, και ίσως παρά, τις ταραχώδεις πτυχές της νεότερης ιστορίας. Στην περίπτωση της οικογένειας του παππού τέτοια μέσα επιστρατεύθηκαν για να υπερβληθούν άδικα και αυθαιρέτως στημένα εμπόδια. Με πιο ευθείς τρόπους θα αποδεικνύονταν ανυπέρβλητα και η μη υπέρβαση τους θα άλλαζε τον ρου της οικογενειακής μου ιστορίας. Τέτοια «μέσα» ασκήθηκαν σαν αντίβαρο σε μια κατάφορη αδικία, χωρίς να παραγνωριστεί η συνεισφορά της τύχης και των συγκυριών: η ύπαρξη κάποιου ισχυρού πολιτικού προσώπου στο στενό, προσβάσιμο κύκλο του παππού, και το μακρύ του χέρι.

Θα ήταν και το τελευταίο αξιοσημείωτο επεισόδιο στη ζωή της οικογένειας της Μάνας. Έκτοτε, τα τετριμμένα και καθημερινά εν οίκω και στον μικρής εμβέλειας επαγγελματικό (του σχολείου των Αμπελοκήπων), και κοινωνικό (του χωριού) κόσμο του κυρ-Γιάννη η κατάσταση εξομαλύνθηκε, παρά τις πολιτικές αναταράξεις ένθεν κι εκείθεν. Πιστεύω ότι ο κυρ-Γιάννης διατήρησε έναν πυρήνα προοδευτικών ιδεών, αλλά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Τις περίβαλλε με ένα πέπλο αδιαφάνειας, αρκετής ώστε να μην φανερώνεται  στο περιβάλλον ένα πιο «αγωνιστικό» παρελθόν. Στο σχολείο που ήταν Διευθυντής, στη διαπαιδαγώγηση των μαθητών και στο μάνατζμεντ των νεότερων δασκάλων, στην υπεύθυνη κι ευσυνείδητη ενημέρωση των κηδεμόνων για την πρόοδο των παιδιών και τη λειτουργεία του σχολείου, εναρμονίστηκε ως ένας άπταιστος, αδιάφθορος από επαναστατικά ή δυνάμει «ανατρεπτικά» δόγματα δημόσιος λειτουργός, εναρμονιζόταν με κυβερνητικές εγκυκλίους κι επιταγές, χωρίς αντιρρήσεις, ούτε καν κάποια ανεπαίσθητη πρωτοποριακή παρέκκλιση και πρωτοβουλία, παρά τις πολλές άσβηστες φωτιές στην πολιτική αρένα της Ελλάδος. Διάβαζα σε μια από τις ομιλίες του, γραμμένη πρόχειρα λίγο πριν από τη γέννηση μου προς εκφώνηση στο σχολικό εορτασμό της επετείου της «Επανάστασης του 1821», ίσως κάτω από τον ψυχικό καταναγκασμό του δασκαλίστικου-διευθυντικού καθήκοντος. Περιλάμβανε ασυνήθιστο για το επίπεδο του ακροατηρίου, αν και επιφανειακό και μη επίμαχο, πολιτικό περιεχόμενο. Από όσον τον γνώρισα, δεν θα εννοούσε πολλές από τις στερεότυπες φράσεις, ωστόσο απαραίτητες παρεμβολές σε ομιλίες κατά τις εθνικές επετείους -παρουσία παππάδων, τοπικών αρχών, κτλ., που έπρεπε να ακουστούν:   

«Οι Έλληνες του ’21 μπαίνουν με καλές προϋποθέσεις στον εθνικό τους αγώνα… Είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και έχουν συνείδησιν για τα δημοκρατικά τους δικαιώματα της ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Οι ήρωες το ’21 είναι κληρονόμοι της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως. Έχουν τοποθέτησιν χριστιανικήν και εμπνέονται στον εθνικό τους αγώνα από τις ιδέες του χριστιανισμού για αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, για δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, για ισότητα… Παραμένει ακόμα άλυτο το θέμα της Κύπρου… Ας ελπίσωμεν πως η νέα πολιτική δημοκρατική ηγεσία της Ελλάδος, η προελθούσα εκ των εκλογών της 16ης Φεβρουαρίου, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του βετεράνου πολιτικού αρχηγού Πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπανδρέου, και την συμπαράστασιν των ελευθέρων και δημοκρατικών λαών του κόσμου, να εύρη και το Κυπριακόν θέμα την λύσιν του με βάση την αυτοδιάθεσιν, την δημοκρατικήν αρχήν. Και τώρα φίλοι ακροαταί και δια να μην σας κουράζω περισσότερο σας καλώ να ζητωκραυγάσωμεν υπέρ του Έθνους, και της 25ης Μαρτίου και του νέου δημοκρατικού βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου: Ζήτω το Έθνος!!! Ζήτω η 25η Μαρτίου!!! Ζήτω ο Βασιλεύς!!!».

Η ιδεολογικοπολιτική μεταμόρφωση, από τον ασπασμό κάποιων υποτιθέμενων αριστερών δογμάτων την εποχή του τέλους της Κατοχής και του Εμφυλίου στην υιοθέτηση των εθνικών στερεοτύπων και την αποδοχή του status quo, δεν θα αργούσε να ολοκληρωθεί με την συνταξιοδότηση και τα γηρατειά. Ένας πολιτικός κύκλος, με τη μεταπολεμική εξομάλυνση και την εγκαθίδρυση μιας, κατά τα δυτικά πρότυπα, αστικής δημοκρατίας είχε κλείσει. Η ευθυγράμμιση με τα κυρίαρχα εθνικιστικά δόγματα που θα παγιωθούν στη μεταπολεμική Ελλάδα, τη δεμένη πλέον για τα καλά στο άρμα των Αμερικάνων και της Δύσης, ευθυγράμμιση έστω συμβολική, έστω και για τα μάτια εκείνου του απλοϊκού κόσμου που δεν σκάμπαζε πολλά περί την πολιτική και την ιδεολογία, του λαουτζίκου της Μενεμένης και των Αμπελοκήπων, ήταν πλήρης. Αυτά που διάβαζα ένα απόγεμα στους ξεθωριασμένους φακέλους με τις ομιλίες του δεν αντιστοιχιζόταν στην εικόνα που είχα σχηματίσει για τον παππού - από τις διηγήσεις των θυγατέρων του, από τον οικογενειακό θρύλο γύρω από την ιστορία και τ’ όνομά του. Αλλά η εικόνα αυτή, για τις ιδέες και απόψεις που κουβαλούσε από νέος ίσως να μην ανταποκρινόταν στην πραγματική, ίσως οι δικές μου πεποιθήσεις (και αντίστοιχες προκαταλήψεις, ασφαλώς!) εκείνης της εποχής να την παρέσυραν και να τη μόρφωσαν μέσα από τα δικά μου ύστερα μεταπλασμένα καλούπια και προκατασκευασμένα πρότυπα. Άλλωστε, είτε τέτοιες απόψεις από τη φύση τους ρέουν και η ουσία τους μεταβάλλεται διαρκώς, είτε, ελλείψει ουσίας, συνθέτουν ένα πολύχρωμο συνονθύλευμα, πολλές φορές από ζωηρές χρωματικές αντιθέσεις που συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα ή διαδέχονται χρονιά η μια την άλλη στη ζωή του ανθρώπου.

Στην οικογένεια του επέβαλλε από μιαν σαφή θέση κύρους και σεβασμού, αλλά επ’ ουδενί διαμέσου εξαναγκασμού με φωνές, καυγάδες ή κάποια μορφή ψυχικής βίας, μιαν ιδιόμορφη κουλτούρα, και διαμόρφωσε, μαζί ίσως με απροσδιόριστες γενετικές καταβολές, στις τρείς κόρες που έμειναν κοντά στην οικογένεια πολλά κοινά χαρακτηριστικά, και μιαν ιδιότυπη οικογενειακή ιδιοσυγκρασία. Στους διευρυμένους οικογενειακούς κύκλους αργότερα πολλές φορές άκουγα τα παρακάτω: «Έτσι είμαστε εμείς οι Οικ…αίοι»  ή «το οικ…αίϊκο δεν είναι για αυτά τα πράματα...». Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της «οικ…αίϊκης» ιδιοσυγκρασίας ήταν η υπερβολική ευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα, όπως τα λόγια ή οι ενέργειες του άλλου, που μέσα από μια δαιδαλώδη και διαδικασία μιας υπερανάλυσης τετριμμένων και παροδικών κατά τον κοινό νου συμβάντων, μιας αντιδιαλεκτικής απομόνωσης λέξεων ή αποσπασμένων από την ακολουθία και συσχέτισή τους γεγονότων και ενεργειών, οδηγούσε συχνά σε παρερμηνείες, παρεξηγήσεις, δυσανασχέτηση, στενοχώρια και θυμούς, αποκλεισμούς, εν ολίγοις δυσανάλογες και ασύμμετρες αντιδράσεις, και αρκετές φορές ένα οξύ αίσθημα αμηχανίας και ντροπής κι άλλες παρόμοιες ψυχικές φουρτούνες. Η αντανάκλαση της «οικ…αίϊκης» προσωπικότητας στον καθρέφτη συνοψιζόταν από μιαν σχεδόν μόνιμη ανησυχία, σε βαθμό παράνοιας, για τα «μάτια του κόσμου» που την κοίταζαν αδιάκριτα, «για το τι θα πει ή πως θα μας δει ο κόσμος» για το πως θα φανεί στον κόσμο κάθε πράξη που θα γινόταν, πως θα ακουστεί κάθε φράση που θα λεγόταν, κάτι που πολλές φορές οδηγούσε σε προσποίηση για το «θεαθήναι» και στη διπλοπροσωπία. Και αυτή η συναισθηματική υπερευαισθησία σε μια υποβόσκουσα ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και αρνητικής προδιάθεσης ως προς την έκβαση οποιουδήποτε προβλήματος, αυτο-ανατροφοδοτείτο από την οικογενειακή εσωστρέφεια κι έναν σχετικό με αυτήν κώδικα συμπεριφοράς, όπου η μια αδερφή θα κουβέντιαζε και θα υπερανέλυε ad nauseum με την άλλη το ένα και το αυτό περιστατικό, από κάθε δυνατή σκοπιά, όρθιο και αναστραμμένο, μέσα από έναν ένα αέναο κύκλο τηλεφωνημάτων και επισκέψεων. Στο τέλος, σχεδόν πάντα, η όλη αναμπουμπούλα αποδεικνυόταν ατελέσφορη, η αναλωμένη ισχύς εξ ολοκλήρου άεργη, ακόμα και όταν – σε ελάχιστες περιπτώσεις – αυτές οι αναλύσεις και συζητήσεις στόχευαν σε κάτι. Τέτοιου είδους ψυχικές εντάσεις γρήγορα εξασθενίζονταν, μέχρι την επόμενη κορύφωσή τους.

Η οικογενειακή εσωστρέφεια από την άλλη μεριά, ένα αδιευκρίνιστο, αλλά ισχυρό κέντρο βάρους προς το οποίο συνέκλιναν ανέκαθεν οι τρεις αδερφές, ίσως εν μέρει να καλλιεργήθηκε από το παρελθόν του κυρ-Γιάννη, ίσως να επιβλήθηκε υποσυνείδητα από τον ίδιο, ίσως να οφείλεται στη ζωή στη μικρή κοινωνία του χωριού, την πολιτιστικά υποδεέστερη από την πόλη που μεγάλωσα, ίσως από περιορισμένες έμφυτες δυνατότητες, ίσως (και το πιο πιθανό) να οφείλεται στο σχετικά μεγάλο έλλειμμα εμπειριών και τριβής με τον πλατύτερο έξω κόσμο – μέσα από τη δουλειά, τις σπουδές, την πολιτική ή και το μεγάλωμα παιδιών, καθώς οι δυο από τις αδερφές δεν απέκτησαν παιδιά. Το λογικό αποτέλεσμα ήταν μια αδυναμία αντιμετώπισης και ξεπεράσματος των εμποδίων που παρουσιάζει η ζωή μπροστά μας, πέρα των τετριμμένων προβλημάτων με προφανείς λύσεις, η αναποφασιστικότητα ενώπιον υπαρξιακών διλλημάτων που επιζητούν επιλογές, καλές ή κακές, και η ανάληψη ευθυνών απέναντι στις πιθανές συνέπειές τους, οι χαμηλοί, πολλοί χαμηλοί ορίζοντες× η επαναληπτική βίωση της καθημερινότητας, η βασανιστική επανάληψη των τετριμμένων και άχρωμων συστατικών της – οι δουλειές του σπιτιού, τα ψώνια από τη λαϊκή, το καφεδάκι με τη γειτόνισσα, το τηλέφωνο στις αδερφές, και τανάπαλι.

Και τα γράφω όλα αυτά για το «Οικ…αίϊκο» γιατί, με την ωρίμανση και τις αντανακλάσεις του εαυτού μου στη συνείδηση, στους διαλόγους με αυτήν, διαπίστωσα ότι κληρονόμησα, εν μέρει από τις εντυπώσεις που δημιούργησαν και άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην εύπλαστη παιδική ψυχή οι ανθρώπινες συμπεριφορές, τα οικογενειακά modus operandi και η επικρατούσα ενδοοικογενειακά νοοτροπία, πιο πολύ από τη Μάνα, λιγάκι από τον παππού και τις θείες, και εν μέρει, βέβαια, γενετικά, όπου οι συνδυασμοί, οι αποχρώσεις και συμψηφίσεις στην τελική φυσιογνωμία του ανθρώπου είναι άπειρες για να απομονωθούν και προσδιοριστούν ως τέτοιες. Πολλά από αυτά τα κληροδοτημένα οικογενειακά χαρακτηριστικά - σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό: μιαν αρκετά υψηλότερη από το μέσο όρο συναισθηματική ευαισθησία, την απαισιοδοξία ως φόντο κάθε κρίσης και κάθε επιλογής, και το σχεδιασμό στη βάση πάντα του χείριστου πιθανού σεναρίου, την προδιάθεση προς την αποποίηση ενός μεγάλου βάρους ευθύνης απέναντι σε κακοτυχίες που αφορούσαν εμένα και άλλους, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό επιλογές στον καθ’ οδόν βίον. Παρόλες όμως αυτές τις αντιδραστικές δυνάμεις (αν μπορούσε κάποιος να τις χαρακτηρίσει ως τέτοιες) και τα δεσμά που η κληρονομικότητα μας δένει με τους προγόνους του, στην πορεία μιας κατά κάποιο τρόπο αυτόνομης και «ριζοσπαστικής» ανάπτυξης της προσωπικότητας, δηλαδή μιας προσωπικότητας που τελικά απομακρύνεται και σχεδόν ολοκληρωτικά αποκόπτεται από οικογενειακές κι άλλες παραδόσεις, κατάφερα τουλάχιστον και πλάτυνα τους ορίζοντες της ζωής μου, στο μέτρο του δυνατού που το εκάστοτε περιβάλλον και ο χρόνος επιτρέπουν. Και όντας ενσυνείδητος της πραγματικότητας που κάθε φορά βίωνα και του οριστικού τέλους που αναπόφευκτα η ανθρώπινη μοίρα μας επιφυλάσσει, προσπαθούσα συνεχώς και με κάθε τρόπο να ταράζω τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινής ρουτίνας και να συγκρούομαι με τα δεσμά του χαρακτήρα που κληρονόμησα και μόρφωσα, όσο δύσκολο πολλές φορές να ήταν.